Μάιος 2016

31

Μάι

2016

Πιστοποιημένοι εκτιμητές θα προσδιορίζουν την εμπορική αξία των ακινήτων που θα κατάσχονται από 1ης Ιουνίου 2016

Δημοσιεύθηκε το Π.Δ. 59 /2016(ΦΕΚ Α 95/27.5.2016)  που καθορίζει τον τρόπο προσδιορισμού της εμπορικής αξίας του ακινήτου που κατάσχεται σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αλλά και το αρμόδιο προς τούτο όργανο .

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ως άνω ΠΔ αρμόδιος για τον προσδιορισμό της εμπορικής αξίας του ακινήτου που κατάσχεται είναι ο δικαστικός επιμε­λητής, ο οποίος, για το σκοπό αυτό, υποχρεούται να προσλάβει, κατά την κρίση του, πιστοποιημένο εκτιμητή, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο περιλαμβάνεται στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών που τηρείται στη Διεύθυνση Οικονομικού Συντονισμού και Μακροοικο­νομικών Προβλέψεων της Γενικής Διεύθυνσης Οικονο­μικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών και είναι δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα του ιδίου Υπουργείου

Ο πιστοποιημένος εκτιμητής οφείλει, εντός της προ­θεσμίας που του τίθεται, να συντάξει εγγράφως και να παραδώσει την εκτίμησή του στον δικαστικό επιμελητή, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά ή διεθνή αναγνωρισμένα εκτιμητικά πρότυπα, δεσμευόμενος παράλληλα για την πιστή τήρηση του Κώδικα Δεοντολογίας, ο οποίος θε­σπίστηκε με τη με αριθ. 19928/292/10-5-2013 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Β'1147).

Η αμοιβή για την διενέργεια της εκτιμήσεως καθο­ρίζεται εκ των προτέρων ελεύθερα μετά από έγγραφη συμφωνία για την ανάθεση του έργου. Υπόχρεος για την καταβολή της αμοιβής είναι ο επισπεύδων την αναγκα­στική εκτέλεση. Το ποσό αυτό βαρύνει, τελικώς, εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση.

Η ισχύς του παραπάνω Διατάγματος αρχίζει από 1η Ιουνίου 2016.

 

31

Μάι

2016

Πιστοποιημένοι εκτιμητές θα προσδιορίζουν την εμπορική αξία των ακινήτων που θα κατάσχονται από 1ης Ιουνίου 2016

Δημοσιεύθηκε το Π.Δ. 59 /2016(ΦΕΚ Α 95/27.5.2016)  που καθορίζει τον τρόπο προσδιορισμού της εμπορικής αξίας του ακινήτου που κατάσχεται σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αλλά και το αρμόδιο προς τούτο όργανο .

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ως άνω ΠΔ αρμόδιος για τον προσδιορισμό της εμπορικής αξίας του ακινήτου που κατάσχεται είναι ο δικαστικός επιμε­λητής, ο οποίος, για το σκοπό αυτό, υποχρεούται να προσλάβει, κατά την κρίση του, πιστοποιημένο εκτιμητή, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο περιλαμβάνεται στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών που τηρείται στη Διεύθυνση Οικονομικού Συντονισμού και Μακροοικο­νομικών Προβλέψεων της Γενικής Διεύθυνσης Οικονο­μικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών και είναι δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα του ιδίου Υπουργείου

Ο πιστοποιημένος εκτιμητής οφείλει, εντός της προ­θεσμίας που του τίθεται, να συντάξει εγγράφως και να παραδώσει την εκτίμησή του στον δικαστικό επιμελητή, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά ή διεθνή αναγνωρισμένα εκτιμητικά πρότυπα, δεσμευόμενος παράλληλα για την πιστή τήρηση του Κώδικα Δεοντολογίας, ο οποίος θε­σπίστηκε με τη με αριθ. 19928/292/10-5-2013 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Β'1147).

Η αμοιβή για την διενέργεια της εκτιμήσεως καθο­ρίζεται εκ των προτέρων ελεύθερα μετά από έγγραφη συμφωνία για την ανάθεση του έργου. Υπόχρεος για την καταβολή της αμοιβής είναι ο επισπεύδων την αναγκα­στική εκτέλεση. Το ποσό αυτό βαρύνει, τελικώς, εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση.

Η ισχύς του παραπάνω Διατάγματος αρχίζει από 1η Ιουνίου 2016.

 

16

Μάι

2016

Η νομοθετική θεμελίωση της έκδοσης Διαταγής Πληρωμής κατά του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ στην Ελληνική έννομη τάξη.

 

Η Διαταγή Πληρωμής,  πέραν του ότι είναι γνωστή στο ελληνικό δίκαιο (άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ), απαντάται και σε άλλες ευρωπαϊκές έννομες τάξεις , ρυθμίζεται  δε και σε κοινοτικό επίπεδο από τον Κανονισμό (ΕΚ) 1896/2006 «για τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής» (EE L 399).

Το κύριο χαρακτηριστικό της είναι ότι, μετά από μία μονομερή κατά βάση (ex parte) διαδικασία, ο δικαιούχος μίας εκκαθαρισμένης χρηματικής απαίτησης, η οποία αποδεικνύεται με υψηλό βαθμό αποδεικτικής ασφάλειας, αποκτά άμεσα εκτελεστό τίτλο. Με τον τρόπο αυτό, ικανοποιείται άμεσα η αξίωση του δανειστή, όταν μάλιστα αυτή απορρέει από μία εκκαθαρισμένη απαίτηση και αντανακλαστικά αποκαθίσταται η ομαλότητα του συναλλακτικού βίου. Παράλληλα, με το ένδικο βοήθημα της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, ο υπόχρεος έχει το δικαίωμα να προβάλει εκ των υστέρων, μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, τις αντιρρήσεις και τους ισχυρισμούς του γενικά ως προς την τυπική ή ουσιαστική νομιμότητα της διαταγής πληρωμής, και, υπό προϋποθέσεις, αφού προηγουμένως ασκήσει την ανακοπή, να επιτύχει και την αναστολή της εκτελεστότητάς της. Έτσι διαφυλάσσονται κατά τρόπο ισόρροπο τα συμφέροντα δανειστή και οφειλέτη από την άποψη της παρεχόμενης δικαστικής προστασίας.

Στο πλαίσιο αυτό, με την επιφύλαξη των αποκλίσεων που επιβάλλονται για τη Διοικητική Δικονομία και τη συγκεκριμένη αποστολή της διαταγής πληρωμής στη διοικητική δίκη, ακολουθήθηκε, νομοτεχνικά, το επιτυχημένο στην πράξη πρότυπο της διαταγής πληρωμής του ΚΠολΔ, το οποίο εν πολλοίς παριστά και την αντίστοιχη ρύθμιση άλλων ευρωπαϊκών εννόμων τάξεων, ως προς το μονομερή χαρακτήρα της διαδικασίας για την έκδοση διαταγής πληρωμής, το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της σχετικής αξίωσης και την άμυνα του υπόχρεου κατ' αυτής.

Η μέχρι τη Συνταγματική αναθεώρηση (2001) ακολουθούμενη τακτική της Νομολογίας μας, ήταν να αρνείται την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του Κράτους . Την στάση της δε αυτή, θεμελίωνε στη διάταξη του άρθρου 8 ν.2097/1952 σύμφωνα με την οποία, απαγορευόταν κάθε μορφής αναγκαστική εκτέλεση κατά του Δημοσίου. Λόγω του παραλόγου αυτής της άρνησης,τα αδιέξοδα που προέκυψαν προκάλεσαν τον νομικό προβληματισμό αλλά και την έκδοση υποστηρικτικών προς το αντίθετο αποφάσεων. Έτσι, υπέρ της δυνατότητας έκδοσης διαταγής πληρωμής κατά του Δημοσίου και των λοιπών ΝΠΔΔ στέκονται αποφάσεις όπως : ΕφΠατρ 148/1999 (αδημ.) ΠολΠρΠατρ544/1997 Δ29 (1998) , σελ 723 με παρατηρήσεις Κ.Μπέη , ΜονΠρΕδες486/1999 Δ29 (1998) ,σελ 275 ΜονΠρΑθ 18529/1999 Δ34 (2003) σελ1159 ενώ κατά αυτής ενδεικτικά η ΜονΠρΒόλου 2973/2001 δ33 (2002) σελ.404 με παρατηρήσεις Κ.Μπέη

Σήμερα η Συνταγματική και Yπερσυνταγματική θεμελίωση της διαταγής πληρωμής ως εκτελεστού τίτλου κατά του Δημοσίου ,ΟΤΑ και ΝΠΔΔ συνίσταται :

-Στο άρθρο 94 παρ. 4 εδ. γ΄ του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο :

«Οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, όπως νόμος ορίζει.».

-Στο άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος:

«η διοίκηση, έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις και ότι νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης αυτής

Σε εκτέλεση των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος (94παρ4γ και 95παρ5), εκδόθηκε ο νόμος 3068/2002, με το άρθρο 1 του οποίου ορίσθηκε ότι :

«Το Δημόσιο, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τα λοιπά Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων.

Δικαστικές αποφάσεις, κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου, είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων, που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές, κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους, που κάθε απόφαση τάσσει.».

Η προσθήκη με το άρθρο 20 του ν. 3301/2004 τουτελευταίου εδαφίου του άρθρου 1, κατά το οποίο :«…δεν είναι  δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του νόμου αυτού, ( δηλ. του νόμου 3068/02 ), και δεν εκτελούνται κατά του Δημοσίου κλπ. οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων γ΄ έως ζ΄ της παρ. 2 του άρθρου 904 ΚΠολΔ., ( μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται στην περίπτωση του εδαφίου ε΄ της διατάξεως αυτής και οι κατά τα άρθρα 623 επ. του ίδιου Κώδικα εκδιδόμενες από τον αρμόδιο δικαστή διαταγές πληρωμής ), πλην των αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων, που έχουν κηρυχθεί εκτελεστές στη χώραέχει κριθεί ως αντισυνταγματική από πλήθος νομολογιακών αποφάσεων, με κυρίαρχη την  18/2005 απόφαση του ΑΕΔη οποία στο σκεπτικό της αναφέρει :

«…του ζητήματος της δικαιοδοσίας προηγείται το ζήτημα αν είναι καν νοητή η έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του Ελληνικού Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Ο.Τ.Α.) και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) εν όψει του άρθρου 20 του Ν. 3301/ 2004 (ΦΕΚ 263 Α` με το οποίο, στο άρθρο 1 του εκτελεστικού του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 94 του Συντάγματος Ν. 3068/2002 (ΦΕΚ 274 Α`), προστέθηκε εδάφιο κατά το οποίο δεν είναι δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του παρόντος και δεν εκτελούνται οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων γ` -ζ` της παρ. 2 του άρθρου 904 Κ.Πολ.Δ., πλην των κηρυχθεισών εκτελεστών αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων". Στους τίτλους δε αυτούς περιλαμβάνεται και η διαταγή πληρωμής…» και συνεχίζει :

«…Η ρύθμιση αυτή, κατά την ανωτέρω ειδικότερη γνώμη, ως περιστέλλουσα ανεπιτρέπτως την κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 94 του Συντάγματος έννοια της δικαστικής αποφάσεως, αντίκειται στη συνταγματική αυτή διάταξη. Και τούτο διότι ως αποφάσεις, κατ’ αυτήν, νοούνται όχι μόνο οι υπό τη στενή έννοια δικαστικές αποφάσεις, δηλαδή οι εκδιδόμενες από δικαστήρια, αλλά και οι εξομοιούμενες λειτουργικώς με αυτές γιατί αφ’ ενός μεν επιλύουν διαφορές, αφ’ ετέρου δε παράγουν τις χαρακτηριστικές ενέργειες των δικαστικών αποφάσεων, οι οποίες και ανταποκρίνονται στα βασικά λειτουργικά γνωρίσματα της προβλεπόμενης από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος δικαστικής προστασίας. Τέτοια δε δικαστική απόφαση είναι και η διαταγή πληρωμής, εφ’ όσον εκδίδεται από δικαστή και μπορεί υπό προϋποθέσεις να αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου (άρθρ. 633 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.)..»

-Στο άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος

-Στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα 

-Και τέλος, στο άρθρο 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣ-ΔΑ)             

Από όλες τις ανωτέρω νομοθετικές και υπέρνομοθετικές διατάξεις συνάγεται ότι το δικαίωμα της ελεύθερης πρόσβασης σε Δικαστήριο περιλαμβάνει και την πραγματική ικανοποίηση του δικαιώματος που επιδικάσθηκε από αυτό, δηλαδή το δικαίωμα της αναγκαστικής εκτέλεσης, ( βλ. ΟλΑΠ 21/2001 ΕλΔ. 43.83 και ΝΟΜΟΣ ) για τη διασφάλιση του οποίουείναι αναγκαίο όπως στους εκτελεστούς τίτλους, που μπορούν να εκτελεσθούν κατά του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συμπεριληφθούν και οι διαταγές πληρωμής.

Ως δικαιολογητικός λόγος της ως άνω άποψης παρουσιάζεται η προσομοίωση αυτών λειτουργικά με δικαστικές αποφάσεις, καθόσον αφενός επιλύουν διαφορές και αφετέρου ανταποκρίνονται στα βασικά γνωρίσματα της δικαστικής προστασίας, ενόψει της παρεχόμενης στον καθ’ου δυνατότητας να προβάλει με ανακοπή τους ισχυρισμούς του, τόσο ως προς τη συνδρομή των όρων εκδόσεως της διαταγής, όσο και ως προς την ουσία της κατ’ αυτού απαίτησης του αντιδίκου του. Η προσομοίωση αυτή είναι μάλιστα σχεδόν απόλυτη, όταν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί με βάση τελεσίδικη δικαστική απόφαση αναγνωριστικού χαρακτήρα, η οποία δεσμεύει με το δεδικασμένο της ως προς την ύπαρξη της ουσιαστικής απαίτησης, έτσι ώστε το δικαστήριο της ανακοπής μπορεί πλέον να εξετάσει μόνο τη συνδρομή ή μη των τυπικών προϋποθέσεων για την έκδοση της διαταγής πληρωμής.

Με την παρ. Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής των νόμων 4046/2012, 4093/2012 και 4127/2013» (ΑΊ07) προσαρμόστηκε η εθνική νομοθεσία στην Οδηγία 2011/7/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2011 «για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές» (EE L 48) που εκδόθηκε με σκοπό να αντιμετωπιστούν οι καθυστερήσεις πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές, έτσι ώστε να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να ενισχυθεί με τον τρόπο αυτό η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των μικρών και μεσαίων. Ειδικότερα, με την παρ. 1 της υποπαρ. Ζ. 10 της ως άνω παρ. Ζ (άρθρο 10 της Οδηγίας) ορίζεται ότι «Οι αγωγές ή αιτήσεις ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής που αφορούν μη αμφισβητούμενες απαιτήσεις, οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας παραγράφου, δικάζονται κατ' εξαίρεση, ανεξαρτήτως του ύψους της οφειλής, στη συντομότερη, κατά το δυνατόν, δικάσιμο. Ο εκτελεστός τίτλος επί των αγωγών ή αιτήσεων αυτών εκδίδεται σε 90 ημέρες από την κατάθεσή τους. Στο ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν περιλαμβάνονται οι προθεσμίες κοινοποίησης ή επίδοσης εγγράφων ή οι καθυστερήσεις για τις οποίες ευθύνεται ο πιστωτής».

Με τις διατάξεις επομένως αυτές προβλέπεται η υποχρέωση της διασφάλισης της δυνατότητας έκδοσης εκτελεστού τίτλου επί αγωγών ή αιτήσεων για τις μη αμφισβητούμενες απαιτήσεις, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους, εντός της ως άνω σύντομης προθεσμίας. Κατόπιν αυτού, ανέκυψε η ανάγκη ρύθμισης του διαδικαστικού πλαισίου για την ταχεία και πάντως εντός του ως άνω χρονικού ορίου έκδοση εκτελεστού τίτλου επί αγωγών ή αιτήσεων για μη αμφισβητούμενες απαιτήσεις, που απορρέουν από διοικητική σύμβαση, η οποία έχει συναφθεί στο πλαίσιο των διεπόμενων από την ως άνω Οδηγία εμπορικών συναλλαγών. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι για τις απαιτήσεις αυτές δεν προβλέπεται αντίστοιχη διαδικασία στην εσωτερική έννομη τάξη, ενώ, αντίθετα, για τις αντίστοιχες απαιτήσεις από εμπορικές συναλλαγές που διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο μπορεί να εφαρμοστεί η προβλεπόμενη στον Κ.Πολ.Δ (άρθρα 623 επ.) ειδική διαδικασία για την έκδοση διαταγής πληρωμής.

Σε συμμόρφωση μάλιστα με την ανωτέρω Οδηγία, με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Γ6 της παρ. Γ του ν. 4254/2014 (Α'85) ορίστηκε ότι όσον αφορά τις εμπορικές συναλλαγές, κατά την έννοια της υποπαρ. Ζ3 του άρθρου πρώτου του ν.4152/2013, του Δημοσίου, των ΟΤΑ, ΝΠΔΔ και ΝΠΙΔ του ευρύτερου τομέα που ανήκουν εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του τρίτου εδαφίου του άρθρου 1 του ν. 3068/2002 (Α'274), όπως προστέθηκε με το άρθρο 20 του ν. 3301/2004 (Α'263) και συμπληρώθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 4Ε του ν.3388/2005 (Α'225), περί απαγόρευσης εκτέλεσης, σε βάρος των εν λόγω φορέων, των εκεί αναφερόμενων εκτελεστών τίτλων των περιπτώσεων των εδαφίων γ'-ζ' της παρ. 2 του άρθρου 904 Κ.Πολ.Δ., μεταξύ των οποίων και της διαταγής πληρωμής.

Σε ακολουθία των ανωτέρω, με το Ν.4329/2015 προστέθηκε τρίτο τμήμα στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, μετά το άρθρο 272 με τα άρθρα 272Α, 272Β κοκ, και προβλέφθηκε  η δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής με συγκεκριμένο πεδίο εφαρμογής, ειδικά για μη αμφισβητούμενες χρηματικές αξιώσεις που πηγάζουν από διοικητική σύμβαση συναφθείσα στο πλαίσιο εμπορικής συναλλαγής, που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρ. Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013.

Στα άρθρα αυτά ορίζονται οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγής πληρωμής κατά του Δημοσίου, η καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητα ,η απαιτούμενη προδικασία , το περιεχόμενο της αίτησης, οι απαραίτητες κοινοποιήσεις καθώς και η δυνατότητα άσκησης ανακοπής κατά αυτής .Οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν4329/2015  ισχύουν από 16 Σεπτεμβρίου 2015.

Αγάπη Γ. Τάτση

Δικηγόρος- Μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο ΠΜΣ Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης του ΑΠΘ

 

11

Μάι

2016

Ξεκίνησε η λειτουργία της ιστοσελίδας δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 67    (ΦΕΚ Α΄ 110/17.09.2015)

Διαδικασία ηλεκτρονικής δημοσίευσης αποσπάσματος κατασχετήριας έκθεσης και περιλήψεων πράξεων και δηλώσεων στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Ενιαίου Ταμείου  Ανεξάρτητα Απασχολούμενων – Τομέα Ασφάλισης Νομικών (ΕΤΑΑ-ΤΑΝ).

 

Μετά το πέρας της περιόδου αναστολής  της εφαρμογής του Π.Δ. 67/2015 αναφορικά με τη διαδικασία ηλεκτρονικής δημοσίευσης των κατασχετηρίων εκθέσεων , το παραπάνω νομοθέτημα εφαρμόζεται από 1ης Μαίου 2016 και πλέον οι  δημοσιεύσεις που αφορούν στους πλειστηριασμούς  θα γίνονται  ηλεκτρονικά .Ως χρήστες του συγκεκριμένου  ηλεκτρονικού συστήματος ορίζονται  οι δικαστικοί επιμελητές και οι συμβολαιογράφοι, οι οποίοι χρησιμοποιώντας ατομικούς κωδικούς πρόσβασης ,θα εισέρχονται σ’ αυτό και θα καταχωρούν το είδος του πλειστηριασμού (κινητά, ακίνητα κτλ),  την ημερομηνία διενέργειας, τα στοιχεία της περίληψης όπως την  τιμή πρώτης προσφοράς, το ύψος της  απαίτησης, την περιγραφή  του ακινήτου .Φυσικά για κάθε καταχώρηση υπάρχει προκαθορισμένο κόστος δημοσίευσης το οποίο  καταβάλλεται από το χρήστη στην τράπεζα  με βάση μια ταυτότητα οφειλής .Μετά την πληρωμή γίνεται αυτόματα η δημοσίευση με ιδιαίτερη σήμανση του χρόνου που έλαβε χώρα η ολοκλήρωση της διαδικασίας .

Το δικαίωμα πρόσβασης στις δημοσιεύσεις της  συγκεκριμένης ιστοσελίδας https://deltio.tnomik.gr/ παρέχεται δωρεάν σε κάθε ενδιαφερόμενο .Μάλιστα μέσω φίλτρων οι χρήστες μπορεί να αναζητούν πλειστηριασμούς με συγκεκριμένα κριτήρια .

 

 

 

10

Μάι

2016

ΣτΕ 884/2016:απαντήσεις στον τρόπο αντιμετώπιση των τραπεζικών καταθέσεων και εμβασμάτων άγνωστης πηγής και αιτίας .

Το επταμελές τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας έδωσε με την απόφαση ΣτΕ 884/2016 απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με το χαρακτηρισμό εισοδήματος από ελευθέρια επαγγέλματα, ποσού εμβασμάτων προς το εξωτερικό, καθώς για τον κρίσιμο χρόνο για τη φορολόγησή τους.
Αναλυτικά οι απαντήσεις που δόθηκαν από Σ.τ.Ε. στο κρίσιμα προδικαστικά ερωτήματα που αναφέρονται στην απόφαση έχουν ως εξής:

(Α) Προδικαστικό ερώτημα

Εάν μπορεί να υπαχθεί στην παρ. 3, εδ. α΄ του άρθρου 48 του ν. 2238/1994, όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε πριν από την προσθήκη σ’ αυτήν του εδαφίου β΄ με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3888/2010, και να λογισθεί ως εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα, το ποσό … εμβασμάτων που απεστάλησαν … στο εξωτερικό, η δε διάταξη του εδ. β΄, της ίδιας παραγράφου, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με τον ν. 3888/2010, εάν είναι διαδικαστική διάταξη, που μεταφέρει απλώς στον φορολογούμενο το βάρος απόδειξης της πηγής προέλευσης του ποσού του εμβάσματος και της φορολόγησής του ή της νόμιμης απαλλαγής του από τον φόρο, και, ως τέτοια, εάν μπορεί να καταλάβει και τα εμβάσματα τα προγενέστερα της έναρξης ισχύος της και εν προκειμένω … εμβάσματα που απεστάλησαν στο εξωτερικό στις 20.4.2010 και 29.4.2010, χωρίς, στην τελευταία αυτή περίπτωση, να αντίκειται στο άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος.

Απάντηση σε προδικαστικό ερώτημα:  Κατά την αρκούντως σαφή και προβλέψιμη έννοια της διάταξης (του εδαφίου α΄) της παραγράφου 3 του άρθρου 48 του ΚΦΕ (όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε πριν από την προσθήκη σε αυτήν εδαφίου β΄ με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3888/2010), ερμηνευόμενης σε συνδυασμό, αφενός, με τις διατάξεις του άρθρου 66 (παρ. 1) του ίδιου νόμου και ήδη των άρθρων 14 (παρ. 1), 15 (παρ. 3) και 27 (παρ. 1) του ν. 4174/2013 και, αφετέρου, με τον κανόνα περί δυνατότητας έμμεσης απόδειξης ύπαρξης μη δηλωθέντος φορολογητέου εισοδήματος και αντίστοιχης φορολογικής παράβασης, ποσό τραπεζικού λογαριασμού και αντίστοιχου εμβάσματος μπορεί να λογισθεί και να φορολογηθεί ως εισόδημα από ελευθέριο επάγγελμα του δικαιούχου του λογαριασμού και χορηγήσαντος την εντολή διενέργειας του εμβάσματος, εφόσον δεν καλύπτεται από τα δηλωθέντα εισοδήματά του ούτε από άλλη συγκεκριμένη και αρκούντως τεκμηριωμένη, ενόψει των συνθηκών, πηγή ή αιτία, την οποία είτε αυτός επικαλείται, κατόπιν κλήσης του από τη Διοίκηση για παροχή σχετικών πληροφοριών ή προηγούμενη ακρόαση, είτε εντοπίζει η φορολογική αρχή, στο πλαίσιο της λήψης των προβλεπόμενων στο νόμο, αναγκαίων, κατάλληλων και εύλογων μέτρων ελέγχου

(Β) Προδικαστικό ερώτημα

Εάν, αντιθέτως, η ως άνω διάταξη του εδ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 48 του ν. 2238/1994, όπως προστέθηκε με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3888/2010, είναι ουσιαστική διάταξη και εάν μπορούν να φορολογηθούν αυτοτελώς με βάση τη διάταξη αυτή, ως εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα, … εμβάσματα που απεστάλησαν στο εξωτερικό, θεωρούμενα ως προσαύξηση περιουσίας που προέρχεται από άγνωστη ή μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία, εφαρμοζόμενη δε ειδικότερα η διάταξη αυτή και για … εμβάσματα της 20.4.2010 και 29.4.2010, εάν αντίκειται, κατά το μέρος αυτό, στο άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος.

Απάντηση σε προδικαστικό ερώτημα: H (προστεθείσα με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3888/2010) διάταξη του εδαφίου β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 48 του ν. 2238/1994 έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται, κατ’ αρχήν (εφόσον, βέβαια, δεν έχει παρέλθει ο προβλεπόμενος στην κείμενη νομοθεσία χρόνος παραγραφής της εξουσίας του Δημοσίου για καταλογισμό του φόρου), και σε υπόθεση, όπως η παρούσα, στην οποία η επίμαχη περιουσιακή προσαύξηση (κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό), άγνωστης πηγής ή αιτίας, που λογίζεται ως φορολογητέο εισόδημα από ελευθέριο επάγγελμα, προκύπτει σε χρόνο προγενέστερο της 30.9.2010, η έννοια δε αυτή δεν δημιουργεί ζήτημα αντίθεσης της διάταξης προς την παράγραφο 2 του άρθρου 78 του Συντάγματος ούτε, άλλωστε, προς τη θεμελιώδη αρχή της ασφάλειας δικαίου.

(Γ) Προδικαστικό ερώτημα

Στην περίπτωση που τα εμβάσματα υπόκεινται σε φορολόγηση ως εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα, ποίος πρέπει να θεωρηθεί ως κρίσιμος χρόνος για την φορολόγησή τους, αυτός της αποστολής του εμβάσματος ή ο χρόνος σχηματισμού της τραπεζικής κατάθεσης, από την οποία προήλθε το έμβασμα και

Απάντηση σε προδικαστικό ερώτημα: Οι διατάξεις των εδαφίων α΄ και β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 48 του ν. 2238/1994, όπως ερμηνεύθηκαν ανωτέρω, έχουν, περαιτέρω, την έννοια ότι, σε περίπτωση όπως η επίδικη, το ποσό τραπεζικού λογαριασμού που τροφοδότησε  έμβασμα και λογίζεται ως φορολογητέο εισόδημα από ελευθέριο επάγγελμα του δικαιούχου του λογαριασμού φορολογείται ως εισόδημα της διαχειριστικής περιόδου κατά την οποία προκύπτει ότι εισήχθη το ποσό αυτό στην περιουσία του δικαιούχου του λογαριασμού, η δε μεταφορά (με έμβασμα) χρηματικού ποσού από τραπεζικό λογαριασμό του φορολογούμενου, στον οποίο δεν υπάρχει συνδικαιούχος, σε άλλο τραπεζικό λογαριασμό του ίδιου προσώπου δεν ενέχει προσαύξηση της περιουσίας του – Συνεπώς, κρίσιμος είναι, κατ’ αρχήν, όχι ο χρόνος διενέργειας του εμβάσματος, με αφορμή το οποίο έγινε ο έλεγχος και διαπιστώθηκε η περιουσιακή προσαύξηση, αλλά είτε ο χρόνος της κατάθεσης του επίμαχου ποσού (ή, σε περίπτωση τμηματικής κατάθεσής του, ο χρόνος που κατατέθηκε καθένα από τα τμήματά του) στον τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου, μέσω του οποίου έγινε το έμβασμα, είτε ο προγενέστερος αυτού χρόνος κατά τον οποίο προκύπτει ότι επήλθε η αντίστοιχη προσαύξηση της περιουσίας του.

(Δ) Προδικαστικό ερώτημα

Στην περίπτωση που η πρόσοδος από εμβάσματα υπόκειται σε φορολόγηση, ως εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα, με βάση την παρ. 3 του άρθρου 48 του ν. 2238/1994, εάν, προκειμένου να κριθεί αν καλύπτεται εν όλω ή εν μέρει από τα δηλωθέντα εισοδήματα των κρινόμενων οικονομικών ετών (φορολογούμενα και απαλλασσόμενα), πρέπει να χρησιμοποιηθεί ολόκληρο το δηλωθέν κεφάλαιο, ή να αφαιρεθούν από το κεφάλαιο αυτό οι … τεκμαρτές δαπάνες των άρθρων 16 και 17…»
 

Απάντηση σε προδικαστικό ερώτημα: Οι διατάξεις των εδαφίων α΄ και β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 48 του ν. 2238/1994, ερμηνευόμενες υπό το φως των επιταγών των άρθρων 4 παρ. 5 και 78 παρ. 1 του Συντάγματος, έχουν την έννοια ότι, σε υπόθεση όπως η κρινόμενη, τα ποσά των οριζόμενων στα άρθρα 16 (παρ. 1 περιπτ. α, β, γ και θ) και 17 (περιπτ. γ) του ΚΦΕ τεκμαρτών δαπανών διαβίωσης και κτήσης περιουσιακών στοιχείων αφαιρούνται, κατ’ αρχήν, από το δηλωθέν εισόδημα του αντίστοιχου οικονομικού έτους και επιπλέον, στο μέτρο που το υπερβαίνουν, από το κεφάλαιο που προέρχεται από οποιαδήποτε άλλη νόμιμη πηγή ή αιτία, το οποίο (εισόδημα ή κεφάλαιο) λαμβάνεται υπόψη για να δικαιολογήσει, εν όλω ή εν μέρει, την επίμαχη περιουσιακή προσαύξηση (ποσό τραπεζικής κατάθεσης)

Πηγή: Taxheaven

3

Μάι

2016

Διαμεσολάβηση του Συνηγόρου του Πολίτη για το θέμα της εξόφλησης φόρου κληρονομίας με μεταβίβαση στο Δημόσιο ακινήτου.

Με το άρθρο 184&9 του ν.4261 /5.5.2014(ΦΕΚ τεύχος Α 107) είχε προβλεφθεί  η δυνατότητα εξόφλησης του συνόλου ή μέρους οφειλόμενου φόρου κληρονομίας από οφειλέτη, που βρίσκεται σε αδυναμία να τον καταβάλει σε μετρητά, με μεταβίβαση στο Δημόσιο της πλήρους κυριότητας ολοκλήρου αξιόλογου ακινήτου . Συγκεκριμένα η ρύθμιση είχε  ως εξής :

«9. …Με πράξη της Φορολογικής Διοίκησης επιτρέπεται η εξόφληση του συνόλου ή μέρους οφειλόμενου φόρου κληρονομιάς από οφειλέτη που βρίσκεται σε αδυναμία να τον καταβάλει με μετρητά, μετά από αίτησή του, με μεταβίβαση στο Ελληνικό Δημόσιο της πλήρους κυριότητας ολοκλήρου αξιόλογου κληρονομιαίου ή άλλου ακινήτου, το οποίο βρίσκεται εντός σχεδίου πόλης και δεν βαρύνεται με οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα, αγωγή ή άλλο βάρος. Σε καμία περίπτωση δεν αποδίδεται στον οφειλέτη η τυχόν διαφορά μεταξύ της αξίας του ακινήτου που προσφέρεται και του φόρου κληρονομιάς που οφείλεται. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων καθορίζεται η διαδικασία εξόφλησης του φόρου και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου» .

 Ήδη με το άρθρο 52&15 του ν.4276/2014 η σχετική αρμοδιότητα καθορισμού της συγκεκριμένης διαδικασίας μεταβιβάστηκε από τον Γ.Γ.Δ.Ε. στον Υπουργό Οικονομικών.

Παρά ωστόσο την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ως άνω νομοθετική ρύθμιση ,η σχετική Υπουργική Απόφαση δεν εκδόθηκε  με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της ουσιαστικής αυτής ρύθμισης . Πολλοί είναι οι πολίτες που ενδιαφέρθηκαν και ενδιαφέρονται για την συγκεκριμένη διαδικασία,  ωστόσο οι Δ.Ο.Υ αλλά και το Υπουργείο αρκούνται στην απάντηση ότι δεν έχει εκδοθεί η σχετική Υ.Α. και «δυστυχώς» δεν μπορούν να κάνουν τίποτε.  

Ο Συνήγορος του Πολίτη ασχολήθηκε με το θέμα αυτό ήδη από το 2014 και πρόσφατα επανήλθε στο ζήτημα καθώς πληθαίνουν οι περιπτώσεις πολιτών που υπέβαλαν την συγκεκριμένη αίτηση ,χωρίς αυτή να μπορεί να γίνει δεκτή και χωρίς βεβαίως να απαλλάσσονται οι φορολογούμενοι από τις όποιες επιβαρύνσεις συνεπάγεται η μη εμπρόθεσμη πληρωμή φόρων.

Και η Σύνοψη της Διαμεσολάβησης και η σχετική επιστολή προς το Υπουργείο Οικονομικών αξίζει να διαβαστούν. Από την τελευταία ,ξεχωρίζω το κλείσιμο της επιστολής που περιέχει και την ουσία :« Στη δύσκολη οικονομική συγκυρία που έχει περιέλθει η χώρα αλλά και οι πολίτες ,η καθυστέρηση εκ μέρους της Διοίκησης , στη λήψη  των προβλεπόμενων μέτρων ή ενεργειών (εν προκειμένω την έκδοση της Υ.Α) συνιστά σοβαρή μορφή κακοδιοίκησης η οποία όχι μόνο πλήττει το κύρος και την αξιοπιστία της Υπηρεσίας αλλά και μετακυλύει τις συνέπειες αυτών των παραλείψεων της Διοίκησης στους ήδη επιβαρυμένους οικονομικά πολίτες» .

 Μαρούσα Πρωτοπαπαδάκη-Δικηγόρος

Κατηγορία

Πρόσφατα

Αρχείο