Νομολογία

16

Μαρ

2014

ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΜΕΙΩΣΗΣ ΤΙΜΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΥΟ ΜΑΤΑΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ -ΜΠΘ 4632/2013

 

16 Μαρτίου, 2014
Αίτηση για μείωση της τιμής πρώτης προσφοράς ακινήτου μετά από δύο ματαιώσεις του πλειστηριασμού. Τιμή πρώτης προσφοράς ίση με την αντικειμενική αξία του ακινήτου. Πιθανολόγηση ότι η τιμή δεν είναι υψηλή. Περαιτέρω μείωσή του δεν πρόκειται να προσελκύσει πλειοδότες, αφού ο λόγος μη ύπαρξης ενδιαφέροντος, δεν είναι το ύψος της τιμής πρώτης προσφοράς του, αλλά κατά κύριο λόγο η έλλειψη ρευστότητας γενικά. Δεκτό το αίτημα για διενέργεια νέου πλειστηριασμού αλλά με την ίδια τιμή πρώτης προσφοράς.

4632/2013 ΜΠΡ ΘΕΣΣΑΛ ( 592668) 

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Αίτηση για μείωση της τιμής πρώτης προσφοράς ακινήτου μετά από δύο ματαιώσεις του πλειστηριασμού. Τιμή πρώτης προσφοράς ίση με την αντικειμενική αξία του ακινήτου. Πιθανολόγηση ότι η τιμή δεν είναι υψηλή. Περαιτέρω μείωσή του δεν πρόκειται να προσελκύσει πλειοδότες, αφού ο λόγος μη ύπαρξης ενδιαφέροντος, δεν είναι το ύψος της τιμής πρώτης προσφοράς του, αλλά κατά κύριο λόγο η έλλειψη ρευστότητας γενικά. Δεκτό το αίτημα για διενέργεια νέου πλειστηριασμού αλλά με την ίδια τιμή πρώτης προσφοράς.

Αριθμός απόφασης 4632/2013

Αριθμός κατάθεσης αίτησης 22455/2012

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Ευαγγελία Μήλιου, Πρόεδρος Πρωτοδικών, που ορίσθηκε με κλήρωση σύμφωνα με το Νόμο. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Δεν ορίσθηκε.

ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ: Της 31ης Ιανουαρίου 2013.

ΑΙΤΩΝ: Αγροτικός Συνεταιρισμός με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ………………….», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη Ζαγορά του Δήμου Ζαγοράς- Μουρεσίου, που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας του δικηγόρου Ελένης Μπεκιάρη (A.M. 6777), η οποία κατέθεσε σημείωμα.

ΚΑΘΌΥ Η ΑΙΤΗΣΗ: ………………….. του …………., κάτοικος Θεσσαλονίκης, …………. χλμ της οδού …………………………………, που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας του δικηγόρου ΜαρίαςΠρωτοπαπαδάκη (A.M. 3180), η οποία κατέθεσε σημείωμα.

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΑΙΤΗΣΗΣ: 20-6-2012. ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ: 22455/11-7-2012.

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΔΙΚΗΣ: Διενέργεια νέου πλειστηριασμού, μείωση τιμής πρώτης προσφοράς. Η συζήτηση έγινε δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο αιτών που επισπεύδει πλειστηριασμό σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του καθού οφειλέτη της, με την κρινόμενη αίτηση ζητά να διαταχθεί η διενέργεια νέου πλειστηριασμού της πλειστηριαζομένης περιουσίας του, με κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς από την ορισθείσα, για το λόγο ότι απέβησαν άκαρποι οι δυο προηγούμενοι πλειστηριασμοί. Η αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 966 παρ. 3 ΚΠολΔ, αρμοδίως δε και παραδεκτώς φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 966 παρ. 3 και 933 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ) με την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν.

Από την κατάθεση του μάρτυρα του αιτούντος και τα έγγραφα, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, από τους ισχυρισμούς των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, που ανέπτυξαν στο ακροατήριο και με τα έγγραφα σημειώματα τους και από όλη γενικώς τη διαδικασία, πιθανολογήθηκαν τα εξής: Με επίσπευση της αιτούσας, δυνάμει της υπ` αριθμ. 2606Β/2012 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή σ` αυτό το Πρωτοδικείο Χ. Ρωμανού, κατασχέθηκε αναγκαστικά ένα ισόγειο κατάστημα πολυώροφης οικοδομής, επί της οδού ……………… αρ. ……. στην Θεσσαλονίκη, εμβαδού 63,30 τ.μ.. Η αντικειμενική του αξία και η τιμή πρώτης προσφοράς του ορίστηκε στο ποσό των 55.520,64 ευρώ. Ως ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού ορίσθηκε, η 22-2-12, όμως ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε, επειδή δεν εμφανίστηκαν πλειοδότες. Κατόπιν τούτου με την υπ` αριθμ. 2757Β/12 Α` επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας εκθέσεως ορίσθηκε νέα ημέρα πλειστηριασμού η 23-5-12, όμως ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε και πάλι λόγω μη εμφανίσεως πλειοδοτών. Η αιτούσα έχει έννομο συμφέρον, ως επισπεύδουσα τον πλειστηριασμό, να ζητήσει να ορισθεί νέος πλειστηριασμός. Πιθανολογήθηκε όμως ότι η τιμή πρώτης προσφοράς του ακινήτου δεν είναι υψηλή. Περαιτέρω δε μείωση του, δεν πρόκειται να προσελκύσει πλειοδότες, αφού ο λόγος μη ύπαρξης ενδιαφέροντος, δεν είναι το ύψος της τιμής πρώτης προσφοράς του, αλλά κατά κύριο λόγο η έλλειψη ρευστότητας γενικά. Πρέπει επομένως, να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να διαταχθεί η διενέργεια νέου πλειστηριασμού εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την έκδοση της παρούσας και την κατάθεση αυτής στην, επί του πλειστηριασμού, υπάλληλο, με τιμές πρώτης προσφοράς τις ανωτέρω ορισθείσες. Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων στο σύνολο της, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αίτηση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη διενέργεια νέου πλειστηριασμού του ακινήτου που αναφέρεται στο σκεπτικό καθώς και στην υπ` αριθμ. 2606Β/12 κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή αυτού του Πρωτοδικείου Χ. Ρωμανού, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την έκδοση της παρούσας και την κατάθεση της στην, επί του πλειστηριασμού, υπάλληλο, με τιμές πρώτης προσφοράς αυτές που αναφέρονται στο αιτιολογικό της παρούσας και στην προαναφερόμενη κατασχετήρια έκθεση, κ α ι

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων στο σύνολο της.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του, στη Θεσσαλονίκη, στις 1 Μαρτίου 2013, παρουσία και της γραμματέως Παναγιώτας Κουτζιάμπαση.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ν.Σ.

 

 

9

Μαρ

2014

ΠΠρΘ 15203/2014 Η ΔΙΑΤΑΞΗ ΠΕΡΙ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΛΟΓΩ ΜΗ ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΗΣ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΕΝ.ΦΙ.Α ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΠρΘεσ/νίκης 15203/2014 Η διάταξη περί απαραδέκτου συζήτησης εμπράγματης αγωγής λόγω μη προσκόμισης πιστοποιητικού ΕΝ.ΦΙ.Α είναι αντισυνταγματική .

3 Σεπτεμβρίου, 2014
Μια εξαιρετική απόφαση του ΠΠρΘεσ/νίκης ,με θαυμάσια και εμπεριστατωμένη αιτιολογία περί της αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 54α του ν. 4174/2013 που προβλέπει ως απαράδεκτη τη συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου εμπράγματης αγωγής λόγω μη προσκομίσεως πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α.
 
 

Αριθμός απόφασης 15203/2014

Αριθμός κατάθεσης κλήσης: 27787/07.11.2013
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Κωνσταντία Εμμανουηλίδου, Πρόεδρο Πρωτοδικών,  Πέτρο Αλικάκο, Πρωτοδίκη, Χρυσάνθη Νεραντζίδου, Πάρεδρο(επειδή κωλύονται οι λοιποί Τακτικοί  Δικαστές) – Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Ζωή Παπαδοπούλου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 31 Ιανουαρίου του 2014, για να δικάσει τις  με αριθμό κατάθεσης στο Ειρηνοδικείο 11576/2011 διεκδικητική αγωγή και 2435/2013  προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή-παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, που φέρονται προς  συζήτηση με την με αριθμό 27787/7-11-2013 κλήση, κατόπιν της με αριθμό 6705/06.8.2013  απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε στο  παρόν δικαστήριο, μεταξύ:

ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ – ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ κύριας αγωγής:

…………………………………………………….., κατοίκου  Ραχώνας Νομού Πέλλας, που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Κωνσταντίνου  Τορπουζίδη (Α.Μ.Δ.Σ.Θ. 6416), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ κύριας αγωγής: 1) …………………… του  …………………………………. της …………………………, κατοίκου Χαριλάου Θεσσαλονίκης, οδός  ………………………………. και 2) …………………………… του …………………… και της …………………………. κατοίκου  ομοίως, που παραστάθηκαν αμφότεροι διά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Μαρίας Τσιάκου  (ΑΜΔΣΘ 2941),  η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ – ΠΡΟΣΕΠΙΚΑΛΟΥΝΤΩΝ- ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ παρεμπίπτουσας αγωγής: 1)  …………………………………………………………. και της ……………………, κατοίκου  …………………………………………………………. Θεσσαλονίκης, οδός ………………………………… αρ. …..και 2)  …………………………………….κατοίκου ομοίως, που παραστάθηκαν αμφότεροι διά της πληρεξούσιας  δικηγόρου τους Μαρίας Τσιάκου (ΑΜΔΣΘ 2941), η οποία δήλωσε ότι παραιτείται του δικογράφου  της με αρ. κατ. 2435/2013 προσεπίκλησης δικονομικού εγγυητή-παρεμπίπτουσας αγωγής

ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΚΛΗΣΗ- ΠΡΟΣΕΠΙΚΛΗΣΗ- ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ παρεμπίπτουσας αγωγής:  ……………………… του ………………………………………………., κατοίκου Νέας Μηχανιώνας Θεσσαλονίκης, η  οποία δεν παραστάθηκε.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ δημόσια συζήτηση της υποθέσεως, παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως  σημειώνεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα  αναφέρονται στα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα επαναφέρονται προς συζήτηση, με την με αριθμό 27787/7.11.2013 κλήση, η με  αριθμό κατάθεσης ενώπιον του Ειρηνοδικείου 11576/7.11.2013 διεκδικητική αγωγή της  καλούσας- ενάγουσας κατά των καθ’ ων η κλήση – εναγομένων και η με αριθμό κατάθεσης  ενώπιον του Ειρηνοδικείου 2435/4.2.2013 προσεπίκληση δικονομικής εγγυήτριας  –  παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης των δεύτερων κατά της ……………………………………….., κατόπιν  της με αριθμό 6705/6.8.2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης που κήρυξε εαυτό καθ’  ύλη αναρμόδιο και τις παρέπεμψε στο παρόν Δικαστήριο. Ωστόσο με προφορική δήλωση της  πληρεξούσιας δικηγόρου των καθ’ ων η κλήση – προσεπικαλούντων –εναγόντων  (παρεμπίπτουσας αγωγής) στο ακροατήριο, η οποία καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την  παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, αυτοί παραιτήθηκαν από το  δικόγραφο της με αριθμό κατ. 2435/2013 προσεπίκλησης δικονομικού εγγυητή-παρεμπίπτουσας  αγωγής αποζημίωσης κατά της ……………, η οποία αν και κλητεύθηκε νόμιμα για τη σημερινή  δικάσιμο (βλ. την με αριθμό 1924γ/20.11.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του  Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Λάμπρου Κουρκουβάτη) δεν παρέστη,  οπότε και η εν λόγω  προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα (άρθρα 294,295 ΚπολΔ).

Με το  Ν.4223/2013 προβλέφθηκε η επιβολή του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων  (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) και δη στο άρθρο 1 αυτού  ορίζεται

« 1. Από το έτος 2014 και για κάθε επόμενο έτος  επιβάλλεται Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) στα δικαιώματα της παραγράφου 2  του παρόντος, σε ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα και ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα  ή κάθε είδους νομικές οντότητες την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους.

2. Ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. επιβάλλεται στα  εμπράγματα δικαιώματα της πλήρους κυριότητας, της ψιλής κυριότητας, της επικαρπίας, της  οίκησης και της επιφάνειας επί του ακινήτου….. Εξαιρετικά, επιβάλλεται και στο δικαίωμα της νομής  ή οιονεί νομής, της κατοχής,…..» ,
στο άρθρο 2 αυτού« 1. Υποκείμενο του ΕΝ.Φ.Ι.Α. είναι κάθε  πρόσωπο ή οντότητα του άρθρου 1, ανάλογα με το δικαίωμα και το ποσοστό του, και ειδικότερα:
α) Αυτός που αποκτά δικαίωμα σε ακίνητο από οποιαδήποτε αιτία, από την ημερομηνία σύνταξης  του οριστικού συμβολαίου κτήσης ή από την ημερομηνία τελεσιδικίας της δικαστικής απόφασης με  την οποία αναγνωρίζεται δικαίωμα ή καταδικάζεται ο δικαιοπάροχος σε δήλωση βουλήσεως….
γ) Ο  κληρονόμος και ειδικότερα: αα) ….ββ) Ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος, εφόσον δεν έχει δημοσιευθεί  διαθήκη μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου της φορολογίας έτους….
ζ) Ο νομέας  επίδικου ακινήτου. Αν το ακίνητο εκνικηθεί με τελεσίδικη απόφαση, ο ΕΝ.Φ.Ι.Α., που καταβλήθηκε,  δεν επιστρέφεται….3. Ο πλήρης κύριος υποχρεούται στην καταβολή του συνολικού ΕΝ.Φ.Ι.Α. που  βαρύνει το ακίνητο κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας του….
8. Για την εφαρμογή του ΕΝ.ΦΙ.Α  ακίνητα που δεν ιδιοχρησιμοποιούνται από το υποκείμενο του ΕΝ.Φ.Ι.Α θεωρούνται αυτά τα οποία  εκμισθώνονται ή παραχωρούνται καθ` οιονδήποτε τρόπο σε τρίτο. Τα ακίνητα που δεν εμπίπτουν  στο προηγούμενο εδάφιο θεωρούνται ιδιοχρησιμοποιούμενα…»,  κατά δε τη διάταξη του άρθρου 9  παρ. 2 του Ν. 4223/2013, όπως αυτή ήδη τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παρ. γ αρ. 5 του Ν  4254/2014:

«Μετά το άρθρο 54 του ν. 4174/2013 προστίθεται νέο άρθρο 54Α που έχει ως εξής:

«Αρθρο 54Α Υποχρεώσεις τρίτων για τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων.
1. Είναι αυτοδικαίως  άκυρη κάθε υποσχετική ή εκποιητική δικαιοπραξία με την οποία συστήνονται, μεταβάλλονται,  αλλοιώνονται ή μεταβιβάζονται, από οποιαδήποτε αιτία δικαιώματα επί ακινήτου ή παρέχεται  δικαίωμα προσημείωσης ή υποθήκης σε αυτό, αν δεν μνημονεύεται και δεν επισυνάπτεται από το  συμβολαιογράφο στο συμβόλαιο που συντάσσει, πιστοποιητικό της Φορολογικής Διοίκησης, με το  οποίο πιστοποιείται ότι το ίδιο ακίνητο, με τα ίδια στοιχεία, περιλαμβάνεται στη δήλωση Ενιαίου  Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων, καθώς και ότι ο φορολογούμενος έχει καταβάλει, ή νόμιμα  απαλλαγεί από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. για το συγκεκριμένο ακίνητο και έχει καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες  δόσεις, έχει ρυθμίσει ή έχει νόμιμα απαλλαγεί από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. για τα υπόλοιπα ακίνητα, για τα  οποία είναι υπόχρεος για τα πέντε (5) προηγούμενα έτη Αυτοδικαίως άκυρος είναι ο  συμβολαιογραφικός τίτλος και για τη σύνταξη κατακυρωτικής έκθεσης επί εκούσιου  πλειστηριασμού..3. Εάν δεν είναι δυνατή η επισύναψη στο συμβολαιογραφικό έγγραφο του  πιστοποιητικού του ΕΝ.Φ.Ι.Α. της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού για τα πέντε (5) προηγούμενα  της μεταβίβασης έτη, επισυνάπτεται για τα υπόλοιπα έτη το πιστοποιητικό του άρθρου 48 του ν.  3842/2010 (Α` 58) με το οποίο πιστοποιείται ότι το ίδιο ακίνητο, με τα ίδια στοιχεία,  περιλαμβάνεται στη δήλωση φόρου ακίνητης περιουσίας (Φ.Α.Π.), καθώς και ότι ο  φορολογούμενος έχει καταβάλει το Φ.Α.Π. για το συγκεκριμένο ακίνητο και ότι έχει καταβάλει τις  ληξιπρόθεσμες δόσεις του Φ.Α.Π. ή έχει ρυθμίσει το Φ.Α.Π. για τα υπόλοιπα ακίνητα, για τα οποία  είναι υπόχρεος για τα προηγούμενα έτη……
5. Είναι απαράδεκτη η συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου  εμπράγματης αγωγής επί ακινήτου, πλην της μονομερούς εγγραφής υποθήκης ή προσημείωσης  υποθήκης ή της άρσης κατάσχεσης, αν δεν προσκομισθεί από τον υπόχρεο σε ΕΝ.Φ.Ι.Α., το  πιστοποιητικό των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου αυτού.»

 Η τελευταία αυτή διάταξη, περί  απαραδέκτου της συζητήσεως εμπράγματης αγωγής, που είναι προφανές ότι είναι φορολογικής  φύσης, θίγει, παραβιάζει και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της  Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών  ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) και τις διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος (δικαίωμα της  ιδιοκτησίας, δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας και αρχή της αναλογικότητας).

Ειδικότερα, στο άρθρο 20 παράγραφος 1 του Συντάγματος, το οποίο συμφωνεί και με το άρθρο 6  παράγραφος 1 της ΕΣΔΑ, κατοχυρώνεται το θεμελιώδες δικαίωμα του πολίτη για παροχή έννομης  προστασίας από τα δικαστήρια, αποτελεί δε θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου. Οι δικονομικές  λεπτομέρειες που είναι επιτρεπτό να καθορίζει κάθε κράτος μέλος της Ενωσης δεν επιτρέπεται να  καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων των πολιτών. Εξάλλου,  στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση  με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ Α` 256) ορίζεται ότι «Παν φυσικόν ή νομικόν  πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας  αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των  γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα  παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως  αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή  άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τις διατάξεις αυτές με τις οποίες κατοχυρώνεται ο σεβασμός  της περιουσίας του προσώπου, αναγνωρίζεται παράλληλα η εξουσία των Κρατών προς επιβολή  φόρων και θέσπιση μέτρων προς εξασφάλιση της καταβολής τους. Τα Κράτη διαθέτουν ευρύτατη  εξουσία ως προς τον προσδιορισμό των φόρων και τους τρόπους εισπράξεως τους κατ` εκτίμηση  των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων τους .Όμως, εφόσον η επιβολή  φορολογίας αποτελεί επέμβαση στην περιουσία του προσώπου, πρέπει η σχετική ρύθμιση να  αποτελεί μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος και των  επιταγών προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπό την έννοια της ύπαρξης αναλογίας  μεταξύ χρησιμοποιουμένων μέσων και επιδιωκομένων σκοπών, ενόψει μάλιστα και της, κατά το  χρόνο θέσπισης της ως άνω φορολογικής διάταξης, ιδιαιτέρως δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας  (συνεχούς μείωσης μισθών και συντάξεων και επιβολής αλλεπαλλήλων φορολογικών βαρών επί  εισοδημάτων και περιουσιών).

Ο δικονομικός φραγμός, που τίθεται από τις παραπάνω διατάξεις,  ήδη σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας υπό το φως των σημερινών δυσχερών οικονομικών  συνθηκών, που βιώνουν οι πολίτες που φέρουν το βάρος αυτών, ουσιαστικά στερεί αυτούς της  απλής δυνατότητας προσφυγής στο δικαστήριο.Το απλό ταμειακό συμφέρον, που προκύπτει, δεν  συνιστά λόγο γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, για τον οποίο θεσπίζεται η παραπάνω διάταξη  ως αναγκαία προϋπόθεση του παραδεκτού κάθε εμπράγματης αγωγής. Ενώ, δεν φαίνεται να  υπάρχει καμία αναλογία, που επιβάλλεται να τηρείται, μεταξύ του νομοθετικά προστατευόμενου  δικαιώματος του ατόμου και του σκοπού που το νομοθέτημα εξυπηρετεί. Επομένως, η παραπάνω  ρύθμιση συντελεί απλά σε άνιση μεταχείριση των πολιτών του, από το ίδιο το κράτος, που τίθεται  σε  πλεονεκτική θέση έναντι αυτών, εξασφαλίζοντας πρωταρχικά και κύρια το δικό του  δημοσιονομικό οικονομικό συμφέρον, συρρικνώνοντας το ατομικό δικαίωμα των πολιτών του σε  εύκολη πρόσβαση στα δικαστήρια, την οποία θα έπρεπε να εγγυάται και όχι να χρησιμοποιεί τη  Δικαιοσύνη και την ευχέρεια προσφυγής σε αυτήν ως μέσο πίεσης για την τακτοποίηση των  φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών. Επιπλέον, η επιβολή φόρου ακίνητης περιουσίας,  παράλληλα προς υφιστάμενους άλλους φόρους, δεν πρέπει να θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος  της ιδιοκτησίας και δεν πρέπει να εξαρτά το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του πολίτη να  προσφύγει στη Δικαιοσύνη από τις συγκεκριμένες φορολογικές του υποχρεώσεις.

Διαφορετικά θα  ελλοχεύει ο κίνδυνος ο υπερχρεωμένος ιδιοκτήτης να μην είναι σε θέση να προσκομίσει το ως άνω  πιστοποιητικό και η εμπράγματη αγωγή του με την οποία ζητεί να προστατεύσει το δικαίωμα της  κυριότητάς του, που του παρέχει άμεση, απόλυτη και καθολική εξουσία πάνω στο ακίνητο (άρθρα  973 και 1000 του ΑΚ), θα πρέπει να μην εκδικασθεί για λόγους μη ουσιαστικούς, αφού το  δικαστήριο δεν θα υπεισέρχεται στην ουσία της ένδικης διαφοράς και έτσι ο πολίτης θα στερείται  ουσιαστικά της εξουσίας να απαγορεύει απόλυτα κάθε επέμβαση τρίτου στο ακίνητό του χωρίς την  άδεια του και θα βρίσκεται εκτεθειμένος και απροστάτευτος απέναντι στην αυθαιρεσία του  οποιουδήποτε καταπατητή.

Εν κατακλείδι, δεν θα μπορούσε μια καθαρά φορολογικού χαρακτήρα  διάταξη, που δεν αφορά στην προστασία των συναλλασσομένων σε σχέση με τα ακίνητα ή δεν  επιδιώκει την παροχή δικαστικής προστασίας, να αποτελεί ειδική διαδικαστική προϋπόθεση μιας  εμπράγματης αγωγής και προαπαιτούμενο προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας.

Αλλωστε, στόχος της δίκης πρέπει να είναι πάντοτε η έκδοση απόφασης επί της ουσίας και οι  διαδικαστικές προϋποθέσεις πρέπει να έχουν σκοπό να εξασφαλίσουν την ομαλή και απρόσκοπτη  ροή της διαδικασίας και να αποτελούν εγγυήσεις ορθής δικαστικής απόφασης (βλ Ολ. ΣΤΕ  601/2012 NOB 2012.376, Ολ. ΣΤΕ 3087/2011, Ολ Ελ. Συν 2006/2008, ΑΠ 293/2014, ΑΠ  1164/2009, ΑΠ 205/2006, MoνΠρωτΧαν 2/2014 (MoνΠρωτΧαν 210/2014 αδημ., ΕΔΔΑ απόφαση της 2.12.1985, Svenska κατά  Σουηδίας, αριθμ. 1 1036/84, απόφαση της 14.12.1988, Wasa κατά Σουηδίας, αριθμ. 13013/87,  απόφαση της 16.1.1995, Ricardo Travers κατά Ιταλίας, αριθμ. 15117/89, Νικόλαος Νίκας Πολιτική  Δικονομία Ι σ. 415).

Εξάλλου, ειδικά στην περίπτωση της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου του  άρθρου 1094 του ΑΚ, με την οποία  ο ενάγων αξιώνει την αναγνώριση της κυριότητας και την  απόδοση του πράγματος από τον εναγόμενο που νέμεται ή κατέχει το ακίνητο, αφενός δεν νοείται  να είναι φορολογικά υπόχρεοι για το ίδιο ακίνητο τόσο ο ενάγων που το διεκδικεί, όσο και ο  εναγόμενος που το νέμεται και που συνήθως προβάλει δικαίωμα ιδίας κυριότητας, οπότε υπάρχει  πολλαπλή φορολόγηση του ιδίου ακινήτου, και μάλιστα με μη δυνατότητα επιστροφής του  καταβληθέντος φόρου στον ηττηθέντα διάδικο, αφετέρου ο ενάγων καλείται να καταβάλει φόρο  για ένα ιδιοκτησιακό αγαθό που βρίσκεται σε επιδικία και επιπλέον δεν απολαμβάνει.
Τέλος, είναι  διαφορετική η περίπτωση του άρθρου 106 του ΝΔ 118/1973, που απαγορεύει τη συζήτηση  εμπράγματης αγωγής, της οποίας το αντικείμενο φέρεται να περιήλθε στον ενάγοντα με  κληρονομική διαδοχή, εάν δεν προσκομίζεται πιστοποιητικό του Οικονομικού Εφόρου για την  υποβολή δήλωσης φόρου κληρονομίας ή πράξη επιβολής φόρου, καθόσον η εν λόγω διάταξη –σε  αντίθεση με την προρρηθείσα του άρθρου 9 παρ.2 του Ν.4223/2013– επιβάλει μόνο υποχρέωση  υποβολής δήλωσης και όχι και καταβολής και εξόφλησης του αντίστοιχου φόρου.

Αλλωστε η πάγια  νομολογία των δικαστηρίων (ΑΠ ολ 1331/1985 Ελλ.Δ/νη 26.1133, ΑΠ 437/1998 Ελλ.Δ/νη 39.1275,  ΕφΘρ 214/2014) έκρινε ότι η  μη αναστολή της συζητήσεως, κατά τις επιταγές της  διατάξεως του άρθρου 106 του ΝΔ 118/1973 που επιδιώκει φορολογικούς σκοπούς, οι οποίοι  μπορούν να επιτευχθούν και με άλλα μέσα, δηλαδή με ενέργειες των φορολογικών οργάνων, χωρίς  να απαιτείται η εξαφάνιση της αποφάσεως, που δεν διέταξε την αναστολή, για την επίτευξη των  επιδιωκομένων φορολογικών σκοπών, οι οποίοι δεν έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης και  συνεπώς και στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, δεν δημιουργεί απαράδεκτο, που συνεπάγεται  την εξαφάνιση της απόφασης, που δεν το διέταξε .

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ η κληρονομική  διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου, είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσεως  κυριότητας των κινητών και ακινήτων κληρονομιαίων πραγμάτων, η κυριότητα όμως των  ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομιά, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί  αυτών, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από του χρόνου του θανάτου του  κληρονομουμένου, μόνον εάν αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί Αλλωστε η πάγια  νομολογία των δικαστηρίων (ΑΠ ολ 1331/1985 Ελλ.Δ/νη 26.1133, ΑΠ 437/1998 Ελλ.Δ/νη 39.1275,  ΕφΘρ 214/2014) έκρινε ότι η  μη αναστολή της συζητήσεως, κατά τις επιταγές της  διατάξεως του άρθρου 106 του ΝΔ 118/1973 που επιδιώκει φορολογικούς σκοπούς, οι οποίοι  μπορούν να επιτευχθούν και με άλλα μέσα, δηλαδή με ενέργειες των φορολογικών οργάνων, χωρίς  να απαιτείται η εξαφάνιση της αποφάσεως, που δεν διέταξε την αναστολή, για την επίτευξη των  επιδιωκομένων φορολογικών σκοπών, οι οποίοι δεν έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης και  συνεπώς και στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, δεν δημιουργεί απαράδεκτο, που συνεπάγεται  την εξαφάνιση της απόφασης, που δεν το διέταξε .με δημόσιο έγγραφο την κληρονομιά  και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί τούτο(ΑΠ 1722/2011,  Τ.Ν.Π Νόμος). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192 αριθ. 1  και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας ακινήτου μεταβιβάζεται με  σύμβαση, που γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγράφεται. Για να μεταβιβαστεί όμως  με σύμβαση η κυριότητα ακινήτου, για οποιαδήποτε αιτία, χαριστική ή επαχθή, απαιτείται να  υπάρχει το δικαίωμα σ` εκείνον, ο οποίος το μεταβιβάζει, κατά το χρόνο μεταγραφής της σχετικής  συμβάσεως (ΑΠ 934/2000 ΑρχΝ 2001.490, ΑΠ 888/1977 ΝοΒ 1978.703, ΕφΑθ 4562/1992 ΑρχΝ  1992.464, Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, ΑΚ, υπ` άρθρο 1033 αριθ. 2).

Εάν, συνεπώς, εκείνος που  μεταβιβάζει δεν είναι κύριος του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, δεν μεταβιβάζεται στον αγοραστή η  κυριότητα αυτού, σύμφωνα με τη γενική αρχή του β.ρ.δ «ουδείς μετάγει πλέον ου έχει  δικαιώματος» (Πανδ. 50 . 17.54 – Βασ 2.3.54), η οποία έχει διατηρηθεί και υπό την ισχύ του  Αστικού Κώδικα (ΕφΔωδ 82/2007 Νόμος, ΕφΠειρ 503/1997 ΕλλΔνη 1997.1901, ΕφΑθ 7217/1991  ΕλλΔνη 1993.637, Μπαλής, ΓενΑρχ, 8η έκδ., παρ. 30, σελ. 95 και ΕμπρΔικ, 4η έκδ., παρ.61, σελ.  160 επ., Απ. Γεωργιάδης, Εμπρ Δικ, τ. ΙΙ.1, σελ124). Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι είναι άκυρη η  δικαιοπραξία και μάλιστα τόσο η υποσχετική, όσο και η εκποιητική, η οποία καταρτίζεται σε  εκτέλεση της υποσχετικής (ΕφΠειρ 503/1997 ΕλλΔνη 38.1900, ΕφΘεσ 2462/1990 ΕλλΔνη 33.1224,  ΕφΑθ 1008/1982 Αρμ ΛΣΤ.718, Γαζής στην ΕρμΑΚ, υπ` άρθρο 513, Ζέπος, ΕνοχΔικ, Β` έκδ., σελ.  57). Επομένως, όπως συνάγεται και από τις διατάξεις των άρθρων 239, 513 επ., 1033, 1191 ΑΚ, η  πώληση ξένου ακινήτου είναι έγκυρη, δηλαδή μόνη η έλλειψη κυριότητας στο ακίνητο δεν έχει ως  συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης (βλ. ΑΠ 729/2011 ΕλλΔνη 2011.1027, ΑΠ 1199/1989  ΕλλΔνη 1991.531, ΕφΑθ 2077/2009 ΕλλΔνη 2010.785, ΕφΔωδ 305/2007 Νόμος, ΕφΠειρ 503/1997  ΕλλΔνη 1997. 1901). Εναντι όμως του αληθινού κυρίου δεν είναι ισχυρή η μεταβίβαση της  κυριότητας του ακινήτου, καθόσον για τη μεταβίβαση αυτήν απαιτείται (1033 ΑΚ) αυτός που  μεταβιβάζει να είναι κύριος και συνεπώς, εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάστηκε ξένο ακίνητο δεν  αποκτά την κυριότητα, εφόσον του μεταβιβάστηκε από μη κύριο (ΕφΠειρ 503/1997 ό.π., ΠΠρΑθ  3746/2011 Νόμος).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ για τη διεκδικητική αγωγή  προκύπτει, ότι ο κύριος ακινήτου αξιώνει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της  κυριότητας του και την  απόδοση του ακινήτου. Ο ενάγων μπορεί να αρκεστεί στο δεύτερο αίτημα  ή μόνο στο πρώτο αίτημα, οπότε η αγωγή έχει το χαρακτήρα αναγνωριστικής. Η σημασία  αναφέρεται στην έκταση του δεδικασμένου. Στη δίκη πάντως που αφορά διεκδικητική αγωγή  κρίνεται παρεμπιπτόντως και το δικαίωμα της κυριότητας, γιατί στην αγωγή αυτή, κατά νομική  αναγκαιότητα, εμπεριέχεται και αίτημα αναγνωριστικό της κυριότητας χωρίς να πρόκειται για  σώρευση αγωγών (ΑΠ 135/2012 Τ.Ν.Π. Νόμος).Ο αληθής κύριος στην διεκδικητική του αγωγή  έχει τη δυνατότητα να σωρεύσει και την αγωγή «ακυρότητας του συμβολαίου» (βλ. Κ.  Παπαδόπουλου, ό.π., παρ. 117, 4δ, σελ. 308), με την οποία βεβαίως δεν μπορεί, σύμφωνα με τα  όσα προαναφέρθηκαν, να ζητηθεί η ακυρότητα της σύμβασης, λόγω της έλλειψης κυριότητας του  μεταβιβάσαντος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αυτή είναι έγκυρη, αλλά μπορεί να ζητηθεί να  αναγνωριστεί ότι ο μεν μεταβιβάσας δεν ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε, ο δε  αποκτών, λόγω της έλλειψης αυτής του δικαιοπαρόχου, δεν έγινε κύριος αυτού. Πρόκειται δηλαδή  για αναγνωριστική αγωγή (70 ΚΠολΔ), με την αρνητική της μορφή, της αναγνώρισης της  ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας των εναγομένων στο επίδικο (Κ. Παπαδόπουλος, ό.π., 117,  4ζ, ΕφΠειρ 503/1997 ό.π.). Επιπροσθέτως δε, η δήλωση για την αποδοχή της κληρονομιάς, η  οποία είναι μονομερής δικαιοπραξία, που δεν έχει ανάγκη ανακοινώσεως σε άλλον, τελειούται με  την δήλωση και δεν υπόκειται σε ανάκληση. Η δήλωση όμως αυτή είναι άκυρη: α) εάν έγινε από  ανίκανο για δικαιοπραξία, χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες γι’ αυτό διατυπώσεις,
β) εάν έγινε από  πλάνη για τον λόγο της επαγωγής, γ) εάν έγινε πριν από την επαγωγή και δ) εάν έγινε με αίρεση ή  προθεσμία ή μερικώς,ε) ενώ ακόμη είναι δυνατόν να ακυρωθεί για πλάνη, απάτη ή απειλή βάσει  των διατάξεων που ισχύουν γενικώς για τις δικαιοπραξίες (άρθρα 140 επ., 150 επ., 1526, 1527,  1625, 1851,1857 ΑΚ), στ) ενώ η σχετική δήλωση για την αποδοχή της κληρονομιάς δυνατόν  επίσης να προσβληθεί και για εικονικότητα αυτής (ΑΠ 729/2011 ΕλλΔνη 2011,1027, Εφθεσ  300/2010 Αρμ 2011,776, Β. Βαθρακοκοίλη «ΕΡΝΟΜΑΚ», τόμος ΣΤ`, ημίτομος Α`, άρθρο 1857 ΑΚ,  παρ. 1, σελ. 622-623, Αναστασίου Αθανασόπουλου «Εμπράγματο Δίκαιο», τόμος Β`, άρθρα 1195- 1197 ΑΚ, αρ. 3, σελ. 952, Απ. Γεωργιάδη-Μ. Σταθόπουλου «Αστικός Κώδιξ», τόμος IX, άρθρο 1857  ΑΚ, σελ. 559-560) ή
ζ) ως άκυρη εάν γίνει για μέρος μόνον της κληρονομιάς (ΠΠρΑμφ 87/2012,).
Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1096 και 1098 εδαφ. α`  του ΑΚ προκύπτει, ότι ο νομέας του πράγματος ενέχεται σε απόδοση των ωφελημάτων που έχουν  εξαχθεί από αυτό και εκείνων που μπορούσαν να εξαχθούν κατά τους κανόνες της τακτικής  διαχείρισης από την επίδοση της (διεκδικητικής) αγωγής. Η ενοχή υφίσταται ανεξαρτήτως αιτίας  για την οποία νέμεται το πράγμα και ανεξαρτήτως οχλήσεως προς απόδοση και αρκεί η  πληροφόρηση του νομέα με οιονδήποτε τρόπο, ότι δεν έχει δικαίωμα νομής (ΑΠ 958/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα εκθέτει ότι ο πατέρας της …………….. του ………….  και της …………. και η δεύτερη σύζυγός του ……………… απέκτησαν κατά πλήρη κυριότητα σε  ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, το λεπτομερώς στην αγωγή περιγραφόμενο διαμέρισμα  4ου ορόφου οικοδομής κείμενης στη Θεσσαλονίκη επί της οδού ………… αρ….., εμβαδού 34 τμ ,  δυνάμει του με αριθμό ……./31.1.1997 πωλητήριου συμβολαίου της συμβολαιογράφου  Θεσσαλονίκης ………….., που νόμιμα μεταγράφηκε. Οτι η ίδια μετά το θάνατο του ανωτέρω την  17-1-1998, χωρίς να αφήσει διαθήκη, καλούμενη στην πρώτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής με  τον αδερφό της και την τότε σύζυγο του θανόντα, τον κληρονόμησε κατά τα 3/8 και κατέστη  κυρία σε ποσοστό 18,75% εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου, δυνάμει της με αριθμό 44/2010  Εκθεσης Αποδοχής Κληρονομιάς ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης,  νομίμως μεταγραφείσης εις τόμο …. και αριθμό …. των Βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου  Θεσσαλονίκης. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι η σύζυγος του πατέρα της ………….., πέρα από το  ποσοστό που λόγω αγοράς της ανήκε, αποδέχτηκε κακόπιστα δυνάμει της με αριθμό  ……../10.7.1998 αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ………………  και όλο το υπόλοιπο ποσοστό του 50% του θανόντα συζύγου της, εμφανιζόμενη ως η μοναδική εξ  αδιαθέτου κληρονόμος αυτού, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι η οικογενειακή μερίδα που  δημιουργήθηκε στην Κοινότητα Κλειδιού Ημαθίας για τον ερχόμενο από τη Γεωργία Ελληνα σύζυγό  της δεν ήταν ενήμερη. Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι έτσι η σύζυγος του πατέρα της  ………. εμφάνισε εαυτήν αποκλειστική κυρία, νομέα και κάτοχο του ως άνω ακινήτου, το οποίο εν  συνεχεία και χωρίς να έχει προς τούτο δικαίωμα τουλάχιστον για το ποσοστό 18,75% που η  ενάγουσα αναδρομικά κι εκ του χρόνου επαγωγής απέκτησε αποδεχόμενη την κληρονομιά του  πατέρα της, πούλησε δυνάμει του με αριθμό ………./2003 συμβολαίου της συμβολαιογράφου  Θεσσαλονίκης ……… κατ΄ ισομοιρία στους εναγομένους που τώρα το νέμονται ότι η μισθωτική  αξία όλου του ακινήτου είναι 250 ευρώ μηνιαίως, του δε ποσοστού της ενάγουσας 46,87 ευρώ. Με  βάση αυτό το ιστορικό η ενάγουσα ζητά: α) να αναγνωριστεί ότι είναι συγκυρία του λεπτομερώς  περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου της κατά ποσοστό 18,75% και να υποχρεωθούν οι  εναγόμενοι να της το αποδώσουν,  β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα τόσο της με αριθμό  3308/10.7.1998 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης  ………………., όσο και του με αριθμό ……/2003 πωλητήριου συμβολαίου της ιδίας, τουλάχιστον  κατά το ποσοστό που είναι κυρία η ενάγουσα, γ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της  καταβάλουν εις ολόκληρο ως απόδοση ωφελήματος, το ποσό των 46,87 ευρώ μηνιαίως από την  επίδοση σε αυτούς της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, δ) να κηρυχθεί η απόφαση που  θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική της δαπάνη.  Με αυτό το ιστορικό και τα αιτήματα, η ένδικη αγωγή στην οποία σωρεύονται διεκδικητική αγωγή  κυριότητας ακινήτου, αγωγή ακύρωσης συμβολαίου και απόδοσης ωφελημάτων (στην οποία  παραδεκτά δηλώνεται η παραίτησή τους από το δικόγραφο της με αριθμό 16.882/2.11.2010  αγωγής τους), αρμοδίως καθ’ ύλη και κατά τόπο φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου  αυτού κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία (αρ. 7, 9, 11 περ. 1, 18 και 30 ΚΠολΔ), δεδομένου  ότι η δεύτερη σωρευόμενη αγωγή, συνιστά διαφορά μη αποτιμητή σε χρήμα, υπαγόμενη στην  αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη προηγηθείσα  νομική σκέψη, το αίτημα αναγνώρισης ακυρότητας συμβολαίου πώλησης λόγω έλλειψης  κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντα, αλλά και το αίτημα ακύρωσης της αποδοχής  κληρονομιάς ως δικαιοπραξίας για λόγο που δεν περιλαμβάνεται στους ανωτέρω εκτιθέμενους δεν  είναι νόμιμα, και επομένως η αντίστοιχη σωρευόμενη αγωγή, είναι μη νόμιμη κι απορριπτέα. Κατά  τα λοιπά η αγωγή είναι νόμιμη ερειδόμενη στις διατάξεις 1094, 1096, 1193, 1194, 1195, 1710,  1813, 1820, 1846 του ΑΚ και 907, 908, 176 ΚΠολΔ και συνεπώς πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω για  την ουσιαστική βασιμότητά της δεδομένου ότι για το παραδεκτό της : α) περίληψή της έχει  εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, όπως αποδεικνύεται από  το προσκομιζόμενο κι επικαλούμενο με αριθμό 24.579/5.8.2011 σχετικό πιστοποιητικό, β)έχει  καταβληθεί το απαιτούμενο για το αίτημά της τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ.τα προσκομιζόμενα  υπό σειρά Α αγωγόσημα με αριθμούς 397710, 397709, 358973, 432806, 432807, 593044) και γ)  προσκομίσθηκε η κατ΄άρθρο 5 του Ν.2308/1995 δήλωση κτηματογράφησης, ενώ κατά την  νομική σκέψη που προηγήθηκε δεν υποχρεούται η ενάγουσα στην προσκόμιση πιστοποιητικού  ΕΝ.Φ.Ι.Α. καθότι το ακίνητο βρισκόταν στη νομή των εναγομένων οι οποίοι και ήταν φορολογικά  υπόχρεοι ως προς αυτό.

Για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, με την οποία απαγορεύεται η άσκηση  του δικαιώματος άμα υπερβαίνει τα όρια τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο  κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, πρέπει από τη μια μεριά ο δικαιούχος να  μην έχει ασκήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα το δικαίωμά του, από την άλλη δε να συντρέχουν  περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι ο δικαιούχος έχει δημιουργήσει με τη συμπεριφορά  του εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του και έτσι η παρ’ όλα αυτά  άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σ` ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε κάτω από  ορισμένες συνθήκες και για μεγάλο χρονικό διάστημα  διατηρήθηκε και που η ανατροπή του  συνεπάγεται βαριές συνέπειες για τον υπόχρεο, να αντίκειται προφανώς στην καλή πίστη, τα  χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος (Ολ ΑΠ 7/2002, Ολ ΑΠ  8/2001, ΑΠ 1023/2011,).Οι καθ’ ων η κλήση – εναγόμενοι αρνούνται την αγωγή και το κληρονομικό δικαίωμα της  ενάγουσας αμφισβητώντας τη συγγενική της σχέση με τον ………… Περαιτέρω κι επικουρικά  ισχυρίζονται ότι καταχρηστικά η ενάγουσα ασκεί το δικαίωμά της δεκατρία χρόνια μετά το θάνατο  του πατέρα της ανατρέποντας μια ήδη δημιουργηθείσα από αυτούς κατάσταση σχετιζόμενη με την  απόκτηση, τη συντήρηση κι απόλαυση του ακινήτου επιπλέον ότι οι ίδιοι νέμονται και κατέχουν  καλόπιστα το ακίνητο πλέον της οκταετίας από τότε που το αγόρασαν, σε συνέχεια της επί  πενταετίας καλόπιστης νομής και κατοχής αυτού από την δικαιοπάροχό τους, οπότε και το έχουν  έτσι αποκτήσει. Ο πρώτος εκ των ανωτέρω ισχυρισμών σκοπεί να θεμελιώσει την ένσταση της  καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που απορρίπτεται ως μη νόμιμος διότι και αληθές  υποτιθέμενο το πραγματικό των ισχυρισμών που επικαλούνται οι εναγόμενοι δεν πληρεί τις  προϋποθέσεις για τη συνδρομή της διάταξης του άρθρου 281ΑΚ κατά την προηγηθείσα νομική  σκέψη. Ο δεύτερος ισχυρισμός συνιστά την ένσταση της τακτικής χρησικτησίας, είναι νόμιμος  θεμελιούμενος στα άρθρα 1041 και 1051 του ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων,  ενός για κάθε διάδικη πλευρά, που περιέχονται στα με αριθμό 6705/2013 πρακτικά της 11.4.2013  δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, και από όλα τα έγγραφα που  προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται στη συνέχεια,  χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα από αυτά κατά την ουσιαστική εκτίμηση της υπό κρίση  αγωγής, καθώς και από τις φωτογραφίες που προσκομίζει η ενάγουσα, η γνησιότητα των οποίων  δεν αμφισβητήθηκε,  αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα εξής πραγματικά  περιστατικά:   Ο ……………… του ………. και της ………. γεννήθηκε στις 17.12.1939 στο Σοχούμι Αμπχαζίας  Γεωργίας και στις 3.12.1965 παντρεύτηκε την επίσης ελληνικής ιθαγενείας …………… του ………….  Στον έγγαμο βίο τους οι ανωτέρω απέκτησαν δύο τέκνα, την ……………(ενάγουσα) που γεννήθηκε  στις 26.9.1966 στο Ρουστάβι της Γεωργίας, γενομένης σχετικής καταχώρησης στο αρμόδιο  ληξιαρχείο με αριθμό πράξης 1422/3.10.1966 και τον ……….. που γεννήθηκε στο ίδιο μέρος στις  30.7.1971, γεγονός επίσης καταχωρημένο με αριθμό πράξης 1283/5.8.1971. Εν συνεχεία, ο μεταξύ  αυτών γάμος λύθηκε στις 17.12.1989 συνταχθείσης επ’ αυτού της με αριθμό 63 πράξης στο  ληξιαρχείο του Τετριτσκάρο, ενώ εκδόθηκε και το με αριθμό 397340/20.1.1990 πιστοποιητικό  διάλυσης του γάμου τους. Το έτος 1997 ο …………. ήλθε προς εγκατάσταση στην Ελλάδα, όπου  μετά την διαπίστωση της από γεννήσεως ελληνικής ιθαγένειάς του δυνάμει της με αριθμό  158/15.1.1997 απόφασης του Νομάρχη Ημαθίας, εξέδωσε το με αριθμό ……….. δελτίο  αστυνομικής ταυτότητας της Δ/νσης Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, κατέστη δημότης Κοινότητας  Κλειδιού Ημαθίας και κατοίκησε στα Κουφάλια Θεσσαλονίκης. Σημειωτέον ότι τα ανωτέρω  προκύπτουν από τα επικυρωμένα αντίγραφα των πρωτοτύπων εγγράφων που προσκομίζει κι  επικαλείται η ενάγουσα, τα δε πιστοποιητικά γέννησης αυτής και του αδερφού της, το διαβατήριο  της μητέρας της και το πιστοποιητικό λύσης του γάμου των γονέων της, συνταγμένα στη ρωσική  γλώσσα με συνημμένη την επίσημη μετάφρασή τους. Στην ανωτέρω απόφαση του Νομάρχη  Ημαθίας, πέρα της από γέννησης διαπίστωσης της ελληνικής ιθαγένειας του ……………….,  διαπιστώθηκε η από θρησκευτικό γάμο απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας της δεύτερης συζύγου  του, …………. του ……… και της ………., γεννηθείσας στο Σοχούμι Αμπχαζίας, η οποία έτσι  πολιτογραφήθηκε Ελληνίδα, ενώ έμειναν κενά τα πεδία της απόφασης που αναφέρονται στην  ύπαρξη τέκνων. Περαιτέρω, παραγγέλθηκε η εγγραφή της οικογένειας στο μητρώο αρρένων και  στο δημοτολόγιο του Κλειδιού Ημαθίας, οπότε και ο Πρόεδρος της εν λόγω Κοινότητας ενέκρινε  την εγγραφή των ανωτέρω στην με αριθμό …… οικογενειακή μερίδα. Κατά την ανωτέρω  διαδικασία της εγκατάστασης του ………….. στην Ελλάδα και της πολιτογράφησής του με την  έκδοση ελληνικού δελτίου αστυνομικής ταυτότητας ουδεμία αναφορά έγινε εκ μέρους του στην  ύπαρξη των τέκνων που είχε αποκτήσει με την πρώην σύζυγό του ………… Πέραν τούτου και προς  απόδειξη ενώπιον των αρμόδιων ελληνικών αρχών ότι η …………………., ήταν σύζυγός του και  δικαιούταν να αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια, έγινε χρήση του με αριθμό ………… αντιγράφου  της με αριθμό ……… ληξιαρχικής πράξης γάμου του Ειδικού Ληξιαρχείου Αθηνών, επί της οποίας  μνημονεύεται ότι α)  στο Αλαχάντσκι Αμπχαζίας τελέστηκε την 23/4/1968 ο πολιτικός γάμος των  ανωτέρω για τον οποίο συνετάχθη η με αριθμό 184/23.4.1968 πράξη του εκεί Ληξιάρχου και β) ο  χ.ο.(θρησκευτικός) γάμος έγινε στις 25.5.1968 μετά τον οποίο η σύζυγος κράτησε το επίθετο  …………. Τα ανωτέρω βεβαιούμενα στην ληξιαρχική πράξη γάμου του Ειδικού Ληξιαρχείου Αθηνών  η οποία προσκομίζεται σε απλό αντίγραφο και στην σε αυτή μνημονευόμενη ληξιαρχική πράξη του  Ληξιάρχου του Αλαχάντσκι Αμπχαζίας, αλλοδαπού δημοσίου εγγράφου το οποίο ουδόλως  προσκομίζεται, περί της οικογενειακής κατάστασης του ……………… έρχονται σε αντίθεση και είναι  λογικά ασύμβατα με τα περιστατικά που αποδεικνύονται από την ενάγουσα δεδομένου ότι  εμφαίνεται α) ο δεύτερος γάμος του …………… να έχει τελεστεί, ενώ υφίσταται ο πρώτος, γεγονός  που τον καθιστά δίγαμο, β) το δεύτερο παιδί του …………………… ονόματι ……………, να είναι  γεννημένος μετά την τέλεση του β’ γάμου, αλλά από τη σύζυγο του α’ γάμου και γ) να τελείται  γάμος κατά τον θρησκευτικό τύπο το 1968 στην πρώην Σοβιετική Ενωση. Τα ανωτέρω  αποδειχθέντα από την ενάγουσα με έγγραφα, των οποίων η γνησιότητα ουδέποτε προσβλήθηκε,  σε συνδυασμό με την μη προσκομιδή πρωτοτύπων εγγράφων από την πλευρά των εναγομένων  συνηγορούν υπέρ της έγερσης αμφιβολιών για την υπόσταση του επικαλούμενου β γάμου του  θανόντα κι όχι για τη συγγενική σχέση της ενάγουσας με αυτόν. Εξάλλου αυτή η πεποίθηση του  Δικαστηρίου ενισχύεται εκ του ότι  η …………….ερχόμενη στην Ελλάδα με την μητέρα της δυνάμει  της με αριθμό …………./27.9.2002 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής  Μακεδονίας απέκτησε τη ελληνική ιθαγένεια με πολιτογράφηση στις 22.9.2003 κι εγγράφηκε στα  δημοτολόγια του Δήμου Γιαννιτσών Νομού Πέλλης. Στην εκεί οικογενειακή μερίδα με αριθμό ………  εγγράφηκε η μητέρα της ……… ως αποκτήσασα την ελληνική ιθαγένεια με πολιτογράφηση στις  6.6.2007 και ο αδερφός της ………….. ως αποκτήσας την ελληνική ιθαγένεια στις 30.7.1971 από  γεννήσεως. Στα αλλοδαπά δημόσια έγγραφα που μνημονεύθηκαν στην αρχή του σκεπτικού  (πιστοποιητικά γέννησης ενάγουσας και αδελφού της, πιστοποιητικό διάλυσης γάμου των γονέων  της) αναγράφεται η ελληνική ιθαγένεια αυτών των προσώπων. Ωστόσο, ερχόμενοι στην Ελλάδα σε  διαφορετικά χρονικά διαστήματα ο καθένας, ανάλογα με το κάθε φορά επίκαιρο νομοθετικό  καθεστώς, που ρύθμιζε την απόδοση ιθαγένειας στους ομογενείς, ο μεν ………….. αλλά και ο υιός  του …………… που τη αιτήθηκαν πριν το έτος 2000, τους αναγνωρίστηκε λόγω γέννησης, η δε  ενάγουσα και η μητέρα της που την αιτήθηκαν μετά την αλλαγή του νόμου το 2000, τους  αποδόθηκε λόγω πολιτογράφησης. Με την ανωτέρω δε αίτησή της η ενάγουσα κατέθεσε ως  δικαιολογητικό και την προηγηθείσα απόφαση κτήσης ιθαγένειας του πατέρα της ………. και το  δελτίο αστυνομικής ταυτότητας αυτού, που σύμφωνα με το άρθρο 76 Ν. 2910/2001 είναι  προαπαιτούμενα αναγνώρισης της ιθαγένειας του αιτούντα και λήφθησαν υπόψη από τα αρμόδια  όργανα. Περαιτέρω, ο ………………. εν ζωή και η ………….. απέκτησαν κατά πλήρη κυριότητα νομή  και κατοχή σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας δυνάμει του με αριθμό ……./31-1-1997  πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …………… , νομίμως μεταγραφέντος  στα Βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης εις τόμο …… και αριθμό ……, ένα αυτοτελές και  διηρημένο διαμέρισμα του 4ου πάνω από το ισόγειο ορόφου οικοδομής επί της οδού …… αρ.  …….., έχον πρόσοψη στην πρασιά της οικοδομής, εμβαδού καθαρού 34 τ.μ. αποτελούμενου από  ένα δωμάτιο, σαλόνι, κουζίνα και προχώλ, στο οποίο αναλογεί ποσοστό 2,19% εξ αδιαιρέτου στο  οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους χώρους, η δε οικοδομή κτίσθηκε σε οικόπεδο εμβαδού  285 τ.μ. που συνορεύει κατά τον τίτλο κτήσης βόρεια με οικία ιδιοκτησίας ………………., νότια με  οικία τέως ανταλλάξιμου ακινήτου και τώρα με πολυκατοικία αγνώστων ιδιοκτητών και σήμερα με  την οδό ……… και από τις λοιπές πλευρές του με οικοδομές αγνώστων ιδιοκτητών,  με προσωρινό  ΚΑΕΚ 19 044 27 17 003. Αυτός και η ……….. αποδείχθηκε ότι είχαν οικογενειακές σχέσεις με τα  παιδιά του ….. (ενάγουσα) και …………… από τον πρώτο του γάμο, αφού το ζευγάρι τύγχανε  ομόδειπνο με τον γιό του και τη σύζυγο αυτού, οι οποίοι έμεναν στα Κουφάλια, όπου ο  …………………. απεβίωσε στις 17.1.1998 και κηδεύτηκε εκεί με φροντίδες του υιού του και της  δεύτερης συζύγου του …………….., συνταχθείσης της με αριθμό 8/17.1.1998 ληξιαρχικής πράξης  θανάτου. Εκ των ανωτέρω δημιουργείται πλήρης δικανική πεποίθηση στο παρόν Δικαστήριο περί  του ότι η δεύτερη σύζυγος του ………………. γνώριζε την ύπαρξη των τέκνων αυτού και δη του  υιού του από τον προηγούμενο γάμο. Ωστόσο, μετά το θάνατο του ανωτέρω, αυτή προέβη στην  αποδοχή όλης της κληρονομίας του συζύγου της που συνίστατο στην κατά 50% συγκυριότητα  του ως άνω διαμερίσματος, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού, δυνάμει της με αριθμό  3308/10.7.1998 αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …………….., που  μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης σε τόμο ……….. και αριθμό  ……. Για τη σύνταξή αυτής της αποδοχής, η  ………….. προσκόμισε ως δικαιολογητικό, το με  αριθμό 359/9.3.1998 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών της Κοινότητας Κλειδιού Ημαθίας,  στο οποίο δεν εμφαίνοταν τα τέκνα του ……………, καθότι ως προελέχθη δεν έγινε καμία σχετική  δήλωση κατά την εγγραφή αυτού στα αντίστοιχα δημοτολόγια, η δε συμβολαιογράφος δεν  αναζήτησε επιπλέον αποδεικτικά της οικογενειακής κατάστασης του θανόντα από τη χώρα στην  οποία γεννήθηκε και έζησε μέχρι το 1997. Εν συνεχεία, η ……………, φερόμενη ως αποκλειστική  κυρία νομέας και κάτοχος σε ποσοστό 100% του ανωτέρω ακινήτου το πώλησε και το μεταβίβασε  στους εναγομένους σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα δυνάμει του με αριθμό ……/2003  συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε σε τόμο …….. και αριθμό …..  των οικείων βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, χωρίς όμως να έχει τέτοιο δικαίωμα ως  αποδείχθηκε εφόσον υπήρχαν και άλλοι κληρονόμοι, ήτοι τα τέκνα του συζύγου της. Εν συνεχεία,  η ενάγουσα που κληρονόμησε τον θανόντα πατέρα της καλούμενη στην πρώτη τάξη της εξ  αδιαθέτου διαδοχής, εφόσον αυτός δεν άφησε διαθήκη, ως κόρη του σε ποσοστό 3/8 (καθότι ο  αδελφός της κληρονόμησε το αντίστοιχο ποσοστό ενώ η εν ζωή σύζυγος κληθείσα με την πρώτη  τάξη των εξ αδιαθέτου κληρονόμησε το ?, ήτοι 2/8.), προέβη στην με αριθμό 44/2010 δήλωση  αποδοχή κληρονομιάς ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που νόμιμα  μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης σε τόμο …… με αριθμό ….,  αποκτώντας έτσι  την κυριότητα του άνω ακινήτου κατά ποσοστό 18,75% (=3/8Χ50%) αναδρομικά από το θάνατο  του πατέρα της, ήτοι το έτος 1998. Οι εναγόμενοι δε, μετά την αγορά του ανωτέρω ακινήτου το  νέμονται και το κατέχουν μέχρι σήμερα χρησιμοποιώντας το ως φοιτητική τους κατοικία όσο  σπούδαζαν, από τις 4/9/2012 δε και μετά το έχουν εκμισθώσει για διάρκεια δύο ετών στον  ……………, αντί μισθώματος 200 ευρώ. Κατόπιν των ανωτέρω αποδείχθηκε η συγγενική σχέση της  ενάγουσας με τον πατέρα της ………….., το κληρονομικό της δικαίωμα και η αποδοχή της  κληρονομίας με δημόσιο έγγραφο, νόμιμα μεταγεγραμμένο, οπότε αυτή πρέπει να αναγνωρισθεί  κυρία του ανωτέρω ακινήτου στο ποσοστό του 18,75 % και να διαταχθεί η απόδοση του σε  αυτήν από τους εναγομένους, απορριπτομένης κατ΄ ουσίαν της ενστάσεως αυτών περί απόκτησης  κυριότητας διά της τακτικής χρησικτησίας, καθότι πλήν του νόμιμου τίτλου, δεν πληρώθηκε ως  όρος η επί δεκαετίας καλόπιστη νομή του ακινήτου, αφού δεν αποδείχθηκε η καλοπιστία της  δικαιοπαρόχου τους ………………, ώστε στα χρόνια της δικής τους νομής να προσμετρηθούν και τα  χρόνια εκείνης. Περαιτέρω πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι ως νομείς να της αποδώσουν το  ωφέλημα του ενοικίου που εξάγεται από το ακίνητο, σε ποσοστό 18,75%, ήτοι ποσό 37,5(=200  ευρώ Χ18,75%) ευρώ μηνιαίως από την επίδοση της αγωγής κι έπειτα, να καταδικασθούν οι  εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας,  ενώ δεν συντρέχουν  εξαιρετικοί λόγοι κατά την κρίση του Δικαστηρίου για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΘΕΩΡΕΙ την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης με αρ. κατ. 2435/2013 προσεπίκληση  δικονομικού εγγυητή-παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης ως μη ασκηθείσα.

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης με αρ. κατ.  11576/1-8-2011 αγωγή.

   ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ότι κρίθηκε στο σκεπτικό απορριπτέο.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ενάγουσα συγκυρία κατά ποσοστό 18,75 % σε ένα αυτοτελές και διηρημένο  διαμέρισμα του 4ου πάνω από το ισόγειο ορόφου οικοδομής επί της οδού ………….. αρ. ……, έχον  πρόσοψη στην πρασιά της οικοδομής, εμβαδού καθαρού 34 τ.μ. αποτελούμενου από ένα δωμάτιο,  σαλόνι, κουζίνα και προχώλ, στο οποίο αναλογεί ποσοστό 2,19% εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και  στους λοιπούς κοινόχρηστους χώρους, η δε οικοδομή κτίσθηκε σε οικόπεδο εμβαδού 285 τ.μ. που  συνορεύει κατά τον τίτλο κτήσης βόρεια με οικία ιδιοκτησίας ………….., νότια με οικία τέως  ανταλλάξιμου ακινήτου και τώρα με πολυκατοικία αγνώστων ιδιοκτητών και σήμερα με την οδό  …………..και από τις λοιπές πλευρές του με οικοδομές αγνώστων ιδιοκτητών, με προσωρινό ΚΑΕΚ  19 044 27 17 003.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τους εναγομένους να της αποδώσουν το ανωτέρω ποσοστό

   ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους εναγομένους να καταβάλλουν κατ΄ισομοιρία στην ενάγουσα ως ωφέλημα το  ποσό των 37,5 ευρώ μηνιαίως από την επίδοση της αγωγής κι εφεξής.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εναγομένους στην πληρωμή των εξόδων της ενάγουσας, τα οποία ορίζει στο  ποσό των 600 ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε την 1.8.2014 και δημοσιεύτηκε στη Θεσσαλονίκη σε έκτακτη δημόσια  συνεδρίαση την 1.9.2014.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ           Ν.Σ.

Πηγή:taxheaven.gr

 

28

Φεβ

2014

14813/2013 ΠΛΗΜ/ΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

14813/2013 ΠΛΗΜ/ΚΕΙΟ  ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

28 Φεβρουαρίου, 2014
Αθώωση κατηγορούμενου για μη καταβολή ΦΠΑ ελλείψει δόλου εφόσον υπήρχε αντικειμενική αδυναμία καταβολής του (η επιχείρησή του δέχθηκε πλήγμα από την οικονομική κρίση και της οφείλονται ανείσπρακτα τιμολόγια τα οποία εξέδωσε σε αγοραστές-πελάτες της, με συνέπεια αφενός μεν να μην εισπράξει το αντιστοιχούν σε αυτά ποσό του ΦΠΑ και αφετέρου να πρέπει να το καταβάλει στο Δημόσιο).

14813/2013 ΠΛΗΜΜ ΘΕΣΣΑΛ 

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)

Αριθμ. 14813/2013

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ Α` ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Δημόσια συνεδρίαση της 4ης Νοεμβρίου 2013

Σύνθεση Δικαστηρίου: Πηνελόπη Σεραφείμη Πρόεδρος Πλημμελειοδικών, Μαρία Δημητρίου Πλημμελειοδίκης, Ολγα Τίγγα Εμμ. Πάρεδρος (επειδή κωλύονται οι λοιποί αρχαιότεροι Δικαστές), Λάμπρος Τσόγκας Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, Βασιλική Χατζηβασιλειάδου Γραμματέας Δικ. υπάλληλος με Ε` βαθμό ΠΕ. Δικηγόρος: Σταύρος Καζαντζίδης.

Εκκαλών-Κατηγορούμενος: …………. .

Πράξη: Παράβαση αρθρ. 18§1β`, 20§1β`, 21 Ν. 2523/97 και 98 ΠΚ

[…]

ΣΚΕΠΤΙΚΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 β` του Ν. 2523/1997 «1. Οποιος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτομενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη φορολογική αρχή με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές, τιμωρείται: β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση από το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ μέχρι το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ. Στην ως άνω διάταξη περιγράφεται με σαφήνεια, η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος φοροδιαφυγής, που τελείται με τη μορφή της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας κ.λ.π. Ειδικότερα, περιγράφεται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, κατά την οποία η μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας κ.λ.π. στοιχειοθετείται μόνο, αν ο φορολογούμενος ενήργησε «προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου προστιθέμενης αξίας ή να πληρώσει λιγότερο φόρο. Από τη χρήση της λέξης «προκειμένου» στο κείμενο του νόμου, συνάγεται ότι στην περίπτωση αυτή διαπλάθεται έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης (έγκλημα σκοπού) και ο φορολογούμενος πρέπει να ενεργεί με υπερχειλή δόλο (άρθρο 27 παρ. 2 ΠΚ) και συγκεκριμένα, θα πρέπει με την πράξη της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης φόρου προστιθέμενης αξίας, να αποκρύπτει καθαρά εισοδήματα, γνωρίζοντας και επιδιώκοντας να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας. Αν δεν υπάρχει ο ανωτέρω εγκληματικός σκοπός στο πρόσωπο του φορολογουμένου, δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα του άρθρου 18 του ανωτέρω νόμου. Επομένως, θα πρέπει στην καταδικαστική απόφαση για την ανωτέρω πράξη να περιέχεται πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφενός της αντικειμενικής υπόστασης που θεμελιώνει το άνω αδίκημα, κυρίως όμως, να αιτιολογείται ο συγκεκριμένος σκοπός (αποφυγής πληρωμής φόρου προστιθέμενης αξίας), ο οποίος πρέπει να αναφέρεται και να εξειδικεύετε και με σαφήνεια, αφού πρόκειται για στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος του άρθρου 18 του ως άνω ν. 2523/1997 (Α.Π. 267/2013 και ΑΠ 1231/2011 δημ στη ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν δημόσια στο ακροατήριο, την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως που εξετάσθηκε ένορκα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την απολογία του παρόντα κατηγορουμένου, καθώς και τις εξηγήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 30-4-2011 και 1-5-2011 έως 31-12-2011, δεν απέδωσε Φ.Π.Α. που υπερβαίνει το ποσό των 3.000 ευρώ. Ειδικότερα, ως ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής της εταιρίας ………… με έδρα στη …….. , δεν απέδωσε στη Δ.Ο.Υ. Ιωνίας θεσσαλονίκης κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1- 1-2011 έως 30-4- 2011 φόρο προστιθέμενης αξίας ανερχόμενο στο ποσό των 35.408,83 ευρώ και κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1-5-2011 έως 31-12-2011 φόρο προστιθέμενης αξίας ανερχόμενο στο ποσό των 37.684,86 ευρώ. Περαιτέρω προέκυψε από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία ότι ο κατηγορούμενος επιθυμώντας να καταβάλει το παραπάνω ποσό, που από αντικειμενική αδυναμία δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα, καθόσον η επιχείρηση τυπογραφείου που διατηρεί με 17 άτομα προσωπικό δέχθηκε πλήγμα από την οικονομική κρίση το 2011, αφού της οφείλονται ανείσπρακτα τιμολόγια του έτους αυτού, ύψους 700.000€, τα οποία εξέδωσε σε αγοραστές-πελάτες της, με συνέπεια αφενός μεν να μην εισπράξει το αντιστοιχούν σε αυτά ποσό του ΦΠΑ και αφετέρου να πρέπει να το καταβάλει στο Δημόσιο, υπέβαλε στις 28-8-2013 αίτημα για ρύθμιση της οφειλής της αυτής στην αρμόδια ΔΟΥ Ιωνίας θεσσαλονίκης, το οποίο έγινε δεκτό και ο κατηγορούμενος ήδη έχει καταβάλει τρεις από τις 47 συνολικά δόσεις, ύψους 5.102,67 € η μία, αρχής γενομένης από 3-9-2013. Με βάση τα παραπάνω από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλο αλλά και με σκοπό να αποφύγει την πληρωμή φόρου προστιθέμενης αξίας αλλά αντίθετα είχε την πρόθεση να τον καταβάλει και από αντικειμενική αδυναμία δεν τον κατέβαλε το 2011, γι` αυτό άλλωστε προέβη σε ρύθμιση της οφειλής του μόλις άρχισε να ανακάμπτει εν μέρει και επειδή το αδίκημα της μη απόδοσης ΦΠΑ απαιτεί άμεσο δόλο πρώτου βαθμού, που δεν συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, πρέπει αυτός να κηρυχθεί αθώος της πράξης της παράβασης ου άρθρου 18 παρ. 1 β του Ν. 2523/1997, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ με παρόντα τον κατηγορούμενο ……… και της ……. , κάτοικο Πυλαίας Θεσσαλονίκης (………. αρ. ..).

ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο αθώο ελλείψει δόλου, του ότι: Στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 30-4-2011 και 1-5-2011 έως 31-12-2011, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, δεν απέδωσε Φ.Π.Α. που υπερβαίνει το ποσό των 3.000 ευρώ. Ειδικότερα, ως ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής της εταιρίας …… με ΑΦΜ …………. και έδρα στη ………… . , δεν απέδωσε στη Δ.Ο.Υ. Ιωνίας Θεσσαλονίκης κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-2011 έως 30-4-2011 φόρο προστιθέμενης αξίας ανερχόμενο στο ποσό των 35.408,83 ευρώ και κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1-5-2011 έως 31-12-2011 φόρο προστιθέμενης αξίας ανερχόμενο στο ποσό των 37.684,86 ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε αμέσως στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση. Θεσσαλονίκη, 4 Νοεμβρίου 2013.

Η Πρόεδρος Η Γραμματέας

 

11

Φεβ

2014

ΜΠΖακύνθου 112/2014 : H δικαστική απόφαση που καθόρισε τιμή πρώτης προσφοράς, μετά από ανακοπή του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ, διορθώνοντας σχετικό πρόγραμμα πλειστηριασμού είναι δεσμευτική και δεν επιτρέπει μεταγενέστερο καθορισμό νέας τιμής πρώτης προσφοράς, ούτε διόρθωση της αξίας των πλειστηριαζόμενων.

Απόφαση που εκδίδεται στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ παράγει προσωρινό δεδικασμένο Υπό την παραδοχή αυτή, η δικαστική απόφαση που καθόρισε τιμή πρώτης προσφοράς, μετά από ανακοπή του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ, διορθώνοντας σχετικό πρόγραμμα πλειστηριασμού είναι δεσμευτική και δεν επιτρέπει μεταγενέστερο καθορισμό νέας τιμής πρώτης προσφοράς, ούτε διόρθωση της αξίας των πλειστηριαζόμενων, εκτός εάν, με τη σχετική αίτηση ζητείται ανάκληση ή μεταρρύθμιση της αρχικής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 696 § 3 ΚΠολΔ που δεν αποκλείουν τη δυνατότητα ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της απόφασης που εκδίδεται στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ κατ’ εφαρμογή της διάταξης της § 3 του άρθρου 696 ΚΠολΔ.

11 Φεβρουαρίου, 2015

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΖΑΚΥΝΘΟΥ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Αριθμός απόφασης:112/2014

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΖΑΚΥΝΘΟΥ Αποτελούμενο από την Δικαστή Παναγιώτα – Ειρήνη Σίδερη, Πρόεδρο Πρωτοδικών. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 18η Σεπτεμβρίου 2014, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέως, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του ανακόπτοντος: …. , ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας Δικηγόρου του Αγγελικής Βισβάρδη.

Της καθ` ης η ανακοπή: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας, με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ …. …», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου Δικηγόρου της Δημητρίου Ποταμίτη.

Ο ανακόπτων ζητεί να γίνει δεκτή η από 16-9-2014 ανακοπή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 153/2014, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας οπότε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου εκθέματος, οι διάδικοι παραστάθηκαν, ως σημειώνεται ανωτέρω. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν αυτοί να γίνουν δεκτοί.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 954, 695 και 696 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, η απόφαση που εκδίδεται στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ παράγει προσωρινό δεδικασμένο παραπλήσιο εκείνου της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων [βλ. ΜΠρΘεσ 1416/2011 ΕΠολΔ 2011 (Δ`).659, με σημείωμα Π. Γιαννόπουλου· ΜΠρΧαλκ 778/2009 ΑρχΝ 2010 (ΞΑ`).536· ΜΠρΜεσολ 1065/2008, ΜΠρΡοδ 943/2007 ΤΝΠ NOMOS, ΜΠρΛαρ 2799/2003 Δικογραφία 2003.477 ΜΠρΛαρ 575/2003 Δικογραφία 2003.155· ΜΠρΤρικ 76/2001 Δίκη 2001 (32).470, με (αντίθετες) παρατηρήσεις Ε. Μπαλογιάννη· ΜΠρΚαρδ 134/1992 ΑρχΝ 1993 (ΜΔ`).500]. Υπό την παραδοχή αυτή, η δικαστική απόφαση που καθόρισε τιμή πρώτης προσφοράς, μετά από ανακοπή του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ, διορθώνοντας σχετικό πρόγραμμα πλειστηριασμού είναι δεσμευτική και δεν επιτρέπει μεταγενέστερο καθορισμό νέας τιμής πρώτης προσφοράς, ούτε διόρθωση της αξίας των πλειστηριαζόμενων, εκτός εάν, με τη σχετική αίτηση ζητείται ανάκληση ή μεταρρύθμιση της αρχικής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 696 § 3 ΚΠολΔ (βλ. ΜΠρΡεθυμν 63/2012 αδημ. στο νομικό τύπο Κ. Μπέης, Πολιτική Δικονομία – Γενικές αρχές και ερμηνεία των άρθρων – Αναγκαστική εκτέλεση (άρθρα 941 – 970 ΚΠολΔ), τομ. 23 (2005), άρθρο 954, σελ. 2039· Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας(- Νικολόπουλος), ΚΠολΔ II (2000), άρθρο 954 αριθ. 6, σελ. 1843, που δεν αποκλείουν τη δυνατότητα ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της απόφασης που εκδίδεται στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ κατ’ εφαρμογή της διάταξης της § 3 του άρθρου 696 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ανακόπτων, επικαλούμενος έννομο συμφέρον, ζητά να διορθωθεί: 1) η με αριθμό 4271/1-7-2014 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου και 2) η με αριθμό 4273/8-7-2014 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ζακύνθου Ευγενίας Τσιατά, δυνάμει των οποίων, στις 24-9-2014, εκτίθενται σε αναγκαστικό πλειστηριασμό τα ακίνητα που περιγράφονται στις ανωτέρω πράξεις, ως προς την εκτίμηση της αξίας τους και την τιμή πρώτης προσφοράς αυτών, καθόσον η πραγματική αξία τους είναι πολύ μεγαλύτερη από την εκτιμηθείσα. Η ανακοπή έχει ασκηθεί αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπο (άρθρα 686 επ., 954 ΚΠολΔ) και είναι εμπρόθεσμη αφού μεταξύ της ημερομηνίας κατάθεσής της (16-9-2014) και της ορισθείσας ημέρας του πλειστηριασμού (24-9-2014) μεσολαβεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε (5) πλήρων εργάσιμων ημερών (άρθρα 993 παρ. 2 εδ. α` συνδ. 954 παρ. 4 εδ. γ` συνδ. 144 παρ. 1 ΚΠολΔ), απορριπτομένου του περί απαραδέκτου λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως, ισχυρισμού της καθ’ ης, ενώ κατά την αληθή έννοια του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, μπορεί να ζητηθεί με την προβλεπόμενη από αυτό ανακοπή και να διαταχθεί με την οικεία απόφαση η διόρθωση όχι μόνον της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης αλλά και της περίληψης της, αρχικής ή επαναληπτικής (Γέσιου – Φαλτσή Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως τ. Π Ειδικό Μέρος 2001, σελ. 217 Μπέης Γνωμοδότηση σε Δ 27, 675 – 676). Με το προαναφερθέν, όμως, περιεχόμενο η ανακοπή διόρθωσης της κατασχετήριας έκθεσης και συνακόλουθα της περίληψης αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού της καθ’ ης η ανακοπή, διότι η διαφορά που εισάγεται προς διάγνωση με αυτή και αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, έχει ήδη κριθεί με την υπ’ αριθ. 1/2014 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, μεταξύ των ίδιων διαδίκων, που απέρριψε την, όμοιου περιεχομένου και με το αυτό αίτημα, ανακοπή του ανακόπτοντος, ως ουσία αβάσιμη, με αποτέλεσμα το δεδικασμένο που πηγάζει από την απόφαση αυτή να εμποδίζει, ως αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση (non bis in idem), την επανεκδίκαση της διαφοράς (τον επανακαθορισμό της αξίας και της τιμής πρώτης προσφοράς των ακινήτων), σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στην προηγηθείσα μείζονα πρόταση. Τούτο δε, πρέπει να γίνει δεκτό και επί τη βάσει, ότι ο ανακόπτων δεν επικαλείται, ότι συνέτρεξαν νέα πραγματικά περιστατικά, στο διάστημα που μεσολάβησε από την έκδοση της ανωτέρω υπ. αριθμ. 1/2014 απόφασης, έως την υποβολή της υπό κρίση ανακοπής, που να δικαιολογούν την μεταβολή της αξίας των κατασχεθέντων ακινήτων και την εντεύθεν ζητούμενη διόρθωση. Συνεπώς, εφόσον ήδη με δικαστική απόφαση απορρίφθηκε η διόρθωση της αξίας των κατασχεθέντων, προκύπτει προσωρινό δεδικασμένο, που αναπτύσσει δεσμευτικότητα για το κριθέν ζήτημα της αξίας αυτών και εμποδίζει τον καθορισμό διαφορετικής. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η υπό κρίση ανακοπή ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του ανακόπτοντος και υπέρ της καθ’ ής η εκτέλεση, κατ’ άρθρο 178 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως ειδικότερα το ύψος αυτών ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων. Απορρίπτει την ανακοπή. Επιβάλει σε βάρος του ανακόπτοντος τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Ζάκυνθο, στις 22 Σεπτεμβρίου 2014 σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, με την παρουσία και της Γραμματέως Χρυσάνθης Βαρδακαστάνη.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Π.Β

Α Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ .

 

10

Φεβ

2014

ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΚΑΤ' ΑΡΘΡΟ 63 Ν.4174/2013 ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΑΝΑΛΩΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Ενδικοφανής προσφυγή κατ΄άρθρο 63 Ν.4174/2013 για το ζήτημα προσδιορισμού του προς ανάλωση κεφαλαίου 

2 Οκτωβρίου, 2014

  Ο τρόπος προσδιορισμού του προς ανάλωση κεφαλαίου ανά έτος της παρ. ζ του άρθρου 19 του ν. 2238/94 (που αποδεδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα έτη ή νόμιμα έχει απαλλαγεί από το φόρο) προκύπτει από συμψηφισμό των θετικών και αρνητικών στοιχείων αυτών, από τα χρηματικά ποσά που ορίζονται στις περιπτώσεις β`, γ`, δ`, ε` και στ` της παραγράφου αυτής και από οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο αποδεδειγμένα έχει εισπραχθεί, επιπλέον δε εκπίπτουν οι δαπάνες που προσδιορίζονται στα άρθρα 16 και 17, ανεξάρτητα αν απαλλάσσονται της εφαρμογής των άρθρων αυτών. Κάθε ποσό που καταβλήθηκε για την απόκτηση των εσόδων των παραπάνω περιπτώσεων τα μειώνει και η διαφορά που προκύπτει λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη ή τον περιορισμό της συνολικής ετήσιας δαπάνης, εκτός αν τα ποσά αυτά έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό του εισοδήματος του έτους που καταβλήθηκαν και ο φορολογούμενος επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου του έτους αυτού.Όσα έχει αναγράψει ο φορολογούμενος στο παρελθόν στους ως κωδικούς 787-788 της οικείας φορολογικής δήλωσης φόρου εισοδήματος , όταν συμβαίνει να επικαλεστεί ξανά την χρονιά εκείνη στην οποία είχε αναγράψει τα ποσά, δεν πρέπει να αφαιρούνται κατά το σχηματισμό κεφαλαίου προηγούμενων ετών. Δείτε σχετική ενδικοφανή προσφυγή που έγινε δεκτή και οδήγησε στην ακύρωση του σχετικού εκκαθαριστικού .

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων

του Υπουργείου Οικονομικών

Δια του Προϊσταμένου της …Δ.Ο.Υ…………… 

ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗ

κατ’ άρθρο 63 Ν. 4174/2013

 

1.Του …………………του……… , ΑΦΜ ………, κατοίκου …………………………………. ΤΚ ….. με email  ……………..και αριθμό τηλεφώνου επικοινωνίας  …………. και φαξ ………………………….. 2.Της…………………………….. , ΑΦΜ ……… , κατοίκου ………………..,               , ΤΚ   ……. με email  ………………….και αριθμό τηλεφώνου επικοινωνίας …………..και φαξ ………………………..

ΚΑΤΑ

1.Του από ……… εκκαθαριστικού σημειώματος  φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων  οικ. έτους …….. (χρήση ….) το οποίο εξέδωσε η .  Δ.Ο.Υ ………… (αρ.δήλωσης ……-αρ.ειδ/σης ….) και το οποίο μας  κοινοποιήθηκε δια επιστολής απευθυνόμενης στον πρώτο από εμάς  την ………………

2.Της ….Δ.Ο.Υ. ………… που εξέδωσε  το ως άνω εκκαθαριστικό σημείωμα εισοδήματος οικ. έτους …. η οποία εκπροσωπείται νόμιμα δια του Προϊστάμενου αυτής.

 

Θεσσαλονίκη ………………

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ 

Με το άρθρο  16 του ν. 2238/1994 ορίζονται αναλυτικά  οι  αντικειμενικές δαπάνες και υπηρεσίες που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό του αντικειμενικού εισοδήματος με βάση τη συνολική  ετήσια δαπάνη του φορολογουμένου, της συζύγου του και των προσώπων που συνοικούν και τους βαρύνουν .

Με το άρθρο 17 του αυτού ως άνω νομοθετήματος προσδιορίζονται συγκεκριμένα οι κατηγορίες δαπανών απόκτησης περιουσιακών στοιχείων  που πραγματικά καταβάλλονται και  λογίζονται ως ετήσια δαπάνη του φορολογούμενου , της συζύγου του και των προσώπων που τους βαρύνουν .

Με το άρθρο 19&1 του ν. 2238/1994 που αφορά στη διαφορά εισοδήματος και τον υπολογισμό του φόρου αυτής  ορίζεται ότι η διαφορά του εισοδήματος που δηλώθηκε από τον φορολογούμενο, τη σύζυγο του και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν ή προσδιορίστηκε από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας και της συνολικής ετήσιας δαπάνης τους, των άρθρων 16 και 17, προσαυξάνει τα εισοδήματα που δηλώνονται ή προσδιορίζονται από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας κατά το ίδιο οικονομικό έτος, του φορολογούμενου ή της συζύγου του της πηγής από την οποία δηλώνονται τα μεγαλύτερα εισοδήματα και, αν δεν δηλώνεται εισόδημα από καμία κατηγορία, η διαφορά αυτή λογίζεται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες.

Με την παρ 2 του αυτού ως άνω άρθρου  ,ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας κατά τον προσδιορισμό της διαφοράς της προηγούμενης παραγράφου υποχρεούται να λάβει υπόψη του τα αναγραφόμενα στη δήλωση χρηματικά ποσά, τα οποία αποδεικνύονται από νόμιμα παραστατικά στοιχεία και με τα οποία καλύπτεται ή περιορίζεται η διαφορά που προκύπτει. Στις περιπτώσεις αυτής της παραγράφου ο φορολογούμενος φέρει το βάρος της απόδειξης, ότι  τα ποσά αυτά ιδίως είναι:  α) πραγματικά εισοδήματα τα οποία αποκτήθηκαν από τον ίδιο, τη σύζυγό του και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν και τα οποία απαλλάσσονται από το φόρο ή φορολογούνται με ειδικό τρόπο σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.  β) Χρηματικά ποσά που δε θεωρούνται εισόδημα κατά τις ισχύουσες διατάξεις.  γ) Χρηματικά ποσά που προέρχονται από τη διάθεση περιουσιακών στοιχείων.  δ) Εισαγωγή συναλλάγματος, που δεν εκχωρείται υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον δικαιολογείται η απόκτηση του στην αλλοδαπή.  ε) Δάνεια, τα οποία έχουν ληφθεί και αποδεικνύονται με έγγραφα στοιχεία που φέρουν βέβαιη χρονολογία.  στ) Δωρεά ή γονική παροχή χρηματικών ποσών για την οποία η οικεία φορολογική δήλωση έχει υποβληθεί μέχρι τη λήξη του έτους στο οποίο πραγματοποιήθηκε η σχετική δαπάνη.ζ) Ανάλωση κεφαλαίου που αποδεδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα  έτη ή νόμιμα έχει απαλλαγεί από το φόρο. Για τον προσδιορισμό του κεφαλαίου αυτού ανά έτος, από τα πραγματικά εισοδήματα που έχουν φορολογηθεί ή νόμιμα απαλλαγεί από το φόρο, τα οποία προκύπτουν από συμψηφισμό των θετικών και αρνητικών στοιχείων αυτών, από τα  χρηματικά ποσά που ορίζονται στις περιπτώσεις β`, γ`, δ`, ε` και στ` της παραγράφου αυτής και από οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο αποδεδειγμένα έχει εισπραχθεί, εκπίπτουν οι δαπάνες που προσδιορίζονται στα άρθρα 16 και 17, ανεξάρτητα αν απαλλάσσονται της εφαρμογής των άρθρων αυτών. Αν δεν υπάρχουν δαπάνες με βάση το άρθρο 16 ή αν το ποσό τους είναι μικρότερο από τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ προκειμένου για άγαμο και πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ προκειμένου για συζύγους, το ποσό που πρέπει να εκπέσει προσδιορίζεται με βάση την κοινωνική, οικονομική και οικογενειακή κατάσταση των φορολογουμένων και τις αποδεδειγμένες δαπάνες διαβίωσης τους και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερο των τριών χιλιάδων (3.000) και πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, αντίστοιχα. Κάθε ποσό που καταβλήθηκε για την απόκτηση των εσόδων των παραπάνω  περιπτώσεων τα μειώνει και η διαφορά που προκύπτει λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη ή τον περιορισμό της συνολικής ετήσιας δαπάνης, εκτός αν τα ποσά αυτά έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό του εισοδήματος του έτους που καταβλήθηκαν και ο φορολογούμενος επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου του έτους  αυτού.»

Για την κάλυψη ή περιορισμό της διαφοράς που προκύπτει κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της περίπτωσης δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν.2019/1992για τα ποσά των πραγματικών ή τεκμαρτών δαπανών που πραγματοποιούνται  από 1.1.1994. Χρηματικά ποσά που έχουν ληφθεί υπόψη από τη δήλωση που, τυχόν, υποβλήθηκε κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ν.2019/1992, για την κάλυψη ή τον περιορισμό διαφοράς δαπάνης, αφαιρούνται από το κεφάλαιο που σχηματίζεται από προηγούμενα έτη, όπως αυτό προσδιορίζεται με βάση όσα ορίζονται στα εδάφια δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αυτής της περίπτωσης.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ Στις  ………. υποβάλλαμε από κοινού ως σύζυγοι  στη Δ.Ο.Υ ……… ………………. τροποποιητική-συμπληρωματική δήλωση η οποία έλαβε αρ. δήλωσης …….. Στην ως άνω τροποποιητική μας δήλωση συμπεριλάβαμε μεταξύ άλλων  , αναφορικά με τα δηλούμενα στοιχεία του πρώτου από εμάς ……………….., στο ΚΑΔ 787 (ανάλωση κεφαλαίου που ήδη φορολογήθηκε ή απαλλάσσονταν από το φόρο) ποσό …………………. Επί της ως άνω συμπληρωματικής  δηλώσεως μας διενεργήθηκε εκκαθάριση και εξεδόθη το από ……… εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων  οικ. έτους ….  με αριθ. πισ. κατ/σης …….. και αριθμό ειδοποίησης …., από το οποίο προέκυπτε τελικό πιστωτικό ποσό ………€ . Πρόσφατα κατά  τη διάρκεια διενεργούμενου ελέγχου ο πρώτος από εμάς  κλήθηκα να παράσχω διευκρινίσεις για τον τρόπο σχηματισμού του ως άνω ποσού των ……….€.  Για το σκοπό αυτό  συνέταξα αναλυτικό πίνακα στη βάση των διατάξεων της παρ ζ του άρθρου 19 του Κ.Ν. 2238/1994 για τα οικονομικά έτη …. έως και …. από τον οποίο προέκυπτε εμφανώς ότι διέθετα  το επικαλούμενο προς ανάλωση ποσό του κωδικού 787 της δήλωσης του οικ. έτους ….. Συγκεκριμένα , στον ως άνω πίνακα ,που παραθέτω αυτούσιο κατωτέρω , ανέλυα όλα τα επί μέρους κρίσιμα στοιχεία προς απόδειξη των ποσών ανάλωσης και συγκεκριμένα , τόσο για τον πρώτο από εμάς όσο και για  δεύτερη, σύζυγο του πρώτου ,  τα εισοδήματα, τα λοιπά έσοδα, τις δαπάνες του ως άνω άρθρου 16 , τις δαπάνες του  προαναφερθέντος άρθρου 17, και τελικά το υπόλοιπο κάθε χρήσης αλλά και το προοδευτικό υπόλοιπο. Ο ως άνω πίνακας έχει ως εξής :  Επισυνάπτεται ο πίνακας………………………………………………………………………………………….. Όλα τα στοιχεία του  παραπάνω πίνακα  προκύπτουν από τα αντίγραφα των δηλώσεων Ει που διατηρώ στο αρχείο μου, και τα οποία προσκόμισα ενώπιον της Ελεγκτικής Αρχής προς απόδειξη του περιεχομένου του ως άνω πίνακα ανάλωσης. Και ενώ τα ανωτέρω στοιχεία τυγχάνουν πλήρως αληθή , η Ελεγκτική Αρχή απέρριψε τους ισχυρισμούς μας και εξέδωσε το προσβαλλόμενο εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων με τελικό χρεωστικό ποσό των ……..€. Μετά την παραλαβή εκ μέρους μας του ως άνω εκκαθαριστικού και από προφορικές συζητήσεις με τους αρμόδιους ελεγκτές ενημερωθήκαμε ότι δεν έγιναν δεκτά τα ποσά του κωδικού 787 που είχαμε δηλώσει στην από ………. τροποποιητική δήλωση , ούτε ο εκ μέρους μας προσκομισθείς  ως άνω αναλυτικός πίνακας  και ως εκ τούτου καταλογίστηκε στη δεύτερη από εμάς , …………………., διαφορά τεκμηρίων ύψους ………€ ,ποσό που προστέθηκε στο δηλωθέν αρχικώς εισόδημα μου και από το  σύνολο αυτού εκ ……….€ προέκυψε φόρος …(ακολουθεί ανάλυση του φόρου) και  το καταβλητέο ποσό ανήλθε σε ……..€ , το οποίο  συμψηφίστηκε με το επιστρεπτέο ποσό φόρου του πρώτου από εμάς εξ ……€  ,με αποτέλεσμα το προσβαλλόμενο εκκαθαριστικό να εμφανίζει νέο χρεωστικό  ……..€. Προφορικά, ακόμα, ενημερωθήκαμε ότι η ανωτέρω απόρριψη του υποβληθέντος εκ μέρους μας πίνακα ανάλωσης , οφείλεται στον δήθεν  μη ορθό υπολογισμό των υπολοίπων εκάστης χρήσης ,καθώς η Ελεγκτική Αρχή θεώρησε ότι εσφαλμένα δεν προσθέταμε προς αφαίρεση από τα δηλούμενα πραγματικά εισοδήματα του πίνακα ,πλέον των δαπανών των άρθρων 16 και 17  που ορίζει το άρθρο 19 του ν. 2238/1994 , και τα ποσά που είχαμε κατά καιρούς επικαλεστεί προς ανάλωση στις δηλώσεις της περιόδου …………………….. Κατά την άποψη , δηλαδή , της Ελεγκτικής Αρχής  τα ποσά που αναγράφονταν κάθε χρονιά στους κωδικούς 787-788 της οικείας δήλωσης  φόρου εισοδήματος , θα έπρεπε να αφαιρούνται κατά το σχηματισμό του κεφαλαίου προηγούμενων ετών, και ως εκ τούτου το προοδευτικό υπόλοιπο της οικείας χρονιάς δεν επαρκούσε για την επικαλούμενη εκ μέρους μας ανάλωση κεφαλαίου. Ο ισχυρισμός όμως τούτος της Ελεγκτικής Αρχής όχι μόνο δεν προβλέπεται από το νόμο που ορίζει τη σχετική διαδικασία απολύτως ρητά και συγκεκριμένα (άρθρα 16-17-19ν. 2238/1994)  αλλά επιπλέον τυχόν εφαρμογή του οδηγεί ουσιαστικά σε διπλή αφαίρεση των ίδιων ποσών .Και τούτο διότι :

1.Ως προς την προβλεπόμενη διαδικασία βάσει των διατάξεων του ν. 2238/1994:Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες ισχύουσες διατάξεις του ν. 2238/1994 ο τρόπος  προσδιορισμού του προς ανάλωση  κεφαλαίου ανά έτος  της παρ. ζ του άρθρου 19 (που αποδεδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα  έτη ή νόμιμα έχει απαλλαγεί από το φόρο) προκύπτει από συμψηφισμό των θετικών και αρνητικών στοιχείων αυτών, από τα  χρηματικά ποσά που ορίζονται στις περιπτώσεις β`, γ`, δ`, ε` και στ` της παραγράφου αυτής και από οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο αποδεδειγμένα έχει εισπραχθεί, επιπλέον δε εκπίπτουν οι δαπάνες που προσδιορίζονται στα άρθρα 16 και 17, ανεξάρτητα αν απαλλάσσονται της εφαρμογής των άρθρων αυτών. Κάθε ποσό που καταβλήθηκε για την απόκτηση των εσόδων των παραπάνω  περιπτώσεων τα μειώνει και η διαφορά που προκύπτει λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη ή τον περιορισμό της συνολικής ετήσιας δαπάνης, εκτός αν τα ποσά αυτά έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό του εισοδήματος του έτους που καταβλήθηκαν και ο φορολογούμενος επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου του έτους αυτού.

Η ως άνω διάταξη του νόμου τυγχάνει απολύτως σαφής και ξεκάθαρη ορίζουσα ακριβώς την τηρητέα διαδικασία, από το περιεχόμενο ,δε, αυτής προκύπτει ότι ουδόλως προβλέπεται ως διαδικασία να αφαιρούνται και  τα ποσά που οι φορολογούμενοι κατά καιρούς έχουν επικαλεστεί προς ανάλωση σε προγενέστερες δηλώσεις τους.

Ως εκ τούτου , η σχετική θέση της Ελεγκτικής Αρχής τυγχάνει νόμω αβάσιμη, στερούμενη νομοθετικού ερείσματος και απορριπτέα

2.Ως προς την διπλή αφαίρεση των ίδιων ποσών σε περίπτωση εφαρμογής της θέσης της ελεγκτικής αρχής:Πέρα από την έλλειψη νομικής βάσης , η υιοθέτηση της θέσης της Ελεγκτικής Αρχής τυγχάνει εσφαλμένη διότι :Όσα έχει αναγράψει ο φορολογούμενος στο παρελθόν στους ως άνω κωδικούς 787-788 της οικείας φορολογικής δήλωσης φόρου εισοδήματος , όταν συμβαίνει να επικαλεστεί ξανά την χρονιά εκείνη στην οποία είχε αναγράψει τα ποσά, δεν πρέπει να αφαιρούνται κατά το σχηματισμό κεφαλαίου προηγούμενων ετών. Ο λόγος είναι προφανής. Διότι αν προβούμε σ’ αυτήν την κίνηση θα συμβεί το εξής παράδοξο :Θα αφαιρέσουμε το ίδιο ποσό εις διπλούν. Το ποσό που αναλώσαμε μια δεδομένη χρονιά έχει αφαιρεθεί  εμμέσως στην κατάσταση ανάλωσης κεφαλαίου οπότε παρέλκει η αφαίρεση του σχετικού ποσού εκ νέου, μόνο και μόνο επειδή το είχαμε αναγράψει στο σχετικό έντυπο Ε1.Άλλωστε , την ίδια ακριβώς μεθοδολογία είχε ακολουθήσει το Υπουργείο Οικονομικών στη σχετική εφαρμογή που είχε αναρτηθεί στον διαδικτυακό τόπο της ΓΓΠΣ που αφορούσε στις υποθέσεις φορολογούμενων που είχαν στείλει εμβάσματα στο εξωτερικό(βλ.σχ Κ.Γρίβας, Η ανάλωση Κεφαλαίου- θεωρία και πράξη, 3η έκδοση Αθήνα Μάρτιος 2014,σελ 86,87)

Επειδή η Ελεγκτική Αρχή απολύτως εσφαλμένα απέρριψε τα εκ μέρους αναλυτικά και αποδεδειγμένα στοιχεία και συγκεκριμένα τον προσκομισθέντα και προσκομιζόμενο και με το παρόν πίνακα προσδιορισμού ποσών προς ανάλωση καθώς και το σύνολο των υποβληθέντων δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος Ε1 των χρήσεων …. έως και …..

Επειδή η μεθοδολογία που εφάρμοσε η Ελεγκτική Αρχή όχι μόνο  δεν προβλέπεται αλλά επιπλέον οδηγεί σε διπλή αφαίρεση των ίδιων ποσών σε βάρος του φορολογούμενου

Επειδή προσκομίζουμε σε CD ηλεκτρονικό φάκελο της κρινομένης που περιέχει την ενδικοφανή προσφυγή μας ,  τα  συνυποβαλλόμενα σχετικά  μας, δηλαδή αντίγραφα των αρχικών και συμπληρωματικών (όπου υποβλήθηκαν) δηλώσεων φόρου εισοδήματος Ε1 όλων των ετών …. έως και …. καθώς και τα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα αυτών καθώς και αντίγραφο του προσβαλλόμενου εκκαθαριστικού και την εξουσιοδότηση προς υπογραφή και κατάθεση της παρούσας προς τους πληρεξούσιους δικηγόρους .

Επειδή προσκομίζουμε  υπεύθυνη δήλωση άρθρου 8 Ν. 1599/1986 , με την οποία δηλώνουμε το ακριβές του περιεχομένου των στοιχείων του συνυποβαλλόμενου  ηλεκτρονικού φακέλου, αντίγραφο της οποίας εμπεριέχεται στο  ως άνω

                         ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΖΗΤΟΥΜΕ

Να γίνει δεκτή η υπό κρίση προσφυγή μας. Να επανεξεταστεί  η κρινομένη διαφορά στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας από την Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών . Να ακυρωθεί στο σύνολο του το προσβαλλόμενο εκκαθαριστικό του οικ. έτους …. και να επανασυνταχθεί κατά την ορθή και προβλεπόμενη διαδικασία  Αντίκλητό μου ορίζω το Δικηγόρο Αθηνών ………………………………………… (ΑΜ ΔΣΑ …..) , κάτοικο Αθηνών ,…………………………………., τηλέφωνο  και φαξ ………………….. ,Email

Η ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΑ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ                                 ΟΙ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΕΣ 

Μαρούσα Πρωτοπαπαδάκη

(ΑΜ ΔΣΘ 3180)

 

 

 

 

 

4

Ιαν

2014

Α.Π. 2/2014(ΠΟΙΝΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ):ΑΚΥΡΗ Η ΕΠΙΔΟΣΗ ΩΣ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΠΟΥ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΟ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟ ΕΠΙΔΟΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Α.Π. 2/2014 (ποινική ολομέλεια):Άκυρη η επίδοση ως αγνώστου διαμονής που βασίζεται μόνο στο αποδεικτικό επίδοσης της απόφασης

1 Απριλίου, 2014
Στην περίπτωση που δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ” αυτήν και δεν έχει δηλώσει διεύθυνση κατοικίας, κατά το άρθρο 273 του ΚΠΔ, δεν μπορεί άνευ ετέρου να θεωρείται ως άγνωστης διαμονής, από μόνο το γεγονός ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, από την οποία και απουσίαζε, διότι, διαφορετικά, ενδέχεται η γνωστοποιηθείσα από το μηνυτή διεύθυνση της κατοικίας του κατηγορουμένου να είναι εσφαλμένη, με συνέπεια ο τελευταίος να αγνοεί την σε βάρος του ποινική διαδικασία, η οποία έτσι διεξάγεται ερήμην του, κατά παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης που θεσπίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, περιεχόμενο της οποίας είναι η διασφάλιση της ακώλυτης πρόσβασης στο δικαστήριο και της επαρκούς δικαστικής ακρόασης.
Αριθμός 2/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΠΛΗΡΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

 Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο 
Χρυσικό, Βασίλειο Λυκούδη, Ιωάννη Σιδερή, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Νικόλαο Λεοντή, 
Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αντιπροέδρους, Βιολέττα Κυτέα, 
Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Μουστάκα, Δημήτριο Μαζαράκη, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα 
Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, 
Δημήτριο Κράνη, Ανδρέα Ξένο, Ευφημία Λαμπροπούλου, Νικόλαο Τρούσα, Δημήτριο Κόμη, Βασίλειο 
Λαμπρόπουλο, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ασπασία Καρέλλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, 
Αργύριο Σταυράκη, Ιωάννα Πετροπούλου, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη- Εισηγήτρια, 
Δήμητρα Μπουρνάκα, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Γεώργιο Σακκά, Μαρία Βασιλάκη, Ιωάννη 
Χαμηλοθώρη, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Μιχαήλ Αυγουλέα, Βασίλειο 
Καπελούζο, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Πάνο Πετρόπουλο, Ευγενία 
Προγάκη, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Μαρία Βαρελά, Γεώργιο Κοντό, Γεώργιο Κριμπά, Αριστείδη 
Πελεκάνο, Βασίλειο Πέππα, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, 
Αθανάσιο Καγκάνη, Δημήτριο Βόσκα, Γρηγόριο Λαπατά, Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

 Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία 
Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να 
δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Ν. Τ. του Σ., κατοίκου ..... , που 
εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλάση, περί αναιρέσεως της 
42137/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία εισάγεται στην Πλήρη 
Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατόπιν εκδόσεως της 455/2013 αποφάσεως του Ζ' Ποινικού 
Τμήματος του Αρείου Πάγου.

 Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς 
αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους 
λόγους που αναφέρονται στην από 2 Απριλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία 
καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 526/12.

 Αφού άκουσε

 Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά 
πρακτικά και την Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

 ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Εισάγεται νόμιμα, στην Πλήρη Ποινική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η υπ' αριθμό 43/2-4-2012, 
αίτηση αναίρεσης του Ν. Τ. του Σ., κατά της υπ' αριθ. 42137/2011, απόφασης του Τριμελούς 
Πλημμελειοδικείου Αθηνών, μόνον ως προς τους εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Δ' και Α' ΚΠΔ, 
πρώτο δεύτερο κατά το ένα σκέλος του και τρίτο λόγους της, περί αρνητικής υπερβάσεως 
εξουσίας, ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και απόλυτης ακυρότητας της 
διαδικασίας, λόγω παραβιάσεως της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αντίστοιχα, και 
συγκεκριμένα γιατί το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με το να δεχθεί ως 
έγκυρη την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής, καίτοι ο 
κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι είχε γνωστή διαμονή, χωρίς να συνεκτιμήσει και τα αποδεικτικά 
μέσα που είχε προσκομίσει, αλλά να βασιστεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως και στο ότι αυτός 
δεν είχε δηλώσει τη νέα διεύθυνσή του στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση, 
και, στη συνέχεια, να απορρίψει την έφεσή του ως εκπρόθεσμη, υπέπεσε στις παραπάνω 
αναιρετικές πλημμέλειες, μετά από παραπομπή της σ' αυτήν, με την υπ' αριθμό 455/2013 απόφαση 
του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που έκρινε ομόφωνα ότι πρόκειται για ζήτημα 
εξαιρετικής σημασίας και παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον. Η παραπομπή, των ως άνω, λόγων 
αναιρέσεως, στην προκειμένη Πλήρη Ολομέλεια, γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 23 
παρ.2β του ν. 1756/1988, όπως ισχύει, και το άρθρο 3 παρ.2 του ν. 3810/1957, το οποίο έχει 
διατηρηθεί σε ισχύ ως προς τις ποινικές υποθέσεις (άρθρο 111 παρ.1 περ.θ' του ν. 1756/1988). Με 
τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 εδ.α της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου 
(ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το 
Ν.Δ. 53/1974 και αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αναπόσπαστο μέρος του 
εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη εσωτερικού νόμου, 
ορίζεται ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δημοσία και 
εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως 
λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε ..., είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του 
κατηγορίας ποινικής φύσεως". Στο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνονται ειδικότερα, σύμφωνα με τη 
σταθερή νομολογία του ΕΔΔΑ: α) το δικαίωμα ελεύθερης και ανεμπόδιστης πρόσβασης στο 
δικαστήριο και β) το δικαίωμα του προσώπου να τύχει σχετικά με την υπόθεσή του ακρόασης. Το 
ίδιο δικαίωμα ακρόασης αναγνωρίζεται, τόσο από το άρθρο 2 περ.1 του έβδομου Πρωτοκόλλου 
της ως άνω Ευρωπαϊκής Σύμβασης, που κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, το οποίο ορίζει ότι "κάθε 
πρόσωπο που καταδικάσθηκε για αξιόποινη πράξη από δικαστήριο, έχει το δικαίωμα της 
επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ή της 
απόφασης με την οποία επιβλήθηκε ποινή", όσο και από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 
κατά το οποίο "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και 
μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος 
ορίζει". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι τα κράτη θα πρέπει να έχουν εξασφαλίσει στην 
πράξη το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, απόρροια του οποίου είναι και η ακώλυτη πρόσβαση σε 
δικαστήριο και η προηγούμενη δικαστική ακρόαση. Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει 
προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ενδίκου μέσου εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως, 
αρκεί οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετρες σε τέτοιο σημείο, ώστε 
να αναιρείται η ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο. Η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης 
του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δε δημιουργεί ιδιαίτερο 
λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέρα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο 
άρθρο 510 του Κ.Π.Δ., εκτός εάν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους 
προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναίρεσης, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στη 
διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ όπως το στοιχ. δ' της παρ. 1 αντικατ. από την παρ. 2 
του άρθρου 11, του Ν. 3904/23.12.2010.

 Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 171 παρ.1 περ.δ' του ΚΠΔ, όπως η περ.δ' 
αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του Ν. 3904/2010, σε συνδυασμό με το άρθρο 510 
παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη 
από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Αρειο Πάγο, ακόμη προκαλείται: 1. αν 
δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν "α) ...... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την 
υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το 
νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των 
Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ)". Κατά δε την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. 
Η' του ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο 
αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή 
υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την 
εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς και όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία η 
οποία του παρέχεται από το νόμο, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμο όροι.

 Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση των 
ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι 
παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν 
αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα 
ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Τέλος, κατά τις διατάξεις, 
του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων 
περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως 
εκπρόθεσμη είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναίρεσης, για όλους τους λόγους που 
περιοριστικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και 
η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως 
για το απαράδεκτο. Η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως 
απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των 
άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η 
έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να 
διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, 
αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και το χρόνο ασκήσεως της έφεσης, καθώς και το αποδεικτικό 
από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας 
του αποδεικτικού και της επιδόσεως (Ολ.ΑΠ 6/1994 και 4/1995). Σε περίπτωση, όμως, που με την 
έφεση αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της 
διαμονής του, που συνεπάγεται αδυναμία γνώσης της επίδοσης, και προβάλλεται ότι, κατά τον 
κρίσιμο χρόνο της επίδοσης, αυτός διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση, πρέπει επίσης να 
διαλαμβάνεται στην απορριπτική απόφαση σχετική αιτιολογία, αλλιώς ιδρύεται ο ανωτέρω, από το 
άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της 
επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση κα επί των οποίων, εφόσον 
προβάλλονται, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην απορριπτική της εφέσεως 
απόφαση πλήρη αιτιολογία, είναι και ότι η επίδοση ως αγνώστου διαμονής έγινε χωρίς να 
συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε "γνωστή 
διαμονή". Κατά την μέχρι τούδε νομολογία του Αρείου Πάγου, ως άγνωστης διαμονής πρόσωπο 
θεωρείται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που 
απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική 
(Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την 
επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική 
Αρχή ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος τον οποίο έχει δηλώσει ο 
κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει 
ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια 
Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε 
κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. 
Κατ' ορθή όμως ερμηνεία των διατάξεων αυτών, του ΚΠΔ, στην περίπτωση που δεν έχει ενεργηθεί 
προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και δεν έχει δηλώσει διεύθυνση 
κατοικίας, κατά το άρθρο 273 του ΚΠΔ, δεν μπορεί άνευ ετέρου να θεωρείται ως άγνωστης 
διαμονής, από μόνο το γεγονός ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση 
διεύθυνση κατοικίας, από την οποία και απουσίαζε, διότι, διαφορετικά, ενδέχεται η 
γνωστοποιηθείσα από το μηνυτή διεύθυνση της κατοικίας του κατηγορουμένου να είναι 
εσφαλμένη, με συνέπεια ο τελευταίος να αγνοεί την σε βάρος του ποινική διαδικασία, η οποία έτσι 
διεξάγεται ερήμην του, κατά παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης που θεσπίζει το άρθρο 6 της 
ΕΣΔΑ, περιεχόμενο της οποίας είναι, όπως προεκτέθηκε, η διασφάλιση της ακώλυτης πρόσβασης 
στο δικαστήριο και της επαρκούς δικαστικής ακρόασης. Τα παραπάνω ισχύουν και όταν δεν έχει 
ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, και, σε περίπτωση 
μεταβολής της κατοικίας του, αυτός δεν δήλωσε στην Εισαγγελική Αρχή που έχει εκδώσει το προς 
επίδοση έγγραφο τη νέα διεύθυνση της κατοικίας του. Δηλαδή και στην τελευταία περίπτωση ο 
κατηγορούμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άγνωστης διαμονής από μόνο το γεγονός ότι 
αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, από την οποία 
και απουσίαζε. Συνακόλουθα, εφόσον με την έφεση του κατηγορουμένου προβάλλεται ο 
ισχυρισμός ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης της απόφασης ήταν γνωστής διαμονής, αφού 
διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση διαφορετική από εκείνη στην οποία αναζητήθηκε και δεν 
βρέθηκε, και ως εκ τούτου η επίδοση της απόφασης ως άγνωστης διαμονής είναι άκυρη, το 
Εφετείο έχει την υποχρέωση να ερευνήσει κατ' ουσία τον εν λόγω ισχυρισμό, αξιολογώντας και 
συνεκτιμώντας όλα τα προσκομιζόμενα από τον κατηγορούμενο στοιχεία (έγγραφα, καταθέσεις 
μαρτύρων κ.λ.π.) από τα οποία προκύπτει η κατά τον κρίσιμο χρόνο διεύθυνση του 
κατηγορουμένου και να μη βασισθεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως της απόφασης. Η θέση αυτή 
συμπορεύεται και προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων 
(ΕΔΔΑ), το οποίο με τις από 14.1.2010 και 28.5.2009 αποφάσεις του, στις υποθέσεις Popovitsi κατά 
Ελλάδας και Elyasin κατά Ελλάδας, αντίστοιχα, αποφάνθηκε ότι, εφόσον το Εφετείο, που απέρριψε 
την έφεση του κατηγορουμένου, ως εκπρόθεσμη, βασίστηκε μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως της 
εκκαλούμενης απόφασης ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συνεκτιμήσει τα προσκομιζόμενα 
ενώπιον του στοιχεία από τα οποία προέκυπτε η κατά τον κρίσιμο χρόνο διεύθυνση του 
κατηγορουμένου, παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, ενόψει μάλιστα του ότι, 
όταν οι πολίτες δεν έχουν καμία γνώση των σε βάρος τους κατηγοριών, δεν συντρέχει λόγος για 
τον οποίο πρέπει να ενημερώνουν από μόνοι τους την εισαγγελία για κάθε αλλαγή της διεύθυνσης 
κατοικίας τους.

 Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 42137/2011 απόφαση του 
Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως από αυτή προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, 
λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση με αριθμό εκθέσεως 8736/6-6-2008 του ήδη 
αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, εκπροσωπηθέντος στη δίκη από το συνήγορο του, κατά της 
υπ' αριθ. 51959/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε 
καταδικασθεί αυτός, ερήμην, για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ, 
σε συνολική ποινή φυλακίσεως σαράντα οκτώ (48) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική, και 
χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου διακοσίων πενήντα χιλιάδων (1.250.000) δραχμών. Από την 
ανωτέρω έφεση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Αρειο Πάγο, για την έρευνα του 
παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων, 
προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της, είχε προβάλει ότι "ουδέποτε 
έλαβε γνώση αυτής, ως τις 28-5-08 οπότε και συνελήφθη, καθώς αναζητήθηκε στην οδό ..., από 
όπου είχε μετοικήσει, με αποτέλεσμα η απόφαση που προσβάλλεται να του έχει επιδοθεί ως 
αγνώστου διαμονής, μολονότι αυτός είχε μόνιμη διαμονή στην οδό .... στην ..., η οποία ήταν 
γνωστή στην Εισ. Πλημ. Αθηνών, καθώς προκύπτει και από άλλα κλητήρια θεσπίσματα που του 
επιδόθηκαν το ίδιο διάστημα", δηλαδή είχε προβάλει, με την έφεσή του, ακυρότητα της επιδόσεως 
της εκκαλούμενης αποφάσεως ως "άγνωστης διαμονής". Κατά τη συζήτηση επί της οποίας 
εκδόθηκε η ως άνω απόφαση, ο εκκαλών - κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση 
των πρακτικών, είχε προτείνει, δια του συνηγόρου του, τον ισχυρισμό ότι η επίδοση σ' αυτόν της 
εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής ήταν άκυρη, γιατί, κατά τον κρίσιμο χρόνο της 
επιδόσεως, είχε γνωστή διαμονή (επί της οδού ... αριθ. .. στην ......), προς απόδειξη δε του 
ισχυρισμού του αυτού είχε προσκομίσει αντίγραφα φορολογικών δηλώσεων των οικονομικών 
ετών 2001, 2003 και 2007, αντίγραφο αποδείξεως βεβαιώσεως φόρου οικονομικού έτους 2002, 
κ.λπ., καθώς και την από 30-11-2001 προανακριτική του κατάθεση (επί άλλης υποθέσεως) 
ενώπιον της Πταισματοδίκου Πειραιώς, όπου είχε δηλώσει την ως άνω διεύθυνσή του, η οποία 
αναγράφεται και στην έκθεση εφέσεως και στην οποία του επιδόθηκε το υπ' αριθ. 6243/23-11- 
2002 κλητήριο θέσπισμα της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Πειραιώς για να παραστεί στο 
Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς στις 4-3-2003. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε τον 
ισχυρισμό του και, στη συνέχεια, έκρινε την έφεση εκπρόθεσμη, με την αιτιολογία ότι: "... 
προκύπτει ότι η υπ' αριθμό 51959/2001 ερήμην απόφαση ... επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής την 
24-6-2004 στην αρμόδια δημοτική υπάλληλο Ε. Λ., που είχε ορίσει ο Δήμαρχος Αθηνών (ως 
τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου), την οποία τοιχοκόλλησε αυθημερόν στο 
δημοσιότερο μέρος του Δήμου Αθηναίων, διότι ο κατηγορούμενος απουσίαζε από τον τόπο της 
κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για την Εισαγγελία Αθηνών, που είχε παραγγείλει την επίδοση της, 
μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερόμενων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. α' 
προσώπων. Κατά της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου 
Δημητρίου Βαλάση, άσκησε την από 6-6-2008 έφεση του, η οποία ενεγράφη στα βιβλία εφέσεων 
του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό έκθεσης εφέσεως 8736/2008, στην οποία ο ως άνω 
πληρεξούσιος δικηγόρος διέλαβε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "...... την παρούσα έφεση ασκεί 
εκπροθέσμως διότι ουδέποτε έλαβε γνώση αυτής έως τις 28.5.2008 οπότε συνελήφθη καθώς 
αναζητήθηκε στην οδό ..., απ' όπου είχε μετοικήσει με αποτέλεσμα η απόφαση που προσβάλλεται 
να του έχει επιδοθεί ως αγνώστου διαμονής, μολονότι αυτός είχε μόνιμη διαμονή στην οδό ... στην 
..., η οποία ήταν γνωστή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών καθώς προκύπτει και από 
άλλα κλητήρια θεσπίσματα που του επιδόθηκαν το ίδιο διάστημα". Ομοίως, η ίδια δήλωση 
επαναλήφθηκε στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου. Προβάλλει συνεπώς ο 
κατηγορούμενος με την έφεσή του σε συνδυασμό με τους δια πληρεξουσίου ισχυρισμούς του στο 
ακροατήριο, ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής ενόψει του ότι κατά τον χρόνο 
επίδοσης της εκκαλουμένης ήταν γνωστής τοιαύτης ... . Ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι απορριπτέος 
ως ουσιαστικά αβάσιμος καθότι από την αποδεικτική διαδικασία ... και ειδικότερα από τα έγγραφα 
που ανεγνώσθησαν, την κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης ... και από την υπόλοιπη συζήτηση, 
ανεξαρτήτως του ότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά την επίδοση της εκκαλούμενης 
αποφάσεως δεν διατηρούσε πλέον κατοικία επί της οδού ... στην .., δεν προέκυψε ότι αυτό ήταν 
γνωστό στην Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών. Τούτο διότι ο κατηγορούμενος ουδόλως είχε 
καταστήσει γνωστή στην ανωτέρω Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της 
εκκαλουμένης αποφάσεως την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας του επί της οδού ..., αρ. .. 
στην ..., ούτε αποδείχθηκε ότι η διεύθυνση αυτή είχε περιέλθει, κατά κάποιο άλλο τρόπο σε γνώση 
της εισαγγελικής αρχής, που παράγγειλε την επίδοση. Βέβαια ο κατηγορούμενος προκειμένου να 
αποδείξει ότι ήταν γνωστής διαμονής επικαλείται και προσκομίζει κατ' αρχήν έγγραφα συναλλαγών 
του με διάφορες δημόσιες αρχές [Δ.Ο.Υ. κ.λπ.], πλην όμως, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της 
παρούσας, ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος πού απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας 
του και η διαμονή του είναι άγνωστη για την δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για 
την επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε 
τρίτους. Ομοίως, η από τον εκκαλούντα προσκομιδή του με αρ. 6243/23-11-2002 κλητηρίου 
θεσπίσματος του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά καθώς και της από 30-11-2001 αίτησής του 
προς την Πταισματοδίκη Πειραιά δεν αναιρεί το γεγονός ότι αυτός θεωρείται ως άγνωστης 
διαμονής, εφόσον, σύμφωνα με όσα επίσης εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν 
αρκεί, προκειμένου να θεωρηθεί γνωστής διαμονής, η κατοικία του να είναι γνωστή σε άλλη 
Εισαγγελική Αρχή, όπως εν προκειμένω είναι η Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιά, ή σε άλλη 
Αστυνομική Αρχή. Γνωστής διαμονής θα ήταν ο κατηγορούμενος και η επίδοση θα έπασχε 
ακυρότητα, μόνον εάν η κατοικία του ήταν γνωστή στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της 
απόφασης, ήτοι στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών. Κατά τον τρόπο αυτό η επίδοση της 
εκκαλουμένης στον κατηγορούμενο ως αγνώστου διαμονής ήταν έγκυρη, ορθά δε αυτός 
αναζητήθηκε στην διεύθυνση που αναγραφόταν στη μήνυση, και επομένως από τότε άρχιζε η πιο 
πάνω προθεσμία άσκησης της έφεσης. Σημειωτέον ότι ενόψει του ότι η επίδοση της εκκαλουμένης 
έγινε πριν από μια επταετία, δεν μπορεί να υιοθετηθεί η άποψη ότι η Εισαγγελία Αθηνών όφειλε να 
γνωρίζει τη νέα διεύθυνση κατοικίας του εκκαλούντος από άλλες εισαγγελικές ή δημόσιες αρχές 
της χώρας, αφού δεν υπήρχε τέτοια εξέλιξη της μηχανογράφησης ούτε on- σύνδεση υπηρεσιών. 
Κατά συνέπεια η κρινόμενη έφεση είναι εκπρόθεσμη, καθόσον ασκήθηκε μετά την τριακονθήμερη 
προθεσμία από την επίδοση της εκκαλουμένης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 
εδ. β' ΚΠΔ ...".

 Με τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, στέρησε την απόφασή του από 
την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και 
εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που είχαν τεθεί ενώπιον 
του, δεν προέκυπτε ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε δηλώσει οποιαδήποτε μεταβολή της 
κατοικίας του στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση, χωρίς να αξιολογήσει, 
όπως έπρεπε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, αν, από τα αποδεικτικά μέσα και 
μάλιστα από τα έγγραφα που είχε προσκομίσει ο ίδιος, (έγγραφα συναλλαγών με ΔΟΥ, αίτησή του 
προς τον Πταισματοδίκη Πειραιά, επίδοση κλητηρίου θεσπίσματος της Εισαγγελίας Πειραιά κ.λ.π.) 
προέκυπτε ή όχι ότι αυτός, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, 
είχε γνωστή διαμονή διάφορη από εκείνη, στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε, αρκεσθέν 
στην αιτιολογία ότι η Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση, δεν γνώριζε την 
επικαλούμενη από αυτόν ως γνωστή κατοικία του, στην οδό ..., επειδή ο ίδιος δεν την είχε 
γνωστοποιήσει, ενώ η αιτιολογία αυτή δεν αρκεί, ενόψει του ότι, σ' αυτήν, δεν υπάρχει παραδοχή 
ότι ο κατηγορούμενος, γνώριζε ότι έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη, ή ότι έχει εκδοθεί σε 
βάρος του καταδικαστική απόφαση, ώστε να έχει υποχρέωση να προβεί σε γνωστοποίηση της 
διεύθυνσης της κατοικίας του στην ανωτέρω Εισαγγελική Αρχή. Να σημειωθεί ότι, η κατά τα άνω, 
αναιρετική πλημμέλεια, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της 
προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, όπως 
προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, γνώριζε, ότι 
εκκρεμούσε η υπόθεσή του στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, λόγω της επανειλημμένης 
εμφανίσεώς του σε αυτό, καίτοι είχε κλητευθεί ως άγνωστης διαμονής, κατά τις δικασίμους 23-2- 
1999, 18-2-2000, 16-5-2000 και 1-11-2000, κατά τις οποίες αναβλήθηκε η υπόθεσή του, και 
συνεπώς είχε υποχρέωση να δηλώσει την πραγματική του διεύθυνση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών 
Αθηνών, αφού έλαβε γνώση ότι εκκρεμεί σε βάρος του κατηγορία, οπότε θα μπορούσε να 
θεωρηθεί, ότι η δικονομική βλάβη που υπέστη ο αναιρεσείων οφείλεται σε δικές του παραλείψεις 
και όχι παραλείψεις της Εισαγγελίας ή του Δικαστηρίου, διότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν 
διαλαμβάνονται στις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης οι οποίες και δεν επιτρέπεται να 
συμπληρωθούν από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου. Συνακόλουθα, κατά την κρατήσασα στο 
Δικαστήριο γνώμη, με το να θεωρήσει, η προσβαλλομένη απόφαση, χωρίς ειδική και 
εμπεριστατωμένη αιτιολογία, την επίδοση στον κατηγορούμενο της εκκαλουμένης αποφάσεως ως 
άγνωστης διαμονής έγκυρη και να προχωρήσει, μετά από αυτά, στην απόρριψη της εφέσεως 
αυτού ως εκπρόθεσμης, αφενός υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και αφετέρου προκάλεσε 
απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, συνιστάμενη στη στέρηση από τον αναιρεσείοντα - 
κατηγορούμενο του δικαιώματος του σε δίκαιη δίκη, που του παρέχεται από το υπερνομοθετικής 
ισχύος (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.

 Κατά τη γνώμη τεσσάρων μελών, και δη, του Αντιπροέδρου Γεωργίου Χρυσικού και των 
Αρεοπαγιτών Ανδρέα Ξένου, Ευφημίας Λαμπροπούλου και Αθανασίου Καγκάνη, οι λόγοι αναίρεσης 
έπρεπε να απορριφθούν για τους ακόλουθους λόγους:

 Ι. Η αίτηση αναιρέσεως κατά της αριθμ. 42137/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου 
Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά της αριθμ. 
51959/2001 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως απαράδεκτη, ως προς τους 
πρώτο, δεύτερο κατά το ένα σκέλος του και τρίτο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η, Δ και Α του 
ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως περί υπερβάσεως εξουσίας, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης 
αιτιολογίας και απόλυτης ακυρότητας από την παραβίαση του υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρου 
28 παρ.1 του Συντάγματος άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ) αντιστοίχως, εισήχθη στην Πλήρη 
Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, μετά από την παραπομπή τους σ' αυτήν με την υπ' αριθμ. 455/2013 
απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που έκρινε ομόφωνα ότι από τους πιο 
πάνω αναιρετικούς λόγους προκύπτουν ζητήματα που παρουσιάζουν γενικότερο ενδιαφέρον, 
"τοσούτω μάλλον καθόσον όταν οι πολίτες δεν έχουν καμία γνώση των σε βάρος τους 
κατηγοριών, δεν συντρέχει λόγος για τον οποίο πρέπει να ενημερώνουν από μόνοι τους την 
εισαγγελία για κάθε αλλαγή διεύθυνσης".

 II. Με τους ως άνω λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί 
το Δικαστήριο, με το να δεχθεί ως έγκυρη την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ως 
άγνωστης διαμονής, ενώ αυτός είχε γνωστή διαμονή χωρίς να συνεκτιμήσει και τα αποδεικτικά 
μέσα που είχε προσκομίσει, αλλά να βασιστεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως και στο ότι αυτός 
δεν είχε δηλώσει ποτέ τη διεύθυνση του στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση 
και στη συνέχεια να απορρίψει την έφεση του ως εκπρόθεσμη, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, 
παραβιάζοντας συγχρόνως και τις αρχές της δίκαιης δίκης, όπως αυτές προδιαγράφονται στη 
διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού μεταφέρεται στους ώμους του πολίτη το βάρος να 
ημερώνει την (ορισμένη) Εισαγγελία για όποια μεταβολή της κατοικίας του, όταν μάλιστα αγνοεί 
την εκκρεμούσα σε βάρος του κατηγορία.

 III. Τόπος κατοικίας στον οποίο γίνονται οι επιδόσεις των εγγράφων που αφορούν τον 
κατηγορούμενο θεωρείται εκείνος που ο ίδιος (κατηγορούμενος) έχει δηλώσει σύμφωνα με τα 
άρθρα 273 παρ. 1 και 31 παρ. 2 ΚΠοινΔ κατά την κυρία ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική 
εξέταση (ως ύποπτος) και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια 
Εισαγγελική Αρχή. Αν δεν έχει ενεργηθεί κυρία ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση ή 
ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που 
αναφέρεται στην έγκληση ή στη μήνυση. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις και εκείνες των 
άρθρων 428, 320 και 321 του ΚΠΔ για την κλήτευση προσώπου ως αγνώστου διαμονής, 429 
παρ. 2 ΚΠΔ για την υποχρέωση κατηγορουμένου που κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής, εάν 
εκπροσωπηθεί από συγγενή του να δηλώσει το γνωστό και ορισμένο τόπο διαμονής, και 430 ΚΠΔ 
με την οποία ο ασκών την αίτηση ακύρωσης απόφασης που δικάσθηκε ως αγνώστου διαμονής, 
υποχρεούται να προσδιορίσει τη γνωστή διαμονή του, προκύπτει ότι έχει υποχρέωση 
γνωστοποίησης της ακριβούς διεύθυνσης κατοικίας του στον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου που 
εκκρεμεί η υπόθεση του, σε περίπτωση αλλαγής της, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και ο 
κατηγορούμενος ο οποίος έλαβε γνώση με οποιονδήποτε τρόπο της εκκρεμότητας της σε βάρος 
του κατηγορίας (π.χ. κλήτευση του στη διεύθυνση κατοικίας, η οποία προέκυπτε από τη μήνυση ή 
έγκληση και στην οποία δεν διέμενε πλέον, εμφάνιση του στο ακροατήριο πεντάκις και λήψη 
αναβολής εκδικάσεως της υποθέσεως του σε ρητή κάθε φορά δικάσιμο) ώστε να αποφευχθεί η 
τυχόν κλήτευση του στο μέλλον ως αγνώστου διαμονής. Τα προαναφερθέντα είναι σύμφωνα και 
με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ειδικότερα το 
Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Υπόθεση Popovitsi κατά Ελλάδας -αριθμ. 
προσφυγής 53451/2007-απόφαση από 14-1-2010, υπόθεση Elyasin κατά Ελλάδας -αριθμ. 
προσφυγής 46929/2006 δέχθηκε (απόφαση από 28-5-2009) ότι δικαστήριο στο οποίο ο 
κατηγορούμενος προβάλλει ότι κακώς κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής πρέπει: α) να αξιολογεί 
εκτός από το αποδεικτικό επιδόσεως και άλλα στοιχεία που προσκομίζει αυτός για την κατοικία 
του, όπως μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα άλλων αρχών κλπ. και β) να ερευνά αν η Εισαγγελία 
εξάντλησε τις προσπάθειες της να εντοπίσει και να ανεύρει αυτόν. Αν δεν τηρηθεί η στάση αυτή και 
το δικαστήριο απορρίψει την έφεση του κλητευθέντος ως αγνώστου διαμονής κατηγορουμένου 
ως εκπρόθεσμη τότε αυτό παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "αφού οι πολίτες 
που δεν έχουν καμία γνώση των σε βάρος τους κατηγοριών δεν έχουν καμία υποχρέωση να 
ενημερώνουν από μόνοι τους την Εισαγγελία για κάθε αλλαγή διευθύνσεως όταν αγνοούν τη σε 
βάρος τους κατηγορία και ποινική δίκη". Από τα προαναφερθέντα προκύπτουν τα εξής: α) Η 
Εισαγγελική Αρχή στις υποθέσεις που οδηγούνται στο ακροατήριο χωρίς προδικασία έχει 
υποχρέωση να αναζητήσει και να κλητεύσει τον κατηγορούμενο στη διεύθυνση κατοικίας που 
αναγράφεται στην έγκληση ή την μήνυση, ενώ αν αυτός στη διεύθυνση αυτή είναι άγνωστος 
υποχρεούται να τον αναζητήσει και σε άλλη διεύθυνση που ενδεχομένως προκύπτει από τον οικείο 
φάκελο της δικογραφίας ή στη διεύθυνση κατοικίας που προκύπτει, με αφορμή άλλες υποθέσεις 
του κατηγορουμένου, από το αρχείο της ίδιας εισαγγελικής αρχής ή και άλλης.

 β) Οταν μετά τις παραπάνω αναζητήσεις ο κατηγορούμενος δεν εντοπισθεί σε συγκεκριμένη 
διεύθυνση κλητεύεται ως άγνωστου διαμονής. Σε περίπτωση που ο κλητευθείς ως αγνώστου 
διαμονής κατηγορούμενος εμφανιστεί στο ακροατήριο, αφού έλαβε γνώση με οποιοδήποτε τρόπο 
της σε βάρος του κατηγορίας, υποχρεούται να δηλώσει την πραγματική του κατοικία, ενώ αν δεν 
προβεί στη δήλωση αυτή τότε νόμιμα η εισαγγελική αρχή τον κλητεύει στη συνέχεια ή του επιδίδει 
την καταδικαστική απόφαση ως αγνώστου διαμονής, ιδιαίτερα στην περίπτωση που ο ίδιος 
γνώριζε τη δικάσιμο κατά την οποία εκδόθηκε η σε βάρος του ερήμην καταδικαστική απόφαση, 
και την εκκρεμούσα σε βάρος του κατηγορία.

 γ) Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση εφέσεως κατηγορουμένου, στον οποίο η απόφαση επεδόθη 
ως αγνώστου διαμονής και λόγω τούτου η έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως, έχει υποχρέωση να 
ερευνήσει τον προβαλλόμενο από τον κατηγορούμενο ισχυρισμό ότι κατά τον χρόνο επίδοσης της 
αποφάσεως ήταν γνωστής διαμονής και όχι αγνώστου και ως εκ τούτου ακύρως επεδόθη η 
απόφαση ως αγνώστου διαμονής, κατά την έρευνα δε του ισχυρισμού αυτού και ιδιαίτερα περί του 
κατά πόσο δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα να συνεκτιμήσει όχι μόνον το αποδεικτικό 
επιδόσεως αλλά και όλα τα στοιχεία του φακέλου καθώς και όλα τα προσκομισθέντα από τον 
κατηγορούμενο στοιχεία (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα άλλων αρχών κλπ) από τα οποία 
προκύπτει η γνώση του κατηγορουμένου για την σε εξέλιξη σε βάρος του ποινική διαδικασία.

 IV. Η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της 
αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω 
προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η 
διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως 
(άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Εξάλλου η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως ως 
εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του 
Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να διαλαμβάνει το 
χρόνο της επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και εκείνον της ασκήσεως του ενδίκου 
μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση. Σε περίπτωση όμως που με 
το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το 
άγνωστο της διαμονής του ως και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επιδόσεως, πρέπει επίσης να 
διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία άλλως ιδρύεται ο κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' 
λόγος αναιρέσεως. Απόλυτη δε ακυρότητα κατά τη διάταξη του αρθρ.171 Κ.Π.Δ. όπως αντικ. με 
το άρθρο 11 παρ.2 του Ν. 3904/2010, η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το 
δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Αρειο Πάγο, προκαλείται μεταξύ των άλλων 
και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν "την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την 
υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του που του παρέχονται από 
το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των 
θεμελιωδών ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα". Το 
Δικαστήριο του Αρείου Πάγου όταν εκδικάζει αίτηση αναίρεσης κατά ποινικής απόφασης, με 
λόγους που αφορούν απόλυτη ακυρότητα κατά την προαναφερθείσα έννοια κατά την άσκηση της 
προαναφερθείσας και αυτεπαγγέλτως δικαιοδοσίας του, επισκοπεί επιτρεπτά όλα τα στοιχεία της 
ποινικής δικογραφίας, για να καταλήξει τελικά στην κρίση εάν, από τις διαπιστούμενες συνθήκες, 
όπως προκύπτουν από τον έλεγχο της δικογραφίας, συντελέσθηκε πράγματι παραβίαση των 
δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά την προαναφερθείσα έννοια.

 Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία 
επισκοπούνται επιτρεπτώς, κατά την προαναφερθείσα έννοια από το Δικαστήριο της ολομέλειας για 
την έρευνα των αναιρετικών λόγων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος 
ύστερα από την από 14-4-1997 μήνυση του Διευθυντή του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Αθηνών, 
παραπέμφθηκε με απευθείας κλήση ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών 
προκειμένου να δικασθεί για το αδίκημα της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών 
εισφορών. Πρώτη δικάσιμος εκδίκασης της ως άνω κατηγορίας ορίσθηκε η 23-2-1999. Κατ' αυτήν 
κλητεύθηκε στις 20-1-1999 για να εμφανιστεί στο ως άνω Δικαστήριο ως αγνώστου διαμονής, 
επειδή αναζητήθηκε στην οδό ..., που αναφερόταν ως κατοικία του στη μήνυση του Διευθυντή 
του ΙΚΑ, αλλά ήταν άγνωστος. Ωστόσο, εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και κατόπιν 
αιτήματος αυτού και των λοιπών συγκατηγορουμένων του η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε 
αορίστως προκειμένου να προσκομισθεί επιμέλεια των κατηγορουμένων βεβαίωση ρύθμισης 
οφειλής (βλ. αριθμ. 23947/23-2-1999 απόφαση Μον. Πλημ. Αθηνών), όμως ο ήδη αναιρεσείων - 
κατηγορούμενος, παρά την κλήτευση του ως αγνώστου διαμονής, δεν δήλωσε κατά την εμφάνιση 
του στο ακροατήριο για πρώτη φορά τη διεύθυνση της πραγματικής του κατοικίας, καίτοι παρά 
την κλήτευση του ως αγνώστου διαμονής είχε λάβει γνώση την σε βάρος του εκκρεμούσα 
κατηγορία και την δικάσιμο και προσήλθε στο Δικαστήριο κατά την ορισθείσα δικάσιμο χωρίς να 
αντιλέξει για την κλήτευση του ως αγνώστου διαμονής.

 Ορίσθηκε νέα δικάσιμος εκδίκασης της ως άνω κατηγορίας η 18-2-2000 και κλητεύθηκε από τον 
Εισαγγελέα Πρωτοδικών στις 2-11-1999, για να εμφανιστεί στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο 
Αθηνών στη νέα δικάσιμο της 18-2-2000, πάλι ως αγνώστου διαμονής, επειδή αναζητήθηκε και 
πάλι στην οδό ... αριθμ. 15, η οποία αναγραφόταν ως κατοικία του στη μήνυση του ΙΚΑ, αλλά 
ήταν άγνωστος. Κατά τη δικάσιμο αυτή εμφανίσθηκε ξανά στο Δικαστήριο για δεύτερο φορά και 
εκδόθηκε παρόντος αυτού η αριθμ. 21039/2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου 
Αθηνών, με την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, κατ' άρθρο 349 ΚΠοινΔ, για τον απόντα 
συγκατηγορούμενο του Κ. Π. και για το ενιαίο της κρίσης για τους λοιπούς παρόντες 
κατηγορούμενους σε ρητή δικάσιμο, την 16-5-2000. Ομως και πάλι, παρά την κλήτευση του ως 
αγνώστου διαμονής δεν δήλωσε τη διεύθυνση της πραγματικής του κατοικίας. Στη νέα δικάσιμο 
της 16-5-2000 ο αναιρεσείων είναι παρών για τρίτη φορά και εκδίδεται η αριθμ. 507116/2000 
απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, επίσης αναβλητική σε ρητή δικάσιμο την 1-11-2000. Στη 
δικάσιμο της 1-11-2000 εμφανίσθηκε ξανά ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος για τέταρτη φορά και 
εκδόθηκε η αριθμ. 102457/2000 αναβλητική απόφαση σε ρητή δικάσιμο την 16-2-2001. Στη 
δικάσιμο αυτή, παρόντος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για πέμπτη φορά αναβλήθηκε για 
μια ακόμη φορά η υπόθεση σε ρητή δικάσιμο την 30-4-2001, προκειμένου να προσκομισθεί 
βεβαίωση περί ρυθμίσεως του χρέους. Στην τελευταία αυτή δικάσιμο, της 30-4-2001, δεν 
εμφανίσθηκε στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος και οι 
συγκατηγορούμενοι του και εκδόθηκε η αριθμ. 51959/2001 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με 
την οποία καταδικάστηκε αυτός, ερήμην, για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών 
εισφορών ΙΚΑ, σε συνολική ποινή φυλακίσεως σαράντα οκτώ (48) μηνών, μετατραπείσα σε 
χρηματική και χρηματική ενός εκατομμυρίου διακοσίων πενήντα χιλιάδων (1.250.000) δραχμών. Η 
αριθμ. 51959/2001 καταδικαστική απόφαση επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο την 
24-6-2004, ως αγνώστου διαμονής, επειδή δεν ανευρέθη στην από το φάκελο και τη μήνυση 
προκύπτουσα διεύθυνση κατοικίας του στην οδό ... αριθμ. .. , ενώ εξάλλου ο ίδιος δεν είχε 
δηλώσει ποτέ στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών τη νέα του διεύθυνση, μολονότι γνώριζε 
πλέον την εκκρεμούσα σε βάρος του κατηγορία κατά τις διαδοχικές (πέντε) εμφανίσεις του στο 
ακροατήριο. Κατ' αυτής άσκησε την 6-6-2008, ήτοι εκπροθέσμως, την αριθμ. 8736/6-6-2008 
έφεση του. Η έφεση αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της, με την 
αριθμ. 42137/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ενώπιον του οποίου 
εκπροσωπήθηκε από συνήγορο. Στη ρηθείσα έφεση του ο αναιρεσείων, προκειμένου να 
δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεως της, είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι "ουδέποτε έλαβε 
γνώση αυτής ως τις 28-5-2008 οπότε και συνελήφθη, καθώς αναζητήθηκε στην οδό ..., από όπου 
είχε μετοικήσει με αποτέλεσμα η απόφαση που προσβάλλεται να του έχει επιδοθεί ως αγνώστου 
διαμονής, μολονότι αυτός είχε μόνιμη διαμονή στην οδό ... στην ..., η οποία ήταν γνωστή στην 
Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, καθώς προκύπτει και από άλλα κλητήρια θεσπίσματα που 
του επιδόθηκαν το ίδιο διάστημα". Εξάλλου, κατά την εκδίκαση της εφέσεως επί της οποίας 
εκδόθηκε η ως άνω απόφαση ο αναιρεσείων και τότε εκκαλών, είχε προτείνει, δια του συνηγόρου 
του, τον ισχυρισμό ότι η επίδοση σ' αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής 
ήταν άκυρη, γιατί, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επιδόσεως, είχε γνωστή διαμονή (επί της οδού ... 
στην ...), προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του αυτού είχε προσκομίσει αντίγραφα φορολογικών 
δηλώσεων των οικονομικών ετών 2001, 2003 και 2007, αντίγραφο αποδείξεως βεβαιώσεως φόρου 
οικονομικού έτους 2002, κλπ., καθώς και την από 30-11-2001 προανακριτική του κατάθεση (επί 
άλλης υποθέσεως) ενώπιον της Πταισματοδίκου Πειραιώς, όπου είχε δηλώσει την ως άνω 
διεύθυνση του, η οποία αναγράφεται και στην έκθεση εφέσεως και στην οποία του επιδόθηκε το 
υπ' αριθ. 6243/23-11-2002 κλητήριο θέσπισμα της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Πειραιώς για να 
παραστεί στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς στις 4-3-2003.

 Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό του και, στη συνέχεια, έκρινε την έφεση 
εκπρόθεσμη, με την ακόλουθη αιτιολογία: "... προκύπτει ότι η υπ' αριθμ. 51959/2001 ερήμην 
απόφαση ... επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής την 24-6-2004 στην αρμόδια δημοτική υπάλληλο Ε. 
Α., που είχε ορίσει ο Δήμαρχος ... (ως τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου), την 
οποία τοιχοκόλλησε αυθημερόν στο δημοσιότερο μέρος του Δήμου ..., διότι ο κατηγορούμενος 
απουσίαζε από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για την Εισαγγελία Αθηνών, που είχε 
παραγγείλει την επίδοση της, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του 
άρθρου 156 παρ. 1 εδ. α' προσώπων. Κατά της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος, δια του 
πληρεξουσίου του δικηγόρου Δημητρίου Βαλάση, άσκησε την από 6-6-2008 έφεση του, η οποία 
ενεγράφη στα βιβλία εφέσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό έκθεσης εφέσεως .../2008, 
στην οποία ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος διέλαβε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "...". Ομοίως, η ίδια 
δήλωση επαναλήφθηκε στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου. Προβάλλει συνεπώς ο 
κατηγορούμενος με την έφεση του σε συνδυασμό με τους δια πληρεξουσίου ισχυρισμούς του στο 
ακροατήριο, ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής, ενόψει του ότι κατά τον χρόνο 
επίδοσης της εκκαλουμένης ήταν γνωστής τοιαύτης [...]. Ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι απορριπτέος 
ως ουσιαστικά αβάσιμος καθότι ... ανεξαρτήτως του ότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά 
την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως δεν διατηρούσε πλέον κατοικία επί της οδού ... στην 
..., δεν προέκυψε ότι αυτό ήταν γνωστό στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών. Τούτο διότι ο 
κατηγορούμενος ουδόλως είχε καταστήσει γνωστή στην ανωτέρω Εισαγγελική Αρχή, που είχε 
παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας 
του επί της οδού ... στην ..., ούτε αποδείχθηκε ότι η διεύθυνση αυτή είχε περιέλθει, κατά κάποιο 
άλλο τρόπο σε γνώση της εισαγγελικής αρχής, που παράγγειλε την επίδοση. Βέβαια ο 
κατηγορούμενος προκειμένου να αποδείξει ότι ούτε ήταν γνωστής διαμονής επικαλείται και 
προσκομίζει κατ' αρχήν έγγραφα συναλλαγών του με διάφορες δημόσιες αρχές [Δ.Ο.Υ. κλπ.], πλην 
όμως, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος 
που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη δικαστική 
αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για την επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση 
του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους. Ομοίως, η από τον εκκαλούντα προσκομιδή του 
με αρ. .../23-11-2002 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά καθώς και 
της από 30-11-2001 αίτησης του προς την Πταισματοδίκη Πειραιά δεν αναιρεί το γεγονός ότι 
αυτός θεωρείται ως άγνωστης διαμονής, εφόσον, σύμφωνα με όσα επίσης εκτέθηκαν στη μείζονα 
σκέψη της παρούσας, δεν αρκεί, προκειμένου να θεωρηθεί γνωστής διαμονής, η κατοικία του να 
είναι γνωστή σε άλλη Εισαγγελική Αρχή, όπως εν προκειμένω είναι η Εισαγγελία Πλημμελειοδικών 
Πειραιά ή σε άλλη Αστυνομική Αρχή. Γνωστής διαμονής θα ήταν ο κατηγορούμενος και η επίδοση 
θα έπασχε ακυρότητας, μόνον εάν η κατοικία του ήταν γνωστή στην αρχή που παρήγγειλε την 
επίδοση της απόφασης, ήτοι στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών. Κατά τον τρόπο αυτό η επίδοση 
της εκκαλουμένης στον κατηγορούμενο ως αγνώστου διαμονής ήταν έγκυρη, ορθά δε αυτός 
αναζητήθηκε στη διεύθυνση που αναγραφόταν στη μήνυση, και επομένως από τότε άρχιζε η πιο 
πάνω προθεσμία άσκησης της έφεσης. Σημειωτέον ότι ενόψει του ότι η επίδοση της εκκαλουμένης 
έγινε πριν από μια επταετία, δεν μπορεί να υιοθετηθεί η άποψη ότι η Εισαγγελία Αθηνών όφειλε να 
γνωρίζει τη νέα διεύθυνση κατοικίας του εκκαλούντος από άλλες εισαγγελικές ή δημόσιες αρχές 
της χώρας, αφού δεν υπήρχε τέτοια εξέλιξη της μηχανογράφησης ούτε on- σύνδεση υπηρεσιών. 
Κατά συνέπεια η κρινόμενη έφεση είναι εκπρόθεσμη, καθόσον ασκήθηκε μετά την τριακονθήμερη 
προθεσμία από την επίδοση της εκκαλουμένης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 
εδ.β' ΠΔ ...".

 Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα προκύπτουν κατά τη γνώμη της μειοψηφίας τα ακόλουθα: α) 
Ορθώς και εγκύρως επιδόθηκε καταδικαστική απόφαση στον αναιρεσείοντα ως αγνώστου 
διαμονής, αφού για την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών η επί της οδού ... στην ... διεύθυνση 
κατοικίας του ήταν άγνωστη, ο ίδιος δε (αναιρεσείων) ο οποίος εγνώριζε ότι εκκρεμούσε η 
υπόθεση του στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, λόγω της επανειλημμένης εμφανίσεως του 
ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, δεν εδήλωσε την πραγματική του διεύθυνση στην Εισαγγελία 
Πρωτοδικών Αθηνών, ώστε τα αφορώντα την πιο πάνω υπόθεση έγγραφα να επιδίδονται σ' αυτή, 
και συνεπώς η δικονομική βλάβη που υπέστη οφείλεται σε δικές του παραλείψεις και όχι της 
Εισαγγελίας ή του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να προταθεί από τον ίδιο (άρθρο 173 παρ. 3 Κ.Π.Δ.), 
αλλά ούτε και να κηρυχθεί από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου έστω και στο πλαίσιο 
αυτεπάγγελτης έρευνας.

 β) Δεν δύναται να τεθεί θέμα απολύτου ακυρότητας αφ' ενός λόγω "ακύρου επιδόσεως" της 
αποφάσεως και αφ' ετέρου λόγω παραβιάσεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ επειδή δήθεν λόγω της 
ακύρου επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής, δεν έλαβε γνώση της καταδικαστικής αποφάσεως που 
εκδόθηκε εναντίον του, ώστε να είναι σε θέση να ασκήσει τα ένδικα μέσα που προβλέπονται από 
το νόμο, να εμφανισθεί στο Δικαστήριο προκειμένου να αντιτάξει τους ισχυρισμούς του σχετικά με 
τη βασιμότητα της κατηγορίας, για την οποία καταδικάσθηκε ερήμην πρωτοδίκως και να τύχει 
έτσι δίκαιης δίκης, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, τελούσε σε γνώσει του ότι εκκρεμούσε η υπόθεση 
σε βάρος του, όπως επίσης τελούσε σε γνώσει του ότι η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών δεν 
γνώριζε τη νέα διεύθυνση κατοικίας του, την οποία αυτός ουδέποτε γνωστοποίησε, καίτοι είχε 
υποχρέωση, καίτοι κάθε φορά επληροφορείτο τη δικάσιμο παρά την κλήτευση του ως αγνώστου 
διαμονής. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση του αιτιολόγησε 
πλήρως την απόρριψη της εφέσεως αξιολογώντας όλο το αποδεικτικό υλικό που επικαλέστηκε και 
προσκόμισε ο ήδη αναιρεσείων-εκκαλών, ρητά δε δέχθηκε ως αποδεικτέο και το κρίσιμο γεγονός 
ότι η επικαλούμενη από τον κατηγορούμενο Δ/νση (...) δεν περιήλθε με οποιοδήποτε τρόπο σε 
γνώση της Εισαγγελέως που παρήγγειλε την επίδοση, ενώ ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε 
κανένα σημείο της διαδικασίας δεν επικαλέσθηκε ακυρότητα της κλητεύσεώς του ως αγνώστου 
διαμονής.

 Συνεπώς, οι πρώτος, δεύτερος, κατά το ένα σκέλος του, και τρίτος λόγοι αναιρέσεως της 
κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, οι οποίοι παραπέμφθηκαν στην Πλήρη Ολομέλεια ως ζητήματα 
γενικότερου ενδιαφέροντος, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι.

 Επομένως, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η, 
Δ και Α, του ΚΠΔ, παραπεμφθέντες στην Ολομέλεια, πρώτος, δεύτερος, κατά το ένα σκέλος του, 
και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, περί αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, έλλειψης ειδικής και 
εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, είναι βάσιμοι και πρέπει, 
κατά παραδοχή τους, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Μετά ταύτα, και ενόψει του ότι, ο 
δεύτερος, κατά το άλλο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως έχει, απορριφθεί, με την υπ' αριθμό 
455/2013, παραπεμπτική απόφαση, του Ζ' Τμήματος, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα 
συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η 
συγκρότηση του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 
519 ΚΠΔ), προκειμένου να κρίνει επί του παραδεκτού της εφέσεως του αναιρεσείοντος - 
κατηγορουμένου, (δεδομένου του ότι ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δικαιοδοσία να κρίνει επί του 
παραδεκτού ή όχι αυτής), και αναλόγως προς τη σχετική κρίση του, είτε να απορρίψει και πάλι την 
έφεση ως εκπρόθεσμη, είτε να την κρίνει παραδεκτή και να προχωρήσει στην οριστική παύση της 
ποινικής διώξεως κατά του κατηγορουμένου λόγω παραγραφής.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Αναιρεί την υπ' αριθμό 42137/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

 Και

 Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από 
άλλους δικαστές είναι δυνατή.

 Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2014.

 Δημοσιεύτηκε στη Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2014.

 Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                      Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΠΗΓΗ:ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
 

Κατηγορία

Πρόσφατα

Αρχείο