Νομολογία

10

Σεπ

2017

Γνωμοδότηση ΝΣΚ 179/2017:Υποχρέωση της Τράπεζας να αναγάγει το σύνολο των κατατεθέντων αναδρομικών συντάξεων σε μηνιαία καταβολή για την εφαρμογή της προστατευτικής ρήτρας περί ακατασχέτου της μηνιαίως καταβαλλόμενης σύνταξης.

Μ’ ένα ζήτημα που απασχολεί αρκετούς πολίτες-οφειλέτες του Δημοσίου ασχολήθηκε το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Α Τακτική Ολομέλεια) στην υπ’ αρ 179/2017  Γνωμοδότηση του .

Επί σχετικού ερωτήματος αποφάνθηκε, κατά πλειοψηφία ,  ότι η συγκεκριμένα Τράπεζα είχε υποχρέωση να αναγάγει το σύνολο των κατατεθέντων ποσών, που αφορούσαν αναδρομικώς καταβαλλόμενες συντάξεις, σε μηνιαία καταβολή και να εφαρμόσει την προστατευτική ρήτρα περί ακατασχέτου της μηνιαίως καταβαλλόμενης σύνταξης  καθώς δεν προκύπτει από το νόμο συγκεκριμένος χρονικός περιορισμός εντός του οποίου πρέπει να αναληφθούν από τον καταθέτη και οφειλέτη του Δημοσίου  οι ως άνω απαιτήσεις του , οι οποίες καταλαμβάνονται από το ακατάσχετο.

Απολύτως ορθώς αναπτύχθηκε στο σκεπτικό της ως άνω Γνωμοδότησης ότι τυχόν αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή παραβιάζει τις συνταγματικές αρχές της χρηστής διοίκησης και του κράτους δικαίου , καθόσον ο διοικούμενος τιμωρείται για την , χωρίς δική του υπαιτιότητα, καθυστέρηση του εργοδότη του ή του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού να καταβάλει αναδρομικά οφειλόμενους μισθούς ή συντάξεις. Παραβιάζεται ,ομοίως και η αρχή της ισότητας δεδομένου ότι ο συγκεκριμένους φορολογούμενος του οποίου ο εργοδότης ή ο ασφαλιστικός φορές καθυστέρησε την καταβολή του μισθού ή της σύνταξης του  τίθεται    προφανώς σε δυσμενέστερη θέση και αντιμετωπίζεται αυστηρότερα, και πάλι χωρίς δική του υπαιτιότητα, σε σχέση με άλλον για τον οποίο δεν υπήρξε καθυστέρηση και εισέπραξε τα χρήματα εγκαίρως.

Για την ως άνω Γνωμοδότηση εκκρεμεί αποδοχή .

11

Ιούλ

2017

ΝΣΚ Γνωμοδότηση 139/2017 :Δεν κωλύεται ο ΕΦΚΑ να συναινεί σε συμφωνίες εξυγιάνσεως με οφειλέτες που έχουν κυρίως δημόσιο χρέος προς Δ.Ο.Υ, ΕΦΚΑ κτλ

 

Γνωμοδότηση 139/2017 ΝΣΚ: Ο ΕΦΚΑ δύναται να συνάπτει συμφωνία εξυγιάνσεως, ως κύριος πιστωτής (ήτοι με ποσοστό άνω του 60%) με οφειλέτη, ο οποίος έχει βεβαιωμένες ληξιπρόθεσμες οφειλές μόνο προς το Δημόσιο και τον Ε.Φ.Κ.Α. και δεν οφείλει προς ιδιώτες (τραπεζικά ιδρύματα, προμηθευτές, εργαζομένους κ.λπ.). β) Δεν κωλύεται ο ΕΦΚΑ να συναινεί σε συμφωνίες εξυγιάνσεως με οφειλέτες που έχουν κυρίως δημόσιο χρέος (προς Δ.Ο.Υ., Ε.Φ.Κ.Α. κ.λπ.). Για την κατηγορία αυτή των οφειλετών ισχύει ο ν. 4152/2013. γ). Δεν περιλαμβάνεται στις αρμοδιότητες του ΝΣΚ, αλλά απόκειται στην εκτίμηση της Υπηρεσίας, βάσει των συνθηκών της εκάστοτε υποθέσεως, η κρίση για το αν η υπαγωγή του οφειλέτη στη ρύθμιση των ν. 4152/2013 και 4321/2015, συνιστά (ή όχι) καταχρηστική συμπεριφορά του, η οποία θα απέκλειε την υπογραφή της συμφωνίας εξυγιάνσεως εκ μέρους του ΕΦΚΑ και επίσης για το αν η συμφωνία εξυγιάνσεως εμποδίζει την υπαγωγή του οφειλέτη στη ρύθμιση των ν. 4152/2013 και 4321/2015.

www.nsk.gr

 

23

Ιούν

2017

Η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email) ενός φυσικού προσώπου αποτελεί προσωπικό δεδομένο. Αζήτητη ηλεκτρονική επικοινωνία.Πότε επιτρέπεται.

Με την με αρ. 22/2017 Απόφαση της η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ασχολήθηκε με ένα ενδιαφέρον θέμα: αυτό της παράνομης συλλογής και περαιτέρω χρήσης προσωπικών δεδομένων για το σκοπό της απευθείας εμπορικής προώθησης και διαφήμισης μέσω της αποστολής αζήτητης ηλεκτρονικής επικοινωνίας.Καθώς το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ενός φυσικού προσώπου αποτελεί προσωπικό δεδομένο η πραγματοποίηση μη ζητηθεισών επικοινωνιών για σκοπούς εμπορικής προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών επιτρέπεται μόνο αν ο συνδρομητής έχει συγκατατεθεί εκ των προτέρων ρητά.Με βάση τα παραπάνω η Αρχή επέβαλε πρόστιμο σε εταιρία που πραγματοποιούσε αποστολές μηνυμάτων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για την προώθηση συγκεκριμένου μεταπτυχιακού προγράμματος ,χωρίς να έχει εκ των προτέρων εξασφαλίσει την συγκατάθεση των παραληπτών των μηνυμάτων  . Eπιπλέον,η Αρχή  διέταξε την καταστροφή του αρχείου των email που διατηρούσε η εταιρία για τις οποίες δεν είχε λάβει τη  ρητή συγκατάθεση των κατόχων τους .

 

Πηγή www.dpa.gr

20

Ιούν

2017

ΜΠΘ 270/2017 :Μη νόμιμο το αίτημα Τράπεζας για καταβολή

Αριθμ       270/2017  ΜΠΡ ΘΕΣΣΑΛ (ΑΣΦ)

(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Ασφαλιστικά μέτρα. Αίτηση ανάκλησης αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων δυνάμει των οποίων επιτράπηκε η εγγραφή προσημειώσεων υποθήκης σε ακίνητα των αιτούντων για την εξασφάλιση απαιτήσεων από τη χορήγηση τραπεζικών δανείων. Απόσβεση των απαιτήσεων της καθ’ης έναντι των αιτούντων λόγω ολοσχερούς εξόφλησής τους. Οι αιτούντες προέβησαν στην κατάθεση της ένδικης αίτησης κατόπιν αρνήσεως της καθ’ης να συναινέσει στην εξάλειψη των προσημειώσεων αν δεν της καταβαλλόταν το ποσό των 100 ευρώ ως επιβάρυνση του αιτούντα για τα έξοδα διαβίβασης του φακέλου δανείου στη νομική υπηρεσία της καθ’ης, που όμως δεν προβλεπόταν στη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων. Δέχεται την αίτηση. 

  Αριθμός απόφασης:270/2017

  Αριθμός κατάθεσης αίτησης: 11898/12.10.2016

 ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Ευμορφίλη Παπαδοπούλου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίσθηκε με κλήρωση, σύμφωνα με το νόμο, χωρίς Γραμματέα.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 30 Νοεμβρίου 2016, για να δικάσει τη με αριθμό καταθέσεως 11898/12.10.2016 αίτηση με αντικείμενο ανάκληση αποφάσεων που διέταξαν εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και εξάλειψη προσημειώσεων, μεταξύ:

ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ: 1. ………………………. του ……… ή ………. και της …………., κατοίκου Παρόδου ……………. αριθμ. ……., Φίλυρο Θεσσαλονίκης (ΑΦΜ ………………) και 2. ………………… του ………….. και της …………., συζύγου ……………., κατοίκου Παρόδου ……………. αριθμ. …., Φίλυρο Θεσσαλονίκης, (ΑΦΜ ……………..), εκ των οποίων ο πρώτος παραστάθηκε στο δικαστήριο μετά και η δεύτερη δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Παναγιώτη Σταυρούλη (ΑΜΔΣΘ 4492), ο οποίος κατέθεσε σημείωμα.

ΤΗΣ ΚΑΘ` ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………… ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ………….. αρ. ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε στο δικαστήριο δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Χρήστου Κοσμά (ΑΜΔΣΘ 1202), ο οποίος κατέθεσε σημείωμα.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της αιτήσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 

Από τη διάταξη του άρθρου 696 παρ. 3 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι, το Δικαστήριο που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα, έως τη συζήτηση της αγωγής που αφορά την κυρία υπόθεση, έχει δικαίωμα με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, να ανακαλέσει ολικά ή εν μέρει την απόφασή του εφόσον επήλθε μεταβολή των πραγμάτων που δικαιολογεί την ανάκληση ή τη μεταρρύθμισή της, σαφώς συνάγεται ότι σε ανάκληση υπόκειται η απόφαση που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα, μεταξύ των οποίων και την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, εφόσον αυτή δεν έχει τραπεί σε υποθήκη (ΜΠρΑΘ 19987/1987 ΕλλΔ/νη 29. 570). Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η συνδρομή, μεταξύ των άλλων και μεταγενέστερων γεγονότων, που δικαιολογούν την ανάκληση ή μεταρρύθμισή της. Τέτοιο γεγονός αποτελεί η απόσβεση της απαίτησης του δανειστή, με εξόφληση, συμψηφισμό, παραγραφή χρέους κ.λ.π. (ΜΠρΘεσ 19988/2005 Δημοσίευση Νόμος), η συναίνεση του δανειστή για ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης, καθώς και η προσφορά από τον οφειλέτη άλλου ασφαλιστικού μέτρου που εξασφαλίζει την απαίτηση του δανειστή (Β.Βαθρακοκοίλη ΕρμΚΠολΔ άρθρ. 696 αριθμ. 7).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αιτούντες εκθέτουν με την κρινόμενη αίτησή τους ότι α) δυνάμει της υπ’ αριθμ. 25157/18.9.2001 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, επιτράπηκε στην καθ`ης, προς εξασφάλιση απαιτήσεώς της από την υπ`αριθμ. 3117/18.9.2001 σύμβαση δανείου, που συνήψε ως δανείστρια, με τους αιτούντες ως δανειολήτπες, να εγγράψει προσημείωση υποθήκης ποσού είκοσι επτά εκατομμυρίων τετρακοσίων τριάντα χιλιάδων (27.430.000) δραχμών ή ογδόντα χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα οκτώ ευρώ και ενενήντα (80.498,90) λεπτών, στο περιγραφόμενο στην αίτηση ακίνητο, που ανήκει κατά κυριότητα στους αιτούντες κοινά αδιαίρετα και κατ` ισομοιρία, το οποίο βρίσκεται στο Φίλυρο Θεσσαλονίκης και β) δυνάμει της υπ`αριθμ. 25213/18.9.2001 αποφάσεως αυτού του δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, επιτράπηκε στην καθ`ης, προς εξασφάλιση απαιτήσεώς της από την υπ`αριθμ. 3118/18.9.2001 σύμβαση δανείου, που συνήψε ως δανείστρια, με τους αιτούντες ως δανειολήπτες, να εγγράψει προσημείωση υποθήκης ποσού έντεκα εκατομμυρίων πεντακοσίων εβδομήντα χιλιάδων (11.570.000) δραχμών ή τριάντα τριών χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα τεσσάρων ευρώ και πενήντα ενός (33.954,51) λεπτού, στο ίδιο ως άνω ακίνητο των αιτούντων. Ότι, μέχρι σήμερα, οι ως άνω εγγραφείσες προσημειώσεις δεν τράπηκαν σε υποθήκες και ότι εξόφλησαν ολοσχερώς τις οφειλές τους προς την καθ`ης. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούν να ανακληθούν οι ανωτέρω αποφάσεις, να διαταχθεί η εξάλειψη των ως άνω προσημειώσεων υποθήκης και να καταδικασθεί η καθ`ης στη δικαστική τους δαπάνη.

Η αίτηση αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπο φέρεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να δικαστεί με την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ και σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 696 παρ. 3, 176 ΚΠολΔ και 1330 αριθμ. 2 ΑΚ. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσία.

Από την ανώμοτη εξέταση του πρώτου αιτούντος που εξετάσθηκε στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου, τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, από όσα ανέπτυξαν προφορικά στο ακροατήριο και με τα έγγραφα σημειώματα που κατέθεσαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους και από την ομολογία της καθ`ης για την οποία θα γίνει ειδικότερη αναφορά παρακάτω, σε συνδυασμό και με όλη γενικώς τη διαδικασία, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα:

Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 25157/18.9.2001 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) εγγράφηκε, υπέρ της καθ`ης τράπεζας, προσημείωση υποθήκης ποσού είκοσι επτά εκατομμυρίων τετρακοσίων τριάντα χιλιάδων (27.430.000) δραχμών ή ογδόντα χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα οκτώ ευρώ και ενενήντα (80.498,90) λεπτών, προς εξασφάλιση απαιτήσεώς της από την υπ`αριθμ. 3117/18.9.2001 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού είκοσι ενός εκατομμυρίων εκατό χιλιάδων (21.100.000) δραχμών ή εξήντα μίας χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι δύο ευρώ και είκοσι τριών (61.922,23) λεπτών, που συνήψε αυτή ως δανείστρια με τους αιτούντες ως δανειολήπτες, στο παρακάτω ακίνητο κυριότητας των αιτούντων και ειδικότερα: επί ενός αυτοτελούς και διηρημένου διαμερίσματος με τα συστατικά και τα παραρτήματά του από ένα συγκρότημα δύο κτιρίων που ονομάζονται κτίριο Αλφα (Α) και κτίριο Βήτα (Β) εκ των οποίων το κτίριο Άλφα βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του οικοπέδου και αποτελείται από υπόγειο, ημιϋπόγειο, ισόγειο και έναν όροφο πάνω από το ισόγειο και το κτίριο Βήτα βρίσκεται στο κέντρο του οικοπέδου και αποτελείται από υπόγειο και ισόγειο και στο νότιο τμήμα θα κτισθεί ισόγειος χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων, το οποίο κτίσθηκε σε οικόπεδο εκτάσεως 957,21 τμ, που βρίσκεται στο Δήμο Χορτιάτη, Δημοτικό Διαμέρισμα Φιλύρου, του Νομού και Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, υποθηκοφυλακείου Νεάπολης στη θέση Φίλυρο και σε ανώνυμη οδό, συνορευόμενο γύρω βόρεια με γειτονικό οικόπεδο ιδιοκτησίας αγνώστων, νότια με κοινοτική οδό (Δ παρ. Εθνικής Άμυνας) και οικόπεδο αγνώστων, ανατολικά με οικόπεδο αγνώστων και δυτικά με κοινοτική οδό και ειδικότερα από το κτίριο ΑΛΦΑ (Α) επί ενός διαμερίσματος του ισογείου ορόφου, καταλαμβάνον ολόκληρο τον όροφο εμβαδού μικτού 150,52 τμ και καθαρού 133,52 τμ αποτελούμενο από έξι δωμάτια, καθιστικό, κουζίνα, χωλ και δύο λουτροκαμπινέ με το χαρακτηριστικό αριθμό Δ1-2, συνορευόμενο γύρω βόρεια με ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, νότια με τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, ανατολικά με γειτονικό οικόπεδο αγνώστων και δυτικά με κοινοτική οδό και στο οποίο αναλογεί και αντιστοιχεί ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου σε όλο το οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους, μέρη και εγκαταστάσεις του όλου συγκροτήματος 29,50%. Το παραπάνω ακίνητο περιήλθε στους αιτούντες κοινά αδιαίρετα και κατ` ισομοιρία ήτοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθένα τους, με αγορά, δυνάμει του υπ`αριθμ. 5873/2001 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …………………., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης στον τόμο ………. και αριθμό …….. και ως σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας.

Περαιτέρω πιθανολογήθηκε ότι, ως άνω, προσημείωση εγγράφηκε στις 24.9.2001, στον τόμο …. με αριθμό …… των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης και δεν έχει τραπεί σε υποθήκη (βλ. το προσκομιζόμενο κατ` άρθρο 227 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αιτούντων υπ` αριθμ. πρωτ. 2460/2016 Πιστοποιητικό της Υποθηκοφύλακα Νεάπολης).

Επίσης δυνάμει της υπ’ αριθμ. 25213/18.9.2001 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) εγγράφηκε, υπέρ της καθ`ης τράπεζας, προσημείωση υποθήκης ποσού έντεκα εκατομμυρίων πεντακοσίων εβδομήντα χιλιάδων (11.570.000) δραχμών ή τριάντα τριών χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα τεσσάρων ευρώ και πενήντα ενός (33.954,51) λεπτού, προς εξασφάλιση απαιτήσεώς της από την υπ`αριθμ. 3118/18.9.2001 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού οκτώ εκατομμυρίων εννιακοσίων χιλιάδων (8.900.000) δραχμών ή είκοσι έξι χιλιάδων εκατόν δεκαοκτώ ευρώ και ογδόντα έξι (26.118,86) λεπτών, που συνήψε αυτή ως δανείστρια με τους αιτούντες ως δανειολήπτες, στο ίδιο ως άνω ακίνητο των αιτούντων.

Η ως άνω, προσημείωση εγγράφηκε στις 24.9.2001 στον τόμο …. με αριθμό …. των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης και δεν έχει τραπεί σε υποθήκη (βλ. το προσκομιζόμενο κατ` άρθρο 227 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αιτούντων υπ` αριθμ. πρωτ. 2460/2016 Πιστοποιητικό της Υποθηκοφύλακα Νεάπολης).

Ακόμη πιθανολογήθηκε ότι οι απαιτήσεις της καθ`ης, προς εξασφάλιση των οποίων εγγράφηκαν οι ανωτέρω προσημειώσεις, έχουν αποσβεσθεί λόγω ολοσχερούς εξοφλήσεώς τους, όπως τούτο ομολόγησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της καθ`ης κατά τη συζήτηση της υπόθεσης που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και με το έγγραφο σημείωμα που κατέθεσε και προκύπτει και από τα σχετικά από 2.3,2016 και 15.3.2016 έγγραφα της καθ`ης, που προσκομίζονται. Υπό τα δεδομένα αυτά συντρέχει εν προκειμένω, μεταβολή των πραγμάτων που δικαιολογεί την ανάκληση των προαναφερόμενων υπ`αριθμ. 25157/18.9.2001 και υπ`αριθμ. 25213/18.9.2001 αποφάσεων αυτού του Δικαστηρίου.

Περαιτέρω πιθανολογήθηκε ότι οι αιτούντες με την από 27.7.2016 επιστολή τους προς την καθ`ης διαμαρτυρήθηκαν για το γεγονός ότι αυτή προκειμένου να αποστείλει το φάκελο του δανείου τους από το κατάστημά της επί της συμβολής των οδών ……………….. και ………. στην νομική της υπηρεσία, ώστε να διεκπεραιωθεί η εξάλειψη των προσημειώσεων, απαιτούσε να της καταβληθεί το ποσό των πενήντα (50) ευρώ και ζήτησαν τη συναινετική εξάλειψη των προσημειώσεων δηλώνοντας ότι άλλως θα προβούν στην κατάθεση αίτησης στο δικαστήριο για την ανάκληση των ως άνω αποφάσεων και την εξάλειψη των παραπάνω προσημειώσεων, κατ` αντιδικία, πλην όμως η καθ`ης, δεν απάντησε στην ανωτέρω επιστολή των αιτούντων, οι οποίοι ακολούθως κατέθεσαν την υπό κρίση αίτηση.

Η καθ`ης με το έγγραφο σημείωμα που κατέθεσε ισχυρίζεται ότι στο άρθρο 6 των ως άνω δανειακών συμβάσεων ορίσθηκε ότι «ο οφειλέτης βαρύνεται και επιρρίπτονται σε αυτόν όλες γενικά οι δαπάνες που συνδέονται με την παρούσα σύμβαση… δηλαδή ενδεικτικά τα έξοδα εκτίμησης του ακινήτου, του ελέγχου των τίτλων ιδιοκτησίας, των συμβάσεων του δανείου, των αντιγράφων, της εγγραφής και εξάλειψης της υποθήκης και προσημείωσης υποθήκης, οι αμοιβές υπέρ τρίτων για τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη και λήψης διαταγής πληρωμής με βάση την παρούσα σύμβαση…. τα πάσης φύσεως έξοδα κτηματολογίου, τα δικαστικά έξοδα, τα έξοδα της εκτέλεσης γενικά… κλπ.».

Όμως από το προεκτεθέν περιεχόμενο του ως άνω συμβατικού όρου προκύπτει μεν ότι οι αιτούντες βαρύνονται με την καταβολή των εξόδων εξάλειψης των παραπάνω προσημειώσεων όπως είναι η σχετική αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου της καθ`ης, την οποία οι αιτούντες και δεν αρνήθηκαν να καταβάλουν, δεν προβλέπεται όμως η επιβάρυνσή τους με οποιοδήποτε ποσό για έξοδα διαβίβασης του φακέλου του δανείου στην νομική υπηρεσία της καθ`ης, προκειμένου να διεκπεραιωθεί η εξάλειψη των προσημειώσεων, διαδικασία που άλλωστε δεν πιθανολογήθηκε ότι μπορούσε να βαρύνει με έξοδα την τράπεζα και συνακόλουθα του αιτούντες αφού η κίνηση των ένδικων δανειακών συμβάσεων τηρείται και παρακολουθείται ηλεκτρονικά και περαιτέρω η καθ`ης είχε ήδη εκδώσει έγγραφα, από τα οποία προέκυτπε ότι το υπόλοιπο των οφειλών των αιτούντων από τις ως άνω συμβάσεις ήταν μηδενικό.

Ακόμη η καθ`ης με το έγγραφο σημείωμα που κατέθεσε ισχυρίζεται ότι ζήτησε από τους αιτούντες το ποσό των εκατό (100) ευρώ ήτοι ποσό πενήντα (50) ευρώ για κάθε δάνειο όχι προκειμένου να αποσταλεί ο σχετικός φάκελος στη νομική υπηρεσία της αλλά για την κάλυψη των εξόδων έκδοσης και χορήγησης στους αιτούντες αντιγράφων των αποφάσεων με τις οποίες εγγράφηκαν οι πιο πάνω προσημειώσεις, καθώς και όλων των σχετικών πιστοποιητικών με τις περιλήψεις εγγραφής των προσημειώσεων μαζί με επιστολή – βεβαίωση της τράπεζας προς κάθε αρμόδιο δικαστήριο περί εξοφλήσεως των οφειλών από τα δάνεια αυτά, προκειμένου με τα αντίγραφα αυτά ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αιτούντων να μπορέσει να προχωρήσει στη σύνταξη της σχετικής αίτησης προς το δικαστήριο.Ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται πειστικός διότι η βασιμότητά του δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό μέσο και αναιρείται από την ρητή και σαφή κατάθεση του πρώτου αιτούντος, ο οποίος εξεταζόμενος ανωμοτί ενώπιον αυτού του δικαστηρίου κατέθεσε ότι το ποσό των εκατό (100) ευρώ ζητήθηκε από την καθ`ης προκειμένου να αποσταλούν τα χαρτιά στην νομική της υπηρεσία, τα οποία άλλως δεν θα αποστέλλονταν.Εξάλλου από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν πιθανολογήθηκε ότι οι αιτούντες ζήτησαν από την καθ`ης τα ανωτέρω έγγραφα εκ των οποίων άλλωστε τα μεν αντίγραφα των αποφάσεων βάσει των οποίων εγγράφηκαν οι πιο πάνω προσημειώσεις και τα σχετικά πιστοποιητικά και περιλήψεις εγγραφής των προσημειώσεων, μπορούσαν ευχερώς (εφόσον δεν τα κατείχαν ήδη) να τα λάβουν από τις αρμόδιες υπηρεσίες (Πρωτοδικείο, Υποθηκοφυλακείο), τα δε έγγραφα της καθ`ης περί μηδενισμού των οφειλών τους τα κατείχαν ήδη.

Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι κατά το άρθρο 177 ΚΠολΔ. αν ο εναγόμενος δεν προκάλεσε με τη στάση του την άσκηση της αγωγής και αμέσως μετά την άσκηση της την αποδέχεται ή ομολογεί πλήρως τη βάση της, το δικαστήριο επιβάλλει τα έξοδα στον ενάγοντα. Η διάταξη αυτή προϋποθέτει ότι ο εναγόμενος (ή ο καθ`ου η αίτηση) προβαίνει αμέσως, δηλαδή ήδη κατά την πρώτη δικάσιμο σε αποδοχή ή ομολογία. Μόνη όμως η αποδοχή ή η ομολογία δεν αρκεί, αλλά πρέπει να συντρέχει και η άλλη προϋπόθεση δηλαδή ότι ήδη προ της ασκήσεως της αιτήσεως δεν είχε συμπεριφερθεί κατά τρόπο που να καθιστά αναγκαία τη δικαστική του δίωξη (ΕφΠατρ 7/2004 Δημοσίευση Νόμος).

Εν προκειμένω όμως, με βάση τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι αιτούντες προέβησαν στην κατάθεση της ένδικης αίτησης κατόπιν αρνήσεως της καθ`ης να συναινέσει στην εξάλειψη των προαναφερόμενων προσημειώσεων εάν δεν της καταβάλονταν, πέραν άλλων και το ως άνω ποσό των εκατό (100) ευρώ, συμπεριφορά η οποία καθιστούσε αναγκαία την άσκηση, εκ μέρους των αιτούντων, της υπό κρίση αίτησης.

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη, να ανακληθούν οι υπ` αριθμ. 25157/18.9.2001 και υπ` αριθμ. 25213/18.9.2001 αποφάσεις αυτού του Δικαστηρίου, που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, να διαταχθεί η εξάλειψη των ως άνω προσημειώσεων υποθήκης και να επιβληθούν σε βάρος της καθ`ης που ηττάται (άρθρ. 176 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα των αιτούντων κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση

ΑΝΑΚΑΛΕΙ α) την υπ`αριθμ. 25157/18.9.2001 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δυνάμει της οποίας η καθ`ης ενέγραψε προσημείωση υποθήκης ποσού είκοσι επτά εκατομμυρίων τετρακοσίων τριάντα χιλιάδων (27.430.000) δραχμών ή ογδόντα χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα οκτώ ευρώ και ενενήντα (80.498,90) λεπτών, επί του ακινήτου των αιτούντων, που περιγράφεται στο σκεπτικό της παρούσας και στην ανακαλουμένη απόφαση β) την υπ`αριθμ. 25213/18.9.2001 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δυνάμει της οποίας η καθ`ης ενέγραψε προσημείωση υποθήκης ποσού έντεκα εκατομμυρίων πεντακοσίων εβδομήντα χιλιάδων (11.570.000) δραχμών ή τριάντα τριών χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα τεσσάρων ευρώ και πενήντα ενός (33.954,51) λεπτού, επί του ακινήτου των αιτούντων, που περιγράφεται στο σκεπτικό της παρούσας και στην ανακαλουμένη απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εξάλειψη α) της προσημειώσεως υποθήκης, που εγγράφηκε στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης στις 24.9.2001 στον τόμο …. με αριθμό …., β) της προσημειώσεως υποθήκης, που εγγράφηκε στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης στις 24.9.2001 στον τόμο ….. …….

A ' Δημοσίευση Νόμος 

9

Οκτ

2016

ΣτΕ 2816/2015 : Η πολυπλοκότητα ορισμένων νομοθετικών ρυθμίσεων και οι εύλογες αμφιβολίες των διοικούμενων αποτελεί τελικά εμπόδιο στην παροχή της ίδιας της έννομης προστασίας .

Η συνεχής  αλλαγή της νομοθεσίας και το ασαφές  περιεχόμενο πολλών διατάξεων δεν είναι μόνο ,δυστυχώς , ένα γνωστό πρόβλημα .Αποτελεί ταυτόχρονα και εμπόδιο στην παροχή της ίδιας της έννομης προστασίας στους διοικούμενους. Στην απόφαση  του ΣτΕ με αριθμό 2816/2015 απορρίφθηκε η αγωγή ενός ζευγαριού που αιτούνταν ψυχική οδύνη από το θάνατο του παιδιού του ,μετά από έντεκα ολόκληρα χρόνια δικαστικών αγώνων, καθώς  θεωρήθηκε   ότι  εσφαλμένα είχε εναχθεί στη  δίκη το  Περιφερειακό Σύστημα Υγείας (ΠΕ.Σ.Υ)  αντί για  το Γενικό Νοσοκομείο Σητείας. Αιτία του προβλήματος οι ασαφείς διατάξεις του ν. 2889/2001 με τον οποίο δημιουργήθηκαν οι Υγειονομικές Περιφέρειες της ελληνικής επικράτειας .

Η αγωγή απορρίφθηκε παρά το γεγονός ότι δέχθηκε πως  με τις διατάξεις που εισήγαγε ο παραπάνω νόμος επήλθαν  νομοθετικές μεταβολές στη διοικητική οργάνωση των δημοσίων υπηρεσιών που δυσχέραιναν τον καθορισμό του προσώπου κατά του οποίου  θα έπρεπε να στραφεί ο πολίτης για την ικανοποίηση των αξιώσεων του.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει όμως η τοποθέτηση του Προέδρου και δύο συμβούλων: Αφού αναγνώρισαν το υπαρκτό πρόβλημα της πολυπλοκότητας των συγκεκριμένων ρυθμίσεων και των , εξ αιτίας  αυτής, εύλογων αμφιβολιών των διοικούμενων ως προς το ποιο πρόσωπο ήταν υπόχρεο για την αιτούμενη χρηματική αποζημίωση , υποστήριξαν ότι :Προκειμένου να διασφαλιστεί η ανάγκη πραγματικής αλλά και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των διοικούμενων κατά το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ ,αν και η κρίση του Εφετείου για την εφαρμογή των συγκεκριμένων διατάξεων  ήταν ορθή, και συνεπώς δεν νομιμοποιούνταν το ΠΕΣΥ αλλά το Γενικό Νοσοκομείο Σητείας , όφειλε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ότι οι διοικούμενοι είχαν στρέψει εσφαλμένως το δικόγραφο τους διότι είχαν σχηματίσει εσφαλμένη πεποίθηση  και να ερμηνεύσει το δικόγραφο ως στρεφόμενο κατά του Γενικού Νοσοκομείου .

Δυστυχώς, η εξαιρετική αυτή τοποθέτηση ανήκε στην μειοψηφία. 

Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης :

Αριθμός 2816/2015

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2015, με την εξής σύνθεση: Νικ. Σακελλαρίου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος, Σπ. Μαρκάτης, Τ. Κόμβου, Π. Μπραΐμη, Π. Χαμάκος, Σύμβουλοι, Στ. Κτιστάκη, Θ. Ζιάμου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Ραφαηλάκη, Γραμματέας του Α΄ Τμήματος.

 Για να δικάσει την από 5 Ιουλίου 2010 αίτηση:

των: 1) έως και 5) , οι οποίοι παρέστησαν με το δικηγόρο Βασίλειο Σπανουδάκη (Α.Μ. 404 Δ.Σ.  Ηρακλείου), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο,

κατά της Διοίκησης Υγειονομικής Περιφέρειας (Δ.Υ.Πε.) Κρήτης, πρώην Περιφερειακού Συστήματος  Υγείας (Πε.Σ.Υ.) Κρήτης, η οποία παρέστη με το δικηγόρο Μιχαήλ Σταματάκη (Α.Μ. 643 Δ.Σ.  Ηρακλείου), που τον διόρισε με πράξη του Διοικητή της.

Με την αίτηση αυτή οι αναιρεσείοντες επιδιώκουν να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 41/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Χανίων.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Στ. Κτιστάκη

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αναιρεσειόντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο της αναιρεσίβλητης Δ.Υ.Πε., ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου

 κ α ι

 Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α

 Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο  Ν ό μ ο

 1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο(2520034-7/2010 ειδικά έντυπα).

 2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 41/2010 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, με την οποία απερρίφθη έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 434/2005 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε απορριφθεί αγωγή των ιδίων με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί το Περιφερειακό Σύστημα Υγείας (Πε.Σ.Υ.) Κρήτης (ήδη Δ.Υ.Πε Κρήτης) να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που προκλήθηκε από το θάνατο του τέκνου των δύο πρώτων και εγγονής των λοιπών τριών εκ των αναιρεσιβλήτων, θάνατο ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς τους, επήλθε συνεπεία παρανόμων παραλείψεων οργάνου του Νοσοκομείου Σητείας, αποκεντρωμένης μονάδας, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 2889/2001, του Πε.Σ.Υ. Κρήτης.

 3. Επειδή, η υπόθεση αυτή παραπέμφθηκε στην επταμελή σύνθεση του Α` Τμήματος με την 2011/2014 απόφαση του ιδίου Τμήματος, υπό πενταμελή σύνθεση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 (8 Α΄).

 4. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (ΕισΝ.Α.Κ.) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος…», στο δε άρθρο 106 ορίζονται τα εξής: «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους».

 5. Επειδή, εξ άλλου, στο άρθρο 71 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), ορίζεται ότι: «1. Αγωγή μπορεί να ασκήσει εκείνος ο οποίος έχει κατά του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου χρηματική αξίωση από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου…», στο δε άρθρο 72 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι: «Η αγωγή ασκείται κατά του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, που είναι υπόχρεο προς ικανοποίηση της κατά την παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου αξίωσης».

 6. Επειδή, περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 1397/1983 «Εθνικό Σύστημα Υγείας» (Α΄ 143) ορίζεται ότι: «1. Νοσοκομεία ιδρύονται μόνον ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου…». Επακολούθησε ο ν. 2889/2001 (Α΄ 37/2.3.2001), με το άρθρο 1 του οποίου ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Η επικράτεια διαιρείται σε Υγειονομικές Περιφέρειες, οι οποίες ταυτίζονται με τις Διοικητικές. 2. Σε κάθε Υγειονομική Περιφέρεια της χώρας ιδρύεται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία “Περιφερειακό Σύστημα Υγείας”, που συμπληρώνεται από το όνομα της οικείας Περιφέρειας. Εδρα έχει την πόλη που εδρεύει η Διοικητική Περιφέρεια και εποπτεύεται και ελέγχεται από τον Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας… 3. Τα Πε.Σ.Υ. οργανώνονται, διοικούνται και στελεχώνονται κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. … 4. Ολες οι Νοσοκομειακές Μονάδες, καθώς και τα Κέντρα Υγείας με τα Περιφερειακά τους ιατρεία, που ανήκουν στο Ε.Σ.Υ. και βρίσκονται και λειτουργούν στη χωρική αρμοδιότητα κάθε ιδρυόμενου Πε.Σ.Υ., μετατρέπονται αυτοδικαίως, από τη δημοσίευση αυτού του νόμου, σε αποκεντρωμένες και ανεξάρτητεςυπηρεσιακές μονάδες του αντίστοιχου Πε.Σ.Υ., με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Οιαποκεντρωμένες μονάδες συνεχίζουν να έχουν την διοίκηση του προσωπικού τους και οι υπάλληλοι διατηρούν τους κλάδους και τις θέσεις τους. Στο Πε.Σ.Υ. περιέρχεται αυτοδικαίως, κατά κυριότητα, χωρίς την τήρηση οποιουδήποτε τύπου, πράξης ή συμβολαίου, το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας των μονάδων αυτών, οι οποίες εξακολουθούν να έχουν την αποκλειστική χρήση και διαχείριση των περιουσιακών τους στοιχείων, κατά τα οριζόμενα στις ειδικότερες διατάξεις του παρόντος νόμου… 5. (όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3204/2003, Α΄ 296). Ο διοικητής έχει τη νόμιμη εκπροσώπηση, δικαστική και εξώδικη, των ανωτέρω αποκεντρωμένων και αυτοτελών μονάδων των νοσοκομείων, για όλα τα θέματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα αυτού ή στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου Διοίκησης. 6. … 7. Όλες οι αρμοδιότητες των υφιστάμενων Διοικητικών Συμβουλίων και των Προέδρων των νοσοκομείων περιέρχονται στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Συμβουλίου κάθε αρμόδιου, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, Πε.Σ.Υ., εκτός από τις ειδικώς προβλεπόμενες στην παράγραφο 5 εδ. Β΄ του άρθρου 5 και στην παράγραφο 7 εδ. Α’ του ίδιου άρθρου αυτού του νόμου, οι οποίες περιέρχονται στο Συμβούλιο Διοίκησης και τον Διοικητή των νοσοκομείων, αντιστοίχως. Το Δ.Σ. του Πε.Σ.Υ. μπορεί, με αποφάσεις του, να μεταβιβάζει στο Διοικητή του νοσοκομείου ή στο Συμβούλιο Διοίκησης αυτού μέρος ή το σύνολο των αρμοδιοτήτων του…». Στο δε άρθρο 2 του ως άνω νόμου 2889/2001 ορίζονται τα εξής: «Όργανα Διοίκησης. 1. Όργανα διοίκησης του Πε.Σ.Υ. είναι α) Το Διοικητικό Συμβούλιο, β) Ο Πρόεδρος του Δ.Σ. του Πε.Σ.Υ., ο οποίος είναι και Γενικός Διευθυντής του Π.ε.Σ.Υ. … 3 . … 4. Το Δ.Σ. του Πε.Σ.Υ. έχει τις παρακάτω ειδικές αρμοδιότητες, πέραν των γενικών, που περιέρχονται σε αυτό με τη διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου: α) Συντονίζει, εξειδικεύει και ασκεί την πολιτική παροχής υπηρεσιών υγείας στην Περιφέρεια. β) Εκπονεί το επιχειρησιακό σχέδιο δράσης για την παροχή υπηρεσιών υγείας στην Περιφέρεια και το υποβάλλει για έγκριση στον Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας. γ) Εκπονεί και επικαιροποιεί τον Υγειονομικό Χάρτη της Περιφέρειάς του και εισηγείται τις ενέργειες εφαρμογής του. δ) Εισηγείται στον Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας, τη χωροταξική κατανομή των μονάδων υγείας. ε) Καταρτίζει και υποβάλλει για έγκριση στο Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, τους οργανισμούς των Νοσοκομείων και των Κέντρων Υγείας. στ) Εισηγείται στον Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας την ίδρυση νέων τμημάτων και μονάδων, τη μείωση ή τη συγχώνευση των τμημάτων των νοσοκομείων, τη μεταφορά τμημάτων του Ε.Σ.Υ. ή την εγκατάσταση ή μετεγκατάσταση Πανεπιστημιακών Κλινικών από νοσοκομείο σε άλλο νοσοκομείο. ζ) Αποφασίζει για την ανέγερση ή την επέκταση ή την αναδιάταξη των διαφόρων μονάδων του και τη μεταφορά του εξοπλισμού τους. η) Εισηγείται στο Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας το συνολικό ετήσιο προγραμματισμό των προσλήψεων της Κεντρικής Υπηρεσίας και των αποκεντρωμένων μονάδων του. θ) Αποφασίζει, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, για τις μετατάξεις, τις αποσπάσεις και τις μεταθέσεις του προσωπικού, πλην του ιατρικού, μεταξύ των μονάδων του. ι) Καταρτίζει τον ενιαίο προϋπολογισμό των μονάδων του. ια) Εγκρίνει και ελέγχει την εκτέλεση των προϋπολογισμών των μονάδων του και συντάσσει τον ενοποιημένο ισολογισμό και απολογισμό στο τέλος της χρήσης. ιβ) Παρακολουθεί την εφαρμογή του Ενιαίου Λογιστικού Σχεδίου στα Νοσοκομεία και τα Κέντρα Υγείας. ιγ) Εποπτεύει τις διαδικασίες προμηθειών των αποκεντρωμένων μονάδων του. ιδ) Αποφασίζει για την εισαγωγή μηχανοργάνωσης, τον εκσυγχρονισμό λειτουργικών συστημάτων και την τροφοδοσία βάσεων δεδομένων περιφερειακού ενδιαφέροντος. ιε) Συντάσσει Ετήσια Έκθεση Πεπραγμένων, την οποία υποβάλλει στον Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας. ιστ) Παρακολουθεί τη λειτουργία και αξιολογεί το παραγόμενο έργο των μονάδων παροχής υπηρεσιών υγείας, με βάση ποσοτικούς και ποιοτικούς δείκτες. ιζ) Εγκρίνει τα ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα έπειτα από εισήγηση των Επιστημονικών Συμβουλίων των νοσοκομείων, αποφασίζει για την οικονομική ενίσχυση και διοικητική υποστήριξη αυτών και παρακολουθεί την υλοποίησή τους, καθώς και την ανάπτυξη άλλων κοινών υποστηρικτικών λειτουργιών,… ιη) Αποφασίζει για τη σύσταση αυτοτελώς ή από κοινού με άλλα Πε.Σ.Υ., Ανωνύμων Εταιρειών, που το μετοχικό τους κεφάλαιο ανήκει κατά ποσοστό 100% στο Πε.Σ.Υ. ή στα Πε.Σ.Υ., και έχουν σκοπό τη μελέτη, κατασκευή ή συντήρηση κτιριακών υποδομών και του συναφούς εξοπλισμού μονάδων του, εξαιρουμένων των νοσηλευτικών και ιατρικών υπηρεσιών. ιθ. [όπως η περίπτωση αυτή αντικαταστάθηκε από την παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 3204/2003] Αποφασίζει, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 109 του Συντάγματος, για την αξιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων των Κέντρων Υγείας και των μονάδων κοινωνικής φροντίδας και εγκρίνει τη σκοπιμότητα των αποφάσεων των Συμβουλίων Διοίκησης των νοσοκομείων, που αφορούν την αξιοποίηση των περιουσιακών τους στοιχείων με αξία από 150.000 μέχρι 300.000 ευρώ. κα) Αποφασίζει για τα θέματα λειτουργικής διασύνδεσης των νοσοκομείων… κβ. … κγ. … κδ. … κε. …». Με το άρθρο 1 του ν. 3106/2003 (Α΄ 30), τα Περιφερειακά Συστήματα Υγείας (Πε.Σ.Υ.) μετονομάσθηκαν σε Περιφερειακά Συστήματα Υγείας και Πρόνοιας (Πε.Σ.Υ.Π.). Ακολούθως, με τον νόμο 3329/2005 «Εθνικό Σύστημα Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και λοιπές διατάξεις» (Α΄ 81/4.4.2005), αναμορφώθηκε συνολικά το οργανωτικό σχήμα του Ε.Σ.Υ. που είχε θεσπισθεί με το ν. 2889/2001, με την κατάργηση των Πε.Σ.Υ.Π. και την ίδρυση με το άρθρο 1 του νόμου αυτού επτά (7) Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), στην έδρα καθεμίας από τις οποίες συνεστήθη ν.π.δ.δ. με την επωνυμία: «Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας. ΔΥΠΕ». Στο δε άρθρο 7 του ιδίου νόμου, με τίτλο «Διοίκηση Νοσοκομείων του Εθνικού Συστήματος Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Ε.Σ.Υ.Κ.Α.)», ορίζεται ότι: «1. Τα Νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. που είχαν μετατραπεί σε αποκεντρωμένες μονάδες των Πε.Σ.Υ.Π. με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 2889/2001 μετατρέπονται σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), τα οποία υπόκεινται στον έλεγχο και την εποπτεία του Διοικητή της αντίστοιχης Υγειονομικής Περιφέρειας, διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου και έχουν δικό τους προϋπολογισμό, πρωτόκολλο, σφραγίδα, αρχείο και αριθμό φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ.)… 3. Οργανα διοίκησης των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. είναι: α) το Διοικητικό Συμβούλιο και β) ο Διοικητής του Νοσοκομείου. …». 7. Επειδή, από το  συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι το ιατρικό προσωπικό των νοσοκομείων  θεωρείται, όσον αφορά την υπηρεσία του στο νοσοκομείο, όργανο αυτού κατά την έννοια των  άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ.. Συνεπώς, από τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις ή υλικές  ενέργειες ή παραλείψεις υλικών ενεργειών του προσωπικού αυτού κατά την παροχή ιατρικών  υπηρεσιών μπορεί να θεμελιωθεί ευθύνη προς αποζημίωση του νοσοκομείου όπου λειτουργούν,  εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις που τάσσουν οι διατάξεις αυτές (πρβ. ΣτΕ  735/2010, 1219/2012).

 7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτουν τα  εξής: Οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 3.9.2004 αγωγή τους αιτήθηκαν την καταβολή από το  Περιφερειακό Σύστημα Υγείας Κρήτης (Πε.Σ.Υ. Κρήτης) χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής  οδύνης που προκλήθηκε σ’ αυτούς από το θάνατο του τέκνου των δύο πρώτων και εγγονής των  λοιπών τριών εκ των αναιρεσιβλήτων. Και τούτο διότι, κατά τους ισχυρισμούς τους, ο θάνατος  αυτός προήλθε από ολιγωρία του ιατρού …………………. , Διευθυντή του Μαιευτικού Τμήματος του  Γενικού Νοσοκομείου…, ως οργάνου αυτού και αποτελούντος αποκεντρωμένη και ανεξάρτητη  υπηρεσιακή μονάδα του προαναφερθέντος Πε.Σ.Υ., να υποβάλει την πρώτη εκ των αναιρεσειόντων  σε καισαρική τομή, λόγω μη έγκαιρης διαγνώσεως ακαμψίας της μήτρας. Συγκεκριμένα, στις  24.5.2004, κατόπιν αναβολής του τοκετού,γεννήθηκε το τέκνο των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτωνμε πρόβλημα υγείας και μεταφέρθηκε στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο Ηρακλείου, όπου απεβίωσε την  επομένη. Τα ευρήματα της νεκροψίας έδειξαν «περιγεννητική υποξαιμία» και ο θάνατος του  βρέφους αποδόθηκε σε παρατεταμένη υποξία-ανοξία κατά τον τοκετό, με αποτέλεσμα να  προκληθεί σ’ αυτό εγκεφαλικό οίδημα και νέκρωση του εγκεφάλου. Εν όψει τούτων, οι αναιρεσείοντες θεώρησαν ότι υπήρχε ευθύνη του ανωτέρω γιατρού για το θάνατο του βρέφους οφειλόμενη σε παράνομες πράξεις και παραλείψεις του και, κατ’ επέκταση, υποχρέωση του ως άνω Πε.Σ.Υ. Κρήτης (ΝΠΔΔ) να καταβάλει χρηματική ικανοποίηση, η οποία ανερχόταν για τον καθένα από τους δύο πρώτους εκ των αναιρεσιβλήτων στο ποσό των 600.000 ευρώ και για καθένα από τους λοιπούς τρεις αναιρεσιβλήτους στο ποσό των 150.000 ευρώ. Η αγωγή αυτή απερρίφθη λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως του ως άνω Ν.Π.Δ.Δ., καθόσον, σύμφωνα με την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στη δίκη αυτή δεν ενομιμοποιείτο παθητικώς το Πε.Σ.Υ. Κρήτης, αλλά το Γενικό Νοσοκομείο Σητείας, ως υπηρεσία απολαμβάνουσα διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, της οποίας όργανο ήταν ο ανωτέρω ιατρός. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση, ισχυριζόμενοι ότι έστρεψαν την αγωγή τους κατά του Πε.Σ.Υ. Κρήτης, διότι θεώρησαν ότι εκωλύοντο πλέον, εν όψει της διατυπώσεως των ως άνω διατάξεων και κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην έφεσή τους, να στραφούν όχι κατά του μη αποτελούντος πλέον Ν.Π.Δ.Δ. Νοσοκομείου Σητείας αλλά μόνον κατά του Πε.Σ.Υ. Κρήτης, στο οποίο περιήλθε η περιουσία του ως άνω Νοσοκομείου. Το δικάσαν εφετείο έλαβε υπ’ όψιν του ότι με τις εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις του ν. 2889/2001, η Επικράτεια διαιρέθηκε σε υγειονομικές περιφέρειες και σε κάθε μία από αυτές ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Πε.Σ.Υ.», για την αποτελεσματική οργάνωση και διοίκηση των μονάδων υγείας του Ε.Σ.Υ. που ανήκουν στην αρμοδιότητά τους. Περαιτέρω, έλαβε υπ’ όψιν ότι οι νοσοκομειακές μονάδες του Ε.Σ.Υ. που λειτουργούν στη χωρική αρμοδιότητα του αντίστοιχου Πε.Σ.Υ. μετατράπηκαν αυτοδικαίως σε αποκεντρωμένες και ανεξάρτητες υπηρεσιακές μονάδες, με διοικητική, όμως, και οικονομική αυτοτέλεια, ότι αυτές συνέχισαν να έχουν τη διοίκηση του προσωπικού τους και ότι, ναι μεν η περιουσία τους περιήλθε αυτοδικαίως στα Πε.Σ.Υ., εντούτοις η αποκλειστική χρήση και διαχείριση των περιουσιακών τους στοιχείων παρέμεινε σ’ αυτές, καθώς και η ικανότητα διεξαγωγής των δικών που τις αφορούν. Το δικάσαν εφετείο συνεκτίμησε ακόμη το γεγονός ότι ο ανωτέρω ιατρός ανήκει στο προσωπικό του Νοσοκομείου Σητείας και ότι, σε περίπτωση που οι αναιρεσείοντες εδικαιούντο να λάβουν την αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση θα υποχρεωνόταν να την καταβάλει το Νοσοκομείο, το οποίο έχει οικονομική αυτοτέλεια και διατήρησε τη διαχείριση της περιουσίας του, όργανο του οποίου ευθύνετο, κατά τους αναιρεσείοντες, και όχι το Πε.Σ.Υ. Κρήτης, στη χωρική μόνον αρμοδιότητα του οποίου ανήκει το ως άνω Νοσοκομείο. Εξ άλλου, σύμφωνα με την ίδια κρίση, ο ανωτέρω ιατρός δεν κατέστη όργανο του Πε.Σ.Υ. Με τις σκέψεις αυτές, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι το Πε.Σ.Υ. Κρήτης δεν ενομιμοποιείτο παθητικώς στη δίκη της αγωγής ούτε στη δίκη ενώπιον αυτού και απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων.

 8. Επειδή, η ως άνω κρίση του δικάσαντος Εφετείου ότι στην δίκη ενώπιόν του και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν ενομιμοποιείτο παθητικώς το Πε.Σ.Υ. Κρήτης, αλλά το Νοσοκομείο Σητείας, όργανο του οποίου ήταν ο προαναφερθείς γιατρός, είναι ορθή σύμφωνα με την σκέψη 7, οι δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω, νομοθετικές μεταβολές στην διοικητική οργάνωση των δημοσίων υπηρεσιών που με τις εισαγόμενες ρυθμίσεις τους δυσχεραίνουν τον καθορισμό του προσώπου κατά του οποίου πρέπει να στραφεί κατά το άρθρο 72 ΚΔΔ η αγωγή αποζημιώσεως δεν επιτρέπουν την μεταβολή από τον δικαστή της αγωγής αποζημιώσεως του δικογράφου της ως προς τον καθ’ου στρέφεται αυτή, είναι δε διάφορο ζήτημα αν η αποτυχία παροχής ένδικης προστασίας εξ αιτίας των μεταβολών αυτών και η, εξ αυτού του λόγου, πρόκληση ζημίας μπορεί να προκαλέσει ευθύνη του Δημοσίου υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 105 ΕΙΣΝΑΚ.

Μειοψήφησε ο Πρόεδρος του Τμήματος Ν. Σακελλαρίου και η Σύμβουλος Τ. Κόμβου, με τη γνώμη των οποίων προσχώρησε και η Πάρεδρος τ. Κτιστάκη, οι οποίοι διατύπωσαν την άποψη ότι οι ως άνω εν προκειμένω εφαρμοστέες διατάξεις (του ν. 2889/2001) – με τις οποίες, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σε αυτές, προβλέπεται μεταξύ άλλων ότι τα Νοσοκομεία μετατρέπονται αυτοδικαίως από Ν.Π.Δ.Δ. σε αποκεντρωμένες και ανεξάρτητες υπηρεσιακές μονάδες του αντιστοίχου Πε.Σ.Υ. με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, ότι το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας των Νοσοκομείων περιέρχεται αυτοδικαίως κατά κυριότητα και χωρίς την τήρηση οποιουδήποτε τύπου, πράξεως ή συμβολαίου στο οικείο Πε.Σ.Υ., καθώς και ότι τα Νοσοκομεία εξακολουθούν να διατηρούν την αποκλειστική χρήση και διαχείριση των περιουσιακών τους στοιχείων – είναι δυνατό, ως εκ της πολυπλοκότητας των εισαγομένων με αυτές ρυθμίσεων, να δημιουργήσουν εύλογες αμφιβολίες στους διοικουμένους ως προς το ποιό είναι, πράγματι, το υπόχρεο για τη χρηματική ικανοποίηση, από έννομο σχέση δημοσίου δικαίου, πρόσωπο και ειδικότερα, ως προς το εάν ενομιμοποιείτο παθητικώς εν προκειμένω το οικείο Νοσοκομείο ή το οικείο Πε.Σ.Υ. Εν όψει τούτου και προκειμένου να διασφαλισθεί η ανάγκη πραγματικής αλλά και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των διοικουμένων κατά το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (πρβλ. ΕΔΔΑ, απόφαση της 26.7.2011, .. …… κατά Ρουμανίας), κατά την μειοψηφούσα αυτή άποψη, ορθώς μεν το δικάσαν Εφετείο ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προεκτεθείσες διατάξεις του ν. 2889/2001 – ως είχαν προ της εκ νέου τροποποιήσεώς τους με τις διατάξεις του ν. 3329/2005 – κρίνοντας, κατά τα ήδη εκτεθέντα, ότι εν προκειμένω ενομιμοποιείτο παθητικώς το Νοσοκομείο Σητείας, με το οποίο ο προαναφερθείς ιατρός συνεδέετουπηρεσιακά και όχι το οικείο Πε.Σ.Υ., πλην όφειλε, λαμβανομένου υπόψιν ότι οι αναιρεσείοντες – όπως προκύπτει από τα νομίμως κατ’ αναίρεση ληπτέα υπόψιν διαδικαστικά έγγραφα – είχαν σχηματίσει την πεποίθηση ότι το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο δεν τους επέτρεπε να στραφούν κατά του Νοσοκομείου Σητείας αλλά μόνον κατά του οικείου Πε.Σ.Υ., να ερμηνεύσει το δικόγραφο της αγωγής τους ως στρεφόμενο κατά του νοσοκομείου Σητείας.

 9. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

 10. Επειδή, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι οι αναιρεσείοντες πρέπει να απαλλαγούν από τη δικαστική δαπάνη.

 Δ ι ά  τ α ύ τ α

 Απορρίπτει την αίτηση.

 Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου και

 Απαλλάσσει τους αιτούντες από τη δικαστική δαπάνη, κατά τα εις το αιτιολογικό.

 Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2015 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 10ης Ιουλίου 2015.

 

 Ο Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος                Η Γραμματέας του Α΄ Τμήματος

 

 Νικ. Σακελλαρίου                                            Β. Ραφαηλάκη

 

 

7

Σεπ

2016

ΣτεΕ1623/2016: Η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικούμενου και το δικαίωμα του Δημοσίου να παρατείνει χρονικά την παραγραφή των δικαιωμάτων του .

 

Αριθμός 1623/2016

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β'

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 11 Μαίου 2016, με την εξής σύνθεση: Ε. Σαρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β' Τμήματος, Ε. Νίκα, Σ. Βιτάλη, Κ. Νικολάου, Ιω. Σύμπλης, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Ιω. Δημητρακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ιω. Μητροτάσιος, Γραμματέας του Β' Τμήματος.

Για να δικάσει την από 25 Σεπτεμβρίου 2015 αίτηση: του …, κατοίκου Αθηνών (…), ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος (Α.Μ. …),

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Χρήστο Κοραντζάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθούν οι υπ' αριθμ. 677 και 3792/2015 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Κ. Λαζαράκη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αναιρεσείοντα ως δικηγόρο, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

 

Αφού  μελέτησε  τα  σχετικά  έγγραφα

Σκέφθηκε  κατά  τον  Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, η οποία εισάγεται στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος μετά την 888/2016 απόφαση της πενταμελούς συνθέσεως του, έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (4119193-7/2015 έντυπα παραβόλου Α' σειράς). 

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 3792/2015 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε, μετά την 677/2015 εν μέρει οριστική και εν μέρει προδικαστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, μεταρρυθμίσθηκε, κατά. μερική αποδοχή προσφυγής του ήδη αναιρεσείοντος, η 482/17-12-2013 απόφαση της Επιτροπής Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών του άρθρου 70 Α του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε., ν. 2238/1994, Α' 151), με την οποία είχε απορριφθεί η 29094/30-7-2013 ενδικοφανής προσφυγή του (της παρ. 6. του άρθρου 70 Α Κ.Φ.Ε.) κατά της 459/15-7-2013 πράξης του Προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Δ' Αθηνών περί επιβολής σε βάρος του προστίμου 942.136,80 ευρώ για παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων κατά τη διαχειριστική περίοδο 1999. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το πρόστιμο περιορίσθηκε σε 375.329,08 ευρώ.

3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση, καθ' ο μέρος στρέφεται αυτοτελώς κατά της 677/2015 εν μέρει οριστικής και εν μέρει προδικαστικής απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α' 8), οι προδικαστικές αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων δεν υπόκεινται σε αίτηση αναιρέσεως ούτε κατά τις οριστικές διατάξεις τους. Οι αποφάσεις αυτές θεωρούνται ότι συμπροσβάλλονται με τις οριστικές αποφάσεις (ΣτΕ 1860/1999, 1866/2008, 1079/2009, 2175/2012,2764/2014).

4. Επειδή, με την απόφαση 677/2015 απορρίφθηκε ο περί παραγραφής κύριος λόγος της προσφυγής, με τη δε προσβαλλόμενη απόφαση μειώθηκε το πρόστιμο κατά ποσό που είχε εισαχθεί από τον αναιρεσείοντα στην ημεδαπή και φορολογηθεί με βάση τις διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 3259/2004. Ενόψει της απορρίψεως του λόγου της προσφυγής περί μη νόμιμης επιβολής του προστίμου λόγω παραγραφής, τυχόν αποδοχή του οποίου θα οδηγούσε στην εξ ολοκλήρου ακύρωση της πράξεως επιβολής του προστίμου και αδυναμία του Δημοσίου να επιβάλει πρόστιμο για την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα ένδικη παράβαση με έννομο συμφέρον, κατ' άρθρο 53 παο. 1 του π.δ. 18/1989, ζητεί ο αναιρεσείων την αναίρεση της προσβαλλομένης και κατά το μέρος που δέχθηκε την προσφυγή του και περιόρισε το ένδικο πρόστιμο, κατά του οποίου (μέρους), άλλωστε, έχει ασκήσει αίτηση αναιρέσεως το Δημόσιο (με αριθ. πρωτ. 2821/2015, συζητηθείσα κατά την αυτή με την ήδη κρινόμενη αίτηση δικάσιμο).

5. Επειδή, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α' 213), αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης ' αναιρέσεως όταν» το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ […] Προκειμένου για διαφορές από ασφαλιστικές εισφορές, φόρους, δασμούς, τέλη και συναφή δικαιώματα, πρόστιμα και λοιπές κυρώσεις, ως ποσό της διαφοράς νοείται το ποσό εισφοράς, φόρου κ.λπ., χωρίς προσαυξήσεις και πρόσθετους φόρους που αμφισβητείται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας […]». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, για το παραδεκτό αιτήσεως αναιρέσεως απαιτείται σωρευτικώς η συνδρομή των προϋποθέσεων τόσο της παρ. 3 του, κατά τα ως άνω, τροποποιηθέντος άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989 όσο και του προβλεπομένου στην παρ. 4 του εν λόγω άρθρου ελάχιστου ποσού της διαφοράς. Ειδικότερα, επί διαφοράς της οποίας το αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των 40.000 ευρώ, η αίτηση αναιρέσεως ασκείται παραδεκτώς μόνον όταν προβάλλεται από. τον διάδικο, με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς πΰυ περιέχονται .στο εισαγωγικό δικόγραφο, είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, ήτοι επί ζητήματος ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγόμενης διαφοράς, είτε ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της οικείας υπόθεσης, έρχεται σε αντίθεση προς παγιωμένη ή πάντως μη ανατραπείσα νομολογία επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητας για τη διάγνωση των σχετικών υποθέσεων, ενός τουλάχιστον εκ των τριών ανώτατων δικαστηρίων (ΣτΕ, ΑΠ, ΕλΣ) ή του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου ή, ελλείψει αυτής, προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, το δε υπ' αυτών κριθέν νομικό ζήτημα πρέπει να ήταν ουσιώδες για την επίλυση των ενώπιον των δικαστηρίων εκείνων αχθεισών διαφορών (ΣτΕ 4163/2012 7μ., 797/2013 7μ., 2598/2015 7μ., 1494, 2977/2015, 212, 297/2016 κ.ά.).

6. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση άγεται ενώπιον του Δικαστηρίου διαφορά, της οποίας το ύψος υπερβαίνει το όριο των 40.000 ευρώ (βλ. σκέψη 2). Προβάλλεται δε ότι έσφαλε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που έκρινε ότι είναι δυνατή, κατ' άρθρο 34 παρ. 4 του Κ.Β.Σ. και 9 παρ. 5 του ν. 2523/1997, η ανάλογη εφαρμογή, επί επιβολής προστίμων για παραβάσεις του Κ.Β.Σ., της διάταξης του άρθρου 84 παρ. 4 περ. β σε συνδυασμό προς αυτήν του άρθρου 68 παρ. 2 του Κ.Φ.Ε., όπως οι εν λόγω διατάξεις ίσχυαν πριν από τον ν. 3522/2006 και προέβλεπαν δεκαετή παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου προς επιβολή φόρου εισοδήματος με συμπληρωματικό φύλλο ελέγχου (σε περίπτωση περιέλευσης  σε  γνώση  της  φορολογικής αρχής συμπληρωματικών στοιχείων αναφορικά με εισόδημα του φορολογουμένου που υπερβαίνει το περιληφθέν σε  προηγούμενο φύλλο ελέγχου),  αφού προϋποθέτουν οριστικότητα της φορολογικής εγγραφής και διενέργεια συμπληρωματικής, η οποία, δεν. προβλέπεται στον: Κ.Β.Σ.. Επί του ζητήματος δε αυτού, επ του οποίου δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (η μνημονευόμενη  κατωτέρω, στη σκέψη 9 της παρούσης αποφάσεως νομολογία έκρινε επί του ζητήματος του – εντός των χρονικών πλαισίων της παραγραφής – επανελέγχου  βιβλίων και στοιχείων και της επιβολής προστίμου για παραβάσεις Κ.Φ.Σ. ή Κ.Β.Σ. άλλες από διαπιστωθείσες σε προηγούμενο έλεγχο της ίδιας χρήσης), προβάλλεται ότι υφίσταται αντίθετη κρίση της προσκομισθείσας, κατά την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου της κρινόμενης αίτησης, 684/2015 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Πράγματι, με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε (σε πρώτο και τελευταίο βαθμό κατά το άρθρ. 6 παρ. 2 περ. β' εδ. β' του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας) αναφορικά με τη νομιμότητα επιβολής, κατά το έτος'2013, προστίμου 376.854,74 ευρώ για παραβάσεις του Κ.Β.Σ. κατά τη διαχειριστική περίοδο 1999, ότι δεν είναι δυνατή η κατ' άρθρο 9 παρ. 5 του ν. 2523/1997 ανάλογη εφαρμογή της περ. β της παρ. 4 του άρθρου 84 σε συνδυασμό προς το άρθρο 68 παρ. 2 περ. α του Κ.Φ.Ε., για τον λόγο ότι οι διατάξεις αυτές προϋποθέτουν οριστική φορολογική εγγραφή και διενέργεια  συμπληρωματικής  που  δεν  προβλέπονται  στον   Κ.Β.Σ.. Συνεπώς, ο παραπάνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος είναι βάσιμος και ο λόγος αναιρέσεως προβάλλεται παραδεκτώς. Περαιτέρω προβάλλεται ότι έσφαλε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση που δέχθηκε ότι η ανωτέρω δεκαετής προθεσμία παραγραφής παρατάθηκε διαδοχικώς με τα άρθρα 12 του ν. 3888/2010, 18 του ν. 4002/2011 και δεύτερο του ν. 4098/2012, καθόσον οι διατάξεις αυτές αφορούν σε παρατάσεις της προθεσμίας παραγραφής (και μάλιστα της πενταετούς) που εκάστοτε αντιστοιχούσε σε μία χρήση και έληγε το πρώτον κατά τις οριζόμενες με αυτές ημερομηνίες. Τούτο, δε, διότι, όπου ο νομοθέτης θέλησε να παρατείνει όχι μόνον τις το πρώτον αλλά και τις κατά παράταση λήγουσες προθεσμίες παραγραφής, το διέλαβε ρητώς, αντίθετη δε ερμηνεία, όπως αυτή που υιοθέτησε το διοικητικό εφετείο, αντιβαίνει στις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης που επιβάλλουν τη σαφή διατύπωση, των κανόνων δικαίου. Επί του ζητήματος αυτού προβάλλεται ότι δεν υφίσταται νομολογία. Ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος και ο λόγος αναιρέσεως προβάλλεται παραδεκτώς.

7. Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 13 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ., π.δ. 186/1992, Α' 84), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, θεσπίζεται υποχρέωση, μεταξύ άλλων, των ελεύθερων επαγγελματιών όπως οι δικηγόροι, προς έκδοση απόδειξης παροχής υπηρεσιών για κάθε παροχή υπηρεσιών προς το κοινό. Περαιτέρω, στην παρ. 4 του άρθρου 34 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι «Για την διοικητική επίλυση της διαφοράς και τη διαδικασία βεβαίωσης και καταβολής του προστίμου [για παραβάσεις των διατάξεων του Κώδικα] εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του ν.δ. 3323/1955, όπως ισχύουν κάθε φορά. […] Οι περί παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου προς ενέργεια αρχικής ή συμπληρωματικής φορολογικής εγγραφής στη φορολογία εισοδήματος διατάξεις, όπως ισχύουν κάθε φορά, εφαρμόζονται αναλόγως και για την επιβολή του προστίμου του άρθρου αυτού. Η προθεσμία αρχίζει από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου που έπεται εκείνης, στην οποία αφορά η παράβαση.». Εξάλλου, στο άρθρο 5 του ν. 2523/1997 «Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις» (Α' 179/11-9-1997) προβλέπεται, υπό τις εκεί διακρίσεις, επιβολή προστίμου για παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Β.Σ., στο δε άρθρο 9 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «1. […] 4. […] [Για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς, βεβαίωση και καταβολή των προστίμων που προβλέπονται από το άρθρο 5, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του ν. 2238/1994. Για τα πρόστιμα που δεν συνδέονται με αντίστοιχη φορολογία, ως κύρια φορολογία νοείται η φορολογία εισοδήματος. 5. Οι διατάξεις περί παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για την ενέργεια αρχικής ή συμπληρωματικής φορολογικής εγγραφής στην κύρια,   φορολογία εφαρμόζονται ανάλογα και για την επιβολή των προστίμων. Η προθεσμία αρχίζει από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου που έπεται εκείνης, στην οποία αφορά η παράβαση. Στα πρόστιμα του Κ.Β.Σ. ως και σε άλλα πρόστιμα που δεν συνδέονται με αντίστοιχη φορολογία, ως κύρια φορολογία νοείται η φορολογία εισοδήματος». Στην παρ. 1 του άρθρου 25 του ανωτέρω νόμου ορίζονται τα εξής: «Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος νόμου καταργείται κάθε άλλη διάταξη που προβλέπει την επιβολή […] προστίμων καθώς και διοικητικών και ποινικών κυρώσεων για παράβαση της φορολογικής εν γένει νομοθεσίας: Όπου στην κείμενη νομοθεσία προβλέπεται η επιβολή […] προστίμων και διοικητικών κυρώσεων νοούνται οι διατάξεις του παρόντος νόμου […]». Τέλος, κατά την παρ. 3 του άρθρου 38 του ίδιου νόμου «Οι διατάξεις των άρθρων 4 […] έως και 9 εφαρμόζονται για παραβάσεις που διαπράττονται από τη δημοσίευση του παρόντος και μετά», κατά δε την παρ. 6 του ίδιου άρθρου «Όλες οι λοιπές διατάξεις του παρόντος νόμου ισχύουν από τη δημοσίευση του […]».

8. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 68 του Κ.Φ.Ε. «1. Με βάση τα αποτελέσματα του ελέγχου ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας εκδίδει φύλλα ελέγχου προσδιορισμού του φόρου [….] 2. Φύλλο ελέγχου και αν ακόμη έγινε οριστικό, δεν αποκλείει την έκδοση και κοινοποίηση συμπληρωματικού φύλλου ελέγχου, αν: α) από συμπληρωματικά στοιχεία, που περιήλθαν με οποιονδήποτε τρόπο σε γνώση του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας εξακριβώνεται ότι το εισόδημα του φορολογουμένου υπερβαίνει αυτό που έχει περιληφθεί στο προηγούμενο φύλλο ελέγχου […] Στις πιο πάνω περιπτώσεις το νέο φύλλο ελέγχου εκδίδεται για το άθροισμα του εισοδήματος που προκύπτει από το προηγούμενο φύλλο ελέγχου, καθώς και αυτού που εξακριβώθηκε με βάση τα πιο πάνω στοιχεία […]» [η ρύθμιση της εν λόγω περ. α επαναλήφθηκε (με την απάλειψη της φράσης «με οποιονδήποτε τρόπο») με την παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 3522/2006 (Α' – 276/22-12-2006), που ισχύει, σύμφωνο με την περ. ζ του άρθρου 39 του ίδιου νόμου, για τα φύλλα ελέγχου που εκδίδονται από τη δημοσίευση του και μετά]. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 84 του Κ.Φ.Ε. «1. Η κοινοποίηση φύλλου ελέγχου […] δεν μπορεί να γίνει μετά την πάροδο πενταετίας από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία για την επίδοση της δήλωσης. Το δικαίωμα του Δημοσίου για επιβολή του φόρου παραγράφεται μετά την πάροδο της πενταετίας. 2. […] 4. Το δικαίωμα του Δημοσίου για την ενέργεια αρχικής ή συμπληρωματικής φορολογικής εγγραφής και την επιβολή φόρων, πρόσθετων φόρων, για φορολογικές παραβάσεις, παραγράφεται μετά την πάροδο δεκαετίας, εφόσον η μη ενάσκηση του, έστω και κατά ένα μέρος, οφείλεται: α) […] β) Σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 68. Όταν τα συμπληρωματικά στοιχεία περιέρχονται στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας το τελευταίο έτος της παραγραφής, ο χρόνος αυτής παρατείνεται για ένα ακόμη ημερολογιακό έτος. 5. […]». Με την παρ. 6 του άρθρου 13 του ν. 3522/2006 που ισχύει, σύμφωνα με την περ. ιγ του άρθρου 39, από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η περ. β της παραγράφου 4 του άρθρου 84 του Κ.Φ.Ε. αντικαταστάθηκε ως εξής «β) Σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 68, ανεξάρτητα από το εάν έχει εκδοθεί και κοινοποιηθεί ή όχι, αρχικό φύλλο ελέγχου».

9. Επειδή, από τον συνδυασμό των προπαρατεθεισών διατάξεων συνάγεται ότι δεν εμποδίζεται η φορολογική αρχή, έχοντας διενεργήσει στο παρελθόν έλεγχο στα βιβλία και στοιχεία του επιτηδευματία για ορισμένη χρήση (και έχοντας ακόμη εκδώσει και πράξη επιβολής προστίμου για παραβάσεις που διαπιστώθηκαν κατά τη χρήση αυτή), να επανέλθει και ανεξάρτητα από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής στις προβλεπόμενες φορολογίες, να διενεργήσει επαναληπτικό έλεγχο των βιβλίων και στοιχείων για την ίδια χρήση και, ακολούθως, να εκδώσει (και άλλη) πράξη επιβολής προστίμου για άλλες παραβάσεις που τυχόν διαπιστώνονται κατά τον έλεγχο αυτό, ενεργώντας μέσα στα χρονικά πλαίσια της πενταετούς παραγραφής του δικαιώματος της (πρβλ. ΣΕ 5133/1995 7μ., 6142/1996, 4264-5/2001, 3965/2012). Περαιτέρω, η διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 9 του ν. 2523/1997 (όπως, άλλωστε, και οι προϊσχύσασες της παρ. 4 του άρθρου 34 του Κ.Β.Σ. αλλά και της παρ. 3 του άρθρου 47 του Κ.Φ.Σ.), θεσπίζοντας ανάλογη εφαρμογή των περί παραγραφής διατάξεων που ισχύουν στη φορολογία εισοδήματος και επί επιβολής προστίμων για παραβάσεις του Κ.Β.Σ., έχει την έννοια, κατά το μέρος που παραπέμπει στις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου προς ενέργεια συμπληρωματικής εγγραφής στη φορολογία εισοδήματος, ότι δύναται η φορολογική αρχή να εκδώσει πράξη επιβολής προστίμου για παραβάσεις του Κ.Β.Σ., που διαπιστώνονται από συμπληρωματικά στοιχεία που περιήλθαν σε γνώση της μετά την πάροδο πενταετίας από το τέλος της διαχειριστικής περιόδου που έπεται εκείνης, στην οποία αφορά η παράβαση, ανεξαρτήτως αν πραγματοποιήθηκε σχετική εγγραφή, αρχική ή συμπληρωματική, στη φορολογία εισοδήματος ή αν η εγγραφή αυτή οριστικοποιήθηκε ή όχι, αρκεί η πράξη επιβολής προστίμου να εκδοθεί και κοινοποιηθεί εντός της προβλεπομένης από το άρθρο 84 παρ. 4 του Κ.Φ.Ε. δεκαετούς προθεσμίας από το τέλος της ανωτέρω διαχειριστικής περιόδου.

10. Επειδή, η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α του Συντάγματος (πρβλ. ΑΕΔ 14/2013, ΣτΕ 2034/2011 Ολομ., 4731/2014, 640/2015 κ.ά.) και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικούμενου (ΣτΕ 2034/2011 Ολομ., 1508/2002, 3777/2008, 4731/2014, 640/2015 κ.ά.), επιβάλλει, ιδίως, τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των διατάξεων (πρβλ. ΣτΕ 2811/2012 7μ., 144, 1976/2015. με τις εκεί παραπομπές σε νομολογία ΔΕΕ και ΕΔΔΑ) και πρέπει να τηρείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα, όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις στους ενδιαφερόμενους, (πρβλ. ΣτΕ 144, 1976/2015). Ειδικότερα, η ως άνω θεμελιώδης αρχή απαιτεί η κατάσταση του φορολογουμένου, όσον αφορά την εκ μέρους του τήρηση των κανόνων της φορολογικής νομοθεσίας, να μην μπορεί να τίθεται επ' αόριστον εν αμφιβάλω.

Συνακόλουθα, για τον καταλογισμό παραβάσεων των κανόνων της φορολογικής νομοθεσίας και, περαιτέρω, για την επιβολή στον παραβάτη σχετικών κυρώσεων, όπως τα πρόστιμα για παραβάσεις των διατάξεων του  Κ.Β.Σ., απαιτείται να  εφαρμόζεται προθεσμία παραγραφής,  η οποία,  προκειμένου  να εκπληρώνει  τη συνιστάμενη στη διασφάλιση της ως άνω αρχής λειτουργία της, πρέπει να ορίζεται εκ των προτέρων και να είναι επαρκώς προβλέψιμη από τον ενδιαφερόμενο, δύναται, δε, κατ' εξαίρεση – υπό τον όρο της συνδρομής ειδικώς τεκμηριωμένων περιστάσεων -, η οποία είναι στενώς ερμηνευτέα, να παραταθεί. Η παραγραφή αυτή πρέπει επίσης, να έχει, συνολικά, εύλογη διάρκεια, δηλαδή να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας, ώστε, αφενός, να επιτρέπει τον αποτελεσματικό έλεγχο της εκ μέρους των φορολογουμένων τήρησης των φορολογικών τους υποχρεώσεων, χωρίς όμως να ενθαρρύνει απραξία των φορολογικών αρχών, και αφετέρου να μην αφήνει τους μεν φορολογουμένους έκθετους σε μακρά περίοδο ανασφάλειας δικαίου -που αποτελεί παράγοντα αποτρεπτικό για την ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων με δυσμενείς επιπτώσεις στην ανάπτυξη, γενικότερα, και της εθνικής οικονομίας- και στον κίνδυνο να μην είναι πλέον σε θέση, μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από το γεγονός που γεννά τη φορολογική  υποχρέωση και την κτήση του διαφυγόντος τη φορολογία περιουσιακού οφέλους, να αμυνθούν προσηκόντως έναντι σχετικού ελέγχου, το δε Δημόσιο έκθετο στον κίνδυνο αδυναμίας είσπραξης τυχόν βεβαιουμένων ποσών προστίμων (πρβλ. ΣτΕ 1976/2015 με τις εκεί παραπομπές στη νομολογία ΔΕΕ και ΕΔΔΑ).

11. Επειδή, εξάλλου, με την παρ. 7 του άρθρου 12 του ν. 3888/2010 (Α' 175/30-9-2010) ορίσθηκε ότι «Η προθεσμία παραγραφής που λήγει στις 31.12.2010 ημερομηνία μετά την οποία παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλων ελέγχου ή πράξεων επιβολής φόρων, τελών και εισφορών, παρατείνεται μέχρι 31.12.2011.». Όπως δε αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, «παρατείνεται μέχρι 31.12.2011 η προθεσμία μετά την οποία παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου για κοινοποίηση των φύλλων ελέγχου ή των πράξεων επιβολής φόρων, εισφορών ή τελών». Ακολούθως, με την παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 4002/2011 (Α' 180/22-8-2011) ορίσθηκε ότι «Η προθεσμία παραγραφής που λήγει στις 31.12.2011, ημερομηνία μετά την οποία παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλων ελέγχου ή πράξεων επιβολής φόρων, τελών και εισφορών, παρατείνεται μέχρι 31.12.2012». Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, προβλέφθηκε «η παράταση της προθεσμίας παραγραφής που λήγει στις 31.12.2011 μέχρι 31.12.2012, λόγω του  μεγάλου αριθμού παραγραφόμενωνι υποθέσεων. Η […] παράταση του χρόνου παραγραφής κρίνεται αναγκαία λόγω   αντικειμενικής δυσχέρειας ελέγχου των υποθέσεων των παραγραφόμενων χρήσεων μέχρι 31.12.2011, εξαιτίας και της ενασχόλησης των Δ.Ο.Υ. και των ελεγκτικών κέντρων κυρίως με τη διενέργεια προσωρινών ελέγχων (Φ.Π.Α. κ.λπ.) στο  πλαίσιο  της εντατικοποίησης των προσωρινών και προληπτικών ελέγχων, αλλά και των διασταυρώσεων που βρίσκονται σε εξέλιξη». Τέλος, με την παρ. 1 του δεύτερου άρθρου του ν. 4098/2012 (Α' 249/20-12-2012) ορίσθηκε ότι «Η προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για την κοινοποίηση φύλλων ελέγχου ή πράξεων επιβολής φόρων, τελών ή εισφορών που λήγει στις 31.12.2012, παρατείνεται μέχρι 31.12.2013». Σύμφωνα με την   αιτιολογική έκθεση της εν λόγω ρύθμισης «[Παρατείνεται ο χρόνος παραγραφής για την πραγματοποίηση ελέγχων και την κοινοποίηση των οικείων πράξεων της φορολογικής αρχής σε, πάσης φύσεως εκκρεμείς υποθέσεις, νομικών και φυσικών προσώπων, για όλες τις φορολογίες. Η παράταση αυτή κρίνεται αναγκαία λόγω αντικειμενικής δυσχέρειας ελέγχου των υποθέσεων των παραγραφόμενων χρήσεων μέχρι τις 31.12.2012 η οποία οφείλεται: 1. Στην οργανωτική αναδιάρθρωση των Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών το μεγαλύτερο μέρος της οποίας πραγματοποιήθηκε εντός του έτους 2012, και συνίσταται στην ενοποίηση Τμημάτων Ελέγχου και Δικαστικού, στις συνενώσεις Δ.Ο.Υ., στην αναστολή λειτουργίας δικαστικών τμημάτων και τμημάτων Ελέγχου και στη μεταφορά αρμοδιοτήτων τους σε άλλες Δ.Ο.Υ.. 2. Στην τεράστια έλλειψη προσωπικού που προκάλεσε η εφαρμογή του ν. 4024/2011 (εφεδρεία κ.λπ.) στη λειτουργία των υπηρεσιών. 3. Στη μη πλήρη μέχρι σήμερα επιχειρησιακή λειτουργία και εφαρμογή του συστήματος ΕΙΕΝΧΙ3».

12. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής, κατ' εκτίμηση των στοιχείων του φακέλου, μεταξύ των οποίων η από 9-7-2013 έκθεση ελέγχου του ΣΔΟΕ: «Με την ΟΙΚ.ΜΑ.ΠΕ 333/6-11-2012 παραγγελία του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ανατέθηκε στο ΣΔΟΕ […] η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης σε βάρος του ήδη [αναιρεσείοντος] για τη διακρίβωση ενδεχόμενης διάπραξης εκ μέρους του οικονομικής φύσεως εγκλημάτων βάσει των πληροφοριών των περιεχόμενων στην 925/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία είχε διαβιβασθεί στην Υπηρεσία και με τα πληροφοριακά δελτία ΠΔ 754/2011 […] και ΠΔ 755/2011 […] μαζί με την από 4-12-2003 προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή της … εναντίον του. Σύμφωνα με το εκτεθέν στη δικαστική απόφαση ιστορικό [όπως αυτό παρατίθεται στην έκθεση ελέγχου] στις 8-4-1995 απεβίωσε στη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ ο εφοπλιστής …, ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη μητέρα του και τα αδέλφια του … και …. Λόγω διαφωνιών, που ανέκυψαν μεταξύ των κληρονόμων ως προς τη διαχείριση της κληρονομιάς και κατόπιν των εξώδικων που απέστειλε η … στον αδελφότης για να της μεταβιβάσει τα αναλογούντα σε αυτή περιουσιακά στοιχεία, ο αδελφός της … απευθύνθηκε στους δικηγόρους … και τον [αναιρεσείοντα], οι οποίοι συνεπικουρούμενοι από τον συνάδελφο τους … ανέλαβαν τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς. Στα πλαίσια αυτής εκπονήθηκε από τον … [κατά την προφορική  δήλωση του  [αναιρεσείοντος] στην …] σχετικό συμφωνητικό, επί του οποίου όμως εξέφρασε αντιρρήσεις ο … με συνέπεια την επαναφορά της αντιδικίας […] εκπροσωπουμένων […] του … από το δικηγορικό γραφείο … και της … από τους δικηγόρους … και τον [αναιρεσείοντα]. Μετά την κατάθεση από την … αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων για  τον  διορισμό  διαχειριστή της  κληρονομιάς  και  την παράδοση καταλόγου από τον αδελφό της για τα στοιχεία της κληρονομιάς επιτεύχθηκε εξωδικαστικός συμβιβασμός και υπογράφηκε σχετικώς το από 30-3-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό». Προηγουμένως, στις 26-3-1999 σε συνάντηση της … με τους ανωτέρω δικηγόρους της στο γραφείο του [αναιρεσείοντος] συζητήθηκε, ενόψει της συμβιβαστικής λύσης της διαφοράς, το ύψος της αμοιβής τους, το οποίο πρότεινε ο [αναιρεσείων] και αποδέχθηκε η … με την υπογραφή επιστολής, που της παραδόθηκε προς τούτο, να ορισθεί στα 3.000.000$, ήτοι 1.000.000$ για τον καθένα. Στις 26-4-1999 και αφού είχε προηγηθεί η διανομή και παράδοση στην … του 50% των μετοχών των εταιρειών της κληρονομιάς καθώς και επικοινωνία του [αναιρεσείοντος] μαζί της για να καταβάλει μέρος της αμοιβής, κατατέθηκαν από αυτή και καθ' υπόδειξη του, 2.000.000$ σε πέντε τραπεζικούς λογαριασμούς, που ανήκαν οι τρεις από αυτούς στον [αναιρεσείοντα] και οι υπόλοιποι στους δύο συνεργάτες του, ήτοι κατατέθηκαν σύμφωνα με τον πίνακα, που παραθέτει ως αναγραφόμενο και στην απόφαση του Αρείου Πάγου όπως και στην 9721/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η έκθεση ελέγχου, α] ποσό 1.500.000$ στον … λογαριασμό της … ΒΑΝΚ – κατάστημα …, β] 50.000$ στον λογαριασμό … της ΒΑΝΚ …  – κατάστημα Λευκωσίας και γ] 50.000$ στον λογαριασμό … της ίδιας Τράπεζας και καταστήματος, που ανήκαν στον [αναιρεσείοντα], δ] ποσό 200.000$ στον λογαριασμό … της Τράπεζας ΒΑΝΚ …- κατάστημα Λευκωσίας του … και ε] 200.000$ στον λογαριασμό … της Τράπεζας ΒΑΝΚ …- κατάστημα … του …. Ακολούθησε η σύναψη στις 12-10-1999 και δεύτερου συμφωνητικού διανομής των πλοίων της κληρονομιάς ενώ στις 8-11-1999 και αφού είχαν προηγηθεί στις αρχές Νοεμβρίου τα παράπονα των δικηγόρων … και … προς την … περί αθετήσεως εκ μέρους της, της συμφωνίας τους ως προς την αμοιβή τους, πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ αυτής και των τριών δικηγόρων, όπου, κατά τους ισχυρισμούς της, ο [αναιρεσείων] παραδέχθηκε ότι δεν είχε παραδώσει στους λοιπούς τα ποσά που τους αναλογούσαν, συμφωνήθηκε δε και παραδόθηκε σε αυτή, κατ' απαίτηση της, από τον [αναιρεσείοντα] το από 12-11-1999 έγγραφο σύμφωνα με το οποίο το υπόλοιπο της αμοιβής θα καταβάλει εξ ημισείας, αποκλειστικά, στους δικηγόρους …, στους οποίους και καταβλήθηκε έως και τον Ιούνιο 2000 μέρος της αμοιβής από 200.000$ στον καθένα ενώ το υπόλοιπο των 300.000$ θα καταβαλλόταν με την ολοκλήρωση του συμβιβασμού με τον …. Στις 15-10-2001 ο … με την με αρ. 479 αγωγή του κατά της … ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι του όφειλε το ισόποσο σε ευρώ κατά την ημέρα πληρωμής ποσό των 1.213.486$, συνεπεία της οποίας ασκήθηκε και από την … κατά του [αναιρεσείοντος] η από 31-1-2002 αγωγή, με την οποία ζητούσε να παρέμβει υπέρ αυτής σπ δίκη επί της αγωγής του … και σε περίπτωση που γίνε δεκτή να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του [αναιρεσείοντος] ότι της όφειλε το ισόποσο σε ευρώ κατά την ημέρα πληρωμής, του ποσού που θα αναγνωρισθεί ότι οφείλει η ίδια στον … πέραν των 300.000$ [ποσό που αναγνώριζε ήδη]. Με την 293/2004 απόφαση του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου έγιναν εν μέρει δεκτές οι αγωγές και βάσει αυτής η … όφειλε να καταβάλει στον Ιωάννη Μαντζουράνη το ισόποσο σε ευρώ κατά την ημέρα πληρωμής του ποσού των 600.000$ [που αντιστοιχούσε στην ισομερή κατανομή της αμοιβής του 1.000.000$, αφαιρουμένου του ποσού των 400.000$, που είχε καταβάλει ήδη σε 2 δόσεις], αφετέρου αναγνωρίσθηκε ότι ο [αναιρεσείων] όφειλε να καταβάλει στην … το ισόποσο σε ευρώ κατά την ημέρα πληρωμής του ποσού των 300.000$. Την απόφαση εφεσίβαλαν όλοι οι εμπλεκόμενοι ήτοι οι … με την 1894/28-2-2005 έφεση, ο [αναιρεσείων] με την 2057/8-3-2005 έφεση και ο … με την 2559/21-3-2005 έφεση. Με την 9721/2005 απόφαση του το Εφετείο Αθηνών απέρριψε τον ισχυρισμό του [αναιρεσείοντος] ότι η … του είχε αναθέσει αποκλειστικά την εντολή διεκπεραίωσης της υπόθεσης και κατέληξε ότι ο [αναιρεσείων] είχε παρακρατήσει το ποσό των 300.000$, από το ποσό της αμοιβής, που αναλογούσε στον … και το οποίο αποτελούσε τμήμα από την προκαταβολή της αμοιβής των 2.000.000$, υποχρεώνοντας τον να καταβάλει το ισόποσο σε ευρώ κατά την ημέρα πληρωμής. Επίσης, με την 2910/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου αναγνωρίσθηκε ότι η … όφειλε στον … το ισόποσο σε ευρώ κατά την ημέρα πληρωμής του ποσού των 600.000$ με τον νόμιμο τόκο από 25-10-2001 και ότι ο [αναιρεσείων] όφειλε να καταβάλει στην … οποιοδήποτε ποσό πέραν του ισόποσου σε ευρώ κατά την ημέρα πληρωμής των 300.000$, νομίμοτόκως από την επίδοση της παρεμπίπτουσας αγωγής. Αίτηση δε αναίρεσης που άσκησε ο [αναίρεσείων] κατά   της απόφασης 9721/2005 στις 22-2-2006, απορρίφθηκε με την 925/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου. Κατ' εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω δικαστικών   αποφάσεων, που προσκομίσθηκαν σύμφωνα με την έκθεση ελέγχου από τους ενδιαφερόμενους στα πλαίσια εκτέλεσης της 333/2012 Εισαγγελικής Παραγγελίας, θεώρησε η φορολογική αρχή ότι από το κατατεθέν στους λογαριασμούς ποσό των 1.600.000$, ποσό 1.000.000$ αναγνωρίσθηκε ως αμοιβή του για τις παρασχεθείσες προς την … δικηγορικές υπηρεσίες του. Επακολούθησε έλεγχος στην επαγγελματική του εγκατάσταση στην οδό …, στην Αθήνα, δυνάμει της …/272-2013 εντολής αλλά λόγω απουσίας του επιδόθηκε στην ασκούμενη στο γραφείο του δικηγόρο … η …/2013 πρόσκληση προσκόμισης βιβλίων και στοιχείων. Ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση, προσκόμισε δια εκπροσώπου του τα ζητηθέντα, τα οποία, επίσημα φορολογικά βιβλία και στοιχεία και λοιπά έγγραφα, προσκομισθέντα σε φωτοαντίγραφα, μετά την …/2013 εντολή ελέγχου, κατασχέθηκαν με την …/2013 έκθεση κατάσχεσης. Από τον έλεγχο, που επακολούθησε στα κατασχεθέντα και σε αντιπαραβολή με όσα αναγνωρίσθηκαν με τις δικαστικές αποφάσεις, προέκυψε ότι 1] στη χρήση 1999 είχε εκδώσει 78 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών από Νο …/5-1-1999 έως …/10-12-1999 και βάσει αυτών είχε καταχωρίσει έσοδα στο βιβλίο εσόδων-εξόδων 33.384.000 δραχμές, 2] στις 2-2-2005 εκδόθηκε βάσει του ν. 3259/2004 το … εκκαθαριστικό σημείωμα περαίωσης για τα οικ. έτη 2000-2003, με σύνολο ακαθαρίστων εσόδων για τη χρήση 1999 το ανωτέρω ποσό των 33.384.000 δρχ. ή 97.972,12 ευρώ, το οποίο και  αποδέχθηκε  ο [αναίρεσείων] υπογράφοντας την ταυτάριθμη πράξη αποδοχής του εκκαθαριστικού σημειώματος στις 3-2-2005, 3] από τον έλεγχο των εκδοθέντων φορολογικών στοιχείων, που περιλαμβάνονταν ως εγγραφές στο βιβλίο εσόδων-εξόδων τόσο της ένδικης χρήσης όσο και των μεταγενέστερων 2005, 2006, 2009, δεν βρέθηκε να έχει καταχωρισθεί εγγραφή είτε εκδοθεί ΑΠ Υ με στοιχεία πελάτη … και για το ποσό είτε του 1.500:000$,που βρέθηκε  κατατεθειμένο  στους λογαριασμούς/του [αναιρεσείοντος] είτε και το ποσό του 1.000.000$, που αναγνώρισαν ως αμοιβή του οι δικαστικές αποφάσεις. Ενόψει δε του ότι είχε  ήδη  εισπράξει στις 26-4-1999 το ποσό του  1.000.000$, που αναγνωρίσθηκε δικαστικώς ότι εδικαιούτο ως αμοιβή, ο έλεγχος θεώρησε ότι στη χρήση 1999 δεν είχε εκδώσει προς την πελάτισσα … μία ΑΠΥ, όπως επιβαλλόταν από το άρθρο 13 παρ. 1 Κ.Β.Σ.. Για τις  διαπιστώσεις των  ελεγκτικών  οργάνων εκδόθηκε το …-ΥΣΕ-1/16-5-2012, το οποίο επιδόθηκε σε εκπρόσωπο του μαζί με την …-ΠΚΛΣ -1 κλήση προς ακρόαση, προκειμένου να εκθέσει τις απόψεις του. Σχετικώς, υπέβαλε το …/10-6-2013 υπόμνημα και το …/17-6-2013 συμπληρωματικό [παρατίθενται στην έκθεση ελέγχου], με τα οποία  αντέτεινε 1] την  παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει πρόστιμο Κ.Β.Σ., 2] την εισαγωγή και νομιμοποίηση με τη φορολόγηση του κατά τις διατάξεις του άρθρου 38 ν. 3259/2004 ποσού 750.000$, το οποίο προερχόταν από τη συγκεκριμένη συναλλαγή, 3] καταβολή ποσού 262.944$ στους αντιδίκους του για φόρους, τόκους, δικαστικές δαπάνες σε εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων. Τους ισχυρισμούς του αντέκρουσε ο έλεγχος [βλ. έκθεση ελέγχου] επικαλούμενος την εφαρμογή της δεκαετούς προθεσμίας της παραγραφής ως εκ της μεταγενέστερης διαβίβασης στην Υπηρεσία, βάσει των 754, 755/2011 ΠΔ, των δικαστικών αποφάσεων, αποτελουσών νέα στοιχεία, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των διαδοχικών παρατάσεων της προθεσμίας, αφετέρου δεν αποσαφηνίσθηκαν σημεία  στις τεχνικές λεπτομέρειες της διαδικασίας του επαναπατρισμού του ποσού των 750.000$, καθόσον στα προσκομισθέντα έγγραφα στοιχεία δεν αναγραφόταν ο αριθμός τραπεζικού λογαριασμού της αλλοδαπής, από τον οποίο μεταφέρθηκε το ποσό και ο οποίος έπρεπε να ταυτίζεται με τον λογαριασμό … της Τράπεζας … ΒΑΝΚ υποκατάστηυα …, όπου η … είχε καταθέσει τη δικηγορική αμοιβή των 1.500.000$. Ότι, ειδικότερα, η  μη γνωστοποίηση του λογαριασμού της  αλλοδαπής απέκλειε, κατά την άποψη των ελεγκτών, τη διακρίβωση του χρόνου ύπαρξης του επαναπατρισθέντος  κεφαλαίου στην αλλοδαπή, που προβλεπόταν ως προϋπόθεση της υπαγωγής του στο άρθρο 38 ν. 3259/2004, όπως, επίσης, και η γνώση των κινήσεων χρέωσης και πίστωσης του ως άνω λογαριασμού … θα μπορούσε να καταδείξει αν η κατάθεση της … ήταν η μοναδική πιστωτική εγγραφή είτε υπήρξαν και άλλες πριν τον επαναπατρισμό [ακολουθεί αναφορά της αναιρεσιβαλλομένης σε παρατιθέμενα στην έκθεση ελέγχου στοιχεία και ενέργειες σχετικά με την κίνηση του τραπεζικού λογαριασμού και τη διακρίβωση του αριθμού του λογαριασμού]. Επίσης, προς αντίκρουση του ισχυρισμού του [αναιρεσείοντος] ότι το υπολειπόμενο ποσό των 250.000$ δεν αποτελούσε φορολογητέο εισόδημα του, αλλά καταβλήθηκε στους … και … σε εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων, ο έλεγχος ενημερώθηκε ότι είχε αποζημιώσει αυτός τον … στις 18-1-2006 με την … επιταγή της ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ποσού 361.948,90 ευρώ […] και στις 26-6-2006 την … με την … επιταγή της ίδιας Τράπεζας ποσού 297.190 ευρώ […]. [Ακολουθεί αναφορά της αναιρεσιβαλλομένης σε παρατιθέμενα στην έκθεση ελέγχου στοιχεία και ενέργειες σχετικά με την κίνηση τραπεζικών λογαριασμών του αναιρεσείοντος], κατ' εκτίμηση της [οποίας] ο έλεγχος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι 1] δεν χρησιμοποιήθηκαν άλλα κεφάλαια, επιπλέον του επαναπατρισθέντος ποσού των 750.000$ αλλά, αντιθέτως, αφού ανακυκλώθηκε σε προθεσμιακές καταθέσεις της ίδιας τράπεζας, χρησιμοποιήθηκε εν τέλει και 1 έτος αργότερα  το  ποσό  αυτό για την  καταβολή  π αποζημιώσεων, τόκων κ.λπ., 2] δεν προέκυψε ότι το επαναπατρισθέν ποσό ήταν κατατεθειμένο στην αλλοδαπή κατά την έναρξη ισχύος του 3259/2004, 3] σε κανένα  από τα έγγραφα, που ελέγχθηκαν, δ αναγραφόταν ο αριθμός λογαριασμού της αλλοδαπής, ώστε να μι μπορεί να διαπιστωθεί αν ανήκε στον [αναιρεσείοντα] ούτε τέθηκε υπό του ελέγχου η   προβλεπόμενη "δήλωση-εξουσιοδότηση" και επομένως, όφειλε στις 26-4-1999, οπότε και εισέπραξε την αμοιβή του, εκδώσει ΑΠΥ για το ποσό του 1.000.000$, την οποία, όμως, κατά παράβαση του άρθρου 13 παρ. 1, 2, 3 του Κ.Β.Σ., δεν εξέδωσε ούτε κατά την είσπραξη αλλά ούτε και αργότερα, λόγω της εμπλοκής του σε δικαστική διαμάχη για το ακριβές ύψος της αμοιβής, τα έτη 2005, 2006 και κυρίως 2009, οπότε και οριστικοποιήθηκε με τις δικαστικές αποφάσεις ύψος της αναλογούσας στον καθένα αμοιβής. Με βάση τις ανωτέρω διαπιστώσεις εκδόθηκε από τον Προϊστάμενο ΔΟΥ Δ' [Δ'-Η'] Αθηνών 459/15-7-2013 απόφαση, με την οποία του αποδόθηκε μία παράβαση μ έκδοσης ΑΠΥ στη χρήση 1999 για αμοιβή 942.136,86  ευρώ και επιβλήθηκε σε βάρος του ισόποσο πρόστιμο. Κατά της πράξης, που επιδόθηκε στις 25-7-2013, ο [αναίρεσείων] με την …/30-7-201 αίτηση του   προσέφυγε στην Επιτροπή του άρθρου 70Α ΚΦΕ παραπονούμενος για μη νόμιμη αιτιολογία της πράξης, ως προς την ύπαρξη συμπληρωματικών στοιχείων, τα οποία ο ίδιος, όπως υποστήριξε, είχε θέσει υπόψη της Υπηρεσίας από το 2006, όταν μετέφερε το επίμαχο ποσό στην Ελλάδα και υπέβαλε συμπληρωματική φορολογική δήλωση, αλλά και διότι τα στοιχεία, όπως η έκθεση αναφέρει, ήταν γνωστά στη Υπηρεσία από 5-4-2011, δηλαδή, μετά την πάροδο της δεκαετούς προθεσμίας, ώστε να μην ανακύπτει ζήτημα παράτασης της έως 31-15 2013. Η Επιτροπή έκρινε ότι δεν είχε αποδειχθεί η συνδρομή τω προϋποθέσεων  εφαρμογής  των  ευνοϊκών  διατάξεων, καθόσον δε προέκυψε ότι το έμβασμα υπήρχε στην αλλοδαπή κατά την έναρξη ισχύος τους ούτε ότι ο λογαριασμός της αλλοδαπής ανήκε στον [αναιρεσείοντα], αφετέρου ότι, οι επιδικασθείσες αποζημιώσεις στους αντιδίκους του πληρώθηκαν από το έμβασμα αυτό. Ενόψει αυτών έκρινε, περαιτέρω, ότι είχε υποπέσει αυτός στην παράβαση της. μη έκδοσης ΑΠΥ και ήταν ορθή η σε βάρος του επιβολή προστίμου, πρότεινε δε στον [αναιρεσείοντα], που παρίστατο με τον δικηγόρο του, τη μείωση του προστίμου με συμβιβασμό, τον οποίο αυτός απέκρουσε, και, κατόπιν αυτού, με την 482/17-12-2013 απόφαση της  απέρριψε την αίτηση». Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ο αναιρεσείων άσκησε προσφυγή. Το δίκασαν διοικητικό εφετείο, με την εν μέρει οριστική και εν μέρει προδικαστική 677/2015 απόφαση  του, απέρριψε λόγο περί μη νόμιμης  συγκρότησης της Επιτροπής του άρθρου 70Α του Κ.Φ.Ε.. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, επαναφέροντας τον ενώπιον της διοικήσεως ισχυρισμό του περί παραγραφής, προέβαλε, ειδικότερα, επικαλούμενος σχετικώς και το 1044338/359/015/13-7-2006 έγγραφο της Διεύθυνσης Φορολογίας/15ης Βιβλίων και Στοιχείων του Υπουργείου Οικονομικών ότι το δικαίωμα του Δημοσίου να κοινοποιήσει πράξη επιβολής φόρου, προστίμου κ.λπ. είχε υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 84 ν. 2238/1994, που συμπληρώθηκε, μετά τις παρατάσεις των άρθρων 19 ν. 3091/2002, 22 ν. 3212/2003 και 5 παρ. 10 ν. 3296/2004, στις 31-12-2005, καθόσον η παράταση, που δόθηκε με το άρθρο 11 ν. 3513/2006, όπως και όσες επακολούθησαν, αφορούν τις χρήσεις από 2000 και έπειτα και όχι την ένδικη [1999], Ούτε, επίσης, επληρούντο, όπως υποστήριξε περαιτέρω ο αναιρεσείων, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παρ. 3 του άρθρου 22 ν. 3212/2003, δοθέντος ότι η 329/2013 έκθεση κατάσχεσης των ανεπίσημων στοιχείων επιδόθηκε σε αυτόν, μετά την πάροδο του χρόνου παραγραφής, ενώ οι μνημονευόμενες στο Υπηρεσιακό Σημείωμα Ελέγχου δικαστικές αποφάσεις δεν συνιστούσαν ούτε νέο ούτε ανεπίσημο στοιχείο, αλλά, αντιθέτως, η υπόθεση έλαβε ευρεία δημοσιότητα με την ανάρτηση του σώματος των αποφάσεων στο διαδίκτυο και τη δημοσίευση τους στον ημερήσιο τύπο ήδη από τις βουλευτικές εκλογές των ετών 2007 και 2005 καθώς και τις περιφερειακές 2010, όπου κατήλθε ως υποψήφιος. Ο λόγος δε, που γίνεται στην έκθεση ελέγχου, περί νέων στοιχείων περιελθόντων στον Προϊστάμενο ΣΔΟΕ το 2011, εστερείτο, κατά τους ισχυρισμούς τοι αναιρεσείοντος, νομικής σημασίας, εφόσον η φορολογική αρχή είναι και είχε προηγηθεί, ο έλεγχος του, έτσι ώστε η παράλειψη της Επιτροπής να λάβει υπόψη όσα ενώπιον αυτής είχε επικαλεσθεί σχετικώς κα προσκομίσει – μεταξύ των οποίων και το ΔΕΛΑ …/23-5-2012 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, που ρητώς αναφέρει την παραγραφή της χρήσης 1999, και παρά τη δεσμευτική ισχύ του ως προς την ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων – να καθιστά αναιτιολόγητη την, από μέρους της, απόρριψη του ισχυρισμού περί παραγραφής. Το δίκασαν διοικητικό εφετείο με την 677/2015 απόφαση του απέρριψε τον λόγο αυτό ως αβάσιμο. Ειδικότερα, δέχθηκε τα ακόλουθα: «Όπως […] έχει κριθεί υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος ΚΦΣ αλλά και υπό την ισχύ του νέου κώδικα [ΣτΕ 5133/1995, 6142/1996, 4264, 4265/2001, 3965/2012], η διάταξη της παρ. 3 εδαφ. ζ' του άρθρου 47 ΚΦΣ ή ήδη η […] παρ. 4 εδαφ. γ' του άρθρου 34 του ΚΒΣ, που προβλέπει την ανάλογη εφαρμογή των περί παραγραφής διατάξεων της φορολογίας εισοδήματος και επί επιβολής προστίμων ΚΦΣ ή ΚΒΣ, έχει την έννοια, κατά το μέρος που παραπέμπει στις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου προς ενέργεια συμπληρωματικής εγγραφής στη φορολογία εισοδήματος, ότι θεσπίζει τον ίδιο χρόνο παραγραφής κατά τα ισχύοντα στη φορολογία αυτή και για την επιβολή προστίμου για παραβάσεις του ΚΦΣ ή ΚΒΣ σε κάθε περίπτωση που διενεργείται κατά νόμο συμπληρωματική εγγραφή στην παραπάνω φορολογία. Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη νομοθετική ρύθμιση, δεν εμποδίζεται η φορολογική αρχή, έχοντας διενεργήσει στο παρελθόν έλεγχο στα βιβλία και στοιχεία του επιτηδευματία να επανέλθει και ανεξάρτητα, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής στις αφορώσες στη συγκεκριμένη χρήση φορολογίες   να διενεργήσει επαναληπτικό έλεγχο των βιβλίων και στοιχείων της ίδιας χρήσεως και να εκδώσει πράξη επιβολής προστίμου για παραβάσεις που διαπιστώνονται, κατά τον νέο αυτό έλεγχο, ενεργώντας μέσα στα χρονικά πλαίσια παραγραφής του δικαιώματος της. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 68 παρ. 2 Κ.Φ.Ε. συμπληρωματική πράξη φόρου επιτρέπεται να εκδοθεί, αν από στοιχεία, που περιήλθαν εκ των υστέρων στον Προϊστάμενο της ΔΟΥ και τα οποία δεν είχε υπόψη του κατά την έκδοση της αρχικής πράξεως, εξακριβώνεται ότι το εισόδημα του υπόχρεου ήταν ανώτερο από εκείνο, που είχε περιληφθεί στην αρχική πράξη. Επομένως, αποκλείεται η έκδοση τέτοιας πράξης επί τη βάσει στοιχείων, τα οποία ήταν στη διάθεση της αρμόδιας φορολογικής αρχής κατά την έκδοση της αρχικής πράξης, έστω και αν δεν είχαν ληφθεί υπόψη. Τέτοια δε συμπληρωματικά στοιχεία επιτρέπεται να είναι επίσημα ή ανεπίσημα βιβλία ή στοιχεία, που τηρούν τρίτες επιχειρήσεις ή και άλλα έγγραφα, όπως έγγραφα άλλης ΔΟΥ ή άλλης δημόσιας υπηρεσίας, από τα οποία αποδεικνύεται, κατά την κρίση της φορολογικής αρχής ή των διοικητικών δικαστηρίων, η ανακρίβεια των βιβλίων και στοιχείων του φορολογούμενου όσο και η απόκρυψη από αυτόν εισοδήματος [ΣτΕ 3953/2011, 496, 3955/2012]. Με βάση δε τα συμπληρωματικά στοιχεία η φορολογική αρχή, προκειμένου να εκδώσει τη συμπληρωματική πράξη προσδιορισμού του φόρου, μπορεί είτε να συντάξει την οικεία έκθεση ελέγχου στηριζόμενη μόνο στα έγγραφα που έχουν συντάξει όργανα άλλης φορολογικής αρχής ή άλλης δημόσιας υπηρεσίας είτε να τη συντάξει, αφού διενεργήσει η ίδια έλεγχο στα βιβλία, και στοιχεία   του φορολογούμενου, δυνάμενη κατά τον έλεγχο αυτό να συνεκτιμήσει και τα έγγραφα της άλλης δημόσιας, φορολογικής ή μη, υπηρεσίας [ΣτΕ 1426/2000, 877/2002,  3706/2011,  3956/2012]. Η κατά τα  ανωτέρω συμπληρωματική πράξη, μέχρι τη θέσπιση της τροποποιήσεως του άρθρου 13 παρ. 6 ν. 3522/2006 προϋπέθετε την έκδοση αρχικής πράξης, σε κάθε δε περίπτωση [είτε πριν είτε μετά τον νόμο αυτό] μπορεί να χωρήσει και παρά την οριστικοποίηση της πράξης αυτής, με οποιονδήποτε τρόπο, όπως η διοικητική επίλυση της διαφοράς, που επέρχεται βάσει των διατάξεων του άρθρου 9 του ως άνω ν. 3259/2004 [όπως συμπληρώθηκε, τροποποιήθηκε και παρατάθηκε η εφαρμογή του διαδοχικά με τους ν. 3283/2004 [άρθρο 56] […] 3312/2005 [άρθρο 22], 3697/2008 [άρθρο 28], 3746/2009 [άρθρο 89], 3763/2009 [άρθρο 10], η παρ. 5 του οποίου, ρητώς, προβλέπει την εξαίρεση της υπόθεσης από τη ρύθμιση της περαίωσης και την έκδοση συμπληρωματικού φύλλου ελέγχου, αν μετά την υπογραφή από τον επιτηδευματία της πράξης αποδοχής του εκκαθαριστικού σημειώματος περιέλθουν σε γνώση του Προϊσταμένου της ΔΟΥ νέα στοιχεία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 68 παρ. 2 ΚΦΕ [πρβλ. ΣτΕ 1426/2000, 877/2002, 3705, 3706/2011, 2123, 3956/2012]. Παρέπεται από τα ανωτέρω ότι όταν η φορολογική εγγραφή στη φορολογία εισοδήματος καταστεί  οριστική κατ' εφαρμογή της διαδικασίας περαίωσης του άρθρου 9 ν. 3259/2004, δεν κωλύεται η φορολογική αρχή να εκτιμήσει νεώτερα στοιχεία, που δεν είχαν τεθεί υπόψη της. κατά την περαίωση και με βάση αυτά στη δεκαετή προθεσμία της παραγραφής να βεβαιώσει συμπληρωματικό φόρο όπως επίσης να ενεργήσει έλεγχο των βιβλίων και στοιχείων του επιτηδευματία και να εκδώσει στην ίδια προθεσμία πράξη επιβολής προστίμου για μη τήρηση των διατάξεων του ΚΒΣ [πρβλ. ΣτΕ 3954, 4388/2012]». Ακόμη, η ανωτέρω 677/2015 απόφαση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου δέχθηκε ότι «η παράταση του χρόνου παραγραφής, που θεσπίσθηκε με τις […] διατάξεις [των άρθρων 12 παρ. 7 ν. 3888/2010, 18 παρ. 2 ν. 4002/2011 και δεύτερου παρ. 1 ν. 4098/2012] επιτρεπτώς εχώρησε και δεν αντιβαίνει στο άρθρο 78 παρ. 2 ή άλλη διάταξη του Συντάγματος, εφόσον κατά την ημερομηνία δημοσίευσης καθεμίας από τις διατάξεις αυτές δεν είχε συμπληρωθεί η προβλεπόμενη προθεσμία παραγραφής, όπως είχε παραταθεί από την προϊσχύσασα αυτής διάταξη». Έτσι, έκρινε η ανωτέρω απόφαση ότι «η οριστικοποίηση του: φόρου εισοδήματος, που επήλθε, με τη διαδικασία της περαίωσης του άρθρου 9 ν. 3259/2004 για τη χρήση 1999, δεν εμπόδιζε τη διενέργεια μεταγενεστέρως ελέγχου στα βιβλία και στοιχεία του [αναιρεσείοντος] για την ίδια χρήση και τη βεβαίωση παράβασης Κ.Β.Σ.. Και αυτό διότι βασίσθηκε στο περιεχόμενο των δικαστικών αποφάσεων και τα πληροφοριακά δελτία, ως νέων στοιχείων, που τέθηκαν υπόψη της Υπηρεσίας μετά την περαίωση, αφορούσαν δε είσπραξη· αμοιβής, που δεν είχε περιληφθεί στο εισόδημα της χρήσης,, χωρίς έως τη διενέργεια του ελέγχου να έχει παρέλθει η δεκαετής προθεσμία του άρθρου 68 παρ. 2 ΚΦΕ για συμπληρωματική εγγραφή στη φορολογία εισοδήματος, όπως, διαδοχικώς, παρατάθηκε η προθεσμία αυτή με τα άρθρα 12 ν. 3888/2010, 18 ν. 4002/2011 και άρθρο δεύτερο ν. 4098/2012. Η ευρεία δε δημοσιότητα, την οποία έλαβε, κατά τον [αναιρεσείοντα], η έκδοση των δικαστικών αποφάσεων, δεν αναιρεί την έννοια των νέων στοιχείων, εφόσον πριν τη διαβίβαση των πληροφοριακών δελτίων το 2011, δεν προκύπτει ότι οι δικαστικές αυτές αποφάσεις είχαν περιέλθει σε γνώση της Ελεγκτικής Αρχής ή της αρμόδιας ΔΟΥ, στα πλαίσια άσκησης των αρμοδιοτήτων τους, χωρίς να αρκεί η υποβολή, μόνο, της δήλωσης απόδοσης φόρου για τους επιδικασθέντες τόκους, που ήταν συνέπεια της έκδοσης των εν λόγω αποφάσεων, εφόσον δεν προκύπτει ότι επακολούθησε επ' αυτής έλεγχος, ενώ είναι αόριστη και η αναφορά του [αναιρεσείοντος] σε προηγηθέντα έλεγχο. Επομένως, δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής της πενταετούς προθεσμίας της παραγραφής του άρθρου 84 ΚΦΕ, όπως έχει παραταθεί αυτή, είτε του άρθρου 22 παρ. 3 ν. 3212/2003 ούτε ανέκυπτε καμία δέσμευση από το επικαλούμενο έγγραφο του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων σε ό,τι αφορά εν γένει την παραγραφή της ένδικης χρήσης, αφού, κατά τα ανωτέρω, συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής ειδικής προθεσμίας παραγραφής και όχι  η γενική παραγραφή της πενταετίας. Επίσης, η άρση της υποχρέωσης για διαφύλαξη των βιβλίων και  στοιχείων, που προβλέπεται από την επικαλούμενη  από τον [αναιρεσείοντα] διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 ν. 3888/2010 για τις περαιωθείσες με οποιαδήποτε ρύθμιση υποθέσεις και η αδυναμία βεβαίωσης παράβασης Κ,Β.Σ., που συνεπάγεται αυτή, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, εν προκειμένω, καθόσον στις περιπτώσεις περαίωσης του άρθρου 9 ν. 3296/2004, με την παρ. 5 αυτού ρητώς επιφυλάσσεται η υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 68 παρ. 2 ΚΦΕ συμπληρωματική βεβαίωση φόρου». Με την προσφυγή ο αναίρεσείων είχε προβάλλει ακόμη ότι ποσό 750.000$ μετέφερε από την αλλοδαπή κάνοντας χρήση των διατάξεων του άρθρου 38 του ν. 3259/2004 και, εφόσον οι σχετικές πράξεις μεταφοράς και απόδοσης του φόρου 3% δεν είχαν ανακληθεί, το Δημόσιο δεν μπορούσε να μην υπολογίσει το ποσό αυτό και να μην άρει τη φορολογική του υποχρέωση σε σχέση με αυτό, έσφαλε δε η Επιτροπή στην εκτίμηση της, που δεν ακύρωσε ή δεν μείωσε, τουλάχιστον, ισόποσα το πρόστιμο. Ερευνώντας τη βασιμότητα του λόγου αυτού, ενόψει των αναλυτικώς μνημονευομένων στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση σχετικών στοιχείων, καθώς και των επ' αυτών ερειδομένων συναφών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος ενώπιον της Επιτροπής και του διοικητικού, εφετείου, και εν όψει των σε αντίκρουση του απόψεων του Δημοσίου, το διοικητικό εφετείο με την 677/2015 απόφαση του δέχθηκε ότι «προκειμένου να τύχουν εφαρμογής οι απαλλαγές από φορολογικές υποχρεώσεις και αδικήματα, που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 3259/2004 σε συνδυασμό και με την  1070412/1-11-2004/πολ. 1110 Υπουργική Απόφαση, απαιτείται το εισαγόμενο κεφάλαιο να υπάρχει κατατεθειμένο σε  τραπεζικό λογαριασμό πιστωτικού ιδρύματος της αλλοδαπής και κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου και μέσα σε διάστημα 6 μηνών να μεταφερθεί με δήλωση-εξουσιοδότηση του δικαιούχου σε λογαριασμό του ιδίου σε ημεδαπό πιστωτικό ίδρυμα. Ο τραπεζικός δε λογαριασμός τόσο της αλλοδαπής όσο και στην ημεδαπή πρέπει να ανήκει στο φυσικό πρόσωπο, που εισάγει το κεφάλαιο, αν δε πρόκειται για κοινό λογαριασμό να είναι αυτό συνδικαιούχος. Επίσης, για την. εφαρμογή των ευνοϊκών διατάξεων εν προκειμένω, δεν  ήταν απαραίτητο να γίνει η εισαγωγή του επίμαχου ποσού από τον τραπεζικό, λογαριασμό, όπου είχε κατατεθεί από την … ως προκαταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής […]. Ειδικότερα, το ότι δεν κατέστη δυνατό στα πλαίσια του φορολογικού ελέγχου να διακριβωθεί ότι ο λογαριασμός, στον οποίο η … είχε καταθέσει την αμοιβή ήταν ο ίδιος με τον λογαριασμό, μέσω του οποίου έγινε η μεταφορά στην ημεδαπή, ως εκ του ότι δεν ανευρέθηκε, τελικώς, η ειδική δήλωση-εξουσιοδότηση, ούτε αναγραφόταν ο αριθμός λογαριασμού στη βεβαίωση μεταφοράς του ποσού, δεν μπορεί μόνο αυτό να αποκλείσει τις απαλλακτικές διατάξεις». Ενόψει, όμως, του ότι το διοικητικό εφετείο έκρινε με την 677/2015 απόφαση του, με αναλυτικές αιτιολογίες, ότι «από τα υπάρχοντα στο φάκελο έγγραφα στοιχεία δεν προέκυψε ότι το ποσό των 750.000$, που και η φορολογική αρχή αποδέχεται ότι μετέφερε ο [αναιρεσείων] από την αλλοδαπή, υπήρχε σε τραπεζικό λογαριασμό στις 4-8-2004, που άρχισε η ισχύς του άρθρου 38 ν. 3259/2004», ανέβαλε την οριστική κρίση του και διέταξε, συναφώς, συμπλήρωση αποδείξεων. Με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το δίκασαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι η μη έκδοση ΑΠΥ [για την είσπραξη, κατά το έτος 1999, ποσού 1.000.000$ ως αμοιβής για δικηγορικές υπηρεσίες προς την …] «συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση της παράβασης του άρθρου 13 Κ.Β.Σ. και δεδομένου ότι η αμοιβή που εισπράχθηκε, δεν εμφανίσθηκε στα βιβλία και στοιχεία, υπήρξε απόκρυψη της συναλλαγής με την έννοια της παρ. 10 του άρθρου 5 του ν. 2523/1997 και επισύρει πρόστιμο ίσο με το ύψος της αμοιβής». Περαιτέρω, έγινε δεκτό με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι, «όπως προέκυψε σε συσχετισμό και με τα έγγραφα στοιχεία, που προσκόμισε ο [αναιρεσείων] στην μετ' απόδειξη συζήτηση χωρίς η διάδικος αρχή να τα αντικρούσει», «[αποδείχθηκε] ότι

το ποσό των 750.000 δολαρίων ή με βάση την ισοτιμία σε ευρώ 566.807,78 ευρώ (βλ. την από 14-1-2005 βεβαίωση μεταφοράς κεφαλαίων σύμφωνα με το άρθρο 38 του ν. 3259/2004 της ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ), που μέσω του […] λογαριασμού εμβάσθηκε σε λογαριασμό τράπεζας της ημεδαπής και φορολογήθηκε με βάση τις διατάξεις του   άρθρου 38 ν. 3259/2004, σχηματίσθηκε από ποσά τραπεζικών καταθέσεων, τα οποία  υπήρχαν σε λογαριασμούς της αλλοδαπής, όταν τέθηκε σε ισχύ η ρύθμιση του άρθρου 38. Με δεδομένο δε ότι για την εφαρμογή των ευνοϊκών διατάξεων δεν ήταν απαραίτητο να γίνει η εισαγωγή του επίμαχου ποσού από τον τραπεζικό λογαριασμό, όπου είχε κατατεθεί από την … η προκαταβολή της αμοιβής ούτε να προκύπτει η περιέλευση ισόποσων χρημάτων από τον τελευταίο αυτό λογαριασμό στον λογαριασμό μέσω του οποίου τελικώς έγινε η εισαγωγή στην Ελλάδα, […] αλλά αρκούσε η μεταφορά ίσου ποσού από οποιαδήποτε κατάθεση τράπεζας   της   αλλοδαπής υπό τη συντρέχουσα εν προκειμένω […] προϋπόθεση της ύπαρξης του ποσού αυτού κατά τη θέση σε ισχύ των διατάξεων, το […] ποσό των 566.807,78 ευρώ περιορίζει ισόποσα το πρόστιμο των 942.136,86 ευρώ […] εφόσον, περαιτέρω, δεν προέκυψε ούτε προβλήθηκε από την Υπηρεσία ότι ο, [αναιρεσείων] είχε κάνει ήδη χρήση του εισαχθέντος ως άνω ποσού για την κάλυψη άλλων φορολογικών του υποχρεώσεων ή την απαλλαγή του από άλλα φορολογικά αδικήματα». Τέλος, το δίκασαν διοικητικό εφετείο απέρριψε ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι το υπόλοιπο της αμοιβής [250.000$] δαπανήθηκε μαζί με άλλα ποσά που τμηματικά εισήγαγε στην Ελλάδα για την καταβολή των αποζημιώσεων, των τόκων και δικαστικών εξόδων στους πρώην συνεργάτες του, προεχόντως ως αλυσιτελή, με την αιτιολογία ότι «και αληθής αν υποτεθεί, για την εξόφληση των οφειλών αυτών, η χρησιμοποίηση του υπολοίπου της αμοιβής καθώς και η τμηματική εισαγωγή άλλων ποσών […] δεν τον απαλλάσσει, πάντως, από το πρόστιμο […], διότι η παράβαση της μη έκδοσης ΑΠΥ προϋποθέτει παροχή υπηρεσιών και είσπραξη έναντι αυτών αμοιβής […] και, επομένως, δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στη στοιχειοθέτηση της παράβασης τυχόν χρησιμοποίηση της αμοιβής για την καταβολή αποζημιώσεων και λοιπών εξόδων […]».  

13. Επειδή, εν προκειμένω, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη σκέψη 9, ανεξαρτήτως αν πραγματοποιήθηκε σχετική εγγραφή, αρχική ή συμπληρωματική, στη φορολογία εισοδήματος ή αν η εγγραφή αυτή οριστικοποιήθηκε ή όχι, μπορούσε η φορολογική αρχή να εκδώσει και κοινοποιήσει πράξη επιβολής προστίμου για παραβάσεις του Κ.Β.Σ., διαπιστούμενες από συμπληρωματικά στοιχεία που περιήλθαν σε γνώση της μετά την πάροδο πενταετίας από το τέλος της διαχειριστικής περιόδου (2000) που έπεται εκείνης στην οποία αφορά η αποδοθείσα στον αναιρεσίβλητο παράβαση (1999), εντός δεκαετίας από το τέλος της ανωτέρω διαχειριστικής περιόδου (2000), συμπληρούμενης στις 31-12-2010, όπως νομίμως, ανεξαρτήτως των ειδικότερων αιτιολογιών της, έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, του περί του αντιθέτου λόγου αναιρέσεως απορριπτόμενου ως αβασίμου. Περαιτέρω, η διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 12 του ν. 3888/2010 (βλ. σκέψη 11) προβλέπει παράταση, μέχρι τις 31-12-2011, προθεσμίας παραγραφής λήγουσας στις 31-12-2010, μετά την οποία παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλων ελέγχου ή πράξεων επιβολής φόρων, τελών, και εισφορών. Ενόψει δε του γενικού τρόπου διατυπώσεως της, η ανωτέρω διάταξη αφορά αδιακρίτως τις προθεσμίες τόσο πενταετούς, κατά την παρ. 1, όσο και δεκαετούς, κατά την παρ. 4 του άρθρου 84 του Κ.Φ.Ε., παραγραφής που έληγαν στις 31-12-2010 (πρβλ. ΣΕ 1117, 1124/1977). Η εν λόγω διάταξη, ωστόσο, αναφέρεται στο «δικαίωμα του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλων ελέγχου ή πράξεων επιβολής φόρων, τελών και εισφορών», όχι όμως και κυρώσεων, όπως το ένδικο πρόστιμο για παράβαση των διατάξεων του Κ.Β.Σ.. Κατά τον αυτό τρόπο διατυπώνονται και οι διατάξεις των παραγράφων 2 του άρθρου 18 του ν. 4002/2011 και του δεύτερου άρθρου του ν. 4098/2012 περί παρατάσεως, μέχρι τις -31 12-2012 και 31-12-2013, προθεσμίας παραγραφής λήγουσας στις 31-12 2011 και 31-12-2012, αντιστοίχως. Ως εκ τούτου και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη σκέψη 10 περί της επιβαλλόμενης από τη συνταγματική αρχή της ασφάλειας του δικαίου σαφήνειας και προβλεψιμότητας των ρυθμίσεων περί της προθεσμίας παραγραφής και της στενής ερμηνεία, των εξαιρετικού χαρακτήρα ρυθμίσεων περί παρατάσεως αυτής για τον καταλογισμό παραβάσεων των κανόνων της φορολογικής νομοθεσίας και περαιτέρω, για την επιβολή στον παραβάτη σχετικών κυρώσεων, όπως το πρόστιμα για παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Β.Σ., δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 9 του ν. 2523/1997 ανάλογη εφαρμογή των περί παραγραφής διατάξεων που ισχύουν στη φορολογία εισοδήματος, αφορά και σε διατάξεις περί παρατάσεως της προθεσμίας παραγραφής, όπως οι προαναφερόμενες, οι οποίες ουδόλως αναφέρονται σε   επιβολή κυρώσεων, όπως τα πρόστιμα για τις παραβάσεις του Κ.Β.Σ.. Συνεπώς, μη νομίμως έκρινε το δίκασαν διοικητικό εφετείο ότι η εφαρμοστέα κατ' άρθρο 9 παρ. 5 του ν. 2523/1997 δεκαετής παραγραφή της παρ. 4 του άρθρου 84 του ΚΦΕ  την οποία μόνη επικαλέσθηκε το Δημόσιο τόσο με την από 9-7-2013 έκθεση ελέγχου (όπως το περιεχόμενο της αναφέρεται στις προσβαλλόμενες αποφάσεις του διοικητικού εφετείου) όσο και με την από 18-9-2014 έκθεση απόψεων του προς το διοικητικό εφετείο και η οποία ξεκίνησε από το τέλος της επόμενης διαχειριστικής περιόδου (2000) και συμπληρώθηκε στις 31-122010, παρετάθη αρχικώς με το άρθρο 12 παρ. 7 του ν. 3888/2010 και στη συνέχεια με τις παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 4002/2011 και 1 του δεύτερου άρθρου του ν. 4098/2012 έως τις 31-12-2013. Για τον λόγο αυτό, ο οποίος βασίμως προβάλλεται, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, η έρευνα των λοιπών λόγων της οποίας παρέλκει και να αναιρεθούν οι 677/2015 και 3792/2015 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

14. Επειδή,  η υπόθεση  δεν χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό και κατά συνέπεια το Δικαστήριο την κρατεί και δικάζει την προσφυγή του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 57 του π.δ. 18/1989. Όπως προαναφέρεται, η επί τη βάσει των περιελθόντων σε γνώση της Υπηρεσίας, κατά το έτος 2011, δικαστικών αποφάσεων (ΑΠ 925/2009) και πληροφοριακών δελτίων (754, 755/2011) έκδοση της ένδικης 459/15-7-2013 πράξης επιβολής προστίμου (καθώς και η κοινοποίηση της στον αναιρεσείοντα) έλαβε χώρα μετά τη συμπλήρωση της σχετικής προθεσμίας παραγραφής στις 31-12-2010. Συνεπώς, η 482/17-12-2013 απόφαση της Επιτροπής Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών που απέρριψε την ενδικοφανή προσφυγή (της παρ. 6 του άρθρου 70 Α Κ.Φ.Ε.) του αναιρεσείοντος κατ' αυτής, πρέπει, όπως βασίμως προβάλλεται με την προσφυγή, να ακυρωθεί.

15. Επειδή, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι το Δημόσιο πρέπει να απαλλαγεί, από τη δικαστική δαπάνη για την επί. της προσφυγής δίκη σύμφωνα με το άρθρο 275 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α' 97).

 

Δ ι ά ταύτα

Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί τις 677/2015 και 3792/2015 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με το σκεπτικό.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.

Επιβάλλει στο αναιρεσίβλητο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, η οποία ανέρχεται σε χίλια τριακόσια ογδόντα (1.380) ευρώ.

Κρατεί την υπόθεση, δικάζει και δέχεται την προσφυγή.

Ακυρώνει την 482/17-12-2013 απόφαση της Επιτροπής Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών του άρθρου 70Α του Κ.Φ.Ε., στην οποία έχει ενσωματωθεί η 459/15-7-2013 πράξη του Προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Δ' Αθηνών.

Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος για την προσφυγή παραβόλου.

Απαλλάσσει το Δημόσιο από τη δικαστική δαπάνη για την επί της προσφυγής δίκη, σύμφωνα με το σκεπτικό.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 18 και 30 Μαΐου 2016 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 22ας Ιουλίου του ίδιου έτους.

 

Η Πρόεδρος του Β' Τμήματος         Ο Γραμματέας του Β' Τμήματος

Ε. Σαρπ                                              Ίω. Μητροτάσιος

     

 

 

 

 

27

Ιούν

2016

Η υπ' αρ 9/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νεάπολης Κρήτης -το ζήτημα του "υπεύθυνου δανεισμού"

 

 

Αριθμ αποφ.           9/2016

Αριθμ πρωτ.         58/2013

59/2013

 

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΝΕΑΠΟΛΗΣ

Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας 

 

  Συγκροτήθηκε από τον Ειρηνοδίκη Αργύριο Κατσαμάνη και τη Γραμματέα  Ελένη Δακανάλη

 

   Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό, του την 14.12.2015 για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:  

  A΄ ΑΙΤΗΣΗ

    ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΑ:     Ι Α, που παραστάθηκε,  μετά της πληρεξουσίας του δικηγόρου Δράμπα Λυδίας

    Της μετέχουσας στην δίκη Πιστώτριας,   «M  Ε», που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Γεωργίου Βεργετάκη   

      B΄ ΑΙΤΗΣΗ 

 

    ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: Μ Β, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας της δικηγόρου Λυδίας Δράμπα 

     Της μετέχουσας στην δίκη Πιστώτριας,   «Μ Ε», που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου, Γεωργίου Βεργετάκη

      Της κυρίως παρεμβαίνουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία « Τ Π», η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Γεωργίου Βεργετάκη.

      Ο αιτών της υπό Α΄ κρινόμενης αίτησης ζητά να γίνει δεκτή η από 18.2.2013 αίτησή του κατά  της καθ’ ής πιστώτριας Τράπεζας που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 58/2013 προσδιορίστηκε αρχικώς για την δικάσιμο της 13.1.2014, και μετά από αναβολή για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε η υπόθεση αυτή εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά του σχετικού πινακίου και συζητήθηκε.

      Η αιτούσα της υπό Β΄ κρινόμενης αίτησης ζητά να γίνει δεκτή η από 18.2.2013 αίτηση του κατά της καθ’ ής πιστώτριας Τράπεζας, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 59/2013 προσδιορίστηκε αρχικώς για την δικάσιμο της 13.1.2014, κατόπιν δε αναβολής για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, οπότε η υπόθεση αυτή εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά του σχετικού πινακίου και συζητήθηκε.

      Η  κυρίως παρεμβαίνουσα ζητεί να γίνει δεκτή η προφορικά στο ακροατήριο ασκηθείσα κυρία παρέμβασή της, για όσους λόγους επικαλείται σ' αυτή.

       Κατά τη σημερινή δημόσια συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως και στις έγγραφες προτάσεις τους.

         

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

      Νόμιμα φέρονται για συζήτηση, οι με χρονολογία 18.2.2013 και με αριθμούς κατάθεσης δικογράφων 58 και 59/18.2.2013 κύριες  αιτήσεις  καθώς και η με χρονολογία 13.1.2014 κύρια παρέμβαση  ,  υφιστάμενες  εν μέρει μεταξύ των ιδίων διαδίκων, που πρέπει να  συνεκδικασθούν λόγω της πρόδηλης  συνάφειας που υπάρχει μεταξύ των και της κατ αυτόν τον τρόπο, επερχομένης διευκολύνσεως της διεξαγωγής της δίκης και μειώσεως των εξόδων (άρθρα 31 παρ 3, 246 και 591 παρ1 του ΚΠολΔ).

       Με τις κρινόμενες αιτήσεις των, οι αιτούντες, επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής  ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών, τους προς  τους πιστωτές, που αναφέρονται στις περιεχόμενες στις αιτήσεις αναλυτικές καταστάσεις, ζητούν,  όπως σαφώς συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της αίτησης, τη ρύθμιση των χρεών τους, με την  εξαίρεση της κύριας κατοικίας τους, σύμφωνα με τα σχέδια διευθέτησης που υποβάλλουν και αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή τους κατάσταση που εκθέτουν αναλυτικά, με  σκοπό την κατά ένα μέρος απαλλαγή τους από αυτά. Με το παραπάνω περιεχόμενο, οι αιτήσεις οι οποίες είναι πλήρως ορισμένες, αρμόδια καθ’ ύλη και κατά τόπο εισάγονται στο παρόν Δικαστήριο για  να εκδικασθούν με την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 του ν. 3869/2010), εφόσον  για το παραδεκτό της τηρήθηκε η διαδικασία του προδικαστικού συμβιβασμού, όπως ειδικότερα  προβλέπεται από τις  διατάξεις των άρθρων 11,12 και 13 του ν. 4161/2013, ο οποίος τροποποίησε  τα άρθρα 2, 4 και 5 του ν. 3869/2010. Περαιτέρω, από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία, προέκυψε ότι δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση των αιτούντων για ρύθμιση των  χρεών τους στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορ­ριφθεί  προγενέστερη αίτησή τους για ουσιαστικούς λόγους (άρθρο 13 παρ. 2 του ν. 3869/2010). Παραπέρα οι αιτήσεις είναι νόμιμες, στηριζόμενες στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 8, 9 του  Ν.3869/2010, όπως αυτά ισχύουν μετά την τροποποίησή τους από τον Ν.4161/2013, καθόσον µε  βάση τα εκτιθέµενα σ’ αυτή περιστατικά, συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής των αιτούντων  στη ρύθµιση του νόµου, εφόσον πρόκειται για φυσικά πρόσωπα, στερούµενα πτωχευτικής  ικανότητας, τα χρέη τους δεν περιλαµβάνονται στα εξαιρούµενα της ρύθµισης και έχουν ήδη  περιέλθει , όπως ισχυρίζονται, σε κατάσταση μόνιµης αδυναµίας πληρωµής των ληξιπρόθεσµων χρεών τους, εποµένως,  μετά την καταβολή των νομίμων τελών της συζήτησης ( βλ υπ αριθμ. 4594/15.12.2013 και 4583/14.12.2015 γραμμάτια προκαταβολής αμοιβών του ΔΣΛ των παραστάντων δικηγόρων) , πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω ως προς  την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι κατά την ορισθείσα ημέρα επικύρωσης, δεν επιτεύχθηκε προδικαστικός συμβιβασμός μεταξύ των αιτούντων και των καθ’ ων η  αίτηση πιστωτριών (άρθρο 12 του ν. 4161/2013).

     Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, εμφανίστηκε η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Τ Π», ως ειδική διάδοχος των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρίας με την επωνυμία «C P LTD» , τα οποία έχουν μεταβιβασθεί προς την ανωτέρω τράπεζα, μετά τη γένεση της εκκρεμοδικίας της υπό κρίση αιτήσεως στα μεταβιβασθέντα στοιχεία του ενεργητικού περιλαμβάνονται μεταξύ των άλλων και τα δικαιώματα της παραπάνω σύμβασης δανείου η οποία συνήφθη αρχικά μεταξύ των αιτούντων και της M Ε τράπεζας και όπως ίσχυσε ακολούθως ως   «C P LTD» , και μετεβιβάσθηκαν στην «Τ Π Α.Ε.»    δυνάμει της από  26.3.2013 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης διεπομένης από το ελληνικό δίκαιο στα πλαίσια της οποίας μεταβιβάσθηκαν στην «Τ Π ΑΕ»    στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού των εργασιών του Υποκαταστήματος στην Ελλάδα της «C P  δι εκχωρήσεως δικαιωμάτων και αναδοχής των υποχρεώσεων. Η δήλωση αυτή της ως άνω εμφανισθείσας, εκτιμάται,   ως κύρια παρέμβαση στην παρούσα εκκρεμή δίκη, εφόσον η ανωτέρω παρεμβαίνουσα έχει έννομο συμφέρον ως ειδική διάδοχος της καθ’ ης Εταιρίας με την επωνυμία «ως   «C P  LTD», για την προαναφερθείσα απαίτηση, ζητά δε να απορριφθούν οι  υπό κρίση αιτήσεις να ικανοποιηθεί για το σύνολο των απαιτήσεών της και να καταδικασθούν οι αιτούντες  στη δικαστική της δαπάνη. Κατόπιν τούτου,   η  ασκηθείσα κύρια παρέμβαση είναι νόμιμη (άρθ. 79 και 741 ΚΠολΔ), καθόσον  είναι πρόδηλο το έννομο συμφέρον της κυρίως παρεμβαίνουσας, λόγω της επελθούσας, μετά την  κατάθεση της υπό κρίση αίτησης,  ειδικής διάδοχής στις απαιτήσεις  της   κατά των αιτούντων , των οποίων ζητείται η ένταξη στις διατάξεις του ν. 3869/10,  και συνεπώς πρέπει,  συνεκδικαζόμενη με τις αιτήσεις (άρθρ. 741 ΚΠολΔ σε συνδ. με τα άρθρ. 225 παρ. 2, 246 και 591 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), να ερευνηθεί περαιτέρω και στην ουσία της.

      Η πιστώτρια των αιτούντων, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της αλλά και με τις έγγραφες προτάσεις της, ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση. Επιπλέον υπέβαλε την ένσταση αοριστίας της κρινόμενης αίτησης,  την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ισχυριζόμενη ότι οι αιτούντες δεν βρίσκονται σε μόνιμη αδυναμία αποπληρωμής των οφειλών των, ή έστω, επικουρικά, περιήλθαν με δική των υπαιτιότητα στην κατάσταση αυτή, ότι δεν έχουν μεταβληθεί σημαντικά τα εισοδήματα της σε σχέση με το χρόνο που ανέλαβαν τις οφειλές των , ότι δεν ρύθμισαν αυτές λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα της πιστώτριας των, ούτε μείωσαν τις προσωπικές και οικογενειακές των δαπάνες ενόψει των χρεών των και ότι έχουν σκοπό  να αποφύγουν την εκπλήρωση των συμβατικών των υποχρεώσεων, προσπαθώντας να υπαχθούν στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου 3869/2010. Ο εν λόγω ισχυρισμός είναι   νόμιμος, συνιστά την ένσταση του άρθρου 281 Α.Κ. και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητα του. Επιπλέον προέβαλε τον ισχυρισμό του νόμω και ουσία αβάσιμου της κρινόμενης αίτησης, διότι δεν αποδείχθηκε μόνιμη και διαρκής αδυναμία των αιτούντων, να αποπληρώσουν τις ληξιπρόθεσμες οφειλές των

       Βασική προϋπόθεση υπαγωγής του οφειλέτη στη ρύθμιση του Ν.3869/2010 είναι η μόνιμη  αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Δεν έχει νομική αξία και συνεπώς δεν ερευνώνται τα αίτια και οι λόγοι περιελεύσεως του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας.  Αυτό ωστόσο ισχύει μόνο κατ’ αρχήν. Δεν αποκλείεται η εμφάνιση περιπτώσεως κατά την οποία ο οφειλέτης με την εν γένει συμπεριφορά του, είτε προκάλεσε τη μόνιμη αδυναμία είτε την προέβλεψε  ως δυνατή και παρά ταύτα την αποδέχθηκε. Στη συναλλακτική πρακτική, δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις, στις οποίες ο οφειλέτης προκαλεί ο ίδιος τη μόνιμη αδυναμία. Ο νομοθέτης λαμβάνει  υπόψη του τέτοιες περιπτώσεις και προβλέπει με ρητή διάταξη ότι ένας τέτοιος οφειλέτης δεν είναι άξιος να ενταχθεί στη ρύθμιση του νόμου. Η νομοθετική ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των  πιστωτών. Τούτο προκύπτει από τη ρύθμιση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθ. 1 του Ν.3869/2010 σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο  πιστωτής. Το πρώτο θέμα που ανακύπτει κατά την ερμηνεία της παρ. 1 του άρθ. 1 του άνω νόμου  είναι το περιεχόμενο του δόλου, που είναι  απαραίτητη προϋπόθεση, για την υπαγωγή στις ευεργετικές ρυθμίσεις του νόμου, δηλ ο οφειλέτης να μην έχει περιέλθει εκ δόλου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του, κατ ουσιώδη απόκλιση από το πτωχευτικό δίκαιο των εμπόρων, η πτώχευση των οποίων κηρύσσεται όταν συντρέχει αδυναμία πληρωμών, χωρίς να εξετάζεται ο λόγος για τον οποίο ο έμπορος περιήλθε στην κατάσταση αυτή.  Ο Ν.3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη  γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Ως δόλος νοείται η γνώση και η επιθυμία παραγωγής ενός  παρανόμου συνήθως αποτελέσματος (άμεσος δόλος). Ο δόλος δύναται ωστόσο να είναι και  ενδεχόμενος, όταν ο πράτων προβλέπει το παράνομο αποτέλεσμα, ως ενδεχόμενο και παρά ταύτα  το αποδέχεται. Η έννοια του δόλου κατευθύνεται στην πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας. Δηλαδή  στα πλαίσια του Ν.3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί εκ δόλου και υπό τις δύο άνω μορφές, όταν με  την εν γένει συμπεριφορά του είτε αρχική (κατά την ανάληψη του χρέους) είτε επιγενόμενη (μετά  την ανάληψη του χρέους) συμβάλλει αποφασιστικά στην πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας  πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του. Έτσι πρέπει να νοηθεί ο δόλος στα πλαίσια  εφαρμογής του Ν.3869/2010. Κατά το πρώτο διάστημα της εφαρμογής του νόμου, αξιόλογη μερίδα  της νομολογίας κατά κανόνα, απέκλειε την εμφάνιση του δόλου του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, εφόσον αξιούσε προϋποθέσεις στο πρόσωπο του οφειλέτη που δύσκολα μπορούσαν  να συντρέξουν. Σε ικανό αριθμό αποφάσεων συναντά κανείς στερεοτύπως την ακόλουθη  αιτιολογία: «Η μη δολιότητα καταλαμβάνει εξ ορισμού όχι μόνο την αδυναμία πληρωμής αυτής καθ’ εαυτής, αλλά και την ανάληψη του εγχειρήματος της λήψης δανείων, εάν προδήλως ήταν  αδύνατη η αποπληρωμή τους. Σύμφωνα όμως με τα κρατούντα στις συναλλαγές ο δανειολήπτης  που ζητά τη λήψη δανείου δεν έχει τη δυνατότητα να υποχρεώσει τον πιστωτή να αποδεχθεί το  αίτημά του. Ιδιαίτερα δε όσον αφορά πιστωτικά ιδρύματα, αυτά έχουν επιπλέον τη δυνατότητα,  εκτός από την έρευνα των οικονομικών στοιχείων του αιτούμενου το δάνειο μέσω εκκαθαριστικού σημειώματος ή βεβαίωσης αποδοχών, να διαπιστώσουν και τις τυχόν δανειακές του υποχρεώσεις  σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα μέσω του συστήματος «Τειρεσίας». Αν επομένως το πιστωτικό ίδρυμα αγνοήσει τις καταχωρήσεις και εν γένει τα στοιχεία που καθιστούν τον αιτούντα αφερέγγυο, και  γενικώς παραμελήσει την έρευνα της πιστοληπτικής ικανότητας του οφειλέτη, όπως επιβάλλουν οι αρχές του υπεύθυνου δανεισμού που έχουν θεσμοθετηθεί και νομοθετικά με το άρθρο 8 της ΚΥΑ  Ζ1-699/ΦΕΚ Β΄917/2000 «Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς την Οδηγία 2008/48/ΕΚ  του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2008 για τις συμβάσεις  καταναλωτικής πίστης κλπ», φέρει ευθύνη για την επισφάλεια αυτή. Κατά συνέπεια, δέχεται η  παραπάνω νομολογία, δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη, ο οποίος εν συνεχεία αδυνατεί να αποπληρώσει. Δολιότητα, κατά τη νομολογία αυτή, θα μπορούσε να νοηθεί μόνο αν ο  δανειολήπτης εξαπάτησε τους υπαλλήλους του πιστωτικού ιδρύματος προσκομίζοντας πλαστά  στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων  που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους». Ωστόσο, η  αξίωση εκ μέρους μερίδας της νομολογίας, προσθέτων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στοπρόσωπο του οφειλέτη, κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων  του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος στις αναγκαίες  έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του  νόμου αλλά και ούτε στο γράμμα του νόμου. Ο δόλος του οφειλέτη, στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών  του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς  να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων όπως είναι η εξαπάτηση των  υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να  ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας  του δανειολήπτη. Η εισαγωγή τέτοιων στοιχείων δυσκολεύει τη συγκρότηση του δόλου του οφειλέτη και αποβαίνει σε βάρος των πιστωτικών ιδρυμάτων και υπέρ των οφειλετών , αφού η υπευθυνότητα είναι υποχρέωση και των δύο μερών, δηλαδή και του πιστωτή και του οφειλέτη, και η αναζήτηση ευθύνης από τον ένα προϋποθέτει ότι ο άλλος ενήργησε υπεύθυνα και δεν συνέβαλε στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος. Κατά την ορθότερη άποψη που ακολουθείται από αξιόλογη μερίδα της νομολογίας και την οποία ασπάζεται  και το παρόν Δικαστήριο,  ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του,  επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά αποδεχόμενος το αποτέλεσμα  αυτό. Ειδικότερα πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο ο οποίος καρπούται οφέλη από την  υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνωρίζει κατά την  ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα  βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή  αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει  ή το προβλέπει ως πολύ πιθανό πλην όμως το αποδέχεται.(βλ  Ειρην Ιλίου 405/2014, Ειρην Αθην 274/2012, ΕιρΝ 85/2012 και Ειρην Φλ 1/2012  ). Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης  συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, γνωρίζοντας ότι ο υπερδανεισμός του, σε συνδυασμό με το περιορισμένο και  αμετάβλητο του εισοδήματός του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά  ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, διότι έτσι επιβραβεύεται η τάση να προχωρεί κάποιος σε απερίσκεπτες κινήσεις και να αναλαμβάνει υπερβολικούς κινδύνους ή υποχρεώσεις δυσανάλογες με τις οικονομικές του δυνατότητες,  γνωρίζονται ότι στο τέλος όταν έρθουν τα δύσκολα ή απρόβλεπτες καταστάσεις κάποιος θα τον σώσει και κάποιος τρίτος θα πληρώσει τελικά. Ειδικότερα  δε όταν «ο οφειλέτης χρησιμοποίησε την πίστωση για να προβεί σε πολυτελείς ή ιδιαίτερα υψηλές καταναλωτικές δαπάνες, σε σχέση με αυτές που δικαιολογεί το εισόδημά του, όταν «προκαλεί» με τις επιλογές του, ακόμα και όταν απλά δανείζεται πέραν από τις δυνατότητές του, χωρίς να δικαιολογείται από την ικανοποίηση κάποιας σοβαρής βιοτικής ανάγκης, εκτίθεται περισσότερο στον κίνδυνο της αποδοχής της δόλιας αδυναμίας».  (βλ Εφαρμογές Αστικού Δικαίου έτος 2015/τεύχος 4 Δημήτρη Σπυράκος «Η Έννοια της δόλιας αδυναμίας πληρωμών στο Ν 3869/2010) Λαμβάνοντας δε υπόψη ότι μόνο ο μισός ελληνικός πληθυσμός έχει σήμερα δάνεια από τα οποία ένα μεγάλο μέρος συνεχίζει παρά τις αντιξοότητες να εξυπηρετείται, η χαριστική συμπεριφορά έναντι τμήματος των πιστωτών, χωρίς κριτήρια και διαδικασίες ειδικά δε σε περιπτώσεις υπέρογκου δανεισμού , δυσανάλογο με την οικονομική του δυνατότητα  θα οδηγούσε αφ ενός μεν σε σημαντικές αδικίες σε βάρος αυτών που δεν έχουν δανειστεί ή που έχουν δανειστεί αλλά εξακολουθούν με ιδρώτα και αίμα να είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις των και αφ ετέρου  σε γενικευμένη πρακτική αθέτησης των συμβατικών υποχρεώσεών τους με δραματικές αρνητικές επιπτώσεις για την οικονομία την ανάπτυξη και την απασχόληση, κάτι βέβαια που θα ήταν αντίθετο στην περίπτωση αυτή με βασικά άρθρα του Συντάγματος,  όπως  στο άρθρο 4 παρ. 1 του   κατά το οποίο οι Έλληνες είναι ίσοι απέναντι στο νόμο με την αρχή δηλ της ισότητας που αποκλείει την εκδήλως άνιση μεταχείριση, είτε με τη μορφή της εισαγωγής καθαρά χαριστικών μέτρων ή προνομίων ,   με τα άρθρα  25 και   17 του Συντάγματος και κυρίως  του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, κατά το οποίο «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού, παρά μόνο για λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενιών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους». Εξ άλλου το σύνηθες πρότυπο του οφειλέτη, στον οποίο αφορά ο νόμος, είναι αυτό του μικροοφειλέτη – στις περισσότερες περιπτώσεις με πενιχρά εισοδήματα, με πενιχρά περιουσιακά στοιχεία και έλλειψη συναλλακτικής εμπειρίας κάτι που ρητά πλέον αποτυπώνεται στις νέες τροποποιήσεις του ν 3869/2010 (ν 4336/2015 και ν 4346/2015) όπου εν αντιθέσει με τους προϊσχύοντες νόμους  εισάγονται πλέον αυστηρότερα εισοδηματικά κριτήρια για τους δανειολήπτες αλλά και περιορισμοί ως προς την αντικειμενική αξία της υπό προστασία κατοικίας, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με την έως τώρα κρατούσα άποψη περι ευθύνης των Τραπεζών, εξ αιτίας της «επιθετικής   πιστωτικής πολιτικής» στη χορήγηση των δανείων και στην  συνεπεία αυτής επιβαλλόμενη   άνευ όρων και προϋποθέσεων αντίστοιχη υποχρέωση της Πολιτείας προς προστασία των υπερχρεωμένων πολιτών, αφού περιορίζεται πλέον και ποσοτικά και ποιοτικά η ευθύνη εκ της «επιθετικής πιστωτικής πολιτικής των Τραπεζών» και η προστασία του κράτους, εξαιρώντας  περιπτώσεις υπερδανεισμού  και κατοικιών πάνω από μια συγκεκριμένη αντικειμενική αξία. Εμμέσως πλην σαφώς ο νέος νόμος δεν θεωρεί πλέον ως άξιες προστασίας όλες τις επιλογές των δανειοληπτών δηλ. τον αλόγιστο δανεισμό ή τον υπερδανεισμό  χαράζοντας όρια στην προστασία των δανειοληπτών  αλλά και στην προστασία της κυρίας κατοικίας     ν (Κλ. Ρούσσος, Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα – Δομή και λειτουργία Ν. 3869/2010 Νομική Βιβλιοθήκη, 08/2/2011 βλ. Αθ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων  φυσικών προσώπων, έκδ. 3η, 2014, υπό το άρθρο 1, αρ. 31, 32, 36, 37, 38, σελ. 46-51,    8/2015  Ειρην Χαν., 11/2015 Ειρην Βάμου, 484/2015 Ειρ Πατρών, Γ. Ευστρατιάδης: «Ν.3869/2010 Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις», σελ.7, σε σεμινάριο επιμορφώσεως Ειρηνοδικών στην Εθνική Σχολή δικαστικών Λειτουργών ΕιρΚαλαμ  28/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Ειρ Ιλίου 405/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΧαν 233/2014 αδημ., ΕιρΙλίου 408/2013, αδημ., ΕιρΑθ 1338/2012 αδημ., ΕιρΑθ 274/2012 ΕφΑΔ 2012, 1124, ΕιρΦλωρ 1/2012  ΝοΒ 2012, 1191, ΕιρΑθ 257/2012 ΕΠολΔ 2012, 631, ΕιρΑθ 209/2012 ΧρηΔικ 2012, 293).

       Περαιτέρω  σύμφωνα με το άρθρο 390 ΠΚ  περίπτωση απιστίας από την οποία προκύπτει άμεσα και αιτιατά περιουσιακό όφελος για τον δράστη ή τρίτο συνιστά κατεξοχήν ο τραπεζικός δανεισμός. Με την σύμβαση δανείου εν γένει η πιστοδότρια τράπεζα παραχωρεί χρήματα στον πιστολήπτη ο οποίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να επιστρέψει στον συμφωνηθέντα χρόνο (άρθρα  806 και 807 ΑΚ) . Εάν οι τραπεζικοί υπάλληλοι οι οποίοι έχουν την επιμέλεια και διαχείριση της περιουσίας μιας Τράπεζας προβαίνουν κατά παράβαση των κανόνων της επιμελούς διαχείρισης στη σύναψη δανείων για την χρηματοδότηση επιχειρήσεων και ιδιωτών χωρίς να πληρούν οι χρηματοδοτούμενοι τις αναγκαίες προϋποθέσεις κατά παράβαση των οδηγιών εγκυκλίων και χωρίς να ελέγχουν την πιστοληπτική ικανότητα των χρηματοδοτούμενων πελατών για να εξασφαλίσουν την περιουσία της Τράπεζας με αξιόχρεες εγγυήσεις βλάπτοντας εν γνώσει τους την περιουσία της τελευταίας διαπράττουν το έγκλημα της απιστίας του άρθρου  390 ΠΚ (ΑΠ 1488/2006)

     Από την ανωμοτί εξέταση του πρώτου αιτούντος, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα  πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, όλα τα προσκομιζόμενα και  επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, απ’ όσα οι ίδιοι οι διάδικοι ρητώς ή εµµέσως συνομολογούν, από τα  διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και χωρίς απόδειξη και  από τη διαδικασία γενικότερα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος  των αιτούντων, ηλικίας ** ετών, είναι Ιατρός ** -Επιμελητής Α, στο Γενικό Νοσοκομείο ***  Το μέσο μηνιαίο εισόδημά του προερχόμενο από το μισθό του ανέρχεται σήμερα στο ποσό των 2.100 Ευρώ μηνιαίως, ενώ η δεύτερη των αιτούντων (σύζυγος του πρώτου), ηλικίας ** ετών, είναι  νοσηλεύτρια Υπεύθυνη στο Παθολογικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου ***   με μέσο μηνιαίο εισόδημα από τον μισθό της 1200 Ευρώ μηνιαίως (βλ. αναλύσεις αποδοχών ), έχουν δε αποκτήσει από τον γάμος  τους ένα ανήλικο τέκνο ηλικίας **  ετών. Αμφότεροι, έχουν περιέλθει, όπως ισχυρίζονται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, όπως αυτές θα εκτεθούν αναλυτικά πιο κάτω. Οι αιτούντες, ως μοναδικό περιουσιακό στοιχείο (βλ έντυπο Ε9 φορολογικών δηλώσεων) διαθέτουν κατά 50%  εξ αδιαιρέτου έκαστος δυνάμει του με αριθμό ***  συμβολαίου, της συμβολαιογράφου  ***, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου ** , στον τόμο ** και με αύξοντα αριθμό μεταγραφής **, την πλήρη κυριότητα μιας μεζονέτας 290 τμ εντός οικοπέδου εκτάσεως 650τμ στην θέση «***» (οδός ***) του Δήμου ***, το οποίο  και  αποτελεί  την κοινή κύρια κατοικία των   (και του τέκνου αυτών). Προκειμένου  δε να  αγοράσουν το οικόπεδο και στην συνέχεια  να αποπερατώσουν την μεζονέτα,  προτίμησαν να καταφύγουν σε υπέρμετρο δανεισμό, ο οποίος, όπως θα καταδειχθεί αμέσως κατωτέρω, υπερέβαινε κατά πολύ τα μέτρα των οικονομικών τους δυνατοτήτων. Συγκεκριμένα, οι αιτούντες  έλαβαν 1) από την πρώην M P Τράπεζα, την οποία διαδέχθηκε η κυρίως παρεμβαίνουσα, δυνάμει της υπ αριθμ. MG***052 συμβάσεως ένα στεγαστικό δάνειο, ύψους 150.000 εκ του οποίου ποσού κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης οφείλονται 136.209,45  Ευρώ 2) από την πρώην   M  P  Τράπεζα, την οποία διαδέχθηκε η κυρίως παρεμβαίνουσα, δυνάμει της υπ αριθμ ΜΓ ***553 συμβάσεως ένα στεγαστικό δάνειο, ύψους 90.000 Ευρώ εκ του οποίου ποσού οφείλονται κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης 86.788,47Ευρώ 3) από την πρώην   M P  Τράπεζα, την οποία διαδέχθηκε η κυρίως παρεμβαίνουσα, δυνάμει της υπ αριθμ MG ***581 συμβάσεως ένα στεγαστικό δάνειο, ύψους 160.000 ευρώ εκ του οποίου ποσού οφείλονται 154.627,31 Ευρώ  4)  από την πρώην   M P  Τράπεζα, την οποία διαδέχθηκε η κυρίως παρεμβαίνουσα, δυνάμει της υπ αριθμ MG***110   ένα στεγαστικό δάνειο, ύψους 70.000 Ευρώ εκ του οποίου ποσού οφείλονται κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης 69.379,79Ευρώ 5) από την πρώην   M P Τράπεζα, την οποία διαδέχθηκε η κυρίως παρεμβαίνουσα, δυνάμει της υπ αριθμ. MG ***0044  ένα στεγαστικό δάνειο, ύψους 70.000 Ευρώ εκ του οποίου οφείλεται 62.104,51 Ευρώ  6) από την πρώην   M P Τράπεζα, την οποία διαδέχθηκε η κυρίως παρεμβαίνουσα, ένα στεγαστικό δάνειο(αγνώστου ποσού) εκ του οποίου οφείλεται κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης ποσό 3.242,27 Ευρώ 7) από την πρώην   M P Τράπεζα, την οποία διαδέχθηκε η κυρίως παρεμβαίνουσα, με βάση την ύπ’ αριθμ σύμβαση ***384 πιστωτικής κάρτας  καταναλωτικό δάνειο ύψους 1.283,04 Ευρώ. Δηλ οι αιτούντες, προέβησαν σε συνολικό δανεισμό ύψους( 150.000+90.000+160.000+70.000+70.000+3.242,27 +1.283,04) 544,365,31Ευρώ εκ του οποίου ποσού οφείλουν κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης (Φεβρουάριος 2013)  532.052,7 Ευρώ (βλ προσκομιζόμενη από καθ’ ης με χρονολογία 5.3.3013 αναλυτική κατάσταση οφειλών), η δε πρόταση συμβιβασμού την οποία υπέβαλλαν οι αιτούντες στην πιστώτρια τράπεζα ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 84.318 Ευρώ για έκαστο εξ αυτών, καταβολής σε μηνιαίες δόσεις των 353 Ευρώ  για έκαστον εξ αυτών και σε διάρκεια 20ετίας, πλέον της καταβολής ποσού 16.800 Ευρώ για τον πρώτο των αιτούντων και 12.000 ευρώ για την δεύτερη των αιτούντων σε διάστημα 4ετίας   σε δόσεις των 350 Ευρώ για τον πρώτο των αιτούντων και 250 Ευρώ, για την δεύτερη των αιτούντων(το αντίστοιχο βέβαια ποσό που προϋπολόγιζε να εισπράξει η πιστώτρια τράπεζα, εάν η σύμβαση δανεισμού εξελίσσετο ομαλά  σε διάρκεια 20ετίας, θα ανήρχετο στο ποσόν τουλάχιστον  των 800.000 Ευρώ) . Τις απαιτήσεις της, από τα ως άνω δάνεια η πρώην M P Τράπεζα, τις εξασφάλισε με την εγγραφή προσημείωσης  υποθήκης επί της κύριας κατοικίας   των αιτούντων που ήταν και το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο των. Από τις παρατιθέμενες στο δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως τελευταίες ενήμερες δόσεις, προκύπτει ότι η συνολική καταβλητέα μηνιαία δόση για την εξυπηρέτηση των δανείων αυτών, ανερχόταν περίπου στο ποσό των 3.300 Ευρώ μηνιαίως.  Την ίδια στιγμή το  μηνιαίο καθαρό εισόδημα του πρώτου των αιτούντων, ανερχόταν το 2005 έως και το 2010 περίπου σε 3.600 Ευρώ, αναλυόμενο σε 1.800 Ευρώ μισθός και 1800 Ευρώ Εφημερίες, ενώ μετά το 2010 ο μηνιαίος μισθός του ανέρχεται στο ποσόν των  2.100 Ευρώ αναλυόμενο σε 1.480 Ευρώ μισθό και 650 Ευρώ εφημερίες. Η δεύτερη των αιτούντων, είχε ως μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα  κατά το χρονικό διάστημα από 2005 έως και το 2010 το ποσό των 1400 Ευρώ, μετά δε το 2010, ο μηνιαίος μισθός της, ανήρχετο στο ποσό των 1.200 Ευρώ. Παράλληλα, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στην δεύτερη σελίδα της ένδικης αιτήσεως και που αναλύεται περαιτέρω στην πέμπτη σελίδα, το μηνιαίο κόστος βιοτικών αναγκών των αιτούντων και του ανηλίκου τέκνου των ανέρχεται στο ποσό των 2.500 Ευρώ. Έτσι λοιπόν, ήδη από την αρχή της λήψης των παραπάνω δανείων, τα δηλωθέντα εισοδήματα των αιτούντων, δεν επαρκούσαν τόσο για την ταυτόχρονη κάλυψη των δανειακών τους υποχρεώσεων, όσο και των βιοτικών αναγκών των, δεδομένου, ότι ο μισθός του πρώτου αιτούντα, σχεδόν ολόκληρος  καταναλίσκεται για την πληρωμή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων του δανείου, απομένοντας έτσι προς διάθεση και για να καλύψουν τις συνολικές δαπάνες διαβίωσης,  ο μισθός της συζύγου, ύψους 1.400 Ευρώ αφού λοιπά εισοδήματα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία, δεν προκύπτουν να υπάρχουν από τα προσαγόμενα στοιχεία  κατά πολύ λιγότερο δηλ, από το προσδιοριζόμενο, από τους ίδιους τους αιτούντες μηνιαίο κόστος βιοτικών αναγκών, το οποίο ανέρχεται σε 2.500 Ευρώ, σε κάθε περίπτωση όμως, ο λόγος των δόσεων για την εξυπηρέτηση των δανείων προς το εισόδημα διαμορφώθηκε στο υψηλό ποσοστό  του 70% του μηνιαίου εισοδήματος, όταν ως γενικά αποδεκτός θεωρείται όταν η δόση δεν υπερβαίνει το  40% του μηνιαίου εισοδήματος. Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι οι αιτούντες, δεν επέδειξαν συμπεριφορά συνετού καταναλωτή, διότι ήδη από τον χρόνο λήψης των ως άνω δανείων, το 2008 διέβλεπαν ως ενδεχόμενη την αδυναμία της αποπληρωμής των υποχρεώσεών τους στο μέλλον, καθόσον το μοναδικό αξιόλογο αλλά και σταθερό οικογενειακό  εισόδημα ήταν ο μισθός των  και οι Εφημερίες που πραγματοποιούσε ο πρώτος των αιτούντων, οι οποίες όμως κυμαίνονται και διαφοροποιούνται ανά  χρονική περίοδο , παράλληλα δε οι αιτούντες, δεν  επικαλούνται, ούτε αποδεικνύουν εισοδήματα από άλλες πηγές, τα οποία χρησιμοποιούνταν ως συμπλήρωμα του συνολικού ποσού της δόσεως που έπρεπε να καταβάλλουν μηνιαίως στους πιστωτές τους. Η ενδεχόμενη δε    παράλειψη από την πλευρά του πιστωτή να ενεργήσει επισταμένη έρευνα, πριν χορηγήσει την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως, ότι ο πιστωτής θα πρέπει να αναλάβει άνευ άλλου τινός, τον κίνδυνο της ματαίωσης, της ικανοποίησης των απαιτήσεών του, από την επελθούσα αδυναμία πληρωμών του Δανειολήπτη, μπορεί όμως να οδηγήσει σε περίπτωση παραβάσεως των οδηγιών για την χορήγηση δανείων   όπως στις περιπτώσεις δανείων που δόθηκαν χωρίς να ελέγχουν την πιστοληπτική ικανότητα  των χρηματοδοτούμενων πελατών και να εξασφαλίσουν την περιουσία της Τράπεζας με αξιόχρεες εγγυήσεις,  στο αδίκημα της απιστίας του άρθρου 390 ΠΚ. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη αίτηση, η πιστώτρια Τράπεζα M P  LTD  προέβη στην χορήγηση του παραπάνω δανείου ύψους 544.000 Ευρώ, χωρίς να προνοήσει να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο αυτό, με την επίτευξη αξιόχρεων εμπράγματων εξασφαλίσεων, πολλαπλασίου  ποσού του χορηγηθέντος δανείου, αφού στο μοναδικό περιουσιακό στοιχείο το οποίο ενέγραψαν προσημείωση υποθήκης που είναι και η πρώτη κατοικία των αιτούντων της οποίας ζητείται και η προστασία, η εμπορική αξία της   μετά του οικοπέδου ανέρχεται σύμφωνα με την δήλωση των ιδίων των αιτούντων στο ποσό των 150.000 Ευρώ(βλ 3η σελ πρώτη σειρά της ένδικης αιτήσεως). Απ’ όλα τα ως άνω εκτεθέντα προκύπτει ότι οι αιτούντες,  ως  οφειλέτες δημιούργησαν χρέη συνολικού ύψους  544.000 Ευρώ ,  υπερβαίνοντας, το μέτρο και την σύνεση του μέσου καταναλωτή, με τον αλόγιστο δανεισμό τους, με  την λήψη στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων, συνέχισαν δε και μετά το ξέσπασμα της  οικονομικής κρίσης να λαμβάνουν δάνεια (βλ υπo χρονολογία 20.01.2011 τροποποιητική πράξη δυνάμει της οποίας τροποποιήθηκε η υπ αριθμ ΜG ****0110/18.6.2009 σύμβαση   πίστωσης με την οποία χορηγήθηκε στους αιτούντες επιπλέον δάνειο 60.000 Ευρώ)    μολονότι γνώριζαν, ότι στο μέλλον, θα αδυνατούσαν να τα καλύψουν ή τουλάχιστον προχωρούσαν στην λήψη των δανείων αποδεχόμενοι πλήρως ως πιθανόν αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους και αψηφώντας τις  συνέπειες.  Και τούτο  διότι, δεν  απέδειξαν ότι κατά την  ανάληψη των επίδικων οφειλών τους, ανέμεναν ή ήλπιζαν σε μεταγενέστερη βελτίωση των  οικονομικών τους, ώστε να υπάρχει δυνατότητα αποπληρωμής τους, ούτε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψε κατά τον ίδιο παραπάνω χρόνο αναμενόμενη βελτίωση του  οικογενειακού εισοδήματός τους, το οποίο, όπως με σαφήνεια καταδείχθηκε πιο πάνω, προερχόταν ουσιαστικά μόνο από τους μισθούς των και  μόνο   χωρίς να διαθέτουν άλλους αξιόλογους και προπάντων σταθερούς οικονομικούς πόρους. Υπό τα περιστατικά αυτά, η υπαιτιότητα των αιτούντων, είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψαν το  αποτέλεσμα της αδυναμίας πληρωμής των χρεών των, ως πιθανό και το αποδέχθηκαν, σε κάθε περίπτωση όμως, η παραπάνω αίτηση είναι   καταχρηστική (281ΑΚ)  αφού το δικαίωμα των αιτούντων  ασκείται καταχρηστικά, καθώς η αδυναμία πληρωμής των, προέκυψε από δικές των εσφαλμένες εκτιμήσεις, κάτι που ομολογούν και στην αίτησή των (βλ 3η σελίδα της ένδικης αίτησης..εσφαλμένες εκτιμήσεις ως προς τις δυνατότητες αποπληρωμής δανειακών υποχρεώσεων μου)  η επιδίωξή των δε για ρύθμιση των χρεών των, υπό τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά  συνιστά   καταστρατήγηση και καταχρηστική εφαρμογή των διατάξεων του   νόμου σε βάρος των πιστωτών, αλλά και των συνεπών οφειλετών, που αποτελούν και τη συντριπτική πλειοψηφία, καθώς, η άσκηση του δικαιώματος των αυτού, έρχεται σε αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος, κρίνεται δε, ότι δεν είναι σύμφωνος με το γράμμα και το πνεύμα του νόμου  και με το σκοπό των διατάξεων του Ν.3869/2010  και σύμφωνα με τους ηθικούς κανόνες, που χαρακτηρίζουν την συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου. Αφού ο νόμος 3869/2010, ναι μεν  παρέχει το δικαίωμα στους αιτούντες να υπαχθούν στις ρυθμίσεις    του  και εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου και ρυθμισθούν οι οφειλές των  αναπόδραστη συνέπεια θα είναι, η απώλεια εισοδημάτων των πιστωτών τους και κατ΄ επέκταση των φορολογούμενων   πολιτών(βλ μείζονα πρόταση) ,αποτέλεσμα που αποτελεί δικαιοπολιτική επιλογή του νομοθέτη, εξαιρουμένων όμως των περιπτώσεων εκείνων που η συμπεριφορά των οφειλετών, όπως εν προκειμένου εξέρχεται των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και κάθε λογικής «συνετού» και υπεύθυνου δανεισμού   αφού από ένα υπέρογκο δανεισμό για την οικονομική των επιφάνεια,   ύψους 544.000 Ευρώ, εξακολουθούν να οφείλουν ποσό ύψους 532.000 Ευρώ, (βλ προσαγόμενη υπό χρονολογία 5.3.3013 αναλυτική κατάσταση οφειλών απ την καθ’ ής) η αιτούμενη δε διαγραφή ανέρχεται στο ποσό  περίπου των 380.000 Ευρώ.   Προέκυψε περαιτέρω ότι ο υπέρμετρος δανεισμός των αιτούντων,   με κορύφωση τα έτη 2008, 2009 και 2011 αποσκοπούσε στην επίτευξη από μέρους των, επιπέδου διαβίωσης ανώτερου από τις οικονομικές των δυνατότητες και συγκεκριμένα στην απόκτηση μίας οικίας  (μεζονέτας) πολυτελούς κατασκευής στην   περιοχή  ***, του Δήμου ***,  επιφάνειας  290 τ.μ., (αποτελούμενη από υπόγειο 160τμ, ισόγειο 130τμ και α΄ όροφο 130 τμ)  επί  οικοπέδου 650 τμ, επιλέγοντας  την «εύκολη» λύση της υπερχρέωσης, προκειμένου να κατασκευάσουν  μία νεόδμητη  υπερπολυτελή οικία, υπερβολικών διαστάσεων για τα δεδομένα μίας τυπικής τριμελούς οικογένειας, που σαφώς δεν ανταποκρινόταν στα μέτρα των οικονομικών δυνατοτήτων τους, ούτε βέβαια στο σκοπό του νομοθέτη που ήταν κυρίως η εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου διαβίωσης στους οφειλέτες με τη δυνατότητα  απαλλαγής από τις υποχρεώσεις, προκειμένου να επανενταχθούν στην οικονομική δραστηριότητα που αποτελεί τον σκοπό του νόμου και   όχι η εξασφάλιση ενός υπερπολυτελούς επιπέδου διαβίωσης που αποβαίνει σε βάρος της Εθνικής Οικονομίας, των πιστωτικών ιδρυμάτων, των μετόχων, των καταθετών, των πολιτών και αδιανόητο για τα οικονομικά του Ελληνικού Δημοσίου, αφού η διαγραφή τέτοιων χρεών, που έχουν προκύψει για αγορές ή άλλες δραστηριότητες πολυτελείας από απερισκεψία ή κακό οικονομικό προγραμματισμό και η προνομιακή αυτή αντιμετώπιση, ενός μικρού μέρους τέτοιων δανειοληπτών, αδικεί όλους όσους με δυσκολία ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις των περιορίζοντας το επίπεδο διαβίωσής των, όταν μάλιστα  είναι γνωστόν ότι οι όποιες απώλειες των τραπεζών, από τα νοικοκυριά αυτά,  αντισταθμίζονται από ακόμη υψηλότερα επιτόκια χορηγήσεων, με ακόμη μεγαλύτερες επιβαρύνσεις για το σύνολο των πολιτών, σε μια πολύ δύσκολη οικονομική συγκυρία για την χώρα μας, γιατί στην ουσία έτσι μετακυλίεται η αποπληρωμή των οφειλών τους στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο αναγκάζεται να στηρίξει χρηματικά τις τράπεζες και κατά συνέπεια στην Ελληνική κοινωνία και στους Έλληνες φορολογούμενους, για τον λόγο δε αυτό στις τελευταίες τροποποιήσεις του νόμου (βλ ν 4336/2015 και 4346/2015  εισάγονται  αυστηρότερες προϋποθέσεις αναφορικά με το ύψος των υπό ρύθμιση δανείων, το μέγεθος της υπό προστασία κατοικίας αλλά και το ύψος των δαπανών διαβίωσης, κάτι που προφανώς έρχεται σε αντίθεση με την έως τώρα ισχύουσα νομολογία που ανεξάρτητα του ύψους δανεισμού, η την συμπεριφορά των δανειοληπτών καταλόγιζε, ευθύνη a priori αποκλειστικά και μόνο στην «επιθετική πολιτική των τραπεζών» και στην   « επιθετική στρατηγική πώλησης τραπεζικών προϊόντων  μέσω καταιγιστικών διαφημίσεων». Συμπερασματικά, μια τέτοια εφαρμογή του νόμου και διαγραφή υπέρογκων ή αλόγιστων χρεών, θα προσέκρουε σε κάθε περίπτωση  στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος κατά το οποίο οι Έλληνες είναι ίσοι απέναντι στο νόμο, κατά την οποία η αρχή της ισότητας αποκλείει την εκδήλως άνιση μεταχείριση, είτε με τη μορφή της εισαγωγής καθαρά χαριστικών μέτρων ή προνομίων, είτε με τη μορφή της επιβολής αδικαιολόγητης επιβάρυνσης, όπως τούτο συμβαίνει στην περίπτωση που οι πιστωτές  χάνουν το μεγαλύτερο μέρος ή και ολόκληρη την απαίτηση τους, στην διάταξη του άρθρου 25 του Συντάγματος,  σύμφωνα με την οποία ο περιορισμός αυτού του δικαιώματος τους(των πιστωτών) δεν είναι ανεκτός, καθόσον δεν συντρέχει λόγος δημοσίου συμφέροντος, ούτε τηρείται η αρχή της αναλογικότητας και θίγεται ο πυρήνας του δικαιώματος τους αφού παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας κατά τρόπο που αναιρείται το δικαίωμα τους στην περιουσία, το οποίο επίσης κατοχυρώνεται και στο άρθρο 17 του Συντάγματος και κυρίως στο άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, κατά το οποίο ΄΄ Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού, παρά μόνο για λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενιών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους’’. Έτσι λοιπόν η πιστώτρια  θα υφίστατο παραβίαση, των συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της, αφού υφίσταται απώλεια και των ιδίων κεφαλαίων της, πράγμα το οποίο παραβιάζει το δικαίωμα της στην περιουσία και αποτελεί αδικαιολόγητη επιβάρυνση γι αυτή και καθαρά χαριστικό μέτρο προς τους οφειλέτες.  Εξ άλλου το σύνηθες πρότυπο του οφειλέτη, στον οποίο αφορά ο νόμος, είναι αυτό του μικροοφειλέτη – στις περισσότερες περιπτώσεις με πενιχρά εισοδήματα, με πενιχρά περιουσιακά στοιχεία και έλλειψη συναλλακτικής εμπειρίας και όχι η προστασία καταναλωτών με πολύ μεγάλη δανειακή επιβάρυνση, η οποία κείται εκτός κάθε λογικής «συνετού» και υπεύθυνου εκ μέρους του δανειολήπτη δανεισμού.

       Η συνυπαιτιότητα των τραπεζών στη λήψη δανείων, δεν αίρει τις συνέπειες της δόλιας και καταχρηστικής συμπεριφοράς του υπερχρεωμένου, που είναι η μη υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του ως άνω νόμου, ακόμη και αν σε αυτό συνέβαλε η συμπεριφορά των πιστωτικών ιδρυμάτων που χορηγούσαν δάνεια, χωρίς να ελέγξουν την οικονομική δυνατότητα, του αιτούμενου το δάνειο και χωρίς να διαπιστώσουν και τις λοιπές δανειακές υποχρεώσεις του και την εν γένει οικονομική του συμπεριφορά και που συνεπώς φέρουν ευθύνη για την επισφάλεια αυτή. Στο άρθρο 1 παρ. 1 του νόμου 3869/2010, σαφώς αναφέρεται ότι την αίτηση που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 4 για την ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή, δικαιούνται να υποβάλλουν τα φυσικά πρόσωπα που έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής.  Παράλληλα, επειδή όπως προκύπτει  από τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση αιτήσεως, οι εν λόγω δανειολήπτες,  έλαβαν δάνεια στεγαστικά και καταναλωτικά   από τους καθ’ ών Πιστωτές των, το ύψος των οποίων, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 544.000 Ευρώ, με συνέπεια σήμερα να αδυνατούν να εκπληρώσουν τις παραπάνω δανειακές υποχρεώσεις των και με δεδομένο μάλιστα ότι η συνολική ακίνητη περιουσίας των δεν υπερβαίνει σύμφωνα με εκτιμήσεις των ιδίων των αιτούντων, το συνολικό ποσό των 150.000 Ευρώ(βλ προσαγόμενο από τους αιτούντες σχετ. 4 Αίτηση εξωδικαστικού συμβιβασμού, όπου αναγράφεται επί λέξει στην δεύτερη σελίδα αυτής …Η εμπορική αξία όλης της μονοκατοικίας ανέρχεται στο ποσό των 150.000 Ευρώ..), επί της οποίας η πιστώτρια τράπεζα ενέγραψε τις εξής προσημειώσεις υποθηκών συνολικού ύψους 636.000 Ευρώ: α) με βάση την υπ αριθμ. ***/7.2.2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου ενεγράφη  προσημείωση υποθήκης, για ποσό 108.000Ευρώ, υπέρ της  «M Ε» και εις  βάρος των αιτούντων η οποία έχει καταχωρηθεί στο Κτηματολογικό Γραφείο ***με αριθμό πρωτ. ***/11.2.2008  β) με βάση την υπ αριθμ ***/30.1.2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου ενεγράφη   προσημείωση υποθήκης για ποσό 372.000Ευρώ υπέρ της  «M Ε ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΕ» και εις  βάρος των αιτούντων η οποία έχει καταχωρηθεί στο Κτηματολογικό Γραφείο *** με αριθμό πρωτ.  Καταχώρησης ***/2.7.2009 γ) με βάση την υπ αριθμ. ***/1.7.2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου ενεγράφη   προσημείωση υποθήκης για ποσό 84.000Ευρώ υπέρ της  «M Ε ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΕ» και εις  βάρος των αιτούντων, η οποία έχει καταχωρηθεί στο Κτηματολογικό Γραφείο *** με αριθμό πρωτ.  Καταχώρησης ***/3.7.2009 δ)  με βάση την υπ αριθμ. ***/3.2.2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου ενεγράφη   προσημείωση υποθήκης για ποσό 72.000Ευρώ υπέρ της  «M Ε ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΕ» και εις  βάρος των αιτούντων, η οποία έχει καταχωρηθεί στο Κτηματολογικό Γραφείο *** με αριθμό πρωτ.  Καταχώρησης ****/4.2.2011.

     Επειδή η παραπάνω συμπεριφορά των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των τραπεζικών υπαλλήλων που έχουν την επιμέλεια και την διαχείριση της περιουσίας των, κατά παράβαση των κανόνων της επιμελούς διαχείρισης στην σύναψη Τραπεζικών δανείων για την χρηματοδότηση των αιτούντων, χωρίς να πληρούνται   οι αναγκαίες προϋποθέσεις  και χωρίς να ελέγξουν την πιστοληπτική ικανότητα των χρηματοδοτούμενων και να εξασφαλίσουν την περιουσία των με αξιόχρεες εγγυήσεις βλάπτοντας την περιουσία των, παραβιάζοντας προφανώς    την υποχρέωση να προβαίνουν στον λεγόμενο «…υπεύθυνο δανεισμό…», ο οποίος έχει πλέον θεσμοθετηθεί και νομοθετικά με το άρθρο 8 της ΚΥΛ Ζ1-699/ΦΕΚ Β` 917/2010 «Προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς την οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2008 για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την Κατάργηση της οδηγίας 87/102/EOK του Συμβουλίου που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των ΕΚ, αριθμ. L 133 της 22.5.2008» των Υπουργών Οικονομικών -Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που ενσωμάτωσε την Οδηγία 2008/48/ΕΚ στο εσωτερικό δίκαιο (βλ. σχετικά Λειβαδά Το νέο ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο για την καταναλωτική πίστη 2008, Περάκη. Η αρχή του υπεύθυνου δανεισμού και η πρόσφατη κοινοτική Οδηγία για την καταναλωτική πίστη σε ΧρηΔικ 2009.352επ., Τασίκα Εκφάνσεις της αρχής του υπεύθυνου δανεισμού στην καταναλωτική πίστη., η παροχή επαρκών εξηγήσεων στον καταναλωτή και η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας σε ΕπισκΕΔ 2011.337επ., Πελλένη Παπαγεωργίου Η νέα Οδηγία 2008/48/ΕΚ για τις καταναλωτικές συμβάσεις σε ΝοΒ 2010.275επ.), σύμφωνα με τις διατάξεις της οποίας και κατά κοινοτική πλέον επιταγή, τα πιστωτικά ιδρύματα είχαν και έχουν την υποχρέωση να προβαίνουν σε υπεύθυνο δανεισμό των οφειλετών τους και ως εκ τούτου υποχρεώνονται να εξετάζουν την πιστοληπτική ικανότητα του κάθε υποψήφιου οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις συμβατικές του υποχρεώσεις εξυπηρετώντας τις πληρωμές του αλλά και να καλύπτουν τα δάνεια με αξιόχρεες εγγυήσεις.

    Επειδή, κατά το άρθρο 38 του ΚΠΔ «όταν κατά τη διάρκεια πολιτικής ή ποινικής δίκης ανακύπτει  γεγονός που είναι δυνατό να χαρακτηρισθεί έγκλημα διωκόμενο αυτεπαγγέλτως, ο δικαστής, αν σύμφωνα με το νόμο δεν μπορεί να το δικάσει ο ίδιος αμέσως, οφείλει να συντάξει έκθεση και να τη  διαβιβάσει στον αρμόδιο Εισαγγελέα με κάθε πληροφορία και με τα σχετικά έγγραφα». Επειδή το  Δικαστήριο τούτο έχει υπόνοιες  για την διάπραξη των ποινικών αδικημάτων που προβλέπονται από το άρθρο ( 390 ΠΚ )  διατάσσει επιμελεία της γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου, να διαβιβαστούν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λασιθίου  αντίγραφα 1)  οι υπό  κρίση και υπ αριθμ. Πρωτ. 59 και 58 /2013 αιτήσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νεαπόλεως καθώς και η με χρονολογία  13.1.2014 κύρια παρέμβαση  2)   αντίγραφα φορολογικών δηλώσεως των αιτούντων 4) αντίγραφα δανειακών συμβάσεως      6) αντίγραφα  συμβολαίων  των ακινήτων αν αιτούντων και  7) αντίγραφο της αιτήσεως εξωδικαστικού συμβιβασμού.

       Κατόπιν των παραπάνω, πρέπει να απορριφθούν οι εν λόγω αιτήσεις, ως ουσία αβάσιμες και να γίνει δεκτή η προφορικά ασκηθείσα Κύρια Παρέμβαση, τέλος Δικαστικά έξοδα, δεν πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αιτούντων κατ’ αναλογική εφαρμογή του αρ. 8 παρ. 6 του ν. 3869/2010.

  

                                     ΓΙΑ  ΤΟΥΣ  ΛΟΓΟΥΣ  ΑΥΤΟΥΣ

 

         ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις ένδικες αιτήσεις και  την ασκηθείσα προφορικά στο ακροατήριο κύρια παρέμβαση.

        Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων

        Απορρίπτει τις ένδικες αιτήσεις και

        Δέχεται την κύρια παρέμβαση 

       Διατάζει    επιμελεία της γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου, να διαβιβαστούν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λασιθίου  αντίγραφα: 1) των  υπό  κρίση και υπ αριθμ. πρωτ  59 και 58/2013 αιτήσεων των αιτούντων, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νεάπολης καθώς και της υπό χρονολογίας 13.1.2014 Κυρίας παρέμβασης της μετέχουσας ως πιστώτριας 2)   αντίγραφα φορολογικών δηλώσεων  των αιτούντων 4) αντίγραφα δανειακών συμβάσεων 6) αντίγραφο του υπ αριθμ ***/17.11.2005  συμβολαίου, της συμβολαιογράφου ****,    του  ακινήτου  των αιτούντων 7)   αντίγραφο της αιτήσεως, εξωδικαστικού συμβιβασμού των αιτούντων

      Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στη Νεάπολη  και στο  ακροατήριο του Ειρηνοδικείου  Νεάπολης, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση  στις  9/6/2016.

      

               Ο ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                        Η  ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

            Αργύριος  Κατσαμάνης                     Ελένη Δακανάλη          

 

Πηγή:www.dikastis.blogspot.com 

10

Μάι

2016

ΣτΕ 884/2016:απαντήσεις στον τρόπο αντιμετώπιση των τραπεζικών καταθέσεων και εμβασμάτων άγνωστης πηγής και αιτίας .

Το επταμελές τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας έδωσε με την απόφαση ΣτΕ 884/2016 απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με το χαρακτηρισμό εισοδήματος από ελευθέρια επαγγέλματα, ποσού εμβασμάτων προς το εξωτερικό, καθώς για τον κρίσιμο χρόνο για τη φορολόγησή τους.
Αναλυτικά οι απαντήσεις που δόθηκαν από Σ.τ.Ε. στο κρίσιμα προδικαστικά ερωτήματα που αναφέρονται στην απόφαση έχουν ως εξής:

(Α) Προδικαστικό ερώτημα

Εάν μπορεί να υπαχθεί στην παρ. 3, εδ. α΄ του άρθρου 48 του ν. 2238/1994, όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε πριν από την προσθήκη σ’ αυτήν του εδαφίου β΄ με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3888/2010, και να λογισθεί ως εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα, το ποσό … εμβασμάτων που απεστάλησαν … στο εξωτερικό, η δε διάταξη του εδ. β΄, της ίδιας παραγράφου, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με τον ν. 3888/2010, εάν είναι διαδικαστική διάταξη, που μεταφέρει απλώς στον φορολογούμενο το βάρος απόδειξης της πηγής προέλευσης του ποσού του εμβάσματος και της φορολόγησής του ή της νόμιμης απαλλαγής του από τον φόρο, και, ως τέτοια, εάν μπορεί να καταλάβει και τα εμβάσματα τα προγενέστερα της έναρξης ισχύος της και εν προκειμένω … εμβάσματα που απεστάλησαν στο εξωτερικό στις 20.4.2010 και 29.4.2010, χωρίς, στην τελευταία αυτή περίπτωση, να αντίκειται στο άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος.

Απάντηση σε προδικαστικό ερώτημα:  Κατά την αρκούντως σαφή και προβλέψιμη έννοια της διάταξης (του εδαφίου α΄) της παραγράφου 3 του άρθρου 48 του ΚΦΕ (όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε πριν από την προσθήκη σε αυτήν εδαφίου β΄ με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3888/2010), ερμηνευόμενης σε συνδυασμό, αφενός, με τις διατάξεις του άρθρου 66 (παρ. 1) του ίδιου νόμου και ήδη των άρθρων 14 (παρ. 1), 15 (παρ. 3) και 27 (παρ. 1) του ν. 4174/2013 και, αφετέρου, με τον κανόνα περί δυνατότητας έμμεσης απόδειξης ύπαρξης μη δηλωθέντος φορολογητέου εισοδήματος και αντίστοιχης φορολογικής παράβασης, ποσό τραπεζικού λογαριασμού και αντίστοιχου εμβάσματος μπορεί να λογισθεί και να φορολογηθεί ως εισόδημα από ελευθέριο επάγγελμα του δικαιούχου του λογαριασμού και χορηγήσαντος την εντολή διενέργειας του εμβάσματος, εφόσον δεν καλύπτεται από τα δηλωθέντα εισοδήματά του ούτε από άλλη συγκεκριμένη και αρκούντως τεκμηριωμένη, ενόψει των συνθηκών, πηγή ή αιτία, την οποία είτε αυτός επικαλείται, κατόπιν κλήσης του από τη Διοίκηση για παροχή σχετικών πληροφοριών ή προηγούμενη ακρόαση, είτε εντοπίζει η φορολογική αρχή, στο πλαίσιο της λήψης των προβλεπόμενων στο νόμο, αναγκαίων, κατάλληλων και εύλογων μέτρων ελέγχου

(Β) Προδικαστικό ερώτημα

Εάν, αντιθέτως, η ως άνω διάταξη του εδ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 48 του ν. 2238/1994, όπως προστέθηκε με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3888/2010, είναι ουσιαστική διάταξη και εάν μπορούν να φορολογηθούν αυτοτελώς με βάση τη διάταξη αυτή, ως εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα, … εμβάσματα που απεστάλησαν στο εξωτερικό, θεωρούμενα ως προσαύξηση περιουσίας που προέρχεται από άγνωστη ή μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία, εφαρμοζόμενη δε ειδικότερα η διάταξη αυτή και για … εμβάσματα της 20.4.2010 και 29.4.2010, εάν αντίκειται, κατά το μέρος αυτό, στο άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος.

Απάντηση σε προδικαστικό ερώτημα: H (προστεθείσα με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3888/2010) διάταξη του εδαφίου β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 48 του ν. 2238/1994 έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται, κατ’ αρχήν (εφόσον, βέβαια, δεν έχει παρέλθει ο προβλεπόμενος στην κείμενη νομοθεσία χρόνος παραγραφής της εξουσίας του Δημοσίου για καταλογισμό του φόρου), και σε υπόθεση, όπως η παρούσα, στην οποία η επίμαχη περιουσιακή προσαύξηση (κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό), άγνωστης πηγής ή αιτίας, που λογίζεται ως φορολογητέο εισόδημα από ελευθέριο επάγγελμα, προκύπτει σε χρόνο προγενέστερο της 30.9.2010, η έννοια δε αυτή δεν δημιουργεί ζήτημα αντίθεσης της διάταξης προς την παράγραφο 2 του άρθρου 78 του Συντάγματος ούτε, άλλωστε, προς τη θεμελιώδη αρχή της ασφάλειας δικαίου.

(Γ) Προδικαστικό ερώτημα

Στην περίπτωση που τα εμβάσματα υπόκεινται σε φορολόγηση ως εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα, ποίος πρέπει να θεωρηθεί ως κρίσιμος χρόνος για την φορολόγησή τους, αυτός της αποστολής του εμβάσματος ή ο χρόνος σχηματισμού της τραπεζικής κατάθεσης, από την οποία προήλθε το έμβασμα και

Απάντηση σε προδικαστικό ερώτημα: Οι διατάξεις των εδαφίων α΄ και β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 48 του ν. 2238/1994, όπως ερμηνεύθηκαν ανωτέρω, έχουν, περαιτέρω, την έννοια ότι, σε περίπτωση όπως η επίδικη, το ποσό τραπεζικού λογαριασμού που τροφοδότησε  έμβασμα και λογίζεται ως φορολογητέο εισόδημα από ελευθέριο επάγγελμα του δικαιούχου του λογαριασμού φορολογείται ως εισόδημα της διαχειριστικής περιόδου κατά την οποία προκύπτει ότι εισήχθη το ποσό αυτό στην περιουσία του δικαιούχου του λογαριασμού, η δε μεταφορά (με έμβασμα) χρηματικού ποσού από τραπεζικό λογαριασμό του φορολογούμενου, στον οποίο δεν υπάρχει συνδικαιούχος, σε άλλο τραπεζικό λογαριασμό του ίδιου προσώπου δεν ενέχει προσαύξηση της περιουσίας του – Συνεπώς, κρίσιμος είναι, κατ’ αρχήν, όχι ο χρόνος διενέργειας του εμβάσματος, με αφορμή το οποίο έγινε ο έλεγχος και διαπιστώθηκε η περιουσιακή προσαύξηση, αλλά είτε ο χρόνος της κατάθεσης του επίμαχου ποσού (ή, σε περίπτωση τμηματικής κατάθεσής του, ο χρόνος που κατατέθηκε καθένα από τα τμήματά του) στον τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου, μέσω του οποίου έγινε το έμβασμα, είτε ο προγενέστερος αυτού χρόνος κατά τον οποίο προκύπτει ότι επήλθε η αντίστοιχη προσαύξηση της περιουσίας του.

(Δ) Προδικαστικό ερώτημα

Στην περίπτωση που η πρόσοδος από εμβάσματα υπόκειται σε φορολόγηση, ως εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα, με βάση την παρ. 3 του άρθρου 48 του ν. 2238/1994, εάν, προκειμένου να κριθεί αν καλύπτεται εν όλω ή εν μέρει από τα δηλωθέντα εισοδήματα των κρινόμενων οικονομικών ετών (φορολογούμενα και απαλλασσόμενα), πρέπει να χρησιμοποιηθεί ολόκληρο το δηλωθέν κεφάλαιο, ή να αφαιρεθούν από το κεφάλαιο αυτό οι … τεκμαρτές δαπάνες των άρθρων 16 και 17…»
 

Απάντηση σε προδικαστικό ερώτημα: Οι διατάξεις των εδαφίων α΄ και β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 48 του ν. 2238/1994, ερμηνευόμενες υπό το φως των επιταγών των άρθρων 4 παρ. 5 και 78 παρ. 1 του Συντάγματος, έχουν την έννοια ότι, σε υπόθεση όπως η κρινόμενη, τα ποσά των οριζόμενων στα άρθρα 16 (παρ. 1 περιπτ. α, β, γ και θ) και 17 (περιπτ. γ) του ΚΦΕ τεκμαρτών δαπανών διαβίωσης και κτήσης περιουσιακών στοιχείων αφαιρούνται, κατ’ αρχήν, από το δηλωθέν εισόδημα του αντίστοιχου οικονομικού έτους και επιπλέον, στο μέτρο που το υπερβαίνουν, από το κεφάλαιο που προέρχεται από οποιαδήποτε άλλη νόμιμη πηγή ή αιτία, το οποίο (εισόδημα ή κεφάλαιο) λαμβάνεται υπόψη για να δικαιολογήσει, εν όλω ή εν μέρει, την επίμαχη περιουσιακή προσαύξηση (ποσό τραπεζικής κατάθεσης)

Πηγή: Taxheaven

21

Νοέ

2015

Δικαίωμα του ανηλίκου να αποποιηθεί την κληρονομία εντός έτους από την ενηλικίωση του ;

 Το ΣτΕ έκρινε ότι οι ανήλικοι κληρονόμοι δύνανται να αποποιηθούν την κληρονομία μέσα στο έτος που ακολουθεί από την ενηλικίωση τους, δηλαδή μέσα στο έτος στο οποίο οφείλουν να συντάξουν την κατ’ άρθρο 1912 ΑΚ  απογραφή με το σκεπτικό ότι εφόσον ο ενηλικιούμενος κληρονόμος δεν εκπίπτει από το ευεργέτημα της απογραφής αν συντάξει απογραφή μέσα στο έτος που ακολουθεί την ενηλικίωση του, δικαιούται, πολλώ μάλλον, εντός της αυτής ετήσιας προθεσμίας, να αποποιηθεί την κληρονομία  .  Ίδια απόφαση είχε εκδώσει και παλαιότερα το ίδιο τμήμα του ΣτΕ ερχόμενο σε αντίθεση με τη θεωρία αλλά και  την πάγια  νομολογία των Δικαστηρίων που δέχονται ότι η 4μηνη προθεσμία αποποίησης ισχύει και κατά ανικάνων, όπως οι ανήλικοι, αναστέλλεται εφ’ όσον -εντός αυτής- υποβληθεί αίτηση παροχής αδείας αποποιήσεως από τους γονείς του ανηλίκου στο Ειρηνοδικείο και συνεχίζει να «τρέχει» μετά την έκδοση της σχετικής οριστικής απόφασης .

Δείτε το κείμενο της απόφασης (Α δημοσίευση ΝΟΜΟΣ)

Αριθμός 1884/2015

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Στ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2014, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Β. Ραφτοπούλου, Ελ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Στ. Λαμπροπούλου, Ελ. Μελισσαρίδης, Πάρεδροι. -Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος.


Για να δικάσει την από 20 Νοεμβρίου 2008 αίτηση:

του …………………………………, κατοίκου Ν. Ιωνίας Αττικής (……………….), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Κωνσταντίνο Καρακώστα (Α.Μ. 8817), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Οικονομίας, ο οποίος παρέστη με τον Θεόδωρο Ράπτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.


Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 11931/2007 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.


Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Στ. Λαμπροπούλου.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α

 Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ. 858429, 858430/2008 ειδικά έντυπα παραβόλου) ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως 11931/2007 του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή έφεση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κατά της αποφάσεως 2272/2001 του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφανίσθηκε αυτή, και τελικώς απερρίφθη η, γενομένη δεκτή πρωτοδίκως, ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά της υπ΄ αριθμ. 2270/6.12.2000 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτου, ιδιοκτησίας του τελευταίου, επιβληθείσας για χρέη του προς το Ελληνικό Δημόσιο, ως κληρονόμου του αρχικού οφειλέτη, συνολικού ύψους 165.234.403 δραχμών.

2. Επειδή, στο άρθρο 73 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974, Α’ 90) ορίζονται τα εξής: «1. …2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται … δια τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους: α) … ε) Εάν ο διωκόμενος ως διάδοχος του υποχρέου δεν είναι ο νόμω υπόχρεος, στ) …». Περαιτέρω, στο άρθρο 3 περ. α’ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97) ορίζεται ότι: «Κατά την εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας, εφόσον ο νόμος που διέπει τη σχέση δεν ορίζει διαφορετικά, επιτρέπεται: α) με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στο άρθρο 5, να κριθούν παρεμπιπτόντως ζητήματα της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, αν από τα ζητήματα αυτά εξαρτάται η επίλυση της ένδικης διαφοράς…», ενώ, σύμφωνα με το άρθρ. 217 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, «Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης, και, ιδίως, κατά: α) …β) της κατασχετήριας έκθεσης».

3. Επειδή, εξάλλου, στον Αστικό Κώδικα ορίζονται τα εξής: Αρθρο 1847 «Ο κληρονόμος μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών που αρχίζει από τότε που έμαθε την επαγωγή και το λόγο της…», Αρθρο 1850 «… Αν περάσει η προθεσμία, η κληρονομία θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή», Αρθρο 1527 «Η κληρονομιά που επάγεται σε ανήλικο τέκνο θεωρείται ότι γίνεται αποδεκτή πάντοτε με το ευεργέτημα της απογραφής, και το τέκνο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 1912, δεν εκπίπτει από το ευεργέτημα αυτό..» Αρθρο 1902 «Οσο ο κληρονόμος έχει δικαίωμα να αποποιηθεί την κληρονομία, μπορεί να δηλώσει ότι την αποδέχεται με το ευεργέτημα της απογραφής. Η δήλωση γίνεται στο γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας. Η δήλωση αποδοχής θεωρείται ότι έγινε με το ευεργέτημα της απογραφής, αν ο κληρονόμος είναι πρόσωπο για το οποίο η αποδοχή της κληρονομίας γίνεται κατά το νόμο με το ευεργέτημα της απογραφής», Αρθρο 1903 «Ο κληρονόμος με απογραφή οφείλει να τελειώσει την απογραφή της κληρονομικής περιουσίας μέσα σε τέσσερις μήνες αφότου γίνει η δήλωση του προηγούμενου άρθρου». Αρθρο 1912 «Σε περίπτωση προσώπων ανικάνων ή με περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία, για τα οποία η αποδοχή της κληρονομίας γίνεται κατά το νόμο με το ευεργέτημα της απογραφής, έκπτωση από το ευεργέτημα επειδή δεν συντάχθηκε απογραφή επέρχεται αν μέσα σ’ ένα χρόνο, αφότου τα πρόσωπα έγιναν απεριορίστως ικανά, δεν έκαναν απογραφή». Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, σε συνδυασμό με τις προηγούμενες, σε περίπτωση μη συντάξεως απογραφής από τους έχοντες τη γονική μέριμνα ανηλίκου κληρονόμου, το σχετικό δικαίωμα περιέρχεται στον ενηλικιούμενο κληρονόμο, ο οποίος οφείλει, με την απειλή εκπτώσεως από το ευεργέτημα, να συντάξει την απογραφή εντός έτους από την ενηλικίωσή του. Εφόσον, επομένως, στην περίπτωση αυτή ο ενηλικιούμενος κληρονόμος δεν εκπίπτει από το ευεργέτημα της απογραφής, δικαιούται, πολλώ μάλλον, εντός της αυτής ετήσιας προθεσμίας, να αποποιηθεί την κληρονομία (ΣτΕ 371/2014, 2862/2013).

4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση, στις 20.6.1994 απεβίωσε στην Αθήνα ο παππούς του αναιρεσείοντος, κατάχρεως. Στις 13.10.1994, η μητέρα του αναιρεσείοντος, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος αποποιήθηκε την κληρονομία του αποβιώσαντος. Ακολούθως, ο αναιρεσείων, ο οποίος γεννήθηκε στις 28.12.1978, εντός τετραμήνου από την ενηλικίωσή του και συγκεκριμένα στις 22.4.1997, προέβη σε αποποίηση της εν λόγω κληρονομίας ενώπιον του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την υπ΄αριθμ. 2270/6.12.2000 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης κατασχέθηκε το ½ εξ αδιαιρέτου διαμερίσματος μιας εν μέρει διώροφης και εν μέρει μονώροφης οικοδομής, μετά του αναλογούντος σε αυτήν οικοπέδου, που κείται στον Δήμο Νέας Ιωνίας, η οποία είχε περιέλθει στον αναιρεσείοντα από κληρονομία, για την ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης, ποσού 165.234.403 δραχμών, η οποία καταλογίσθηκε εις βάρος του αναιρεσείοντος ως κληρονόμου της περιουσίας του παππού του. Η απαίτηση για την οποία επεβλήθη η κατάσχεση προερχόταν από πρόστιμα Κ.Φ.Σ., πρόστιμο του άρθρου 48 του ν. 1642/1986, πρόστιμα Κ.Β.Σ., φόρο εισοδήματος, πρόστιμο του άρθρου 67 του ν.δ/τος 3323/1955 καθώς και από έξοδα διοικητικής εκτελέσεως. Κατά της προαναφερόμενης εκθέσεως ο αναιρεσείων άσκησε ανακοπή, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι μη νόμιμα εκδόθηκε η προσβαλλομένη έκθεση εφόσον μετά την, κατά τους ισχυρισμούς του, εμπρόθεσμη αποποίηση της κληρονομίας, δεν είχε την ιδιότητα του κληρονόμου του παππού του. Με την πρωτόδικη απόφαση έγινε δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκε η ένδικη κατάσχεση, με την αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων εμπροθέσμως αποποιήθηκε την κληρονομία, εντός της τετραμήνου προθεσμίας από την ενηλικίωσή του, με την από 22.4.1997 δήλωση αποποίησεώς του ενώπιον του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση το Ελληνικό Δημόσιο. Το δικάσαν Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση 11931/2007 δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων κατά τη διάρκεια της ανηλικότητάς του κατέστη κληρονόμος επ’ ωφελεία απογραφής, εφόσον μέχρι τις 13.2.1995, δηλαδή μέσα στην προθεσμία τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία αποποίησης της κληρονομίας από τη μητέρα του, οι νόμιμοι εκπρόσωποί του δεν προέβησαν σε αποποίηση της κληρονομίας. Στη συνέχεια, το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε ότι από το δικαίωμα του κληρονόμου επ’ ωφελεία απογραφής ο αναιρεσείων εξέπεσε εφόσον δεν συνέταξε απογραφή εντός ενός έτους από την ενηλικίωσή του, με αποτέλεσμα να καταστεί κληρονόμος τόσο για το ενεργητικό όσο και για το παθητικό της κληρονομίας, ενώ η δήλωση αποποίησης της κληρονομίας, στην οποία αυτός προέβη μετά την ενηλικίωσή του, δεν είχε καμία έννομη συνέπεια. Ενόψει αυτών, το δικάσαν εφετείο δέχθηκε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση. Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας την ανακοπή, δέχθηκε ότι με τις προαναφερόμενες ταμειακές βεβαιώσεις νομίμως βεβαιώθηκαν αφενός εις βάρος του αποβιώσαντος τα οφειλόμενα ποσά, χωρίς να απαιτείται νέα βεβαίωση στο όνομα των κληρονόμων του, αρκεί δε ότι υπήρξε επιμερισμός τους κατά το μέρος της κληρονομικής μερίδας, αφετέρου ότι νομίμως βεβαιώθηκαν στο όνομα του αναιρεσείοντος και του αδελφού του τα χρέη που προέκυψαν μετά την έκδοση των απορριπτικών αποφάσεων του Διοικητικού Πρωτοδικείου επί των προσφυγών που είχε ασκήσει ο αποβιώσας κατά των οικείων καταλογιστικών πράξεων. Κατόπιν αυτών, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι μόνο ο αποβιώσας ενομιμοποιείτο (κατ’ άρθρο 74 Κ.Φ.Δ.) είτε στην άσκηση αιτήσεων αναστολής κατά το ποσοστό του προβεβαιουμένου ποσοστού φόρου ή προστίμου είτε στην άσκηση προσφυγών κατά των οικείων καταλογιστικών πράξεων, οι οποίες οριστικοποιήθηκαν μετά την έκδοση των σχετικών απορριπτικών αποφάσεων, απορρίπτοντας τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από τον αναιρεσείοντα με το δικόγραφο της ανακοπής. Με τις σκέψεις αυτές, το Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, και στη συνέχεια δίκασε και απέρριψε την ανακοπή.


5. Επειδή, ενόψει των εκτεθέντων στη σκέψη 3, εφόσον, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, είχε χωρήσει εκ μέρους του αναιρεσείοντος, όταν αυτός ενηλικιώθηκε, αποποίηση της κληρονομίας του παππού του, εντός, πάντως, της ετήσιας προθεσμίας που τάσσεται από το άρθρο 1912 Α.Κ. για τη διενέργεια της απογραφής, ο αναιρεσείων δεν είχε πλέον ούτε δικαιώματα ούτε υποχρεώσεις από την εν λόγω κληρονομία, και επομένως μη νομίμως, χωρίς προηγουμένως να έχει ανατραπεί ή να έχει αμφισβητηθεί από το Δημόσιο το γεγονός της ως άνω αποποιήσεως, επιβλήθηκε κατάσχεση εις βάρος του, ως μη κατά το νόμο υπόχρεου. Για το λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, καθισταμένης αλυσιτελούς της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

6. Επειδή, μετά την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 11931/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, το Συμβούλιο της Επικρατείας κρίνει ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό μέρος, προχωρεί δε στην εκδίκαση της από 5.4.2002 εφέσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και απορρίπτει αυτήν δεδομένου ότι ορθώς, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, το πρωτοδίκως δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε την από 3.1.2001 ανακοπή και ακύρωσε, δυνάμει του αρθρ. 73 παρ. 2 εδ. ε΄ του ν.δ. 356/74, την υπ΄ αριθμ. 2270/6.12.2000 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, ως εκδοθείσας κατά προσώπου μη κατά νόμον υποχρέου, σύμφωνα με τα ανωτέρω.


Δ ι ά    τ α ύ τ α

Δέχεται την αίτηση αναιρέσεως.

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 11931/2007 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το αιτιολογικό.

Κρατεί την υπόθεση, δικάζει και απορρίπτει την από 5.4.2002 έφεση του αναιρεσιβλήτου.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου της αιτήσεως αναιρέσεως και

Επιβάλλει εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ, ενώ απαλλάσσει το Δημόσιο από τη δικαστική δαπάνη για την κατ’ έφεση δίκη.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2014

 Ο Πρόεδρος του Στ` Τμήματος                         Η Γραμματέας του Στ` Τμήματος      

 Αθ. Ράντος                                                                            Ελ. Γκίκα

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 18ης Μαΐου 2015.

 Ο Πρόεδρος του Στ` Τμήματος                                                           Ο Γραμματέας          Αθ. Ράντος                                                                                                Δ. Λαγός  

 

Μαρούσα Πρωτοπαπαδάκη-Δικηγόρος

1

Οκτ

2015

Ο ΦΠΑ είναι φόρος που προκύπτει από τις πραγματικές πωλήσεις του επιτηδευματία .Αντίθετα, ο ΦΠΑ που προσδιορίζεται εξωλογιστικά δεν είναι φόρος αλλά οικονομική κύρωση .Στην περίπτωση αυτή η μη απόδοση του δε στοιχειοθετεί το ποινικό αδίκημα μη απόδοσης Φ.Π.Α.

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

 

 Αριθ. αποφ. 487, 504/2014

 

                                                    ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ

                                            Του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς

                                                       (Κακουργημάτων)

 

                     Συνεδρίαση της 2ας Οκτωβρίου 2014 από την διακοπείσα συνεδρίαση

                                               της 26ης Σεπτεμβρίου 2014

…………………….παραλείπονται τα στοιχεία 

 

                                            ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ

 […]

 Στο σημείο αυτό ο συνήγορος υπεράσπισης της 2ας κατηγορουμένης, αφού έλαβε τον λόγο από  την Πρόεδρο, προέβαλε τους κατωτέρω ισχυρισμούς, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικά:

                             ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ (ΚΠοινΔ 141 παρ. 2)

 

 Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος υπερασπίσεως της κατηγορουμένης ………, αφού έλαβε το λόγο  από την Πρόεδρο, ανέπτυξε προφορικώς και κατέθεσε εγγράφως, προς καταχώρηση στα  πρακτικά, τα εξής:

                                                                     Α!

 1. – Αρνούμαι την κατηγορία της φοροδιαφυγής, με τη μη απόδοση ΦΠΑ που υπερβαίνει το ποσό  των 75.000 ευρώ, η οποία, άλλωστε, δεν συγκροτείται, νομικώς και δεν αποδείχθηκε,  ουσιαστικώς.

                                                                    Β!

   2. – Το αδίκημα δεν συγκροτείται νομικώς, διότι:

                                                                       I!

  3. – Στην επίδικη περίπτωση, κατηγορούμαι για το αδίκημα της μη απόδοσης ΦΠΑ, που    υπερβαίνει  το ποσό των 75.000 ευρώ και, ειδικότερα, επί λέξει, ότι:

 

 "…Στη Γλυφάδα Αττικής ως νόμιμη εκπρόσωπος, από 25.01.2002 έως 30.11.2002 της εταιρίας με  την επωνυμία «……….», έχουσας θεωρήσει βιβλία Γ! κατηγορίας, προκειμένου να αποφύγει την  πληρωμή του, δεν απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο ΦΠΑ υπερβαίνοντα σε ετήσια βάση τα 75.000  ευρώ. Συγκεκριμένα, δεν απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο τον ΦΠΑ, που ανέρχεται… για τη  διαχειριστική περίοδο από 01.01.2002-31-12.2002 στο ποσό των 109.438,4 ευρώ…

                                                                  IΙ!

 4. – Ο προσδιορισμός του οφειλομένου ΦΠΑ, συνολικού ύψους 109.438,4 ευρώ, όμως, όπως  αναφέρεται α) στην από 31.08.11 Μηνυτήρια Αναφορά του Προϊσταμένου του ΔΕΚ Αθηνών, β)  στην από 04.04.11 Εκθεση Ελέγχου ΦΠΑ του υπαλλήλου του ΔΕΚ Αθηνών ………… και γ) στην υπ'  αριθμ. 11/11 Πράξη Προσδιορισμού, δεν αποτελεί ΦΠΑ, κατά την έννοια του Ν. 2523/97 και τούτο  διότι:

 

 5. – Η φύση του συγκεκριμένου φόρου, ως φόρου επί των πραγματικών πωλήσεων του  φορολογουμένου, επιβάλλει να αντιμετωπισθεί ως ακολούθως το θέμα της μη εκπληρώσεως των  σχετικών υποχρεώσεων του φορολογουμένου.

 

 5.1. – Αν μεν επακολουθήσει πραγματικός φορολογικός έλεγχος του φορολογουμένου από την  αρμοδία Φορολογική Αρχή και διαπιστωθεί η ύπαρξη πωλήσεων και, παρά ταύτα, η μη απόδοση  του αντιστοίχου ΦΠΑ, τότε, όντως υπόκειται φοροδιαφυγή, υπό την ειδικότερη μορφή της  μη  αποδόσεως ΦΠΑ.

 

 5.2. – Οταν, όμως, αντιθέτως, ο καταλογισμός του ποσού του οφειλομένου ΦΠΑ χωρήσει με βάση  διοικητικό-φορολογικό "αντικειμενικό" προσδιορισμό του, που, κατά κανόνα, γίνεται εκ των  υστέρων και, μάλιστα, σε χρόνο αρκούντως απομακρυσμένο, τότε υπόκειται, ουσιαστικώς,  πλασματικός υπολογισμός μη αποδοθέντος ποσού ΦΠΑ, ώστε, στην περίπτωση αυτή, δεν  συγκροτείται το έγκλημα της φοροδιαφυγής δια της μη καταβολής ΦΠΑ.-

 

 5.3. – Πραγματικά, στην περίπτωση αυτή, ο φόρος αυτός, η απόδοση του οποίου συνιστά ποινικό  αδίκημα, είναι εκείνος που προκύπτει από τις πραγματικές πωλήσεις του επιτηδευματία και όχι  εκείνος που προσδιορίζεται θεωρητικώς (εξωλογιστικώς). Αλλωστε ο τελευταίος δεν αποτελεί, στην κυριολεξία, ΦΠΑ, αλλά, στην πραγματικότητα, οικονομική κύρωση, που επιβάλουν τα αρμόδια φορολογικά όργανα.-

 

 5.4. – Επ’ αυτού αξίζει να επισημανθούν οι ακόλουθες αποφάσεις του Αρείου Πάγου και των Εφετείων ουσίας, που απηχούν και την ορθή αντιμετώπιση του ζητήματος. Συγκεκριμένως:

 

 5.4.1.- Η πρώτη, εκδοθείσα επί του θέματος, ΤριμΕφΚακΙωαν 254/10 (αδημοσίευτη – βλ., ειδικότερα, σελ. 7, τελευταίες τέσσερις σειρές και σελ. 8, σειρά πρώτη έως σειρά δέκατη) δέχεται τα  εξής κατά λέξη:

 

 "… Ο κατηγορούμενος λειτουργούσε πρατήριο υγρών καυσίμων και πώλησης καυσίμων στα  Ιωάννινα (…………). Στα πλαίσια της δραστηριότητάς του αυτής, εισέπραττε για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου και στη συνέχεια του απέδιδε το ΦΠΑ, με τον οποίο επιβαρύνονταν τα παραπάνω προϊόντα που πωλούσε, καταθέτοντάς τον στην αρμόδια ΔΟΥ. Ο φόρος αυτός, ο  οποίος, σύμφωνα με τη νομοθεσία, υπολογίζεται στις πωλήσεις, όπως αυτές προκύπτουν από τα  τιμολόγια πώλησης, για κανένα από τα τρίμηνα του έτους 1997, για τα οποία, τον κατέβαλε, οποίος και για τα προηγούμενα χρόνια, δεν υπερέβη το ποσό των 600 ευρώ. Ο κατηγορούμενος δεν  υπέβαλε στην αρμόδια ΔΟΥ καταστάσεις ΦΠΑ και, συνεπώς, δεν απέδωσε το φόρο αυτό για το τελευταίο τρίμηνο του έτους 1997, καθώς επίσης και για όλο το έτος 1998. Λόγω της παράλειψης  του να υποβάλει τις παραπάνω καταστάσεις, διενεργήθηκε έλεγχος στο κατάστημά του από τα  αρμόδια φορολογικά όργανα. Κατά τον έλεγχο αυτό, δεν βρέθηκαν τιμολόγια πώλησης για το  παραπάνω χρονικό διάστημα, ούτε άλλα παραστατικά στοιχεία σχετικά με τις πωλήσεις του  χρονικού αυτού διαστήματος, με συνέπεια να μην καταστεί δυνατός ο προσδιορισμός του, πράγματι, βάσει των πωλήσεων αυτών, οφειλόμενου ΦΠΑ. Για το έτος 1998 βρέθηκαν τιμολόγια πωλήσεων, τα οποία, όμως, κρίθηκαν από τα φορολογικά όργανα εικονικά, ότι δηλαδή οι  πωλήσεις  στις οποίες αναφέρονται δεν είναι πραγματικές. Βάσει των τιμολογίων αυτών και των πωλήσεων  που προέκυπταν από αυτά, ο ΦΠΑ που όφειλε ο κατηγορούμενος για ολόκληρο το έτος 1998  ανερχόταν σε 4.500 ευρώ. Αν ο κατηγορούμενος είχε εκδώσει για το έτος αυτό τιμολόγια βάσει  των πραγματικών πωλήσεών του, θα όφειλε ΦΠΑ 2.400 ευρώ, αφού αυτός για κάθε τρίμηνο,  ενόψει του είδους της δραστηριότητας που ασκούσε, του τόπου άσκησής της και του κύκλου  εργασιών του, δεν θα υπερέβαινε, όπως άλλωστε και για το αμέσως προηγούμενο χρονικό  διάστημα, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, το ποσό των 600 ευρώ το τρίμηνο. Ο ΦΠΑ δηλαδή που όφειλε ο κατηγορούμενος βάσει των εικονικών τιμολογίων, ήταν μεγαλύτερος εκείνου που θα  όφειλε βάσει των πραγματικών πωλήσεων του. Επειδή τα ελεγκτικά φορολογικά όργανα δεν βρήκαν τα παραπάνω στοιχεία, προχώρησαν σε θεωρητικό, βάσει των σχετικών διατάξεων, υπολογισμό του ΦΠΑ του τελευταίου τριμήνου του έτους 1997 και τον έτους 1998 και, βάσει των θεωρητικών αυτών υπολογισμών, καταλόγισαν στον κατηγορούμενο, ότι οφείλει για ΦΠΑ του τελευταίου τριμήνου του έτους 1997 το ποσό των 219.928,09 ευρώ και για το έτος 1998 το ποσό των 93.235,51 ευρώ. Στη συνέχεια, ασκήθηκε η προκείμενη εναντίον αυτού ποινική δίωξη, λόγω μη απόδοσης του παραπάνω ΦΠΑ καθενός των ανωτέρω χρονικών διαστημάτων. Βέβαια, για να οφείλονται τα ποσά αυτά ως πραγματικός ΦΠΑ, θα πρέπει οι εισπράξεις του κατηγορούμενου από την παραπάνω δραστηριότητά του να υπερέβαιναν το 1000000 ευρώ το τρίμηνο, πράγμα αδύνατο στη συγκεκριμένη τουλάχιστον περίπτωση. Η κρίση για το ότι αποδείχτηκαν τα πραγματικά αυτά περιστατικά στηρίζεται σ όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα – και πρωτίστως,- στην κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα κατηγορίας, η οποία έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι ο μάρτυρας αυτός είναι εφοριακός υπάλληλος, ο οποίος πιστοποιεί όλα τα ανωτέρω και, συγκεκριμένα, τόσο τον παραπάνω τρόπο υπολογισμού τον ΦΠΑ, για τη μη απόδοση του οποίου κατηγορείται ο κατηγορούμενος, όσο και το γεγονός ότι ο ΦΠΑ που θα κατέβαλε ο κατηγορούμενος για κάθε τρίμηνο των παραπάνω χρονικών διαστημάτων, δεν θα υπερέβαινε το ποσό των 600 ευρώ. Σύμφωνα μ' αυτά, τα παραπάνω ποσά για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, δεν αποτελούν ΦΠΑ κατά την έννοια τον νόμου 2523/1997, με τον οποίο παραπέμπεται. Και τούτο, διότι, κατά την αληθινή έννοια του νόμου αυτού, ΦΠΑ, η μη απόδοση τον οποίου συνιστά ποινικό αδίκημα, είναι εκείνος που προκύπτει από τις πραγματικές πωλήσεις του επιτηδευματία, όπως, άλλωστε, η έννοια αυτού προσδιορίστηκε παραπάνω και όχι και εκείνος που υπολογίζεται θεωρητικά. Άλλωστε, ο τελευταίος δεν αποτελεί ΦΠΑ, αλλά, στην πραγματικότητα, οικονομική κύρωση που επιβάλλουν τα αρμόδια φορολογικά όργανα, επειδή ο επιτηδευματίας δεν κατέθεσε τις καταστάσεις για ο ΦΠΑ και δεν διατήρησε τα παραστατικά των πωλήσεών του. Η φύση αυτή των παραπάνω ποσών προκύπτει και από τις 1026/06, 1027/06 και 1028/06 πράξεις της φορολογικής αρχής, με τις οποίες χαρακτηρίζονται ως ειδικά πρόστιμα τα παραπάνω ποσά που καταλόγισε στον κατηγορούμενο. Αν, όμως, ο νομοθέτης ήθελε, οι ανωτέρω  οικονομικές κυρώσεις να είναι αξιόποινες, θα το όριζε, κάτι, όμως, το οποίο δεν έχει πράξει…".

 

 5.4.2.- Η ΠεντΕφΑθ 43313/11 (αδημοσίευτη – βλ. σελ. 19, τελευταίες δέκα σειρές και σελ. 20, σειρά  πρώτη έως σειρά πέμπτη) δέχεται τα εξής κατά λέξη:

 

 "…Ο κατηγορούμενος το 1997 συνέστησε την μονοπρόσωπη ΕΠΕ, με την επωνυμία "…………", με  αντικείμενο την εμπορία κρεάτων. Εδρα, της εταιρίας ορίστηκε επί της οδού ………… αρ. … στην  Αθήνα, το κατάστημα εμπορίας κρεάτων επί της οδού ………… αρ. …, ενώ η κατοικία του, ως φυσικού προσώπου, σύμφωνα με τις φορολογικές του δηλώσεις, ήταν επί της οδού ………… αρ. ….  Τέλος, με το καταστατικό, εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρείας, ορίστηκε ο  κατηγορούμενος. Με την ιδιότητά του αυτή ο κατηγορούμενος, αν και ήταν υποχρεωμένος, το χρονικό διάστημα από το έτος 1999 μέχρι και το 2002, κατελήφθη να μην έχει υποβάλλει στην αρμόδια Οικονομική Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών, αφενός δηλώσεις, εντός των νομίμων προθεσμιών, που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις για την απόδοση στο Δημόσιο τον φόρου εισοδήματος, αν και το προς απόδοση ποσό ήταν ανώτερο των 15.000 ευρώ, αφετέρου δε, δεν είχε υποβάλλει εκκαθαριστική δήλωση φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), μέχρι τις 10-5-2001, για τη διαχειριστική περίοδο του έτους 2000, αν και το προς απόδοση ποσό σε ετήσια βάση, ήταν ανώτερο των 2900 ευρώ. Με την αρ. 2906/30/11/2005 εντολή τον Προϊσταμένου της ΠΕΚ (ελεγκτική υπηρεσία του πιο πάνω Υπουργείου) ο υπάλληλος αυτής …………, προέβη στις αρχές

Δεκεμβρίου 2005, σε τακτικό φορολογικό έλεγχο της εν λόγω εταιρείας. Για να διενεργηθούν οι προβλεπόμενες από το νόμο ελεγκτικές επαληθεύσεις, οι αρμόδιες οικονομικές υπηρεσίες συνέταξαν προσκλήσεις και δια των αρμοδίων οργάνων τους, επέδωσαν αυτές, νομοτύπως, στις διευθύνσεις που προαναφέρθηκαν, τις οποίες είχε δηλώσει ο κατηγορούμενος για κατοικία του ως φυσικό πρόσωπο, καθώς και της υπ' αυτού εκπροσωπούμενης εταιρείας, με τις οποίες καλούσαν τον κατηγορούμενο να προσκομίσει τα βιβλία της εταιρείας του και τα άλλα φορολογικά στοιχεία αυτής, χωρίς όμως ο τελευταίος να ανταποκριθεί σε αυτές, μέσα στη νόμιμη προθεσμία. Μετά την πάροδο της προθεσμίας, με εξωλογιστικό υπολογισμό, που προβλέπει ο νόμος (άρθρο 32 τον νόμου 2238/1994) ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν τον επιδείχθησαν τα προβλεπόμενα από το νόμο βιβλία Γ' κατηγορίας, που έπρεπε να τηρούνται από τον κατηγορούμενο, ούτε άλλα νομότυπα φορολογικά στοιχεία, ο ελεγκτής καθόρισε τα καθαρά κέρδη και με βάση αυτά τους οφειλόμενους φόρους, ενώ διαπίστωσε, με βάση τον εξωλογιστικό υπολογισμό, ότι οι εκκαθαριστικές δηλώσεις ΦΠΑ, για τις διαχειριστικές περιόδους 1998 και 1999, που είχε υποβάλλει ο κατηγορούμενος το επόμενο έτος της λήξης κάθε διαχειριστικής περιόδου, ήταν ανακριβείς. Συνέταξε δε, τις από 23-12-2005 εκθέσεις του για: 1) τον τακτικό έλεγχο ΦΜΥ, 2) τον τακτικό έλεγχο εισοδήματος και 3) τον τακτικό έλεγχο ΦΠΑ. Με βάση τους υπολογισμούς αυτούς: α) οι φόροι που δεν αποδόθηκαν ανέρχονταν:… Να σημειωθεί, όπως και ο μάρτυρας ελεγκτής κατέθεσε, δεν βρέθηκαν ούτε του επιδείχθηκαν τιμολόγια που να ανταποκρίνονται σε πραγματικές συναλλαγές της εταιρείας τον κατηγορουμένου, ενώ κάποια από αυτά που ανεβρέθηκαν ήταν εικονικά και δεν λήφθηκαν κατά νόμο υπόψη και ο ΦΠΑ, όπως δέχεται και ο μάρτυρας υπολογίστηκε εξωλογιστικά… Πρέπει όμως να κηρυχθεί αθώος της μη καταβολής του ΦΠΑ, για το χρονικό διάστημα από 1-10-1998 έως 31- 12-1999, καθόσον ο φόρος αυτός, η απόδοση τον οποίου συνιστά ποινικό αδίκημα, είναι εκείνος που προκύπτει από τις πραγματικές πωλήσεις τον επιτηδευματία και όχι εκείνος που προσδιορίζεται θεωρητικά (εξωλογιστικά), άλλωστε ο τελευταίος δεν αποτελεί ΦΠΑ, αλλά στην πραγματικότητα, οικονομική κύρωση που επιβάλλουν τα αρμόδια φορολογικά όργανα. Σε κάθε περίπτωση δεν αποδίδεται στον κατηγορούμενο, για το χρονικό διάστημα 1998-1999, η παράλειψη υποβολής δηλώσεων ΦΠΑ, όπως για το διάστημα, του έτους 2000, αλλά ότι οι υποβληθείσες ήταν ανακριβείς, άποψη στην οποία κατέληξε το ελεγκτικό όργανο, διότι ο κατηγορούμενος δεν επέδειξε τα παραστατικά των πωλήσεων του, με αποτέλεσμα και από την άποψη αυτήν να μην αποδεικνύεται το μέγεθος του παρακρατηθέντος και μη αποδοθέντος ποσού και συνακόλουθα η τέλεση του συγκεκριμένου αδικήματος…".-

 

 5.4.3. – Τέλος, η ΑΠ 1398/09 (σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ως προς το, ενδιαφέρον εν προκειμένω, νομικό ζήτημα, δέχθηκε (βλ. σελίδα 3) τα εξής κατά λέξη:

 

 "… Ουδεμία αντίφαση συνάγεται από την παραδοχή στο αιτιολογικό ότι ο κατηγορούμενος είχε πολύ μεγάλη οικονομική δυσκολία, να ανταπεξέλθει στις οικονομικές του υποχρεώσεις και την παραδοχή στο διατακτικό ότι δεν απέδωσε τον ΦΠΑ από δόλο, αφού η οικονομική αδυναμία και δυσχέρεια δεν αναιρεί την ύπαρξη δόλου, καθόσον, από τα ίδια τα εμπορικά βιβλία του κατηγορουμένου που ελέγχθηκαν, προκύπτει ότι ο ΦΠΑ εισπράχθηκε από τους πελάτες αγοραστές των προϊόντων της επιχειρήσεώς του και απλώς δεν αποδόθηκε στο Δημόσιο, καλύπτοντας προφανώς άλλες ανάγκες…".-

 

 6. – Στην ανωτέρω επιχειρηματολογία πρέπει να προστεθούν και τα εξής, που συνδέονται με τη φύση του συγκεκριμένου εγκλήματος και τα στοιχεία, που, κατά τη σχετική διάταξη, συγκροτούν την αντικειμενική υπόστασή της:

 

 6.1. – Οπως προαναφέρθηκε, ο ΦΠΑ είναι φόρος επί των πραγματικών πωλήσεων και όχι κύρωση.-

 

 6.2. – Τούτο σημαίνει ότι η υποχρέωση αποδόσεως αφορά πράγματι εισπραχθέντα ΦΠΑ.-

 

                                                                    Γ!

 

 7. – Από ουσιαστικής πλευράς, τώρα: Αποδείχθηκε ότι ουδεμία πράξη φοροδιαφυγής διέπραξα.

Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι εγώ, ως νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας από 25.01.02 έως 29.11.02, κατέθεσα όλες τις μηνιαίες περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ, καταβάλλοντας τον αναλογούντα φόρο.-

 

                                                                   Δ!

 

 8. – Με βάση όλα τα ανωτέρω, θα πρέπει να αθωωθώ κατά πεποίθηση, διαφορετικά λόγω αμφιβολιών, ερμηνευτέων πάντοτε και για κάθε ζήτημα (ουσιαστικό και νομικό) υπέρ εμού, του κατηγορουμένου, σύμφωνα με την αρχή in dubio pro reo και pro mitiore.-

 

 

                                                                                          Πειραιάς, 26.09.2014

                                                                                      Ο συνήγορος υπεράσπισης

 

 […]

 Παραλείπεται ο κατάλογος αναγνωστέων εγγράφων

 […]

 Παραλείπονται οι καταθέσεις μαρτύρων

 […]

 Παραλείπονται οι απολογίες των κατηγορουμένων

 

 Κατόπιν η Πρόεδρος κήρυξε περατωμένη τη συζήτηση.

 

 Η Πρόεδρος, παρουσία και της Γραμματέως, κατήρτισε και δημοσίευσε, σε δημόσια συνεδρίαση, την απόφασή του Δικαστηρίου, με αριθμό 504/2014 η οποία είναι η εξής:

 

  Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται στα πρακτικά, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν καιαναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία των παρόντων 2ης και 3ου κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι:

 Η εταιρεία "…………" συστάθηκε με το υπ' αρ. ……./11-6-1998 συμβόλαιο της Συμβ/φου Αθηνών …………, με το οποίο καταρτίστηκε το Καταστατικό της, που εγκρίθηκε νόμιμα και δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 4419/22-6-1998. Ο πρώτος κατηγορούμενος ορίστηκε Πρόεδρος Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας με πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης και του Δ.Σ. αυτής, τα οποία δημοσιεύθηκαν νόμιμα (βλ. Φ.Ε.Κ. 5277/3-7-1998 και 1566/28-2-2002), μέχρι τις 25-1-2002. Με τα από 25-1-2002 Πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης και του Δ.Σ. της εταιρείας που δημοσιεύθηκαν στο ΦΕΚ 1566/28-2-2002, Πρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνουσα Σύμβουλος ορίστηκε η δεύτερη κατηγορουμένη, παρέμεινε δε με τις ιδιότητες αυτές μέχρι τις 30-11-2002. Στη συνέχεια, με το από 30-11-2002 Πρακτικό της Γ.Σ. και το από 1-12-2002 πρακτικό του Δ.Σ. της εταιρείας, που δημοσιεύθηκαν στο ΦΕΚ 4378/3-6-2003), Πρόεδρος του Δ.Σ. και διευθύνων σύμβουλος ορίστηκε ο τρίτος κατηγορούμενος. Η ως άνω εταιρεία στεγαζόταν σε μισθωμένο ακίνητο στη Γλυφάδα, επί των οδών ………… και …………, εγκατέλειψε δε αυτό από το έτος 2004 και από τότε δεν αποδεικνύεται άλλη εγκατάσταση αυτής, σύμφωνα με την από 4-4-2004 έκθεση ελέγχου του Δ.Ε.Κ. Αθηνών του Υπουργείου Οικονομικών. Η αρμόδια Δ/νση της Νομαρχίας Αθηνών με την 14744/1-8-2007 απόφαση ανακάλεσε την έγκριση του Καταστατικού της εταιρείας λόγω μη υποβολής δικαιολογητικών για τις χρήσεις 2002 μέχρι 2005. Το έτος 2011, μετά από εντολή του Προϊσταμένου του Δ.Ε.Κ. Αθηνών, ο υπάλληλος αυτής – ελεγκτής ………… προέβη σε τακτικό φορολογικό έλεγχο της εν λόγω εταιρείας, αναζήτησε δε αρχικά τους υπεύθυνους της εταιρείας, προκειμένου να τεθούν στη διάθεσή του τα βιβλία και στοιχεία αυτής. Αυτοί, όμως δεν ανευρέθηκαν στις διευθύνσεις κατοικίας που είχαν δηλώσει στις αρμόδιες Υπηρεσίες (Νομαρχία, Δ.Ο.Υ. κ.λ.π.), ενώ στη δ/νση της ελεγχόμενης εταιρείας δεν λειτουργούσε η επιχείρηση και το κατάστημα που αυτή εκμεταλλευόταν ήταν κλειστό από πολλά χρόνια. Ετσι η πρόσκληση επίδειξης των βιβλίων και στοιχείων της εταιρείας για τις χρήσεις 2001-2003, η οποία απευθύνθηκε στον τρίτο κατ/νο, τελευταίο Πρόεδρο του Δ.Σ. και Δ/ντα σύμβουλο, επιδόθηκε στο Δήμαρχο Αθηνών, καθόσον ο τρίτος κατηγορούμενος ήταν άγνωστης διαμονής. Μετά την πάροδο της προθεσμίας που ορίστηκε με την πρόσκληση, ο ελεγκτής πρόεβη σε εξωλογιστικό υπολογισμό των ακαθάριστων εσόδων και καθαρών κερδών αυτής, καθώς δεν του επιδείχθηκαν τα λογιστικά και λοιπά βιβλία της εταιρείας. Οπως προκύπτει από την ίδια έκθεση, ορισμένα βιβλία καιστοιχεία της εταιρείας είχαν κατασχεθεί από το ΣΔΟΕ, την 6-3-2003, δεν περιείχαν, όμως,  εγγραφές ούτε είχαν εκδοθεί στοιχεία που να αφορούν στις ελεγχόμενες χρήσεις αλλά μόνο προηγούμενες αυτών. Επίσης, δεν βρέθηκαν ούτε επιδείχθηκαν τιμολόγια που να ανταποκρίνοναι σε πραγματικές συναλλαγές της εταιρείας, ενώ, όπως αναφέρεται στην ίδια έκθεση, στη χρήση 2001, καταχώρησε στα βιβλία της πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία. Ετσι τα φορολογικά όργανα προχώρησαν σε θεωρητικό υπολογισμό του Φ.Π.Α. και με βάση αυτόν καταλόγισαν στους κατ/νους ότι ο μεν πρώτος οφείλει για Φ.Π.Α., για τη διαχειριστική περίοδο 1-1-2001 μέχρι 31-12-2001, το ποσό των 281.023,97 ευρώ, η δε δεύτερη και ο τρίτος οφείλουν το ίδιο ποσό για την ίδια διαχειριστική περίοδο καθώς και το ποσό των 109.438,4 ευρώ για τη διαχειριστική περίοδο 1-1-2002 μέχρι 31-12-2002. Ο Φ.Π.Α., όμως, είναι φόρος που προκύπτει από τις πραγματικές πωλήσεις του επιτηδευματία και όχι εκείνος που προσδιορίζεται εξωλογιστικά. Ο τελευταίος δεν αποτελεί Φ.Π.Α. αλλά στην πραγματικότητα οικονομική κύρωση που επιβάλλουν τα αρμόδια φορολογικά όργανα, επειδή ο επιτηδευματίας δεν επέδειξε τα παραστατικά των πωλήσεών του. Σε κάθε περίπτωση δεν αποδεικνύεται με βεβαιότητα το μέγεθος του παρακρατηθέντος και μη αποδοθέντος ποσού Φ.Π.Α. και μάλιστα μετά την πάροδο εννέα (9) ετών από το κρίσιμο ένδικο χρονικό διάστημα, και κατά συνέπεια η τέλεση του συγκεκριμένου αδικήματος, οπότε οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν αθώοι για μη απόδοση Φ.Π.Α. ανερχόμενου στα παραπάνω ποσά.

 

   Επειδή πρέπει να διαταχθεί η απόδοση της εγγύησης που έχει κατατεθεί για την προσωρινή απόλυση της κατηγορουμένης ………… (άρθρο 303 ΚΠΔ).

 

 

                                                ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 Δικάζει τον, από πληρεξούσιο δικηγόρο εκπροσωπούμενο, κατηγορούμενο …………, που γελαηθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το έτος 1955, κατοικεί στο Ελληνικό Αττικής επί της οδού ………… αρ. … και είναι ήδη κρατούμενος στο Κατάστημα Κράτησης Χαλκίδας και με παρόντες τους κατηγορούμενους …………, που γεννήθηκε στα Μέγαρα Αττικής το έτος 1969 και κατοικεί στο Παλαιό Φάληρο Αττικής επί της οδού ………… αρ. … και …………, που γεννήθηκε στην Αθήνα Αττικής το έτος 1956, κατοικεί στην Καλλιθέα επί της οδού ………… αρ. … και είναι ήδη κρατούμενος στο Κατάστημα Κράτησης Τρικάλων.

 Κηρύσσει τους κατηγορούμενους ΑΘΩΟΥΣ του ότι

 

 Α) πρώτος κατηγορούμενος …………:

 

 Στη Γλυφάδα Αττικής, ως νόμιμος εκπρόσωπος από 01.07.1998 έως 24.01.2002 της εδρεύουσας στη Γλυφάδα Αττικής εταιρίας με την επωνυμία «…………», έχουσας θεωρήσει βιβλία Γ κατηγορίας, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του δεν απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο Φ.Π.Α υπερβαίνοντα σε ετήσια βάση τα 75.000 ευρώ. Συγκεκριμένα δεν απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο τον Φ.Π.Α που ανέρχεται για τη διαχειριστική περίοδο 01.01.2001 έως 31.01.2001 στο ποσό των 281.023,97 ευρώ, όπως προκύπτει από την από 04.04.2011 έκθεση ελέγχου αρμοδίων υπαλλήλων του ΔΕΚ Αθηνών.

 

 Β) Η δεύτερη και τρίτος των κατηγορουμένων …………:

 

 Στους κατωτέρω τόπους και χρόνους τέλεσαν πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος που προβλέπονται και τιμωρούνται με ποινή στερητική της ελευθερίας και συγκεκριμένα στη Γλυφάδα Αττικής ως νόμιμος εκπρόσωπος η ………… από 25.01.2002 ως 30.11.2002 και ο ………… από 01.12.2002 ως 01.08.2007 της εταιρίας με την επωνυμία «…………», έχουσας θεωρήσει βιβλία Γ’ κατηγορίας, προκειμένου να αποφύγουν την πληρωμή του δεν απέδωσαν στο Ελληνικό Δημόσιο Φ.Π.Α υπερβαίνοντα σε ετήσια βάση τα 75.000 ευρώ. Συγκεκριμένα δεν απέδωσαν στο Ελληνικό Δημόσιο τον Φ.Π.Α. που ανέρχεται α) για τη διαχειριστική περίοδο 01.01.2001 – 31.12.2001 στο ποσό των 281.023,97 ευρώ και β) για τη διαχειριστική περίοδο 01.01.2002 – 31.12.2002 στο ποσό των 109.438,4 ευρώ, όπως προκύπτουν από την από 04.04.2011 έκθεση ελέγχου αρμοδίων υπαλλήλων του ΔΕΚ Αθηνών.

 Διατάζει να αποδοθεί στον καταθέτη ………… η χρηματική εγγύηση χιλίων (1000) ΕΥΡΩ που έχει κατατεθεί για την προσωρινή απόλυση της κατηγορουμένης ………… σε εκτέλεση της διάταξης του Ανακριτή Ε' Τμήματος Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό ΑΝΕ/Δ/3/20-1-2014 για την οποία έχει συνταχθεί η έκθεση εγγυοδοσίας του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό 1/23.1.2014 από την οποία προκύπτει ότι κατατέθηκε σ' αυτόν το ισόποσο γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων Αθηνών με αριθμό 685361/23.1.2014.

 Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση αμέσως στο ακροατήριό του.

 

 

                                               Πειραιάς 2 Οκτωβρίου 2014

 Η Προεδρεύουσα Εφέτης                                                 Η Γραμματέας

 

A ΄Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ 

 

 

 

 

Κατηγορία

Πρόσφατα

Αρχείο