Φεβρουάριος 2014

28

Φεβ

2014

14813/2013 ΠΛΗΜ/ΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

14813/2013 ΠΛΗΜ/ΚΕΙΟ  ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

28 Φεβρουαρίου, 2014
Αθώωση κατηγορούμενου για μη καταβολή ΦΠΑ ελλείψει δόλου εφόσον υπήρχε αντικειμενική αδυναμία καταβολής του (η επιχείρησή του δέχθηκε πλήγμα από την οικονομική κρίση και της οφείλονται ανείσπρακτα τιμολόγια τα οποία εξέδωσε σε αγοραστές-πελάτες της, με συνέπεια αφενός μεν να μην εισπράξει το αντιστοιχούν σε αυτά ποσό του ΦΠΑ και αφετέρου να πρέπει να το καταβάλει στο Δημόσιο).

14813/2013 ΠΛΗΜΜ ΘΕΣΣΑΛ 

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)

Αριθμ. 14813/2013

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ Α` ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Δημόσια συνεδρίαση της 4ης Νοεμβρίου 2013

Σύνθεση Δικαστηρίου: Πηνελόπη Σεραφείμη Πρόεδρος Πλημμελειοδικών, Μαρία Δημητρίου Πλημμελειοδίκης, Ολγα Τίγγα Εμμ. Πάρεδρος (επειδή κωλύονται οι λοιποί αρχαιότεροι Δικαστές), Λάμπρος Τσόγκας Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, Βασιλική Χατζηβασιλειάδου Γραμματέας Δικ. υπάλληλος με Ε` βαθμό ΠΕ. Δικηγόρος: Σταύρος Καζαντζίδης.

Εκκαλών-Κατηγορούμενος: …………. .

Πράξη: Παράβαση αρθρ. 18§1β`, 20§1β`, 21 Ν. 2523/97 και 98 ΠΚ

[…]

ΣΚΕΠΤΙΚΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 β` του Ν. 2523/1997 «1. Οποιος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτομενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη φορολογική αρχή με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές, τιμωρείται: β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση από το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ μέχρι το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ. Στην ως άνω διάταξη περιγράφεται με σαφήνεια, η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος φοροδιαφυγής, που τελείται με τη μορφή της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας κ.λ.π. Ειδικότερα, περιγράφεται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, κατά την οποία η μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας κ.λ.π. στοιχειοθετείται μόνο, αν ο φορολογούμενος ενήργησε «προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου προστιθέμενης αξίας ή να πληρώσει λιγότερο φόρο. Από τη χρήση της λέξης «προκειμένου» στο κείμενο του νόμου, συνάγεται ότι στην περίπτωση αυτή διαπλάθεται έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης (έγκλημα σκοπού) και ο φορολογούμενος πρέπει να ενεργεί με υπερχειλή δόλο (άρθρο 27 παρ. 2 ΠΚ) και συγκεκριμένα, θα πρέπει με την πράξη της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης φόρου προστιθέμενης αξίας, να αποκρύπτει καθαρά εισοδήματα, γνωρίζοντας και επιδιώκοντας να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας. Αν δεν υπάρχει ο ανωτέρω εγκληματικός σκοπός στο πρόσωπο του φορολογουμένου, δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα του άρθρου 18 του ανωτέρω νόμου. Επομένως, θα πρέπει στην καταδικαστική απόφαση για την ανωτέρω πράξη να περιέχεται πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφενός της αντικειμενικής υπόστασης που θεμελιώνει το άνω αδίκημα, κυρίως όμως, να αιτιολογείται ο συγκεκριμένος σκοπός (αποφυγής πληρωμής φόρου προστιθέμενης αξίας), ο οποίος πρέπει να αναφέρεται και να εξειδικεύετε και με σαφήνεια, αφού πρόκειται για στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος του άρθρου 18 του ως άνω ν. 2523/1997 (Α.Π. 267/2013 και ΑΠ 1231/2011 δημ στη ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν δημόσια στο ακροατήριο, την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως που εξετάσθηκε ένορκα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την απολογία του παρόντα κατηγορουμένου, καθώς και τις εξηγήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 30-4-2011 και 1-5-2011 έως 31-12-2011, δεν απέδωσε Φ.Π.Α. που υπερβαίνει το ποσό των 3.000 ευρώ. Ειδικότερα, ως ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής της εταιρίας ………… με έδρα στη …….. , δεν απέδωσε στη Δ.Ο.Υ. Ιωνίας θεσσαλονίκης κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1- 1-2011 έως 30-4- 2011 φόρο προστιθέμενης αξίας ανερχόμενο στο ποσό των 35.408,83 ευρώ και κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1-5-2011 έως 31-12-2011 φόρο προστιθέμενης αξίας ανερχόμενο στο ποσό των 37.684,86 ευρώ. Περαιτέρω προέκυψε από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία ότι ο κατηγορούμενος επιθυμώντας να καταβάλει το παραπάνω ποσό, που από αντικειμενική αδυναμία δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα, καθόσον η επιχείρηση τυπογραφείου που διατηρεί με 17 άτομα προσωπικό δέχθηκε πλήγμα από την οικονομική κρίση το 2011, αφού της οφείλονται ανείσπρακτα τιμολόγια του έτους αυτού, ύψους 700.000€, τα οποία εξέδωσε σε αγοραστές-πελάτες της, με συνέπεια αφενός μεν να μην εισπράξει το αντιστοιχούν σε αυτά ποσό του ΦΠΑ και αφετέρου να πρέπει να το καταβάλει στο Δημόσιο, υπέβαλε στις 28-8-2013 αίτημα για ρύθμιση της οφειλής της αυτής στην αρμόδια ΔΟΥ Ιωνίας θεσσαλονίκης, το οποίο έγινε δεκτό και ο κατηγορούμενος ήδη έχει καταβάλει τρεις από τις 47 συνολικά δόσεις, ύψους 5.102,67 € η μία, αρχής γενομένης από 3-9-2013. Με βάση τα παραπάνω από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλο αλλά και με σκοπό να αποφύγει την πληρωμή φόρου προστιθέμενης αξίας αλλά αντίθετα είχε την πρόθεση να τον καταβάλει και από αντικειμενική αδυναμία δεν τον κατέβαλε το 2011, γι` αυτό άλλωστε προέβη σε ρύθμιση της οφειλής του μόλις άρχισε να ανακάμπτει εν μέρει και επειδή το αδίκημα της μη απόδοσης ΦΠΑ απαιτεί άμεσο δόλο πρώτου βαθμού, που δεν συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, πρέπει αυτός να κηρυχθεί αθώος της πράξης της παράβασης ου άρθρου 18 παρ. 1 β του Ν. 2523/1997, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ με παρόντα τον κατηγορούμενο ……… και της ……. , κάτοικο Πυλαίας Θεσσαλονίκης (………. αρ. ..).

ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο αθώο ελλείψει δόλου, του ότι: Στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 30-4-2011 και 1-5-2011 έως 31-12-2011, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, δεν απέδωσε Φ.Π.Α. που υπερβαίνει το ποσό των 3.000 ευρώ. Ειδικότερα, ως ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής της εταιρίας …… με ΑΦΜ …………. και έδρα στη ………… . , δεν απέδωσε στη Δ.Ο.Υ. Ιωνίας Θεσσαλονίκης κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-2011 έως 30-4-2011 φόρο προστιθέμενης αξίας ανερχόμενο στο ποσό των 35.408,83 ευρώ και κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1-5-2011 έως 31-12-2011 φόρο προστιθέμενης αξίας ανερχόμενο στο ποσό των 37.684,86 ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε αμέσως στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση. Θεσσαλονίκη, 4 Νοεμβρίου 2013.

Η Πρόεδρος Η Γραμματέας

 

16

Φεβ

2014

Αλλαγή στην κατάταξη των απαιτήσεων του Δημοσίου από φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α)σε πλειστηριασμούς -πτωχεύσεις -εκκαθαρίσεις

 

16 Φεβρουαρίου, 2014

Σύμφωνα με το Ν 4141/2013(ΦΕΚ Α81/5.4.2013( Επενδυτικά εργαλεία / Παροχή πιστώσεων /Αποκρατικοποιήσεις /Παίγνια/ Φορο-λογικά/ Ασφάλιση αυτ/των κλπ ) και ειδικότερα με το άρθρο 33 αυτού  επήλθαν  τροποποιήσεις  συγκεκριμένων διατάξεων του Κ.Ε.Δ.Ε.  από τις οποίες ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει αυτή της παρ.2 , η οποία έχει ως ακολούθως :

 2. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 61 του ν.δ. 356/1974 προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως ακολούθως:

 «Κατ` εξαίρεση, για τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του από φόρο προστιθέμενης αξίας, με τις πάσης φύσεως προσαυξήσεις, το Δημόσιο κατατάσσεται στην υπ` αριθ. 2 σειρά του ίδιου άρθρου και πριν από την ικανοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 976 ΚΠολΔ.» Η κατά τη διάταξη του προηγούμενου εδαφίου κατάταξη του Δημοσίου ισχύει, ανεξάρτητα από την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, και σε περίπτωση πτώχευσης οφειλέτη του Δημοσίου, σε σχέση με απαιτήσεις του Δημοσίου για φόρο προστιθέμενης αξίας με τις πάσης φύσεως προσαυξήσεις, που γεννήθηκαν ή ανάγονται σε χρόνο πριν από την πτώχευση, ανεξαρτήτως βεβαίωσης τους.»

Μετά την ως προσθήκη το σχετικό άρθρο 61&1  του Κ.Ε.Δ.Ε. διαμορφώθηκε ως εξής :
1 Το Δημόσιον κατατάσσεται εν αναγκαστική εκτελέσει κινητού ή ακινήτου διά τας ληξιπρόθεσμους μέχρι της ημέρας του πλειστηριασμού απαιτήσεις αυτού εκ πάσης αιτίας, μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και τόκων και εν τη υπ` αριθ. 5 σειρά του άρθρου 975 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.  «Κατ` εξαίρεση, για τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του από φόρο προστιθέμενης αξίας, με τις πάσης  φύσεως προσαυξήσεις, το Δημόσιο κατατάσσεται στην υπ` αριθ. 2 σειρά του ίδιου άρθρου και πριν  από την ικανοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 976 ΚΠολΔ.»

Με την ως άνω νέα διάταξη ουσιαστικά αναβαθμίζεται στη 2η θέση του πίνακα κατάταξης δανειστών τόσο στους πλειστηριασμούς όσο και στις πτωχεύσεις και εκκαθαρίσεις  ,το Δημόσιο για  ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του από ΦΠΑ μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις αυτού ( και όχι για όλες τις απαιτήσεις του και από άλλες αιτίες ) , αφήνοντας στην 3η θέση τις απαιτήσεις των εργαζομένων και των φορέων κοινωνικής ασφάλισης .

Μαρούσα Πρωτοπαπαδάκη-Δικηγόρος

Το παρόν αποτελεί ενημερωτικό  και μόνο σημείωμα και σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά νομική συμβουλή ή παροχή υπηρεσίας προς οιονδήποτε τρίτο. Συνεπώς ο/η γράφων /γράφουσα ουδεμία ευθύνη φέρει για τυχόν χρήση αυτών από οποιονδήποτε αναγνώστη –τρίτο.

 

 

 

16

Φεβ

2014

Αλλαγή στην κατάταξη των απαιτήσεων του Δημοσίου από φόρο προστιθέμενηης αξίαςΦ.Π.Α.)σε πλειστηριασμούς-πτωχεύσεις-εκκαθαρίσεις

 

16 Φεβρουαρίου, 2014

Σύμφωνα με το Ν 4141/2013(ΦΕΚ Α81/5.4.2013( Επενδυτικά εργαλεία / Παροχή πιστώσεων /Αποκρατικοποιήσεις /Παίγνια/ Φορο-λογικά/ Ασφάλιση αυτ/των κλπ ) και ειδικότερα με το άρθρο 33 αυτού  επήλθαν  τροποποιήσεις  συγκεκριμένων διατάξεων του Κ.Ε.Δ.Ε.  από τις οποίες ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει αυτή της παρ.2 , η οποία έχει ως ακολούθως :

 2. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 61 του ν.δ. 356/1974 προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως ακολούθως:

 «Κατ` εξαίρεση, για τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του από φόρο προστιθέμενης αξίας, με τις πάσης φύσεως προσαυξήσεις, το Δημόσιο κατατάσσεται στην υπ` αριθ. 2 σειρά του ίδιου άρθρου και πριν από την ικανοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 976 ΚΠολΔ.» Η κατά τη διάταξη του προηγούμενου εδαφίου κατάταξη του Δημοσίου ισχύει, ανεξάρτητα από την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, και σε περίπτωση πτώχευσης οφειλέτη του Δημοσίου, σε σχέση με απαιτήσεις του Δημοσίου για φόρο προστιθέμενης αξίας με τις πάσης φύσεως προσαυξήσεις, που γεννήθηκαν ή ανάγονται σε χρόνο πριν από την πτώχευση, ανεξαρτήτως βεβαίωσης τους.»

Μετά την ως προσθήκη το σχετικό άρθρο 61&1  του Κ.Ε.Δ.Ε. διαμορφώθηκε ως εξής :
1 Το Δημόσιον κατατάσσεται εν αναγκαστική εκτελέσει κινητού ή ακινήτου διά τας ληξιπρόθεσμους μέχρι της ημέρας του πλειστηριασμού απαιτήσεις αυτού εκ πάσης αιτίας, μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και τόκων και εν τη υπ` αριθ. 5 σειρά του άρθρου 975 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.  «Κατ` εξαίρεση, για τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του από φόρο προστιθέμενης αξίας, με τις πάσης  φύσεως προσαυξήσεις, το Δημόσιο κατατάσσεται στην υπ` αριθ. 2 σειρά του ίδιου άρθρου και πριν  από την ικανοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 976 ΚΠολΔ.»

Με την ως άνω νέα διάταξη ουσιαστικά αναβαθμίζεται στη 2η θέση του πίνακα κατάταξης δανειστών τόσο στους πλειστηριασμούς όσο και στις πτωχεύσεις και εκκαθαρίσεις  ,το Δημόσιο για  ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του από ΦΠΑ μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις αυτού ( και όχι για όλες τις απαιτήσεις του και από άλλες αιτίες ) , αφήνοντας στην 3η θέση τις απαιτήσεις των εργαζομένων και των φορέων κοινωνικής ασφάλισης .

Μαρούσα Πρωτοπαπαδάκη-Δικηγόρος

Το παρόν αποτελεί ενημερωτικό  και μόνο σημείωμα και σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά νομική συμβουλή ή παροχή υπηρεσίας προς οιονδήποτε τρίτο. Συνεπώς ο/η γράφων /γράφουσα ουδεμία ευθύνη φέρει για τυχόν χρήση αυτών από οποιονδήποτε αναγνώστη –τρίτο.

 

 

 

12

Φεβ

2014

ΠΟΛ 1234/2014 Οριστική επίλυση της φορολογικής μεταχείρισης του επιδόματος «βιβλιοθήκης»

2 Δεκεμβρίου, 2014
Στην σωστή κατεύθυνση η ΠΟΛ 1234/2014 ,μετά την έκδοση της υπ” αρ 29/2014 απόφασης της Ολομέλειας του ΣτΕ ,παρέχει διευκρινίσεις για άμεση εκκαθάριση από τις κατά τόπους Δ.Ο.Υ τροποποιητικών δηλώσεων και δηλώσεων με επιφύλαξη αναφορικά με τη φορολογική μεταχείριση του επιδόματος «βιβλιοθήκης».Δείτε το πλήρες κείμενο αυτής.

ΠΟΛ.1234/27.10.2014
Φορολογική μεταχείριση πάγιας μηνιαίας αποζημίωσης για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια κατόπιν των Αποφάσεων του Σ.τ.Ε.

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

Αθήνα, 27 Οκτωβρίου 2014

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ

ΓΕΝ. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

Ταχ. Δ/νση : Καρ. Σερβίας 10 Τ.Κ. : 101 84 ΑΘΗΝΑ

Τηλέφωνο : 210 3375315-6

FAX : 210 3375001


ΠΟΛ 1234/2014

 

ΘΕΜΑ : Φορολογική μεταχείριση πάγιας μηνιαίας αποζημίωσης για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια κατόπιν των Αποφάσεων του Σ.τ.Ε.

Σχετικά με το ανωτέρω θέμα σας γνωρίζουμε τα εξής:

1. Σε εκδίκαση υποθέσεων, αναφορικά με την υπαγωγή του επιδόματος βιβλιοθήκης σε φόρο εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες, το Συμβούλιο της Επικρατείας (Σ.τ.Ε.):

α) με την υπ’ αριθμ. 29/2014 ομόφωνη Απόφαση της Ολομέλειας έκρινε ότι «η εν λόγω παροχή έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα για την κάλυψη των εν λόγω δαπανών (δημιουργία και διαρκή ενημέρωση βιβλιοθήκης, καθώς και για τη συμμετοχή σε επιστημονικά συνέδρια), το δε ύψος της δεν υπερβαίνει το κατά κοινή πείρα εύλογο μέτρο, και, ως εκ τούτου, δεν αποτελεί φορολογητέο εισόδημα κατά την έννοια του άρθρου 7 8 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 4 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, ούτε συγκεκαλυμμένο φορολογικό προνόμιο υπέρ των μελών του διδακτικό προσωπικού των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων» και

β) με την υπ’ αριθμ. 2306/2014 Απόφαση της Ολομέλειας κάνει δεκτή την απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου η όποια έκρινε ότι «η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 13 του ν. 3052/2002, που προβλέπει την φορολόγηση της εν λόγω αποζημίωσης (επίδομα βιβλιοθήκης), δηλαδή παροχής μη έχουσας τα εννοιολογικά γνωρίσματα του εισοδήματος, είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα ως αντισυνταγματική και, συνακόλουθα, ότι η φορολογική αρχή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο».

2. Μετά την έκδοση των παραπάνω αποφάσεων του Σ.τ.Ε. υποβλήθηκαν τροποποιητικές δηλώσεις ή δηλώσεις με επιφύλαξη οι οποίες εκκρεμούν για εκκαθάριση. Παρακαλούμε για άμεση εκκαθάριση των δηλώσεων αυτών λαμβάνοντας υπόψη το σκεπτικό των παραπάνω αποφάσεων του Σ.τ.Ε., καθώς και των διατάξεων περί παραγραφής.

3. Οι υποθέσεις που εκκρεμούν στην Δ.Ε.Δ. επιλύονται σύμφωνα με τα παραπάνω.

Η Γεν. Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων

Αικ. Σαββαΐδου

Πηγή Taxheaven

 

12

Φεβ

2014

Σχέδιο ΚΠολΔ :Τελικά είναι θέμα προτεραιοτήτων

2 Δεκεμβρίου, 2014

Το σχέδιο του νέου ΚΠολΔ συνάντησε από την πρώτη στιγμή πολλές αντιδράσεις. Καθώς οδεύει προς ψήφιση οι αντιδράσεις γίνονται ακόμα  περισσότερες.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο  η κατάφορα εσφαλμένη κατάργηση  της εμμάρτυρης απόδειξης  και  η εκτός κάθε λογικής  αντικατάσταση της με το «επισφαλέστατο» -κατά την ίδια τη νομολογία του ΑΠ αλλά και την κοινή πείρα όλων των εμπλεκομένων – αποδεικτικό μέσο της ένορκης βεβαίωσης ,ούτε μόνο η παντελώς άστοχη και χρονικά μεθοδευμένη  εφ’ εξής δυνατότητα ταυτόχρονης επιβολής πολλαπλών κατασχέσεων η οποία μετά βεβαιότητας θα δημιουργήσει δεκάδες δικονομικά και διαδικαστικά προβλήματα και φυσικά θα οδηγήσει σε πλειστηριασμό τις ιδιοκτησίες χιλιάδων πολιτών ,σε λιγότερο από ένα χρόνο όπως ευελπιστεί η συντακτική επιτροπή κατά την αιτιολογική έκθεση του Κώδικα.

Το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο. Είναι η θλιβερή και επικίνδυνη διαπίστωση της εσφαλμένης ιεράρχησης προτεραιοτήτων  που αποτελεί οπωσδήποτε ευθύνη των νομοθετούντων . Και τούτο διότι η δικαιοσύνη κατ’ αρχήν και εγγενώς είναι (παρά τα δεκάδες προβλήματα της )και πρέπει να είναι  ένας ποιοτικός θεσμός και όχι ένας μηχανισμός  προς την  εξυπηρέτηση δημοσιονομικών αναγκών  και συμφερόντων ειδικών ομάδων όπως σταδιακά  επιχειρείται να  καταστεί. Αυτό που πρωτίστως έχει  πάντα σημασία είναι  η ορθότητα  των αποφάσεων, χωρίς να  υποτιμάται  η αξία της   ταχύτητας εκδόσεως τους ,σε εκείνο όμως το βαθμό που η καθυστέρηση να μην αλλοιώνει την αξία του περιεχομένου τους  .Ποτέ και καμιά επιτάχυνση δε μπορεί να νομιμοποιήσει την απώλεια θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών.

Παρά το γεγονός ότι η τροποποίηση ενός κώδικα όπως αυτού της Πολιτικής Δικονομίας σε τόσα βασικά σημεία δε δύναται να επιχειρείται με τον συγκεκριμένο τρόπο αλλά  θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο πολύμηνης επεξεργασίας από εξειδικευμένες επιτροπές με αποκλειστικό σκοπό το συγκεκριμένο έργο, εν τούτοις    στη διάρκεια της συντομότατης διαβούλευσης του σχετικού νομοσχεδίου ,το σύνολο  των εμπλεκομένων φορέων όχι μόνο αντιτάχθηκε  απολύτως τεκμηριωμένα και αιτιολογημένα στις επιχειρούμενες τροποποιήσεις αλλά πολύ περισσότερο : αναφορικά με τις προτεινόμενες διαδικασίες ενώπιον των Δικαστηρίων επεσήμανε τα προφανή δικονομικά προβλήματα των προτεινόμενων τροποποιήσεων  , την δεδομένη αναποτελεσματικότητα τους ,τον κίνδυνο   έκδοσης  εσφαλμένων αποφάσεων , υπέδειξε ποιές από τις ήδη λειτουργούσες  διαδικασίες αποτελούν επιτυχή παραδείγματα προς αντιγραφή   , αντιπρότεινε συγκεκριμένες λύσεις  προς την κατεύθυνση της  επιτάχυνσης έτσι όπως αυτές βεβαίως αρμόζουν στο χώρο της Δικαιοσύνης   . Όσον αφορά ,δε, τις προτεινόμενες αλλαγές στο κεφάλαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης  επεσήμανε και αντέκρουσε τον προφανή σχεδιασμό υπέρ των συμφερόντων των πιστωτικών ιδρυμάτων ,προτείνοντας ταυτόχρονα μέσα και τρόπους ισότιμης αντιμετώπισης δανειστών και οφειλετών  ώστε να μην απολαμβάνουν προνόμια όσοι από τους τελευταίους τυγχάνουν κακόπιστοι.

Και ενώ η  παραπάνω αντίδραση υπήρξε  και εξακολουθεί να είναι τόσο έντονη και συλλογική , εν τούτοις το σχέδιο επίκειται να ψηφιστεί χωρίς καμιά διαφοροποίηση στις ουσιαστικές διατάξεις του ,χωρίς καμιά αλλαγή σ ’ αυτές τις τροποποιήσεις που συνάντησαν την μεγαλύτερη αντίδραση. Έτσι απλά  και ταυτόχρονα έτσι προκλητικά .

-Η απλή και αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα  ότι στα Δικαστήρια  πρέπει να απονέμεται δικαιοσύνη ,ότι στα Δικαστήρια πραγματώνεται η ιδέα του δικαίου στις ατομικές περιπτώσεις-όπως εύστοχα επεσήμανε η Πρωτοδίκης Θεσσαλονίκης κα Λυμπεριάδου στην για το σκοπό αυτό συγκληθείσα  Κοινή Ολομέλεια του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για τον νομοσχέδιο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δεν είναι τελικά και η πρώτη προτεραιότητα των νομοθετούντων.

Αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα και  αυτό δεν μπορεί  και δεν πρέπει ποτέ να είναι αποδεκτό.

Μαρούσα Πρωτοπαπαδάκη

 

 

12

Φεβ

2014

ΠΟΛ 1234/2014 Οριστική επίλυση της φορολογικής μεταχείρισης του επιδόματος «βιβλιοθήκης»

2 Δεκεμβρίου, 2014

ΠΟΛ.1234/27.10.2014
Φορολογική μεταχείριση πάγιας μηνιαίας αποζημίωσης για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια κατόπιν των Αποφάσεων του Σ.τ.Ε.

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

Αθήνα, 27 Οκτωβρίου 2014

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ

ΓΕΝ. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

Ταχ. Δ/νση : Καρ. Σερβίας 10 Τ.Κ. : 101 84 ΑΘΗΝΑ

Τηλέφωνο : 210 3375315-6

FAX : 210 3375001


ΠΟΛ 1234/2014

ΘΕΜΑ : Φορολογική μεταχείριση πάγιας μηνιαίας αποζημίωσης για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια κατόπιν των Αποφάσεων του Σ.τ.Ε.

Σχετικά με το ανωτέρω θέμα σας γνωρίζουμε τα εξής:

1. Σε εκδίκαση υποθέσεων, αναφορικά με την υπαγωγή του επιδόματος βιβλιοθήκης σε φόρο εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες, το Συμβούλιο της Επικρατείας (Σ.τ.Ε.):

α) με την υπ’ αριθμ. 29/2014 ομόφωνη Απόφαση της Ολομέλειας έκρινε ότι «η εν λόγω παροχή έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα για την κάλυψη των εν λόγω δαπανών (δημιουργία και διαρκή ενημέρωση βιβλιοθήκης, καθώς και για τη συμμετοχή σε επιστημονικά συνέδρια), το δε ύψος της δεν υπερβαίνει το κατά κοινή πείρα εύλογο μέτρο, και, ως εκ τούτου, δεν αποτελεί φορολογητέο εισόδημα κατά την έννοια του άρθρου 7 8 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 4 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, ούτε συγκεκαλυμμένο φορολογικό προνόμιο υπέρ των μελών του διδακτικό προσωπικού των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων» και

β) με την υπ’ αριθμ. 2306/2014 Απόφαση της Ολομέλειας κάνει δεκτή την απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου η όποια έκρινε ότι «η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 13 του ν. 3052/2002, που προβλέπει την φορολόγηση της εν λόγω αποζημίωσης (επίδομα βιβλιοθήκης), δηλαδή παροχής μη έχουσας τα εννοιολογικά γνωρίσματα του εισοδήματος, είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα ως αντισυνταγματική και, συνακόλουθα, ότι η φορολογική αρχή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο».

2. Μετά την έκδοση των παραπάνω αποφάσεων του Σ.τ.Ε. υποβλήθηκαν τροποποιητικές δηλώσεις ή δηλώσεις με επιφύλαξη οι οποίες εκκρεμούν για εκκαθάριση. Παρακαλούμε για άμεση εκκαθάριση των δηλώσεων αυτών λαμβάνοντας υπόψη το σκεπτικό των παραπάνω αποφάσεων του Σ.τ.Ε., καθώς και των διατάξεων περί παραγραφής.

3. Οι υποθέσεις που εκκρεμούν στην Δ.Ε.Δ. επιλύονται σύμφωνα με τα παραπάνω.

Η Γεν. Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων

Αικ. Σαββαΐδου

Πηγή Taxheaven

 

11

Φεβ

2014

ΜΠΖακύνθου 112/2014 : H δικαστική απόφαση που καθόρισε τιμή πρώτης προσφοράς, μετά από ανακοπή του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ, διορθώνοντας σχετικό πρόγραμμα πλειστηριασμού είναι δεσμευτική και δεν επιτρέπει μεταγενέστερο καθορισμό νέας τιμής πρώτης προσφοράς, ούτε διόρθωση της αξίας των πλειστηριαζόμενων.

Απόφαση που εκδίδεται στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ παράγει προσωρινό δεδικασμένο Υπό την παραδοχή αυτή, η δικαστική απόφαση που καθόρισε τιμή πρώτης προσφοράς, μετά από ανακοπή του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ, διορθώνοντας σχετικό πρόγραμμα πλειστηριασμού είναι δεσμευτική και δεν επιτρέπει μεταγενέστερο καθορισμό νέας τιμής πρώτης προσφοράς, ούτε διόρθωση της αξίας των πλειστηριαζόμενων, εκτός εάν, με τη σχετική αίτηση ζητείται ανάκληση ή μεταρρύθμιση της αρχικής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 696 § 3 ΚΠολΔ που δεν αποκλείουν τη δυνατότητα ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της απόφασης που εκδίδεται στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ κατ’ εφαρμογή της διάταξης της § 3 του άρθρου 696 ΚΠολΔ.

11 Φεβρουαρίου, 2015

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΖΑΚΥΝΘΟΥ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Αριθμός απόφασης:112/2014

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΖΑΚΥΝΘΟΥ Αποτελούμενο από την Δικαστή Παναγιώτα – Ειρήνη Σίδερη, Πρόεδρο Πρωτοδικών. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 18η Σεπτεμβρίου 2014, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέως, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του ανακόπτοντος: …. , ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας Δικηγόρου του Αγγελικής Βισβάρδη.

Της καθ` ης η ανακοπή: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας, με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ …. …», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου Δικηγόρου της Δημητρίου Ποταμίτη.

Ο ανακόπτων ζητεί να γίνει δεκτή η από 16-9-2014 ανακοπή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 153/2014, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας οπότε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου εκθέματος, οι διάδικοι παραστάθηκαν, ως σημειώνεται ανωτέρω. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν αυτοί να γίνουν δεκτοί.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 954, 695 και 696 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, η απόφαση που εκδίδεται στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ παράγει προσωρινό δεδικασμένο παραπλήσιο εκείνου της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων [βλ. ΜΠρΘεσ 1416/2011 ΕΠολΔ 2011 (Δ`).659, με σημείωμα Π. Γιαννόπουλου· ΜΠρΧαλκ 778/2009 ΑρχΝ 2010 (ΞΑ`).536· ΜΠρΜεσολ 1065/2008, ΜΠρΡοδ 943/2007 ΤΝΠ NOMOS, ΜΠρΛαρ 2799/2003 Δικογραφία 2003.477 ΜΠρΛαρ 575/2003 Δικογραφία 2003.155· ΜΠρΤρικ 76/2001 Δίκη 2001 (32).470, με (αντίθετες) παρατηρήσεις Ε. Μπαλογιάννη· ΜΠρΚαρδ 134/1992 ΑρχΝ 1993 (ΜΔ`).500]. Υπό την παραδοχή αυτή, η δικαστική απόφαση που καθόρισε τιμή πρώτης προσφοράς, μετά από ανακοπή του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ, διορθώνοντας σχετικό πρόγραμμα πλειστηριασμού είναι δεσμευτική και δεν επιτρέπει μεταγενέστερο καθορισμό νέας τιμής πρώτης προσφοράς, ούτε διόρθωση της αξίας των πλειστηριαζόμενων, εκτός εάν, με τη σχετική αίτηση ζητείται ανάκληση ή μεταρρύθμιση της αρχικής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 696 § 3 ΚΠολΔ (βλ. ΜΠρΡεθυμν 63/2012 αδημ. στο νομικό τύπο Κ. Μπέης, Πολιτική Δικονομία – Γενικές αρχές και ερμηνεία των άρθρων – Αναγκαστική εκτέλεση (άρθρα 941 – 970 ΚΠολΔ), τομ. 23 (2005), άρθρο 954, σελ. 2039· Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας(- Νικολόπουλος), ΚΠολΔ II (2000), άρθρο 954 αριθ. 6, σελ. 1843, που δεν αποκλείουν τη δυνατότητα ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της απόφασης που εκδίδεται στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ κατ’ εφαρμογή της διάταξης της § 3 του άρθρου 696 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ανακόπτων, επικαλούμενος έννομο συμφέρον, ζητά να διορθωθεί: 1) η με αριθμό 4271/1-7-2014 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου και 2) η με αριθμό 4273/8-7-2014 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ζακύνθου Ευγενίας Τσιατά, δυνάμει των οποίων, στις 24-9-2014, εκτίθενται σε αναγκαστικό πλειστηριασμό τα ακίνητα που περιγράφονται στις ανωτέρω πράξεις, ως προς την εκτίμηση της αξίας τους και την τιμή πρώτης προσφοράς αυτών, καθόσον η πραγματική αξία τους είναι πολύ μεγαλύτερη από την εκτιμηθείσα. Η ανακοπή έχει ασκηθεί αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπο (άρθρα 686 επ., 954 ΚΠολΔ) και είναι εμπρόθεσμη αφού μεταξύ της ημερομηνίας κατάθεσής της (16-9-2014) και της ορισθείσας ημέρας του πλειστηριασμού (24-9-2014) μεσολαβεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε (5) πλήρων εργάσιμων ημερών (άρθρα 993 παρ. 2 εδ. α` συνδ. 954 παρ. 4 εδ. γ` συνδ. 144 παρ. 1 ΚΠολΔ), απορριπτομένου του περί απαραδέκτου λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως, ισχυρισμού της καθ’ ης, ενώ κατά την αληθή έννοια του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, μπορεί να ζητηθεί με την προβλεπόμενη από αυτό ανακοπή και να διαταχθεί με την οικεία απόφαση η διόρθωση όχι μόνον της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης αλλά και της περίληψης της, αρχικής ή επαναληπτικής (Γέσιου – Φαλτσή Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως τ. Π Ειδικό Μέρος 2001, σελ. 217 Μπέης Γνωμοδότηση σε Δ 27, 675 – 676). Με το προαναφερθέν, όμως, περιεχόμενο η ανακοπή διόρθωσης της κατασχετήριας έκθεσης και συνακόλουθα της περίληψης αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού της καθ’ ης η ανακοπή, διότι η διαφορά που εισάγεται προς διάγνωση με αυτή και αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, έχει ήδη κριθεί με την υπ’ αριθ. 1/2014 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, μεταξύ των ίδιων διαδίκων, που απέρριψε την, όμοιου περιεχομένου και με το αυτό αίτημα, ανακοπή του ανακόπτοντος, ως ουσία αβάσιμη, με αποτέλεσμα το δεδικασμένο που πηγάζει από την απόφαση αυτή να εμποδίζει, ως αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση (non bis in idem), την επανεκδίκαση της διαφοράς (τον επανακαθορισμό της αξίας και της τιμής πρώτης προσφοράς των ακινήτων), σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στην προηγηθείσα μείζονα πρόταση. Τούτο δε, πρέπει να γίνει δεκτό και επί τη βάσει, ότι ο ανακόπτων δεν επικαλείται, ότι συνέτρεξαν νέα πραγματικά περιστατικά, στο διάστημα που μεσολάβησε από την έκδοση της ανωτέρω υπ. αριθμ. 1/2014 απόφασης, έως την υποβολή της υπό κρίση ανακοπής, που να δικαιολογούν την μεταβολή της αξίας των κατασχεθέντων ακινήτων και την εντεύθεν ζητούμενη διόρθωση. Συνεπώς, εφόσον ήδη με δικαστική απόφαση απορρίφθηκε η διόρθωση της αξίας των κατασχεθέντων, προκύπτει προσωρινό δεδικασμένο, που αναπτύσσει δεσμευτικότητα για το κριθέν ζήτημα της αξίας αυτών και εμποδίζει τον καθορισμό διαφορετικής. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η υπό κρίση ανακοπή ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του ανακόπτοντος και υπέρ της καθ’ ής η εκτέλεση, κατ’ άρθρο 178 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως ειδικότερα το ύψος αυτών ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων. Απορρίπτει την ανακοπή. Επιβάλει σε βάρος του ανακόπτοντος τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Ζάκυνθο, στις 22 Σεπτεμβρίου 2014 σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, με την παρουσία και της Γραμματέως Χρυσάνθης Βαρδακαστάνη.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Π.Β

Α Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ .

 

10

Φεβ

2014

Ενδικοφανής προσφυγή κατ΄άρθρο 63 Ν.4174/2013 για το ζήτημα προσδιορισμού του προς ανάλωση κεφαλαίου

2 Οκτωβρίου, 2014

  

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων

του Υπουργείου Οικονομικών

Δια του Προϊσταμένου της …Δ.Ο.Υ…………… 

ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗ

κατ’ άρθρο 63 Ν. 4174/2013

 

1.Του …………………του……… , ΑΦΜ ………, κατοίκου …………………………………. ΤΚ ….. με email  ……………..και αριθμό τηλεφώνου επικοινωνίας  …………. και φαξ ………………………….. 2.Της…………………………….. , ΑΦΜ ……… , κατοίκου ………………..,               , ΤΚ   ……. με email  ………………….και αριθμό τηλεφώνου επικοινωνίας …………..και φαξ ………………………..

ΚΑΤΑ

1.Του από ……… εκκαθαριστικού σημειώματος  φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων  οικ. έτους …….. (χρήση ….) το οποίο εξέδωσε η .  Δ.Ο.Υ ………… (αρ.δήλωσης ……-αρ.ειδ/σης ….) και το οποίο μας  κοινοποιήθηκε δια επιστολής απευθυνόμενης στον πρώτο από εμάς  την ………………

2.Της ….Δ.Ο.Υ. ………… που εξέδωσε  το ως άνω εκκαθαριστικό σημείωμα εισοδήματος οικ. έτους …. η οποία εκπροσωπείται νόμιμα δια του Προϊστάμενου αυτής.

 

Θεσσαλονίκη ………………

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ 

Με το άρθρο  16 του ν. 2238/1994 ορίζονται αναλυτικά  οι  αντικειμενικές δαπάνες και υπηρεσίες που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό του αντικειμενικού εισοδήματος με βάση τη συνολική  ετήσια δαπάνη του φορολογουμένου, της συζύγου του και των προσώπων που συνοικούν και τους βαρύνουν .

Με το άρθρο 17 του αυτού ως άνω νομοθετήματος προσδιορίζονται συγκεκριμένα οι κατηγορίες δαπανών απόκτησης περιουσιακών στοιχείων  που πραγματικά καταβάλλονται και  λογίζονται ως ετήσια δαπάνη του φορολογούμενου , της συζύγου του και των προσώπων που τους βαρύνουν .

Με το άρθρο 19&1 του ν. 2238/1994 που αφορά στη διαφορά εισοδήματος και τον υπολογισμό του φόρου αυτής  ορίζεται ότι η διαφορά του εισοδήματος που δηλώθηκε από τον φορολογούμενο, τη σύζυγο του και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν ή προσδιορίστηκε από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας και της συνολικής ετήσιας δαπάνης τους, των άρθρων 16 και 17, προσαυξάνει τα εισοδήματα που δηλώνονται ή προσδιορίζονται από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας κατά το ίδιο οικονομικό έτος, του φορολογούμενου ή της συζύγου του της πηγής από την οποία δηλώνονται τα μεγαλύτερα εισοδήματα και, αν δεν δηλώνεται εισόδημα από καμία κατηγορία, η διαφορά αυτή λογίζεται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες.

Με την παρ 2 του αυτού ως άνω άρθρου  ,ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας κατά τον προσδιορισμό της διαφοράς της προηγούμενης παραγράφου υποχρεούται να λάβει υπόψη του τα αναγραφόμενα στη δήλωση χρηματικά ποσά, τα οποία αποδεικνύονται από νόμιμα παραστατικά στοιχεία και με τα οποία καλύπτεται ή περιορίζεται η διαφορά που προκύπτει. Στις περιπτώσεις αυτής της παραγράφου ο φορολογούμενος φέρει το βάρος της απόδειξης, ότι  τα ποσά αυτά ιδίως είναι:  α) πραγματικά εισοδήματα τα οποία αποκτήθηκαν από τον ίδιο, τη σύζυγό του και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν και τα οποία απαλλάσσονται από το φόρο ή φορολογούνται με ειδικό τρόπο σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.  β) Χρηματικά ποσά που δε θεωρούνται εισόδημα κατά τις ισχύουσες διατάξεις.  γ) Χρηματικά ποσά που προέρχονται από τη διάθεση περιουσιακών στοιχείων.  δ) Εισαγωγή συναλλάγματος, που δεν εκχωρείται υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον δικαιολογείται η απόκτηση του στην αλλοδαπή.  ε) Δάνεια, τα οποία έχουν ληφθεί και αποδεικνύονται με έγγραφα στοιχεία που φέρουν βέβαιη χρονολογία.  στ) Δωρεά ή γονική παροχή χρηματικών ποσών για την οποία η οικεία φορολογική δήλωση έχει υποβληθεί μέχρι τη λήξη του έτους στο οποίο πραγματοποιήθηκε η σχετική δαπάνη.ζ) Ανάλωση κεφαλαίου που αποδεδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα  έτη ή νόμιμα έχει απαλλαγεί από το φόρο. Για τον προσδιορισμό του κεφαλαίου αυτού ανά έτος, από τα πραγματικά εισοδήματα που έχουν φορολογηθεί ή νόμιμα απαλλαγεί από το φόρο, τα οποία προκύπτουν από συμψηφισμό των θετικών και αρνητικών στοιχείων αυτών, από τα  χρηματικά ποσά που ορίζονται στις περιπτώσεις β`, γ`, δ`, ε` και στ` της παραγράφου αυτής και από οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο αποδεδειγμένα έχει εισπραχθεί, εκπίπτουν οι δαπάνες που προσδιορίζονται στα άρθρα 16 και 17, ανεξάρτητα αν απαλλάσσονται της εφαρμογής των άρθρων αυτών. Αν δεν υπάρχουν δαπάνες με βάση το άρθρο 16 ή αν το ποσό τους είναι μικρότερο από τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ προκειμένου για άγαμο και πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ προκειμένου για συζύγους, το ποσό που πρέπει να εκπέσει προσδιορίζεται με βάση την κοινωνική, οικονομική και οικογενειακή κατάσταση των φορολογουμένων και τις αποδεδειγμένες δαπάνες διαβίωσης τους και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερο των τριών χιλιάδων (3.000) και πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, αντίστοιχα. Κάθε ποσό που καταβλήθηκε για την απόκτηση των εσόδων των παραπάνω  περιπτώσεων τα μειώνει και η διαφορά που προκύπτει λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη ή τον περιορισμό της συνολικής ετήσιας δαπάνης, εκτός αν τα ποσά αυτά έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό του εισοδήματος του έτους που καταβλήθηκαν και ο φορολογούμενος επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου του έτους  αυτού.»

Για την κάλυψη ή περιορισμό της διαφοράς που προκύπτει κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της περίπτωσης δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν.2019/1992για τα ποσά των πραγματικών ή τεκμαρτών δαπανών που πραγματοποιούνται  από 1.1.1994. Χρηματικά ποσά που έχουν ληφθεί υπόψη από τη δήλωση που, τυχόν, υποβλήθηκε κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ν.2019/1992, για την κάλυψη ή τον περιορισμό διαφοράς δαπάνης, αφαιρούνται από το κεφάλαιο που σχηματίζεται από προηγούμενα έτη, όπως αυτό προσδιορίζεται με βάση όσα ορίζονται στα εδάφια δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αυτής της περίπτωσης.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ Στις  ………. υποβάλλαμε από κοινού ως σύζυγοι  στη Δ.Ο.Υ ……… ………………. τροποποιητική-συμπληρωματική δήλωση η οποία έλαβε αρ. δήλωσης …….. Στην ως άνω τροποποιητική μας δήλωση συμπεριλάβαμε μεταξύ άλλων  , αναφορικά με τα δηλούμενα στοιχεία του πρώτου από εμάς ……………….., στο ΚΑΔ 787 (ανάλωση κεφαλαίου που ήδη φορολογήθηκε ή απαλλάσσονταν από το φόρο) ποσό …………………. Επί της ως άνω συμπληρωματικής  δηλώσεως μας διενεργήθηκε εκκαθάριση και εξεδόθη το από ……… εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων  οικ. έτους ….  με αριθ. πισ. κατ/σης …….. και αριθμό ειδοποίησης …., από το οποίο προέκυπτε τελικό πιστωτικό ποσό ………€ . Πρόσφατα κατά  τη διάρκεια διενεργούμενου ελέγχου ο πρώτος από εμάς  κλήθηκα να παράσχω διευκρινίσεις για τον τρόπο σχηματισμού του ως άνω ποσού των ……….€.  Για το σκοπό αυτό  συνέταξα αναλυτικό πίνακα στη βάση των διατάξεων της παρ ζ του άρθρου 19 του Κ.Ν. 2238/1994 για τα οικονομικά έτη …. έως και …. από τον οποίο προέκυπτε εμφανώς ότι διέθετα  το επικαλούμενο προς ανάλωση ποσό του κωδικού 787 της δήλωσης του οικ. έτους ….. Συγκεκριμένα , στον ως άνω πίνακα ,που παραθέτω αυτούσιο κατωτέρω , ανέλυα όλα τα επί μέρους κρίσιμα στοιχεία προς απόδειξη των ποσών ανάλωσης και συγκεκριμένα , τόσο για τον πρώτο από εμάς όσο και για  δεύτερη, σύζυγο του πρώτου ,  τα εισοδήματα, τα λοιπά έσοδα, τις δαπάνες του ως άνω άρθρου 16 , τις δαπάνες του  προαναφερθέντος άρθρου 17, και τελικά το υπόλοιπο κάθε χρήσης αλλά και το προοδευτικό υπόλοιπο. Ο ως άνω πίνακας έχει ως εξής :  Επισυνάπτεται ο πίνακας………………………………………………………………………………………….. Όλα τα στοιχεία του  παραπάνω πίνακα  προκύπτουν από τα αντίγραφα των δηλώσεων Ει που διατηρώ στο αρχείο μου, και τα οποία προσκόμισα ενώπιον της Ελεγκτικής Αρχής προς απόδειξη του περιεχομένου του ως άνω πίνακα ανάλωσης. Και ενώ τα ανωτέρω στοιχεία τυγχάνουν πλήρως αληθή , η Ελεγκτική Αρχή απέρριψε τους ισχυρισμούς μας και εξέδωσε το προσβαλλόμενο εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων με τελικό χρεωστικό ποσό των ……..€. Μετά την παραλαβή εκ μέρους μας του ως άνω εκκαθαριστικού και από προφορικές συζητήσεις με τους αρμόδιους ελεγκτές ενημερωθήκαμε ότι δεν έγιναν δεκτά τα ποσά του κωδικού 787 που είχαμε δηλώσει στην από ………. τροποποιητική δήλωση , ούτε ο εκ μέρους μας προσκομισθείς  ως άνω αναλυτικός πίνακας  και ως εκ τούτου καταλογίστηκε στη δεύτερη από εμάς , …………………., διαφορά τεκμηρίων ύψους ………€ ,ποσό που προστέθηκε στο δηλωθέν αρχικώς εισόδημα μου και από το  σύνολο αυτού εκ ……….€ προέκυψε φόρος …(ακολουθεί ανάλυση του φόρου) και  το καταβλητέο ποσό ανήλθε σε ……..€ , το οποίο  συμψηφίστηκε με το επιστρεπτέο ποσό φόρου του πρώτου από εμάς εξ ……€  ,με αποτέλεσμα το προσβαλλόμενο εκκαθαριστικό να εμφανίζει νέο χρεωστικό  ……..€. Προφορικά, ακόμα, ενημερωθήκαμε ότι η ανωτέρω απόρριψη του υποβληθέντος εκ μέρους μας πίνακα ανάλωσης , οφείλεται στον δήθεν  μη ορθό υπολογισμό των υπολοίπων εκάστης χρήσης ,καθώς η Ελεγκτική Αρχή θεώρησε ότι εσφαλμένα δεν προσθέταμε προς αφαίρεση από τα δηλούμενα πραγματικά εισοδήματα του πίνακα ,πλέον των δαπανών των άρθρων 16 και 17  που ορίζει το άρθρο 19 του ν. 2238/1994 , και τα ποσά που είχαμε κατά καιρούς επικαλεστεί προς ανάλωση στις δηλώσεις της περιόδου …………………….. Κατά την άποψη , δηλαδή , της Ελεγκτικής Αρχής  τα ποσά που αναγράφονταν κάθε χρονιά στους κωδικούς 787-788 της οικείας δήλωσης  φόρου εισοδήματος , θα έπρεπε να αφαιρούνται κατά το σχηματισμό του κεφαλαίου προηγούμενων ετών, και ως εκ τούτου το προοδευτικό υπόλοιπο της οικείας χρονιάς δεν επαρκούσε για την επικαλούμενη εκ μέρους μας ανάλωση κεφαλαίου. Ο ισχυρισμός όμως τούτος της Ελεγκτικής Αρχής όχι μόνο δεν προβλέπεται από το νόμο που ορίζει τη σχετική διαδικασία απολύτως ρητά και συγκεκριμένα (άρθρα 16-17-19ν. 2238/1994)  αλλά επιπλέον τυχόν εφαρμογή του οδηγεί ουσιαστικά σε διπλή αφαίρεση των ίδιων ποσών .Και τούτο διότι :

1.Ως προς την προβλεπόμενη διαδικασία βάσει των διατάξεων του ν. 2238/1994:Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες ισχύουσες διατάξεις του ν. 2238/1994 ο τρόπος  προσδιορισμού του προς ανάλωση  κεφαλαίου ανά έτος  της παρ. ζ του άρθρου 19 (που αποδεδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα  έτη ή νόμιμα έχει απαλλαγεί από το φόρο) προκύπτει από συμψηφισμό των θετικών και αρνητικών στοιχείων αυτών, από τα  χρηματικά ποσά που ορίζονται στις περιπτώσεις β`, γ`, δ`, ε` και στ` της παραγράφου αυτής και από οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο αποδεδειγμένα έχει εισπραχθεί, επιπλέον δε εκπίπτουν οι δαπάνες που προσδιορίζονται στα άρθρα 16 και 17, ανεξάρτητα αν απαλλάσσονται της εφαρμογής των άρθρων αυτών. Κάθε ποσό που καταβλήθηκε για την απόκτηση των εσόδων των παραπάνω  περιπτώσεων τα μειώνει και η διαφορά που προκύπτει λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη ή τον περιορισμό της συνολικής ετήσιας δαπάνης, εκτός αν τα ποσά αυτά έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό του εισοδήματος του έτους που καταβλήθηκαν και ο φορολογούμενος επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου του έτους αυτού.

Η ως άνω διάταξη του νόμου τυγχάνει απολύτως σαφής και ξεκάθαρη ορίζουσα ακριβώς την τηρητέα διαδικασία, από το περιεχόμενο ,δε, αυτής προκύπτει ότι ουδόλως προβλέπεται ως διαδικασία να αφαιρούνται και  τα ποσά που οι φορολογούμενοι κατά καιρούς έχουν επικαλεστεί προς ανάλωση σε προγενέστερες δηλώσεις τους.

Ως εκ τούτου , η σχετική θέση της Ελεγκτικής Αρχής τυγχάνει νόμω αβάσιμη, στερούμενη νομοθετικού ερείσματος και απορριπτέα

2.Ως προς την διπλή αφαίρεση των ίδιων ποσών σε περίπτωση εφαρμογής της θέσης της ελεγκτικής αρχής:Πέρα από την έλλειψη νομικής βάσης , η υιοθέτηση της θέσης της Ελεγκτικής Αρχής τυγχάνει εσφαλμένη διότι :Όσα έχει αναγράψει ο φορολογούμενος στο παρελθόν στους ως άνω κωδικούς 787-788 της οικείας φορολογικής δήλωσης φόρου εισοδήματος , όταν συμβαίνει να επικαλεστεί ξανά την χρονιά εκείνη στην οποία είχε αναγράψει τα ποσά, δεν πρέπει να αφαιρούνται κατά το σχηματισμό κεφαλαίου προηγούμενων ετών. Ο λόγος είναι προφανής. Διότι αν προβούμε σ’ αυτήν την κίνηση θα συμβεί το εξής παράδοξο :Θα αφαιρέσουμε το ίδιο ποσό εις διπλούν. Το ποσό που αναλώσαμε μια δεδομένη χρονιά έχει αφαιρεθεί  εμμέσως στην κατάσταση ανάλωσης κεφαλαίου οπότε παρέλκει η αφαίρεση του σχετικού ποσού εκ νέου, μόνο και μόνο επειδή το είχαμε αναγράψει στο σχετικό έντυπο Ε1.Άλλωστε , την ίδια ακριβώς μεθοδολογία είχε ακολουθήσει το Υπουργείο Οικονομικών στη σχετική εφαρμογή που είχε αναρτηθεί στον διαδικτυακό τόπο της ΓΓΠΣ που αφορούσε στις υποθέσεις φορολογούμενων που είχαν στείλει εμβάσματα στο εξωτερικό(βλ.σχ Κ.Γρίβας, Η ανάλωση Κεφαλαίου- θεωρία και πράξη, 3η έκδοση Αθήνα Μάρτιος 2014,σελ 86,87)

Επειδή η Ελεγκτική Αρχή απολύτως εσφαλμένα απέρριψε τα εκ μέρους αναλυτικά και αποδεδειγμένα στοιχεία και συγκεκριμένα τον προσκομισθέντα και προσκομιζόμενο και με το παρόν πίνακα προσδιορισμού ποσών προς ανάλωση καθώς και το σύνολο των υποβληθέντων δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος Ε1 των χρήσεων …. έως και …..

Επειδή η μεθοδολογία που εφάρμοσε η Ελεγκτική Αρχή όχι μόνο  δεν προβλέπεται αλλά επιπλέον οδηγεί σε διπλή αφαίρεση των ίδιων ποσών σε βάρος του φορολογούμενου

Επειδή προσκομίζουμε σε CD ηλεκτρονικό φάκελο της κρινομένης που περιέχει την ενδικοφανή προσφυγή μας ,  τα  συνυποβαλλόμενα σχετικά  μας, δηλαδή αντίγραφα των αρχικών και συμπληρωματικών (όπου υποβλήθηκαν) δηλώσεων φόρου εισοδήματος Ε1 όλων των ετών …. έως και …. καθώς και τα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα αυτών καθώς και αντίγραφο του προσβαλλόμενου εκκαθαριστικού και την εξουσιοδότηση προς υπογραφή και κατάθεση της παρούσας προς τους πληρεξούσιους δικηγόρους .

Επειδή προσκομίζουμε  υπεύθυνη δήλωση άρθρου 8 Ν. 1599/1986 , με την οποία δηλώνουμε το ακριβές του περιεχομένου των στοιχείων του συνυποβαλλόμενου  ηλεκτρονικού φακέλου, αντίγραφο της οποίας εμπεριέχεται στο  ως άνω

                         ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΖΗΤΟΥΜΕ

Να γίνει δεκτή η υπό κρίση προσφυγή μας. Να επανεξεταστεί  η κρινομένη διαφορά στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας από την Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών . Να ακυρωθεί στο σύνολο του το προσβαλλόμενο εκκαθαριστικό του οικ. έτους …. και να επανασυνταχθεί κατά την ορθή και προβλεπόμενη διαδικασία  Αντίκλητό μου ορίζω το Δικηγόρο Αθηνών ………………………………………… (ΑΜ ΔΣΑ …..) , κάτοικο Αθηνών ,…………………………………., τηλέφωνο  και φαξ ………………….. ,Email

Η ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΑ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ                                 ΟΙ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΕΣ 

Μαρούσα Πρωτοπαπαδάκη

(ΑΜ ΔΣΘ 3180)

 

 

10

Φεβ

2014

Μέχρι 31.3.2014 η εκπρόθεσμη υποβολή δήλωσης διακοπής εργασίων πέραν του έτους

Μέχρι 31/3/2014 η εκπρόθεσμη υποβολή δήλωσης διακοπής εργασιών πέραν του έτους, με βάση τον πραγματικό χρόνο διακοπής στα φυσικά, νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες

 Μέχρι 31/3/2014 η εκπρόθεσμη υποβολή δήλωσης διακοπής εργασιών πέραν του έτους, με βάση τον πραγματικό χρόνο διακοπής στα φυσικά, νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες

Οι εγκύκλιοι 1030160/650/ΔΜ/ΠΟΛ.1068/19.3.2001, 1016769/389/ΔΜΒ/ ΠΟΛ.1028/21.2.2003 και 1053873/867/ΔΜ/ΠΟΛ.1071/28.5.2009 που αφορούν στη διακοπή εργασιών των φυσικών, νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων πέραν του έτους, με ημερομηνία διακοπής τον πραγματικό χρόνο διακοπής των εργασιών τους, θα ισχύουν μέχρι 31/3/2014.

Ως εκ τούτου όσα από τα ανωτέρω πρόσωπα δεν ασκούν δραστηριότητα πέραν του έτους και πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στις εν λόγω εγκυκλίους, μπορούν για τη διακοπή των εργασιών τους με βάση τον πραγματικό χρόνο διακοπής, να υποβάλλουν τη δήλωση διακοπής εργασιών μέχρι 31/3/2014.

Πηγή :taxheaven

 

10

Φεβ

2014

ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΚΑΤ' ΑΡΘΡΟ 63 Ν.4174/2013 ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΑΝΑΛΩΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Ενδικοφανής προσφυγή κατ΄άρθρο 63 Ν.4174/2013 για το ζήτημα προσδιορισμού του προς ανάλωση κεφαλαίου 

2 Οκτωβρίου, 2014

  Ο τρόπος προσδιορισμού του προς ανάλωση κεφαλαίου ανά έτος της παρ. ζ του άρθρου 19 του ν. 2238/94 (που αποδεδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα έτη ή νόμιμα έχει απαλλαγεί από το φόρο) προκύπτει από συμψηφισμό των θετικών και αρνητικών στοιχείων αυτών, από τα χρηματικά ποσά που ορίζονται στις περιπτώσεις β`, γ`, δ`, ε` και στ` της παραγράφου αυτής και από οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο αποδεδειγμένα έχει εισπραχθεί, επιπλέον δε εκπίπτουν οι δαπάνες που προσδιορίζονται στα άρθρα 16 και 17, ανεξάρτητα αν απαλλάσσονται της εφαρμογής των άρθρων αυτών. Κάθε ποσό που καταβλήθηκε για την απόκτηση των εσόδων των παραπάνω περιπτώσεων τα μειώνει και η διαφορά που προκύπτει λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη ή τον περιορισμό της συνολικής ετήσιας δαπάνης, εκτός αν τα ποσά αυτά έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό του εισοδήματος του έτους που καταβλήθηκαν και ο φορολογούμενος επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου του έτους αυτού.Όσα έχει αναγράψει ο φορολογούμενος στο παρελθόν στους ως κωδικούς 787-788 της οικείας φορολογικής δήλωσης φόρου εισοδήματος , όταν συμβαίνει να επικαλεστεί ξανά την χρονιά εκείνη στην οποία είχε αναγράψει τα ποσά, δεν πρέπει να αφαιρούνται κατά το σχηματισμό κεφαλαίου προηγούμενων ετών. Δείτε σχετική ενδικοφανή προσφυγή που έγινε δεκτή και οδήγησε στην ακύρωση του σχετικού εκκαθαριστικού .

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων

του Υπουργείου Οικονομικών

Δια του Προϊσταμένου της …Δ.Ο.Υ…………… 

ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗ

κατ’ άρθρο 63 Ν. 4174/2013

 

1.Του …………………του……… , ΑΦΜ ………, κατοίκου …………………………………. ΤΚ ….. με email  ……………..και αριθμό τηλεφώνου επικοινωνίας  …………. και φαξ ………………………….. 2.Της…………………………….. , ΑΦΜ ……… , κατοίκου ………………..,               , ΤΚ   ……. με email  ………………….και αριθμό τηλεφώνου επικοινωνίας …………..και φαξ ………………………..

ΚΑΤΑ

1.Του από ……… εκκαθαριστικού σημειώματος  φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων  οικ. έτους …….. (χρήση ….) το οποίο εξέδωσε η .  Δ.Ο.Υ ………… (αρ.δήλωσης ……-αρ.ειδ/σης ….) και το οποίο μας  κοινοποιήθηκε δια επιστολής απευθυνόμενης στον πρώτο από εμάς  την ………………

2.Της ….Δ.Ο.Υ. ………… που εξέδωσε  το ως άνω εκκαθαριστικό σημείωμα εισοδήματος οικ. έτους …. η οποία εκπροσωπείται νόμιμα δια του Προϊστάμενου αυτής.

 

Θεσσαλονίκη ………………

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ 

Με το άρθρο  16 του ν. 2238/1994 ορίζονται αναλυτικά  οι  αντικειμενικές δαπάνες και υπηρεσίες που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό του αντικειμενικού εισοδήματος με βάση τη συνολική  ετήσια δαπάνη του φορολογουμένου, της συζύγου του και των προσώπων που συνοικούν και τους βαρύνουν .

Με το άρθρο 17 του αυτού ως άνω νομοθετήματος προσδιορίζονται συγκεκριμένα οι κατηγορίες δαπανών απόκτησης περιουσιακών στοιχείων  που πραγματικά καταβάλλονται και  λογίζονται ως ετήσια δαπάνη του φορολογούμενου , της συζύγου του και των προσώπων που τους βαρύνουν .

Με το άρθρο 19&1 του ν. 2238/1994 που αφορά στη διαφορά εισοδήματος και τον υπολογισμό του φόρου αυτής  ορίζεται ότι η διαφορά του εισοδήματος που δηλώθηκε από τον φορολογούμενο, τη σύζυγο του και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν ή προσδιορίστηκε από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας και της συνολικής ετήσιας δαπάνης τους, των άρθρων 16 και 17, προσαυξάνει τα εισοδήματα που δηλώνονται ή προσδιορίζονται από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας κατά το ίδιο οικονομικό έτος, του φορολογούμενου ή της συζύγου του της πηγής από την οποία δηλώνονται τα μεγαλύτερα εισοδήματα και, αν δεν δηλώνεται εισόδημα από καμία κατηγορία, η διαφορά αυτή λογίζεται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες.

Με την παρ 2 του αυτού ως άνω άρθρου  ,ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας κατά τον προσδιορισμό της διαφοράς της προηγούμενης παραγράφου υποχρεούται να λάβει υπόψη του τα αναγραφόμενα στη δήλωση χρηματικά ποσά, τα οποία αποδεικνύονται από νόμιμα παραστατικά στοιχεία και με τα οποία καλύπτεται ή περιορίζεται η διαφορά που προκύπτει. Στις περιπτώσεις αυτής της παραγράφου ο φορολογούμενος φέρει το βάρος της απόδειξης, ότι  τα ποσά αυτά ιδίως είναι:  α) πραγματικά εισοδήματα τα οποία αποκτήθηκαν από τον ίδιο, τη σύζυγό του και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν και τα οποία απαλλάσσονται από το φόρο ή φορολογούνται με ειδικό τρόπο σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.  β) Χρηματικά ποσά που δε θεωρούνται εισόδημα κατά τις ισχύουσες διατάξεις.  γ) Χρηματικά ποσά που προέρχονται από τη διάθεση περιουσιακών στοιχείων.  δ) Εισαγωγή συναλλάγματος, που δεν εκχωρείται υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον δικαιολογείται η απόκτηση του στην αλλοδαπή.  ε) Δάνεια, τα οποία έχουν ληφθεί και αποδεικνύονται με έγγραφα στοιχεία που φέρουν βέβαιη χρονολογία.  στ) Δωρεά ή γονική παροχή χρηματικών ποσών για την οποία η οικεία φορολογική δήλωση έχει υποβληθεί μέχρι τη λήξη του έτους στο οποίο πραγματοποιήθηκε η σχετική δαπάνη.ζ) Ανάλωση κεφαλαίου που αποδεδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα  έτη ή νόμιμα έχει απαλλαγεί από το φόρο. Για τον προσδιορισμό του κεφαλαίου αυτού ανά έτος, από τα πραγματικά εισοδήματα που έχουν φορολογηθεί ή νόμιμα απαλλαγεί από το φόρο, τα οποία προκύπτουν από συμψηφισμό των θετικών και αρνητικών στοιχείων αυτών, από τα  χρηματικά ποσά που ορίζονται στις περιπτώσεις β`, γ`, δ`, ε` και στ` της παραγράφου αυτής και από οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο αποδεδειγμένα έχει εισπραχθεί, εκπίπτουν οι δαπάνες που προσδιορίζονται στα άρθρα 16 και 17, ανεξάρτητα αν απαλλάσσονται της εφαρμογής των άρθρων αυτών. Αν δεν υπάρχουν δαπάνες με βάση το άρθρο 16 ή αν το ποσό τους είναι μικρότερο από τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ προκειμένου για άγαμο και πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ προκειμένου για συζύγους, το ποσό που πρέπει να εκπέσει προσδιορίζεται με βάση την κοινωνική, οικονομική και οικογενειακή κατάσταση των φορολογουμένων και τις αποδεδειγμένες δαπάνες διαβίωσης τους και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερο των τριών χιλιάδων (3.000) και πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, αντίστοιχα. Κάθε ποσό που καταβλήθηκε για την απόκτηση των εσόδων των παραπάνω  περιπτώσεων τα μειώνει και η διαφορά που προκύπτει λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη ή τον περιορισμό της συνολικής ετήσιας δαπάνης, εκτός αν τα ποσά αυτά έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό του εισοδήματος του έτους που καταβλήθηκαν και ο φορολογούμενος επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου του έτους  αυτού.»

Για την κάλυψη ή περιορισμό της διαφοράς που προκύπτει κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της περίπτωσης δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν.2019/1992για τα ποσά των πραγματικών ή τεκμαρτών δαπανών που πραγματοποιούνται  από 1.1.1994. Χρηματικά ποσά που έχουν ληφθεί υπόψη από τη δήλωση που, τυχόν, υποβλήθηκε κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ν.2019/1992, για την κάλυψη ή τον περιορισμό διαφοράς δαπάνης, αφαιρούνται από το κεφάλαιο που σχηματίζεται από προηγούμενα έτη, όπως αυτό προσδιορίζεται με βάση όσα ορίζονται στα εδάφια δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αυτής της περίπτωσης.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ Στις  ………. υποβάλλαμε από κοινού ως σύζυγοι  στη Δ.Ο.Υ ……… ………………. τροποποιητική-συμπληρωματική δήλωση η οποία έλαβε αρ. δήλωσης …….. Στην ως άνω τροποποιητική μας δήλωση συμπεριλάβαμε μεταξύ άλλων  , αναφορικά με τα δηλούμενα στοιχεία του πρώτου από εμάς ……………….., στο ΚΑΔ 787 (ανάλωση κεφαλαίου που ήδη φορολογήθηκε ή απαλλάσσονταν από το φόρο) ποσό …………………. Επί της ως άνω συμπληρωματικής  δηλώσεως μας διενεργήθηκε εκκαθάριση και εξεδόθη το από ……… εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων  οικ. έτους ….  με αριθ. πισ. κατ/σης …….. και αριθμό ειδοποίησης …., από το οποίο προέκυπτε τελικό πιστωτικό ποσό ………€ . Πρόσφατα κατά  τη διάρκεια διενεργούμενου ελέγχου ο πρώτος από εμάς  κλήθηκα να παράσχω διευκρινίσεις για τον τρόπο σχηματισμού του ως άνω ποσού των ……….€.  Για το σκοπό αυτό  συνέταξα αναλυτικό πίνακα στη βάση των διατάξεων της παρ ζ του άρθρου 19 του Κ.Ν. 2238/1994 για τα οικονομικά έτη …. έως και …. από τον οποίο προέκυπτε εμφανώς ότι διέθετα  το επικαλούμενο προς ανάλωση ποσό του κωδικού 787 της δήλωσης του οικ. έτους ….. Συγκεκριμένα , στον ως άνω πίνακα ,που παραθέτω αυτούσιο κατωτέρω , ανέλυα όλα τα επί μέρους κρίσιμα στοιχεία προς απόδειξη των ποσών ανάλωσης και συγκεκριμένα , τόσο για τον πρώτο από εμάς όσο και για  δεύτερη, σύζυγο του πρώτου ,  τα εισοδήματα, τα λοιπά έσοδα, τις δαπάνες του ως άνω άρθρου 16 , τις δαπάνες του  προαναφερθέντος άρθρου 17, και τελικά το υπόλοιπο κάθε χρήσης αλλά και το προοδευτικό υπόλοιπο. Ο ως άνω πίνακας έχει ως εξής :  Επισυνάπτεται ο πίνακας………………………………………………………………………………………….. Όλα τα στοιχεία του  παραπάνω πίνακα  προκύπτουν από τα αντίγραφα των δηλώσεων Ει που διατηρώ στο αρχείο μου, και τα οποία προσκόμισα ενώπιον της Ελεγκτικής Αρχής προς απόδειξη του περιεχομένου του ως άνω πίνακα ανάλωσης. Και ενώ τα ανωτέρω στοιχεία τυγχάνουν πλήρως αληθή , η Ελεγκτική Αρχή απέρριψε τους ισχυρισμούς μας και εξέδωσε το προσβαλλόμενο εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων με τελικό χρεωστικό ποσό των ……..€. Μετά την παραλαβή εκ μέρους μας του ως άνω εκκαθαριστικού και από προφορικές συζητήσεις με τους αρμόδιους ελεγκτές ενημερωθήκαμε ότι δεν έγιναν δεκτά τα ποσά του κωδικού 787 που είχαμε δηλώσει στην από ………. τροποποιητική δήλωση , ούτε ο εκ μέρους μας προσκομισθείς  ως άνω αναλυτικός πίνακας  και ως εκ τούτου καταλογίστηκε στη δεύτερη από εμάς , …………………., διαφορά τεκμηρίων ύψους ………€ ,ποσό που προστέθηκε στο δηλωθέν αρχικώς εισόδημα μου και από το  σύνολο αυτού εκ ……….€ προέκυψε φόρος …(ακολουθεί ανάλυση του φόρου) και  το καταβλητέο ποσό ανήλθε σε ……..€ , το οποίο  συμψηφίστηκε με το επιστρεπτέο ποσό φόρου του πρώτου από εμάς εξ ……€  ,με αποτέλεσμα το προσβαλλόμενο εκκαθαριστικό να εμφανίζει νέο χρεωστικό  ……..€. Προφορικά, ακόμα, ενημερωθήκαμε ότι η ανωτέρω απόρριψη του υποβληθέντος εκ μέρους μας πίνακα ανάλωσης , οφείλεται στον δήθεν  μη ορθό υπολογισμό των υπολοίπων εκάστης χρήσης ,καθώς η Ελεγκτική Αρχή θεώρησε ότι εσφαλμένα δεν προσθέταμε προς αφαίρεση από τα δηλούμενα πραγματικά εισοδήματα του πίνακα ,πλέον των δαπανών των άρθρων 16 και 17  που ορίζει το άρθρο 19 του ν. 2238/1994 , και τα ποσά που είχαμε κατά καιρούς επικαλεστεί προς ανάλωση στις δηλώσεις της περιόδου …………………….. Κατά την άποψη , δηλαδή , της Ελεγκτικής Αρχής  τα ποσά που αναγράφονταν κάθε χρονιά στους κωδικούς 787-788 της οικείας δήλωσης  φόρου εισοδήματος , θα έπρεπε να αφαιρούνται κατά το σχηματισμό του κεφαλαίου προηγούμενων ετών, και ως εκ τούτου το προοδευτικό υπόλοιπο της οικείας χρονιάς δεν επαρκούσε για την επικαλούμενη εκ μέρους μας ανάλωση κεφαλαίου. Ο ισχυρισμός όμως τούτος της Ελεγκτικής Αρχής όχι μόνο δεν προβλέπεται από το νόμο που ορίζει τη σχετική διαδικασία απολύτως ρητά και συγκεκριμένα (άρθρα 16-17-19ν. 2238/1994)  αλλά επιπλέον τυχόν εφαρμογή του οδηγεί ουσιαστικά σε διπλή αφαίρεση των ίδιων ποσών .Και τούτο διότι :

1.Ως προς την προβλεπόμενη διαδικασία βάσει των διατάξεων του ν. 2238/1994:Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες ισχύουσες διατάξεις του ν. 2238/1994 ο τρόπος  προσδιορισμού του προς ανάλωση  κεφαλαίου ανά έτος  της παρ. ζ του άρθρου 19 (που αποδεδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα  έτη ή νόμιμα έχει απαλλαγεί από το φόρο) προκύπτει από συμψηφισμό των θετικών και αρνητικών στοιχείων αυτών, από τα  χρηματικά ποσά που ορίζονται στις περιπτώσεις β`, γ`, δ`, ε` και στ` της παραγράφου αυτής και από οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο αποδεδειγμένα έχει εισπραχθεί, επιπλέον δε εκπίπτουν οι δαπάνες που προσδιορίζονται στα άρθρα 16 και 17, ανεξάρτητα αν απαλλάσσονται της εφαρμογής των άρθρων αυτών. Κάθε ποσό που καταβλήθηκε για την απόκτηση των εσόδων των παραπάνω  περιπτώσεων τα μειώνει και η διαφορά που προκύπτει λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη ή τον περιορισμό της συνολικής ετήσιας δαπάνης, εκτός αν τα ποσά αυτά έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό του εισοδήματος του έτους που καταβλήθηκαν και ο φορολογούμενος επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου του έτους αυτού.

Η ως άνω διάταξη του νόμου τυγχάνει απολύτως σαφής και ξεκάθαρη ορίζουσα ακριβώς την τηρητέα διαδικασία, από το περιεχόμενο ,δε, αυτής προκύπτει ότι ουδόλως προβλέπεται ως διαδικασία να αφαιρούνται και  τα ποσά που οι φορολογούμενοι κατά καιρούς έχουν επικαλεστεί προς ανάλωση σε προγενέστερες δηλώσεις τους.

Ως εκ τούτου , η σχετική θέση της Ελεγκτικής Αρχής τυγχάνει νόμω αβάσιμη, στερούμενη νομοθετικού ερείσματος και απορριπτέα

2.Ως προς την διπλή αφαίρεση των ίδιων ποσών σε περίπτωση εφαρμογής της θέσης της ελεγκτικής αρχής:Πέρα από την έλλειψη νομικής βάσης , η υιοθέτηση της θέσης της Ελεγκτικής Αρχής τυγχάνει εσφαλμένη διότι :Όσα έχει αναγράψει ο φορολογούμενος στο παρελθόν στους ως άνω κωδικούς 787-788 της οικείας φορολογικής δήλωσης φόρου εισοδήματος , όταν συμβαίνει να επικαλεστεί ξανά την χρονιά εκείνη στην οποία είχε αναγράψει τα ποσά, δεν πρέπει να αφαιρούνται κατά το σχηματισμό κεφαλαίου προηγούμενων ετών. Ο λόγος είναι προφανής. Διότι αν προβούμε σ’ αυτήν την κίνηση θα συμβεί το εξής παράδοξο :Θα αφαιρέσουμε το ίδιο ποσό εις διπλούν. Το ποσό που αναλώσαμε μια δεδομένη χρονιά έχει αφαιρεθεί  εμμέσως στην κατάσταση ανάλωσης κεφαλαίου οπότε παρέλκει η αφαίρεση του σχετικού ποσού εκ νέου, μόνο και μόνο επειδή το είχαμε αναγράψει στο σχετικό έντυπο Ε1.Άλλωστε , την ίδια ακριβώς μεθοδολογία είχε ακολουθήσει το Υπουργείο Οικονομικών στη σχετική εφαρμογή που είχε αναρτηθεί στον διαδικτυακό τόπο της ΓΓΠΣ που αφορούσε στις υποθέσεις φορολογούμενων που είχαν στείλει εμβάσματα στο εξωτερικό(βλ.σχ Κ.Γρίβας, Η ανάλωση Κεφαλαίου- θεωρία και πράξη, 3η έκδοση Αθήνα Μάρτιος 2014,σελ 86,87)

Επειδή η Ελεγκτική Αρχή απολύτως εσφαλμένα απέρριψε τα εκ μέρους αναλυτικά και αποδεδειγμένα στοιχεία και συγκεκριμένα τον προσκομισθέντα και προσκομιζόμενο και με το παρόν πίνακα προσδιορισμού ποσών προς ανάλωση καθώς και το σύνολο των υποβληθέντων δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος Ε1 των χρήσεων …. έως και …..

Επειδή η μεθοδολογία που εφάρμοσε η Ελεγκτική Αρχή όχι μόνο  δεν προβλέπεται αλλά επιπλέον οδηγεί σε διπλή αφαίρεση των ίδιων ποσών σε βάρος του φορολογούμενου

Επειδή προσκομίζουμε σε CD ηλεκτρονικό φάκελο της κρινομένης που περιέχει την ενδικοφανή προσφυγή μας ,  τα  συνυποβαλλόμενα σχετικά  μας, δηλαδή αντίγραφα των αρχικών και συμπληρωματικών (όπου υποβλήθηκαν) δηλώσεων φόρου εισοδήματος Ε1 όλων των ετών …. έως και …. καθώς και τα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα αυτών καθώς και αντίγραφο του προσβαλλόμενου εκκαθαριστικού και την εξουσιοδότηση προς υπογραφή και κατάθεση της παρούσας προς τους πληρεξούσιους δικηγόρους .

Επειδή προσκομίζουμε  υπεύθυνη δήλωση άρθρου 8 Ν. 1599/1986 , με την οποία δηλώνουμε το ακριβές του περιεχομένου των στοιχείων του συνυποβαλλόμενου  ηλεκτρονικού φακέλου, αντίγραφο της οποίας εμπεριέχεται στο  ως άνω

                         ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΖΗΤΟΥΜΕ

Να γίνει δεκτή η υπό κρίση προσφυγή μας. Να επανεξεταστεί  η κρινομένη διαφορά στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας από την Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών . Να ακυρωθεί στο σύνολο του το προσβαλλόμενο εκκαθαριστικό του οικ. έτους …. και να επανασυνταχθεί κατά την ορθή και προβλεπόμενη διαδικασία  Αντίκλητό μου ορίζω το Δικηγόρο Αθηνών ………………………………………… (ΑΜ ΔΣΑ …..) , κάτοικο Αθηνών ,…………………………………., τηλέφωνο  και φαξ ………………….. ,Email

Η ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΑ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ                                 ΟΙ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΕΣ 

Μαρούσα Πρωτοπαπαδάκη

(ΑΜ ΔΣΘ 3180)

 

 

 

 

 

Κατηγορία

Πρόσφατα

Αρχείο