Δεκέμβριος 2014

30

Δεκ

2014

Άρ. 104 του ν. 4314/23.12.2014

30 Δεκεμβρίου, 2014

Με το άρθρο 104 του ν. 4314/23.12.2014 προστέθηκε παράγραφος 12 στο  άρθρο 116 του ν 4072/2012   και  εφ” εξής καταργείται οποιαδήποτε τέλος υπέρ τρίτων που έχει σχέση με τη σύσταση , δημοσίευση και τροποποίηση του καταστατικού της Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας ,καθώς και με τη μετατροπή άλλης εταιρικής μορφής σε Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία.

 

30

Δεκ

2014

Άρ. 104 του ν. 4314/23.12.2014

30 Δεκεμβρίου, 2014

Με το άρθρο 104 του ν. 4314/23.12.2014 προστέθηκε παράγραφος 12 στο  άρθρο 116 του ν 4072/2012   και  εφ” εξής καταργείται οποιαδήποτε τέλος υπέρ τρίτων που έχει σχέση με τη σύσταση , δημοσίευση και τροποποίηση του καταστατικού της Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας ,καθώς και με τη μετατροπή άλλης εταιρικής μορφής σε Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία.

 

29

Δεκ

2014

ν. 4307/25.11.2014 Ρύθμιση οφειλών μικρών επιχειρήσεων κτλ

29 Δεκεμβρίου, 2014

Στο Δ μέρος του ν. 4307/2014 περιλαμβάνονται σε τρία ξεχωριστά κεφάλαια μια σειρά από μέτρα για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης και την ενίσχυση της απασχόλησης . Συγκεκριμένα προβλέπεται   η θέσπιση έκτακτων προσωρινών μέτρων για την ελάφρυνση του ιδιωτικού χρέους , και  ειδικότερα οφειλών βιώσιμων μικρών επιχειρήσεων (ως μικρές νοούνται επιχειρήσεις που κατά τη χρήση που έληξε την 31.12.2013 είχαν κύκλο εργασιών έως 2.500.000ευρώ) και επαγγελματιών προς χρηματοδοτικούς φορείς , το Δημόσιο και φορείς κοινωνικής ασφάλισης (ΦΚΑ) είτε με μια συγκεκριμένη διαδικασία ρύθμισης χρεών δυνάμενη να οδηγήσει ακόμα και σε  «επιλέξιμη διαγραφή»  είτε με μια έκτακτη διαδικασία ρύθμισης των υποχρεώσεων των εμπόρων (με δεσμευτική δύναμη για το σύνολο των πιστωτών) είτε με την έκτακτη διαδικασία της ειδικής διαχείρισης.

Σε κάθε περίπτωση αποκλείονται επαγγελματίες που έχουν καταδικαστεί με οριστική απόφαση για φοροδιαφυγή κατά την έννοια των άρθρων 17,18 και 19 του ν 2523/1997 .

Για τη απλούστερη των προβλεπομένων διαδικασίων , αυτή του άρθρου 61 της ρύθμισης των χρεών μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών , προβλέπεται η υποβολή εκ μέρους του οφειλέτη-επαγγελματία μια συγκεκριμένης βεβαίωσης (κάτι αντίστοιχο που καλούνται να υποβάλουν και οι ιδιώτες στις ανάλογες διαδικασίες σύμφωνα με τον Κώδικα τραπεζικής Δεοντολογίας ) στην οποία αποτυπώνονται τα περιουσιακά στοιχεία του αιτούντος, η τρέχουσα αξία τους (σε τιμή όχι κατώτερες των αντικειμενικών ή όσων χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό του ΕΝΦΙΑ) , στοιχεία για τυχόν επιχειρήσεις  με έναρξη λειτουργίας την τελευταία τετραετία που  ασκούνται από στενά συγγενικά πρόσωπα, αλλά επιπλέον παρέχεται και η συναίνεση κοινοποίησης των δεδομένων στη φορολογική διοίηκηση και τα ασφαλιστικά ταμεία(!).Η ρύθμιση ή η διαγραφή εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του χρηματοδοτικού φορέα ,ωστόσο αν επιτευχθεί εξασφαλίζει στον οφειλέτη το δικαίωμα για  πρόσθετη διαγραφή προσαυξήσεων ,τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 20% πέραν των προβλεπομένων  για τις  οφειλές του προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία.

Οι ίδιοι οφειλέτες που μπορούν να ζητήσουν την ρύθμιση των χρεών τους και την επιλέξιμη διαγραφή , μπορούν να αιτηθούν από το Μονομελές Πρωτοδικείο  την έκτακτη διαδικασία ρύθμισης υποχρεώσεων του άρθρου 62 μέχρι τις 31.3.2016 εφ” όσον εξασφαλίσουν τη συναίνεση στη ρύθμιση αυτή πιστωτών που εκπροσωπούν τουλάχιστον 50,1%του συνόλου των απαιτήσεων με τους ειδικότερους όρους που αναλύονται στο κεφάλαιο τρίτο του συγκεκριμένου νόμου. Και στην περίπτωση αυτή οφειλέτης του οποίου οι υποχρεώσεις έχουν ρυθμιστεί βάσει συμφωνίας επικυρωμένης με τις διατάξεις του άρθρου 62 δικαιούται πρόσθετη διαγραφή προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπκρόθεσμης καταβολής 20%για τις οφειλές του προς τη φορολογική διοίκηση και τα ασφαλιστικά ταμεία

Δείτε αναλυτικά τις συγκεκριμένες διατάξεις :

ΜΕΡΟΣ Δ

ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ: ΚΙΝΗΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΧΡΕΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΠΡΟΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΟΥΣ ΦΟΡΕΙΣ ΚΑΙ ΕΚΤΑΚΤΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ  ΟΦΕΙΛΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Άρθρο 60

Αντικείμενο – σκοπός – ορισμοί

  1. Με τον παρόντα νόμο θεσπίζονται έκτακτα προσωρινά μέτρα για την ελάφρυνση του ιδιωτικού χρέους, ειδικότερα οφειλών βιώσιμων μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών προς χρηματοδοτικούς φορείς, το Δημόσιο και φορείς κοινωνικής ασφάλισης (ΦΚΑ), καθώς και έκτακτες διαδικασίες για την εξυγίανση ή εκκαθάριση εν λειτουργία υπερχρεωμένων αλλά βιώσιμων επιχειρήσεων. Ειδικότερα, θεσπίζονται: α) η παροχή κινήτρων προς μικρές επιχειρήσεις και επαγγελματίες αφενός και προς χρηματοδοτικούς φορείς αφετέρου για τη ρύθμιση / διαγραφή ιδιωτικού χρέους, β) η ελάφρυνση και ο διακανονισμός χρεών μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών προς το Δημόσιο και ΦΚΑ που προβαίνουν σε ρύθμιση οφειλών τους προς χρηματοδοτικούς φορείς, γ) έκτακτη διαδικασία ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων (με δεσμευτική δύναμη για το σύνολο των πιστωτών), δ) έκτακτη διαδικασία ειδικής διαχείρισης και ε) η σύσταση επιτροπής παρακολούθησης και συντονισμού της υλοποίησης των θεσπιζόμενων μέτρων με στόχοτην ταχεία και αποτελεσματική εφαρμογή τους. Η εφαρμογή των θεσπιζόμενων μέτρων από τους χρηματοδοτικούς φορείς γίνεται λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του Κώδικα Δεοντολογίας που θέσπισε η Τράπεζα της Ελλάδος για τη ρύθμιση χρεών ιδιωτών και εγχειρήσεων (Β` 2289)σύμφωνα με τις σχετικές προβλέψεις του ν. 4224/2013 (Α` 288), ενώ προβλέπεταιστο άρθρο 79 του παρόντος νόμου σύσταση επιτροπής παρακολούθησης της εφαρμογής του νόμου με αρμοδιότητα, μεταξύ άλλων, την υποβολή εκθέσεων προς την Τράπεζα της Ελλάδος ως προς την ανταπόκριση χρηματοδοτικών φορέων στις δυνατότητες διαγραφών και ρυθμίσεων που παρέχει ο παρόν νόμος. Στις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται και οφειλές εγγυημένες από το Ελληνικό Δημόσιο.
  1. Για τις ανάγκες του παρόντος νόμου:

α. Ως «μικρές επιχειρήσεις» νοούνται επιχειρήσεις που κατά τη χρήση που έληξε την 31η Δεκεμβρίου 2013 είχαν κύκλο εργασιών έως 2.500.000 ευρώ.

β. Ως «επαγγελματίες» νοούνται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που αναπτύσσουν επαγγελματική δραστηριότητα, η άσκηση της οποίας προϋποθέτει την εγγραφή του προσώπου σε ειδικό μητρώο,

και που κατά τη χρήση που έληξε την 31η Δεκεμβρίου 2013 είχαν κύκλο εργασιών μέχρι 2.500.000 ευρώ.

γ. Ως «επιλέξιμοι οφειλέτες» νοούνται μικρές επιχειρήσεις και επαγγελματίες, που πληρούν σωρευτικώς τις ακόλουθες προϋποθέσεις και υποβάλουν αίτηση το αργότερο μέχρι 31 Μαρτίου 2016:

1) δεν έχουν υποβάλει αίτηση για υπαγωγή στις διατάξεις του ν. 3869/2010 (Α` 130) ή έχουν εγκύρως παραιτηθεί από αυτήν μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως του παρόντος άρθρου,

2) δεν έχουν λυθεί ούτε παύσει τις εργασίες τους και, εφόσον έχουν πτωχευτική ικανότητα, δεν έχουν υποβάλλει αίτηση υπαγωγής τους σε οποιαδήποτε από τις διαδικασίες του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007, Α` 153) ή έχει υπάρξει έγκυρη παραίτηση από σχετική αίτηση μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως του παρόντος άρθρου, και

3) δεν έχουν καταδικαστεί οι ίδιοι οι επαγγελματίες ή οι φορείς της επιχείρησης και στην περίπτωση των νομικών προσώπων οι πρόεδροι, οι διευθύνοντες σύμβουλοι, οι διαχειριστές, οι εταίροι και κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διαχείριση αυτών με οριστική απόφαση για φοροδιαφυγή κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 17, 18 και 19 του ν. 2523/1997 (Α` 179) ή για λαθρεμπορία ή για απάτη σε βάρος του Δημοσίου ή ΦΚΑ.

δ. Ως «συνοφειλέτης» νοείται κάθε πρόσωπο που ευθύνεται αλληλεγγύως εκ του νόμου ή ως αποτέλεσμα δικαιοπραξίας, για την εξόφληση μέρους ή του συνόλου των οφειλών οφειλέτη προς χρηματοδοτικό φορέα συμπεριλαμβανομένου και κάθε εγγυητή ως προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από την εγγύηση.

ε. Ως «καθαρή περιουσιακή θέση» νοείται η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων οφειλέτη και τυχόν συνοφειλετών του, μείον το σύνολο των υποχρεώσεων του οφειλέτη και τυχόν συνοφειλετών του.

Εφόσον ο οφειλέτης και τυχόν συνοφειλέτης ή συνοφειλέτες ενέχονται για την ίδια απαίτηση, αυτή υπολογίζεται άπαξ. Από τον υπολογισμό των οφειλών εξαιρούνται οι οφειλές προς πρόεδρους, διευθύνοντες συμβούλους, διευθυντές, διαχειριστές, εταίρους, πρόσωπα εντεταλμένα ή από το νόμο ή από ιδιωτική βούληση ή βάσει δικαστικής απόφασης στην εκπροσώπηση και διαχείριση της επιχείρησης, καθώς και προς τους συζύγους και τους συγγενείς αυτών εξ αίματος ή εξ αγχιστείαςμέχρι τον τρίτο βαθμό των ανωτέρω προσώπων ή του ιδίου του επαγγελματία.

Επίσης εξαιρούνται οι οφειλές προς συνδεδεμένες επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920.

στ. Ως «χρηματοδοτικός φορέας» νοείται κάθε πιστωτικό ίδρυμα, συμπεριλαμβανομένων και των υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και κάθε εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης και κάθε εταιρία πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, εφόσον τελούν υπό την εποπτεία τηςΤράπεζας της Ελλάδος.

ζ. Ως «επιλέξιμες διαγραφές» νοούνται οι διαγραφές απαιτήσεων ως προς κεφάλαιο και τόκους κατά επιλέξιμων οφειλετών, εφόσον:

1) τα πρόσωπα αυτά την 30ή Ιουνίου 2014 είχαν προς χρηματοδοτικό φορέα οφειλή από επιχειρηματικό δάνειο σε καθυστέρηση τουλάχιστον 90 ημερών ή επίδικη ή ρυθμισμένη ή:

  1. δεν είχαν ενημερότητα λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τη Φορολογική Διοίκηση ή είχαν ενημερότητα λόγω ρύθμισης, ή
  1. δεν είχαν ασφαλιστική ενημερότητα λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών προς ΦΚΑ ή είχαν ενημερότητα λόγω ρύθμισης.
  1. Oι διαγραφές ανά χρηματοδοτικό φορέα αφορούν μία ή περισσότερες επιχειρηματικές πιστώσεις του χρηματοδοτικού φορέα προς τον οφειλέτη και οι διαγραφές αυτού του χρηματοδοτικού φορέα προς τον επιλέξιμο οφειλέτη δεν υπερβαίνουν αθροιστικά το ποσό των 500.000 ευρώ και ισούνται τουλάχιστον προς:
  1. το 50% των συνολικών απαιτήσεων του χρηματοδοτικού φορέα κατά του οφειλέτη, όπως αποτυπώνονται στα Βιβλία του φορέα την ημερομηνία έγκρισης από το χρηματοδοτικό φορέα της διαγραφής ή, εφόσον είναι μικρότερο,
  1. το ποσό που απαιτείται έτσι ώστε μετά την διαγραφή το υπόλοιπο της απαίτησης του χρηματοδοτικού φορέα κατά του οφειλέτη να μην υπερβαίνει το 75% της καθαρής περιουσιακής θέσης του οφειλέτη και των συνοφειλετών του σύμφωνα με τη βεβαίωση της παραγράφου 2 του άρθρου 2 (λαμβανομένης υπόψη ως προς τον υπολογισμό της καθαρής θέσης και της διαγραφείσας απαίτησης του χρηματοδοτικού φορέα), και
  1. Περιλαμβάνουν τον περιορισμό των απαιτήσεων του χρηματοδοτικού φορέα κατά των συνοφειλετών στο ίδιο ύψος με την απαίτηση του κατά του οφειλέτη, ενώ οι υφιστάμενες ασφάλειες διατηρούνται για την εξασφάλιση της απαίτησης του κατά του οφειλέτη όπως αυτή διαμορφώνεται μετά την διαγραφή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

 Άρθρο 61

 

Ρύθμιση χρεών μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών

  1. Για την παροχή επιλέξιμης διαγραφής από χρηματοδοτικό φορέα απαιτείται η υποβολή αίτησης ρύθμισης των υποχρεώσεων του και Βεβαίωση με το περιεχόμενο που προσδιορίζεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.
  1. Η Βεβαίωση που υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1:

α. βεβαιώνει τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τον καθιστούν επιλέξιμο οφειλέτη,

β. αποτυπώνει τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις που απαιτούνται για τον προσδιορισμό της καθαρής περιουσιακής θέσης,

γ. προσδιορίζει την τρέχουσα αξία των περιουσιακών στοιχείων. Ως αξία των δηλουμένων ακινήτων λαμβάνεται κατ’ ελάχιστον σε κάθε περίπτωση η αντικειμενική αξία ή οποιαδήποτε άλλη αξία που τίθεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες φορολογικές διατάξεις, όπως αυτή που λαμβάνεται υπ’ όψιν για τον υπολογισμό του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ν. 4223/2013),

δ. περιλαμβάνει πλήρη στοιχεία κάθε επιχείρησης με έναρξη λειτουργίας μεταγενέστερη της 1ης Ιανουαρίου 2010, την οποία ασκεί συγγενής πρώτου βαθμού ή σύζυγος του οφειλέτη (επί νομικών προσώπων ελέγχεται η σχέση με τον ομόρρυθμο εταίρο ή τον ελέγχοντα εταίρο, μεριδιούχο ή μέτοχο, κατά περίπτωση) ή ομόρρυθμος εταίρος ή ελέγχων εταίρος, ελέγχων μεριδιούχος ή ελέγχων μέτοχος ή συγγενής πρώτου βαθμού ή σύζυγος των παραπάνω προσώπων, καθώς και πλήρη στοιχεία ακινήτων που τυχόν μεταβιβάστηκαν από τον οφειλέτη ή τους συνοφειλέτες απότην 1η Ιανουαρίου 2010 και εφεξής,

ε. περιέχει άδεια για κοινοποίηση των δεδομένων του -περιλαμβανομένων στη βεβαίωση όσο και άλλων δεδομένων του στην κατοχή του χρηματοδοτικού φορέα- στη Φορολογική Διοίκηση και τα ασφαλιστικά ταμεία, και

στ. υπογράφεται από τον οφειλέτη και κάθε τυχόν συνοφειλέτη.

  1. Η βεβαίωση αυτή επέχει τη θέση βεβαιωτικού όρκου, κατά την έννοια του άρθρου 861 του Κ.Πολ.Δ.. Σε περίπτωση ψευδορκίας, επιβάλλεται η προβλεπόμενη ποινή και πρόσθετη χρηματική ποινή ίση προς το τριπλάσιο των συνολικών διαγραφών που έλαβε ο οφειλέτης από το χρηματοδοτικό φορέα, τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΦΚΑ ως συνέπεια της επιλέξιμης ρύθμισης.
  1. Ο χρηματοδοτικός φορέας παρέχει την αιτούμενη ρύθμιση ή / και διαγραφή κατά τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με κριτήρια τα οποία επιλέγει για την αξιολόγηση της ικανότητας του αιτούμενου τη ρύθμιση ή/και διαγραφή να ανταπεξέλθει στις ρυθμισθείσες υποχρεώσεις. Σε άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, ο χρηματοδοτικός φορέας μπορεί να παράσχει ρύθμιση ή / και διαγραφή υπό διαφορετικούς όρους από τους περιλαμβανόμενους στην αίτηση ή και να αρνηθεί συνολικά τη ρύθμιση ή / και διαγραφή. Σε περίπτωση διαγραφήςπίστωσης που έχει εγγυηθεί, το Ελληνικό Δημόσιο, περιορίζεται αναλογικά και η παρασχεθείσα εγγύηση.

Για την παροχή της αιτούμενης ρύθμισης ή και διαγραφής απαιτείται, εφόσον υπάρχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές, στη Φορολογική Διοίκηση ή / και στους ΦΚΑ, να έχει γίνει υπαγωγή των οφειλών αυτών σε πρόγραμμα εξυπηρέτησης τους είτε κατά τα αναφερόμενα στα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014 (Α` 237), όπως εκάστοτε ισχύουν είτε κατά τις κείμενες διατάξεις, το οποίο τηρείται.

  1. Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προσκομίζει στη Φορολογική Διοίκηση ή/και στους ΦΚΑ βεβαίωση χρηματοδοτικού φορέα ότι έχει υπαχθεί σε ρύθμιση ή / και διαγραφή κατά την έννοια της προηγούμενης παραγράφου, δικαιούται και πρόσθετη διαγραφή προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 20% πέραν των προβλεπομένων στα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014 (Α` 237), όπως εκάστοτε ισχύουν, ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων. Η εφαρμογή των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται τη, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, επιστροφή ή δη καταβληθέντων χρηματικών ποσών προς τη ΦορολογικήΔιοίκηση και τους ΦΚΑ, λόγω της μείωσης προσαυξήσεων και προστίμων.
  1. Η μη προσήκουσα εκπλήρωση από τον οφειλέτη των όρων ρύθμισης, σύμφωνα με το παρόν άρθρο και τα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014, όπως εκάστοτε ισχύουν ή άλλες διατάξεις, για χρονικό διάστημα αθροιστικά μεγαλύτερο των τριών (3) μηνών ως προς οποιαδήποτε από τις ρυθμισθείσες υποχρεώσεις, προκαλεί αυτοδικαίως την αναβίωση των ρυθμισθεισών υποχρεώσεων του σύμφωνα με τους όρους του παρόντος άρθρου και την αναδρομική αναβίωση του συνόλου των προς όλους διαγραφεισών υποχρεώσεων, προσαυξήσεων, τόκων και προστίμωνεκπρόθεσμηςκαταβολής, τα οποία καθίστανται στο σύνολο τους άμεσα απαιτητά και ληξιπρόθεσμα. Οι διατάξεις των άρθρων 51 και 54 του ν. 4305/2014, όπως εκάστοτε ισχύουν, εφαρμόζονται συμπληρωματικά και για τις ρυθμιζόμενες κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΦΚΑ. Σε περίπτωση, αναβίωσης οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό ευθύνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις οικείες υπουργικές αποφάσεις,βάση των οποίων είχε χορηγηθεί η εγγύηση του.
  1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ορίζεται η ειδικότερη μορφή και το περιεχόμενο της αίτησης της παραγράφου 1 και της βεβαίωσης της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, της βεβαίωσης της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου, καθώς και το περιεχόμενο και η διαδικασία ενημέρωσης και ανταλλαγής πληροφοριών ως προς οφειλέτες που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση απαιτήσεων προς χρηματοδοτικούς φορείς, Φορολογική Διοίκηση και ΦΚΑ, των οποίων οι απαιτήσεις ρυθμίζονται σύμφωνα με το παρόν, καθώς και κάθε άλλο ειδικό θέμα ή αναγκαία λεπτομέρεια που αφορά την υλοποίηση των διατάξεων του παρόντος άρθρου.
  1. Τα φορολογικά ευεργετήματα του άρθρου 78 του παρόντος νόμου παρέχονται αποκλειστικά σε χρηματοδοτικούς φορείς που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα, έχουν παράσχει επιχειρηματικά δάνεια στην Ελλάδα και παρέχουν επιλέξιμες διαγραφές.

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

ΕΚΤΑΚΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ ΕΜΠΟΡΩΝ (ΜΕ ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΤΩΝ)

Αρθρο 62

Υπαγωγή στην έκτακτη διαδικασία ρύθμισης υποχρεώσεων εμπόρων (με δεσμευτική δύναμη για το σύνολο των πιστωτών)

  1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα σύμφωνα με το άρθρο 61 παράγραφος 1 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007), το οποίο έχει το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των οφειλετών του άρθρου 61 του παρόντος νόμου, δύναται να αιτείται τη ρύθμιση των υποχρεώσεων του κατά το παρόν άρθρο, εφόσον στη ρύθμιση αυτή συναινούν πιστωτές που εκπροσωπούν τουλάχιστον 50,1% του συνόλου των απαιτήσεων, στο οποίο περιλαμβάνεται τουλάχιστον 50,1% των τυχόν ε-μπραγμάτως ή με ειδικό προνόμιο ή με άλλης μορφής εξασφαλιστική συμφωνία την 30ή Ιουνίου2014 ως προς περιουσιακό στοιχείο (ήτοι ενέχυρο απαίτησης, εξασφαλιστική εκχώρηση απαίτησης, πλασματικό ενέχυρο ή προσημείωση υποθήκης) εξασφαλισμένων αιτήσεων, συμπεριλαμβανομένωντουλάχιστον δύο χρηματοδοτικών φορέων, εφόσον ο οφειλέτης έχει χρηματοδοτηθεί από περισσότερους του ενός χρηματοδοτικούς φορείς των οποίων οι απαιτήσεις κατά του οφειλέτη αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον ποσοστό 20% των συνολικών του υποχρεώσεων (όπως αυτές προσδιορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου).Για την παροχή της αιτούμενης ρύθμισης απαιτείται, εφόσον υπάρχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές, στη Φορολογική Διοίκηση ή/και στους ΦΚΑ, να έχει γίνει υπαγωγή των οφειλών αυτών σε πρόγραμμα εξυπηρέτησης τους είτε κατά τα αναφερόμενα στα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014 (Α` 237),όπως εκάστοτε ισχύουν, είτε κατά τις κείμενες διατάξεις, το οποίο τηρείται.
  1. Τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου μπορούν να αιτούνται την υπαγωγή στις διαδικασίες του παρόντος νόμου μέχρι τις 31.3.2016.
  1. Η συναίνεση των πιστωτών κατά την παράγραφο 1 αποτυπώνεται σε συμφωνία ρύθμισης, η οποία υποβάλλεται μαζί με την αίτηση του οφειλέτη. Η συμφωνία ρύθμισης δύναται να προβλέπει μέτρα για την αναδιάρθρωση του δανεισμού, όπως μείωση απαιτήσεων, παράταση του χρόνου αποπληρωμής αυτών, μετοχοποίηση των απαιτήσεων ή κάθε άλλο πρόσφορο μέσο. Σε περίπτωση που η συμφωνία περιλαμβάνει αναδιάρθρωση ή μείωση πίστωσης που έχει εγγυηθεί, το ΕλληνικόΔημόσιο περιορίζεται αναλογικά και η παρασχεθείσα εγγύηση. Δεν επιτρέπεται με οποιονδήποτε τρόπο η πρόβλεψη στη συμφωνία μείωσης ή αναδιάρθρωσης των απαιτήσεων πιστωτών που ρυθμίζονται σύμφωνα με το άρθρο 64 παράγραφος 1 περίπτωση γ` ή το άρθρο 64 παράγραφος 2, και εφόσον κατά παράβαση των ανωτέρω υφίσταται παρόμοια πρόβλεψη δεν παράγει οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα.
  1. Για τις ανάγκες του παρόντος ως πιστωτές νοούνται τα πρόσωπα των οποίων οι απαιτήσειςκατά του οφειλέτη περιλαμβάνονται στην αποτύπωση των υποχρεώσεων του οφειλέτη κατά την έννοια του Ελληνικού Γενικού Λογιστικού Σχεδίου (π.δ. 1123/1980) ή σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, προκειμένου για επιχειρήσεις που καταρτίζουν τις οικονομικές καταστάσει τους, υποχρεωτικά ή προαιρετικά, σύμφωνα με αυτά, ενώ περιλαμβάνονται επίσης οιαπαιτήσεις από χρηματοδοτικές μισθώσεις που οφείλονται συμβατικά από το χρόνο αναφοράς της παραγράφου 5 μέχρι τη συμβατική ημερομηνία λήξης των συμβάσεων εφόσον σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες λογιστικές αρχές δεν αποτυπώνονται στις πιοπάνω οικονομικές καταστάσεις. Κοινοπρακτούντες και ομολογιούχοι πιστωτές συμμετέχουν στο σχηματισμό του ποσοστού συναίνεσης σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Για το σχηματισμό των ποσοστών δεν συνυπολογίζονται οι πιστωτές των οποίων η απαίτηση ρυθμίζεται αυτομάτως με την αποδοχή της αίτησης βάσει του άρθρου 64 παρ. 3 και οι πιστωτές που είναι πρόεδροι, διευθύνοντες σύμβουλοι διευθυντές, διαχειριστές, εταίροι, πρόσωπα εντεταλμένα ή από το νόμο ή από ιδιωτική βούληση ή βάσει δικαστικής απόφασης στην εκπροσώπηση και διαχείριση της επιχείρησης, καθώς και σύζυγοι και συγγενείς αυτών εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τον τρίτο βαθμό των ανωτέρω προσώπων ή του ιδίου του οφειλέτη, καθώς και πρόσωπα συνδεδεμένα με τον οφειλέτη κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920. Ο υπολογισμός του ποσοστού των συναινούντων πιστωτών γίνεται με βάση κατάσταση πιστωτών που συντάσσεται από κάτοχο άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α` ή Β` Τάξεως του ν. 2515/1997 ή ορκωτό ελεγκτή, επισυνάπτεται στη συμφωνία ρύθμισης, με ποινή απαραδέκτου, αναφέρεται σε ημερομηνία που δεν απέχει χρονικά προθεσμίας μεγαλύτερης των τριών (3) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης της παραγράφου 1 στο δικαστήριο και περιλαμβάνει βεβαίωση του συντάκτη ότι συντρέχει η προϋπόθεση της πλειοψηφίας της παραγράφου 1.
  1. Η υποβολή της ως άνω αιτήσεως του εμπορίου, πρέπει να συνοδεύεται από εκτίμηση των συμβαλλομένων περί της βιωσιμότητας του μετά την υπαγωγή στην έκτατη διαδικασία ρύθμισης.
  1. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την έδρα του, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Οι αποφάσεις του δεν υπόκεινται σε τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίζεται δικάσιμος εντός διμήνου από την υποβολή της. Στην περίπτωση νομικών προσώπων, η αίτησηυποβάλλεται από το όργανο διοίκησης ή τον εξουσιοδοτημένο από αυτό εκπρόσωπο τους. Ο αρμόδιος δικαστής δύναται να διατάσσει κατά το άρθρο 748 παράγραφος 3 Κ.Πολ.Δ. την κλήτευση ενός ή περισσότερων πιστωτών του οφειλέτη, ορίζοντας ταυτόχρονα και την προθεσμία της κλήτευσης, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δεκαπέντε (15) ημερών, καθώς και την καταχώρηση της στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.). Η άσκηση παρέμβασης από τα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου και οποιοδήποτε άλλο πιστωτή γίνεται με κατάθεση προτάσεων στο ακροατήριο και χωρίς την τήρηση προδικασίας κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Η άσκηση παρέμβασης με κατάθεση δικογράφου σε διαφορετική δικάσιμο δεν αποτελεί λόγο αναβολής της συζήτησης της αίτησης κατά την προσδιορισθείσα δικάσιμο.
  1. Η υποβολή της αίτησης έχει ως συνέπεια την αναστολή τυχόν εκκρεμουσών αιτήσεων υπαγωγής σε καθεστώς εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 100 του Πτωχευτικού Κώδικα ή εκκρεμουσών αιτήσεων ειδικής εκκαθάρισης ή κήρυξης πτώχευσης, εφαρμοζόμενων αναλόγως των διατάξεων των παραγράφων 6 και 8 του άρθρου 99 του Πτωχευτικού Κώδικα.
  1. Κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μπορούν να διατάζονται από τον πρόεδρο του αρμόδιου δικαστηρίου τα μέτρα του άρθρου 10 του Πτωχευτικού Κώδικα κατ’ αναλογική του εφαρμογή. Η μεγίστη διάρκεια ισχύος των προληπτικών μέτρων είναι έξι (6) μήνες από την υποβολή της αίτησης. Η αναστολή επάγεται αυτοδικαίως την αναστολή για τις ίδιες απαιτήσεις και έναντι τυχόν συνοφειλετών, καθώς και την απαγόρευση της διάθεσης των ακινήτωνκαι του εξοπλισμού της επιχείρησης του οφειλέτη και τυχόν συνοφειλετών

Άρθρο 63

 Απόφαση του δικαστηρίου

  1. Το δικαστήριο αποδέχεται την αίτηση και ρυθμίζει τις υποχρεώσεις του οφειλέτη σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη συνυποβληθείσα με την αίτηση συμφωνίας ρύθμισης, εάν οι συμβαλλόμενοι πιστωτές στη συμφωνία ρύθμισης εκπροσωπούν το απαιτούμενο είδος και ποσοστό απαιτήσεων, κατά το άρθρο 62 και συντρέχει η προϋπόθεση του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου.
  1. Το δικαστήριο δύναται, σε περίπτωση που κρίνει ότι δεν έχουν προσκομιστεί όλα τα στοιχεία που τεκμηριώνουν το βάσιμο της αίτησης, αντί της απόρριψης της αίτησης, δύναται να τάξει προθεσμία για την προσκομιδή εγγράφων ή την παροχή διευκρινίσεων.
  1. Η απόφαση επί της αιτήσεως εκδίδεται εντός μηνός από τη συζήτηση.
  1. Η απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει την αίτηση δημοσιεύεται αμελλητί σε περίληψη στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) με επιμέλεια του οφειλέτη ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον.
  1. Τριτανακοπή κατά της επικυρωτικής απόφασης δύναται να ασκηθεί εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης κατά τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου από πρόσωπο το οποίο δεν παρέστη στη συζήτηση, λόγω του ότι δεν είχε κλητευθεί ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως.
  1. Το δικαστήριο δεν επικυρώνει τη συμφωνία μόνο εάν ο επαναϋπολογισμός του είδους και του ύψους των απαιτήσεων των συναινούντων πιστωτών ανατρέπει την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 62 ή εφόσον δεν έχουν συμπεριληφθεί απαιτήσεις του τριτανακόπτοντα, οι οποίες λαμβανόμενες υπόψη έχουν ως συνέπεια να μην συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 62.
  1. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την αίτηση του οφειλέτη επιτρέπεται έφεση. Η έφεση ασκείται εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης, για τη δε συζήτηση της ορίζεται δικάσιμος εντός διμήνου από την άσκηση της έφεσης.
  1. Για διάστημα δώδεκα (12) μηνών από τη δημοσίευση απόφασης αποδοχής ή απόρριψης αίτησης του άρθρου 62 του παρόντος δεν επιτρέπεται υποβολή αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξυγίανσης ή άμεσης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης κατά τα άρθρα 100 και 106Β του Πτωχευτικού Κώδικα, αντιστοίχως.

Αρθρο :64

Αποτελέσματα της αποδοχής της αίτησης

  1. Η αποδοχή της αίτησης του άρθρου 62 από το δικατήριο επιφέρει τα ακόλουθα αποτελέσματα αποκλειστικά για τις ρυθμιζόμενες απαιτήσεις:

α. εφόσον το προβλέπει η συμφωνία ρύθμισης, δύνανται να αναστέλλονται οι ατομικές και συλλογικές διώξεις των πιστωτών κατά του οφειλέτη και τυχόν συνοφειλετών για ορισμένο διάστημα, έως τριών μηνών, από τη δημοσίευση της απόφασης περί αποδοχής τηςαίτησης. Στην περίπτωση αυτή, για την ίδια διάρκεια, αναστέλλεται η παραγραφή των απαιτήσεων των συμβαλλόμενων πιστωτών κατά των εγγυητών και τυχόν συνοφειλετών του για την άσκηση διαδικαστικών πράξεων,

β. αναστέλλεται, για περίοδο δώδεκα (12) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης που αποδέχεται την αίτηση, η λήψη κάθε μέτρου συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένης της κήρυξης πτώχευσης, σε βάρος του οφειλέτη, και

 γ. εξοφλείται το οφειλόμενο στους εργαζόμενους χρέος του εδαφίου γ` του άρθρου 154 του Πτωχευτικού Κώδικα σε 12 ισόποσες άτοκες μηνιαίες δόσεις.

  1. Οφειλέτης του οποίου οι υποχρεώσεις έχουν ρυθμιστεί βάσει συμφωνίας επικυρωμένης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, δικαιούται πρόσθετη διαγραφή προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 20%, για τις οφειλές του, προς τη Φορολογική Διοίκηση ή/και τους ΦΚΑ, πέραν των προβλεπόμενων στα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014, όπως εκάστοτε ισχύουν, ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων. Η εφαρμογή του παρόντος σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται την, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, επιστροφή ήδη καταβληθέντων χρηματικών ποσών προς τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΦΚΑ, λόγω της μείωσης προσαυξήσεων. Για την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου αναγκαία προϋπόθεση αποτελεί, οι ίδιοι οι έμποροι και στην περίπτωση των νομικών προσώπων οι πρόεδροι, οι διευθύνοντεςσύμβουλοι, οι διαχειριστές, οι εταίροι και κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε από το νόμο ή από ιδιωτική βούληση ή από δικαστική απόφαση στη διαχείριση των υποθέσεων του νομικού προσώπου, να μην έχουν καταδικαστεί με οριστική απόφαση για φοροδιαφυγή κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 17, 18, και 19 του ν. 2523/1997 ή για λαθρεμπορία ή για απάτη σε βάρος του Δημοσίου ή ΦΚΑ.
  1. Σε περίπτωση που λόγω του ύψους της οφειλής ο οφειλέτης αποκλείεται από τη ρύθμιση των οφειλών του προς τη Φορολογική Διοίκηση ή Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 ή 54 του ν. 4305/2014 όπως εκάστοτε ισχύουν, τότε εφόσον οι υποχρεώσεις του έχουν ρυθμισθεί βάσει συμφωνίας επικυρωμένης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, δικαιούται υπό την προϋπόθεση ότι έχει υπαγάγει τις ανωτέρω οφειλές του σε ρύθμιση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις να αιτηθεί από τη Φορολογική Διοίκηση ή Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, κατά περίπτωση, την διαγραφή ποσοστού 40% επί των προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής που τον βαρύνουν και στην τμηματική εξόφληση του υπολοίπου της οφειλής του σε 100 μηνιαίες δόσεις. Η αίτηση γίνεται δεκτή εκτός εάν εκδοθεί αντίθετη αιτιολογημένη απόφαση από τη Φορολογική Διοίκηση ή το ΦΚΑ εντός δύο(2) μηνών από την υποβολή της αίτησης. Νόμιμη αιτιολογία απόρριψης μπορεί να είναι η ύπαρξη άμεσα ρευστοποιήσιμων εξασφαλιστικών στοιχείων ή επαρκών εγγυήσεων ή η προφανής διακριτική μεταχείριση μετόχων, πιστωτών, συνοφειλετών.
  1. Η απόφαση που αποδέχεται την αίτηση του οφειλέτη αποτελεί τίτλο εκτελεστό για τις αναλαμβανόμενες με αυτήν υποχρεώσεις.
  1. Οι απαιτήσεις των πιστωτών κατά των συνοφειλετών του οφειλέτη, περιορίζονται στο ίδιο ποσό με την απαίτηση τους κατά του οφειλέτη όπως αυτή διαμορφώνεται με τη συμφωνία ρύθμισης, ενώ οι υφιστάμενες ασφάλειες διατηρούνται για την εξασφάλιση της απαίτησης τους, όπως αυτή διαμορφώνεται μετά τη συμφωνία ρύθμισης. Σε περίπτωση ικανοποίησης πιστωτή από συνοφειλέτη, ο οφειλέτης ευθύνεται έναντι αυτού, εάν συντρέχει δικαίωμα αναγωγής,με τον ίδιοτρόπο που ευθύνεται κατά τη συμφωνία ρύθμισης έναντι του πιστωτή που ικανοποιήθηκε από αυτόν.
  1. Τα δικαιώματα των ενέγγυων πιστωτών διατηρούνται υπέρ της απαίτησης τους, όπως αυτή διαμορφώνεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
  1. Η παράβαση από τον οφειλέτη όρου της συμφωνίας ρύθμισης, συμπεριλαμβανομένης και της μη καταβολής για διάστημα αθροιστικά τριών (3) μηνιαίων δόσεων οφειλόμενων προς τη Φορολογική Διοίκηση ή ΦΚΑ κατά τα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014, όπως εκάστοτε ισχύουν ή κατά τις κείμενες διατάξεις ή σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου, παρέχει σε κάθεάλλο πιστωτή του οποίου οι απαιτήσεις ρυθμίζονται συναινετικά ή μη από τη συμφωνία ρύθμισης το δικαίωμα καταγγελίας της ενώ αναβιώνουν οι απαιτήσεις των πιστωτών κατά του οφειλέτη ως προς τις διαγραφείσες οφειλές και καθίστανται αυτοδικαίως ληξιπρόθεσμες και απαιτητές όλες οι ρυθμισθείσες οφειλές, όπως έχουν διαμορφωθεί μετά την αναβίωση τους. Σε περίπτωση αναβίωσηςοφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό ευθύνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις οικείες υπουργικές αποφάσεις βάσει των οποίων είχε χορηγηθεί η εγγύηση του. Η καταγγελία της συμφωνίας ρύθμισης συνεπάγεται την αυτοδίκαιη ανατροπή των συνεπειών της επικύρωσης της συμφωνίας ρύθμισης. Η παρούσα διάταξη δεν επηρεάζει τις συνέπειες μη τήρησης των όρων ρύθμισης, προς τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΦΚΑ, που συνεπάγεται την αναδρομική αναβίωση του συνόλου των διαγραφεισών προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής, τα οποία καθίστανται στο σύνολο τους άμεσα απαιτητά και ληξιπρόθεσμα.
  1. Οι διατάξεις των άρθρων 51 και 54 του ν. 4305/2014, όπως εκάστοτε ισχύουν, εφαρμόζονται συμπληρωματικά και για τις ρυθμιζόμενες κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΦΚΑ.
  1. Εξαιρούνται της πτωχευτικής ανάκλησης, κατά την έννοια των άρθρων 41 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα, πράξεις που έλαβαν χώρα σε εκπλήρωση της συμφωνίας ρύθμισης του άρθρου 64 παράγραφος 3 του παρόντος νόμου.

Αρθρο :65

Χρηματοδότηση της επιχείρησης

Χρηματοδοτήσεις ή εισφορές αγαθών ή υπηρεσιών προς τον οφειλέτη, οι οποίες διενεργούνται για διάστημα ενός έτους από τη δημοσίευση της απόφασης του άρθρου 63, καταλαμβάνονται από το προνόμιο του άρθρου 154 περίπτωση α` του Πτωχευτικού Κώδικα. Το προνόμιο του παρόντος άρθρου δεν καταλαμβάνει χρηματοδοτήσεις ή εισφορές αγαθών ή υπηρεσιών από ιδιοκτήτες, εταίρους ή μετόχους, πρόεδρους, διευθύνοντες σύμβουλους, διευθυντές, διαχειριστές, πρόσωπα

εντεταλμένα από το νόμο ή από ιδιωτική βούληση ή βάσει δικαστικής απόφασης στην εκπροσώπηση και διαχείριση της επιχείρησης, καθώς και τους συζύγους και τους συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τον τρίτο βαθμό των ανωτέρω προσώπων ή του ιδίου του εμπόρου, καθώς και από συνδεδεμένες επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920. Επίσης, δεν καταλαμβάνει εισφορές στο πλαίσιο αύξησης κεφαλαίου, καθώς και δικηγορικές αμοιβές για κατ’ αποκοπή χειρισμό υπόθεσης, καθ’ υπέρβαση του ποσού αμοιβής που προκύπτει για τηναντίστοιχη υπηρεσία σύμφωνα με το Παράρτημα I του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α`208) και των σχετικών δαπανών-εξόδων, στα οποία υποβάλλεται ο δικηγόρος. Το προνόμιο καταλαμβάνει χρηματοδοτήσεις ή εισφορές μέχρις ορίου που προσδιορίζεται στην υποβλη-θείσα συμφωνία ρύθμισης.

Αρθρο 66

Δικαίωμα αποζημίωσης πιστωτών

 

Πιστωτές, οι οποίοι δεν έχουν συνυπογράψει τη συμφωνία του άρθρου 62 παράγραφος 3 του παρόντος κεφαλαίου και των οποίων οι απαιτήσεις έχουν περιοριστεί κατά την ονομαστική τους αξία, δικαιούνται να λάβουν αποζημίωση από τον οφειλέτη για την προκληθείσα σε αυτούς ζημία, εφόσον αποδεικνύουν ότι εξ αιτίας της εφαρμογής της συμφωνίας η αξία της απαίτησης τους μειώθηκε πέραν του ποσού που ευλόγως θα ανακτούσαν: (α) μέσω της θέσης της επιχείρησης σε

πτωχευτική ρευστοποίηση κατά τον αυτό χρόνο ή β) μέσω της ρευστοποίησης των εξασφαλίσεων τους ή γ) εάν η απαίτηση τους είχε δυσμενέστερη μεταχείριση από απαίτηση πιστωτή που βρίσκεται στην ίδια θέση, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος επιχειρηματικός ή κοινωνικός λόγος διακριτικής μεταχείρισης. Σε κάθε περίπτωση, η υποβολή αγωγής αποζημίωσης αλλά και η αποδοχή της κατά τα ανωτέρω δεν επηρεάζει την εφαρμογή της συμφωνίας ρύθμισης. Σε περίπτωση

ευδοκίμησης της αγωγής ευθύνονται αλληλεγγύως για την αποζημίωση του ενάγοντα πιστωτή οι τυχόν συνοφειλέτες, κατά το μέρος της ευθύνης τους, εξαιρουμένου του Ελληνικού Δημοσίου ως εγγυητή, ενώ ευθύνονται συμμέτρως προς τις ρυθμισμένες απαιτήσεις τους σύμφωνα με αίτηση του άρθρου 62 παράγραφος 1 του παρόντος κεφαλαίου, οι συνυπογράφοντες τη συμφωνία πιστωτές. Η αγωγή αποζημίωσης ασκείται εντός δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης

που δέχεται την αίτηση κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 63 του παρόντος.

Αρθρο :67

Περιορισμός αμοιβών

Οι πράξεις κατ’ εφαρμογή της συμφωνίας ρύθμισης απαλλάσσονται από κάθε φόρο, τέλος ή δικαίωμα Δημοσίου ή τρίτων, συμπεριλαμβανομένων των τελών χαρτοσήμου, εξαιρουμένου του ΦΠΑ. Ως προς τις αμοιβές για τις αυτές πράξεις ή συμβάσεις εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 134 του Πτωχευτικού Κώδικα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

 ΕΚΤΑΚΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ

Άρθρο 68

 Αίτηση υπαγωγής στην έκτακτη διαδικασία ειδικής διαχείρισης

  1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του Πτωχευτικού Κώδικα, το οποίο έχει την έδρα του στην Ελλάδα και βρίσκεται σε γενική και μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων, δύναται να υπάγεται στη διαδικασία ειδικής διαχείρισης του παρόντος άρθρου. Στην περίπτωση κεφαλαιουχικών εταιριών, αυτές μπορούν να υπάγονται στη διαδικασία ειδικής διαχείρισης του παρόντος άρθρου και εφόσον συντρέχει ως προς αυτές για δύο συνεχόμενες χρήσεις λόγος λύσης κατά το άρθρο 48 παρ. 1 του κ.ν.2190/1920 (αναλογικά εφαρμοζομένου στις λοιπές μορφές κεφαλαιουχικών εταιριών).
  1. Η αίτηση υποβάλλεται από πιστωτή ή πιστωτές του οφειλέτη, στους οποίους περιλαμβάνεται τουλάχιστον ένας χρηματοδοτικός φορέας, οι οποίοι εκπροσωπούν τουλάχιστον το 40% του συνόλου των απαιτήσεων σε βάρος του οφειλέτη.
  1. Για τις ανάγκες του παρόντος ως πιστωτές νοούνται όσοι έχουν απαιτήσεις κατά του οφειλέτη κατά την έννοια του Ελληνικού Γενικού Λογιστικού Σχεδίου (π.δ. 1123/1980) ή σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, προκειμένου για επιχειρήσεις που καταρτίζουν οικονομικές καταστάσεις, υποχρεωτικά ή προαιρετικά σύμφωνα με αυτά, ενώ περιλαμβάνονται επίσης οι απαιτήσεις από χρηματοδοτικές μισθώσεις που οφείλονται συμβατικά από τον ως άνω χρόνο αναφοράς μέχρι τη συμβατική ημερομηνία λήξης των συμβάσεων εφόσον σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες λογιστικές αρχές δεν αποτυπώνονται στις πιο πάνω οικονομικές καταστάσεις.
  1. Ο υπολογισμός του ποσοστού των αιτούντων πιστωτών για τις ανάγκες της παραγράφου 2 γίνεται με βάση κατάσταση πιστωτών που συντάσσεται από κάτοχοάδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α` ή Β` Τάξεως του ν. 2515/1997 ή ορκωτό ελεγκτή, βασίζεται στις δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις ή/και τα βιβλία και στοιχεία του οφειλέτη ή/και των αιτούντων πιστωτών και αποτυπώνεται σε βεβαίωση του συντάκτη ότι συντρέχει η προϋπόθεση της πλειοψηφίας της παραγράφου 2. Η βεβαίωση αυτή επισυνάπτεται στην αίτηση της παραγράφου 1 με ποινή απαράδεκτου. Κοινοπρακτούντες και ομολογιούχοι πιστωτές συμμετέχουν στο σχηματισμό του ποσοστού της παραγράφου 2 σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας.
  1. Για το παραδεκτό της αίτησης απαιτείται η ταυτόχρονη κατάθεση δήλωσης του προτεινομένου ως ειδικού διαχειριστή (φυσικού ή νομικού προσώπου) περί αποδοχής του σχετικού έργου.

Αρθρο :69

Ορισμός Ειδικού Διαχειριστή

  1. Ως ειδικός διαχειριστής ορίζεται νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο, όπως ορίζονται στο ν. 3693/2008 (Α` 174) ή δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή δικηγορική εταιρία στην οποία συμμετέχει δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή πτυχιούχος ανωτάτης σχολής που είναι μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (Ο.Ε.Ε.) και κάτοχος άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α` τάξεως του ν. 2515/1997 (Α` 154). Ειδικός διαχειριστής μπορεί να ορισθεί και σύμπραξη προσώπων εφόσον συμμετέχει σε αυτή νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο ή δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή δικηγορική εταιρία στην οποία συμμετέχει δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή πτυχιούχος ανωτάτης σχολής, που είναι μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (Ο.Ε.Ε.) και κάτοχος άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α` τάξεως του ν. 2515/1997.
  1. Ως προς τον ειδικό διαχειριστή ισχύει το άρθρο 106ι παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα.
  1. Η διαδικασία και το λειτούργημα του ειδικού διαχειριστή παύουν εντός δώδεκα (12) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης του άρθρου 70, ανεξαρτήτως της αντικατάστασης του ειδικού διαχειριστή κατά το επόμενο εδάφιο, εκτός εάν άλλως προβλέπεται στο παρόν. Αν συντρέχει σπουδαίος λόγος ή ο ειδικός διαχειριστής παραιτηθεί, μπορεί ο τελευταίος να αντικαθίσταται κατόπιν αίτησης όποιου έχει έννομο συμφέρον προς το δικαστήριο του άρθρου 70 του παρόντος, που δικάζεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η αμοιβή του ειδικού διαχειριστή συμφωνείται μεταξύ του ειδικού διαχειριστή και των αιτούντων πιστωτών καικαταβάλλεται από αυτούς, εφαρμοζομένου του προνομίου του άρθρου 154 περίπτωση α` του Πτωχευτικού Κώδικα.
  1. Ο ειδικός διαχειριστής ευθύνεται μόνο για δόλο και βαριά αμέλεια. Ο ειδικός διαχειριστής και, αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, οι εκπρόσωποι του, δεν προσωποκρατούνται ούτε υπέχουν οποιαδήποτε αστική, ποινική ή άλλη ευθύνη για χρέη της υπό ειδική διαχείριση εταιρίας, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσης τους και το χρόνο στον οποίο ανάγονται. Το λειτούργημα του ειδικού διαχειριστή δεν συνιστά ελεγκτική εργασία.

Αρθρο :70

Εκδίκαση της αίτησης

  1. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την έδρα του, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Οι αποφάσεις του δεν υπόκεινται σε τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.
  1. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίζεται δικάσιμος εντός διμήνου από την υποβολή της. Στην περίπτωση νομικών προσώπων εφαρμόζεται το άρθρο 96 παρ. 2 του Πτωχευτικού Κώδικα. Ο αρμόδιος δικαστής δύναται κατά το άρθρο 748 παράγραφος 3 Κ.Πολ.Δ. να διατάξει την κλήτευση ενός ή περισσότερων πιστωτών του οφειλέτη, ορίζοντας ταυτόχρονα και την προθεσμία της κλήτευσης, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δεκαπέντε (15) ημερών, καθώς και την καταχώρηση της στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.). Η άσκηση παρέμβασης από τα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου και οποιονδήποτε άλλο πιστωτή γίνεται με κατάθεση προτάσεων στο ακροατήριο και χωρίς την τήρηση προδικασίας κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Η άσκηση παρέμβασης με κατάθεση δικογράφου σε διαφορετική δικάσιμο δεν αποτελεί λόγο αναβολής της συζήτησης της αίτησης κατά την προσδιορισθείσα δικάσιμο.
  1. Κατόπιν αιτήσεως οιποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μέχρι την έκδοση της απόφασης του άρθρου 71 μπορούν να διατάζονται από τον πρόεδρο του αρμόδιου δικαστηρίου τα μέτρα του άρθρου 10 του Πτωχευτικού Κώδικα κατ’ αναλογική του εφαρμογή. Η αναστολή επάγεται αυτοδικαίως την αναστολή για τις ίδιες απαιτήσεις και έναντι των λοιπών συνοφειλετών, καθώς και την απαγόρευση της διάθεσης των ακινήτων και του εξοπλι- σμού της επιχείρησης του οφειλέτη και τυχόν συνοφειλετών του.
  1. Η αίτηση του άρθρου 68 μαζί με την πράξη ορισμού δικασίμου κοινοποιείται στην επιχείρηση και περίληψη αυτής δημοσιεύεται στο Γ.Ε.ΜΗ. δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν τη δικάσιμο. Κύριες παρεμβσεις κατατίθενται υποχρεωτικά και με ποινή απαραδέκτου το αργότερο τρεις (3) εργάσιμες ημέρες πριν από τη δικάσιμο, και συνεκδικάζονται, υποχρεωτικώς, όπως και οι τυχόν πρόσθετες παρεμβάσεις, με την αίτηση. Οι κυρίως παρεμβαίνοντες φέρουν το βάρος απόδειξης ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 68.
  1. Η υποβολή της αίτησης αναστέλλει τυχόν εκκρεμείς αιτήσεις υπαγωγής σε καθεστώς εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 100 του Πτωχευτικού Κώδικα ή εκκρεμείς αιτήσεις ειδικής εκκαθάρισης ή κήρυξης πτώχευσης, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των παραγράφων 6 και 8 του άρθρου 99 του Πτωχευτικού Κώδικα.

Αρθρο :71
Απόφαση του δικαστηρίου

  1. Το δικαστήριο αποδέχεται την αίτηση εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 68 παράγραφοι 1 και 2.
  1. Το δικαστήριο αποδεχόμενο την αίτηση διορίζει με την απόφαση του τον προτεινόμενο στην αίτηση ειδικό διαχειριστή, εκτός εάν υπάρχει πέραν της μιας αίτηση ή κύρια παρέμβαση με το αυτό αίτημα (θέση σε ειδική διαχείριση) και διαφορετική πρόταση ως προς τον ειδικό διαχειριστή, οπότε διορίζει τον κατά την κρίση του καταλληλότερο μεταξύ των προταθέντων.
  1. Η απόφαση επί της αιτήσεως εκδίδεται εντός μηνός από τη συζήτηση.
  1. Η απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει την αίτηση δημοσιεύεται αμελλητί σε περίληψη στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) με επιμέλεια του οφειλέτη ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον.
  1. Τριτανακοπή κατά της απόφασης που δέχεται την αίτηση δύναται να ασκηθεί ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, από πρόσωπο που δεν παρέστη στη συζήτηση είτε γιατί δεν κλητεύθηκε είτε γιατί δεν κλητεύθηκε νομίμως, εντός νόμιμης προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο.
  1. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την αίτηση του άρθρου 68 παρ. 2 επιτρέπεται έφεση. Η έφεση ασκείται εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης, για τη δε συζήτηση της έφεσης ορίζεται δικάσιμος εντός διμήνου από την υποβολή της.

Αρθρο :72

Συνέπειες αποδοχής της αίτησης

1.Η αποδοχή της αίτησης συνεπάγεται την αυτοδίκαιη αναστολή όλων των ατομικών διώξεων κατά της επιχείρησης καθ’ όλη τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων και των μέτρων διοικητικής εκτέλεσης από το Δημόσιο και τους ΦΚΑ, καθώς και των μέτρων διασφάλισης της οφειλής κατά τις διατάξεις του άρθρου 46 του ν. 4174/2013.

  1. Μετά τη δημοσίευση της απόφασης της προηγούμενης παραγράφου η εξουσία των καταστατικών οργάνων διοίκησης και διαχείρισης της επιχείρησης περιέρχεται στο σύνολο της στον διοριζόμενο ειδικό διαχειριστή. Ο ειδικός διαχειριστής αναλαμβάνει την εκπροσώπηση της εταιρίας έναντι τρίτων και τη διεκπεραίωση των καθημερινών της συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένης και της σύνταξης οικονομικών καταστάσεων και τηςυποβολής φορολογικών δηλώσεων, ενώ αναστέλλεται για τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης ηυποχρέωση έγκρισης των οικονομικών καταστάσεων από τη γενική συνέλευση των μετόχων.
  1. Η θέση της επιχείρησης σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης δεν συνιστά σπουδαίο λόγο για την καταγγελία εκκρεμών συμβάσεων, ούτε αποτελεί λόγο ανάκλησης διοικητικών αδειών.

Αρθρο :73

Διαδικασία ειδικής διαχείρισης – διάθεση  του ενεργητικού

  1. Ο ειδικός διαχειριστής εγκαθίσταται με τη βοήθεια της δημόσιας αρχής στη διοίκηση της επιχείρησης, συντάσσει αμελλητί απογραφή των στοιχείων της επιχείρησης, και εν συνεχεία καταρτίζει με βάση την απογραφή υπόμνημα προσφοράς, στο οποίο, πλην των απογραφέντων στοιχείων της επιχείρησης, περιλαμβάνει και κάθε πληροφορία χρήσιμη για την εικόνα του ενεργητικού της.
  1. Ο ειδικός διαχειριστής, προκειμένου να διατηρήσει τη λειτουργία της επιχείρησης και να καλύψει δαπάνες και έξοδα της ειδικής διαχείρισης, περιλαμβανομένων και των δικών του αμοιβών, δύναται να λάβει κατά τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης χρηματοδοτήσεις ή εισφορές αγαθών ή υπηρεσιών, οι οποίες φέρουν το ειδικό προνόμιο του άρθρου 154 περίπτωση α` του Πτωχευτι-κού Κώδικα.
  1. Το συντομότερο δυνατόν από την εγκατάσταση του, ο ειδικός διαχειριστής διενεργεί δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό για την εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της υπό ειδική διαχείρισηεπιχείρησης ή επί μέρους λειτουργικών συνόλων της επιχείρησης (κλάδων) ή περιουσιακών της στοιχείων εφόσον αυτά δεν αποτελούν κλάδους.
  1. Για την εκποίηση του ενεργητικού, ως σύνολο ή ως μέρη, κατά περίπτωση, ο ειδικός διαχειριστής, δημοσιεύει με ολοσέλιδη καταχώρηση σε δύο καθημερινής πανελλήνιας κυκλοφορίας εφημερίδες, στο Γ.Ε.ΜΗ. και στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέας Νομικών) και αναρτά επίσης στον τυχόν ιστότοπο της επιχείρησης στο διαδίκτυο και στο πληροφοριακό σύστημα της Φορολογικής Διοίκησης πρόσκληση διενέργειας ενός ή περισσοτέρων, κατά περίπτωση, δημόσιων πλειοδοτικών διαγωνισμών.
  1. Στην πρόσκληση ορίζεται ημερομηνία για την ενώπιον του ειδικού διαχειριστή στα γραφεία της επιχείρησης ή κατά την κρίση του στο κατάστημα του αρμόδιου δικαστηρίου υποβολή δεσμευτικών προσφορών, απαλλαγμένων από οποιαδήποτε αίρεση ή επιφύλαξη και συνοδευόμενων από εγγυητική επιστολή για το ισόποσο του προσφερομένου τιμήματος. Η ημερομηνία του προηγούμενου εδαφίου απέχει είκοσι (20) τουλάχιστον και το πολύ σαράντα (40) εργάσιμες ημέρες από τη δημοσίευση της πρόσκλησης. Στην πρόσκληση καθορίζονται και οι λοιποί όροι του σχετικού πλειοδοτικού διαγωνισμού, μεταξύ των οποίων περιέχεται η δέσμευση ότι με την υπογραφή της σύμβασης μεταβίβασης θα καταβάλλεται τοις μετρητοίς το σύνολο του τιμήματος, ενώ περιλαμβάνεται και το κείμενο της σύμβασης μεταβίβασης για τησκο-πούμενη δικαιοπραξία.
  1. Ο ειδικός διαχειριστής δύναται να διαθέτει προς ενδιαφερομένους πληροφορίες ως προς τα διατιθέμενα περιουσιακά στοιχεία και την επιχειρηματική δραστηριότητα και τα εργασιακά θέματα και σχέσεις της υπό ειδική διαχείριση εταιρίας, καθώς και πρόσβαση σε ενδιαφερομένους αγοραστές σε στοιχεία της εταιρίας.
  1. Μετά τη, σύμφωνα με την πρόσκληση, λήξη της διαδικασίας υποβολής ο ειδικός διαχειριστής αποσφραγίζει τις προσφορές και συντάσσει έκθεση, η οποία αναφέρει τον πλειοδότη. Η έκθεση αυτή κοινοποιείται σε όσους νόμιμα κατέθεσαν προσφορές και υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο της παραγράφου 1 του άρθρου 69 του παρόντος κεφαλαίου με σχετική αίτηση αποδοχής της.
  1. Σε περίπτωση που κατά το διαγωνισμό της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου κατατέθηκε μία μόνο προσφορά, συνέρχεται αμελλητί με πρόσκληση του ειδικού διαχειριστή συνέλευση των πιστωτών, η οποία με απόφαση της πλειοψηφίας επί του συνόλου των εκπροσωπουμένων στη συνέλευση απαιτήσεων (εφόσον υφίσταται η απαιτούμενη απαρτία που ορίζεται ως η πλειοψηφία των απαιτήσεων των πιστωτών οφειλέτη) αποφασίζει την υποβολή της έκθεσης της προηγούμενης παραγράφου στο δικαστήριο. Δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν τη συνέλευση των πιστωτών τίθεται στη διάθεση των πιστωτών η προσφορά. Δικαίωμα συμμετοχής στη συνέλευση έχουν οι αναφερόμενοι στην κατάσταση πιστωτών της παραγράφου 4 του άρθρου 68, ενώ η πρόσκληση τους γίνεται με τον τρόπο δημοσίευσης της πρόσκλησης διενέργειας δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση λήψης απόφασης υποβολής, ο ειδικός διαχειριστής υποβάλει αίτηση αποδοχής στο δικαστήριο κατά την προηγούμενη παράγραφο. Σε περίπτωση μη λήψης απόφασης υποβολής, επέρχονται οι συνέπειες της επόμενης παραγράφου.
  1. Σε περίπτωση που ο διαγωνισμός αφορά το σύνολο του ενεργητικού της επιχείρησης και δεν κατατέθηκε καμία προσφορά ή δεν κατατέθηκε καμία προσφορά για οποιοδήποτε από τα λειτουργικά σύνολα, η διαδικασία θεωρείται ότι έχει λήξει και ο ειδικός διαχειριστής υποχρε-ούται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης σε βάρος του οφειλέτη.
  1. Σε περίπτωση που δεν κατατέθηκε προσφορά για ορισμένα μόνο από τα λειτουργικά σύνολα, ο ειδικός διαχειριστής δεν διενεργεί νέο διαγωνισμό ως προς αυτά αλλά περιορίζεται στη διάθεση αυτών για τα οποία ελήφθησαν προσφορές εφαρμόζοντας αναλογικά την παραπάνω διαδικασία.

Αρθρο :74

Διαδικασία ειδικής διαχείρισης – εκδίκαση της αίτησης αποδοχής

  1. Για τη συζήτηση της αίτησης αποδοχής της παραγράφου 7 του άρθρου 73, τις τυχόν παρεμβάσεις και οποιοδήποτε άλλο σχετικό ζήτημα εφαρμόζονται τα οριζόμενα για την αίτηση υπαγωγής σε ειδική διαχείριση, αναλόγως εφαρμοζόμενα.
  1. Το δικαστήριο αποδέχεται την υποβληθείσα αίτηση εφόσον διαπιστώσει ότι τηρήθηκαν οι όροι του παρόντος και ότι η εισαγόμενη προς έγκριση προσφορά είναι του πλειοδότη ή, σε περίπτωση μίας προσφοράς, ότι έχει την έγκριση της συνέλευσης των πιστωτών και ανακηρύσσει τον αγοραστή ή τους αγοραστές, κατά περίπτωση με απόφαση του, που δεν υπάγεται σε ένδικα μέσα.
  1. Η απόφαση του δικαστηρίου δημοσιεύεται σε περίληψη στο Γ.Ε.ΜΗ.. Σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης το αρμόδιο δικαστήριο ορίζει και εισηγητή δικαστή για τις ανάγκες της διανομής του πλειστηριάσματος κατά το άρθρο 77 του παρόντος.
  1. Τριτανακοπή κατά της αποφάσεως δύναται να ασκηθεί από πρόσωπο που δεν παρέστη στη συζήτηση είτε γιατί δεν κλητεύθηκε είτε δεν κλητεύθηκε νόμιμα σε αυτή εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημε-ρών από τη δημοσίευση της απόφασης κατά το προηγούμενο εδάφιο.

Αρθρο :75

Διαδικασία ειδικής διαχείρισης – μεταβίβαση του ενεργητικού

  1. Με τη δημοσίευση της τυχόν θετικής απόφασης ο ειδικός διαχειριστής απευθύνει εγγράφως προς τον αγοραστή ή τους αγοραστές σχετική πρόσκληση του για υπογραφή εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών της σύμβασης μεταβίβασης που περιλήφθηκε στην πρόσκληση. Η παραπάνω σύμβαση επέχει θέση τελεσίδικης κατακύρωσης του 1003 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
  1. Εφόσον το τίμημα καταβληθεί εμπροθέσμως, ο ειδκός διαχειριστής συντάσσει αμελλητί πράξη εξόφλησης. Η πράξη αυτή προσαρτάται στη Σύμβαση Μεταβίβασης, επέχει θέση περίληψης έκθεσης κατακύρωσης του άρθρου 1005 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εφαρμοζομένων ως προς αυτήν αναλόγως όσων ισχύουν επί της τελευταίας και έχει, στην περίπτωση μεταβίβασης ακινήτων, ως άμεση έννομη συνέπεια, μετά τη μεταγραφή της και το σχετικό αίτημα προς τον υποθηκοφύλακα ή το κτηματολογικό γραφείο κατά τα οριζόμενα για την πράξη μεταγραφής ακινήτων, την εξάλειψη και διαγραφή των υπέρ τρίτων βαρών.
  1. Στη μεταβίβαση του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης ή και λειτουργικών συνόλων αυτής, στο πλαίσιο της ειδικής διαχείρισης, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 479 Α.Κ.
  1. Ως προς την παραπάνω σύμβαση μεταβίβασης, τις εκκρεμείς συμβάσεις της επιχείρησης και τις διοικητικές άδειες ισχύουν τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 106Θ του Πτωχευτικού Κώδικα.
  1. Οι πράξεις για την πραγματοποίηση της μεταβίβασης απαλλάσσονται από κάθε φόρο, τέλος ή δικαίωμα Δημοσίου ή τρίτων, καθώς και τελών χαρτοσήμου, εξαιρουμένου του ΦΠΑ.
  1. Ως προς αμοιβές για τις αυτές πράξεις ή συμβάσεις εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 134 του Πτωχευτικού Κώδικα
  1. Οι πράξεις αυτές εξαιρούνται επίσης της πτωχευτικής ανάκλησης, κατά την έννοια των άρθρων 41 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα.

Άρθρο 76

 Περάτωση διαδικασίας ειδικής διαχείρισης

  1. Σε περίπτωση που δεν ολοκληρωθεί η όλη διαδικασία μεταβίβασης τουλάχιστον του 90% του συνόλου του ενεργητικού της εταιρίας (ως λογιστική αξία) εντός της προθεσμίας του άρθρου 69 παρ. 3 τότε η διαδικασία θεωρείται ότι έχει λήξει και ο ειδικός διαχειριστής υποχρεούται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης της επιχείρησης. Σε περίπτωση που εκκρεμεί αίτηση πτώχευσης προχωρά η εξέταση της. Κατ’ εξαίρεση, εάν εντός της ανωτέρω προθεσμίας εκκρεμεί πλειοδοτική διαδικασία και υποβολή αίτησης προς το δικαστήριο για αποδοχή προσφοράς με την οποία να επιτυγχάνεται (λαμβανομένωνυπόψη και τυχόν προηγουμένων διαθέσεων) η διάθεση τουλάχιστον του 90% του συνόλου του ενεργητικού της εταιρίας (ως λογιστική αξία και ανεξαρτήτως τρόπου διάθεσης), τότε η ειδικήδιαχείριση παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι την έκδοση των σχετικών αποφάσεων από το αρμόδιο δικαστήριο  και την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβίβασης των σχετικών στοιχείων.
  1. Εφόσον ολοκληρωθεί επιτυχώς από τον ειδικό διαχειριστή η μεταβίβαση τουλάχιστον του 90% του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης (ως λογιστική αξία) και εάν κατά την εκτίμηση του, βάσει των αναγγελθεισών απαιτήσεων της παραγράφου 1 του άρθρου 77, το προϊόν ρευστοποίησης επαρκεί για την πλήρη ικανοποίηση όλων των πιστωτών, υποβάλλει σχετικό αίτημα στο αρμόδιο δικαστήριο το οποίο δύναται να παρατείνει το διορισμό του μεαποκλειστικό αντικείμενο τη διάθεση του προϊόντος ρευστοποίησης προς τους δικαιούχους. Σεπερίπτωση πλήρους ικανοποίησης του συνόλου των πιστωτών, τα εταιρικά όργανα ή ο ιδιοκτήτης, κατά περίπτωση, ανακτούν τη διοίκηση του φορέα της επιχείρησης. Σε αντίθετη περίπτωση, ο ειδικός διαχειριστής υποχρεούται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης του οφειλέτη. Σε περίπτωση που εκκρεμεί αίτηση πτώχευσης προχωρά η εξέταση της.
  1. Σε περίπτωση κήρυξης του φορέα της επιχείρησης σε πτώχευση, εάν εκκρεμεί η διάθεση μέρους του ενεργητικού της επιχείρησης στους πιστωτές, ο ειδικός διαχειριστής διατηρεί τον έλεγχο του ανωτέρω υπολοίπου και την ευθύνη διανομής του στους δικαιούχους σύμφωνα με το άρθρο 18 του παρόντος και η διανομή αυτή δεν υπόκειται σε πτωχευτική ανάκληση.

Αρθρο :77

Διαδικασία ειδικής διαχείρισης – διανομή προς πιστωτές

  1. Ο ειδικός διαχειριστής, το συντομότερο μετά τη μεταβίβαση του ενεργητικού της επιχείρησης (ή και μέρους αυτής ως λειτουργικού συνόλου) κατά τα προαναφερόμενα υποχρεούται να δημοσιοποιήσει, με τον τρόπο που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 73, πρόσκληση αναγγελίας απαιτήσεων των πιστωτών. Οι πιστωτές αναγγέλλουν τις απαιτήσεις τους μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τη δημοσιοποίηση της πρόσκλησης.
  1. Στη συνέχεια ο ειδικός διαχειριστής, αφού αφαιρέσει από το προϊόν της ειδικής διαχείρισης τα έξοδα της διαδικασίας, στα οποία περιλαμβάνονται οι δαπάνες της λειτουργίας της επιχείρησης κατάτην ειδική διαχείριση και αποδώσει τα αντίστοιχα ποσά συμμέτρως προς τους δικαιούχους, επαληθεύει τις απαιτήσεις με βάση τα στοιχεία της επιχείρησης, σύμφωνα με την απλοποιημένη διαδικασία του άρθρου 163 του Πτωχευτικού Κώδικα, ανεξαρτήτως ποσού απαίτησης, και συντάσσει, για το απομένον υπόλοιπο, πίνακα κατάταξης κατά τις διατάξεις των άρθρων 153 -161του Πτωχευτικού Κώδικα εφαρμοζομένων αναλόγως. Αρμόδιο για την εκδίκαση τυχόν ανακοπών κατά του πίνακα (τόσο ως προς την επαλήθευση όσο ως προς την κατάταξη) και την τυχόν αναμόρφωση του είναι το δικαστήριο της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του παρόντος Κεφαλαίου, το οποίο δικάζει κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις.
  1. Η διανομή προς πιστωτές διενεργείται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κ.Πολ.Δ..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

Άρθρο 78

Στο άρθρο 27 του ν. 4172/2013 (Α`167) προστίθεται παράγραφος 3 και οι υπάρχουσες παράγραφοι 3 και 4 αναριθμούνται ως παράγραφοι 4 και 5 ως εξής:

«3. Η χρεωστική διαφορά (οριστική ζημία) λόγω πιστωτικού κινδύνου η οποία προκύπτει για τους πιστωτές των εποπτευόμενων από την Τράπεζα της Ελλάδος νομικών προσώπων των παραγράφων 5, 6 και 7 του άρθρου 26 του παρόντος από τη διαγραφή χρεών οφειλετών τους κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 του νόμου με τίτλο «Ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο α) της Απόφασης-Πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2008, όπως τροποποιήθηκε

με την Απόφαση – Πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουάριου 2009, σχετικά με ην εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις, οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας, για το σκοπό της εκτέλεσης τους στην Ευρωπαϊκή Ενωση (ΜΕΡΟΣ Α), β) της Απόφασης-Πλαίσιο 2008/947/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2008, όπως τροποποιήθηκε με την Απόφαση- Πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουάριου 2009, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις που προβλέπουν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής ή απόλυση υπό όρους, με σκοπό την επιτήρηση των μέτρων αναστολής και των εναλλακτικών κυρώσεων στην Ευρωπαϊκή Ενωση (ΜΕΡΟΣ Β), γ) της Απόφασης-Πλαίσιο 2009/ 829/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με την εφαρμογή, μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις περί μέτρων επιτήρησης εναλλακτικά προς την προσωρινή κράτηση (ΜΕΡΟΣ Γ) και άλλες διατάξεις», εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα τους σε δεκαπέντε (15) ισόποσες ετήσιες δόσεις, αρχής γενομένης από τη χρήση στην οποία πραγματοποιήθηκε η διαγραφή. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, η χρεωστική διαφορά ισούται με το συνολικό ποσό της διαγραφής μείον τους μη εγγεγραμμένους τόκους, οι οποίοι και δεν εγγράφονται. Η ανωτέρω χρεωστική διαφορά καταχωρείται σε χρέωση των αποτελεσμάτων της χρήσης στην οποία προκύπτει. Σε περίπτωση που ο πιστωτής έχει σχηματίσει και εκπέσει από τα ακαθάριστα έσοδα του, για το χρέος που διαγράφεται, πρόσθετη ειδική πρόβλεψη κατά τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 26 του παρόντος, η πρόβλεψη αντιλογίζεται σε πίστωση των αποτέλεσματων του φορολογικού έτους στο οποίο πραγματοποιήθηκε η διαγραφή και αποτελεί για τον πιστωτή φορολογητέο κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα.»

Άρθρο 79

 Λοιπές διατάξεις

  1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας συστήνεται επιτροπή με αρμοδιότητες την παρακολούθηση της εφαρμογής των μέτρων του παρόντος νόμου, το συντονισμό και υποστήριξη των συμμετεχόντων φορέων και αρχών, τη συλλογή και επεξεργασία στατιστικών και άλλων στοιχείων ως προς την εφαρμογή τους και τις οικονομικές και άλλες επιπτώσεις, την υποβολή εισηγήσεων και προτάσεων προς τους ανωτέρω Υπουργούς, την Τράπεζα της Ελλάδος και άλλα εποπτικά όργανα. Με την ίδια απόφαση ρυθμίζεται επίσης κάθε ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία της επιτροπής αυτής και την εκπλήρωση του σκοπού της.
  1. Η διαγραφή ή/και ρύθμιση υπολοίπου δανείου, το οποίο τελεί υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και συντελείται εντός του πλαισίου της διαδικασίας των προηγούμενων άρθρων, δεν επηρεάζει κατά τα λοιπά την ισχύ της παρασχεθείσας εγγύησης από το Ελληνικό Δημόσιο.
  1. Η περίπτωση η` του άρθρου 8 του ν. 3461/2006 (Α-106), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 παρ. 7 του ν. 4013/2011 (Α` 204), εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση επικύρωσης συμφωνιών ρύθμισης κατά το Τρίτο Κεφάλαιο του παρόντος νόμου.

 

29

Δεκ

2014

ν. 4307/25.11.2014 Ρύθμιση οφειλών μικρών επιχειρήσεων κτλ

29 Δεκεμβρίου, 2014

Στο Δ μέρος του ν. 4307/2014 περιλαμβάνονται σε τρία ξεχωριστά κεφάλαια μια σειρά από μέτρα για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης και την ενίσχυση της απασχόλησης . Συγκεκριμένα προβλέπεται   η θέσπιση έκτακτων προσωρινών μέτρων για την ελάφρυνση του ιδιωτικού χρέους , και  ειδικότερα οφειλών βιώσιμων μικρών επιχειρήσεων (ως μικρές νοούνται επιχειρήσεις που κατά τη χρήση που έληξε την 31.12.2013 είχαν κύκλο εργασιών έως 2.500.000ευρώ) και επαγγελματιών προς χρηματοδοτικούς φορείς , το Δημόσιο και φορείς κοινωνικής ασφάλισης (ΦΚΑ) είτε με μια συγκεκριμένη διαδικασία ρύθμισης χρεών δυνάμενη να οδηγήσει ακόμα και σε  «επιλέξιμη διαγραφή»  είτε με μια έκτακτη διαδικασία ρύθμισης των υποχρεώσεων των εμπόρων (με δεσμευτική δύναμη για το σύνολο των πιστωτών) είτε με την έκτακτη διαδικασία της ειδικής διαχείρισης.

Σε κάθε περίπτωση αποκλείονται επαγγελματίες που έχουν καταδικαστεί με οριστική απόφαση για φοροδιαφυγή κατά την έννοια των άρθρων 17,18 και 19 του ν 2523/1997 .

Για τη απλούστερη των προβλεπομένων διαδικασίων , αυτή του άρθρου 61 της ρύθμισης των χρεών μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών , προβλέπεται η υποβολή εκ μέρους του οφειλέτη-επαγγελματία μια συγκεκριμένης βεβαίωσης (κάτι αντίστοιχο που καλούνται να υποβάλουν και οι ιδιώτες στις ανάλογες διαδικασίες σύμφωνα με τον Κώδικα τραπεζικής Δεοντολογίας ) στην οποία αποτυπώνονται τα περιουσιακά στοιχεία του αιτούντος, η τρέχουσα αξία τους (σε τιμή όχι κατώτερες των αντικειμενικών ή όσων χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό του ΕΝΦΙΑ) , στοιχεία για τυχόν επιχειρήσεις  με έναρξη λειτουργίας την τελευταία τετραετία που  ασκούνται από στενά συγγενικά πρόσωπα, αλλά επιπλέον παρέχεται και η συναίνεση κοινοποίησης των δεδομένων στη φορολογική διοίηκηση και τα ασφαλιστικά ταμεία(!).Η ρύθμιση ή η διαγραφή εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του χρηματοδοτικού φορέα ,ωστόσο αν επιτευχθεί εξασφαλίζει στον οφειλέτη το δικαίωμα για  πρόσθετη διαγραφή προσαυξήσεων ,τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 20% πέραν των προβλεπομένων  για τις  οφειλές του προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία.

Οι ίδιοι οφειλέτες που μπορούν να ζητήσουν την ρύθμιση των χρεών τους και την επιλέξιμη διαγραφή , μπορούν να αιτηθούν από το Μονομελές Πρωτοδικείο  την έκτακτη διαδικασία ρύθμισης υποχρεώσεων του άρθρου 62 μέχρι τις 31.3.2016 εφ” όσον εξασφαλίσουν τη συναίνεση στη ρύθμιση αυτή πιστωτών που εκπροσωπούν τουλάχιστον 50,1%του συνόλου των απαιτήσεων με τους ειδικότερους όρους που αναλύονται στο κεφάλαιο τρίτο του συγκεκριμένου νόμου. Και στην περίπτωση αυτή οφειλέτης του οποίου οι υποχρεώσεις έχουν ρυθμιστεί βάσει συμφωνίας επικυρωμένης με τις διατάξεις του άρθρου 62 δικαιούται πρόσθετη διαγραφή προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπκρόθεσμης καταβολής 20%για τις οφειλές του προς τη φορολογική διοίκηση και τα ασφαλιστικά ταμεία

Δείτε αναλυτικά τις συγκεκριμένες διατάξεις :

ΜΕΡΟΣ Δ

ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ: ΚΙΝΗΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΧΡΕΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΠΡΟΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΟΥΣ ΦΟΡΕΙΣ ΚΑΙ ΕΚΤΑΚΤΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ  ΟΦΕΙΛΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Άρθρο 60

Αντικείμενο – σκοπός – ορισμοί

  1. Με τον παρόντα νόμο θεσπίζονται έκτακτα προσωρινά μέτρα για την ελάφρυνση του ιδιωτικού χρέους, ειδικότερα οφειλών βιώσιμων μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών προς χρηματοδοτικούς φορείς, το Δημόσιο και φορείς κοινωνικής ασφάλισης (ΦΚΑ), καθώς και έκτακτες διαδικασίες για την εξυγίανση ή εκκαθάριση εν λειτουργία υπερχρεωμένων αλλά βιώσιμων επιχειρήσεων. Ειδικότερα, θεσπίζονται: α) η παροχή κινήτρων προς μικρές επιχειρήσεις και επαγγελματίες αφενός και προς χρηματοδοτικούς φορείς αφετέρου για τη ρύθμιση / διαγραφή ιδιωτικού χρέους, β) η ελάφρυνση και ο διακανονισμός χρεών μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών προς το Δημόσιο και ΦΚΑ που προβαίνουν σε ρύθμιση οφειλών τους προς χρηματοδοτικούς φορείς, γ) έκτακτη διαδικασία ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων (με δεσμευτική δύναμη για το σύνολο των πιστωτών), δ) έκτακτη διαδικασία ειδικής διαχείρισης και ε) η σύσταση επιτροπής παρακολούθησης και συντονισμού της υλοποίησης των θεσπιζόμενων μέτρων με στόχοτην ταχεία και αποτελεσματική εφαρμογή τους. Η εφαρμογή των θεσπιζόμενων μέτρων από τους χρηματοδοτικούς φορείς γίνεται λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του Κώδικα Δεοντολογίας που θέσπισε η Τράπεζα της Ελλάδος για τη ρύθμιση χρεών ιδιωτών και εγχειρήσεων (Β` 2289)σύμφωνα με τις σχετικές προβλέψεις του ν. 4224/2013 (Α` 288), ενώ προβλέπεταιστο άρθρο 79 του παρόντος νόμου σύσταση επιτροπής παρακολούθησης της εφαρμογής του νόμου με αρμοδιότητα, μεταξύ άλλων, την υποβολή εκθέσεων προς την Τράπεζα της Ελλάδος ως προς την ανταπόκριση χρηματοδοτικών φορέων στις δυνατότητες διαγραφών και ρυθμίσεων που παρέχει ο παρόν νόμος. Στις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται και οφειλές εγγυημένες από το Ελληνικό Δημόσιο.
  1. Για τις ανάγκες του παρόντος νόμου:

α. Ως «μικρές επιχειρήσεις» νοούνται επιχειρήσεις που κατά τη χρήση που έληξε την 31η Δεκεμβρίου 2013 είχαν κύκλο εργασιών έως 2.500.000 ευρώ.

β. Ως «επαγγελματίες» νοούνται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που αναπτύσσουν επαγγελματική δραστηριότητα, η άσκηση της οποίας προϋποθέτει την εγγραφή του προσώπου σε ειδικό μητρώο,

και που κατά τη χρήση που έληξε την 31η Δεκεμβρίου 2013 είχαν κύκλο εργασιών μέχρι 2.500.000 ευρώ.

γ. Ως «επιλέξιμοι οφειλέτες» νοούνται μικρές επιχειρήσεις και επαγγελματίες, που πληρούν σωρευτικώς τις ακόλουθες προϋποθέσεις και υποβάλουν αίτηση το αργότερο μέχρι 31 Μαρτίου 2016:

1) δεν έχουν υποβάλει αίτηση για υπαγωγή στις διατάξεις του ν. 3869/2010 (Α` 130) ή έχουν εγκύρως παραιτηθεί από αυτήν μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως του παρόντος άρθρου,

2) δεν έχουν λυθεί ούτε παύσει τις εργασίες τους και, εφόσον έχουν πτωχευτική ικανότητα, δεν έχουν υποβάλλει αίτηση υπαγωγής τους σε οποιαδήποτε από τις διαδικασίες του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007, Α` 153) ή έχει υπάρξει έγκυρη παραίτηση από σχετική αίτηση μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως του παρόντος άρθρου, και

3) δεν έχουν καταδικαστεί οι ίδιοι οι επαγγελματίες ή οι φορείς της επιχείρησης και στην περίπτωση των νομικών προσώπων οι πρόεδροι, οι διευθύνοντες σύμβουλοι, οι διαχειριστές, οι εταίροι και κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διαχείριση αυτών με οριστική απόφαση για φοροδιαφυγή κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 17, 18 και 19 του ν. 2523/1997 (Α` 179) ή για λαθρεμπορία ή για απάτη σε βάρος του Δημοσίου ή ΦΚΑ.

δ. Ως «συνοφειλέτης» νοείται κάθε πρόσωπο που ευθύνεται αλληλεγγύως εκ του νόμου ή ως αποτέλεσμα δικαιοπραξίας, για την εξόφληση μέρους ή του συνόλου των οφειλών οφειλέτη προς χρηματοδοτικό φορέα συμπεριλαμβανομένου και κάθε εγγυητή ως προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από την εγγύηση.

ε. Ως «καθαρή περιουσιακή θέση» νοείται η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων οφειλέτη και τυχόν συνοφειλετών του, μείον το σύνολο των υποχρεώσεων του οφειλέτη και τυχόν συνοφειλετών του.

Εφόσον ο οφειλέτης και τυχόν συνοφειλέτης ή συνοφειλέτες ενέχονται για την ίδια απαίτηση, αυτή υπολογίζεται άπαξ. Από τον υπολογισμό των οφειλών εξαιρούνται οι οφειλές προς πρόεδρους, διευθύνοντες συμβούλους, διευθυντές, διαχειριστές, εταίρους, πρόσωπα εντεταλμένα ή από το νόμο ή από ιδιωτική βούληση ή βάσει δικαστικής απόφασης στην εκπροσώπηση και διαχείριση της επιχείρησης, καθώς και προς τους συζύγους και τους συγγενείς αυτών εξ αίματος ή εξ αγχιστείαςμέχρι τον τρίτο βαθμό των ανωτέρω προσώπων ή του ιδίου του επαγγελματία.

Επίσης εξαιρούνται οι οφειλές προς συνδεδεμένες επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920.

στ. Ως «χρηματοδοτικός φορέας» νοείται κάθε πιστωτικό ίδρυμα, συμπεριλαμβανομένων και των υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και κάθε εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης και κάθε εταιρία πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, εφόσον τελούν υπό την εποπτεία τηςΤράπεζας της Ελλάδος.

ζ. Ως «επιλέξιμες διαγραφές» νοούνται οι διαγραφές απαιτήσεων ως προς κεφάλαιο και τόκους κατά επιλέξιμων οφειλετών, εφόσον:

1) τα πρόσωπα αυτά την 30ή Ιουνίου 2014 είχαν προς χρηματοδοτικό φορέα οφειλή από επιχειρηματικό δάνειο σε καθυστέρηση τουλάχιστον 90 ημερών ή επίδικη ή ρυθμισμένη ή:

  1. δεν είχαν ενημερότητα λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τη Φορολογική Διοίκηση ή είχαν ενημερότητα λόγω ρύθμισης, ή
  1. δεν είχαν ασφαλιστική ενημερότητα λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών προς ΦΚΑ ή είχαν ενημερότητα λόγω ρύθμισης.
  1. Oι διαγραφές ανά χρηματοδοτικό φορέα αφορούν μία ή περισσότερες επιχειρηματικές πιστώσεις του χρηματοδοτικού φορέα προς τον οφειλέτη και οι διαγραφές αυτού του χρηματοδοτικού φορέα προς τον επιλέξιμο οφειλέτη δεν υπερβαίνουν αθροιστικά το ποσό των 500.000 ευρώ και ισούνται τουλάχιστον προς:
  1. το 50% των συνολικών απαιτήσεων του χρηματοδοτικού φορέα κατά του οφειλέτη, όπως αποτυπώνονται στα Βιβλία του φορέα την ημερομηνία έγκρισης από το χρηματοδοτικό φορέα της διαγραφής ή, εφόσον είναι μικρότερο,
  1. το ποσό που απαιτείται έτσι ώστε μετά την διαγραφή το υπόλοιπο της απαίτησης του χρηματοδοτικού φορέα κατά του οφειλέτη να μην υπερβαίνει το 75% της καθαρής περιουσιακής θέσης του οφειλέτη και των συνοφειλετών του σύμφωνα με τη βεβαίωση της παραγράφου 2 του άρθρου 2 (λαμβανομένης υπόψη ως προς τον υπολογισμό της καθαρής θέσης και της διαγραφείσας απαίτησης του χρηματοδοτικού φορέα), και
  1. Περιλαμβάνουν τον περιορισμό των απαιτήσεων του χρηματοδοτικού φορέα κατά των συνοφειλετών στο ίδιο ύψος με την απαίτηση του κατά του οφειλέτη, ενώ οι υφιστάμενες ασφάλειες διατηρούνται για την εξασφάλιση της απαίτησης του κατά του οφειλέτη όπως αυτή διαμορφώνεται μετά την διαγραφή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

 Άρθρο 61

 

Ρύθμιση χρεών μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών

  1. Για την παροχή επιλέξιμης διαγραφής από χρηματοδοτικό φορέα απαιτείται η υποβολή αίτησης ρύθμισης των υποχρεώσεων του και Βεβαίωση με το περιεχόμενο που προσδιορίζεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.
  1. Η Βεβαίωση που υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1:

α. βεβαιώνει τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τον καθιστούν επιλέξιμο οφειλέτη,

β. αποτυπώνει τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις που απαιτούνται για τον προσδιορισμό της καθαρής περιουσιακής θέσης,

γ. προσδιορίζει την τρέχουσα αξία των περιουσιακών στοιχείων. Ως αξία των δηλουμένων ακινήτων λαμβάνεται κατ’ ελάχιστον σε κάθε περίπτωση η αντικειμενική αξία ή οποιαδήποτε άλλη αξία που τίθεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες φορολογικές διατάξεις, όπως αυτή που λαμβάνεται υπ’ όψιν για τον υπολογισμό του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ν. 4223/2013),

δ. περιλαμβάνει πλήρη στοιχεία κάθε επιχείρησης με έναρξη λειτουργίας μεταγενέστερη της 1ης Ιανουαρίου 2010, την οποία ασκεί συγγενής πρώτου βαθμού ή σύζυγος του οφειλέτη (επί νομικών προσώπων ελέγχεται η σχέση με τον ομόρρυθμο εταίρο ή τον ελέγχοντα εταίρο, μεριδιούχο ή μέτοχο, κατά περίπτωση) ή ομόρρυθμος εταίρος ή ελέγχων εταίρος, ελέγχων μεριδιούχος ή ελέγχων μέτοχος ή συγγενής πρώτου βαθμού ή σύζυγος των παραπάνω προσώπων, καθώς και πλήρη στοιχεία ακινήτων που τυχόν μεταβιβάστηκαν από τον οφειλέτη ή τους συνοφειλέτες απότην 1η Ιανουαρίου 2010 και εφεξής,

ε. περιέχει άδεια για κοινοποίηση των δεδομένων του -περιλαμβανομένων στη βεβαίωση όσο και άλλων δεδομένων του στην κατοχή του χρηματοδοτικού φορέα- στη Φορολογική Διοίκηση και τα ασφαλιστικά ταμεία, και

στ. υπογράφεται από τον οφειλέτη και κάθε τυχόν συνοφειλέτη.

  1. Η βεβαίωση αυτή επέχει τη θέση βεβαιωτικού όρκου, κατά την έννοια του άρθρου 861 του Κ.Πολ.Δ.. Σε περίπτωση ψευδορκίας, επιβάλλεται η προβλεπόμενη ποινή και πρόσθετη χρηματική ποινή ίση προς το τριπλάσιο των συνολικών διαγραφών που έλαβε ο οφειλέτης από το χρηματοδοτικό φορέα, τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΦΚΑ ως συνέπεια της επιλέξιμης ρύθμισης.
  1. Ο χρηματοδοτικός φορέας παρέχει την αιτούμενη ρύθμιση ή / και διαγραφή κατά τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με κριτήρια τα οποία επιλέγει για την αξιολόγηση της ικανότητας του αιτούμενου τη ρύθμιση ή/και διαγραφή να ανταπεξέλθει στις ρυθμισθείσες υποχρεώσεις. Σε άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, ο χρηματοδοτικός φορέας μπορεί να παράσχει ρύθμιση ή / και διαγραφή υπό διαφορετικούς όρους από τους περιλαμβανόμενους στην αίτηση ή και να αρνηθεί συνολικά τη ρύθμιση ή / και διαγραφή. Σε περίπτωση διαγραφήςπίστωσης που έχει εγγυηθεί, το Ελληνικό Δημόσιο, περιορίζεται αναλογικά και η παρασχεθείσα εγγύηση.

Για την παροχή της αιτούμενης ρύθμισης ή και διαγραφής απαιτείται, εφόσον υπάρχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές, στη Φορολογική Διοίκηση ή / και στους ΦΚΑ, να έχει γίνει υπαγωγή των οφειλών αυτών σε πρόγραμμα εξυπηρέτησης τους είτε κατά τα αναφερόμενα στα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014 (Α` 237), όπως εκάστοτε ισχύουν είτε κατά τις κείμενες διατάξεις, το οποίο τηρείται.

  1. Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προσκομίζει στη Φορολογική Διοίκηση ή/και στους ΦΚΑ βεβαίωση χρηματοδοτικού φορέα ότι έχει υπαχθεί σε ρύθμιση ή / και διαγραφή κατά την έννοια της προηγούμενης παραγράφου, δικαιούται και πρόσθετη διαγραφή προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 20% πέραν των προβλεπομένων στα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014 (Α` 237), όπως εκάστοτε ισχύουν, ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων. Η εφαρμογή των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται τη, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, επιστροφή ή δη καταβληθέντων χρηματικών ποσών προς τη ΦορολογικήΔιοίκηση και τους ΦΚΑ, λόγω της μείωσης προσαυξήσεων και προστίμων.
  1. Η μη προσήκουσα εκπλήρωση από τον οφειλέτη των όρων ρύθμισης, σύμφωνα με το παρόν άρθρο και τα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014, όπως εκάστοτε ισχύουν ή άλλες διατάξεις, για χρονικό διάστημα αθροιστικά μεγαλύτερο των τριών (3) μηνών ως προς οποιαδήποτε από τις ρυθμισθείσες υποχρεώσεις, προκαλεί αυτοδικαίως την αναβίωση των ρυθμισθεισών υποχρεώσεων του σύμφωνα με τους όρους του παρόντος άρθρου και την αναδρομική αναβίωση του συνόλου των προς όλους διαγραφεισών υποχρεώσεων, προσαυξήσεων, τόκων και προστίμωνεκπρόθεσμηςκαταβολής, τα οποία καθίστανται στο σύνολο τους άμεσα απαιτητά και ληξιπρόθεσμα. Οι διατάξεις των άρθρων 51 και 54 του ν. 4305/2014, όπως εκάστοτε ισχύουν, εφαρμόζονται συμπληρωματικά και για τις ρυθμιζόμενες κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΦΚΑ. Σε περίπτωση, αναβίωσης οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό ευθύνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις οικείες υπουργικές αποφάσεις,βάση των οποίων είχε χορηγηθεί η εγγύηση του.
  1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ορίζεται η ειδικότερη μορφή και το περιεχόμενο της αίτησης της παραγράφου 1 και της βεβαίωσης της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, της βεβαίωσης της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου, καθώς και το περιεχόμενο και η διαδικασία ενημέρωσης και ανταλλαγής πληροφοριών ως προς οφειλέτες που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση απαιτήσεων προς χρηματοδοτικούς φορείς, Φορολογική Διοίκηση και ΦΚΑ, των οποίων οι απαιτήσεις ρυθμίζονται σύμφωνα με το παρόν, καθώς και κάθε άλλο ειδικό θέμα ή αναγκαία λεπτομέρεια που αφορά την υλοποίηση των διατάξεων του παρόντος άρθρου.
  1. Τα φορολογικά ευεργετήματα του άρθρου 78 του παρόντος νόμου παρέχονται αποκλειστικά σε χρηματοδοτικούς φορείς που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα, έχουν παράσχει επιχειρηματικά δάνεια στην Ελλάδα και παρέχουν επιλέξιμες διαγραφές.

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

ΕΚΤΑΚΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ ΕΜΠΟΡΩΝ (ΜΕ ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΤΩΝ)

Αρθρο 62

Υπαγωγή στην έκτακτη διαδικασία ρύθμισης υποχρεώσεων εμπόρων (με δεσμευτική δύναμη για το σύνολο των πιστωτών)

  1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα σύμφωνα με το άρθρο 61 παράγραφος 1 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007), το οποίο έχει το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των οφειλετών του άρθρου 61 του παρόντος νόμου, δύναται να αιτείται τη ρύθμιση των υποχρεώσεων του κατά το παρόν άρθρο, εφόσον στη ρύθμιση αυτή συναινούν πιστωτές που εκπροσωπούν τουλάχιστον 50,1% του συνόλου των απαιτήσεων, στο οποίο περιλαμβάνεται τουλάχιστον 50,1% των τυχόν ε-μπραγμάτως ή με ειδικό προνόμιο ή με άλλης μορφής εξασφαλιστική συμφωνία την 30ή Ιουνίου2014 ως προς περιουσιακό στοιχείο (ήτοι ενέχυρο απαίτησης, εξασφαλιστική εκχώρηση απαίτησης, πλασματικό ενέχυρο ή προσημείωση υποθήκης) εξασφαλισμένων αιτήσεων, συμπεριλαμβανομένωντουλάχιστον δύο χρηματοδοτικών φορέων, εφόσον ο οφειλέτης έχει χρηματοδοτηθεί από περισσότερους του ενός χρηματοδοτικούς φορείς των οποίων οι απαιτήσεις κατά του οφειλέτη αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον ποσοστό 20% των συνολικών του υποχρεώσεων (όπως αυτές προσδιορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου).Για την παροχή της αιτούμενης ρύθμισης απαιτείται, εφόσον υπάρχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές, στη Φορολογική Διοίκηση ή/και στους ΦΚΑ, να έχει γίνει υπαγωγή των οφειλών αυτών σε πρόγραμμα εξυπηρέτησης τους είτε κατά τα αναφερόμενα στα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014 (Α` 237),όπως εκάστοτε ισχύουν, είτε κατά τις κείμενες διατάξεις, το οποίο τηρείται.
  1. Τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου μπορούν να αιτούνται την υπαγωγή στις διαδικασίες του παρόντος νόμου μέχρι τις 31.3.2016.
  1. Η συναίνεση των πιστωτών κατά την παράγραφο 1 αποτυπώνεται σε συμφωνία ρύθμισης, η οποία υποβάλλεται μαζί με την αίτηση του οφειλέτη. Η συμφωνία ρύθμισης δύναται να προβλέπει μέτρα για την αναδιάρθρωση του δανεισμού, όπως μείωση απαιτήσεων, παράταση του χρόνου αποπληρωμής αυτών, μετοχοποίηση των απαιτήσεων ή κάθε άλλο πρόσφορο μέσο. Σε περίπτωση που η συμφωνία περιλαμβάνει αναδιάρθρωση ή μείωση πίστωσης που έχει εγγυηθεί, το ΕλληνικόΔημόσιο περιορίζεται αναλογικά και η παρασχεθείσα εγγύηση. Δεν επιτρέπεται με οποιονδήποτε τρόπο η πρόβλεψη στη συμφωνία μείωσης ή αναδιάρθρωσης των απαιτήσεων πιστωτών που ρυθμίζονται σύμφωνα με το άρθρο 64 παράγραφος 1 περίπτωση γ` ή το άρθρο 64 παράγραφος 2, και εφόσον κατά παράβαση των ανωτέρω υφίσταται παρόμοια πρόβλεψη δεν παράγει οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα.
  1. Για τις ανάγκες του παρόντος ως πιστωτές νοούνται τα πρόσωπα των οποίων οι απαιτήσειςκατά του οφειλέτη περιλαμβάνονται στην αποτύπωση των υποχρεώσεων του οφειλέτη κατά την έννοια του Ελληνικού Γενικού Λογιστικού Σχεδίου (π.δ. 1123/1980) ή σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, προκειμένου για επιχειρήσεις που καταρτίζουν τις οικονομικές καταστάσει τους, υποχρεωτικά ή προαιρετικά, σύμφωνα με αυτά, ενώ περιλαμβάνονται επίσης οιαπαιτήσεις από χρηματοδοτικές μισθώσεις που οφείλονται συμβατικά από το χρόνο αναφοράς της παραγράφου 5 μέχρι τη συμβατική ημερομηνία λήξης των συμβάσεων εφόσον σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες λογιστικές αρχές δεν αποτυπώνονται στις πιοπάνω οικονομικές καταστάσεις. Κοινοπρακτούντες και ομολογιούχοι πιστωτές συμμετέχουν στο σχηματισμό του ποσοστού συναίνεσης σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Για το σχηματισμό των ποσοστών δεν συνυπολογίζονται οι πιστωτές των οποίων η απαίτηση ρυθμίζεται αυτομάτως με την αποδοχή της αίτησης βάσει του άρθρου 64 παρ. 3 και οι πιστωτές που είναι πρόεδροι, διευθύνοντες σύμβουλοι διευθυντές, διαχειριστές, εταίροι, πρόσωπα εντεταλμένα ή από το νόμο ή από ιδιωτική βούληση ή βάσει δικαστικής απόφασης στην εκπροσώπηση και διαχείριση της επιχείρησης, καθώς και σύζυγοι και συγγενείς αυτών εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τον τρίτο βαθμό των ανωτέρω προσώπων ή του ιδίου του οφειλέτη, καθώς και πρόσωπα συνδεδεμένα με τον οφειλέτη κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920. Ο υπολογισμός του ποσοστού των συναινούντων πιστωτών γίνεται με βάση κατάσταση πιστωτών που συντάσσεται από κάτοχο άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α` ή Β` Τάξεως του ν. 2515/1997 ή ορκωτό ελεγκτή, επισυνάπτεται στη συμφωνία ρύθμισης, με ποινή απαραδέκτου, αναφέρεται σε ημερομηνία που δεν απέχει χρονικά προθεσμίας μεγαλύτερης των τριών (3) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης της παραγράφου 1 στο δικαστήριο και περιλαμβάνει βεβαίωση του συντάκτη ότι συντρέχει η προϋπόθεση της πλειοψηφίας της παραγράφου 1.
  1. Η υποβολή της ως άνω αιτήσεως του εμπορίου, πρέπει να συνοδεύεται από εκτίμηση των συμβαλλομένων περί της βιωσιμότητας του μετά την υπαγωγή στην έκτατη διαδικασία ρύθμισης.
  1. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την έδρα του, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Οι αποφάσεις του δεν υπόκεινται σε τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίζεται δικάσιμος εντός διμήνου από την υποβολή της. Στην περίπτωση νομικών προσώπων, η αίτησηυποβάλλεται από το όργανο διοίκησης ή τον εξουσιοδοτημένο από αυτό εκπρόσωπο τους. Ο αρμόδιος δικαστής δύναται να διατάσσει κατά το άρθρο 748 παράγραφος 3 Κ.Πολ.Δ. την κλήτευση ενός ή περισσότερων πιστωτών του οφειλέτη, ορίζοντας ταυτόχρονα και την προθεσμία της κλήτευσης, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δεκαπέντε (15) ημερών, καθώς και την καταχώρηση της στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.). Η άσκηση παρέμβασης από τα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου και οποιοδήποτε άλλο πιστωτή γίνεται με κατάθεση προτάσεων στο ακροατήριο και χωρίς την τήρηση προδικασίας κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Η άσκηση παρέμβασης με κατάθεση δικογράφου σε διαφορετική δικάσιμο δεν αποτελεί λόγο αναβολής της συζήτησης της αίτησης κατά την προσδιορισθείσα δικάσιμο.
  1. Η υποβολή της αίτησης έχει ως συνέπεια την αναστολή τυχόν εκκρεμουσών αιτήσεων υπαγωγής σε καθεστώς εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 100 του Πτωχευτικού Κώδικα ή εκκρεμουσών αιτήσεων ειδικής εκκαθάρισης ή κήρυξης πτώχευσης, εφαρμοζόμενων αναλόγως των διατάξεων των παραγράφων 6 και 8 του άρθρου 99 του Πτωχευτικού Κώδικα.
  1. Κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μπορούν να διατάζονται από τον πρόεδρο του αρμόδιου δικαστηρίου τα μέτρα του άρθρου 10 του Πτωχευτικού Κώδικα κατ’ αναλογική του εφαρμογή. Η μεγίστη διάρκεια ισχύος των προληπτικών μέτρων είναι έξι (6) μήνες από την υποβολή της αίτησης. Η αναστολή επάγεται αυτοδικαίως την αναστολή για τις ίδιες απαιτήσεις και έναντι τυχόν συνοφειλετών, καθώς και την απαγόρευση της διάθεσης των ακινήτωνκαι του εξοπλισμού της επιχείρησης του οφειλέτη και τυχόν συνοφειλετών

Άρθρο 63

 Απόφαση του δικαστηρίου

  1. Το δικαστήριο αποδέχεται την αίτηση και ρυθμίζει τις υποχρεώσεις του οφειλέτη σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη συνυποβληθείσα με την αίτηση συμφωνίας ρύθμισης, εάν οι συμβαλλόμενοι πιστωτές στη συμφωνία ρύθμισης εκπροσωπούν το απαιτούμενο είδος και ποσοστό απαιτήσεων, κατά το άρθρο 62 και συντρέχει η προϋπόθεση του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου.
  1. Το δικαστήριο δύναται, σε περίπτωση που κρίνει ότι δεν έχουν προσκομιστεί όλα τα στοιχεία που τεκμηριώνουν το βάσιμο της αίτησης, αντί της απόρριψης της αίτησης, δύναται να τάξει προθεσμία για την προσκομιδή εγγράφων ή την παροχή διευκρινίσεων.
  1. Η απόφαση επί της αιτήσεως εκδίδεται εντός μηνός από τη συζήτηση.
  1. Η απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει την αίτηση δημοσιεύεται αμελλητί σε περίληψη στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) με επιμέλεια του οφειλέτη ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον.
  1. Τριτανακοπή κατά της επικυρωτικής απόφασης δύναται να ασκηθεί εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης κατά τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου από πρόσωπο το οποίο δεν παρέστη στη συζήτηση, λόγω του ότι δεν είχε κλητευθεί ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως.
  1. Το δικαστήριο δεν επικυρώνει τη συμφωνία μόνο εάν ο επαναϋπολογισμός του είδους και του ύψους των απαιτήσεων των συναινούντων πιστωτών ανατρέπει την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 62 ή εφόσον δεν έχουν συμπεριληφθεί απαιτήσεις του τριτανακόπτοντα, οι οποίες λαμβανόμενες υπόψη έχουν ως συνέπεια να μην συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 62.
  1. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την αίτηση του οφειλέτη επιτρέπεται έφεση. Η έφεση ασκείται εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης, για τη δε συζήτηση της ορίζεται δικάσιμος εντός διμήνου από την άσκηση της έφεσης.
  1. Για διάστημα δώδεκα (12) μηνών από τη δημοσίευση απόφασης αποδοχής ή απόρριψης αίτησης του άρθρου 62 του παρόντος δεν επιτρέπεται υποβολή αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξυγίανσης ή άμεσης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης κατά τα άρθρα 100 και 106Β του Πτωχευτικού Κώδικα, αντιστοίχως.

Αρθρο :64

Αποτελέσματα της αποδοχής της αίτησης

  1. Η αποδοχή της αίτησης του άρθρου 62 από το δικατήριο επιφέρει τα ακόλουθα αποτελέσματα αποκλειστικά για τις ρυθμιζόμενες απαιτήσεις:

α. εφόσον το προβλέπει η συμφωνία ρύθμισης, δύνανται να αναστέλλονται οι ατομικές και συλλογικές διώξεις των πιστωτών κατά του οφειλέτη και τυχόν συνοφειλετών για ορισμένο διάστημα, έως τριών μηνών, από τη δημοσίευση της απόφασης περί αποδοχής τηςαίτησης. Στην περίπτωση αυτή, για την ίδια διάρκεια, αναστέλλεται η παραγραφή των απαιτήσεων των συμβαλλόμενων πιστωτών κατά των εγγυητών και τυχόν συνοφειλετών του για την άσκηση διαδικαστικών πράξεων,

β. αναστέλλεται, για περίοδο δώδεκα (12) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης που αποδέχεται την αίτηση, η λήψη κάθε μέτρου συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένης της κήρυξης πτώχευσης, σε βάρος του οφειλέτη, και

 γ. εξοφλείται το οφειλόμενο στους εργαζόμενους χρέος του εδαφίου γ` του άρθρου 154 του Πτωχευτικού Κώδικα σε 12 ισόποσες άτοκες μηνιαίες δόσεις.

  1. Οφειλέτης του οποίου οι υποχρεώσεις έχουν ρυθμιστεί βάσει συμφωνίας επικυρωμένης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, δικαιούται πρόσθετη διαγραφή προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 20%, για τις οφειλές του, προς τη Φορολογική Διοίκηση ή/και τους ΦΚΑ, πέραν των προβλεπόμενων στα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014, όπως εκάστοτε ισχύουν, ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων. Η εφαρμογή του παρόντος σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται την, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, επιστροφή ήδη καταβληθέντων χρηματικών ποσών προς τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΦΚΑ, λόγω της μείωσης προσαυξήσεων. Για την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου αναγκαία προϋπόθεση αποτελεί, οι ίδιοι οι έμποροι και στην περίπτωση των νομικών προσώπων οι πρόεδροι, οι διευθύνοντεςσύμβουλοι, οι διαχειριστές, οι εταίροι και κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε από το νόμο ή από ιδιωτική βούληση ή από δικαστική απόφαση στη διαχείριση των υποθέσεων του νομικού προσώπου, να μην έχουν καταδικαστεί με οριστική απόφαση για φοροδιαφυγή κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 17, 18, και 19 του ν. 2523/1997 ή για λαθρεμπορία ή για απάτη σε βάρος του Δημοσίου ή ΦΚΑ.
  1. Σε περίπτωση που λόγω του ύψους της οφειλής ο οφειλέτης αποκλείεται από τη ρύθμιση των οφειλών του προς τη Φορολογική Διοίκηση ή Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 ή 54 του ν. 4305/2014 όπως εκάστοτε ισχύουν, τότε εφόσον οι υποχρεώσεις του έχουν ρυθμισθεί βάσει συμφωνίας επικυρωμένης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, δικαιούται υπό την προϋπόθεση ότι έχει υπαγάγει τις ανωτέρω οφειλές του σε ρύθμιση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις να αιτηθεί από τη Φορολογική Διοίκηση ή Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, κατά περίπτωση, την διαγραφή ποσοστού 40% επί των προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής που τον βαρύνουν και στην τμηματική εξόφληση του υπολοίπου της οφειλής του σε 100 μηνιαίες δόσεις. Η αίτηση γίνεται δεκτή εκτός εάν εκδοθεί αντίθετη αιτιολογημένη απόφαση από τη Φορολογική Διοίκηση ή το ΦΚΑ εντός δύο(2) μηνών από την υποβολή της αίτησης. Νόμιμη αιτιολογία απόρριψης μπορεί να είναι η ύπαρξη άμεσα ρευστοποιήσιμων εξασφαλιστικών στοιχείων ή επαρκών εγγυήσεων ή η προφανής διακριτική μεταχείριση μετόχων, πιστωτών, συνοφειλετών.
  1. Η απόφαση που αποδέχεται την αίτηση του οφειλέτη αποτελεί τίτλο εκτελεστό για τις αναλαμβανόμενες με αυτήν υποχρεώσεις.
  1. Οι απαιτήσεις των πιστωτών κατά των συνοφειλετών του οφειλέτη, περιορίζονται στο ίδιο ποσό με την απαίτηση τους κατά του οφειλέτη όπως αυτή διαμορφώνεται με τη συμφωνία ρύθμισης, ενώ οι υφιστάμενες ασφάλειες διατηρούνται για την εξασφάλιση της απαίτησης τους, όπως αυτή διαμορφώνεται μετά τη συμφωνία ρύθμισης. Σε περίπτωση ικανοποίησης πιστωτή από συνοφειλέτη, ο οφειλέτης ευθύνεται έναντι αυτού, εάν συντρέχει δικαίωμα αναγωγής,με τον ίδιοτρόπο που ευθύνεται κατά τη συμφωνία ρύθμισης έναντι του πιστωτή που ικανοποιήθηκε από αυτόν.
  1. Τα δικαιώματα των ενέγγυων πιστωτών διατηρούνται υπέρ της απαίτησης τους, όπως αυτή διαμορφώνεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
  1. Η παράβαση από τον οφειλέτη όρου της συμφωνίας ρύθμισης, συμπεριλαμβανομένης και της μη καταβολής για διάστημα αθροιστικά τριών (3) μηνιαίων δόσεων οφειλόμενων προς τη Φορολογική Διοίκηση ή ΦΚΑ κατά τα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014, όπως εκάστοτε ισχύουν ή κατά τις κείμενες διατάξεις ή σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου, παρέχει σε κάθεάλλο πιστωτή του οποίου οι απαιτήσεις ρυθμίζονται συναινετικά ή μη από τη συμφωνία ρύθμισης το δικαίωμα καταγγελίας της ενώ αναβιώνουν οι απαιτήσεις των πιστωτών κατά του οφειλέτη ως προς τις διαγραφείσες οφειλές και καθίστανται αυτοδικαίως ληξιπρόθεσμες και απαιτητές όλες οι ρυθμισθείσες οφειλές, όπως έχουν διαμορφωθεί μετά την αναβίωση τους. Σε περίπτωση αναβίωσηςοφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό ευθύνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις οικείες υπουργικές αποφάσεις βάσει των οποίων είχε χορηγηθεί η εγγύηση του. Η καταγγελία της συμφωνίας ρύθμισης συνεπάγεται την αυτοδίκαιη ανατροπή των συνεπειών της επικύρωσης της συμφωνίας ρύθμισης. Η παρούσα διάταξη δεν επηρεάζει τις συνέπειες μη τήρησης των όρων ρύθμισης, προς τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΦΚΑ, που συνεπάγεται την αναδρομική αναβίωση του συνόλου των διαγραφεισών προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής, τα οποία καθίστανται στο σύνολο τους άμεσα απαιτητά και ληξιπρόθεσμα.
  1. Οι διατάξεις των άρθρων 51 και 54 του ν. 4305/2014, όπως εκάστοτε ισχύουν, εφαρμόζονται συμπληρωματικά και για τις ρυθμιζόμενες κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΦΚΑ.
  1. Εξαιρούνται της πτωχευτικής ανάκλησης, κατά την έννοια των άρθρων 41 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα, πράξεις που έλαβαν χώρα σε εκπλήρωση της συμφωνίας ρύθμισης του άρθρου 64 παράγραφος 3 του παρόντος νόμου.

Αρθρο :65

Χρηματοδότηση της επιχείρησης

Χρηματοδοτήσεις ή εισφορές αγαθών ή υπηρεσιών προς τον οφειλέτη, οι οποίες διενεργούνται για διάστημα ενός έτους από τη δημοσίευση της απόφασης του άρθρου 63, καταλαμβάνονται από το προνόμιο του άρθρου 154 περίπτωση α` του Πτωχευτικού Κώδικα. Το προνόμιο του παρόντος άρθρου δεν καταλαμβάνει χρηματοδοτήσεις ή εισφορές αγαθών ή υπηρεσιών από ιδιοκτήτες, εταίρους ή μετόχους, πρόεδρους, διευθύνοντες σύμβουλους, διευθυντές, διαχειριστές, πρόσωπα

εντεταλμένα από το νόμο ή από ιδιωτική βούληση ή βάσει δικαστικής απόφασης στην εκπροσώπηση και διαχείριση της επιχείρησης, καθώς και τους συζύγους και τους συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τον τρίτο βαθμό των ανωτέρω προσώπων ή του ιδίου του εμπόρου, καθώς και από συνδεδεμένες επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920. Επίσης, δεν καταλαμβάνει εισφορές στο πλαίσιο αύξησης κεφαλαίου, καθώς και δικηγορικές αμοιβές για κατ’ αποκοπή χειρισμό υπόθεσης, καθ’ υπέρβαση του ποσού αμοιβής που προκύπτει για τηναντίστοιχη υπηρεσία σύμφωνα με το Παράρτημα I του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α`208) και των σχετικών δαπανών-εξόδων, στα οποία υποβάλλεται ο δικηγόρος. Το προνόμιο καταλαμβάνει χρηματοδοτήσεις ή εισφορές μέχρις ορίου που προσδιορίζεται στην υποβλη-θείσα συμφωνία ρύθμισης.

Αρθρο 66

Δικαίωμα αποζημίωσης πιστωτών

 

Πιστωτές, οι οποίοι δεν έχουν συνυπογράψει τη συμφωνία του άρθρου 62 παράγραφος 3 του παρόντος κεφαλαίου και των οποίων οι απαιτήσεις έχουν περιοριστεί κατά την ονομαστική τους αξία, δικαιούνται να λάβουν αποζημίωση από τον οφειλέτη για την προκληθείσα σε αυτούς ζημία, εφόσον αποδεικνύουν ότι εξ αιτίας της εφαρμογής της συμφωνίας η αξία της απαίτησης τους μειώθηκε πέραν του ποσού που ευλόγως θα ανακτούσαν: (α) μέσω της θέσης της επιχείρησης σε

πτωχευτική ρευστοποίηση κατά τον αυτό χρόνο ή β) μέσω της ρευστοποίησης των εξασφαλίσεων τους ή γ) εάν η απαίτηση τους είχε δυσμενέστερη μεταχείριση από απαίτηση πιστωτή που βρίσκεται στην ίδια θέση, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος επιχειρηματικός ή κοινωνικός λόγος διακριτικής μεταχείρισης. Σε κάθε περίπτωση, η υποβολή αγωγής αποζημίωσης αλλά και η αποδοχή της κατά τα ανωτέρω δεν επηρεάζει την εφαρμογή της συμφωνίας ρύθμισης. Σε περίπτωση

ευδοκίμησης της αγωγής ευθύνονται αλληλεγγύως για την αποζημίωση του ενάγοντα πιστωτή οι τυχόν συνοφειλέτες, κατά το μέρος της ευθύνης τους, εξαιρουμένου του Ελληνικού Δημοσίου ως εγγυητή, ενώ ευθύνονται συμμέτρως προς τις ρυθμισμένες απαιτήσεις τους σύμφωνα με αίτηση του άρθρου 62 παράγραφος 1 του παρόντος κεφαλαίου, οι συνυπογράφοντες τη συμφωνία πιστωτές. Η αγωγή αποζημίωσης ασκείται εντός δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης

που δέχεται την αίτηση κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 63 του παρόντος.

Αρθρο :67

Περιορισμός αμοιβών

Οι πράξεις κατ’ εφαρμογή της συμφωνίας ρύθμισης απαλλάσσονται από κάθε φόρο, τέλος ή δικαίωμα Δημοσίου ή τρίτων, συμπεριλαμβανομένων των τελών χαρτοσήμου, εξαιρουμένου του ΦΠΑ. Ως προς τις αμοιβές για τις αυτές πράξεις ή συμβάσεις εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 134 του Πτωχευτικού Κώδικα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

 ΕΚΤΑΚΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ

Άρθρο 68

 Αίτηση υπαγωγής στην έκτακτη διαδικασία ειδικής διαχείρισης

  1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του Πτωχευτικού Κώδικα, το οποίο έχει την έδρα του στην Ελλάδα και βρίσκεται σε γενική και μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων, δύναται να υπάγεται στη διαδικασία ειδικής διαχείρισης του παρόντος άρθρου. Στην περίπτωση κεφαλαιουχικών εταιριών, αυτές μπορούν να υπάγονται στη διαδικασία ειδικής διαχείρισης του παρόντος άρθρου και εφόσον συντρέχει ως προς αυτές για δύο συνεχόμενες χρήσεις λόγος λύσης κατά το άρθρο 48 παρ. 1 του κ.ν.2190/1920 (αναλογικά εφαρμοζομένου στις λοιπές μορφές κεφαλαιουχικών εταιριών).
  1. Η αίτηση υποβάλλεται από πιστωτή ή πιστωτές του οφειλέτη, στους οποίους περιλαμβάνεται τουλάχιστον ένας χρηματοδοτικός φορέας, οι οποίοι εκπροσωπούν τουλάχιστον το 40% του συνόλου των απαιτήσεων σε βάρος του οφειλέτη.
  1. Για τις ανάγκες του παρόντος ως πιστωτές νοούνται όσοι έχουν απαιτήσεις κατά του οφειλέτη κατά την έννοια του Ελληνικού Γενικού Λογιστικού Σχεδίου (π.δ. 1123/1980) ή σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, προκειμένου για επιχειρήσεις που καταρτίζουν οικονομικές καταστάσεις, υποχρεωτικά ή προαιρετικά σύμφωνα με αυτά, ενώ περιλαμβάνονται επίσης οι απαιτήσεις από χρηματοδοτικές μισθώσεις που οφείλονται συμβατικά από τον ως άνω χρόνο αναφοράς μέχρι τη συμβατική ημερομηνία λήξης των συμβάσεων εφόσον σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες λογιστικές αρχές δεν αποτυπώνονται στις πιο πάνω οικονομικές καταστάσεις.
  1. Ο υπολογισμός του ποσοστού των αιτούντων πιστωτών για τις ανάγκες της παραγράφου 2 γίνεται με βάση κατάσταση πιστωτών που συντάσσεται από κάτοχοάδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α` ή Β` Τάξεως του ν. 2515/1997 ή ορκωτό ελεγκτή, βασίζεται στις δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις ή/και τα βιβλία και στοιχεία του οφειλέτη ή/και των αιτούντων πιστωτών και αποτυπώνεται σε βεβαίωση του συντάκτη ότι συντρέχει η προϋπόθεση της πλειοψηφίας της παραγράφου 2. Η βεβαίωση αυτή επισυνάπτεται στην αίτηση της παραγράφου 1 με ποινή απαράδεκτου. Κοινοπρακτούντες και ομολογιούχοι πιστωτές συμμετέχουν στο σχηματισμό του ποσοστού της παραγράφου 2 σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας.
  1. Για το παραδεκτό της αίτησης απαιτείται η ταυτόχρονη κατάθεση δήλωσης του προτεινομένου ως ειδικού διαχειριστή (φυσικού ή νομικού προσώπου) περί αποδοχής του σχετικού έργου.

Αρθρο :69

Ορισμός Ειδικού Διαχειριστή

  1. Ως ειδικός διαχειριστής ορίζεται νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο, όπως ορίζονται στο ν. 3693/2008 (Α` 174) ή δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή δικηγορική εταιρία στην οποία συμμετέχει δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή πτυχιούχος ανωτάτης σχολής που είναι μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (Ο.Ε.Ε.) και κάτοχος άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α` τάξεως του ν. 2515/1997 (Α` 154). Ειδικός διαχειριστής μπορεί να ορισθεί και σύμπραξη προσώπων εφόσον συμμετέχει σε αυτή νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο ή δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή δικηγορική εταιρία στην οποία συμμετέχει δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή πτυχιούχος ανωτάτης σχολής, που είναι μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (Ο.Ε.Ε.) και κάτοχος άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α` τάξεως του ν. 2515/1997.
  1. Ως προς τον ειδικό διαχειριστή ισχύει το άρθρο 106ι παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα.
  1. Η διαδικασία και το λειτούργημα του ειδικού διαχειριστή παύουν εντός δώδεκα (12) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης του άρθρου 70, ανεξαρτήτως της αντικατάστασης του ειδικού διαχειριστή κατά το επόμενο εδάφιο, εκτός εάν άλλως προβλέπεται στο παρόν. Αν συντρέχει σπουδαίος λόγος ή ο ειδικός διαχειριστής παραιτηθεί, μπορεί ο τελευταίος να αντικαθίσταται κατόπιν αίτησης όποιου έχει έννομο συμφέρον προς το δικαστήριο του άρθρου 70 του παρόντος, που δικάζεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η αμοιβή του ειδικού διαχειριστή συμφωνείται μεταξύ του ειδικού διαχειριστή και των αιτούντων πιστωτών καικαταβάλλεται από αυτούς, εφαρμοζομένου του προνομίου του άρθρου 154 περίπτωση α` του Πτωχευτικού Κώδικα.
  1. Ο ειδικός διαχειριστής ευθύνεται μόνο για δόλο και βαριά αμέλεια. Ο ειδικός διαχειριστής και, αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, οι εκπρόσωποι του, δεν προσωποκρατούνται ούτε υπέχουν οποιαδήποτε αστική, ποινική ή άλλη ευθύνη για χρέη της υπό ειδική διαχείριση εταιρίας, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσης τους και το χρόνο στον οποίο ανάγονται. Το λειτούργημα του ειδικού διαχειριστή δεν συνιστά ελεγκτική εργασία.

Αρθρο :70

Εκδίκαση της αίτησης

  1. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την έδρα του, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Οι αποφάσεις του δεν υπόκεινται σε τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.
  1. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίζεται δικάσιμος εντός διμήνου από την υποβολή της. Στην περίπτωση νομικών προσώπων εφαρμόζεται το άρθρο 96 παρ. 2 του Πτωχευτικού Κώδικα. Ο αρμόδιος δικαστής δύναται κατά το άρθρο 748 παράγραφος 3 Κ.Πολ.Δ. να διατάξει την κλήτευση ενός ή περισσότερων πιστωτών του οφειλέτη, ορίζοντας ταυτόχρονα και την προθεσμία της κλήτευσης, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δεκαπέντε (15) ημερών, καθώς και την καταχώρηση της στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.). Η άσκηση παρέμβασης από τα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου και οποιονδήποτε άλλο πιστωτή γίνεται με κατάθεση προτάσεων στο ακροατήριο και χωρίς την τήρηση προδικασίας κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Η άσκηση παρέμβασης με κατάθεση δικογράφου σε διαφορετική δικάσιμο δεν αποτελεί λόγο αναβολής της συζήτησης της αίτησης κατά την προσδιορισθείσα δικάσιμο.
  1. Κατόπιν αιτήσεως οιποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μέχρι την έκδοση της απόφασης του άρθρου 71 μπορούν να διατάζονται από τον πρόεδρο του αρμόδιου δικαστηρίου τα μέτρα του άρθρου 10 του Πτωχευτικού Κώδικα κατ’ αναλογική του εφαρμογή. Η αναστολή επάγεται αυτοδικαίως την αναστολή για τις ίδιες απαιτήσεις και έναντι των λοιπών συνοφειλετών, καθώς και την απαγόρευση της διάθεσης των ακινήτων και του εξοπλι- σμού της επιχείρησης του οφειλέτη και τυχόν συνοφειλετών του.
  1. Η αίτηση του άρθρου 68 μαζί με την πράξη ορισμού δικασίμου κοινοποιείται στην επιχείρηση και περίληψη αυτής δημοσιεύεται στο Γ.Ε.ΜΗ. δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν τη δικάσιμο. Κύριες παρεμβσεις κατατίθενται υποχρεωτικά και με ποινή απαραδέκτου το αργότερο τρεις (3) εργάσιμες ημέρες πριν από τη δικάσιμο, και συνεκδικάζονται, υποχρεωτικώς, όπως και οι τυχόν πρόσθετες παρεμβάσεις, με την αίτηση. Οι κυρίως παρεμβαίνοντες φέρουν το βάρος απόδειξης ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 68.
  1. Η υποβολή της αίτησης αναστέλλει τυχόν εκκρεμείς αιτήσεις υπαγωγής σε καθεστώς εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 100 του Πτωχευτικού Κώδικα ή εκκρεμείς αιτήσεις ειδικής εκκαθάρισης ή κήρυξης πτώχευσης, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των παραγράφων 6 και 8 του άρθρου 99 του Πτωχευτικού Κώδικα.

Αρθρο :71
Απόφαση του δικαστηρίου

  1. Το δικαστήριο αποδέχεται την αίτηση εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 68 παράγραφοι 1 και 2.
  1. Το δικαστήριο αποδεχόμενο την αίτηση διορίζει με την απόφαση του τον προτεινόμενο στην αίτηση ειδικό διαχειριστή, εκτός εάν υπάρχει πέραν της μιας αίτηση ή κύρια παρέμβαση με το αυτό αίτημα (θέση σε ειδική διαχείριση) και διαφορετική πρόταση ως προς τον ειδικό διαχειριστή, οπότε διορίζει τον κατά την κρίση του καταλληλότερο μεταξύ των προταθέντων.
  1. Η απόφαση επί της αιτήσεως εκδίδεται εντός μηνός από τη συζήτηση.
  1. Η απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει την αίτηση δημοσιεύεται αμελλητί σε περίληψη στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) με επιμέλεια του οφειλέτη ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον.
  1. Τριτανακοπή κατά της απόφασης που δέχεται την αίτηση δύναται να ασκηθεί ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, από πρόσωπο που δεν παρέστη στη συζήτηση είτε γιατί δεν κλητεύθηκε είτε γιατί δεν κλητεύθηκε νομίμως, εντός νόμιμης προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο.
  1. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την αίτηση του άρθρου 68 παρ. 2 επιτρέπεται έφεση. Η έφεση ασκείται εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης, για τη δε συζήτηση της έφεσης ορίζεται δικάσιμος εντός διμήνου από την υποβολή της.

Αρθρο :72

Συνέπειες αποδοχής της αίτησης

1.Η αποδοχή της αίτησης συνεπάγεται την αυτοδίκαιη αναστολή όλων των ατομικών διώξεων κατά της επιχείρησης καθ’ όλη τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων και των μέτρων διοικητικής εκτέλεσης από το Δημόσιο και τους ΦΚΑ, καθώς και των μέτρων διασφάλισης της οφειλής κατά τις διατάξεις του άρθρου 46 του ν. 4174/2013.

  1. Μετά τη δημοσίευση της απόφασης της προηγούμενης παραγράφου η εξουσία των καταστατικών οργάνων διοίκησης και διαχείρισης της επιχείρησης περιέρχεται στο σύνολο της στον διοριζόμενο ειδικό διαχειριστή. Ο ειδικός διαχειριστής αναλαμβάνει την εκπροσώπηση της εταιρίας έναντι τρίτων και τη διεκπεραίωση των καθημερινών της συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένης και της σύνταξης οικονομικών καταστάσεων και τηςυποβολής φορολογικών δηλώσεων, ενώ αναστέλλεται για τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης ηυποχρέωση έγκρισης των οικονομικών καταστάσεων από τη γενική συνέλευση των μετόχων.
  1. Η θέση της επιχείρησης σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης δεν συνιστά σπουδαίο λόγο για την καταγγελία εκκρεμών συμβάσεων, ούτε αποτελεί λόγο ανάκλησης διοικητικών αδειών.

Αρθρο :73

Διαδικασία ειδικής διαχείρισης – διάθεση  του ενεργητικού

  1. Ο ειδικός διαχειριστής εγκαθίσταται με τη βοήθεια της δημόσιας αρχής στη διοίκηση της επιχείρησης, συντάσσει αμελλητί απογραφή των στοιχείων της επιχείρησης, και εν συνεχεία καταρτίζει με βάση την απογραφή υπόμνημα προσφοράς, στο οποίο, πλην των απογραφέντων στοιχείων της επιχείρησης, περιλαμβάνει και κάθε πληροφορία χρήσιμη για την εικόνα του ενεργητικού της.
  1. Ο ειδικός διαχειριστής, προκειμένου να διατηρήσει τη λειτουργία της επιχείρησης και να καλύψει δαπάνες και έξοδα της ειδικής διαχείρισης, περιλαμβανομένων και των δικών του αμοιβών, δύναται να λάβει κατά τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης χρηματοδοτήσεις ή εισφορές αγαθών ή υπηρεσιών, οι οποίες φέρουν το ειδικό προνόμιο του άρθρου 154 περίπτωση α` του Πτωχευτι-κού Κώδικα.
  1. Το συντομότερο δυνατόν από την εγκατάσταση του, ο ειδικός διαχειριστής διενεργεί δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό για την εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της υπό ειδική διαχείρισηεπιχείρησης ή επί μέρους λειτουργικών συνόλων της επιχείρησης (κλάδων) ή περιουσιακών της στοιχείων εφόσον αυτά δεν αποτελούν κλάδους.
  1. Για την εκποίηση του ενεργητικού, ως σύνολο ή ως μέρη, κατά περίπτωση, ο ειδικός διαχειριστής, δημοσιεύει με ολοσέλιδη καταχώρηση σε δύο καθημερινής πανελλήνιας κυκλοφορίας εφημερίδες, στο Γ.Ε.ΜΗ. και στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέας Νομικών) και αναρτά επίσης στον τυχόν ιστότοπο της επιχείρησης στο διαδίκτυο και στο πληροφοριακό σύστημα της Φορολογικής Διοίκησης πρόσκληση διενέργειας ενός ή περισσοτέρων, κατά περίπτωση, δημόσιων πλειοδοτικών διαγωνισμών.
  1. Στην πρόσκληση ορίζεται ημερομηνία για την ενώπιον του ειδικού διαχειριστή στα γραφεία της επιχείρησης ή κατά την κρίση του στο κατάστημα του αρμόδιου δικαστηρίου υποβολή δεσμευτικών προσφορών, απαλλαγμένων από οποιαδήποτε αίρεση ή επιφύλαξη και συνοδευόμενων από εγγυητική επιστολή για το ισόποσο του προσφερομένου τιμήματος. Η ημερομηνία του προηγούμενου εδαφίου απέχει είκοσι (20) τουλάχιστον και το πολύ σαράντα (40) εργάσιμες ημέρες από τη δημοσίευση της πρόσκλησης. Στην πρόσκληση καθορίζονται και οι λοιποί όροι του σχετικού πλειοδοτικού διαγωνισμού, μεταξύ των οποίων περιέχεται η δέσμευση ότι με την υπογραφή της σύμβασης μεταβίβασης θα καταβάλλεται τοις μετρητοίς το σύνολο του τιμήματος, ενώ περιλαμβάνεται και το κείμενο της σύμβασης μεταβίβασης για τησκο-πούμενη δικαιοπραξία.
  1. Ο ειδικός διαχειριστής δύναται να διαθέτει προς ενδιαφερομένους πληροφορίες ως προς τα διατιθέμενα περιουσιακά στοιχεία και την επιχειρηματική δραστηριότητα και τα εργασιακά θέματα και σχέσεις της υπό ειδική διαχείριση εταιρίας, καθώς και πρόσβαση σε ενδιαφερομένους αγοραστές σε στοιχεία της εταιρίας.
  1. Μετά τη, σύμφωνα με την πρόσκληση, λήξη της διαδικασίας υποβολής ο ειδικός διαχειριστής αποσφραγίζει τις προσφορές και συντάσσει έκθεση, η οποία αναφέρει τον πλειοδότη. Η έκθεση αυτή κοινοποιείται σε όσους νόμιμα κατέθεσαν προσφορές και υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο της παραγράφου 1 του άρθρου 69 του παρόντος κεφαλαίου με σχετική αίτηση αποδοχής της.
  1. Σε περίπτωση που κατά το διαγωνισμό της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου κατατέθηκε μία μόνο προσφορά, συνέρχεται αμελλητί με πρόσκληση του ειδικού διαχειριστή συνέλευση των πιστωτών, η οποία με απόφαση της πλειοψηφίας επί του συνόλου των εκπροσωπουμένων στη συνέλευση απαιτήσεων (εφόσον υφίσταται η απαιτούμενη απαρτία που ορίζεται ως η πλειοψηφία των απαιτήσεων των πιστωτών οφειλέτη) αποφασίζει την υποβολή της έκθεσης της προηγούμενης παραγράφου στο δικαστήριο. Δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν τη συνέλευση των πιστωτών τίθεται στη διάθεση των πιστωτών η προσφορά. Δικαίωμα συμμετοχής στη συνέλευση έχουν οι αναφερόμενοι στην κατάσταση πιστωτών της παραγράφου 4 του άρθρου 68, ενώ η πρόσκληση τους γίνεται με τον τρόπο δημοσίευσης της πρόσκλησης διενέργειας δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση λήψης απόφασης υποβολής, ο ειδικός διαχειριστής υποβάλει αίτηση αποδοχής στο δικαστήριο κατά την προηγούμενη παράγραφο. Σε περίπτωση μη λήψης απόφασης υποβολής, επέρχονται οι συνέπειες της επόμενης παραγράφου.
  1. Σε περίπτωση που ο διαγωνισμός αφορά το σύνολο του ενεργητικού της επιχείρησης και δεν κατατέθηκε καμία προσφορά ή δεν κατατέθηκε καμία προσφορά για οποιοδήποτε από τα λειτουργικά σύνολα, η διαδικασία θεωρείται ότι έχει λήξει και ο ειδικός διαχειριστής υποχρε-ούται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης σε βάρος του οφειλέτη.
  1. Σε περίπτωση που δεν κατατέθηκε προσφορά για ορισμένα μόνο από τα λειτουργικά σύνολα, ο ειδικός διαχειριστής δεν διενεργεί νέο διαγωνισμό ως προς αυτά αλλά περιορίζεται στη διάθεση αυτών για τα οποία ελήφθησαν προσφορές εφαρμόζοντας αναλογικά την παραπάνω διαδικασία.

Αρθρο :74

Διαδικασία ειδικής διαχείρισης – εκδίκαση της αίτησης αποδοχής

  1. Για τη συζήτηση της αίτησης αποδοχής της παραγράφου 7 του άρθρου 73, τις τυχόν παρεμβάσεις και οποιοδήποτε άλλο σχετικό ζήτημα εφαρμόζονται τα οριζόμενα για την αίτηση υπαγωγής σε ειδική διαχείριση, αναλόγως εφαρμοζόμενα.
  1. Το δικαστήριο αποδέχεται την υποβληθείσα αίτηση εφόσον διαπιστώσει ότι τηρήθηκαν οι όροι του παρόντος και ότι η εισαγόμενη προς έγκριση προσφορά είναι του πλειοδότη ή, σε περίπτωση μίας προσφοράς, ότι έχει την έγκριση της συνέλευσης των πιστωτών και ανακηρύσσει τον αγοραστή ή τους αγοραστές, κατά περίπτωση με απόφαση του, που δεν υπάγεται σε ένδικα μέσα.
  1. Η απόφαση του δικαστηρίου δημοσιεύεται σε περίληψη στο Γ.Ε.ΜΗ.. Σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης το αρμόδιο δικαστήριο ορίζει και εισηγητή δικαστή για τις ανάγκες της διανομής του πλειστηριάσματος κατά το άρθρο 77 του παρόντος.
  1. Τριτανακοπή κατά της αποφάσεως δύναται να ασκηθεί από πρόσωπο που δεν παρέστη στη συζήτηση είτε γιατί δεν κλητεύθηκε είτε δεν κλητεύθηκε νόμιμα σε αυτή εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημε-ρών από τη δημοσίευση της απόφασης κατά το προηγούμενο εδάφιο.

Αρθρο :75

Διαδικασία ειδικής διαχείρισης – μεταβίβαση του ενεργητικού

  1. Με τη δημοσίευση της τυχόν θετικής απόφασης ο ειδικός διαχειριστής απευθύνει εγγράφως προς τον αγοραστή ή τους αγοραστές σχετική πρόσκληση του για υπογραφή εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών της σύμβασης μεταβίβασης που περιλήφθηκε στην πρόσκληση. Η παραπάνω σύμβαση επέχει θέση τελεσίδικης κατακύρωσης του 1003 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
  1. Εφόσον το τίμημα καταβληθεί εμπροθέσμως, ο ειδκός διαχειριστής συντάσσει αμελλητί πράξη εξόφλησης. Η πράξη αυτή προσαρτάται στη Σύμβαση Μεταβίβασης, επέχει θέση περίληψης έκθεσης κατακύρωσης του άρθρου 1005 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εφαρμοζομένων ως προς αυτήν αναλόγως όσων ισχύουν επί της τελευταίας και έχει, στην περίπτωση μεταβίβασης ακινήτων, ως άμεση έννομη συνέπεια, μετά τη μεταγραφή της και το σχετικό αίτημα προς τον υποθηκοφύλακα ή το κτηματολογικό γραφείο κατά τα οριζόμενα για την πράξη μεταγραφής ακινήτων, την εξάλειψη και διαγραφή των υπέρ τρίτων βαρών.
  1. Στη μεταβίβαση του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης ή και λειτουργικών συνόλων αυτής, στο πλαίσιο της ειδικής διαχείρισης, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 479 Α.Κ.
  1. Ως προς την παραπάνω σύμβαση μεταβίβασης, τις εκκρεμείς συμβάσεις της επιχείρησης και τις διοικητικές άδειες ισχύουν τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 106Θ του Πτωχευτικού Κώδικα.
  1. Οι πράξεις για την πραγματοποίηση της μεταβίβασης απαλλάσσονται από κάθε φόρο, τέλος ή δικαίωμα Δημοσίου ή τρίτων, καθώς και τελών χαρτοσήμου, εξαιρουμένου του ΦΠΑ.
  1. Ως προς αμοιβές για τις αυτές πράξεις ή συμβάσεις εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 134 του Πτωχευτικού Κώδικα
  1. Οι πράξεις αυτές εξαιρούνται επίσης της πτωχευτικής ανάκλησης, κατά την έννοια των άρθρων 41 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα.

Άρθρο 76

 Περάτωση διαδικασίας ειδικής διαχείρισης

  1. Σε περίπτωση που δεν ολοκληρωθεί η όλη διαδικασία μεταβίβασης τουλάχιστον του 90% του συνόλου του ενεργητικού της εταιρίας (ως λογιστική αξία) εντός της προθεσμίας του άρθρου 69 παρ. 3 τότε η διαδικασία θεωρείται ότι έχει λήξει και ο ειδικός διαχειριστής υποχρεούται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης της επιχείρησης. Σε περίπτωση που εκκρεμεί αίτηση πτώχευσης προχωρά η εξέταση της. Κατ’ εξαίρεση, εάν εντός της ανωτέρω προθεσμίας εκκρεμεί πλειοδοτική διαδικασία και υποβολή αίτησης προς το δικαστήριο για αποδοχή προσφοράς με την οποία να επιτυγχάνεται (λαμβανομένωνυπόψη και τυχόν προηγουμένων διαθέσεων) η διάθεση τουλάχιστον του 90% του συνόλου του ενεργητικού της εταιρίας (ως λογιστική αξία και ανεξαρτήτως τρόπου διάθεσης), τότε η ειδικήδιαχείριση παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι την έκδοση των σχετικών αποφάσεων από το αρμόδιο δικαστήριο  και την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβίβασης των σχετικών στοιχείων.
  1. Εφόσον ολοκληρωθεί επιτυχώς από τον ειδικό διαχειριστή η μεταβίβαση τουλάχιστον του 90% του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης (ως λογιστική αξία) και εάν κατά την εκτίμηση του, βάσει των αναγγελθεισών απαιτήσεων της παραγράφου 1 του άρθρου 77, το προϊόν ρευστοποίησης επαρκεί για την πλήρη ικανοποίηση όλων των πιστωτών, υποβάλλει σχετικό αίτημα στο αρμόδιο δικαστήριο το οποίο δύναται να παρατείνει το διορισμό του μεαποκλειστικό αντικείμενο τη διάθεση του προϊόντος ρευστοποίησης προς τους δικαιούχους. Σεπερίπτωση πλήρους ικανοποίησης του συνόλου των πιστωτών, τα εταιρικά όργανα ή ο ιδιοκτήτης, κατά περίπτωση, ανακτούν τη διοίκηση του φορέα της επιχείρησης. Σε αντίθετη περίπτωση, ο ειδικός διαχειριστής υποχρεούται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης του οφειλέτη. Σε περίπτωση που εκκρεμεί αίτηση πτώχευσης προχωρά η εξέταση της.
  1. Σε περίπτωση κήρυξης του φορέα της επιχείρησης σε πτώχευση, εάν εκκρεμεί η διάθεση μέρους του ενεργητικού της επιχείρησης στους πιστωτές, ο ειδικός διαχειριστής διατηρεί τον έλεγχο του ανωτέρω υπολοίπου και την ευθύνη διανομής του στους δικαιούχους σύμφωνα με το άρθρο 18 του παρόντος και η διανομή αυτή δεν υπόκειται σε πτωχευτική ανάκληση.

Αρθρο :77

Διαδικασία ειδικής διαχείρισης – διανομή προς πιστωτές

  1. Ο ειδικός διαχειριστής, το συντομότερο μετά τη μεταβίβαση του ενεργητικού της επιχείρησης (ή και μέρους αυτής ως λειτουργικού συνόλου) κατά τα προαναφερόμενα υποχρεούται να δημοσιοποιήσει, με τον τρόπο που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 73, πρόσκληση αναγγελίας απαιτήσεων των πιστωτών. Οι πιστωτές αναγγέλλουν τις απαιτήσεις τους μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τη δημοσιοποίηση της πρόσκλησης.
  1. Στη συνέχεια ο ειδικός διαχειριστής, αφού αφαιρέσει από το προϊόν της ειδικής διαχείρισης τα έξοδα της διαδικασίας, στα οποία περιλαμβάνονται οι δαπάνες της λειτουργίας της επιχείρησης κατάτην ειδική διαχείριση και αποδώσει τα αντίστοιχα ποσά συμμέτρως προς τους δικαιούχους, επαληθεύει τις απαιτήσεις με βάση τα στοιχεία της επιχείρησης, σύμφωνα με την απλοποιημένη διαδικασία του άρθρου 163 του Πτωχευτικού Κώδικα, ανεξαρτήτως ποσού απαίτησης, και συντάσσει, για το απομένον υπόλοιπο, πίνακα κατάταξης κατά τις διατάξεις των άρθρων 153 -161του Πτωχευτικού Κώδικα εφαρμοζομένων αναλόγως. Αρμόδιο για την εκδίκαση τυχόν ανακοπών κατά του πίνακα (τόσο ως προς την επαλήθευση όσο ως προς την κατάταξη) και την τυχόν αναμόρφωση του είναι το δικαστήριο της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του παρόντος Κεφαλαίου, το οποίο δικάζει κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις.
  1. Η διανομή προς πιστωτές διενεργείται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κ.Πολ.Δ..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

Άρθρο 78

Στο άρθρο 27 του ν. 4172/2013 (Α`167) προστίθεται παράγραφος 3 και οι υπάρχουσες παράγραφοι 3 και 4 αναριθμούνται ως παράγραφοι 4 και 5 ως εξής:

«3. Η χρεωστική διαφορά (οριστική ζημία) λόγω πιστωτικού κινδύνου η οποία προκύπτει για τους πιστωτές των εποπτευόμενων από την Τράπεζα της Ελλάδος νομικών προσώπων των παραγράφων 5, 6 και 7 του άρθρου 26 του παρόντος από τη διαγραφή χρεών οφειλετών τους κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 του νόμου με τίτλο «Ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο α) της Απόφασης-Πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2008, όπως τροποποιήθηκε

με την Απόφαση – Πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουάριου 2009, σχετικά με ην εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις, οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας, για το σκοπό της εκτέλεσης τους στην Ευρωπαϊκή Ενωση (ΜΕΡΟΣ Α), β) της Απόφασης-Πλαίσιο 2008/947/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2008, όπως τροποποιήθηκε με την Απόφαση- Πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουάριου 2009, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις που προβλέπουν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής ή απόλυση υπό όρους, με σκοπό την επιτήρηση των μέτρων αναστολής και των εναλλακτικών κυρώσεων στην Ευρωπαϊκή Ενωση (ΜΕΡΟΣ Β), γ) της Απόφασης-Πλαίσιο 2009/ 829/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με την εφαρμογή, μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις περί μέτρων επιτήρησης εναλλακτικά προς την προσωρινή κράτηση (ΜΕΡΟΣ Γ) και άλλες διατάξεις», εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα τους σε δεκαπέντε (15) ισόποσες ετήσιες δόσεις, αρχής γενομένης από τη χρήση στην οποία πραγματοποιήθηκε η διαγραφή. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, η χρεωστική διαφορά ισούται με το συνολικό ποσό της διαγραφής μείον τους μη εγγεγραμμένους τόκους, οι οποίοι και δεν εγγράφονται. Η ανωτέρω χρεωστική διαφορά καταχωρείται σε χρέωση των αποτελεσμάτων της χρήσης στην οποία προκύπτει. Σε περίπτωση που ο πιστωτής έχει σχηματίσει και εκπέσει από τα ακαθάριστα έσοδα του, για το χρέος που διαγράφεται, πρόσθετη ειδική πρόβλεψη κατά τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 26 του παρόντος, η πρόβλεψη αντιλογίζεται σε πίστωση των αποτέλεσματων του φορολογικού έτους στο οποίο πραγματοποιήθηκε η διαγραφή και αποτελεί για τον πιστωτή φορολογητέο κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα.»

Άρθρο 79

 Λοιπές διατάξεις

  1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας συστήνεται επιτροπή με αρμοδιότητες την παρακολούθηση της εφαρμογής των μέτρων του παρόντος νόμου, το συντονισμό και υποστήριξη των συμμετεχόντων φορέων και αρχών, τη συλλογή και επεξεργασία στατιστικών και άλλων στοιχείων ως προς την εφαρμογή τους και τις οικονομικές και άλλες επιπτώσεις, την υποβολή εισηγήσεων και προτάσεων προς τους ανωτέρω Υπουργούς, την Τράπεζα της Ελλάδος και άλλα εποπτικά όργανα. Με την ίδια απόφαση ρυθμίζεται επίσης κάθε ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία της επιτροπής αυτής και την εκπλήρωση του σκοπού της.
  1. Η διαγραφή ή/και ρύθμιση υπολοίπου δανείου, το οποίο τελεί υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και συντελείται εντός του πλαισίου της διαδικασίας των προηγούμενων άρθρων, δεν επηρεάζει κατά τα λοιπά την ισχύ της παρασχεθείσας εγγύησης από το Ελληνικό Δημόσιο.
  1. Η περίπτωση η` του άρθρου 8 του ν. 3461/2006 (Α-106), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 παρ. 7 του ν. 4013/2011 (Α` 204), εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση επικύρωσης συμφωνιών ρύθμισης κατά το Τρίτο Κεφάλαιο του παρόντος νόμου.

 

29

Δεκ

2014

Ως 30 Ιανουαρίου 2015 η τελευταία παράταση για εκπρόθεσμη υποβολή δήλωσης διακοπής δραστηριότητας

29 Δεκεμβρίου, 2014

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ
ΤΜΗΜΑ Γ΄

ΘΕΜΑ: «Παράταση προθεσμίας για την εκπρόθεσμη υποβολή δήλωσης διακοπής επιχειρηματικής δραστηριότητας, πέραν του έτους, βάσει του πραγματικού χρόνου διακοπής».

Η προθεσμία που είχε δοθεί μέχρι 26/09/2014 με το ΔΕΣ Γ 1108349 ΕΞ24.7.20  έγγραφό μας για την εκπρόθεσμη υποβολή δήλωσης διακοπής εργασιών, πέραν του έτους, βάσει του πραγματικού χρόνου διακοπής, παρατείνεται μέχρι την 30η Ιανουαρίου 2015.

Κατόπιν των ανωτέρω, τα φυσικά, νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες μπορούν, για τη διακοπή των εργασιών τους, σύμφωνα με τις 1030160/650/ΔΜ/ ΠΟΛ 1068/19.3.2001, 1016769/389/ΔΜΒ/ ΠΟΛ 1028/21.1.2003 και 1053873/867/ΔΜ/  ΠΟΛ 1071/ 28.5.2009. εγκυκλίους, να υποβάλλουν στον υπάλληλο του τμήματος ή γραφείου της Διοικητικής και Μηχανογραφικής Υποστήριξης της Δ.Ο.Υ., στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας βρίσκεται η έδρα της επιχείρησης, τη δήλωση διακοπής επιχειρηματικής δραστηριότητας, (έντυπο Μ4), μέχρι 30 Ιανουαρίου 2015.

Επιπλέον, για την ενημέρωση των φορολογουμένων, η υπηρεσία μας, έχει προβεί σε ενέργειες για την ηλεκτρονική ανάρτηση σχετικού με το θέμα κειμένου στην ιστοσελίδα της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων (www.gsis.gr).»

Πηγή www.Taxheaven.gr

 

29

Δεκ

2014

ν. 4307/25.11.2014 Ρύθμιση οφειλών μικρών επιχειρήσεων κτλ

29 Δεκεμβρίου, 2014

Στο Δ μέρος του ν. 4307/2014 περιλαμβάνονται σε τρία ξεχωριστά κεφάλαια μια σειρά από μέτρα για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης και την ενίσχυση της απασχόλησης . Συγκεκριμένα προβλέπεται   η θέσπιση έκτακτων προσωρινών μέτρων για την ελάφρυνση του ιδιωτικού χρέους , και  ειδικότερα οφειλών βιώσιμων μικρών επιχειρήσεων (ως μικρές νοούνται επιχειρήσεις που κατά τη χρήση που έληξε την 31.12.2013 είχαν κύκλο εργασιών έως 2.500.000ευρώ) και επαγγελματιών προς χρηματοδοτικούς φορείς , το Δημόσιο και φορείς κοινωνικής ασφάλισης (ΦΚΑ) είτε με μια συγκεκριμένη διαδικασία ρύθμισης χρεών δυνάμενη να οδηγήσει ακόμα και σε  «επιλέξιμη διαγραφή»  είτε με μια έκτακτη διαδικασία ρύθμισης των υποχρεώσεων των εμπόρων (με δεσμευτική δύναμη για το σύνολο των πιστωτών) είτε με την έκτακτη διαδικασία της ειδικής διαχείρισης.

Σε κάθε περίπτωση αποκλείονται επαγγελματίες που έχουν καταδικαστεί με οριστική απόφαση για φοροδιαφυγή κατά την έννοια των άρθρων 17,18 και 19 του ν 2523/1997 .

Για τη απλούστερη των προβλεπομένων διαδικασίων , αυτή του άρθρου 61 της ρύθμισης των χρεών μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών , προβλέπεται η υποβολή εκ μέρους του οφειλέτη-επαγγελματία μια συγκεκριμένης βεβαίωσης (κάτι αντίστοιχο που καλούνται να υποβάλουν και οι ιδιώτες στις ανάλογες διαδικασίες σύμφωνα με τον Κώδικα τραπεζικής Δεοντολογίας ) στην οποία αποτυπώνονται τα περιουσιακά στοιχεία του αιτούντος, η τρέχουσα αξία τους (σε τιμή όχι κατώτερες των αντικειμενικών ή όσων χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό του ΕΝΦΙΑ) , στοιχεία για τυχόν επιχειρήσεις  με έναρξη λειτουργίας την τελευταία τετραετία που  ασκούνται από στενά συγγενικά πρόσωπα, αλλά επιπλέον παρέχεται και η συναίνεση κοινοποίησης των δεδομένων στη φορολογική διοίηκηση και τα ασφαλιστικά ταμεία(!).Η ρύθμιση ή η διαγραφή εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του χρηματοδοτικού φορέα ,ωστόσο αν επιτευχθεί εξασφαλίζει στον οφειλέτη το δικαίωμα για  πρόσθετη διαγραφή προσαυξήσεων ,τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 20% πέραν των προβλεπομένων  για τις  οφειλές του προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία.

Οι ίδιοι οφειλέτες που μπορούν να ζητήσουν την ρύθμιση των χρεών τους και την επιλέξιμη διαγραφή , μπορούν να αιτηθούν από το Μονομελές Πρωτοδικείο  την έκτακτη διαδικασία ρύθμισης υποχρεώσεων του άρθρου 62 μέχρι τις 31.3.2016 εφ” όσον εξασφαλίσουν τη συναίνεση στη ρύθμιση αυτή πιστωτών που εκπροσωπούν τουλάχιστον 50,1%του συνόλου των απαιτήσεων με τους ειδικότερους όρους που αναλύονται στο κεφάλαιο τρίτο του συγκεκριμένου νόμου. Και στην περίπτωση αυτή οφειλέτης του οποίου οι υποχρεώσεις έχουν ρυθμιστεί βάσει συμφωνίας επικυρωμένης με τις διατάξεις του άρθρου 62 δικαιούται πρόσθετη διαγραφή προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπκρόθεσμης καταβολής 20%για τις οφειλές του προς τη φορολογική διοίκηση και τα ασφαλιστικά ταμεία

Δείτε αναλυτικά τις συγκεκριμένες διατάξεις :

ΜΕΡΟΣ Δ

ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ: ΚΙΝΗΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΧΡΕΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΠΡΟΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΟΥΣ ΦΟΡΕΙΣ ΚΑΙ ΕΚΤΑΚΤΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ  ΟΦΕΙΛΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Άρθρο 60

Αντικείμενο – σκοπός – ορισμοί

  1. Με τον παρόντα νόμο θεσπίζονται έκτακτα προσωρινά μέτρα για την ελάφρυνση του ιδιωτικού χρέους, ειδικότερα οφειλών βιώσιμων μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών προς χρηματοδοτικούς φορείς, το Δημόσιο και φορείς κοινωνικής ασφάλισης (ΦΚΑ), καθώς και έκτακτες διαδικασίες για την εξυγίανση ή εκκαθάριση εν λειτουργία υπερχρεωμένων αλλά βιώσιμων επιχειρήσεων. Ειδικότερα, θεσπίζονται: α) η παροχή κινήτρων προς μικρές επιχειρήσεις και επαγγελματίες αφενός και προς χρηματοδοτικούς φορείς αφετέρου για τη ρύθμιση / διαγραφή ιδιωτικού χρέους, β) η ελάφρυνση και ο διακανονισμός χρεών μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών προς το Δημόσιο και ΦΚΑ που προβαίνουν σε ρύθμιση οφειλών τους προς χρηματοδοτικούς φορείς, γ) έκτακτη διαδικασία ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων (με δεσμευτική δύναμη για το σύνολο των πιστωτών), δ) έκτακτη διαδικασία ειδικής διαχείρισης και ε) η σύσταση επιτροπής παρακολούθησης και συντονισμού της υλοποίησης των θεσπιζόμενων μέτρων με στόχοτην ταχεία και αποτελεσματική εφαρμογή τους. Η εφαρμογή των θεσπιζόμενων μέτρων από τους χρηματοδοτικούς φορείς γίνεται λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του Κώδικα Δεοντολογίας που θέσπισε η Τράπεζα της Ελλάδος για τη ρύθμιση χρεών ιδιωτών και εγχειρήσεων (Β` 2289)σύμφωνα με τις σχετικές προβλέψεις του ν. 4224/2013 (Α` 288), ενώ προβλέπεταιστο άρθρο 79 του παρόντος νόμου σύσταση επιτροπής παρακολούθησης της εφαρμογής του νόμου με αρμοδιότητα, μεταξύ άλλων, την υποβολή εκθέσεων προς την Τράπεζα της Ελλάδος ως προς την ανταπόκριση χρηματοδοτικών φορέων στις δυνατότητες διαγραφών και ρυθμίσεων που παρέχει ο παρόν νόμος. Στις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται και οφειλές εγγυημένες από το Ελληνικό Δημόσιο.
  1. Για τις ανάγκες του παρόντος νόμου:

α. Ως «μικρές επιχειρήσεις» νοούνται επιχειρήσεις που κατά τη χρήση που έληξε την 31η Δεκεμβρίου 2013 είχαν κύκλο εργασιών έως 2.500.000 ευρώ.

β. Ως «επαγγελματίες» νοούνται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που αναπτύσσουν επαγγελματική δραστηριότητα, η άσκηση της οποίας προϋποθέτει την εγγραφή του προσώπου σε ειδικό μητρώο,

και που κατά τη χρήση που έληξε την 31η Δεκεμβρίου 2013 είχαν κύκλο εργασιών μέχρι 2.500.000 ευρώ.

γ. Ως «επιλέξιμοι οφειλέτες» νοούνται μικρές επιχειρήσεις και επαγγελματίες, που πληρούν σωρευτικώς τις ακόλουθες προϋποθέσεις και υποβάλουν αίτηση το αργότερο μέχρι 31 Μαρτίου 2016:

1) δεν έχουν υποβάλει αίτηση για υπαγωγή στις διατάξεις του ν. 3869/2010 (Α` 130) ή έχουν εγκύρως παραιτηθεί από αυτήν μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως του παρόντος άρθρου,

2) δεν έχουν λυθεί ούτε παύσει τις εργασίες τους και, εφόσον έχουν πτωχευτική ικανότητα, δεν έχουν υποβάλλει αίτηση υπαγωγής τους σε οποιαδήποτε από τις διαδικασίες του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007, Α` 153) ή έχει υπάρξει έγκυρη παραίτηση από σχετική αίτηση μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως του παρόντος άρθρου, και

3) δεν έχουν καταδικαστεί οι ίδιοι οι επαγγελματίες ή οι φορείς της επιχείρησης και στην περίπτωση των νομικών προσώπων οι πρόεδροι, οι διευθύνοντες σύμβουλοι, οι διαχειριστές, οι εταίροι και κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διαχείριση αυτών με οριστική απόφαση για φοροδιαφυγή κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 17, 18 και 19 του ν. 2523/1997 (Α` 179) ή για λαθρεμπορία ή για απάτη σε βάρος του Δημοσίου ή ΦΚΑ.

δ. Ως «συνοφειλέτης» νοείται κάθε πρόσωπο που ευθύνεται αλληλεγγύως εκ του νόμου ή ως αποτέλεσμα δικαιοπραξίας, για την εξόφληση μέρους ή του συνόλου των οφειλών οφειλέτη προς χρηματοδοτικό φορέα συμπεριλαμβανομένου και κάθε εγγυητή ως προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από την εγγύηση.

ε. Ως «καθαρή περιουσιακή θέση» νοείται η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων οφειλέτη και τυχόν συνοφειλετών του, μείον το σύνολο των υποχρεώσεων του οφειλέτη και τυχόν συνοφειλετών του.

Εφόσον ο οφειλέτης και τυχόν συνοφειλέτης ή συνοφειλέτες ενέχονται για την ίδια απαίτηση, αυτή υπολογίζεται άπαξ. Από τον υπολογισμό των οφειλών εξαιρούνται οι οφειλές προς πρόεδρους, διευθύνοντες συμβούλους, διευθυντές, διαχειριστές, εταίρους, πρόσωπα εντεταλμένα ή από το νόμο ή από ιδιωτική βούληση ή βάσει δικαστικής απόφασης στην εκπροσώπηση και διαχείριση της επιχείρησης, καθώς και προς τους συζύγους και τους συγγενείς αυτών εξ αίματος ή εξ αγχιστείαςμέχρι τον τρίτο βαθμό των ανωτέρω προσώπων ή του ιδίου του επαγγελματία.

Επίσης εξαιρούνται οι οφειλές προς συνδεδεμένες επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920.

στ. Ως «χρηματοδοτικός φορέας» νοείται κάθε πιστωτικό ίδρυμα, συμπεριλαμβανομένων και των υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και κάθε εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης και κάθε εταιρία πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, εφόσον τελούν υπό την εποπτεία τηςΤράπεζας της Ελλάδος.

ζ. Ως «επιλέξιμες διαγραφές» νοούνται οι διαγραφές απαιτήσεων ως προς κεφάλαιο και τόκους κατά επιλέξιμων οφειλετών, εφόσον:

1) τα πρόσωπα αυτά την 30ή Ιουνίου 2014 είχαν προς χρηματοδοτικό φορέα οφειλή από επιχειρηματικό δάνειο σε καθυστέρηση τουλάχιστον 90 ημερών ή επίδικη ή ρυθμισμένη ή:

  1. δεν είχαν ενημερότητα λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τη Φορολογική Διοίκηση ή είχαν ενημερότητα λόγω ρύθμισης, ή
  1. δεν είχαν ασφαλιστική ενημερότητα λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών προς ΦΚΑ ή είχαν ενημερότητα λόγω ρύθμισης.
  1. Oι διαγραφές ανά χρηματοδοτικό φορέα αφορούν μία ή περισσότερες επιχειρηματικές πιστώσεις του χρηματοδοτικού φορέα προς τον οφειλέτη και οι διαγραφές αυτού του χρηματοδοτικού φορέα προς τον επιλέξιμο οφειλέτη δεν υπερβαίνουν αθροιστικά το ποσό των 500.000 ευρώ και ισούνται τουλάχιστον προς:
  1. το 50% των συνολικών απαιτήσεων του χρηματοδοτικού φορέα κατά του οφειλέτη, όπως αποτυπώνονται στα Βιβλία του φορέα την ημερομηνία έγκρισης από το χρηματοδοτικό φορέα της διαγραφής ή, εφόσον είναι μικρότερο,
  1. το ποσό που απαιτείται έτσι ώστε μετά την διαγραφή το υπόλοιπο της απαίτησης του χρηματοδοτικού φορέα κατά του οφειλέτη να μην υπερβαίνει το 75% της καθαρής περιουσιακής θέσης του οφειλέτη και των συνοφειλετών του σύμφωνα με τη βεβαίωση της παραγράφου 2 του άρθρου 2 (λαμβανομένης υπόψη ως προς τον υπολογισμό της καθαρής θέσης και της διαγραφείσας απαίτησης του χρηματοδοτικού φορέα), και
  1. Περιλαμβάνουν τον περιορισμό των απαιτήσεων του χρηματοδοτικού φορέα κατά των συνοφειλετών στο ίδιο ύψος με την απαίτηση του κατά του οφειλέτη, ενώ οι υφιστάμενες ασφάλειες διατηρούνται για την εξασφάλιση της απαίτησης του κατά του οφειλέτη όπως αυτή διαμορφώνεται μετά την διαγραφή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

 Άρθρο 61

 

Ρύθμιση χρεών μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών

  1. Για την παροχή επιλέξιμης διαγραφής από χρηματοδοτικό φορέα απαιτείται η υποβολή αίτησης ρύθμισης των υποχρεώσεων του και Βεβαίωση με το περιεχόμενο που προσδιορίζεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.
  1. Η Βεβαίωση που υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1:

α. βεβαιώνει τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τον καθιστούν επιλέξιμο οφειλέτη,

β. αποτυπώνει τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις που απαιτούνται για τον προσδιορισμό της καθαρής περιουσιακής θέσης,

γ. προσδιορίζει την τρέχουσα αξία των περιουσιακών στοιχείων. Ως αξία των δηλουμένων ακινήτων λαμβάνεται κατ’ ελάχιστον σε κάθε περίπτωση η αντικειμενική αξία ή οποιαδήποτε άλλη αξία που τίθεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες φορολογικές διατάξεις, όπως αυτή που λαμβάνεται υπ’ όψιν για τον υπολογισμό του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ν. 4223/2013),

δ. περιλαμβάνει πλήρη στοιχεία κάθε επιχείρησης με έναρξη λειτουργίας μεταγενέστερη της 1ης Ιανουαρίου 2010, την οποία ασκεί συγγενής πρώτου βαθμού ή σύζυγος του οφειλέτη (επί νομικών προσώπων ελέγχεται η σχέση με τον ομόρρυθμο εταίρο ή τον ελέγχοντα εταίρο, μεριδιούχο ή μέτοχο, κατά περίπτωση) ή ομόρρυθμος εταίρος ή ελέγχων εταίρος, ελέγχων μεριδιούχος ή ελέγχων μέτοχος ή συγγενής πρώτου βαθμού ή σύζυγος των παραπάνω προσώπων, καθώς και πλήρη στοιχεία ακινήτων που τυχόν μεταβιβάστηκαν από τον οφειλέτη ή τους συνοφειλέτες απότην 1η Ιανουαρίου 2010 και εφεξής,

ε. περιέχει άδεια για κοινοποίηση των δεδομένων του -περιλαμβανομένων στη βεβαίωση όσο και άλλων δεδομένων του στην κατοχή του χρηματοδοτικού φορέα- στη Φορολογική Διοίκηση και τα ασφαλιστικά ταμεία, και

στ. υπογράφεται από τον οφειλέτη και κάθε τυχόν συνοφειλέτη.

  1. Η βεβαίωση αυτή επέχει τη θέση βεβαιωτικού όρκου, κατά την έννοια του άρθρου 861 του Κ.Πολ.Δ.. Σε περίπτωση ψευδορκίας, επιβάλλεται η προβλεπόμενη ποινή και πρόσθετη χρηματική ποινή ίση προς το τριπλάσιο των συνολικών διαγραφών που έλαβε ο οφειλέτης από το χρηματοδοτικό φορέα, τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΦΚΑ ως συνέπεια της επιλέξιμης ρύθμισης.
  1. Ο χρηματοδοτικός φορέας παρέχει την αιτούμενη ρύθμιση ή / και διαγραφή κατά τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με κριτήρια τα οποία επιλέγει για την αξιολόγηση της ικανότητας του αιτούμενου τη ρύθμιση ή/και διαγραφή να ανταπεξέλθει στις ρυθμισθείσες υποχρεώσεις. Σε άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, ο χρηματοδοτικός φορέας μπορεί να παράσχει ρύθμιση ή / και διαγραφή υπό διαφορετικούς όρους από τους περιλαμβανόμενους στην αίτηση ή και να αρνηθεί συνολικά τη ρύθμιση ή / και διαγραφή. Σε περίπτωση διαγραφήςπίστωσης που έχει εγγυηθεί, το Ελληνικό Δημόσιο, περιορίζεται αναλογικά και η παρασχεθείσα εγγύηση.

Για την παροχή της αιτούμενης ρύθμισης ή και διαγραφής απαιτείται, εφόσον υπάρχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές, στη Φορολογική Διοίκηση ή / και στους ΦΚΑ, να έχει γίνει υπαγωγή των οφειλών αυτών σε πρόγραμμα εξυπηρέτησης τους είτε κατά τα αναφερόμενα στα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014 (Α` 237), όπως εκάστοτε ισχύουν είτε κατά τις κείμενες διατάξεις, το οποίο τηρείται.

  1. Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προσκομίζει στη Φορολογική Διοίκηση ή/και στους ΦΚΑ βεβαίωση χρηματοδοτικού φορέα ότι έχει υπαχθεί σε ρύθμιση ή / και διαγραφή κατά την έννοια της προηγούμενης παραγράφου, δικαιούται και πρόσθετη διαγραφή προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 20% πέραν των προβλεπομένων στα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014 (Α` 237), όπως εκάστοτε ισχύουν, ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων. Η εφαρμογή των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται τη, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, επιστροφή ή δη καταβληθέντων χρηματικών ποσών προς τη ΦορολογικήΔιοίκηση και τους ΦΚΑ, λόγω της μείωσης προσαυξήσεων και προστίμων.
  1. Η μη προσήκουσα εκπλήρωση από τον οφειλέτη των όρων ρύθμισης, σύμφωνα με το παρόν άρθρο και τα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014, όπως εκάστοτε ισχύουν ή άλλες διατάξεις, για χρονικό διάστημα αθροιστικά μεγαλύτερο των τριών (3) μηνών ως προς οποιαδήποτε από τις ρυθμισθείσες υποχρεώσεις, προκαλεί αυτοδικαίως την αναβίωση των ρυθμισθεισών υποχρεώσεων του σύμφωνα με τους όρους του παρόντος άρθρου και την αναδρομική αναβίωση του συνόλου των προς όλους διαγραφεισών υποχρεώσεων, προσαυξήσεων, τόκων και προστίμωνεκπρόθεσμηςκαταβολής, τα οποία καθίστανται στο σύνολο τους άμεσα απαιτητά και ληξιπρόθεσμα. Οι διατάξεις των άρθρων 51 και 54 του ν. 4305/2014, όπως εκάστοτε ισχύουν, εφαρμόζονται συμπληρωματικά και για τις ρυθμιζόμενες κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΦΚΑ. Σε περίπτωση, αναβίωσης οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό ευθύνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις οικείες υπουργικές αποφάσεις,βάση των οποίων είχε χορηγηθεί η εγγύηση του.
  1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ορίζεται η ειδικότερη μορφή και το περιεχόμενο της αίτησης της παραγράφου 1 και της βεβαίωσης της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, της βεβαίωσης της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου, καθώς και το περιεχόμενο και η διαδικασία ενημέρωσης και ανταλλαγής πληροφοριών ως προς οφειλέτες που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση απαιτήσεων προς χρηματοδοτικούς φορείς, Φορολογική Διοίκηση και ΦΚΑ, των οποίων οι απαιτήσεις ρυθμίζονται σύμφωνα με το παρόν, καθώς και κάθε άλλο ειδικό θέμα ή αναγκαία λεπτομέρεια που αφορά την υλοποίηση των διατάξεων του παρόντος άρθρου.
  1. Τα φορολογικά ευεργετήματα του άρθρου 78 του παρόντος νόμου παρέχονται αποκλειστικά σε χρηματοδοτικούς φορείς που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα, έχουν παράσχει επιχειρηματικά δάνεια στην Ελλάδα και παρέχουν επιλέξιμες διαγραφές.

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

ΕΚΤΑΚΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ ΕΜΠΟΡΩΝ (ΜΕ ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΤΩΝ)

Αρθρο 62

Υπαγωγή στην έκτακτη διαδικασία ρύθμισης υποχρεώσεων εμπόρων (με δεσμευτική δύναμη για το σύνολο των πιστωτών)

  1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα σύμφωνα με το άρθρο 61 παράγραφος 1 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007), το οποίο έχει το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των οφειλετών του άρθρου 61 του παρόντος νόμου, δύναται να αιτείται τη ρύθμιση των υποχρεώσεων του κατά το παρόν άρθρο, εφόσον στη ρύθμιση αυτή συναινούν πιστωτές που εκπροσωπούν τουλάχιστον 50,1% του συνόλου των απαιτήσεων, στο οποίο περιλαμβάνεται τουλάχιστον 50,1% των τυχόν ε-μπραγμάτως ή με ειδικό προνόμιο ή με άλλης μορφής εξασφαλιστική συμφωνία την 30ή Ιουνίου2014 ως προς περιουσιακό στοιχείο (ήτοι ενέχυρο απαίτησης, εξασφαλιστική εκχώρηση απαίτησης, πλασματικό ενέχυρο ή προσημείωση υποθήκης) εξασφαλισμένων αιτήσεων, συμπεριλαμβανομένωντουλάχιστον δύο χρηματοδοτικών φορέων, εφόσον ο οφειλέτης έχει χρηματοδοτηθεί από περισσότερους του ενός χρηματοδοτικούς φορείς των οποίων οι απαιτήσεις κατά του οφειλέτη αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον ποσοστό 20% των συνολικών του υποχρεώσεων (όπως αυτές προσδιορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου).Για την παροχή της αιτούμενης ρύθμισης απαιτείται, εφόσον υπάρχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές, στη Φορολογική Διοίκηση ή/και στους ΦΚΑ, να έχει γίνει υπαγωγή των οφειλών αυτών σε πρόγραμμα εξυπηρέτησης τους είτε κατά τα αναφερόμενα στα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014 (Α` 237),όπως εκάστοτε ισχύουν, είτε κατά τις κείμενες διατάξεις, το οποίο τηρείται.
  1. Τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου μπορούν να αιτούνται την υπαγωγή στις διαδικασίες του παρόντος νόμου μέχρι τις 31.3.2016.
  1. Η συναίνεση των πιστωτών κατά την παράγραφο 1 αποτυπώνεται σε συμφωνία ρύθμισης, η οποία υποβάλλεται μαζί με την αίτηση του οφειλέτη. Η συμφωνία ρύθμισης δύναται να προβλέπει μέτρα για την αναδιάρθρωση του δανεισμού, όπως μείωση απαιτήσεων, παράταση του χρόνου αποπληρωμής αυτών, μετοχοποίηση των απαιτήσεων ή κάθε άλλο πρόσφορο μέσο. Σε περίπτωση που η συμφωνία περιλαμβάνει αναδιάρθρωση ή μείωση πίστωσης που έχει εγγυηθεί, το ΕλληνικόΔημόσιο περιορίζεται αναλογικά και η παρασχεθείσα εγγύηση. Δεν επιτρέπεται με οποιονδήποτε τρόπο η πρόβλεψη στη συμφωνία μείωσης ή αναδιάρθρωσης των απαιτήσεων πιστωτών που ρυθμίζονται σύμφωνα με το άρθρο 64 παράγραφος 1 περίπτωση γ` ή το άρθρο 64 παράγραφος 2, και εφόσον κατά παράβαση των ανωτέρω υφίσταται παρόμοια πρόβλεψη δεν παράγει οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα.
  1. Για τις ανάγκες του παρόντος ως πιστωτές νοούνται τα πρόσωπα των οποίων οι απαιτήσειςκατά του οφειλέτη περιλαμβάνονται στην αποτύπωση των υποχρεώσεων του οφειλέτη κατά την έννοια του Ελληνικού Γενικού Λογιστικού Σχεδίου (π.δ. 1123/1980) ή σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, προκειμένου για επιχειρήσεις που καταρτίζουν τις οικονομικές καταστάσει τους, υποχρεωτικά ή προαιρετικά, σύμφωνα με αυτά, ενώ περιλαμβάνονται επίσης οιαπαιτήσεις από χρηματοδοτικές μισθώσεις που οφείλονται συμβατικά από το χρόνο αναφοράς της παραγράφου 5 μέχρι τη συμβατική ημερομηνία λήξης των συμβάσεων εφόσον σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες λογιστικές αρχές δεν αποτυπώνονται στις πιοπάνω οικονομικές καταστάσεις. Κοινοπρακτούντες και ομολογιούχοι πιστωτές συμμετέχουν στο σχηματισμό του ποσοστού συναίνεσης σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Για το σχηματισμό των ποσοστών δεν συνυπολογίζονται οι πιστωτές των οποίων η απαίτηση ρυθμίζεται αυτομάτως με την αποδοχή της αίτησης βάσει του άρθρου 64 παρ. 3 και οι πιστωτές που είναι πρόεδροι, διευθύνοντες σύμβουλοι διευθυντές, διαχειριστές, εταίροι, πρόσωπα εντεταλμένα ή από το νόμο ή από ιδιωτική βούληση ή βάσει δικαστικής απόφασης στην εκπροσώπηση και διαχείριση της επιχείρησης, καθώς και σύζυγοι και συγγενείς αυτών εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τον τρίτο βαθμό των ανωτέρω προσώπων ή του ιδίου του οφειλέτη, καθώς και πρόσωπα συνδεδεμένα με τον οφειλέτη κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920. Ο υπολογισμός του ποσοστού των συναινούντων πιστωτών γίνεται με βάση κατάσταση πιστωτών που συντάσσεται από κάτοχο άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α` ή Β` Τάξεως του ν. 2515/1997 ή ορκωτό ελεγκτή, επισυνάπτεται στη συμφωνία ρύθμισης, με ποινή απαραδέκτου, αναφέρεται σε ημερομηνία που δεν απέχει χρονικά προθεσμίας μεγαλύτερης των τριών (3) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης της παραγράφου 1 στο δικαστήριο και περιλαμβάνει βεβαίωση του συντάκτη ότι συντρέχει η προϋπόθεση της πλειοψηφίας της παραγράφου 1.
  1. Η υποβολή της ως άνω αιτήσεως του εμπορίου, πρέπει να συνοδεύεται από εκτίμηση των συμβαλλομένων περί της βιωσιμότητας του μετά την υπαγωγή στην έκτατη διαδικασία ρύθμισης.
  1. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την έδρα του, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Οι αποφάσεις του δεν υπόκεινται σε τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίζεται δικάσιμος εντός διμήνου από την υποβολή της. Στην περίπτωση νομικών προσώπων, η αίτησηυποβάλλεται από το όργανο διοίκησης ή τον εξουσιοδοτημένο από αυτό εκπρόσωπο τους. Ο αρμόδιος δικαστής δύναται να διατάσσει κατά το άρθρο 748 παράγραφος 3 Κ.Πολ.Δ. την κλήτευση ενός ή περισσότερων πιστωτών του οφειλέτη, ορίζοντας ταυτόχρονα και την προθεσμία της κλήτευσης, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δεκαπέντε (15) ημερών, καθώς και την καταχώρηση της στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.). Η άσκηση παρέμβασης από τα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου και οποιοδήποτε άλλο πιστωτή γίνεται με κατάθεση προτάσεων στο ακροατήριο και χωρίς την τήρηση προδικασίας κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Η άσκηση παρέμβασης με κατάθεση δικογράφου σε διαφορετική δικάσιμο δεν αποτελεί λόγο αναβολής της συζήτησης της αίτησης κατά την προσδιορισθείσα δικάσιμο.
  1. Η υποβολή της αίτησης έχει ως συνέπεια την αναστολή τυχόν εκκρεμουσών αιτήσεων υπαγωγής σε καθεστώς εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 100 του Πτωχευτικού Κώδικα ή εκκρεμουσών αιτήσεων ειδικής εκκαθάρισης ή κήρυξης πτώχευσης, εφαρμοζόμενων αναλόγως των διατάξεων των παραγράφων 6 και 8 του άρθρου 99 του Πτωχευτικού Κώδικα.
  1. Κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μπορούν να διατάζονται από τον πρόεδρο του αρμόδιου δικαστηρίου τα μέτρα του άρθρου 10 του Πτωχευτικού Κώδικα κατ’ αναλογική του εφαρμογή. Η μεγίστη διάρκεια ισχύος των προληπτικών μέτρων είναι έξι (6) μήνες από την υποβολή της αίτησης. Η αναστολή επάγεται αυτοδικαίως την αναστολή για τις ίδιες απαιτήσεις και έναντι τυχόν συνοφειλετών, καθώς και την απαγόρευση της διάθεσης των ακινήτωνκαι του εξοπλισμού της επιχείρησης του οφειλέτη και τυχόν συνοφειλετών

Άρθρο 63

 Απόφαση του δικαστηρίου

  1. Το δικαστήριο αποδέχεται την αίτηση και ρυθμίζει τις υποχρεώσεις του οφειλέτη σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη συνυποβληθείσα με την αίτηση συμφωνίας ρύθμισης, εάν οι συμβαλλόμενοι πιστωτές στη συμφωνία ρύθμισης εκπροσωπούν το απαιτούμενο είδος και ποσοστό απαιτήσεων, κατά το άρθρο 62 και συντρέχει η προϋπόθεση του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου.
  1. Το δικαστήριο δύναται, σε περίπτωση που κρίνει ότι δεν έχουν προσκομιστεί όλα τα στοιχεία που τεκμηριώνουν το βάσιμο της αίτησης, αντί της απόρριψης της αίτησης, δύναται να τάξει προθεσμία για την προσκομιδή εγγράφων ή την παροχή διευκρινίσεων.
  1. Η απόφαση επί της αιτήσεως εκδίδεται εντός μηνός από τη συζήτηση.
  1. Η απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει την αίτηση δημοσιεύεται αμελλητί σε περίληψη στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) με επιμέλεια του οφειλέτη ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον.
  1. Τριτανακοπή κατά της επικυρωτικής απόφασης δύναται να ασκηθεί εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης κατά τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου από πρόσωπο το οποίο δεν παρέστη στη συζήτηση, λόγω του ότι δεν είχε κλητευθεί ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως.
  1. Το δικαστήριο δεν επικυρώνει τη συμφωνία μόνο εάν ο επαναϋπολογισμός του είδους και του ύψους των απαιτήσεων των συναινούντων πιστωτών ανατρέπει την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 62 ή εφόσον δεν έχουν συμπεριληφθεί απαιτήσεις του τριτανακόπτοντα, οι οποίες λαμβανόμενες υπόψη έχουν ως συνέπεια να μην συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 62.
  1. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την αίτηση του οφειλέτη επιτρέπεται έφεση. Η έφεση ασκείται εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης, για τη δε συζήτηση της ορίζεται δικάσιμος εντός διμήνου από την άσκηση της έφεσης.
  1. Για διάστημα δώδεκα (12) μηνών από τη δημοσίευση απόφασης αποδοχής ή απόρριψης αίτησης του άρθρου 62 του παρόντος δεν επιτρέπεται υποβολή αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξυγίανσης ή άμεσης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης κατά τα άρθρα 100 και 106Β του Πτωχευτικού Κώδικα, αντιστοίχως.

Αρθρο :64

Αποτελέσματα της αποδοχής της αίτησης

  1. Η αποδοχή της αίτησης του άρθρου 62 από το δικατήριο επιφέρει τα ακόλουθα αποτελέσματα αποκλειστικά για τις ρυθμιζόμενες απαιτήσεις:

α. εφόσον το προβλέπει η συμφωνία ρύθμισης, δύνανται να αναστέλλονται οι ατομικές και συλλογικές διώξεις των πιστωτών κατά του οφειλέτη και τυχόν συνοφειλετών για ορισμένο διάστημα, έως τριών μηνών, από τη δημοσίευση της απόφασης περί αποδοχής τηςαίτησης. Στην περίπτωση αυτή, για την ίδια διάρκεια, αναστέλλεται η παραγραφή των απαιτήσεων των συμβαλλόμενων πιστωτών κατά των εγγυητών και τυχόν συνοφειλετών του για την άσκηση διαδικαστικών πράξεων,

β. αναστέλλεται, για περίοδο δώδεκα (12) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης που αποδέχεται την αίτηση, η λήψη κάθε μέτρου συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένης της κήρυξης πτώχευσης, σε βάρος του οφειλέτη, και

 γ. εξοφλείται το οφειλόμενο στους εργαζόμενους χρέος του εδαφίου γ` του άρθρου 154 του Πτωχευτικού Κώδικα σε 12 ισόποσες άτοκες μηνιαίες δόσεις.

  1. Οφειλέτης του οποίου οι υποχρεώσεις έχουν ρυθμιστεί βάσει συμφωνίας επικυρωμένης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, δικαιούται πρόσθετη διαγραφή προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 20%, για τις οφειλές του, προς τη Φορολογική Διοίκηση ή/και τους ΦΚΑ, πέραν των προβλεπόμενων στα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014, όπως εκάστοτε ισχύουν, ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων. Η εφαρμογή του παρόντος σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται την, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, επιστροφή ήδη καταβληθέντων χρηματικών ποσών προς τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΦΚΑ, λόγω της μείωσης προσαυξήσεων. Για την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου αναγκαία προϋπόθεση αποτελεί, οι ίδιοι οι έμποροι και στην περίπτωση των νομικών προσώπων οι πρόεδροι, οι διευθύνοντεςσύμβουλοι, οι διαχειριστές, οι εταίροι και κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε από το νόμο ή από ιδιωτική βούληση ή από δικαστική απόφαση στη διαχείριση των υποθέσεων του νομικού προσώπου, να μην έχουν καταδικαστεί με οριστική απόφαση για φοροδιαφυγή κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 17, 18, και 19 του ν. 2523/1997 ή για λαθρεμπορία ή για απάτη σε βάρος του Δημοσίου ή ΦΚΑ.
  1. Σε περίπτωση που λόγω του ύψους της οφειλής ο οφειλέτης αποκλείεται από τη ρύθμιση των οφειλών του προς τη Φορολογική Διοίκηση ή Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 ή 54 του ν. 4305/2014 όπως εκάστοτε ισχύουν, τότε εφόσον οι υποχρεώσεις του έχουν ρυθμισθεί βάσει συμφωνίας επικυρωμένης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, δικαιούται υπό την προϋπόθεση ότι έχει υπαγάγει τις ανωτέρω οφειλές του σε ρύθμιση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις να αιτηθεί από τη Φορολογική Διοίκηση ή Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, κατά περίπτωση, την διαγραφή ποσοστού 40% επί των προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής που τον βαρύνουν και στην τμηματική εξόφληση του υπολοίπου της οφειλής του σε 100 μηνιαίες δόσεις. Η αίτηση γίνεται δεκτή εκτός εάν εκδοθεί αντίθετη αιτιολογημένη απόφαση από τη Φορολογική Διοίκηση ή το ΦΚΑ εντός δύο(2) μηνών από την υποβολή της αίτησης. Νόμιμη αιτιολογία απόρριψης μπορεί να είναι η ύπαρξη άμεσα ρευστοποιήσιμων εξασφαλιστικών στοιχείων ή επαρκών εγγυήσεων ή η προφανής διακριτική μεταχείριση μετόχων, πιστωτών, συνοφειλετών.
  1. Η απόφαση που αποδέχεται την αίτηση του οφειλέτη αποτελεί τίτλο εκτελεστό για τις αναλαμβανόμενες με αυτήν υποχρεώσεις.
  1. Οι απαιτήσεις των πιστωτών κατά των συνοφειλετών του οφειλέτη, περιορίζονται στο ίδιο ποσό με την απαίτηση τους κατά του οφειλέτη όπως αυτή διαμορφώνεται με τη συμφωνία ρύθμισης, ενώ οι υφιστάμενες ασφάλειες διατηρούνται για την εξασφάλιση της απαίτησης τους, όπως αυτή διαμορφώνεται μετά τη συμφωνία ρύθμισης. Σε περίπτωση ικανοποίησης πιστωτή από συνοφειλέτη, ο οφειλέτης ευθύνεται έναντι αυτού, εάν συντρέχει δικαίωμα αναγωγής,με τον ίδιοτρόπο που ευθύνεται κατά τη συμφωνία ρύθμισης έναντι του πιστωτή που ικανοποιήθηκε από αυτόν.
  1. Τα δικαιώματα των ενέγγυων πιστωτών διατηρούνται υπέρ της απαίτησης τους, όπως αυτή διαμορφώνεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
  1. Η παράβαση από τον οφειλέτη όρου της συμφωνίας ρύθμισης, συμπεριλαμβανομένης και της μη καταβολής για διάστημα αθροιστικά τριών (3) μηνιαίων δόσεων οφειλόμενων προς τη Φορολογική Διοίκηση ή ΦΚΑ κατά τα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014, όπως εκάστοτε ισχύουν ή κατά τις κείμενες διατάξεις ή σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου, παρέχει σε κάθεάλλο πιστωτή του οποίου οι απαιτήσεις ρυθμίζονται συναινετικά ή μη από τη συμφωνία ρύθμισης το δικαίωμα καταγγελίας της ενώ αναβιώνουν οι απαιτήσεις των πιστωτών κατά του οφειλέτη ως προς τις διαγραφείσες οφειλές και καθίστανται αυτοδικαίως ληξιπρόθεσμες και απαιτητές όλες οι ρυθμισθείσες οφειλές, όπως έχουν διαμορφωθεί μετά την αναβίωση τους. Σε περίπτωση αναβίωσηςοφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό ευθύνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις οικείες υπουργικές αποφάσεις βάσει των οποίων είχε χορηγηθεί η εγγύηση του. Η καταγγελία της συμφωνίας ρύθμισης συνεπάγεται την αυτοδίκαιη ανατροπή των συνεπειών της επικύρωσης της συμφωνίας ρύθμισης. Η παρούσα διάταξη δεν επηρεάζει τις συνέπειες μη τήρησης των όρων ρύθμισης, προς τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΦΚΑ, που συνεπάγεται την αναδρομική αναβίωση του συνόλου των διαγραφεισών προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής, τα οποία καθίστανται στο σύνολο τους άμεσα απαιτητά και ληξιπρόθεσμα.
  1. Οι διατάξεις των άρθρων 51 και 54 του ν. 4305/2014, όπως εκάστοτε ισχύουν, εφαρμόζονται συμπληρωματικά και για τις ρυθμιζόμενες κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΦΚΑ.
  1. Εξαιρούνται της πτωχευτικής ανάκλησης, κατά την έννοια των άρθρων 41 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα, πράξεις που έλαβαν χώρα σε εκπλήρωση της συμφωνίας ρύθμισης του άρθρου 64 παράγραφος 3 του παρόντος νόμου.

Αρθρο :65

Χρηματοδότηση της επιχείρησης

Χρηματοδοτήσεις ή εισφορές αγαθών ή υπηρεσιών προς τον οφειλέτη, οι οποίες διενεργούνται για διάστημα ενός έτους από τη δημοσίευση της απόφασης του άρθρου 63, καταλαμβάνονται από το προνόμιο του άρθρου 154 περίπτωση α` του Πτωχευτικού Κώδικα. Το προνόμιο του παρόντος άρθρου δεν καταλαμβάνει χρηματοδοτήσεις ή εισφορές αγαθών ή υπηρεσιών από ιδιοκτήτες, εταίρους ή μετόχους, πρόεδρους, διευθύνοντες σύμβουλους, διευθυντές, διαχειριστές, πρόσωπα

εντεταλμένα από το νόμο ή από ιδιωτική βούληση ή βάσει δικαστικής απόφασης στην εκπροσώπηση και διαχείριση της επιχείρησης, καθώς και τους συζύγους και τους συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τον τρίτο βαθμό των ανωτέρω προσώπων ή του ιδίου του εμπόρου, καθώς και από συνδεδεμένες επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920. Επίσης, δεν καταλαμβάνει εισφορές στο πλαίσιο αύξησης κεφαλαίου, καθώς και δικηγορικές αμοιβές για κατ’ αποκοπή χειρισμό υπόθεσης, καθ’ υπέρβαση του ποσού αμοιβής που προκύπτει για τηναντίστοιχη υπηρεσία σύμφωνα με το Παράρτημα I του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α`208) και των σχετικών δαπανών-εξόδων, στα οποία υποβάλλεται ο δικηγόρος. Το προνόμιο καταλαμβάνει χρηματοδοτήσεις ή εισφορές μέχρις ορίου που προσδιορίζεται στην υποβλη-θείσα συμφωνία ρύθμισης.

Αρθρο 66

Δικαίωμα αποζημίωσης πιστωτών

 

Πιστωτές, οι οποίοι δεν έχουν συνυπογράψει τη συμφωνία του άρθρου 62 παράγραφος 3 του παρόντος κεφαλαίου και των οποίων οι απαιτήσεις έχουν περιοριστεί κατά την ονομαστική τους αξία, δικαιούνται να λάβουν αποζημίωση από τον οφειλέτη για την προκληθείσα σε αυτούς ζημία, εφόσον αποδεικνύουν ότι εξ αιτίας της εφαρμογής της συμφωνίας η αξία της απαίτησης τους μειώθηκε πέραν του ποσού που ευλόγως θα ανακτούσαν: (α) μέσω της θέσης της επιχείρησης σε

πτωχευτική ρευστοποίηση κατά τον αυτό χρόνο ή β) μέσω της ρευστοποίησης των εξασφαλίσεων τους ή γ) εάν η απαίτηση τους είχε δυσμενέστερη μεταχείριση από απαίτηση πιστωτή που βρίσκεται στην ίδια θέση, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος επιχειρηματικός ή κοινωνικός λόγος διακριτικής μεταχείρισης. Σε κάθε περίπτωση, η υποβολή αγωγής αποζημίωσης αλλά και η αποδοχή της κατά τα ανωτέρω δεν επηρεάζει την εφαρμογή της συμφωνίας ρύθμισης. Σε περίπτωση

ευδοκίμησης της αγωγής ευθύνονται αλληλεγγύως για την αποζημίωση του ενάγοντα πιστωτή οι τυχόν συνοφειλέτες, κατά το μέρος της ευθύνης τους, εξαιρουμένου του Ελληνικού Δημοσίου ως εγγυητή, ενώ ευθύνονται συμμέτρως προς τις ρυθμισμένες απαιτήσεις τους σύμφωνα με αίτηση του άρθρου 62 παράγραφος 1 του παρόντος κεφαλαίου, οι συνυπογράφοντες τη συμφωνία πιστωτές. Η αγωγή αποζημίωσης ασκείται εντός δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης

που δέχεται την αίτηση κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 63 του παρόντος.

Αρθρο :67

Περιορισμός αμοιβών

Οι πράξεις κατ’ εφαρμογή της συμφωνίας ρύθμισης απαλλάσσονται από κάθε φόρο, τέλος ή δικαίωμα Δημοσίου ή τρίτων, συμπεριλαμβανομένων των τελών χαρτοσήμου, εξαιρουμένου του ΦΠΑ. Ως προς τις αμοιβές για τις αυτές πράξεις ή συμβάσεις εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 134 του Πτωχευτικού Κώδικα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

 ΕΚΤΑΚΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ

Άρθρο 68

 Αίτηση υπαγωγής στην έκτακτη διαδικασία ειδικής διαχείρισης

  1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του Πτωχευτικού Κώδικα, το οποίο έχει την έδρα του στην Ελλάδα και βρίσκεται σε γενική και μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων, δύναται να υπάγεται στη διαδικασία ειδικής διαχείρισης του παρόντος άρθρου. Στην περίπτωση κεφαλαιουχικών εταιριών, αυτές μπορούν να υπάγονται στη διαδικασία ειδικής διαχείρισης του παρόντος άρθρου και εφόσον συντρέχει ως προς αυτές για δύο συνεχόμενες χρήσεις λόγος λύσης κατά το άρθρο 48 παρ. 1 του κ.ν.2190/1920 (αναλογικά εφαρμοζομένου στις λοιπές μορφές κεφαλαιουχικών εταιριών).
  1. Η αίτηση υποβάλλεται από πιστωτή ή πιστωτές του οφειλέτη, στους οποίους περιλαμβάνεται τουλάχιστον ένας χρηματοδοτικός φορέας, οι οποίοι εκπροσωπούν τουλάχιστον το 40% του συνόλου των απαιτήσεων σε βάρος του οφειλέτη.
  1. Για τις ανάγκες του παρόντος ως πιστωτές νοούνται όσοι έχουν απαιτήσεις κατά του οφειλέτη κατά την έννοια του Ελληνικού Γενικού Λογιστικού Σχεδίου (π.δ. 1123/1980) ή σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, προκειμένου για επιχειρήσεις που καταρτίζουν οικονομικές καταστάσεις, υποχρεωτικά ή προαιρετικά σύμφωνα με αυτά, ενώ περιλαμβάνονται επίσης οι απαιτήσεις από χρηματοδοτικές μισθώσεις που οφείλονται συμβατικά από τον ως άνω χρόνο αναφοράς μέχρι τη συμβατική ημερομηνία λήξης των συμβάσεων εφόσον σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες λογιστικές αρχές δεν αποτυπώνονται στις πιο πάνω οικονομικές καταστάσεις.
  1. Ο υπολογισμός του ποσοστού των αιτούντων πιστωτών για τις ανάγκες της παραγράφου 2 γίνεται με βάση κατάσταση πιστωτών που συντάσσεται από κάτοχοάδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α` ή Β` Τάξεως του ν. 2515/1997 ή ορκωτό ελεγκτή, βασίζεται στις δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις ή/και τα βιβλία και στοιχεία του οφειλέτη ή/και των αιτούντων πιστωτών και αποτυπώνεται σε βεβαίωση του συντάκτη ότι συντρέχει η προϋπόθεση της πλειοψηφίας της παραγράφου 2. Η βεβαίωση αυτή επισυνάπτεται στην αίτηση της παραγράφου 1 με ποινή απαράδεκτου. Κοινοπρακτούντες και ομολογιούχοι πιστωτές συμμετέχουν στο σχηματισμό του ποσοστού της παραγράφου 2 σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας.
  1. Για το παραδεκτό της αίτησης απαιτείται η ταυτόχρονη κατάθεση δήλωσης του προτεινομένου ως ειδικού διαχειριστή (φυσικού ή νομικού προσώπου) περί αποδοχής του σχετικού έργου.

Αρθρο :69

Ορισμός Ειδικού Διαχειριστή

  1. Ως ειδικός διαχειριστής ορίζεται νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο, όπως ορίζονται στο ν. 3693/2008 (Α` 174) ή δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή δικηγορική εταιρία στην οποία συμμετέχει δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή πτυχιούχος ανωτάτης σχολής που είναι μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (Ο.Ε.Ε.) και κάτοχος άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α` τάξεως του ν. 2515/1997 (Α` 154). Ειδικός διαχειριστής μπορεί να ορισθεί και σύμπραξη προσώπων εφόσον συμμετέχει σε αυτή νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο ή δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή δικηγορική εταιρία στην οποία συμμετέχει δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή πτυχιούχος ανωτάτης σχολής, που είναι μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (Ο.Ε.Ε.) και κάτοχος άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α` τάξεως του ν. 2515/1997.
  1. Ως προς τον ειδικό διαχειριστή ισχύει το άρθρο 106ι παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα.
  1. Η διαδικασία και το λειτούργημα του ειδικού διαχειριστή παύουν εντός δώδεκα (12) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης του άρθρου 70, ανεξαρτήτως της αντικατάστασης του ειδικού διαχειριστή κατά το επόμενο εδάφιο, εκτός εάν άλλως προβλέπεται στο παρόν. Αν συντρέχει σπουδαίος λόγος ή ο ειδικός διαχειριστής παραιτηθεί, μπορεί ο τελευταίος να αντικαθίσταται κατόπιν αίτησης όποιου έχει έννομο συμφέρον προς το δικαστήριο του άρθρου 70 του παρόντος, που δικάζεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η αμοιβή του ειδικού διαχειριστή συμφωνείται μεταξύ του ειδικού διαχειριστή και των αιτούντων πιστωτών καικαταβάλλεται από αυτούς, εφαρμοζομένου του προνομίου του άρθρου 154 περίπτωση α` του Πτωχευτικού Κώδικα.
  1. Ο ειδικός διαχειριστής ευθύνεται μόνο για δόλο και βαριά αμέλεια. Ο ειδικός διαχειριστής και, αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, οι εκπρόσωποι του, δεν προσωποκρατούνται ούτε υπέχουν οποιαδήποτε αστική, ποινική ή άλλη ευθύνη για χρέη της υπό ειδική διαχείριση εταιρίας, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσης τους και το χρόνο στον οποίο ανάγονται. Το λειτούργημα του ειδικού διαχειριστή δεν συνιστά ελεγκτική εργασία.

Αρθρο :70

Εκδίκαση της αίτησης

  1. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την έδρα του, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Οι αποφάσεις του δεν υπόκεινται σε τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.
  1. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίζεται δικάσιμος εντός διμήνου από την υποβολή της. Στην περίπτωση νομικών προσώπων εφαρμόζεται το άρθρο 96 παρ. 2 του Πτωχευτικού Κώδικα. Ο αρμόδιος δικαστής δύναται κατά το άρθρο 748 παράγραφος 3 Κ.Πολ.Δ. να διατάξει την κλήτευση ενός ή περισσότερων πιστωτών του οφειλέτη, ορίζοντας ταυτόχρονα και την προθεσμία της κλήτευσης, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δεκαπέντε (15) ημερών, καθώς και την καταχώρηση της στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.). Η άσκηση παρέμβασης από τα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου και οποιονδήποτε άλλο πιστωτή γίνεται με κατάθεση προτάσεων στο ακροατήριο και χωρίς την τήρηση προδικασίας κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Η άσκηση παρέμβασης με κατάθεση δικογράφου σε διαφορετική δικάσιμο δεν αποτελεί λόγο αναβολής της συζήτησης της αίτησης κατά την προσδιορισθείσα δικάσιμο.
  1. Κατόπιν αιτήσεως οιποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μέχρι την έκδοση της απόφασης του άρθρου 71 μπορούν να διατάζονται από τον πρόεδρο του αρμόδιου δικαστηρίου τα μέτρα του άρθρου 10 του Πτωχευτικού Κώδικα κατ’ αναλογική του εφαρμογή. Η αναστολή επάγεται αυτοδικαίως την αναστολή για τις ίδιες απαιτήσεις και έναντι των λοιπών συνοφειλετών, καθώς και την απαγόρευση της διάθεσης των ακινήτων και του εξοπλι- σμού της επιχείρησης του οφειλέτη και τυχόν συνοφειλετών του.
  1. Η αίτηση του άρθρου 68 μαζί με την πράξη ορισμού δικασίμου κοινοποιείται στην επιχείρηση και περίληψη αυτής δημοσιεύεται στο Γ.Ε.ΜΗ. δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν τη δικάσιμο. Κύριες παρεμβσεις κατατίθενται υποχρεωτικά και με ποινή απαραδέκτου το αργότερο τρεις (3) εργάσιμες ημέρες πριν από τη δικάσιμο, και συνεκδικάζονται, υποχρεωτικώς, όπως και οι τυχόν πρόσθετες παρεμβάσεις, με την αίτηση. Οι κυρίως παρεμβαίνοντες φέρουν το βάρος απόδειξης ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 68.
  1. Η υποβολή της αίτησης αναστέλλει τυχόν εκκρεμείς αιτήσεις υπαγωγής σε καθεστώς εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 100 του Πτωχευτικού Κώδικα ή εκκρεμείς αιτήσεις ειδικής εκκαθάρισης ή κήρυξης πτώχευσης, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των παραγράφων 6 και 8 του άρθρου 99 του Πτωχευτικού Κώδικα.

Αρθρο :71
Απόφαση του δικαστηρίου

  1. Το δικαστήριο αποδέχεται την αίτηση εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 68 παράγραφοι 1 και 2.
  1. Το δικαστήριο αποδεχόμενο την αίτηση διορίζει με την απόφαση του τον προτεινόμενο στην αίτηση ειδικό διαχειριστή, εκτός εάν υπάρχει πέραν της μιας αίτηση ή κύρια παρέμβαση με το αυτό αίτημα (θέση σε ειδική διαχείριση) και διαφορετική πρόταση ως προς τον ειδικό διαχειριστή, οπότε διορίζει τον κατά την κρίση του καταλληλότερο μεταξύ των προταθέντων.
  1. Η απόφαση επί της αιτήσεως εκδίδεται εντός μηνός από τη συζήτηση.
  1. Η απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει την αίτηση δημοσιεύεται αμελλητί σε περίληψη στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) με επιμέλεια του οφειλέτη ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον.
  1. Τριτανακοπή κατά της απόφασης που δέχεται την αίτηση δύναται να ασκηθεί ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, από πρόσωπο που δεν παρέστη στη συζήτηση είτε γιατί δεν κλητεύθηκε είτε γιατί δεν κλητεύθηκε νομίμως, εντός νόμιμης προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο.
  1. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την αίτηση του άρθρου 68 παρ. 2 επιτρέπεται έφεση. Η έφεση ασκείται εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης, για τη δε συζήτηση της έφεσης ορίζεται δικάσιμος εντός διμήνου από την υποβολή της.

Αρθρο :72

Συνέπειες αποδοχής της αίτησης

1.Η αποδοχή της αίτησης συνεπάγεται την αυτοδίκαιη αναστολή όλων των ατομικών διώξεων κατά της επιχείρησης καθ’ όλη τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων και των μέτρων διοικητικής εκτέλεσης από το Δημόσιο και τους ΦΚΑ, καθώς και των μέτρων διασφάλισης της οφειλής κατά τις διατάξεις του άρθρου 46 του ν. 4174/2013.

  1. Μετά τη δημοσίευση της απόφασης της προηγούμενης παραγράφου η εξουσία των καταστατικών οργάνων διοίκησης και διαχείρισης της επιχείρησης περιέρχεται στο σύνολο της στον διοριζόμενο ειδικό διαχειριστή. Ο ειδικός διαχειριστής αναλαμβάνει την εκπροσώπηση της εταιρίας έναντι τρίτων και τη διεκπεραίωση των καθημερινών της συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένης και της σύνταξης οικονομικών καταστάσεων και τηςυποβολής φορολογικών δηλώσεων, ενώ αναστέλλεται για τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης ηυποχρέωση έγκρισης των οικονομικών καταστάσεων από τη γενική συνέλευση των μετόχων.
  1. Η θέση της επιχείρησης σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης δεν συνιστά σπουδαίο λόγο για την καταγγελία εκκρεμών συμβάσεων, ούτε αποτελεί λόγο ανάκλησης διοικητικών αδειών.

Αρθρο :73

Διαδικασία ειδικής διαχείρισης – διάθεση  του ενεργητικού

  1. Ο ειδικός διαχειριστής εγκαθίσταται με τη βοήθεια της δημόσιας αρχής στη διοίκηση της επιχείρησης, συντάσσει αμελλητί απογραφή των στοιχείων της επιχείρησης, και εν συνεχεία καταρτίζει με βάση την απογραφή υπόμνημα προσφοράς, στο οποίο, πλην των απογραφέντων στοιχείων της επιχείρησης, περιλαμβάνει και κάθε πληροφορία χρήσιμη για την εικόνα του ενεργητικού της.
  1. Ο ειδικός διαχειριστής, προκειμένου να διατηρήσει τη λειτουργία της επιχείρησης και να καλύψει δαπάνες και έξοδα της ειδικής διαχείρισης, περιλαμβανομένων και των δικών του αμοιβών, δύναται να λάβει κατά τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης χρηματοδοτήσεις ή εισφορές αγαθών ή υπηρεσιών, οι οποίες φέρουν το ειδικό προνόμιο του άρθρου 154 περίπτωση α` του Πτωχευτι-κού Κώδικα.
  1. Το συντομότερο δυνατόν από την εγκατάσταση του, ο ειδικός διαχειριστής διενεργεί δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό για την εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της υπό ειδική διαχείρισηεπιχείρησης ή επί μέρους λειτουργικών συνόλων της επιχείρησης (κλάδων) ή περιουσιακών της στοιχείων εφόσον αυτά δεν αποτελούν κλάδους.
  1. Για την εκποίηση του ενεργητικού, ως σύνολο ή ως μέρη, κατά περίπτωση, ο ειδικός διαχειριστής, δημοσιεύει με ολοσέλιδη καταχώρηση σε δύο καθημερινής πανελλήνιας κυκλοφορίας εφημερίδες, στο Γ.Ε.ΜΗ. και στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέας Νομικών) και αναρτά επίσης στον τυχόν ιστότοπο της επιχείρησης στο διαδίκτυο και στο πληροφοριακό σύστημα της Φορολογικής Διοίκησης πρόσκληση διενέργειας ενός ή περισσοτέρων, κατά περίπτωση, δημόσιων πλειοδοτικών διαγωνισμών.
  1. Στην πρόσκληση ορίζεται ημερομηνία για την ενώπιον του ειδικού διαχειριστή στα γραφεία της επιχείρησης ή κατά την κρίση του στο κατάστημα του αρμόδιου δικαστηρίου υποβολή δεσμευτικών προσφορών, απαλλαγμένων από οποιαδήποτε αίρεση ή επιφύλαξη και συνοδευόμενων από εγγυητική επιστολή για το ισόποσο του προσφερομένου τιμήματος. Η ημερομηνία του προηγούμενου εδαφίου απέχει είκοσι (20) τουλάχιστον και το πολύ σαράντα (40) εργάσιμες ημέρες από τη δημοσίευση της πρόσκλησης. Στην πρόσκληση καθορίζονται και οι λοιποί όροι του σχετικού πλειοδοτικού διαγωνισμού, μεταξύ των οποίων περιέχεται η δέσμευση ότι με την υπογραφή της σύμβασης μεταβίβασης θα καταβάλλεται τοις μετρητοίς το σύνολο του τιμήματος, ενώ περιλαμβάνεται και το κείμενο της σύμβασης μεταβίβασης για τησκο-πούμενη δικαιοπραξία.
  1. Ο ειδικός διαχειριστής δύναται να διαθέτει προς ενδιαφερομένους πληροφορίες ως προς τα διατιθέμενα περιουσιακά στοιχεία και την επιχειρηματική δραστηριότητα και τα εργασιακά θέματα και σχέσεις της υπό ειδική διαχείριση εταιρίας, καθώς και πρόσβαση σε ενδιαφερομένους αγοραστές σε στοιχεία της εταιρίας.
  1. Μετά τη, σύμφωνα με την πρόσκληση, λήξη της διαδικασίας υποβολής ο ειδικός διαχειριστής αποσφραγίζει τις προσφορές και συντάσσει έκθεση, η οποία αναφέρει τον πλειοδότη. Η έκθεση αυτή κοινοποιείται σε όσους νόμιμα κατέθεσαν προσφορές και υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο της παραγράφου 1 του άρθρου 69 του παρόντος κεφαλαίου με σχετική αίτηση αποδοχής της.
  1. Σε περίπτωση που κατά το διαγωνισμό της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου κατατέθηκε μία μόνο προσφορά, συνέρχεται αμελλητί με πρόσκληση του ειδικού διαχειριστή συνέλευση των πιστωτών, η οποία με απόφαση της πλειοψηφίας επί του συνόλου των εκπροσωπουμένων στη συνέλευση απαιτήσεων (εφόσον υφίσταται η απαιτούμενη απαρτία που ορίζεται ως η πλειοψηφία των απαιτήσεων των πιστωτών οφειλέτη) αποφασίζει την υποβολή της έκθεσης της προηγούμενης παραγράφου στο δικαστήριο. Δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν τη συνέλευση των πιστωτών τίθεται στη διάθεση των πιστωτών η προσφορά. Δικαίωμα συμμετοχής στη συνέλευση έχουν οι αναφερόμενοι στην κατάσταση πιστωτών της παραγράφου 4 του άρθρου 68, ενώ η πρόσκληση τους γίνεται με τον τρόπο δημοσίευσης της πρόσκλησης διενέργειας δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση λήψης απόφασης υποβολής, ο ειδικός διαχειριστής υποβάλει αίτηση αποδοχής στο δικαστήριο κατά την προηγούμενη παράγραφο. Σε περίπτωση μη λήψης απόφασης υποβολής, επέρχονται οι συνέπειες της επόμενης παραγράφου.
  1. Σε περίπτωση που ο διαγωνισμός αφορά το σύνολο του ενεργητικού της επιχείρησης και δεν κατατέθηκε καμία προσφορά ή δεν κατατέθηκε καμία προσφορά για οποιοδήποτε από τα λειτουργικά σύνολα, η διαδικασία θεωρείται ότι έχει λήξει και ο ειδικός διαχειριστής υποχρε-ούται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης σε βάρος του οφειλέτη.
  1. Σε περίπτωση που δεν κατατέθηκε προσφορά για ορισμένα μόνο από τα λειτουργικά σύνολα, ο ειδικός διαχειριστής δεν διενεργεί νέο διαγωνισμό ως προς αυτά αλλά περιορίζεται στη διάθεση αυτών για τα οποία ελήφθησαν προσφορές εφαρμόζοντας αναλογικά την παραπάνω διαδικασία.

Αρθρο :74

Διαδικασία ειδικής διαχείρισης – εκδίκαση της αίτησης αποδοχής

  1. Για τη συζήτηση της αίτησης αποδοχής της παραγράφου 7 του άρθρου 73, τις τυχόν παρεμβάσεις και οποιοδήποτε άλλο σχετικό ζήτημα εφαρμόζονται τα οριζόμενα για την αίτηση υπαγωγής σε ειδική διαχείριση, αναλόγως εφαρμοζόμενα.
  1. Το δικαστήριο αποδέχεται την υποβληθείσα αίτηση εφόσον διαπιστώσει ότι τηρήθηκαν οι όροι του παρόντος και ότι η εισαγόμενη προς έγκριση προσφορά είναι του πλειοδότη ή, σε περίπτωση μίας προσφοράς, ότι έχει την έγκριση της συνέλευσης των πιστωτών και ανακηρύσσει τον αγοραστή ή τους αγοραστές, κατά περίπτωση με απόφαση του, που δεν υπάγεται σε ένδικα μέσα.
  1. Η απόφαση του δικαστηρίου δημοσιεύεται σε περίληψη στο Γ.Ε.ΜΗ.. Σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης το αρμόδιο δικαστήριο ορίζει και εισηγητή δικαστή για τις ανάγκες της διανομής του πλειστηριάσματος κατά το άρθρο 77 του παρόντος.
  1. Τριτανακοπή κατά της αποφάσεως δύναται να ασκηθεί από πρόσωπο που δεν παρέστη στη συζήτηση είτε γιατί δεν κλητεύθηκε είτε δεν κλητεύθηκε νόμιμα σε αυτή εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημε-ρών από τη δημοσίευση της απόφασης κατά το προηγούμενο εδάφιο.

Αρθρο :75

Διαδικασία ειδικής διαχείρισης – μεταβίβαση του ενεργητικού

  1. Με τη δημοσίευση της τυχόν θετικής απόφασης ο ειδικός διαχειριστής απευθύνει εγγράφως προς τον αγοραστή ή τους αγοραστές σχετική πρόσκληση του για υπογραφή εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών της σύμβασης μεταβίβασης που περιλήφθηκε στην πρόσκληση. Η παραπάνω σύμβαση επέχει θέση τελεσίδικης κατακύρωσης του 1003 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
  1. Εφόσον το τίμημα καταβληθεί εμπροθέσμως, ο ειδκός διαχειριστής συντάσσει αμελλητί πράξη εξόφλησης. Η πράξη αυτή προσαρτάται στη Σύμβαση Μεταβίβασης, επέχει θέση περίληψης έκθεσης κατακύρωσης του άρθρου 1005 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εφαρμοζομένων ως προς αυτήν αναλόγως όσων ισχύουν επί της τελευταίας και έχει, στην περίπτωση μεταβίβασης ακινήτων, ως άμεση έννομη συνέπεια, μετά τη μεταγραφή της και το σχετικό αίτημα προς τον υποθηκοφύλακα ή το κτηματολογικό γραφείο κατά τα οριζόμενα για την πράξη μεταγραφής ακινήτων, την εξάλειψη και διαγραφή των υπέρ τρίτων βαρών.
  1. Στη μεταβίβαση του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης ή και λειτουργικών συνόλων αυτής, στο πλαίσιο της ειδικής διαχείρισης, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 479 Α.Κ.
  1. Ως προς την παραπάνω σύμβαση μεταβίβασης, τις εκκρεμείς συμβάσεις της επιχείρησης και τις διοικητικές άδειες ισχύουν τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 106Θ του Πτωχευτικού Κώδικα.
  1. Οι πράξεις για την πραγματοποίηση της μεταβίβασης απαλλάσσονται από κάθε φόρο, τέλος ή δικαίωμα Δημοσίου ή τρίτων, καθώς και τελών χαρτοσήμου, εξαιρουμένου του ΦΠΑ.
  1. Ως προς αμοιβές για τις αυτές πράξεις ή συμβάσεις εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 134 του Πτωχευτικού Κώδικα
  1. Οι πράξεις αυτές εξαιρούνται επίσης της πτωχευτικής ανάκλησης, κατά την έννοια των άρθρων 41 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα.

Άρθρο 76

 Περάτωση διαδικασίας ειδικής διαχείρισης

  1. Σε περίπτωση που δεν ολοκληρωθεί η όλη διαδικασία μεταβίβασης τουλάχιστον του 90% του συνόλου του ενεργητικού της εταιρίας (ως λογιστική αξία) εντός της προθεσμίας του άρθρου 69 παρ. 3 τότε η διαδικασία θεωρείται ότι έχει λήξει και ο ειδικός διαχειριστής υποχρεούται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης της επιχείρησης. Σε περίπτωση που εκκρεμεί αίτηση πτώχευσης προχωρά η εξέταση της. Κατ’ εξαίρεση, εάν εντός της ανωτέρω προθεσμίας εκκρεμεί πλειοδοτική διαδικασία και υποβολή αίτησης προς το δικαστήριο για αποδοχή προσφοράς με την οποία να επιτυγχάνεται (λαμβανομένωνυπόψη και τυχόν προηγουμένων διαθέσεων) η διάθεση τουλάχιστον του 90% του συνόλου του ενεργητικού της εταιρίας (ως λογιστική αξία και ανεξαρτήτως τρόπου διάθεσης), τότε η ειδικήδιαχείριση παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι την έκδοση των σχετικών αποφάσεων από το αρμόδιο δικαστήριο  και την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβίβασης των σχετικών στοιχείων.
  1. Εφόσον ολοκληρωθεί επιτυχώς από τον ειδικό διαχειριστή η μεταβίβαση τουλάχιστον του 90% του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης (ως λογιστική αξία) και εάν κατά την εκτίμηση του, βάσει των αναγγελθεισών απαιτήσεων της παραγράφου 1 του άρθρου 77, το προϊόν ρευστοποίησης επαρκεί για την πλήρη ικανοποίηση όλων των πιστωτών, υποβάλλει σχετικό αίτημα στο αρμόδιο δικαστήριο το οποίο δύναται να παρατείνει το διορισμό του μεαποκλειστικό αντικείμενο τη διάθεση του προϊόντος ρευστοποίησης προς τους δικαιούχους. Σεπερίπτωση πλήρους ικανοποίησης του συνόλου των πιστωτών, τα εταιρικά όργανα ή ο ιδιοκτήτης, κατά περίπτωση, ανακτούν τη διοίκηση του φορέα της επιχείρησης. Σε αντίθετη περίπτωση, ο ειδικός διαχειριστής υποχρεούται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης του οφειλέτη. Σε περίπτωση που εκκρεμεί αίτηση πτώχευσης προχωρά η εξέταση της.
  1. Σε περίπτωση κήρυξης του φορέα της επιχείρησης σε πτώχευση, εάν εκκρεμεί η διάθεση μέρους του ενεργητικού της επιχείρησης στους πιστωτές, ο ειδικός διαχειριστής διατηρεί τον έλεγχο του ανωτέρω υπολοίπου και την ευθύνη διανομής του στους δικαιούχους σύμφωνα με το άρθρο 18 του παρόντος και η διανομή αυτή δεν υπόκειται σε πτωχευτική ανάκληση.

Αρθρο :77

Διαδικασία ειδικής διαχείρισης – διανομή προς πιστωτές

  1. Ο ειδικός διαχειριστής, το συντομότερο μετά τη μεταβίβαση του ενεργητικού της επιχείρησης (ή και μέρους αυτής ως λειτουργικού συνόλου) κατά τα προαναφερόμενα υποχρεούται να δημοσιοποιήσει, με τον τρόπο που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 73, πρόσκληση αναγγελίας απαιτήσεων των πιστωτών. Οι πιστωτές αναγγέλλουν τις απαιτήσεις τους μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τη δημοσιοποίηση της πρόσκλησης.
  1. Στη συνέχεια ο ειδικός διαχειριστής, αφού αφαιρέσει από το προϊόν της ειδικής διαχείρισης τα έξοδα της διαδικασίας, στα οποία περιλαμβάνονται οι δαπάνες της λειτουργίας της επιχείρησης κατάτην ειδική διαχείριση και αποδώσει τα αντίστοιχα ποσά συμμέτρως προς τους δικαιούχους, επαληθεύει τις απαιτήσεις με βάση τα στοιχεία της επιχείρησης, σύμφωνα με την απλοποιημένη διαδικασία του άρθρου 163 του Πτωχευτικού Κώδικα, ανεξαρτήτως ποσού απαίτησης, και συντάσσει, για το απομένον υπόλοιπο, πίνακα κατάταξης κατά τις διατάξεις των άρθρων 153 -161του Πτωχευτικού Κώδικα εφαρμοζομένων αναλόγως. Αρμόδιο για την εκδίκαση τυχόν ανακοπών κατά του πίνακα (τόσο ως προς την επαλήθευση όσο ως προς την κατάταξη) και την τυχόν αναμόρφωση του είναι το δικαστήριο της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του παρόντος Κεφαλαίου, το οποίο δικάζει κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις.
  1. Η διανομή προς πιστωτές διενεργείται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κ.Πολ.Δ..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

Άρθρο 78

Στο άρθρο 27 του ν. 4172/2013 (Α`167) προστίθεται παράγραφος 3 και οι υπάρχουσες παράγραφοι 3 και 4 αναριθμούνται ως παράγραφοι 4 και 5 ως εξής:

«3. Η χρεωστική διαφορά (οριστική ζημία) λόγω πιστωτικού κινδύνου η οποία προκύπτει για τους πιστωτές των εποπτευόμενων από την Τράπεζα της Ελλάδος νομικών προσώπων των παραγράφων 5, 6 και 7 του άρθρου 26 του παρόντος από τη διαγραφή χρεών οφειλετών τους κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 του νόμου με τίτλο «Ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο α) της Απόφασης-Πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2008, όπως τροποποιήθηκε

με την Απόφαση – Πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουάριου 2009, σχετικά με ην εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις, οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας, για το σκοπό της εκτέλεσης τους στην Ευρωπαϊκή Ενωση (ΜΕΡΟΣ Α), β) της Απόφασης-Πλαίσιο 2008/947/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2008, όπως τροποποιήθηκε με την Απόφαση- Πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουάριου 2009, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις που προβλέπουν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής ή απόλυση υπό όρους, με σκοπό την επιτήρηση των μέτρων αναστολής και των εναλλακτικών κυρώσεων στην Ευρωπαϊκή Ενωση (ΜΕΡΟΣ Β), γ) της Απόφασης-Πλαίσιο 2009/ 829/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με την εφαρμογή, μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις περί μέτρων επιτήρησης εναλλακτικά προς την προσωρινή κράτηση (ΜΕΡΟΣ Γ) και άλλες διατάξεις», εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα τους σε δεκαπέντε (15) ισόποσες ετήσιες δόσεις, αρχής γενομένης από τη χρήση στην οποία πραγματοποιήθηκε η διαγραφή. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, η χρεωστική διαφορά ισούται με το συνολικό ποσό της διαγραφής μείον τους μη εγγεγραμμένους τόκους, οι οποίοι και δεν εγγράφονται. Η ανωτέρω χρεωστική διαφορά καταχωρείται σε χρέωση των αποτελεσμάτων της χρήσης στην οποία προκύπτει. Σε περίπτωση που ο πιστωτής έχει σχηματίσει και εκπέσει από τα ακαθάριστα έσοδα του, για το χρέος που διαγράφεται, πρόσθετη ειδική πρόβλεψη κατά τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 26 του παρόντος, η πρόβλεψη αντιλογίζεται σε πίστωση των αποτέλεσματων του φορολογικού έτους στο οποίο πραγματοποιήθηκε η διαγραφή και αποτελεί για τον πιστωτή φορολογητέο κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα.»

Άρθρο 79

 Λοιπές διατάξεις

  1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας συστήνεται επιτροπή με αρμοδιότητες την παρακολούθηση της εφαρμογής των μέτρων του παρόντος νόμου, το συντονισμό και υποστήριξη των συμμετεχόντων φορέων και αρχών, τη συλλογή και επεξεργασία στατιστικών και άλλων στοιχείων ως προς την εφαρμογή τους και τις οικονομικές και άλλες επιπτώσεις, την υποβολή εισηγήσεων και προτάσεων προς τους ανωτέρω Υπουργούς, την Τράπεζα της Ελλάδος και άλλα εποπτικά όργανα. Με την ίδια απόφαση ρυθμίζεται επίσης κάθε ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία της επιτροπής αυτής και την εκπλήρωση του σκοπού της.
  1. Η διαγραφή ή/και ρύθμιση υπολοίπου δανείου, το οποίο τελεί υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και συντελείται εντός του πλαισίου της διαδικασίας των προηγούμενων άρθρων, δεν επηρεάζει κατά τα λοιπά την ισχύ της παρασχεθείσας εγγύησης από το Ελληνικό Δημόσιο.
  1. Η περίπτωση η` του άρθρου 8 του ν. 3461/2006 (Α-106), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 παρ. 7 του ν. 4013/2011 (Α` 204), εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση επικύρωσης συμφωνιών ρύθμισης κατά το Τρίτο Κεφάλαιο του παρόντος νόμου.

 

29

Δεκ

2014

Ως 30 Ιανουαρίου 2015 η τελευταία παράταση για εκπρόθεσμη υποβολή δήλωσης διακοπής δραστηριότητας

29 Δεκεμβρίου, 2014

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ
ΤΜΗΜΑ Γ΄

ΘΕΜΑ: «Παράταση προθεσμίας για την εκπρόθεσμη υποβολή δήλωσης διακοπής επιχειρηματικής δραστηριότητας, πέραν του έτους, βάσει του πραγματικού χρόνου διακοπής».

Η προθεσμία που είχε δοθεί μέχρι 26/09/2014 με το ΔΕΣ Γ 1108349 ΕΞ24.7.20  έγγραφό μας για την εκπρόθεσμη υποβολή δήλωσης διακοπής εργασιών, πέραν του έτους, βάσει του πραγματικού χρόνου διακοπής, παρατείνεται μέχρι την 30η Ιανουαρίου 2015.

Κατόπιν των ανωτέρω, τα φυσικά, νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες μπορούν, για τη διακοπή των εργασιών τους, σύμφωνα με τις 1030160/650/ΔΜ/ ΠΟΛ 1068/19.3.2001, 1016769/389/ΔΜΒ/ ΠΟΛ 1028/21.1.2003 και 1053873/867/ΔΜ/  ΠΟΛ 1071/ 28.5.2009. εγκυκλίους, να υποβάλλουν στον υπάλληλο του τμήματος ή γραφείου της Διοικητικής και Μηχανογραφικής Υποστήριξης της Δ.Ο.Υ., στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας βρίσκεται η έδρα της επιχείρησης, τη δήλωση διακοπής επιχειρηματικής δραστηριότητας, (έντυπο Μ4), μέχρι 30 Ιανουαρίου 2015.

Επιπλέον, για την ενημέρωση των φορολογουμένων, η υπηρεσία μας, έχει προβεί σε ενέργειες για την ηλεκτρονική ανάρτηση σχετικού με το θέμα κειμένου στην ιστοσελίδα της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων (www.gsis.gr).»

Πηγή www.Taxheaven.gr

 

22

Δεκ

2014

Προσδιορισμός εύλογων δαπανών διαβίωσης

22 Δεκεμβρίου, 2014

Προσδιορισμός εύλογων δαπανών διαβίωσης

Ο προσδιορισμός των εύλογων δαπανών διαβίωσης έχει στόχο να βοηθήσει τα πιστωτικά ιδρύματα και τους δανειολήπτες, να καταλήγουν σε κοινά αποδεκτές και βιώσιμες λύσεις ως προς την εξυπηρέτηση των δανείων.

Στο πλαίσιο αυτό, υπολογίστηκαν οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης σε αντιπροσωπευτικές κατηγορίες ελληνικών νοικοκυριών. Σε αυτές περιλαμβάνονται τα έξοδα διατροφής, στέγασης, μόρφωσης, ένδυσης, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, θέρμανσης, μεταφοράς, επικοινωνίας κτλ.

Το μηνιαίο σύνολο των δαπανών αυτών θα λειτουργεί ως σημείο αναφοράς, ώστε να αξιολογείται η δυνατότητα κάθε οφειλέτη να εξυπηρετεί τις δανειακές του υποχρεώσεις, με βάση το εισόδημά του και αφού καλύψει τις ανάγκες διαβίωσής του.

Είναι μια πρακτική που εφαρμόζεται ήδη με επιτυχία σε πολλές χώρες της Ευρώπης, όπως η Ιρλανδία, η Αυστρία, το Βέλγιο, η Φινλανδία, η Νορβηγία και η Ισπανία. Έχει αποδειχθεί ότι:

  • Ενισχύει τη διαφάνεια και την αμοιβαία εμπιστοσύνη στις σχέσεις μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και δανειοληπτών.
  • Παρέχει στους δανειολήπτες ένα αξιόπιστο εργαλείο διαπραγμάτευσης και διευκολύνει την εξυπηρέτηση του δανείου τους, με βάση τις πραγματικές τους δυνατότητες.

Η μεθοδολογία

Ο υπολογισμός των εύλογων δαπανών διαβίωσης έγινε από εμπειρογνώμονες του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του Υπουργείου Οικονομικών.

Στηρίχθηκε στα στοιχεία της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών (ΕΟΠ) που διενεργείται κάθε χρόνο από την Ελληνική Στατιστική Αρχή. Η έρευνα αυτή συγκεντρώνει αναλυτικές πληροφορίες από αντιπροσωπευτικό δείγμα νοικοκυριών της χώρας, ανεξάρτητα από το αν έχουν δάνειο η όχι, σχετικά με τις δαπάνες διαβίωσής τους.

Τα αγαθά και οι υπηρεσίες που καταναλώνουν τα νοικοκυριά ταξινομούνται σε ομάδες, ανάλογα με το πόσο απαραίτητα είναι για τη διαβίωση. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιείται ειδική διεθνής κλίμακα ταξινόμησης (COICOP).

Οι ομάδες αυτές είναι:

  • 1η ομάδα: αφορά τις πιο βασικές δαπάνες για τη διαβίωση του νοικοκυριού,                οι

οποίες περιλαμβάνεται η διατροφή, η ένδυση και υπόδηση, τα λειτουργικά έξοδα κατοικίας, η μετακίνηση, η επισκευή και συντήρηση επίπλων και οικιακού εξοπλισμού, τα είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, η ενημέρωση και μόρφωση, οι υπηρεσίες τηλεφωνίας και ταχυδρομείων, τα είδη και οι υπηρεσίες υγείας, οι υπηρεσίες εκπαίδευσης, οι υπηρεσίες κοινωνικής προστασίας και οι οικονομικές υπηρεσίες.

  • 2η ομάδα: περιλαμβάνει επιπλέον δαπάνες εστίασης
  • 3η ομάδα: περιλαμβάνει επιπλέον διαρκή αγαθά και συσκευές
  • 4η ομάδα: περιλαμβάνει επιπλέον δαπάνες για κατανάλωση αλκοολούχων ποτών

και καπνού, αεροπορικές μετακινήσεις, τουριστικές υπηρεσίες και υπηρεσίες αναψυχής, πολιτισμού και αθλητισμού.

Με βάση την ανωτέρω κατασκευή του «καλαθιού» των δαπανών εκτιμήθηκε το ύψος των εύλογων δαπανών διαβίωσης με βάση τη σύνθεση του κάθε νοικοκυριού.

Στον πίνακα 1 παρουσιάζονται οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης ανά ομάδα, καθώς και παραδείγματα ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού.

 

Πίνακας 1: Εύλογες δαπάνες διαβίωσης ανά ομάδα δαπανών που λαμβάνεται υπόψη και σύνθεση του νοικοκυριού (παρατίθεται προς σύγκριση το διάμεσο καθαρό εισόδημα οικ. έτους 2013 και το όριο φτώχειας για κάθε τύπο νοικοκυριού)

Σύνθεση νοικοκυριού 1η ομάδα δαπανών 2η ομάδα δαπανών 3η ομάδα δαπανών 4η ομάδα δαπανών Διάμεσο καθαρό εισόδημα οικονομικού έτους 2013 (στοιχεία ΓΓΠΣ) Όριο

φτώχειας

(EU-SILC)

Ετησίως
Ένας ενήλικας 6448 7337 7655 8180 7410 5708
Δύο ενήλικες 10866 12412 12921 13917 15891 8562
Πολλαπλασιαστής εξαρτώμενων τέκνων 2648 2955 3126 3361   1712
Πολλαπλασιαστής επιπλέον εξαρτώμενων ενηλίκων 2497 2962 3117 3550   2854
Παραδείγματα:            
Ένας ενήλικας με 1 τέκνο 9096 10292 10781 11541 8048 7420
Δύο ενήλικες με 1 τέκνο 13514 15367 16047 17278 16246 10274
Δύο ενήλικες με 2 τέκνα 16162 18322 19173 20639 17043 11986
Δύο ενήλικες με 2 τέκνα και επιπλέον εξαρτώμενο ενήλικα 18659 21284 22290 24189 15580 14840
Δύο ενήλικες με 3 τέκνα 18810 21277 22299 24000 16794 13698
Δύο ενήλικες με 3 τέκνα και επιπλέον εξαρτώμενο ενήλικα 21307 24239 25416 27550 15314 16552
Δύο ενήλικες με 4 τέκνα 21458 24232 25425 27361 16759 15410
Μηνιαίως
Ένας ενήλικας 537 611 638 682 618 476
Δύο ενήλικες 906 1034 1077 1160 1324 714
Πολλαπλασιαστής εξαρτώμενων τέκνων 221 246 261 280   143
Πολλαπλασιαστής επιπλέον εξαρτώμενων ενηλίκων 208 247 260 296   238
Παραδείγματα:            
Ένας ενήλικας με 1 τέκνο 758 858 898 962 671 618
Δύο ενήλικες με 1 τέκνο 1126 1281 1337 1440 1354 856
Δύο ενήλικες με 2 τέκνα 1347 1527 1598 1720 1420 999
Δύο ενήλικες με 2 τέκνα και επιπλέον εξαρτώμενο ενήλικα 1555 1774 1858 2016 1298 1237
Δύο ενήλικες με 3 τέκνα 1568 1773 1858 2000 1400 1142
Δύο ενήλικες με 3 τέκνα και επιπλέον εξαρτώμενο ενήλικα 1776 2020 2118 2296 1276 1379
Δύο ενήλικες με 4 τέκνα 1788 2019 2119 2280 1397 1284

 

Τα ποσά των εύλογων δαπανών διαβίωσης είναι καθαρά μετά την αφαίρεση των φόρων (όπως προκύπτουν στο εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας) και αφού αφαιρεθεί η δόση του δανείου για τους δανειολήπτες και το ποσό του ενοικίου για τους ενοικιαστές.

Προσαρμογή στη σύνθεση και στις ανάγκες κάθε νοικοκυριού

Ο προσδιορισμός των εύλογων δαπανών διαβίωσης δεν είναι «προκρούστεια κλίνη». Αντίθετα, λαμβάνει υπόψη τη σύνθεση και τις ανάγκες κάθε νοικοκυριού.

  • Το σημαντικότερο σημείο είναι ότι οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης προσαυξάνονται σημαντικά για τις οικογένειες με παιδιά ή εξαρτώμενα μέλη, που αποτελούν και την πλειονότητα των δανειοληπτών.
  • Επίσης, προσαυξάνονται σε περιπτώσεις νοικοκυριών όπου υπάρχουν ιδιάζουσες συνθήκες: π.χ. μέλη που πάσχουν από χρόνιες ασθένειες, φυσικές ή διανοητικές αναπηρίες και προβλήματα υγείας που απαιτούν ιδιαίτερη θεραπεία.
  • Οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης αναφέρονται στα έξοδα που κάνει ένα νοικοκυριό πέραν αυτών που απαιτούνται για την εξασφάλιση κατοικίας. Συνεπώς, το ποσό του ενοικίου για την εξασφάλιση πρώτης κατοικίας, προστίθεται ξεχωριστά

στα οικονομικά στοιχεία που δηλώνει ο δανειολήπτης.

Κάθε νοικοκυριό αντιμετωπίζεται ως μια ξεχωριστή περίπτωση με διαφορετικές ανάγκες. Γι” αυτό και ο προσδιορισμός των εύλογων δαπανών, θα γίνεται σε εξατομικευμένη βάση, με χρήση ειδικών συντελεστών στάθμισης ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού.

Πως λειτουργεί στην πράξη

Σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών που βρίσκεται υπό διαβούλευση, το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης του οφειλέτη, κατά την αξιολόγηση της δυνατότητας αποπληρωμής.

Συγκεκριμένα, η τράπεζα θα πρέπει να παρέχει Τυποποιημένη Κατάσταση Οικονομικής Πληροφόρησης, στην οποία ο οφειλέτης θα δηλώνει στοιχεία για τις δαπάνες διαβίωσης του νοικοκυριού, τα οποία θα συσχετίζονται με τις προσδιορισμένες εύλογες δαπάνες διαβίωσης.

Οι πληροφορίες αυτές θα αξιοποιούνται, σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία, ώστε να αξιολογηθεί:

  • Η οικονομική κατάσταση του δανειολήπτη
  • το συνολικό ύψος και η φύση των χρεών του δανειολήπτη,
  • η τρέχουσα ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη
  • το ιστορικό οικονομικής συμπεριφοράς του δανειολήπτη και,
  • η προβλεπόμενη και αναμενόμενη ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο των εύλογων δαπανών διαβίωσης.

Μετά από αυτή την αξιολόγηση, η τράπεζα θα είναι υποχρεωμένη να προχωρήσει σε ρύθμιση η οποία θα είναι προσαρμοσμένη στο προφίλ του οφειλέτη, ώστε να συνεχίσει να εξυπηρετεί το δάνειό του.

Σε κάθε περίπτωση, εφόσον ο οφειλέτης δεν μπορεί να εξυπηρετήσει την παρεχόμενη ρύθμιση διατηρεί το δικαίωμα προσφυγής του στο ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε από το ν. 4161/2013, όπου δικαστικά θα προσδιοριστεί η διευθέτηση της οφειλής.

Πηγή : www.efpolis.gr

 

22

Δεκ

2014

Προσδιορισμός εύλογων δαπανών διαβίωσης

 

22 Δεκεμβρίου 2014

Προσδιορισμός εύλογων δαπανών διαβίωσης

Ο προσδιορισμός των εύλογων δαπανών διαβίωσης έχει στόχο να βοηθήσει τα πιστωτικά ιδρύματα και τους δανειολήπτες, να καταλήγουν σε κοινά αποδεκτές και βιώσιμες λύσεις ως προς την εξυπηρέτηση των δανείων.

Στο πλαίσιο αυτό, υπολογίστηκαν οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης σε αντιπροσωπευτικές κατηγορίες ελληνικών νοικοκυριών. Σε αυτές περιλαμβάνονται τα έξοδα διατροφής, στέγασης, μόρφωσης, ένδυσης, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, θέρμανσης, μεταφοράς, επικοινωνίας κτλ.

Το μηνιαίο σύνολο των δαπανών αυτών θα λειτουργεί ως σημείο αναφοράς, ώστε να αξιολογείται η δυνατότητα κάθε οφειλέτη να εξυπηρετεί τις δανειακές του υποχρεώσεις, με βάση το εισόδημά του και αφού καλύψει τις ανάγκες διαβίωσής του.

Είναι μια πρακτική που εφαρμόζεται ήδη με επιτυχία σε πολλές χώρες της Ευρώπης, όπως η Ιρλανδία, η Αυστρία, το Βέλγιο, η Φινλανδία, η Νορβηγία και η Ισπανία. Έχει αποδειχθεί ότι:

  • Ενισχύει τη διαφάνεια και την αμοιβαία εμπιστοσύνη στις σχέσεις μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και δανειοληπτών.
  • Παρέχει στους δανειολήπτες ένα αξιόπιστο εργαλείο διαπραγμάτευσης και διευκολύνει την εξυπηρέτηση του δανείου τους, με βάση τις πραγματικές τους δυνατότητες.

Η μεθοδολογία

Ο υπολογισμός των εύλογων δαπανών διαβίωσης έγινε από εμπειρογνώμονες του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του Υπουργείου Οικονομικών.

Στηρίχθηκε στα στοιχεία της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών (ΕΟΠ) που διενεργείται κάθε χρόνο από την Ελληνική Στατιστική Αρχή. Η έρευνα αυτή συγκεντρώνει αναλυτικές πληροφορίες από αντιπροσωπευτικό δείγμα νοικοκυριών της χώρας, ανεξάρτητα από το αν έχουν δάνειο η όχι, σχετικά με τις δαπάνες διαβίωσής τους.

Τα αγαθά και οι υπηρεσίες που καταναλώνουν τα νοικοκυριά ταξινομούνται σε ομάδες, ανάλογα με το πόσο απαραίτητα είναι για τη διαβίωση. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιείται ειδική διεθνής κλίμακα ταξινόμησης (COICOP).

Οι ομάδες αυτές είναι:

  • 1η ομάδα: αφορά τις πιο βασικές δαπάνες για τη διαβίωση του νοικοκυριού,στις οποίες περιλαμβάνεται η διατροφή, η ένδυση και υπόδηση, τα λειτουργικά έξοδα κατοικίας, η μετακίνηση, η επισκευή και συντήρηση επίπλων και οικιακού εξοπλισμού, τα είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, η ενημέρωση και μόρφωση, οι υπηρεσίες τηλεφωνίας και ταχυδρομείων, τα είδη και οι υπηρεσίες υγείας, οι υπηρεσίες εκπαίδευσης, οι υπηρεσίες κοινωνικής προστασίας και οι οικονομικές υπηρεσίες.
  • 2η ομάδα: περιλαμβάνει επιπλέον δαπάνες εστίασης
  • 3η ομάδα: περιλαμβάνει επιπλέον διαρκή αγαθά και συσκευές
  • 4η ομάδα: περιλαμβάνει επιπλέον δαπάνες για κατανάλωση αλκοολούχων ποτών και καπνού, αεροπορικές μετακινήσεις, τουριστικές υπηρεσίες και υπηρεσίες αναψυχής, πολιτισμού και αθλητισμού.

Με βάση την ανωτέρω κατασκευή του «καλαθιού» των δαπανών εκτιμήθηκε το ύψος των εύλογων δαπανών διαβίωσης με βάση τη σύνθεση του κάθε νοικοκυριού.

Στον πίνακα 1 παρουσιάζονται οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης ανά ομάδα, καθώς και παραδείγματα ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού

Πίνακας 1: Εύλογες δαπάνες διαβίωσης ανά ομάδα δαπανών που λαμβάνεται υπόψη και σύνθεση του νοικοκυριού (παρατίθεται προς σύγκριση το διάμεσο καθαρό εισόδημα οικ. έτους 2013 και το όριο φτώχειας για κάθε τύπο νοικοκυριού)

Σύνθεση νοικοκυριού 1η ομάδα δαπανών 2η ομάδα δαπανών 3η ομάδα δαπανών 4η ομάδα δαπανών Διάμεσο καθαρό εισόδημα οικονομικού έτους 2013 (στοιχεία ΓΓΠΣ) Όριο

φτώχειας

(EU-SILC)

Ετησίως
Ένας ενήλικας 6448 7337 7655 8180 7410 5708
Δύο ενήλικες 10866 12412 12921 13917 15891 8562
Πολλαπλασιαστής εξαρτώμενων τέκνων 2648 2955 3126 3361   1712
Πολλαπλασιαστής επιπλέον εξαρτώμενων ενηλίκων 2497 2962 3117 3550   2854
Παραδείγματα:            
Ένας ενήλικας με 1 τέκνο 9096 10292 10781 11541 8048 7420
Δύο ενήλικες με 1 τέκνο 13514 15367 16047 17278 16246 10274
Δύο ενήλικες με 2 τέκνα 16162 18322 19173 20639 17043 11986
Δύο ενήλικες με 2 τέκνα και επιπλέον εξαρτώμενο ενήλικα 18659 21284 22290 24189 15580 14840
Δύο ενήλικες με 3 τέκνα 18810 21277 22299 24000 16794 13698
Δύο ενήλικες με 3 τέκνα και επιπλέον εξαρτώμενο ενήλικα 21307 24239 25416 27550 15314 16552
Δύο ενήλικες με 4 τέκνα 21458 24232 25425 27361 16759 15410
Μηνιαίως
Ένας ενήλικας 537 611 638 682 618 476
Δύο ενήλικες 906 1034 1077 1160 1324 714
Πολλαπλασιαστής εξαρτώμενων τέκνων 221 246 261 280   143
Πολλαπλασιαστής επιπλέον εξαρτώμενων ενηλίκων 208 247 260 296   238
Παραδείγματα:            
Ένας ενήλικας με 1 τέκνο 758 858 898 962 671 618
Δύο ενήλικες με 1 τέκνο 1126 1281 1337 1440 1354 856
Δύο ενήλικες με 2 τέκνα 1347 1527 1598 1720 1420 999
Δύο ενήλικες με 2 τέκνα και επιπλέον εξαρτώμενο ενήλικα 1555 1774 1858 2016 1298 1237
Δύο ενήλικες με 3 τέκνα 1568 1773 1858 2000 1400 1142
Δύο ενήλικες με 3 τέκνα και επιπλέον εξαρτώμενο ενήλικα 1776 2020 2118 2296 1276 1379
Δύο ενήλικες με 4 τέκνα 1788 2019 2119 2280 1397 1284

 

Τα ποσά των εύλογων δαπανών διαβίωσης είναι καθαρά μετά την αφαίρεση των φόρων (όπως προκύπτουν στο εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας) και αφού αφαιρεθεί η δόση του δανείου για τους δανειολήπτες και το ποσό του ενοικίου για τους ενοικιαστές.

Προσαρμογή στη σύνθεση και στις ανάγκες κάθε νοικοκυριού

Ο προσδιορισμός των εύλογων δαπανών διαβίωσης δεν είναι «προκρούστεια κλίνη». Αντίθετα, λαμβάνει υπόψη τη σύνθεση και τις ανάγκες κάθε νοικοκυριού.

  • Το σημαντικότερο σημείο είναι ότι οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης προσαυξάνονται σημαντικά για τις οικογένειες με παιδιά ή εξαρτώμενα μέλη, που αποτελούν και την πλειονότητα των δανειοληπτών.
  • Επίσης, προσαυξάνονται σε περιπτώσεις νοικοκυριών όπου υπάρχουν ιδιάζουσες συνθήκες: π.χ. μέλη που πάσχουν από χρόνιες ασθένειες, φυσικές ή διανοητικές αναπηρίες και προβλήματα υγείας που απαιτούν ιδιαίτερη θεραπεία.
  • Οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης αναφέρονται στα έξοδα που κάνει ένα νοικοκυριό πέραν αυτών που απαιτούνται για την εξασφάλιση κατοικίας. Συνεπώς, το ποσό του ενοικίου για την εξασφάλιση πρώτης κατοικίας, προστίθεται ξεχωριστά στα οικονομικά στοιχεία που δηλώνει ο δανειολήπτης.

Κάθε νοικοκυριό αντιμετωπίζεται ως μια ξεχωριστή περίπτωση με διαφορετικές ανάγκες. Γι” αυτό και ο προσδιορισμός των εύλογων δαπανών, θα γίνεται σε εξατομικευμένη βάση, με χρήση ειδικών συντελεστών στάθμισης ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού.

Πως λειτουργεί στην πράξη

Σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών που βρίσκεται υπό διαβούλευση, το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης του οφειλέτη, κατά την αξιολόγηση της δυνατότητας αποπληρωμής.

Συγκεκριμένα, η τράπεζα θα πρέπει να παρέχει Τυποποιημένη Κατάσταση Οικονομικής Πληροφόρησης, στην οποία ο οφειλέτης θα δηλώνει στοιχεία για τις δαπάνες διαβίωσης του νοικοκυριού, τα οποία θα συσχετίζονται με τις προσδιορισμένες εύλογες δαπάνες διαβίωσης.

Οι πληροφορίες αυτές θα αξιοποιούνται, σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία, ώστε να αξιολογηθεί:

  • Η οικονομική κατάσταση του δανειολήπτη
  • το συνολικό ύψος και η φύση των χρεών του δανειολήπτη,
  • η τρέχουσα ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη
  • το ιστορικό οικονομικής συμπεριφοράς του δανειολήπτη και,
  • η προβλεπόμενη και αναμενόμενη ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο των εύλογων δαπανών διαβίωσης.

Μετά από αυτή την αξιολόγηση, η τράπεζα θα είναι υποχρεωμένη να προχωρήσει σε ρύθμιση η οποία θα είναι προσαρμοσμένη στο προφίλ του οφειλέτη, ώστε να συνεχίσει να εξυπηρετεί το δάνειό του.

Σε κάθε περίπτωση, εφόσον ο οφειλέτης δεν μπορεί να εξυπηρετήσει την παρεχόμενη ρύθμιση διατηρεί το δικαίωμα προσφυγής του στο ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε από το ν. 4161/2013, όπου δικαστικά θα προσδιοριστεί η διευθέτηση της οφειλής.

Πηγή : www.efpolis.gr

 

20

Δεκ

2014

Κώδικας Δεοντολογίας Τραπεζών -σε εφαρμογή από 31.12.2014

20 Δεκεμβρίου, 2014

ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

Με το άρθρο 1 του ν.4224/2013 προβλέφθηκε η σύσταση Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους στο οποίο μετέχουν οι Υπουργοί Οικονομικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας. Σκοπός του συμβουλίου αυτού ,κατά την σχετική διάταξη, είναι η εισαγωγή και παρακολούθηση των απαραίτητων δράσεων για την προώθηση δημιουργίας του μόνιμου μηχανισμού της επίλυσης του μη εξυπηρετούμενου ιδιωτικού χρέους φυσικών, νομικών προσώπων και επιχειρήσεων.

Με το άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος εκδίδεται Κώδικας Δεοντολογίας Τραπεζών για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ιδιωτικών οφειλών, ο οποίος τίθεται σε εφαρμογή στις 31.12.2014. Ο Κώδικας Δεοντολογίας Τραπεζών προβλέφθηκε ότι θα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων διατάξεις σχετικά με τις διαδικασίες αξιολόγησης κινδύνου, τις διαδικασίες αξιολόγησης της δυνατότητας αποπληρωμής, δεσμευτικούς κανόνες συμπεριφοράς των τραπεζών με σαφή χρονοδιαγράμματα, όρους επικοινωνίας μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και δανειστών, και σε αυτές θα αξιοποιούνται οι ορισμοί του «συνεργάσιμου δανειολήπτη» και των «εύλογων δαπανών διαβίωσης», των οποίων θα γίνεται χρήση κατά τη λήψη αποφάσεων των τραπεζών σχετικά με παροχή λύσεων/αναδιαρθρώσεων δανείων που βρίσκονται σε καθυστέρηση πληρωμής.

HΔΗ εκδόθηκε η σχετική απόφαση με αρ. 27/2014 :Κώδικας Δεοντολογίας Τραπεζών – οι διατάξεις της οποίας τίθενται σε ισχύ από 31.12.2014.

Από το περιεχόμενο της συγκεκριμένης απόφασης προκύπτει με σαφήνεια το πλαίσιο, οι διαδικασίες ,τα χρονοδιαγράμματα και οι προσφερόμενες επιλογές για την εξεύρεση λύσεων σχετικά με τα δάνεια σε καθυστέρηση των οποίων η σύμβαση δεν έχει καταγγελθεί. Σε κάθε περίπτωση θα επιχειρείται η εξεύρεση της “κατάλληλης λύσης” σε περίπτωση δε αποτυχίας , η διαφωνία μπορεί να επιλύεται εξωδικαστικά μέσω του Συνηγόρου του Καταναλωτή ή άλλων φορέων με αντικείμενο τη διαμεσολάβηση ή από τα αρμόδια δικαστήρια. Θεσπίζεται απολύτως συγκεκριμένη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (Δ.Ε.Κ) με κατηγοριοποίηση δανείων και δανειοληπτών και η συγκρότηση Επιτροπής Ενστάσεων στην οποία δικαιούται να προσφεύγει ο δανειολήπτης.Κατά τη διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων ο δανειολήπτης θα υποχρεούται να συμπληρώνει την προβλεπόμενη “Τυποποιημένη Κατάσταση Οικονομικής Πληροφόρησης”.
Μετά τη συγκέντρωση των οικονομικών και άλλων πληροφοριών για τον δανειολήπτη και τη σχετική αξιολόγηση των οικονομικών στοιχείων ,η τράπεζα θα προτείνει σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ενστάσσεται στην έννοια του “συνεργάσιμου” δανειολήπτη μια ή περισσότερες εναλλακτικές λύσεις ρύθμισης ή οριστικής διευθέτησης .Οι συγκεκριμένες προτάσεις θα γνωστοποιούνται στο δανειολήπτη με το προβλεπόμενο “τυποποιημένο έγγραφο πρότασης λύσεων ρύθμισης ή οριστικής διευθέτησης” ,ο δε οφειλέτης θα μπορεί να συναινέσει, να αντιπροτείνει ή να αρνηθεί πλήρως.Ο χαρακτηρισμός ενός δανειολήπτη ως “μη συνεργάσιμου” μπορεί να έχει ως συνέπεια τον εκπλειστηριασμό της μοναδικής κατοικίας του.
Για την περίπτωση “πολλαπλών πιστωτών”,που δυστυχώς είναι αρκετά συνήθης,  συστήνεται η επιδίωξη εξεύρεσης κοινά αποδεκτής λύσης .
Στο παράρτημα 2 της παραπάνω απόφασης προβλέπονται ενδεικτικά οι πιο συνηθισμένοι τύποι βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων αλλά και τύποι οριστικής διευθέτησης .Από τους τελευταίους ενδιαφέρον από πολλές απόψεις παρουσιάζει η Εθελοντική Παράδοση Ενυπόθηκου Ακινήτου ( στην αγγλική μετάφραση του :Voluntary Surrender) όπου ο δανειολήπτης παραχωρεί εθελοντικά το ενυπόθηκο ακίνητο του , η μετατροπή σε χρηματοδοτική μίσθωση (mortage to lease)αλλά και η πώληση και ενοικίαση . Ιδιαίτερες ρυθμίσεις μεταξύ των τύπων μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων για τα δάνεια επιχειρήσεων είναι “η λειτουργική αναδιάρθωση της επιχείρησης”, δηλαδή η αλλαγή της διοίκησης της εταιρίας όταν η τράπεζα θεωρεί ότι η υφιστάμενη διοίκηση δεν συνεργάζεται προς την κατεύθυνση της επιβίωσης καθώς καί “συμφωνίες ανταλλαγής χρέους με Μετοχικό Κεφάλαιο” , ρύθμιση για αναδιαρθώσεις εταιριών όπου η τράπεζα θα καθίσταται μέτοχος της επιχείρησης .

Η απόφαση αυτή ,σε συνδυασμό με την λήξη της προστασίας της πρώης κατοικίας , οριοθετεί το πλαίσιο  εντός του οποίου θα διευθετηθούν τα ιδιωτικά χρέη προς τις τράπεζες. Αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι μόνο  το περιεχόμενο της παραπάνω απόφασης αλλά το πως αυτή θα εφαρμοστεί  στην πράξη ώστε να δοθεί στους  καλόπιστους οφειλέτες ,είτε φυσικά πρόσωπα είτε επιχειρηματίες , των οποίων η ζωή ανατράπηκε  ακούσια στην περίοδο της οικονομικής κρίσης μια ουσιαστική δεύτερη ευκαιρία επανεκκίνησης της πορείας τους.

Δείτε το πλήρες κείμενο της σχετικής με αρ. 27/2014 απόφασης :

(ΦΕΚ Β” 2289/27/08/2014)
Θέσπιση του Κώδικα Δεοντολογίας του Ν. 4224/2013.
ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΕΥΡΩΣΥΣΤΗΜΑ Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
(Συνεδρίαση 116/Θέμα 1 της 25-8-2014)
Αφού έλαβε υπόψη: α) το άρθρο 55Α του καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος, β) την Πράξη Εκτελεστικής Επιτροπής 1/20.12.2012 «Ανασύσταση Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων και ανάθεση αρμοδιότητας» (ΦΕΚ Β΄ 3410), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με την Πράξη Εκτελεστικής Επιτροπής 40/30.5.2014 «Τροποποίηση των Πράξεων Εκτελεστικής Επιτροπής 1/20.12.2012, 4/8.1.2013 και 6/8.1.2013» (ΦΕΚ Β΄ 1567), γ) το ν. 4224/2013 (ΦΕΚ Α΄ 288) και ιδίως το άρθρο 1, παρ. 2 και 4 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 4281/2014 (ΦΕΚ Α΄ 160),. δ) τις διατάξεις του Ν. 4261/2014 «Πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ), κατάργηση του Ν. 3601/2007 και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 107), ε) τον ορισμό του «συνεργάσιμου δανειολήπτη», όπως αποφασίστηκε στο Κυβερνητικό Συμβούλιο Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους του Ν. 4224/2013, σύμφωνα με τον οποίο: «Ένας δανειολήπτης είναι συνεργάσιμος έναντι των δανειστών του όταν: α) παρέχει πλήρη και επικαιροποιημένα στοιχεία επικοινωνίας στους δανειστές ή όποιον ενεργεί νομίμως για λογαριασμό τους (π.χ. αριθμούς σταθερού, κινητού τηλεφώνου και τηλεομοιοτυπίας, ηλεκτρονική διεύθυνση, διεύθυνση κατοικίας και εργασίας) και προβαίνει σε ορισμό συγγενικού ή φιλικού προσώπου, ως αντικλήτου επικοινωνίας για κάθε περίπτωση που ο ίδιος δεν είναι διαθέσιμος, β) είναι διαθέσιμος σε επικοινωνία με τον δανειστή ή με όποιον ενεργεί νομίμως για λογαριασμό αυτού και ανταποκρίνεται με ειλικρίνεια και σαφήνεια, σε κλήσεις και επιστολές του δανειστή ή όποιου ενεργεί νομίμως για λογαριασμό του, αυτοπροσώπως είτε διά του αντικλήτου του, με κάθε πρόσφορο τρόπο, εντός 15 εργάσιμων ημερών, γ) προβαίνει αυτοπροσώπως είτε διά του αντικλήτου του σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών προς το δανειστή ή όποιον ενεργεί νομίμως για λογαριασμό του, αναφορικά με την τρέχουσα οικονομική του κατάσταση, εντός 15 εργασίμων ημερών από την ημέρα μεταβολής της ή εντός 15 εργάσιμων ημερών από την ημέρα που θα ζητηθούν ανάλογες πληροφορίες από το δανειστή ή όποιον ενεργεί νομίμως για λογαριασμό του, δ) προβαίνει αυτοπροσώπως είτε διά του αντικλήτου του, σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών, προς το δανειστή ή όποιον ενεργεί για λογαριασμό του, οι οποίες θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην μελλοντική οικονομική του κατάσταση, εντός 15 εργάσιμων ημερών από την ημέρα που θα περιέλθουν σε γνώση του (π.χ. πλήρωση προϋποθέσεων λήψης επιδόματος, εμφάνιση νέων περιουσιακών στοιχείων που θα περιέλθουν στην κυριότητα του [κληρονομιά κ.λπ.], απώλεια κυριότητας περιουσιακών στοιχείων, ανακοινώσεις απόλυσης, καταγγελίες μισθώσεων, εξαγορά ασφαλιστικών προϊόντων, κέρδη οποιασδήποτε μορφής κ.λπ.) και ε) συναινεί σε διερεύνηση εναλλακτικής πρότασης αναδιάρθρωσης με το δανειστή ή όποιον ενεργεί νομίμως για λογαριασμό του, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον Κώδικα Δεοντολογίας του Ν. 4224/2014», στ) τη μεθοδολογία για τον ορισμό των «ευλόγων δαπανών διαβίωσης», όπως αποφασίστηκε από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους του Ν. 4224/2013, ζ) την υπ’ αριθμ. 42/30.5.2014 Πράξη Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος «Πλαίσιο εποπτικών υποχρεώσεων για τη διαχείριση των ανοιγμάτων σε καθυστέρηση και των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων» (ΦΕΚ Β΄ 1582), η) την υπ’ αριθμ. ΕΒΑ-Ορ-2013-03/13.6.2013 «Γνώμη της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών για τις βέλτιστες πρακτικές σχετικά με την μεταχείριση των οφειλετών που έχουν παράσχει εμπράγματες εξασφαλίσεις και βρίσκονται σε δυσκολία αποπληρωμής», θ) το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας δεν προκύπτει δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, αποφασίζει τα εξής:

  Αρθρο :ΜΟΝΟ

Να θεσπίσει τον ακόλουθο Κώδικα Δεοντολογίας (στο εξής Κώδικας), κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 4224/2013, ως εξής:
Α. Πεδίο εφαρμογής
Οι διατάξεις του Κώδικα εφαρμόζονται από κάθε ίδρυμα το οποίο παρέχει πιστώσεις στην Ελλάδα δυνάμει των σημείων 1 και 22 της παρ. 1 του άρθρου 3, της παρ. 2 του άρθρου 9 και των άρθρων 34, 36, 38, 41 και 43 του Ν. 4261/2014, συμπεριλαμβάνοντας και τα υποκαταστήματα αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων και τα χρηματοδοτικά ιδρύματα του άρθρου 3 παρ. 1 σημείο 22 του Ν. 4261/2014.
Β. Ορισμοί
Για τους σκοπούς εφαρμογής του Κώδικα υιοθετούνται οι έννοιες του «συνεργάσιμου δανειολήπτη» και των «ευλόγων δαπανών διαβίωσης», όπως εκάστοτε ορίζονται από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους του Ν. 4224/2013.
Ως «δάνειο» για τους σκοπούς του Κώδικα νοείται κάθε μορφής οφειλή έναντι ιδρύματος που εφαρμόζει τον Κώδικα.
Ως «λύση ρύθμισης» εννοείται η τροποποίηση της σύμβασης με νέους όρους εξυπηρέτησης της οφειλής ως αποτέλεσμα των δυσχερειών που αντιμετωπίζει ο δανειολήπτης.
Ως «λύση οριστικής διευθέτησης» εννοείται η συμφωνία ιδρύματος και δανειολήπτη για την οριστική εξόφληση των οφειλών με όρους, ττου μπορεί να περιλαμβάνουν μεταβολή της κυριότητας των εξασφαλίσεων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων του δανειολήπτη, με τη συναίνεσή του.
Γ. Γενικές αρχές
Με τον Κώδικα θεσπίζονται οι γενικές αρχές συμπεριφοράς και υιοθετούνται βέλτιστες πρακτικές, οι οποίες έχουν ως στόχο την ενίσχυση του κλίματος εμπιστοσύνης, την αμοιβαία δέσμευση και την ανταλλαγή μεταξύ δανειολήπτη και ιδρύματος της αναγκαίας πληροφόρησης, προκειμένου κάθε πλευρά να είναι σε θέση να σταθμίσει τα οφέλη ή τις συνέπειες εναλλακτικών λύσεων εξυπηρέτησης (λύσεις ρύθμισης) ή οριστικού διακανονισμού (λύσεις οριστικής διευθέτησης) των δανείων σε καθυστέρηση των οποίων η σύμβαση δεν έχει καταγγελθεί με τελικό σκοπό, την επιλογή της καταλληλότερης, κατά περίπτωση, λύσης.
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει παράσχει με την ΠΕΕ 42/30.05.2014 κατευθυντήριες γραμμές στα εποπτευόμενα από αυτή πιστωτικά ιδρύματα για το σχεδιασμό και αξιολόγηση βιώσιμων τύπων ρύθμισης, σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την τρέχουσα και την, επί τη βάσει συντηρητικών και αξιόπιστων παραδοχών, εκτιμώμενη μελλοντική ικανότητα αποπληρωμής κάθε δανειολήπτη φυσικού ή νομικού προσώπου μέχρι το πέρας του νέου προγράμματος αποπληρωμής, ώστε η ρύθμιση να μη χρησιμοποιείται για να συγκαλύψει απλώς τα πραγματικά επίπεδα κινδύνων των συγκεκριμένων ανοιγμάτων, οδηγώντας έτσι σε μεγαλύτερη υπερχρέωση του δανειολήπτη και αυξάνοντας τις πιθανές ζημίες για την τράπεζα. Για το λόγο αυτό ως «κατάλληλη λύση», για τους σκοπούς του Κώδικα, θεωρείται εκείνη που διασφαλίζει τη συμμόρφωση της τράπεζας με τις εποπτικές της υποχρεώσεις, λαμβάνοντας όμως, παράλληλα υπόψη το επίπεδο «εύλογων δαπανών διαβίωσης» του δανειολήπτη, εφόσον είναι φυσικό πρόσωπο. Εάν, παρά το ότι αμφότερες οι συνθήκες τηρούνται, τα μέρη δεν συμφωνήσουν τελικώς σε κοινά αποδεκτή λύση, τότε η διαφωνία τους, μπορεί να επιλύεται εξωδικαστικά μέσω του Συνηγόρου του Καταναλωτή ή άλλων φορέων με αντικείμενο τη διαμεσολάβηση ή από τα αρμόδια δικαστήρια.

Δ. Στρατηγική, πολιτικές, διαδικασίες και οργανωτικές δομές ιδρυμάτων
Κάθε ίδρυμα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα, οφείλει:
(α) Να θεσπίσει λεπτομερώς καταγεγραμμένη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (στο εξής Δ.Ε.Κ.), με κατηγοριοποίηση δανείων και δανειοληπτών, κατάλληλη για την πιστή τήρηση του παρόντος Κώδικα, στην οποία εντάσσεται απαραιτήτως και λεπτομερώς καταγεγραμμένη Διαδικασία Εξέτασης Ενστάσεων (στο εξής Δ.Ε.Ε.), σύμφωνα με την παρ. 5 της ενότητας ΣΤ του Κώδικα.
(β) Να διασφαλίζει ότι η Δ.Ε.Κ. επιτρέπει χειρισμό κάθε μεμονωμένης περίπτωσης δανειολήπτη, αξιοποιώντας κάθε διαθέσιμη πληροφόρηση.
(γ) Να λαμβάνει όλα τα απαιτούμενα μέτρα για τη διασφάλιση των κανόνων διαφάνειας και κατάλληλης ενημέρωσης του δανειολήπτη.
(δ) Να συστήσει Επιτροπή Ενστάσεων συγκροτούμενη από τουλάχιστον τρία ανώτερα στελέχη. Η Επιτροπή Ενστάσεων θα πρέπει να υποστηρίζεται από επαρκείς πόρους (υποδομή και προσωπικό). Τα μέλη της Επιτροπής είναι ανεξάρτητα από τις λειτουργίες χορήγησης, έγκρισης και ελέγχου πιστοδοτήσεων. Τουλάχιστον ένα μέλος της Επιτροπής Ενστάσεων είναι ανεξάρτητο και από τη Λειτουργία Διαχείρισης Καθυστερήσεων του ιδρύματος. Σε κάθε περίπτωση που η Επιτροπή Ενστάσεων εξετάζει συγκεκριμένη ένσταση, για την οποία μέλος της θεωρεί ότι υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ αυτού και του δανειολήπτη ή αυτού και του ιδρύματος, οφείλει να το δηλώσει εγγράφως και να ζητήσει να αντικατασταθεί ή να απέχει από τη λήψη απόφασης επί της συγκεκριμένης ένστασης.
(ε) Να διαθέτει προσωπικό, με κατάλληλη κατάρτιση, δεξιότητες και επικοινωνιακές ικανότητες για να χειρίζεται αποτελεσματικά περιπτώσεις που εμπίπτουν στον Κώδικα, σε επαρκή αριθμό και καταλλήλως κατανεμημένο ανά γεωγραφική περιοχή, λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό των εξυπηρετούμενων πελατών. Προς το σκοπό αυτό, το ίδρυμα σχεδιάζει κατάλληλα προγράμματα εκπαίδευσης/επιμόρφωσης.
(στ) Το προσωπικό της ως άνω περίπτωσης (ε) θα πρέπει να εντάσσεται οργανικά στη Λειτουργία Διαχείρισης Καθυστερήσεων, υποκείμενο στις απαιτήσεις ανεξαρτησίας που θέτει η ΠΕΕ 42/30.5.2014.
Ε. Πολιτική και Διαδικασίες Επικοινωνίας
1. Κάθε ίδρυμα προβαίνει, κατ’ ελάχιστον, στα εξής:
(α) Θεσπίζει λεπτομερώς καταγεγραμμένες πολιτικές και διαδικασίες επικοινωνίας για τις περιπτώσεις που καλύπτει ο Κώδικας.
(β) Τυποποιεί στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό το περιεχόμενο της σχετικής επικοινωνίας, επιδιώκοντας να είναι αυτό σαφές, διαφωτιστικό, ορθό και εύληπτο.
(γ) Προσαρμόζει τη συχνότητα και το περιεχόμενο της επικοινωνίας, αναλόγως του χρόνου καθυστέρησης και της κατηγορίας του δανειολήπτη (φυσικό /νομικό πρόσωπο).
(δ) Διασφαλίζει ότι κάθε επικοινωνία με τον δανειολήπτη πραγματοποιείται έγκαιρα.
(ε) Διασφαλίζει ότι η επικοινωνία διεξάγεται με ειλικρίνεια και πνεύμα καλής συνεργασίας, ενθαρρύνοντας τη νέα επικοινωνία.
(στ) Διασφαλίζει ότι η επικοινωνία με τον δανειολήπτη γίνεται σε κατάλληλες ώρες, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά, λαμβάνοντας υπόψη και τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας.
(ζ) Τηρεί τις αρχές προστασίας των προσωπικών δεδομένων του δανειολήπτη-φυσικού προσώπου και τις αρχές της εμπιστευτικότητας ως νόμος ορίζει.
(η) Ενημερώνει εγκαίρως τον δανειολήπτη, εγγράφως, τόσο για την τυχόν μεταβίβαση της απαίτησης ή την ανάθεση σε οποιονδήποτε διαμεσολαβητή ή άλλο τρίτο πρόσωπο να ενεργεί κατ’ εντολή και για λογαριασμό του ιδρύματος όσο και για το περιεχόμενο και τους όρους ανάθεσης.
(θ) Μεριμνά για την κατάλληλη εκπαίδευση των αρμόδιων υπαλλήλων ή προσώπων που διαμεσολαβούν/ ενεργούν κατ’ εντολή και για λογαριασμό του ιδρύματος, προκειμένου να διασφαλιστεί επικοινωνία σε υψηλό επαγγελματικό επίπεδο.
(ι) Διαθέτει ειδικά σημεία επικοινωνίας για την υποδοχή ερωτημάτων, παροχή οδηγιών, την παραλαβή δηλώσεων, εγγράφων και δικαιολογητικών καθώς και για τη διεξαγωγή της επικοινωνίας, ειδικά για της ανάγκες εφαρμογής του παρόντος Κώδικα.
(ια) Παρέχει ενημερωτικό υλικό σε έντυπη και σε ηλεκτρονική μορφή σε διακριτή ενότητα στο διαδικτυακό τόπο του ιδρύματος, ειδικά για τα δάνεια σε καθυστέρηση, εύκολα προσβάσιμη, διαμορφωμένη σε περιβάλλον «φιλικό» προς τον δανειολήπτη, συμπεριλαμβανομένου και του Ενημερωτικού Φυλλαδίου της παρ. 2 κατωτέρω.
2. Κάθε ίδρυμα διαθέτει «Ενημερωτικό Φυλλάδιο προς τους Δανειολήπτες με οικονομικές δυσχέρειες», σε απλή γλώσσα. Το ανωτέρω Ενημερωτικό Φυλλάδιο καθίσταται διαθέσιμο τόσο σε έντυπη μορφή (απαραιτήτως στα καταστήματα του ιδρύματος) όσο και σε ηλεκτρονική μορφή στο διαδικτυακό τόπο του ιδρύματος. Το ανωτέρω Ενημερωτικό Φυλλάδιο περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής:
(α) Τις έννοιες του συνεργάσιμου δανειολήπτη και των «εύλογων δαπανών διαβίωσης», καθώς γενική περιγραφή των οικονομικών και νομικών επιπτώσεων της μη συνεργασίας.
(β) Περιγραφή της Δ.Ε.Κ.
(γ) Συνοπτική περιγραφή των λύσεων ρύθμισης ή και οριστικής διευθέτησης που προσφέρονται από το ίδρυμα στους δανειολήπτες και των γενικών κριτηρίων και παραμέτρων της μεθοδολογίας επί τη βάσει των οποίων αξιολογείται, κατά περίπτωση, η καταλληλότητα των λύσεων καθώς και γνωστοποίηση του ενδεχόμενου η εν λόγω αξιολόγηση να μην οδηγήσει σε λύση ρύθμισης καθώς και συνοπτική περιγραφή των διαδικασιών αποτίμησης περιουσιακών στοιχείων.
(δ) Πληροφόρηση σχετικά με τους φορείς, στους οποίους διαβιβάζονται τα στοιχεία που σχετίζονται με τις καθυστερούμενες καταβολές του δανειολήπτη.
(ε) Γνωστοποίηση εξουσιοδοτημένων, δυνάμει του Ν. 4224/2013 ή και άλλων σχετικών διατάξεων της νομοθεσίας, φορέων (με τις ταχυδρομικές και ηλεκτρονικές διευθύνσεις), για παροχή συμβουλευτικής συνδρομής.
(στ) Συνοπτική περιγραφή της πολιτικής και των διαδικασιών επικοινωνίας του ιδρύματος.
(ζ) Περιγραφή της Δ.Ε.Ε. με αναφορά στο δικαίωμα του δανειολήπτη να υποβάλει ένσταση σύμφωνα με την ενότητα ΣΤ.5 κατωτέρω, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας και του χρονικού πλαισίου για την υποβολή της ένστασης.
(η) Ενημέρωση σχετικά με τη δυνατότητα ενεργοποίησης από το ίδρυμα νομικής/δικαστικής διαδικασίας και για την πιθανότητα να παραμείνει ο δανειολήπτης υπόχρεος για τυχόν υφιστάμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο, το οποίο θα συνεχίσει να εκτοκίζεται (ενημερώνοντας για τον τρόπο διαμόρφωσης του επιτοκίου), ανεξάρτητα από τη ρευστοποίηση τυχόν εμπράγματων εξασφαλίσεων ή τη δέσμευση άλλων περιουσιακών στοιχείων.
(θ) Γνωστοποίηση της δυνατότητας του ιδρύματος να ζητήσει πρόσθετα στοιχεία και πληροφορίες από άλλες πηγές πλην του δανειολήπτη, σύμφωνα με την Ενότητα ΣΤ. 2 (γ), υπό την επιφύλαξη τήρησης των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας.
3. Κάθε ίδρυμα οφείλει να διαθέτει τόσο σε κάθε κατάστημα του (σε έντυπη μορφή) όσο και στο διαδικτυακό τόπο του (σε ηλεκτρονική μορφή) την «Τυποποιημένη Οικονομική Κατάσταση» που προβλέπεται στην Ενότητα ΣΤ. 2 κατωτέρω, η οποία περιέχει επισήμανση για τα ακόλουθα:
(αα) τη δυνατότητα να προσφερθεί καθοδήγηση για τη συμπλήρωση της μέσω του «Ειδικού Σημείου Επικοινωνίας» που οφείλει να διαθέτει το ίδρυμα,
(ββ) εξουσιοδοτημένους δυνάμει του Ν. 4224/2013 ή και άλλων σχετικών διατάξεων της νομοθεσίας δημόσιους φορείς, στους οποίους θα μπορούσε να αποταθεί για συμβουλευτική υποστήριξη,
(γγ) την υποχρέωση συμπλήρωσης της Τυποποιημένης Κατάστασης Οικονομικής Πληροφόρησης με πλήρη ειλικρίνεια, εντός της προθεσμίας των δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από την παραλαβή από το δανειολήπτη της γραπτής ειδοποίησης του Σταδίου 1 της ΔΕΚ,
(δδ) την υποχρέωση του να γνωστοποιεί ουσιώδεις μελλοντικές μεταβολές της οικονομικής του κατάστασης εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών, προκειμένου να εξακολουθεί να θεωρείται ως συνεργάσιμος.
4. Όπου στον παρόντα Κώδικα θεσπίζεται υποχρέωση γραπτής επικοινωνίας, αυτή δύναται να διενεργείται με συστημένη επιστολή ή σε ηλεκτρονική μορφή, εφόσον διασφαλίζονται, με ισοδύναμο τρόπο, η επιβεβαίωση αποστολής, παραλαβής, τήρησης αρχείου και εμπιστευτικότητας.
ΣΤ. Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (Δ.Ε.Κ.) Κάθε ίδρυμα εφαρμόζει τα ακόλουθα στάδια κατά το χειρισμό δανειοληπτών που παρουσιάζουν καθυστερήσεις, καθώς και σε περιπτώσεις με ενδείξεις πιθανής καθυστέρησης:
Στάδιο 1: Επικοινωνία με τον δανειολήπτη.
Στάδιο 2: Συγκέντρωση οικονομικών και άλλων πληροφοριών.
Στάδιο 3: Αξιολόγηση των οικονομικών στοιχείων.
Στάδιο 4: Πρόταση των κατάλληλων λύσεων στον δανειολήπτη.
Στάδιο 5: Διαδικασία εξέτασης ενστάσεων.
1. Στάδιο 1: Επικοινωνία με τον δανειολήπτη
(α) Επικοινωνία που αφορά δάνειο σε αρχική καθυστέρηση
(αα) Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής δόσης, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με το προσυμφωνημένο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής, το ίδρυμα δύναται να προβεί άμεσα στις πιο κάτω ενέργειες: Επιχειρεί επικοινωνία με τον δανειολήπτη συμβουλευτικού χαρακτήρα με επίκεντρο τη διερεύνηση των αιτιών που ανέκυψαν και μπορεί να οδηγήσουν σε καθυστερήσεις, ώστε να εξετασθούν έγκαιρα τυχόν εναλλακτικές λύσεις. Συνέχιση της επικοινωνίας στα επόμενα στάδια της ΔΕΚ, γίνεται εφόσον συναινέσει ο δανειολήπτης. Μη ανταπόκριση σε αυτό το στάδιο δεν συνεπάγεται την απώλεια του χαρακτηρισμού του ως «συνεργάσιμου». Η επικοινωνία σε αυτό το στάδιο είναι σκόπιμο να συνοδεύεται με αποστολή του Ενημερωτικού Φυλλαδίου της ενότητας Ε.2 ανωτέρω και καθορισμό του «Ειδικού Σημείου Επικοινωνίας» για τις περαιτέρω επαφές.
(ββ) Αν η καθυστέρηση υπερβεί τις τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες το ίδρυμα οφείλει να αποστείλει γραπτή ειδοποίηση στον δανειολήπτη εντός των επόμενων δεκαπέντε (15) ημερολογιακών ημερών.
(γγ) Η γραπτή ειδοποίηση περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής: (i) Την ημερομηνία κατά την οποία η οφειλή περιήλθε σε καθυστέρηση. (ii) Τον αριθμό και το συνολικό ύψος των δόσεων (περιλαμβανομένων και των τμηματικών καταβολών) που είναι ληξιπρόθεσμες, το άληκτο υπόλοιπο της οφειλής, καθώς και το επιτόκιο με το οποίο εκτοκίζεται το μη ενήμερο τμήμα της οφειλής. (iii) Ενημέρωση για την ένταξη του δανειολήπτη στο πλαίσιο της Δ.Ε.Κ.. (iv) To «Ενημερωτικό Φυλλάδιο προς τους Δανειολήπτες με οικονομικές δυσχέρειες» και το «Ειδικό Σημείο Επικοινωνίας» του ιδρύματος για τη διενέργεια των επαφών με τον δανειολήπτη, με τα πλήρη στοιχεία των αρμόδιων υπαλλήλων ή των τυχόν εξουσιοδοτημένων να ενεργούν για λογαριασμό του ιδρύματος προσώπων. (ν) Την «Τυποποιημένη Οικονομική Κατάσταση» που προβλέπεται στην Ενότητα ΣΤ.2 κατωτέρω, εφόσον ο δανειολήπτης είναι φυσικό πρόσωπο. (vi) τυποποιημένο έντυπο υποβολής πληροφόρησης με τα στοιχεία που, κατά κανόνα, ζητούνται από το ίδρυμα για την αξιολόγηση της βιωσιμότητας του νομικού προσώπου, σύμφωνα με τη μεθοδολογία που το ίδρυμα ακολουθεί για την αξιολόγηση αυτή, λαμβάνοντας υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές της Τράπεζας της Ελλάδος (απόφαση ΠΕΕ 42/30.05.2014) και την παρ. 3, περίπτωση β, του παρόντος Κώδικα.
(δδ) Η γραπτή ειδοποίηση μπορεί να συνοδεύεται με τηλεφωνική κλήση για τον προγραμματισμό κατ’ ιδίαν συνάντησης, στην οποία και θα συμφωνηθεί η επόμενη ημερομηνία επικοινωνίας για τη στενή παρακολούθηση της κατάστασης.
(β) Επικοινωνία μετά την πρώτη υποχρεωτική γραπτή ειδοποίηση του Σταδίου 1.
Αν παρέλθουν: (i) δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες από την αποστολή της ως άνω υποχρεωτικής γραπτής ειδοποίησης χωρίς ο δανειολήπτης να ανταποκριθεί
ή (ii) η τεθείσα προθεσμία για να προβεί σε μία εκ των ενεργειών της ενότητας ΣΤ.4 (ζ) υπό στοιχείο (θθ), το ίδρυμα οφείλει να του αποστείλει εντός δεκαπέντε (15) ημερολογιακών ημερών από το πέρας των παραπάνω προθεσμιών, προειδοποιητική επιστολή για την προοπτική και τις συνέπειες του χαρακτηρισμού του ως μη συνεργάσιμου. Στην προειδοποιητική επιστολή περιλαμβάνονται οι πληροφορίες που προβλέπονται στην παρ. 1 της ενότητας Ζ κατωτέρω. Η παρούσα παράγραφος (β) εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις δανειοληπτών, των οποίων ο αποχαρακτηρισμός ως συνεργάσιμων μπορεί να έχει συνέπεια τον εκπλειστηρίασμα της μοναδικής κατοικίας του δανειολήπτη με νομικές διαδικασίες που προτίθεται να κινήσει το ίδρυμα.
(γ) Επικοινωνία με δανειολήπτες με καθυστερήσεις ήδη κατά τη θέση σε ισχύ του Κώδικα
Αν η καθυστέρηση υπερβαίνει ήδη τις τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες κατά τη θέση σε ισχύ του Κώδικα, αποστέλλεται η γραπτή ειδοποίηση της παρ. (α) όχι αργότερα από έξι (6) μήνες από της ισχύος του Κώδικα και παρέχεται προθεσμία δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών στον δανειολήπτη να ενταχθεί στο στάδιο 2 της Δ.Ε.Κ. υποβάλλοντας:
(αα) εφόσον είναι φυσικό πρόσωπο, συμπληρωμένη την «Τυποποιημένη Κατάσταση Οικονομικής Πληροφόρησης» στο ίδρυμα,
(ββ) εφόσον πρόκειται για νομικό πρόσωπο, τα στοιχεία τα οποία ζητούνται από το ίδρυμα για την αξιολόγηση της βιωσιμότητας νομικού προσώπου, σύμφωνα με τη μεθοδολογία που το ίδρυμα ακολουθεί για την αξιολόγηση αυτή, λαμβάνοντας υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές της Τράπεζας της Ελλάδος (απόφαση ΠΕΕ 42/30.05.2014) και την παρ. 3, περίπτωση β, του παρόντος Κώδικα.
Σε περίπτωση μη ανταπόκρισης, αποστέλλεται εντός δεκαπέντε (15) ημερολογιακών ημερών από τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας, ειδικά στις περιπτώσεις δανειοληπτών, των οποίων ο αποχαρακτηρισμός ως συνεργάσιμων μπορεί να έχει συνέπεια τον εκπλειστηρίασμα της κατοικίας που οι ίδιοι διαμένουν, με νομικές διαδικασίες που προτίθεται να κινήσει το ίδρυμα, η προειδοποιητική επιστολή της ανωτέρω παραγράφου (β).
2. Στάδιο 2: Συγκέντρωση οικονομικών και άλλων πληροφοριών από τον δανειολήπτη
(α) Το ίδρυμα οφείλει να παραλαμβάνει, με απόδειξη παραλαβής, τη συμπληρωμένη από τους δανειολήπτες-φυσικά πρόσωπα «Τυποποιημένη Κατάσταση Οικονομικής Πληροφόρησης» του Παραρτήματος 1, ή την οικονομική κατάσταση πληροφόρησης που υποβάλλεται από νομικό πρόσωπο.
(β) Το ίδρυμα δύναται να απαιτεί από τον δανειολήπτη, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, να παρέχει υποστηρικτικά στοιχεία/δικαιολογητικά, αναγκαία, για την επιβεβαίωση των πληροφοριών που υποβλήθηκαν, καθορίζοντας προθεσμία προσκόμισης αυτών ανάλογη του χρόνου που απαιτείται για την έκδοση ή τη διαθεσιμότητά τους, οπότε οι προθεσμίες που τίθενται στον παρόντα Κώδικα παρατείνονται αναλόγως.
(γ) Κάθε ίδρυμα μεριμνά για την και από άλλες πηγές συλλογή επαρκούς, πλήρους και ακριβούς πληροφόρησης για τα οικονομικά δεδομένα του δανειολήπτη, πέραν της ως άνω Κατάστασης, προκειμένου να αξιολογεί την καταλληλότητα εναλλακτικών λύσεων ρύθμισης ή οριστικής διευθέτησης.
(δ) Η πληροφόρηση θα φυλάσσεται από το ίδρυμα και σε ηλεκτρονική μορφή, τηρουμένων των σχετικών διατάξεων της νομοθεσίας.

3. Στάδιο 3: Αξιολόγηση οικονομικών στοιχείων Κάθε ίδρυμα αξιοποιεί τα υποβληθέντα από τον δανειολήπτη οικονομικά στοιχεία και κάθε διαθέσιμη από άλλες πηγές πληροφόρηση ώστε να αξιολογούνται, κατ’ ελάχιστον, τα εξής:
(α) Για κάθε κατηγορία δανειολήπτη (φυσικό ή νομικό πρόσωπα):
(αα) η οικονομική κατάσταση του δανειολήπτη,
(ββ) το συνολικό ύψος και τη φύση των χρεών του δανειολήπτη περιλαμβανομένων τυχόν οφειλών του έναντι άλλων ιδρυμάτων,
(γγ) η τρέχουσα ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη,
(δδ) το ιστορικό οικονομικής συμπεριφοράς του δανειολήπτη και,
(εε) η προβλεπόμενη ικανότητα αποπληρωμής των οφειλών εκ μέρους του δανειολήπτη.
Η εκτίμηση υπό στοιχείο (εε) πραγματοποιείται, λαμβάνοντας υποχρεωτικώς υπόψη και το επίπεδο των «εύλογων δαπανών διαβίωσης», εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο.
(β) Στην περίπτωση που ο δανειολήπτης αποτελεί επιχείρηση (ανεξάρτητα από τη νομική μορφή αυτής) αξιολογούνται συμπληρωματικά, επιπροσθέτως, τα εξής τουλάχιστον:
(αα) το υποβαλλόμενο επιχειρηματικό σχέδιο ή σχέδιο αναδιάρθρωσης της επιχείρησης ή του ομίλου,
(ββ) η ιδία συμμετοχή των βασικών μετόχων στο χρηματοδοτικό πλάνο του επενδυτικού σχεδίου,
(γγ) οι προοπτικές ανάπτυξης του κλάδου της επιχείρησης,
(δδ) οι όποιες εκτιμώμενες μελλοντικές ταμειακές ροές, οι οποίες συνηγορούν υπέρ της εκτίμησης ότι υφίσταται δυνατότητα εξυπηρέτησης του ανειλημμένου χρέους,
(εε) οι παράγοντες κινδύνου του επιχειρηματικού σχεδίου, οι ενδεχόμενες επιπτώσεις στη δυνατότητα αποπληρωμής και τα πιθανά μέτρα αποφυγής αυτών των κινδύνων και των επιπτώσεών τους.
4. Στάδιο 4: Πρόταση κατάλληλης λύσης ρύθμισης ή οριστικής διευθέτησης
(α) Μετά την ανωτέρω αξιολόγηση κάθε ίδρυμα προτείνει, χωρίς αυτό να θεωρείται νέα υπηρεσία προς τον δανειολήπτη, φυσικό ή νομικό πρόσωπο που καλύπτεται από τον παρόντα Κώδικα και θεωρείται συνεργάσιμος, μία ή περισσότερες εναλλακτικές λύσεις ρύθμισης ή οριστικής διευθέτησης στον δανειολήπτη.
(β) Για την αξιολόγηση της καταλληλότητας κάθε λύσης, λαμβάνονται υπόψη, σε κάθε περίπτωση, η ανάγκη συμμόρφωσης του ιδρύματος προς τις ισχύουσες εποπτικές απαιτήσεις, καθώς και οι ειδικότερες για τη διαχείριση των καθυστερήσεων διατάξεις κατευθυντήριες γραμμές της ΠΕΕ 42/30.5.2014. Η αξιολόγηση πρέπει να βασίζεται σε καθορισμένα και διαφανή κριτήρια και διαδικασίες που το ίδρυμα διαθέτει με βάση την ΠΕΕ 42/30.05.2014.
(γ) Κάθε ίδρυμα καταβάλλει κάθε εύλογη προσπάθεια για να συνεργαστεί με τον δανειολήπτη καθ’ όλη τη διαδικασία αξιολόγησης προκειμένου να προσδιορίσει με ακρίβεια την ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη, με στόχο να καταλήξουν σε μια κατάλληλη λύση.
(δ) Κάθε ίδρυμα οφείλει να διενεργεί την αξιολόγηση του, λαμβάνοντας υπόψη τόσο ιστορικά στοιχεία όσο και αξιόπιστες προβλέψεις. Για το σκοπό αυτό, το ίδρυμα οφείλει να εξηγεί στον δανειολήπτη τα πλεονεκτήματα και την αναγκαιότητα να παραμείνει συνεργάσιμος και να παρέχει σε εύθετο χρόνο, την συμπληρωματική πληροφόρηση που είναι αναγκαία προκειμένου να μπορεί το ίδρυμα να αξιολογήσει ιδίως τα προβλεπόμενα έσοδα και έξοδα του δανειολήπτη, καθώς και τα ελεύθερα επιβαρύνσεων περιουσιακά του στοιχεία.
(ε) Κάθε ίδρυμα προβαίνει σε αξιολόγηση της αξίας τυχόν εμπράγματης εξασφάλισης (ή άλλου περιουσιακού/-ών στοιχείου/-ων του δανειολήπτη που θα μπορούσε/-αν με τη συναίνεση του δανειολήπτη να αποτελέσει/-ουν πρόσθετη/ες εξασφάλιση/-εις). Κάθε μία από τις εκτιμώμενες αξίες γνωστοποιείται γραπτώς στον δανειολήπτη, ταυτοχρόνως με την παρουσίαση της προτεινόμενης λύσης ρύθμισης/οριστικής διευθέτησης.
(στ) Κάθε ίδρυμα παρουσιάζει στον συνεργάσιμο δανειολήπτη εντός γνωστοποιούμενου σε αυτόν και ευλόγου μετά τη λήψη των οικονομικών και άλλων πληροφοριών και την αξιολόγηση τους χρόνου, όπως προβλέπεται στο Στάδιο 2, την προτεινόμενη ή τις εναλλακτικά προτεινόμενες σε αυτόν λύσεις ρύθμισης ή οριστικής διευθέτησης (βλ. ενδεικτικούς τύπους στο Παράρτημα 2) με το «Τυποποιημένο Έγγραφο Πρότασης Λύσεων Ρύθμισης ή Οριστικής Διευθέτησης». Ο χρόνος αυτός προκειμένου περί δανειοληπτών – φυσικών προσώπων δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες.
(ζ) Το «Τυποποιημένο Έγγραφο Πρότασης Λύσεων Ρύθμισης ή Οριστικής Διευθέτησης» περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον τα εξής:
(αα) Περιγραφή των όρων της/των προτεινόμενης/-ων λύσης/-εων (π.χ. επιτόκιο, χρονική διάρκεια περιόδου χάριτος, αξία επαναγοράς περιουσιακού στοιχείου σε περίπτωση χρηματοδοτικής μίσθωσης κ.λπ.).
(ββ) Την ένδειξη ότι αυτό συντάσσεται στο πλαίσιο των διατάξεων του Κώδικα.
(γγ) Αναφορά των κριτηρίων αξιολόγησης της καταλληλότητας της προτεινόμενης/-ων λύσεων. Στην περίπτωση που προσφέρεται ως κατάλληλη μόνο λύση οριστικής διευθέτησης θα αναφέρονται τα κριτήρια, βάσει των οποίων αποκλείστηκε η εξεύρεση κατάλληλης λύσης ρύθμισης.
(δδ) Επεξήγηση των επιπτώσεων κάθε εναλλακτικής λύσης, για την ευχερέστερη κατανόηση και σύγκριση του είδους και του ύψους του κόστους, εξόδων και επιβαρύνσεων των εναλλακτικών, στο μέτρο που ευλόγως μπορεί να εκτιμηθούν, το υπόλοιπο οφειλής που τυχόν θα πρέπει να αποπληρωθεί και μετά την υλοποίηση των λύσεων αυτών. (
ηη) Ενημέρωση για το δικαίωμα του δανειολήπτη να αναζητήσει συμβουλή ανεξάρτητου φορέα για την υποβοήθησή του στη λήψη απόφασης, ή αντιπρότασης, εάν αυτός το κρίνει απαραίτητο.
(θθ) Ενημέρωση για τη δυνατότητα του δανειολήπτη να προβεί εντός προθεσμίας, όχι μεγαλύτερης των δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών, σε μία εκ των παρακάτω ενεργειών:
να παράσχει τη συναίνεσή του στην προτεινόμενη ή σε μία από τις προτεινόμενες λύσεις ή
(ii) να αντιπροτείνει γραπτώς ή
(iii) να δηλώσει γραπτώς ότι αρνείται να συναινέσει, με οποιαδήποτε πρόταση,
(ιι) Ενημέρωση για τα επόμενα βήματα ή και τις έννομες συνέπειες, σε κάθε μία εκ των περιπτώσεων ανωτέρω (όπως λ.χ. το χρονικό διάστημα μετά το οποίο μπορεί να κινηθούν οι διαδικασίες ρευστοποίησης εξασφαλίσεων) καθώς και για το δικαίωμα του δανειολήπτη να υποβάλει ένσταση στην Επιτροπή Ενστάσεων του ιδρύματος εντός των προθεσμιών που προβλέπονται από τη Δ.Ε.Ε. του ιδρύματος.
(κκ) Επισήμανση για τη σημασία της έγκαιρης ενημέρωσης του ιδρύματος σε περίπτωση που η οικονομική κατάσταση του δανειολήπτη, βάσει της οποίας αξιολογήθηκε η προτεινόμενη λύση, μεταβληθεί.
(η) Κατά την παρουσίαση της προτεινόμενης ή των εναλλακτικά προτεινόμενων λύσεων, κάθε ίδρυμα είναι δεκτικό σε σχόλια και ερωτήματα από τους δανειολήπτες παρέχοντας όσο το δυνατόν πιο τυποποιημένη και εύληπτη πληροφόρηση στον δανειολήπτη, προκειμένου αυτός να κατανοήσει την πρόταση ή και τις διαφορές τόσο μεταξύ των εναλλακτικά προτεινόμενων λύσεων, σε περίπτωση που υφίστανται περισσότερες από μία, όσο και μεταξύ των υφιστάμενων και νέων όρων αποπληρωμής των οφειλών.
5. Στάδιο 5: Διαδικασία Εξέτασης Ενστάσεων
Κάθε ίδρυμα οφείλει να καθορίζει με σαφήνεια τη Διαδικασία Εξέτασης Ενστάσεων (Δ, Ε. Ε.) επί της υπαγωγής του δανειολήπτη στο κεφάλαιο Ζ και να την γνωστοποιεί, δεόντως, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα σε αυτόν, διασφαλίζοντας, επιπροσθέτως, σε κάθε δανειολήπτη που καλύπτεται από τον Κώδικα:
(α) άμεση και εύκολη πρόσβαση σε προκαθορισμένα σημεία επικοινωνίας με το προσωπικό που είναι επιφορτισμένο να εμπλέκεται στη «Διαδικασία Εξέτασης Ενστάσεων»,
(β) τυποποιημένα Έγγραφα Ενστάσεων,
(Υ) την με βεβαίωση παραλαβής παραλαβή των ενστάσεων και την διαβίβασή τους αμελλητί στην Επιτροπή Ενστάσεων και
(δ) την προηγούμενη ενημέρωση για τυχόν απαιτούμενα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την εξέταση της ένστασης, και τις προθεσμίες για την υποβολή -εξέταση των ενστάσεων. Η απόφαση της Επιτροπής Ενστάσεων αναφορικά με την ένσταση δεν δύναται να υπερβεί τους τρεις (3) μήνες, παρέχεται γραπτώς και είναι δεόντως αιτιολογημένη. Ο δανειολήπτης μπορεί να προσφύγει στη Διαδικασία αυτή, μία φορά.
Εφόσον η ένσταση γίνει αποδεκτή, το ίδρυμα γνωστοποιεί τις διορθωτικές ενέργειες, στις οποίες προτίθεται να προβεί ή την τυχόν αναθεωρημένη λύση και το στάδιο στο οποίο «παραπέμπεται» εκ νέου η περίπτωση του δανείου του (π.χ. επαναφορά στο Στάδιο 3 ή επανάληψη του Σταδίου 4).
Ζ. Χειρισμός μη Συνεργάσιμου Δανειολήπτη
1. Πριν το ίδρυμα κατηγοριοποιήσει δανειολήπτη ως μη συνεργάσιμο οφείλει να τον ενημερώσει γραπτώς ως προς τα εξής:
(α) ενδεχόμενες ενέργειες στις οποίες ο δανειολήπτης θα μπορούσε, να προβεί και την σχετική προθεσμία, για να αποφύγει αυτή την εξέλιξη και την επισήμανση ότι εφόσον δεν τις πραγματοποιήσει θα κατηγοριοποιηθεί ως μη συνεργάσιμος χωρίς άλλη ειδοποίηση.
(β) Τα μέτρα που μπορεί να λάβει το ίδρυμα ως αποτέλεσμα του χαρακτηρισμού του δανειολήπτη ως μη συνεργάσιμου.
(γ) Την ενημέρωση της δυνατότητας του δανειολήπτη να έχει συμβουλευτική, νομική ή οικονομική υποστήριξη από δημόσιους φορείς που λειτουργούν για τους σκοπούς εφαρμογής του Ν. 4224/2013 ή άλλων σχετικών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας.
(δ) Αν μετά την ρευστοποίηση το τυχόν υπόλοιπο του δανείου σε καθυστέρηση θα εξακολουθεί να αποτελεί εκτοκιζόμενη απαίτηση του ιδρύματος.
2. Μετά την κατηγοριοποίηση ενός δανειολήπτη ως μη συνεργάσιμου, το ίδρυμα οφείλει να τον ενημερώσει για το γεγονός αυτό εντός δέκα πέντε (15) ημερολογιακών ημερών γραπτώς και να γνωστοποιήσει, κατ’ ελάχιστον, τα εξής:
(α) Το γεγονός ότι έχει ταξινομηθεί ως μη συνεργάσιμος και τον/τους ειδικότερο/-ους λόγους για την κατάταξή του ως μη συνεργάσιμου. (
β) Τις λεπτομέρειες αναφορικά με το χρονοδιάγραμμα, με βάση το οποίο το ίδρυμα προτίθεται να κινηθεί στο μέλλον (π.χ. διαδικασία ρευστοποίησης).
(γ) Τον κίνδυνο εκποίησης από το ίδρυμα τυχόν εξασφαλίσεων που έχουν παρασχεθεί από τους εγγυητές.
(δ) Αν ο δανειολήπτης και τυχόν εγγυητές θα εξακολουθούν να είναι υπόχρεοι για τυχόν εναπομένον υπόλοιπο μετά την ενδεχόμενη εκποίηση εξασφαλίσεων, καθώς και τον τρόπο και το επιτόκιο που αυτό θα εκτοκίζεται.
(ε) Το ενδεχόμενο τυχόν ανώτατα όρια χρεώσεων ή και προσαυξήσεων, προβλεπόμενα στη σύμβαση, να παύσουν να ισχύουν, υπό την επιφύλαξη της ισχύουσας νομοθεσίας.
3. Το κεφάλαιο αυτό εφαρμόζεται σε περιπτώσεις δανειοληπτών, των οποίων ο αποχαρακτηρισμός ως συνεργάσιμων μπορεί να έχει συνέπεια τον εκπλειστηρίασμα της μοναδικής κατοικίας του δανειολήπτη.
Η. Πολλαπλοί Πιστωτές
Σε περιπτώσεις κοινών, αναφορικά με δανειολήπτη που εμπίπτει στον Κώδικα, πιστωτών, τα ιδρύματα συστήνεται να επιδιώκουν την εξεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης υιοθετώντας τις βέλτιστες πρακτικές του Παραρτήματος 3.
Θ. Δάνειο που υπάγεται σε ευνοϊκό νομικό καθεστώς
1. Οι διατάξεις του Κώδικα που αφορούν τα στάδια 4 και 5 και την ενότητα Ζ δεν εφαρμόζονται εάν ο δανειολήπτης επιλέξει εξωδικαστική επίλυση της οφειλής με διαμεσολαβητή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη νομοθεσία ή επιδιώξει, μετά τη θέση σε ισχύ του Κώδικα, την προστασία άλλων νομικών διατάξεων, ανεξαρτήτως εάν οι εν λόγω διατάξεις επιφυλάσσουν σε δάνειο ή δανειολήπτη μεταχείριση ευνοϊκότερη ή μη σε σχέση με αυτήν που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος.
2. Κάθε ίδρυμα οφείλει να χειρίζεται με διακριτό τρόπο τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στην παρ. 1 για την ευχερέστερη επίδειξη συμμόρφωσης προς έκαστο εκ των διακριτών θεσμικών πλαισίων.
Ι. Εγγυητής
Για τους σκοπούς του Κώδικα, κάθε διάταξη που εφαρμόζεται επί δανειολήπτη με οφειλές σε καθυστέρηση άνω των τριάντα(30) ημερών νοείται ότι εφαρμόζεται και επί του/των εγγυητή/-ών, εφόσον:
(α) προβλέπεται ήδη ρητά από τη δανειακή σύμβαση ότι ο εγγυητής υποκαθιστά τον δανειολήπτη στις υποχρεώσεις του καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής
(β) ανεξάρτητα από το εάν προβλέπεται ρητά από τη δανειακή σύμβαση ότι ο εγγυητής υποκαθιστά τον δανειολήπτη στις υποχρεώσεις του καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής, έχουν υλοποιηθεί όλες οι προβλεπόμενες από τη Δ.Ε.Κ. ενέργειες μεταξύ ιδρύματος και δανειολήπτη, συμπεριλαμβανομένης της Δ.Ε.Ε.και δεν έχει υπάρξει συμφωνία μεταξύ ιδρύματος και δανειολήπτη.

ΙΑ. Επίδειξη Συμμόρφωσης
Κάθε ίδρυμα οφείλει να είναι σε θέση να αποδεικνύει στην Τράπεζα της Ελλάδος ότι έχει θεσπίσει σύστημα και διαδικασίες εφαρμογής του παρόντος Κώδικα καθώς και εσωτερικές διαδικασίες ελέγχου της εφαρμογής αυτού και της εν γένει ισχύουσας νομοθεσίας, ώστε να διασφαλίζεται η σύννομη και συνεπής αντιμετώπιση των δανειοληπτών σε κάθε στάδιο της διαδικασίας.
Για το σκοπό αυτό κάθε ίδρυμα:
(α) Τηρεί πλήρες αρχείο για ελάχιστη περίοδο έξι (6) ετών από την ημερομηνία που κάθε στοιχείο περιήλθε στην κατοχή του και όλα τα στοιχεία κάθε δανειολήπτη για τουλάχιστον έξι (6) έτη μετά τη λήξη της συνεργασίας του με αυτόν.
(β) Διασφαλίζει την προσβασιμότητα, την ποιότητα, την πληρότητα και την εγκυρότητα όλων των σχετικών στοιχείων.
2. Η Τράπεζα της Ελλάδος παρακολουθεί και ελέγχει:
α) τον τρόπο εφαρμογής του Κώδικα Δεοντολογίας και
β) την πλήρη και αποτελεσματική θέσπιση συστημάτων, απαιτεί τα απαραίτητα κατά την κρίση της διορθωτικά μέτρα και επιβάλλει τις κατά νόμο κυρώσεις:
α) σε περίπτωση συστηματικής μη εφαρμογής του Κώδικα Δεοντολογίας και
β) στις περιπτώσεις διαπίστωσης αδυναμιών των συστημάτων.
3. Σε κάθε περίπτωση η Τράπεζα της Ελλάδος δεν επιλαμβάνεται εξατομικευμένων διαφορών που προκύπτουν μεταξύ δανειστών και οφειλετών που προκύπτουν από την εφαρμογή του Κώδικα Δεοντολογίας. Τα Παραρτήματα 1 έως 3 αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της Πράξης. Οι διατάξεις της παρούσας τίθενται σε ισχύ από 31.12.2014.
4. Εξουσιοδοτείται η Διεύθυνση Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος να παρέχει διευκρινίσεις και οδηγίες για την εφαρμογή της παρούσας.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2 ΤΥΠΟΙ ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ
Στο Παράρτημα αυτό αναφέρονται ενδεικτικά οι πλέον συνήθεις στη διεθνή πρακτική τύποι ρυθμίσεων για δανειολήπτη ο οποίος βρίσκεται σε δυσχερή οικονομική κατάσταση και αδυνατεί να ανταποκριθεί στους υφιστάμενους όρους της πιστοδότησης.
Σκοπός του παρόντος δεν είναι η εξαντλητική παράθεση όλων των δυνατών τύπων ρυθμίσεων, αλλά η επιδίωξη μιας ελάχιστης τυποποίησης εκείνων που τυγχάνουν ευρείας εφαρμογής, για σκοπούς συγκρισιμότητας, διαφάνειας και καλύτερης παρακολούθησης της αποτελεσματικότητάς τους, ανά πιστωτικό ίδρυμα και σε επίπεδο συστήματος.
Τμήμα Ι -Τύποι βραχυπρόθεσμων ρυθμίσεων
2. Ως βραχυπρόθεσμοι τύποι ρυθμίσεων θεωρούνται οι τύποι ρύθμισης με διάρκεια μικρότερη των πέντε ετών και επιλέγονται συνήθως σε περιπτώσεις που οι δυσκολίες αποπληρωμής κρίνονται, βάσιμα, προσωρινές. Παράλληλα, μπορεί να συμφωνείται νέο πρόγραμμα αποπληρωμής του υπολοίπου, μετά τη λήξη της βραχυπρόθεσμης περιόδου, με βάση συντηρητικές παραδοχές για την εκτιμώμενη μελλοντική ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη μέχρι τη λήξη του προγράμματος αποπληρωμής.
(α) Τόκοι μόνο («Interest Only»): Κατά τη διάρκεια καθορισμένης βραχυπρόθεσμης περιόδου, καταβάλλονται μόνο τόκοι.
(β) Μειωμένες δόσεις («Reduced Payment»): Μειώνεται το ποσό των τοκοχρεωλυτικών δόσεων αποπληρωμής (το νέο ποσό δόσης ενδέχεται να είναι μεγαλύτερο ή μικρότερο από το ποσό δόσης το οποίο θα αντιστοιχούσε σε ρύθμιση μόνο τόκων) για καθορισμένη βραχυπρόθεσμη περίοδο.
(γ) Περίοδος χάριτος («Grace Period»): παρέχει στο δανειολήπτη τη δυνατότητα προκαθορισμένης περιόδου αναστολής πληρωμών.
(δ) Αναβολή Πληρωμής Δόσης/Δόσεων («Skip Payment(s)»): παρέχεται, συμβατικά, η δυνατότητα στο δανειολήπτη να μεταφέρει χρονικά μία δόση του δανείου.
(ε) Τακτοποίηση Καθυστερούμενου Υπολοίπου («Arrears Settlement»): τακτοποίηση του ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, συνήθως μέσω συμφωνίας ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων και διατήρηση της απαίτησης για το άληκτο υπόλοιπο. (στ) Κεφαλαιοποίηση ληξιπρόθεσμων οφειλών («Arrears Capitalization»): H κεφαλαιοποίηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών και αναπροσαρμογή του προγράμματος αποπληρωμής του οφειλόμενου υπολοίπου.

Τμήμα II – Τύποι μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων
3. Κατατάσσονται οι τύποι ρύθμισης με διάρκεια μεγαλύτερη των πέντε ετών, με στόχο τη μείωση της δόσης, σε συνδυασμό, ενδεχόμενα, με αύξηση του αριθμού τους και παράταση του χρόνου αποπληρωμής, λαμβάνοντας, σε κάθε περίπτωση υπόψη, συντηρητικές παραδοχές για την εκτιμώμενη μελλοντική ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη μέχρι τη λήξη του προγράμματος αποπληρωμής.
(α) Μόνιμη μείωση του επιτοκίου ή του συμβατικού περιθωρίου («Interest Rate Reduction»): Μόνιμη μείωση του επιτοκίου ή του επιτοκιακού περιθωρίου.
(β) Αλλαγή Τύπου Επιτοκίου («Interest Rate Type Change»): Αλλαγή του τύπου επιτοκίου, από κυμαινόμενο σε σταθερό ή αντίστροφα.
(γ) Παράταση της διάρκειας («Loan Term Extension»): Παράταση της διάρκειας αποπληρωμής του δανείου (δηλαδή της ημερομηνίας της τελευταίας συμβατικής καταβολής δόσης του δανείου).
(δ) Διαχωρισμός της χορήγησης («Split Balance»): Όταν ένα ΠΙ συμφωνεί να διαχωρίσει ένα πχ. ενυπόθηκο δάνειο δανειολήπτη σε δύο τμήματα («tranches»): i. ένα ενυπόθηκο δάνειο, το οποίο ο δανειολήπτης εκτιμάται ότι μπορεί να αποπληρώνει, με βάση την υφιστάμενη και την εκτιμώμενη μελλοντική ικανότητα αποπληρωμής αυτού και ii στο υπόλοιπο τμήμα του αρχικού δανείου, το οποίο τακτοποιείται μεταγενέστερα, με ρευστοποίηση περιουσίας ή άλλου είδους διευθέτηση, η οποία συμφωνείται εξ αρχής από τα δυο μέρη.
(ε) Μερική διαγραφή χρεών («Partial Debt Forgiveness/ Write Down»): Αυτή η επιλογή προβλέπει την οριστική διαγραφή μέρους της συνολικής απαίτησης του ΠΙ, ώστε να διαμορφωθεί σε ύψος, που εκτιμάται ότι είναι δυνατό να εξυπηρετηθεί ομαλά.
(στ) Πρόσθετη εξασφάλιση («Additional Collateralization»): Όταν λαμβάνονται πρόσθετες εξασφαλίσεις από το δανειολήπτη, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης, ευνοϊκότερης για τον δανειολήπτη, ρύθμισης.
(ζ) Λειτουργική αναδιάρθρωση επιχείρησης («Operational Restructuring»): Αλλαγή της διοίκησης της επιχείρησης όταν οι πιστώτρια/ες τράπεζες θεωρούν την επιχείρηση βιώσιμη υπό προϋποθέσεις, αλλά η υφιστάμενη διοίκηση δεν συνεργάζεται προς αυτήν την κατεύθυνση. Η συγκεκριμένη επιλογή δεν συνιστά από μόνης της τύπο ρύθμισης για τους σκοπούς παραγωγής αναφορών της παρούσας, αλλά δύναται να συνδυάζεται με τις υπόλοιπες επιλογές ρύθμισης.
(η) Συμφωνίες ανταλλαγής χρέους με Μετοχικό Κεφάλαιο («Debt/equity swaps»): Εφαρμόζεται σε αναδιαρθρώσεις εταιρειών, όπου μέρος του χρέους μετατρέπεται σε Μετοχικό Κεφάλαιο και το ΠΙ καθίσταται μέτοχος της επιχείρησης, ώστε το υπόλοιπο του χρέους να μπορεί να εξυπηρετηθεί από τις προβλεπόμενες ταμειακές ροές του δανειολήπτη.
Τμήμα III – Τύποι Οριστικής Διευθέτησης
4. Ως τύπος οριστικής διευθέτησης ορίζεται οποιαδήποτε μεταβολή του είδους συμβατικής σχέσης μεταξύ ΠΙ και δανειολήπτη ή ο τερματισμός αυτής, με στόχο την οριστική τακτοποίηση της απαίτησης του ΠΙ έναντι του δανειολήπτη και η οποία μπορεί να συνδυάζεται με παράδοση (εθελοντική ή υποχρεωτική) της εμπράγματης εξασφάλισης στο ΠΙ προς μείωση του συνόλου της απαίτησης ή ακόμα και με ρευστοποίηση των εξασφαλίσεων προς κάλυψη της απαίτησης. Παρατίθενται ενδεικτικά λύσεις που προσφέρονται στο πλαίσιο των διεθνών πρακτικών, η υιοθέτηση εκάστης εξ αυτών, όμως, εξετάζεται κάθε φορά σε σχέση με τις προβλέψεις του ελληνικού δικαίου:
(α) Εθελοντική Παράδοση Ενυπόθηκου Ακινήτου («Voluntary Surrender»): O δανειολήπτης, ο οποίος δεν μπορεί να ανταποκριθεί στους όρους αποπληρωμής ενυπόθηκου δανείου, παραχωρεί εθελοντικά (χωρίς να απαιτηθεί η προσφυγή σε δικαστικές ενέργειες εκ μέρους του ΠΙ), την κυριότητα του υπέγγυου ακινήτου στο ΠΙ. Στη σχετική συμφωνία προβλέπεται σαφώς ο τρόπος διευθέτησης του τυχόν υπολοίπου.
(β) Μετατροπή σε Χρηματοδοτική Μίσθωση («Mortgage to Lease»): O δανειολήπτης μεταβιβάζει την κυριότητα του ακινήτου στο ΠΙ υπογράφοντας σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, η οποία του εξασφαλίζει τη δυνατότητα μίσθωσης και χρήσης για ορισμένη ελάχιστη χρονική περίοδο (συνήθως πέντε έτη).
(γ) Πώληση και ενοικίαση («Mortgage to Rent»): Ο δανειολήπτης μεταβιβάζει την κυριότητα του ακινήτου είτε στο ΠΙ είτε σε τρίτο. Η συμφωνία μπορεί να συνοδεύεται με παραχώρηση του δικαιώματος διαμονής στο ακίνητο έναντι μισθώματος (συνήθως για μια ελάχιστη περίοδο τριών ετών). Στη σχετική συμφωνία προβλέπεται σαφώς ο τρόπος διευθέτησης του τυχόν υπολοίπου. (δ) Μεταβίβαση/Πώληση του δανείου/Αναπροσαρμοσμένο Υπόλοιπο («Outright Sale/Disposal/Discounted Pay-off»): Η μεταβίβαση του δανείου σε άλλο ίδρυμα, πιστωτή ή χρηματοδοτικό σχήμα.
(ε) Ανταλλαγή με στεγαστικό δάνειο μικρότερης αξίας («Trade Down»): Συμφωνία που επιτρέπει σε δανειολήπτη με οικονομικές δυσκολίες που έχει υποθηκευμένη την κύρια κατοικία του ή την επαγγελματική του στέγη να την πωλήσει αγοράζοντας νέα χαμηλότερης άξιας.
(στ) Διαχείριση σε εκκαθάριση: Ορίζεται η κατάσταση στην οποία η απαίτηση του ΠΙ αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας.
(ζ) Ρευστοποίηση Εξασφαλίσεων: Ορίζεται η κατάσταση στην οποία το ΠΙ, έχοντας καταγγείλει τη δανειακή σύμβαση, εκκινεί διαδικασίες ρευστοποίησης των εξασφαλίσεων για την ικανοποίηση της απαίτησής του.
(η) Δικαστικές/Νομικές Ενέργειες: Ορίζονται οι ενέργειες οριστικής διευθέτησης που μπορεί να λαμβάνονται σε περίπτωση απουσίας ή εξάντλησης των εξασφαλίσεων και αφορούν την εκκίνηση δικαστικών ενεργειών έναντι περιουσιακών στοιχείων του δανειολήπτη για την κάλυψη των απαιτήσεων του ΠΙ.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3 Προσέγγιση της International Association Of Restructuring, Insolvency & Bankruptcy Professionals (INSOL) σε Περιπτώσεις Πολλαπλών Πιστωτών
Πρώτη αρχή: Όταν ο δανειολήπτης αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες, όλοι οι εμπλεκόμενοι πιστωτές θα πρέπει να είναι διατεθειμένοι να συνεργαστούν μεταξύ τους, ούτως ώστε να υπάρξει επαρκής χρόνος («περίοδος αναστολής», «standstill period») προκειμένου να ληφθούν και να αξιολογηθούν πληροφορίες για την οικονομική κατάσταση του δανειολήπτη, καθώς και για την προετοιμασία και την αξιολόγηση προτάσεων για την διευθέτηση των απαιτήσεών τους έναντι του δανειολήπτη
Δεύτερη αρχή: Κατά τη διάρκεια της περιόδου αναστολής, όλοι οι εμπλεκόμενοι πιστωτές συμφωνούν να απέχουν από τη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων που έχουν σκοπό τη μείωση της απαίτησής τους προς τον δανειολήπτη.
Τρίτη αρχή: Κατά τη διάρκεια της περιόδου αναστολής, ο δανειολήπτης δεσμεύεται να μην προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια που θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τις απαιτήσεις των εμπλεκόμενων πιστωτών σε σχέση με την κατάσταση κατά την ημερομηνία έναρξης της περιόδου αναστολής.
Τέταρτη αρχή: Τα συμφέροντα των εμπλεκόμενων πιστωτών εξυπηρετούνται καλύτερα, όταν συντονίζονται ως προς τον τρόπο με τον οποίο χειρίζονται τον δανειολήπτη. Ο συντονισμός αυτός είναι δυνατόν να διευκολύνεται, όταν συστήνονται συντονιστικές επιτροπές με εκπροσώπους των εμπλεκόμενων πιστωτών λαμβάνοντας υποστήριξη και επαγγελματιών συμβούλων.
Πέμπτη αρχή: Καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου αναστολής, οι πιστωτές πρέπει να καλέσουν τον δανειολήπτη να παρέχει και να επιτρέπει στους εμπλεκόμενους πιστωτές ή/και επαγγελματίες συμβούλους τους λογική και έγκαιρη πρόσβαση σε όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν την οικονομική του κατάσταση, ώστε να καθίσταται δυνατή η καλύτερη αξιολόγησή της για την εξέταση βιώσιμων προτάσεων διευθέτησης των απαιτήσεων των εμπλεκόμενων πιστωτών.
Έκτη αρχή: Οι προτάσεις για την διευθέτηση των απαιτήσεων των εμπλεκόμενων πιστωτών έναντι του δανειολήπτη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την ισχύουσα νομοθεσία ως προς την ιεράρχηση των απαιτήσεων.
Έβδομη αρχή: Οι πληροφορίες που συλλέγονται για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας καθώς και τυχόν προτάσεις για την επίλυση των οφειλών, θα πρέπει να είναι διαθέσιμες σε όλους τους εμπλεκόμενους πιστωτές, οι οποίοι θα πρέπει να τις χειρίζονται ως εμπιστευτικές, εκτός εάν αφορούν πληροφορίες ήδη δημόσια διαθέσιμες.
Όγδοη αρχή: Εάν έχει χορηγηθεί πρόσθετη χρηματοδότηση κατά τη διάρκεια της περιόδου αναστολής στο πλαίσιο τύπου ρύθμισης είναι εύλογο να εξοφλείται κατά προτεραιότητα σε σχέση με τις λοιπές απαιτήσεις των εμπλεκόμενων πιστωτών. Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και να αναρτηθεί στον διαδικτυακό τόπο της Τράπεζας της Ελλάδος.
Αθήνα, 26 Αυγούστου 2014
Ο Πρόεδρος

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ

 

Κατηγορία

Πρόσφατα

Αρχείο