Σεπτέμβριος 2014

23

Σεπ

2014

Η έννοια της φορολογικής κατοικίας

    

O νέος κώδικας φορολογίας εισοδήματος ( ν 4172/ 2013-ΦΕΚ 167-23.7.2013)  στα αρχικά άρθρα του προσδιόρισε το ζήτημα της φορολογίας εισοδήματος  σε σχέση με την κατοικία του φορολογούμενου καθώς και  τον  τόπο  απόκτησης των εισοδημάτων και άσκησης της δραστηριότητας του   .Οι διατάξεις των σχετικών άρθρων ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από 1.1.2014 και μετά , ενώ σύμφωνα με το άρθρο 72 του νόμου από την έναρξη ισχύος του ν.4172/2013 παύουν να ισχύουν οι διατάξεις όχι μόνο του ν.2238/1994 αλλά και όλες οι κανονιστικές πράξεις και εγκύκλιοι που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση του τελευταίου.

Κατ’ αρχήν το άρθρο 3 του νόμου θέτει τα δύο βασικά δεδομένα :

 1. Ο φορολογούμενος που έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα υπόκειται σε φόρο για το φορολογητέο εισόδημα του που προκύπτει στην ημεδαπή και την αλλοδαπή, δηλαδή το παγκόσμιο εισόδημα του που αποκτάται μέσα σε ορισμένο φορολογικό έτος. Κατ` εξαίρεση ο φορολογούμενος που είναι αλλοδαπό προσωπικό των εγκατεστημένων στην Ελλάδα γραφείων, σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν. 89/1967 (Α` 132), όπως ισχύει, υπόκειται σε φόρο στην Ελλάδα μόνο για το εισόδημα που προκύπτει στην Ελλάδα.

 2. Ο φορολογούμενος που δεν έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα υπόκειται σε φόρο για το φορολογητέο εισόδημα του που προκύπτει στην Ελλάδα και αποκτάται μέσα σε ορισμένο φορολογικό έτος.

Όπως φαίνεται ,η  βασική  διάκριση των φορολογουμένων βασίζεται στην φορολογική κατοικία τους –αυτό είναι το απολύτως κρίσιμο εννοιολογικό  στοιχείο ώστε να προσδιοριστούν οι αντίστοιχες υποχρεώσεις. Ο  νόμος δεν διακρίνει μεταξύ  ημεδαπών και αλλοδαπών –η μοναδική διάκριση που υφίσταται εφ’ εξής είναι ανάμεσα σε όσους (ημεδαπούς και αλλοδαπούς) έχουν φορολογική κατοικία στην Ελλάδα και σε εκείνους( έλληνες και μη)που έχουν φορολογική  κατοικία στην αλλοδαπή.

 Ο νέος κώδικας ορίζει σαφώς τις συνθήκες εκείνες που καθιστούν ένα φορολογούμενο ,τόσο φυσικό όσο και νομικό πρόσωπο,  “φορολογικό κάτοικο Ελλάδος”.

 Σύμφωνα με το άρθρο 4  ένα φυσικό πρόσωπο είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας, εφόσον:

   α) έχει στην Ελλάδα τη μόνιμη ή κύρια κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του ή το κέντρο των  ζωτικών του συμφερόντων ήτοι τους προσωπικούς ή οικονομικούς ή κοινωνικούς δεσμούς του ή

 β) είναι προξενικός, διπλωματικός ή δημόσιος λειτουργός παρόμοιου καθεστώτος ή δημόσιος  υπάλληλος που έχει την ελληνική ιθαγένεια και υπηρετεί στην αλλοδαπή.

Τα ως άνω απαιτούμενα στοιχεία ξεκαθαρίζει περαιτέρω ο νόμος στις επόμενες διατάξεις του. Έτσι, ορίζει πως το  χρονικό διάστημα παραμονής στη χώρα , προκειμένου να εκληφθεί ο φορολογούμενος ως φορολογικός κάτοικος Ελλάδος είναι οι  συνεχείς 183 ημέρες  συμπεριλαμβανομένων και σύντομων  διαστημάτων παραμονής στο εξωτερικό. Αυτός ο φορολογούμενος θεωρείται φορολογικός κάτοικος Ελλάδος από την πρώτη  ημέρα παρουσίας του στην Ελλάδα.

Προβλέπεται ωστόσο ότι η ως άνω ρύθμιση  δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση  φυσικών προσώπων που βρίσκονται στην Ελλάδα αποκλειστικά για τουριστικούς, ιατρικούς, θεραπευτικούς ή παρόμοιους ιδιωτικούς σκοπούς και η παραμονή τους δεν υπερβαίνει τις  τριακόσιες εξήντα πέντε (365) ημέρες, συμπεριλαμβανομένων και σύντομων διαστημάτων  παραμονής στο εξωτερικό.

Ο καθορισμός της έννοιας φορολογικής κατοικίας παρουσιάζει ενδιαφέρον και για τον σχηματισμό της ορθής εικόνας  θα πρέπει να  λαμβάνονται  υπόψη όλες οι  παράμετροι, αφού σαφώς η έννοια της φορολογικής κατοικίας δεν ταυτίζεται με την κλασσική νομική έννοια της κατοικίας όπως αυτή προσδιορίζεται στον Αστικό Κώδικα. Έτσι,  έλληνας φορολογούμενος που αν και ο ίδιος διαμένει και εργάζεται στο εξωτερικό ολόκληρο το φορολογικό έτος , εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται ως φορολογικός κάτοικος Ελλάδος διότι η οικογένεια του (σύζυγος και τέκνα) παραμένουν στην Ελλάδα , τα δε παιδιά του παρακολουθούν ελληνικό σχολείο( διατηρεί , δηλ, κατ’ άρθρο 4α προσωπικούς και κοινωνικούς δεσμούς στην Ελλάδα παρά το γεγονός ότι διαμένει 365 μέρες το χρόνο στο εξωτερικό ).Το ίδιο ισχύει και για τον έλληνα φορολογούμενο ο οποίος  διαμένει σε χώρα του εξωτερικού αλλά ασκεί επιτήδευμα με έδρα στην Ελλάδα

 Ένα νομικό πρόσωπο ή μία νομική οντότητα είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας για  οποιοδήποτε φορολογικό έτος, εφόσον:

α) συστάθηκε ή ιδρύθηκε, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο,

 β) έχει την καταστατική έδρα του  στην  Ελλάδα ή

γ) ο τόπος άσκησης πραγματικής διοίκησης είναι στην Ελλάδα οποιαδήποτε περίοδο στη  διάρκεια του φορολογικού έτους.

  Ενδιαφέρον ,όπως είναι ευνόητο, παρουσιάζει η έννοια  «τόπος άσκησης πραγματικής διοίκησης» ως στοιχείο προσδιορισμού της φορολογικής κατοικίας του νομικού προσώπου  .Στην παρ. 4 του άρθρου 2  του νόμου απαριθμούνται ενδεικτικά τα σημαντικότερα πραγματικά περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη : α) ο τόπος άσκησης καθημερινής διοίκησης,   β) ο τόπος λήψης στρατηγικών αποφάσεων,   γ) ο  τόπος ετήσιας γενικής συνέλευσης των μετόχων ή εταίρων,   δ) ο τόπος τήρησης βιβλίων και στοιχείων,   ε) ο τόπος συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου ή όποιου άλλου εκτελεστικού οργάνου  διοίκησης,   στ) η κατοικία των μελών του διοικητικού συμβουλίου ή όποιου άλλου εκτελεστικού οργάνου  διοίκησης. Προβλέπεται ακόμαι και σε συνδυασμό με τη συνδρομή των παραπάνω περιστατικών και συνθηκών  ότι είναι  δυνατόν να συνεκτιμάται και η κατοικία της πλειοψηφίας των μετόχων ή εταίρων.

Τέλος ,για το πρακτικά ιδιαίτερα ενδιαφέρον ζήτημα της φορολόγησης  προσώπων με φορολογική κατοικία στην Ελλάδα που αποκτούν , όμως, εισοδήματα στην αλλοδαπή το άρθρο 9 του 4172/2013 θέτει ένα σαφές και ξεκάθαρο “εργαλείο”  :την πίστωση φόρου αλλοδαπής .Έτσι  εάν κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους ένας φορολογούμενος που έχει φορολογική  κατοικία στην Ελλάδα αποκτά εισόδημα στην αλλοδαπή, ο καταβλητέος φόρος εισοδήματος του  εν  λόγω φορολογούμενου, όσον αφορά στο εν λόγω εισόδημα, μειώνεται κατά το ποσό του φόρου  που καταβλήθηκε στην αλλοδαπή για αυτό το εισόδημα, της μείωσης μη δυνάμενης να υπερβαίνει το ποσό του φόρου που αναλογεί για το εισόδημα αυτό στην Ελλάδα.

Μαρούσα Πρωτοπαπαδάκη- Δικηγόρος

 

22

Σεπ

2014

Δυνατότητα καταβολής «έναντι» οφειλών για τις βεβαιωθείσες οφειλές στο ΚΕΑΟ.

23 Σεπτεμβρίου, 2014
Ο ΟΑΕΕ με ανακοίνωση του επιβεβαίωσε την δυνατότητα καταβολής ποσού » έναντι» της οφειλής από το ΚΕΑΟ για τις βεβαιωθείσες οφειλές που αποστέλλονται από τα Ταμεία

Αθήνα, 23 – 09 -2014

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ και ΠΡΟΝΟΙΑΣ

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ
ΟΑΕΕ

ΓΡ. ΔΙΟΙΚΗΤΗ

Ο Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών, με αφορμή δημοσιεύματα του Τύπου για τη δυνατότητα ρύθμισης οφειλών των ασφαλισμένων του ΟΑΕΕ, δηλώνει τα εξής:

– όλα τα Ασφαλιστικά Ταμεία, σε ό,τι, αφορά τις δυνατότητες ρύθμισης ληξιπρόθεσμων οφειλών, διέπονται από τις διατάξεις του ν. 4152/2013 οι οποίες και ακολουθούνται υποχρεωτικά,

– η δυνατότητα καταβολής ποσού “έναντι” της οφειλής μπορεί και εφαρμόζεται μόνο από το ΚΕΑΟ, για τις βεβαιωθείσες οφειλές που αποστέλλονται από τα Ταμεία.

Ο ΟΑΕΕ είναι υποχρεωμένος στην τήρηση του ψηφισθέντος πλαισίου, έως την τυχόν αλλαγή του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου.

Πηγή Taxheaven

 

21

Σεπ

2014

ΠΟΛ 1177/2014: Μεταβολή κατοικίας ή διαμονής. Εφαρμογή των διατάξεων του ν.2238/1994 και ν. 4174/2013

21 Σεπτεμβρίου, 2014

 

 

 

Μεταβολή κατοικίας ή διαμονής. Εφαρμογή των διατάξεων του ν.2238/1994 κ` Ν.4174/2013 (627533)

Σε συνέχεια του ως άνω σχετικού και με αφορμή γραπτά και προφορικά ερωτήματα  που τέθηκαν υπόψη της Υπηρεσίας μας, αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας  γνωρίζουμε τα εξής:

Α) Θεσμικό πλαίσιο.

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν.2238/1994 , όπως ίσχυαν πριν από  την κατάργησή τους με τις διατάξεις του άρθρου 72 του Ν.4172/2013 και εφαρμόζονταν για  φορολογικά έτη που άρχισαν πριν από την 01.01.2014, σε φόρο για το παγκόσμιο εισόδημά του  υπόκειται κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο έχει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του στην  Ελλάδα.Σε φόρο για το εισόδημα που προκύπτει στην Ελλάδα υπόκειται κάθε φυσικό πρόσωπο,  ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας του ή της συνήθους διαμονής του. Ως συνήθης θεωρείται η  διαμονή στην Ελλάδα η οποία υπερβαίνει τις εκατόν ογδόντα τρεις ημέρες συνολικά μέσα στο  ίδιοημερολογιακό έτος. Η διαμονή τεκμαίρεται ως συνήθης, εκτός αν ο φορολογούμενος αποδείξει  διαφορετικά.

  2. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 76 του Ν.2238/1994 οριζόταν, μεταξύ  άλλων, ότι:  Av ο υπόχρεος σε δήλωση μεταβάλει την κατοικία ή τη διαμονή του έχει υποχρέωση  να υποβάλει, μέχρι τη λήξη του οικείου έτους, στον προϊστάμενο της Δημόσιας  Οικονομικής Υπηρεσίας που είναι αρμόδιος πριν από τη μεταβολή, τη δήλωση που  προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 5 της 1027411/842/ΔΜ/26.2.1998 (ΦΕΚ  Β΄ 193) απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, για τον τόπο της νέας κατοικίας ή  διαμονής του. (παρ. 1)  Αν δεν υποβληθεί η δήλωση που προβλέπουν οι παράγραφοι 1 και 2, αρμοδίως  επιλαμβάνεται για την επιβολή του φόρου ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής  υπηρεσίας που είναι αρμόδιος πριν από τη μεταβολή. (παρ. 3)  Η παράλειψη υποβολής της δήλωσης που προβλέπεται από την παράγραφο 1, καθώς  και η υποβολή ανακριβούς δήλωσης, συνεπάγεται την επιβολή προστίμου που  ορίζεται στο άρθρο 87 (Ν.2523/1997). (παρ. 4)   Αν ο υπόχρεος σε δήλωση μεταφέρει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του σε  κράτος που εμπίπτει στον κατάλογο των κρατών που περιέχεται στην παράγραφο 4  του άρθρου 51 Α, θεωρείται ότι έχει την κατοικία του στην Ελλάδα και υπόκειται σε φόρο για το  παγκόσμιο εισόδημά του σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου  1 του άρθρου 2. (παρ. 5)  Αν ο υπόχρεος σε δήλωση μεταφέρει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του εκτός  Ελλάδας και υπαγόταν σε φόρο στην Ελλάδα για το παγκόσμιο εισόδημά του τα  τελευταία πέντε έτη πριν από τη δήλωση μεταβολής της κατοικίας ή της συνήθους  διαμονής του, εφόσον: αα) μεταβάλλει την κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του με  μεταφορά της σε κράτος στο οποίο το εισόδημά του υπόκειται σε προνομιακό  φορολογικό καθεστώς, κατά την έννοια της παραγράφου 7 του άρθρου 51 Α, και ββ)  διαθέτει σημαντικά οικονομικά συμφέροντα στην Ελλάδα, όπως αυτά ορίζονται στην  περίπτωση β΄, θεωρείται ότι υπόκειται σε φόρο στην Ελλάδα, για το παγκόσμιο  εισόδημά του για χρονικό διάστημα πέντε ετών, που αρχίζει από την υποβολή της  δήλωσης μεταβολής της κατοικίας ή της συνήθους διαμονής του εκτός εάν αποδείξει  ότι έχει την κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του στο κράτος αυτό. (παρ. 6)

 3. Επίσης, με τις διατάξεις των παρ. 1 , 2 και 3 του άρθρου 19 του Ν.4174/2013  ορίζεται ότι, αν ο φορολογούμενος διαπιστώσει, ότι η φορολογική δήλωση που  υπέβαλε στη Φορολογική Διοίκηση περιέχει λάθος ή παράλειψη, υποχρεούται να  υποβάλει τροποποιητική φορολογική δήλωση. Αν ο φορολογούμενος υποβάλει  τροποποιητική φορολογική δήλωση εντός της προθεσμίας υποβολής της αρχικής  φορολογικής δήλωσης, τότε και η τροποποιητική φορολογική δήλωση επέχει θέση  αρχικής δήλωσης και θεωρείται ότι και οι δύο, αρχική και τροποποιητική έχουν  υποβληθεί εμπρόθεσμα. Τροποποιητική φορολογική δήλωση υποβάλλεται  οποτεδήποτε μέχρι την έκδοση εντολής ελέγχου από τη Φορολογική Διοίκηση ή  μέχρι την παραγραφή του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης για έλεγχο της  αρχικής δήλωσης με όλες τις συνέπειες περί εκπρόθεσμης δήλωσης.

 4. Τέλος, με τις διατάξεις της παρ. 25 του άρθρου 72 του Ν.4172/2013 ορίζεται ότι, από την  έναρξη ισχύος του Ν.4172/2013 παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του  Ν.2238/1994 , συμπεριλαμβανομένων και όλων των κανονιστικών πράξεων και  εγκυκλίων που έχουν εκδοθεί κατ΄ εξουσιοδότηση αυτού του νόμου. Επομένως, οι  διατάξεις του άρθρου 61 του Ν.2238/1994 περί ανακλητικών δηλώσεων φορολογίας  εισοδήματος φυσικών προσώπων, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 62 του ιδίου  νόμου περί συμπληρωματικών δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος φυσικών  προσώπων, δεν έχουν πλέον εφαρμογή από την 01.01.2014. (σχετ.ΠΟΛ.1174/14.07.2014).

  Β) Μη υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και μεταβολή κατοικίας ή  διαμονής.

1. Από το συνδυασμό των όσων αναφέρονται στο Κεφάλαιο Α΄ της παρούσης  προκύπτει ότι ο φορολογούμενος που εγκαταστάθηκε μόνιμα ή οριστικά στην  αλλοδαπή, αλλά δεν είχε προβεί στη διαδικασία μεταβολής της κατοικίας ή της  διαμονής του κατά το έτος αναχώρησης από την Ελλάδα και δεν έχει υποβάλλει  δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος ως κάτοικος Ελλάδας, ενώ είναι εγγεγραμμένος  σε Δ.Ο.Υ. όπου υποβάλλουν δήλωση φορολογίας εισοδήματος οι φορολογικοί  κάτοικοι Ελλάδας, οφείλει να προσκομίσει στη Δ.Ο.Υ. που είναι αρμόδια πριν από τη μεταβολή:  i) βεβαίωση από την αρμόδια φορολογική αρχή του κράτους όπου δηλώνει κάτοικος,  από την οποία να προκύπτει ότι είναι φορολογικός κάτοικος αυτού του κράτους, ή  ii) αντίγραφο της εκκαθάρισης της δήλωσης φορολογίας του εισοδήματός του, ή iii) ελλείψει εκκαθάρισης, αντίγραφο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος που  υπέβαλε στο άλλο κράτος.  Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η προσκόμιση από το φορολογούμενο κανενός εκ  των ανωτέρω δικαιολογητικών, τότε η φορολογική διοίκηση υποχρεούται να δεχθεί  βεβαίωση από οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική ή άλλη αναγνωρισμένη αρχή  από την οποία να προκύπτει η κατοικία του εν λόγω φυσικού προσώπου στην  αλλοδαπή.  Εφόσον αποδειχθεί ότι ο φορολογούμενος είναι κάτοικος εξωτερικού και υπό την  προϋπόθεση ότι δεν θεωρείται κάτοικος Ελλάδας κατά τις διατάξεις της εσωτερικής  μας νομοθεσίας (π.χ. δεν έχει μεταφέρει την κατοικία του σε μη-συνεργάσιμο κράτος από τις  31.03.2011 έως τις 31.12.2013), είναι δυνατή η αλλαγή της φορολογικής του κατοικίας από την  τρέχουσα ημερομηνία, χωρίς την υποχρέωση να υποβληθούν, στη Δ.Ο.Υ. όπου ο φορολογούμενος  εμφανίζεται ως κάτοικος Ελλάδας, δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος με το εισόδημα αλλοδαπής  προέλευσης για τα έτη που απέδειξε ότι ήταν κάτοικος εξωτερικού.  Εάν δεν αποδειχθεί από το φορολογούμενο ότι διαθέτει κατοικία ή διαμονή στην  αλλοδαπή ή προκύψει ότι έχει την κατοικία ή τη διαμονή του στην Ελλάδα, τότε θα  πρέπει να υποβληθούν αρχικές δηλώσεις, όπου θα περιλαμβάνεται το παγκόσμιο  εισόδημά του.  Σημειώνεται ότι, εάν ο φορολογούμενος μεταβεί σε κράτος με το οποίο υφίσταται  Σύμβαση Αποφυγής Διπλής Φορολογίας Εισοδήματος, αλλά θεωρηθεί κάτοικος και  στα δυο συμβαλλόμενα κράτη, τότε τίθεται θέμα διπλής κατοικίας. Σε αυτήν την  περίπτωση, η αρμόδια Υπηρεσία του Υπ. Οικονομικών (Δ/νση Διεθνών Οικονομικών  Σχέσεων) θα έρχεται σε επαφή με την αλλοδαπή φορολογική αρχή, προκειμένου να  επιλυθεί το συγκεκριμένο θέμα.

  2. Επισημαίνεται ότι, όσον αφορά στη γνησιότητα των αλλοδαπών δημοσίων  εγγράφων, τα οποία έχουν συνταχθεί στο έδαφος του κράτους κατοικίας ή διαμονής  και περιγράφονται στην παρ. 1 του Κεφαλαίου Β΄ της παρούσης, σύμφωνα με τα  προβλεπόμενα από τη Σύμβαση της Χάγης (Apostille) ή κατά τα διεθνή νόμιμα  (προξενική διαδικασία), έχουν δοθεί οδηγίες με το υπ. αριθ. Δ6Δ 1095210  ΕΞ2014/25.06.2014 έγγραφο της Δ/νσης Οργάνωσης.  Επίσης, τα προβλεπόμενα έγγραφα υποβάλλονται πρωτότυπα και απαιτείται η  επίσημη μετάφρασή τους στην Ελληνική γλώσσα.  Από την ως άνω διαδικασία εξαιρούνται τα πιστοποιητικά φορολογικής κατοικίας  που εκδίδουν οι φορολογικές αρχές των ΗΠΑ και της Τουρκίας, στο πλαίσιο της  Σύμβασης Αποφυγής Διπλής Φορολογίας του Εισοδήματος που έχει συναφθεί με τη  χώρα μας.

Γ) Υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος ως κάτοικος Ελλάδας και  μεταβολή κατοικίας ή διαμονής.  Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται στο Κεφάλαιο Α΄ της παρούσης συνάγεται  ότι, ο φορολογούμενος που εγκαταστάθηκε μόνιμα ή οριστικά στην αλλοδαπή, αλλά  υπέβαλε δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος ως φορολογικός κάτοικος Ελλάδας,  υποχρεούται να υποβάλει χειρόγραφη/ες τροποποιητική/ές φορολογική/ές  δήλωση/δηλώσεις στη Φορολογική Διοίκηση, όπου θα αναφέρει ότι είναι κάτοικος  εξωτερικού (κωδ.319 του Πίνακα 2) ακολουθώντας τη διαδικασία που περιγράφεται  στο Κεφάλαιο Β΄ της παρούσης. Ο φορολογούμενος που υπέβαλε δηλώσεις  φορολογίας εισοδήματος στην Ελλάδα επειδή αποκτούσε εισόδημα στη χώρα μας και  είναι εγκατεστημένος σε κράτος με το οποίο υφίσταται Σύμβαση Αποφυγής Διπλής  Φορολογίας Εισοδήματος, μπορεί να προσκομίσει, αντί της βεβαίωσης από την  αρμόδια φορολογική αρχή του κράτους όπου δηλώνει κάτοικος, την προβλεπόμενη  Αίτηση για την Εφαρμογή της Σύμβασης Αποφυγής Διπλής Φορολογίας όπου είναι  ενσωματωμένο το πιστοποιητικό φορολογικής κατοικίας (δίγλωσσα έντυπα) και για  την οποία δεν απαιτείται η επισημείωση της Χάγης (αρμόδια η Δ/νση Διεθνών  Οικονομικών Σχέσεων του Υπουργείου μας).  Επομένως, εάν αποδειχθεί ότι ο φορολογούμενος είναι κάτοικος εξωτερικού και υπό  την προϋπόθεση ότι δεν θεωρείται κάτοικος Ελλάδας κατά τις διατάξεις της  εσωτερικής μας νομοθεσίας (π.χ. δεν έχει μεταφέρει την κατοικία του σε μη- συνεργάσιμο κράτος από τις 31.03.2011 έως τις 31.12.2013), είναι δυνατή η  μεταβολή της φορολογικής του κατοικίας από την τρέχουσα ημερομηνία, χωρίς την  υποχρέωση να υποβληθούν, στη Δ.Ο.Υ. όπου ο φορολογούμενος εμφανίζεται ως  κάτοικος Ελλάδας, δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος με το εισόδημα αλλοδαπής  προέλευσης για τα έτη που απέδειξε ότι ήταν κάτοικος εξωτερικού.  Σημειώνεται ότι, στην περίπτωση που ο φορολογούμενος υπέβαλε δηλώσεις  φορολογίας εισοδήματος στην Ελλάδα επειδή αποκτούσε εισόδημα στη χώρα μας και  αποδείξει ότι είναι κάτοικος εξωτερικού, θα πρέπει να διενεργηθεί εκ νέου  εκκαθάριση των φορολογικών δηλώσεων παρελθόντων ετών ως φορολογικού  κατοίκου αλλοδαπής, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις της παρ. 11 του άρθρου 9 του  Ν.2238/1994 , όπως ίσχυαν κατά τα κρινόμενα έτη.  Εάν δεν αποδειχθεί από το φορολογούμενο ότι διαθέτει κατοικία ή διαμονή στην  αλλοδαπή ή προκύψει ότι έχει την κατοικία ή τη διαμονή του στην Ελλάδα, τότε θα  πρέπει να υποβληθούν τροποποιητικές δηλώσεις όπου θα περιλαμβάνεται το  παγκόσμιο εισόδημά του, λαμβάνοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται στην παρ. 1 του  Κεφαλαίου Β΄ της παρούσης περί διπλής κατοικίας.

Δ) Διαδικασία μεταβολής.  Ο φορολογούμενος που επιθυμεί να προβεί σε αλλαγή της κατοικίας ή της διαμονής του, υποβάλλει  στον αρμόδιο υπάλληλο του τμήματος ή γραφείου «Διοικητικής και  Μηχανογραφικής Υποστήριξης» της Δ.Ο.Υ.: αίτηση (έντυπο Μ0) για τη  γνωστοποίηση αλλαγής κατοικίας με συνημμένα τα έντυπα Μ1 και Μ7  συμπληρωμένα, όπως ορίζουν οι κείμενες διατάξεις και συνυποβάλλουν τα σχετικά  δικαιολογητικά όπως περιγράφονται ανωτέρω.  Ο ως άνω υπάλληλος, προωθεί την αίτηση με τα συνημμένα έντυπα και  δικαιολογητικά στο τμήμα «Συμμόρφωσης και Σχέσεων με τους Φορολογούμενους»  της αυτής Δ.Ο.Υ., προκειμένου να αποφανθεί, εάν πληρούνται ή όχι τα ανωτέρω  κριτήρια, συντάσσοντας σχετικό προς τούτο σημείωμα.  Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος θεωρηθεί κάτοικος ή συνήθως διαμένων στην  Ελλάδα, ενημερώνεται εγγράφως ότι, το αίτημά του για μεταφορά της κατοικίας του  απορρίπτεται και η αίτηση με τα συνημμένα έντυπα τίθεται στο φάκελό του.  Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος θεωρηθεί κάτοικος εξωτερικού, το τμήμα  «Συμμόρφωσης και Σχέσεων με τους Φορολογούμενους» της αυτής Δ.Ο.Υ., προωθεί  στον αρμόδιο υπάλληλο του τμήματος ή γραφείου «Διοικητικής και Μηχανογραφικής  Υποστήριξης» τα έντυπα Μ1 και Μ7 με συνημμένο το σχετικό σημείωμα,  προκειμένου να ολοκληρωθεί η εν λόγω διαδικασία.  Η σχετική βεβαίωση μεταβολής, θα αποστέλλεται από τη Δ.Ο.Υ. ταχυδρομικώς στη  διεύθυνση του φορολογικού εκπροσώπου.

 Ε) Μεταβολή κατοικίας ή διαμονής οικονομικού έτους 2014.  Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος εγκαταστάθηκε μόνιμα ή οριστικά στην  αλλοδαπή το έτος 2013 και δεν έχει υποβάλλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος  οικονομικού έτους 2014 μέχρι τη λήξη προθεσμίας υποβολής των δηλώσεων, είναι  δυνατή η διενέργεια μεταβολής της κατοικίας ή της διαμονής του, υπό την  προϋπόθεση ότι δεν θεωρείται κάτοικος Ελλάδας με βάση τις διατάξεις της  εσωτερικής μας νομοθεσίας και εφόσον ακολουθηθεί η διαδικασία που περιγράφεται  στο Κεφάλαιο Β΄ της παρούσης, ανεξαρτήτως εάν η δήλωση μεταβολής υπεβλήθη  εμπροθέσμως (έως τις 31.12.2013) ή εκπροθέσμως (μετά την 01.01.2014). (σχετ.  1050386/898/Α0012/ ΠΟΛ.1138/24.05.2001 εγκύκλιος διαταγή).  ΣΤ) Μεταβολή κατοικίας ή διαμονής βάσει των διατάξεων του Ν.4172/2013.  Σχετικά με το εν λόγω θέμα σας γνωρίζουμε ότι, για τα φυσικά πρόσωπα που  πρόκειται να εγκατασταθούν μόνιμα ή οριστικά στην αλλοδαπή μετά την 01  Ιανουαρίου 2014, η Υπηρεσία μας θα προβεί στην έκδοση συγκεκριμένων οδηγιών.  Ζ) Προγενέστερες οδηγίες  Τονίζεται, τέλος, ότι υπό το πρίσμα των αλλαγών που έλαβαν χώρα στην ελληνική  φορολογική νομοθεσία, τα διαλαμβανόμενα στο υπ. αριθ. Γ.Γ.Δ.Ε. 0006976 ΕΞ  2013/05.09.2013 έγγραφο, παύουν πλέον να ισχύουν.

 Η ΓΕΝ. ΓΡΑΜ. ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ  ΑΙΚ. ΣΑΒΒΑΪΔΟΥ

 

21

Σεπ

2014

ΠΟΛ 1177/2014: Μεταβολή κατοικίας ή διαμονής. Εφαρμογή των διατάξεων του ν.2238/1994 και ν. 4174/2013

21 Σεπτεμβρίου, 2014

Μεταβολή κατοικίας ή διαμονής. Εφαρμογή των διατάξεων του ν.2238/1994 κ` Ν.4174/2013 (627533)

Σε συνέχεια του ως άνω σχετικού και με αφορμή γραπτά και προφορικά ερωτήματα  που τέθηκαν υπόψη της Υπηρεσίας μας, αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας  γνωρίζουμε τα εξής:

Α) Θεσμικό πλαίσιο.

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν.2238/1994 , όπως ίσχυαν πριν από  την κατάργησή τους με τις διατάξεις του άρθρου 72 του Ν.4172/2013 και εφαρμόζονταν για  φορολογικά έτη που άρχισαν πριν από την 01.01.2014, σε φόρο για το παγκόσμιο εισόδημά του  υπόκειται κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο έχει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του στην  Ελλάδα.Σε φόρο για το εισόδημα που προκύπτει στην Ελλάδα υπόκειται κάθε φυσικό πρόσωπο,  ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας του ή της συνήθους διαμονής του. Ως συνήθης θεωρείται η  διαμονή στην Ελλάδα η οποία υπερβαίνει τις εκατόν ογδόντα τρεις ημέρες συνολικά μέσα στο  ίδιοημερολογιακό έτος. Η διαμονή τεκμαίρεται ως συνήθης, εκτός αν ο φορολογούμενος αποδείξει  διαφορετικά.

  2. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 76 του Ν.2238/1994 οριζόταν, μεταξύ  άλλων, ότι:  Av ο υπόχρεος σε δήλωση μεταβάλει την κατοικία ή τη διαμονή του έχει υποχρέωση  να υποβάλει, μέχρι τη λήξη του οικείου έτους, στον προϊστάμενο της Δημόσιας  Οικονομικής Υπηρεσίας που είναι αρμόδιος πριν από τη μεταβολή, τη δήλωση που  προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 5 της 1027411/842/ΔΜ/26.2.1998 (ΦΕΚ  Β΄ 193) απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, για τον τόπο της νέας κατοικίας ή  διαμονής του. (παρ. 1)  Αν δεν υποβληθεί η δήλωση που προβλέπουν οι παράγραφοι 1 και 2, αρμοδίως  επιλαμβάνεται για την επιβολή του φόρου ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής  υπηρεσίας που είναι αρμόδιος πριν από τη μεταβολή. (παρ. 3)  Η παράλειψη υποβολής της δήλωσης που προβλέπεται από την παράγραφο 1, καθώς  και η υποβολή ανακριβούς δήλωσης, συνεπάγεται την επιβολή προστίμου που  ορίζεται στο άρθρο 87 (Ν.2523/1997). (παρ. 4)   Αν ο υπόχρεος σε δήλωση μεταφέρει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του σε  κράτος που εμπίπτει στον κατάλογο των κρατών που περιέχεται στην παράγραφο 4  του άρθρου 51 Α, θεωρείται ότι έχει την κατοικία του στην Ελλάδα και υπόκειται σε φόρο για το  παγκόσμιο εισόδημά του σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου  1 του άρθρου 2. (παρ. 5)  Αν ο υπόχρεος σε δήλωση μεταφέρει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του εκτός  Ελλάδας και υπαγόταν σε φόρο στην Ελλάδα για το παγκόσμιο εισόδημά του τα  τελευταία πέντε έτη πριν από τη δήλωση μεταβολής της κατοικίας ή της συνήθους  διαμονής του, εφόσον: αα) μεταβάλλει την κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του με  μεταφορά της σε κράτος στο οποίο το εισόδημά του υπόκειται σε προνομιακό  φορολογικό καθεστώς, κατά την έννοια της παραγράφου 7 του άρθρου 51 Α, και ββ)  διαθέτει σημαντικά οικονομικά συμφέροντα στην Ελλάδα, όπως αυτά ορίζονται στην  περίπτωση β΄, θεωρείται ότι υπόκειται σε φόρο στην Ελλάδα, για το παγκόσμιο  εισόδημά του για χρονικό διάστημα πέντε ετών, που αρχίζει από την υποβολή της  δήλωσης μεταβολής της κατοικίας ή της συνήθους διαμονής του εκτός εάν αποδείξει  ότι έχει την κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του στο κράτος αυτό. (παρ. 6)

 3. Επίσης, με τις διατάξεις των παρ. 1 , 2 και 3 του άρθρου 19 του Ν.4174/2013  ορίζεται ότι, αν ο φορολογούμενος διαπιστώσει, ότι η φορολογική δήλωση που  υπέβαλε στη Φορολογική Διοίκηση περιέχει λάθος ή παράλειψη, υποχρεούται να  υποβάλει τροποποιητική φορολογική δήλωση. Αν ο φορολογούμενος υποβάλει  τροποποιητική φορολογική δήλωση εντός της προθεσμίας υποβολής της αρχικής  φορολογικής δήλωσης, τότε και η τροποποιητική φορολογική δήλωση επέχει θέση  αρχικής δήλωσης και θεωρείται ότι και οι δύο, αρχική και τροποποιητική έχουν  υποβληθεί εμπρόθεσμα. Τροποποιητική φορολογική δήλωση υποβάλλεται  οποτεδήποτε μέχρι την έκδοση εντολής ελέγχου από τη Φορολογική Διοίκηση ή  μέχρι την παραγραφή του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης για έλεγχο της  αρχικής δήλωσης με όλες τις συνέπειες περί εκπρόθεσμης δήλωσης.

 4. Τέλος, με τις διατάξεις της παρ. 25 του άρθρου 72 του Ν.4172/2013 ορίζεται ότι, από την  έναρξη ισχύος του Ν.4172/2013 παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του  Ν.2238/1994 , συμπεριλαμβανομένων και όλων των κανονιστικών πράξεων και  εγκυκλίων που έχουν εκδοθεί κατ΄ εξουσιοδότηση αυτού του νόμου. Επομένως, οι  διατάξεις του άρθρου 61 του Ν.2238/1994 περί ανακλητικών δηλώσεων φορολογίας  εισοδήματος φυσικών προσώπων, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 62 του ιδίου  νόμου περί συμπληρωματικών δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος φυσικών  προσώπων, δεν έχουν πλέον εφαρμογή από την 01.01.2014. (σχετ.ΠΟΛ.1174/14.07.2014).

  Β) Μη υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και μεταβολή κατοικίας ή  διαμονής.

1. Από το συνδυασμό των όσων αναφέρονται στο Κεφάλαιο Α΄ της παρούσης  προκύπτει ότι ο φορολογούμενος που εγκαταστάθηκε μόνιμα ή οριστικά στην  αλλοδαπή, αλλά δεν είχε προβεί στη διαδικασία μεταβολής της κατοικίας ή της  διαμονής του κατά το έτος αναχώρησης από την Ελλάδα και δεν έχει υποβάλλει  δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος ως κάτοικος Ελλάδας, ενώ είναι εγγεγραμμένος  σε Δ.Ο.Υ. όπου υποβάλλουν δήλωση φορολογίας εισοδήματος οι φορολογικοί  κάτοικοι Ελλάδας, οφείλει να προσκομίσει στη Δ.Ο.Υ. που είναι αρμόδια πριν από τη μεταβολή:  i) βεβαίωση από την αρμόδια φορολογική αρχή του κράτους όπου δηλώνει κάτοικος,  από την οποία να προκύπτει ότι είναι φορολογικός κάτοικος αυτού του κράτους, ή  ii) αντίγραφο της εκκαθάρισης της δήλωσης φορολογίας του εισοδήματός του, ή iii) ελλείψει εκκαθάρισης, αντίγραφο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος που  υπέβαλε στο άλλο κράτος.  Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η προσκόμιση από το φορολογούμενο κανενός εκ  των ανωτέρω δικαιολογητικών, τότε η φορολογική διοίκηση υποχρεούται να δεχθεί  βεβαίωση από οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική ή άλλη αναγνωρισμένη αρχή  από την οποία να προκύπτει η κατοικία του εν λόγω φυσικού προσώπου στην  αλλοδαπή.  Εφόσον αποδειχθεί ότι ο φορολογούμενος είναι κάτοικος εξωτερικού και υπό την  προϋπόθεση ότι δεν θεωρείται κάτοικος Ελλάδας κατά τις διατάξεις της εσωτερικής  μας νομοθεσίας (π.χ. δεν έχει μεταφέρει την κατοικία του σε μη-συνεργάσιμο κράτος από τις  31.03.2011 έως τις 31.12.2013), είναι δυνατή η αλλαγή της φορολογικής του κατοικίας από την  τρέχουσα ημερομηνία, χωρίς την υποχρέωση να υποβληθούν, στη Δ.Ο.Υ. όπου ο φορολογούμενος  εμφανίζεται ως κάτοικος Ελλάδας, δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος με το εισόδημα αλλοδαπής  προέλευσης για τα έτη που απέδειξε ότι ήταν κάτοικος εξωτερικού.  Εάν δεν αποδειχθεί από το φορολογούμενο ότι διαθέτει κατοικία ή διαμονή στην  αλλοδαπή ή προκύψει ότι έχει την κατοικία ή τη διαμονή του στην Ελλάδα, τότε θα  πρέπει να υποβληθούν αρχικές δηλώσεις, όπου θα περιλαμβάνεται το παγκόσμιο  εισόδημά του.  Σημειώνεται ότι, εάν ο φορολογούμενος μεταβεί σε κράτος με το οποίο υφίσταται  Σύμβαση Αποφυγής Διπλής Φορολογίας Εισοδήματος, αλλά θεωρηθεί κάτοικος και  στα δυο συμβαλλόμενα κράτη, τότε τίθεται θέμα διπλής κατοικίας. Σε αυτήν την  περίπτωση, η αρμόδια Υπηρεσία του Υπ. Οικονομικών (Δ/νση Διεθνών Οικονομικών  Σχέσεων) θα έρχεται σε επαφή με την αλλοδαπή φορολογική αρχή, προκειμένου να  επιλυθεί το συγκεκριμένο θέμα.

  2. Επισημαίνεται ότι, όσον αφορά στη γνησιότητα των αλλοδαπών δημοσίων  εγγράφων, τα οποία έχουν συνταχθεί στο έδαφος του κράτους κατοικίας ή διαμονής  και περιγράφονται στην παρ. 1 του Κεφαλαίου Β΄ της παρούσης, σύμφωνα με τα  προβλεπόμενα από τη Σύμβαση της Χάγης (Apostille) ή κατά τα διεθνή νόμιμα  (προξενική διαδικασία), έχουν δοθεί οδηγίες με το υπ. αριθ. Δ6Δ 1095210  ΕΞ2014/25.06.2014 έγγραφο της Δ/νσης Οργάνωσης.  Επίσης, τα προβλεπόμενα έγγραφα υποβάλλονται πρωτότυπα και απαιτείται η  επίσημη μετάφρασή τους στην Ελληνική γλώσσα.  Από την ως άνω διαδικασία εξαιρούνται τα πιστοποιητικά φορολογικής κατοικίας  που εκδίδουν οι φορολογικές αρχές των ΗΠΑ και της Τουρκίας, στο πλαίσιο της  Σύμβασης Αποφυγής Διπλής Φορολογίας του Εισοδήματος που έχει συναφθεί με τη  χώρα μας.

ΓΥποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος ως κάτοικος Ελλάδας και  μεταβολή κατοικίας ή διαμονής.  Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται στο Κεφάλαιο Α΄ της παρούσης συνάγεται  ότι, ο φορολογούμενος που εγκαταστάθηκε μόνιμα ή οριστικά στην αλλοδαπή, αλλά  υπέβαλε δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος ως φορολογικός κάτοικος Ελλάδας,  υποχρεούται να υποβάλει χειρόγραφη/ες τροποποιητική/ές φορολογική/ές  δήλωση/δηλώσεις στη Φορολογική Διοίκηση, όπου θα αναφέρει ότι είναι κάτοικος  εξωτερικού (κωδ.319 του Πίνακα 2) ακολουθώντας τη διαδικασία που περιγράφεται  στο Κεφάλαιο Β΄ της παρούσης. Ο φορολογούμενος που υπέβαλε δηλώσεις  φορολογίας εισοδήματος στην Ελλάδα επειδή αποκτούσε εισόδημα στη χώρα μας και  είναι εγκατεστημένος σε κράτος με το οποίο υφίσταται Σύμβαση Αποφυγής Διπλής  Φορολογίας Εισοδήματος, μπορεί να προσκομίσει, αντί της βεβαίωσης από την  αρμόδια φορολογική αρχή του κράτους όπου δηλώνει κάτοικος, την προβλεπόμενη  Αίτηση για την Εφαρμογή της Σύμβασης Αποφυγής Διπλής Φορολογίας όπου είναι  ενσωματωμένο το πιστοποιητικό φορολογικής κατοικίας (δίγλωσσα έντυπα) και για  την οποία δεν απαιτείται η επισημείωση της Χάγης (αρμόδια η Δ/νση Διεθνών  Οικονομικών Σχέσεων του Υπουργείου μας).  Επομένως, εάν αποδειχθεί ότι ο φορολογούμενος είναι κάτοικος εξωτερικού και υπό  την προϋπόθεση ότι δεν θεωρείται κάτοικος Ελλάδας κατά τις διατάξεις της  εσωτερικής μας νομοθεσίας (π.χ. δεν έχει μεταφέρει την κατοικία του σε μη- συνεργάσιμο κράτος από τις 31.03.2011 έως τις 31.12.2013), είναι δυνατή η  μεταβολή της φορολογικής του κατοικίας από την τρέχουσα ημερομηνία, χωρίς την  υποχρέωση να υποβληθούν, στη Δ.Ο.Υ. όπου ο φορολογούμενος εμφανίζεται ως  κάτοικος Ελλάδας, δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος με το εισόδημα αλλοδαπής  προέλευσης για τα έτη που απέδειξε ότι ήταν κάτοικος εξωτερικού.  Σημειώνεται ότι, στην περίπτωση που ο φορολογούμενος υπέβαλε δηλώσεις  φορολογίας εισοδήματος στην Ελλάδα επειδή αποκτούσε εισόδημα στη χώρα μας και  αποδείξει ότι είναι κάτοικος εξωτερικού, θα πρέπει να διενεργηθεί εκ νέου  εκκαθάριση των φορολογικών δηλώσεων παρελθόντων ετών ως φορολογικού  κατοίκου αλλοδαπής, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις της παρ. 11 του άρθρου 9 του  Ν.2238/1994 , όπως ίσχυαν κατά τα κρινόμενα έτη.  Εάν δεν αποδειχθεί από το φορολογούμενο ότι διαθέτει κατοικία ή διαμονή στην  αλλοδαπή ή προκύψει ότι έχει την κατοικία ή τη διαμονή του στην Ελλάδα, τότε θα  πρέπει να υποβληθούν τροποποιητικές δηλώσεις όπου θα περιλαμβάνεται το  παγκόσμιο εισόδημά του, λαμβάνοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται στην παρ. 1 του  Κεφαλαίου Β΄ της παρούσης περί διπλής κατοικίας.

ΔΔιαδικασία μεταβολής.  Ο φορολογούμενος που επιθυμεί να προβεί σε αλλαγή της κατοικίας ή της διαμονής του, υποβάλλει  στον αρμόδιο υπάλληλο του τμήματος ή γραφείου «Διοικητικής και  Μηχανογραφικής Υποστήριξης» της Δ.Ο.Υ.: αίτηση (έντυπο Μ0) για τη  γνωστοποίηση αλλαγής κατοικίας με συνημμένα τα έντυπα Μ1 και Μ7  συμπληρωμένα, όπως ορίζουν οι κείμενες διατάξεις και συνυποβάλλουν τα σχετικά  δικαιολογητικά όπως περιγράφονται ανωτέρω.  Ο ως άνω υπάλληλος, προωθεί την αίτηση με τα συνημμένα έντυπα και  δικαιολογητικά στο τμήμα «Συμμόρφωσης και Σχέσεων με τους Φορολογούμενους»  της αυτής Δ.Ο.Υ., προκειμένου να αποφανθεί, εάν πληρούνται ή όχι τα ανωτέρω  κριτήρια, συντάσσοντας σχετικό προς τούτο σημείωμα.  Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος θεωρηθεί κάτοικος ή συνήθως διαμένων στην  Ελλάδα, ενημερώνεται εγγράφως ότι, το αίτημά του για μεταφορά της κατοικίας του  απορρίπτεται και η αίτηση με τα συνημμένα έντυπα τίθεται στο φάκελό του.  Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος θεωρηθεί κάτοικος εξωτερικού, το τμήμα  «Συμμόρφωσης και Σχέσεων με τους Φορολογούμενους» της αυτής Δ.Ο.Υ., προωθεί  στον αρμόδιο υπάλληλο του τμήματος ή γραφείου «Διοικητικής και Μηχανογραφικής  Υποστήριξης» τα έντυπα Μ1 και Μ7 με συνημμένο το σχετικό σημείωμα,  προκειμένου να ολοκληρωθεί η εν λόγω διαδικασία.  Η σχετική βεβαίωση μεταβολής, θα αποστέλλεται από τη Δ.Ο.Υ. ταχυδρομικώς στη  διεύθυνση του φορολογικού εκπροσώπου.

 ΕΜεταβολή κατοικίας ή διαμονής οικονομικού έτους 2014.  Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος εγκαταστάθηκε μόνιμα ή οριστικά στην  αλλοδαπή το έτος 2013 και δεν έχει υποβάλλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος  οικονομικού έτους 2014 μέχρι τη λήξη προθεσμίας υποβολής των δηλώσεων, είναι  δυνατή η διενέργεια μεταβολής της κατοικίας ή της διαμονής του, υπό την  προϋπόθεση ότι δεν θεωρείται κάτοικος Ελλάδας με βάση τις διατάξεις της  εσωτερικής μας νομοθεσίας και εφόσον ακολουθηθεί η διαδικασία που περιγράφεται  στο Κεφάλαιο Β΄ της παρούσης, ανεξαρτήτως εάν η δήλωση μεταβολής υπεβλήθη  εμπροθέσμως (έως τις 31.12.2013) ή εκπροθέσμως (μετά την 01.01.2014). (σχετ.  1050386/898/Α0012/ ΠΟΛ.1138/24.05.2001 εγκύκλιος διαταγή).  ΣΤ) Μεταβολή κατοικίας ή διαμονής βάσει των διατάξεων του Ν.4172/2013.  Σχετικά με το εν λόγω θέμα σας γνωρίζουμε ότι, για τα φυσικά πρόσωπα που  πρόκειται να εγκατασταθούν μόνιμα ή οριστικά στην αλλοδαπή μετά την 01  Ιανουαρίου 2014, η Υπηρεσία μας θα προβεί στην έκδοση συγκεκριμένων οδηγιών.  Ζ) Προγενέστερες οδηγίες  Τονίζεται, τέλος, ότι υπό το πρίσμα των αλλαγών που έλαβαν χώρα στην ελληνική  φορολογική νομοθεσία, τα διαλαμβανόμενα στο υπ. αριθ. Γ.Γ.Δ.Ε. 0006976 ΕΞ  2013/05.09.2013 έγγραφο, παύουν πλέον να ισχύουν.

 Η ΓΕΝ. ΓΡΑΜ. ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ  ΑΙΚ. ΣΑΒΒΑΪΔΟΥ

 

21

Σεπ

2014

ΠΟΛ 1177/2014: Μεταβολή κατοικίας ή διαμονής. Εφαρμογή των διατάξεων του ν.2238/1994 και ν. 4174/2013

 

21 Σεπτεμβρίου, 2014

Μεταβολή κατοικίας ή διαμονής. Εφαρμογή των διατάξεων του ν.2238/1994 κ` Ν.4174/2013 (627533)

Σε συνέχεια του ως άνω σχετικού και με αφορμή γραπτά και προφορικά ερωτήματα  που τέθηκαν υπόψη της Υπηρεσίας μας, αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας  γνωρίζουμε τα εξής:

Α) Θεσμικό πλαίσιο.

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν.2238/1994 , όπως ίσχυαν πριν από  την κατάργησή τους με τις διατάξεις του άρθρου 72 του Ν.4172/2013 και εφαρμόζονταν για  φορολογικά έτη που άρχισαν πριν από την 01.01.2014, σε φόρο για το παγκόσμιο εισόδημά του  υπόκειται κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο έχει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του στην  Ελλάδα.Σε φόρο για το εισόδημα που προκύπτει στην Ελλάδα υπόκειται κάθε φυσικό πρόσωπο,  ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας του ή της συνήθους διαμονής του. Ως συνήθης θεωρείται η  διαμονή στην Ελλάδα η οποία υπερβαίνει τις εκατόν ογδόντα τρεις ημέρες συνολικά μέσα στο  ίδιοημερολογιακό έτος. Η διαμονή τεκμαίρεται ως συνήθης, εκτός αν ο φορολογούμενος αποδείξει  διαφορετικά.

  2. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 76 του Ν.2238/1994 οριζόταν, μεταξύ  άλλων, ότι:  Av ο υπόχρεος σε δήλωση μεταβάλει την κατοικία ή τη διαμονή του έχει υποχρέωση  να υποβάλει, μέχρι τη λήξη του οικείου έτους, στον προϊστάμενο της Δημόσιας  Οικονομικής Υπηρεσίας που είναι αρμόδιος πριν από τη μεταβολή, τη δήλωση που  προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 5 της 1027411/842/ΔΜ/26.2.1998 (ΦΕΚ  Β΄ 193) απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, για τον τόπο της νέας κατοικίας ή  διαμονής του. (παρ. 1)  Αν δεν υποβληθεί η δήλωση που προβλέπουν οι παράγραφοι 1 και 2, αρμοδίως  επιλαμβάνεται για την επιβολή του φόρου ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής  υπηρεσίας που είναι αρμόδιος πριν από τη μεταβολή. (παρ. 3)  Η παράλειψη υποβολής της δήλωσης που προβλέπεται από την παράγραφο 1, καθώς  και η υποβολή ανακριβούς δήλωσης, συνεπάγεται την επιβολή προστίμου που  ορίζεται στο άρθρο 87 (Ν.2523/1997). (παρ. 4)   Αν ο υπόχρεος σε δήλωση μεταφέρει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του σε  κράτος που εμπίπτει στον κατάλογο των κρατών που περιέχεται στην παράγραφο 4  του άρθρου 51 Α, θεωρείται ότι έχει την κατοικία του στην Ελλάδα και υπόκειται σε φόρο για το  παγκόσμιο εισόδημά του σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου  1 του άρθρου 2. (παρ. 5)  Αν ο υπόχρεος σε δήλωση μεταφέρει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του εκτός  Ελλάδας και υπαγόταν σε φόρο στην Ελλάδα για το παγκόσμιο εισόδημά του τα  τελευταία πέντε έτη πριν από τη δήλωση μεταβολής της κατοικίας ή της συνήθους  διαμονής του, εφόσον: αα) μεταβάλλει την κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του με  μεταφορά της σε κράτος στο οποίο το εισόδημά του υπόκειται σε προνομιακό  φορολογικό καθεστώς, κατά την έννοια της παραγράφου 7 του άρθρου 51 Α, και ββ)  διαθέτει σημαντικά οικονομικά συμφέροντα στην Ελλάδα, όπως αυτά ορίζονται στην  περίπτωση β΄, θεωρείται ότι υπόκειται σε φόρο στην Ελλάδα, για το παγκόσμιο  εισόδημά του για χρονικό διάστημα πέντε ετών, που αρχίζει από την υποβολή της  δήλωσης μεταβολής της κατοικίας ή της συνήθους διαμονής του εκτός εάν αποδείξει  ότι έχει την κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του στο κράτος αυτό. (παρ. 6)

 3. Επίσης, με τις διατάξεις των παρ. 1 , 2 και 3 του άρθρου 19 του Ν.4174/2013  ορίζεται ότι, αν ο φορολογούμενος διαπιστώσει, ότι η φορολογική δήλωση που  υπέβαλε στη Φορολογική Διοίκηση περιέχει λάθος ή παράλειψη, υποχρεούται να  υποβάλει τροποποιητική φορολογική δήλωση. Αν ο φορολογούμενος υποβάλει  τροποποιητική φορολογική δήλωση εντός της προθεσμίας υποβολής της αρχικής  φορολογικής δήλωσης, τότε και η τροποποιητική φορολογική δήλωση επέχει θέση  αρχικής δήλωσης και θεωρείται ότι και οι δύο, αρχική και τροποποιητική έχουν  υποβληθεί εμπρόθεσμα. Τροποποιητική φορολογική δήλωση υποβάλλεται  οποτεδήποτε μέχρι την έκδοση εντολής ελέγχου από τη Φορολογική Διοίκηση ή  μέχρι την παραγραφή του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης για έλεγχο της  αρχικής δήλωσης με όλες τις συνέπειες περί εκπρόθεσμης δήλωσης.

 4. Τέλος, με τις διατάξεις της παρ. 25 του άρθρου 72 του Ν.4172/2013 ορίζεται ότι, από την  έναρξη ισχύος του Ν.4172/2013 παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του  Ν.2238/1994 , συμπεριλαμβανομένων και όλων των κανονιστικών πράξεων και  εγκυκλίων που έχουν εκδοθεί κατ΄ εξουσιοδότηση αυτού του νόμου. Επομένως, οι  διατάξεις του άρθρου 61 του Ν.2238/1994 περί ανακλητικών δηλώσεων φορολογίας  εισοδήματος φυσικών προσώπων, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 62 του ιδίου  νόμου περί συμπληρωματικών δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος φυσικών  προσώπων, δεν έχουν πλέον εφαρμογή από την 01.01.2014. (σχετ.ΠΟΛ.1174/14.07.2014).

  Β) Μη υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και μεταβολή κατοικίας ή  διαμονής.

1. Από το συνδυασμό των όσων αναφέρονται στο Κεφάλαιο Α΄ της παρούσης  προκύπτει ότι ο φορολογούμενος που εγκαταστάθηκε μόνιμα ή οριστικά στην  αλλοδαπή, αλλά δεν είχε προβεί στη διαδικασία μεταβολής της κατοικίας ή της  διαμονής του κατά το έτος αναχώρησης από την Ελλάδα και δεν έχει υποβάλλει  δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος ως κάτοικος Ελλάδας, ενώ είναι εγγεγραμμένος  σε Δ.Ο.Υ. όπου υποβάλλουν δήλωση φορολογίας εισοδήματος οι φορολογικοί  κάτοικοι Ελλάδας, οφείλει να προσκομίσει στη Δ.Ο.Υ. που είναι αρμόδια πριν από τη μεταβολή:  i) βεβαίωση από την αρμόδια φορολογική αρχή του κράτους όπου δηλώνει κάτοικος,  από την οποία να προκύπτει ότι είναι φορολογικός κάτοικος αυτού του κράτους, ή  ii) αντίγραφο της εκκαθάρισης της δήλωσης φορολογίας του εισοδήματός του, ή iii) ελλείψει εκκαθάρισης, αντίγραφο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος που  υπέβαλε στο άλλο κράτος.  Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η προσκόμιση από το φορολογούμενο κανενός εκ  των ανωτέρω δικαιολογητικών, τότε η φορολογική διοίκηση υποχρεούται να δεχθεί  βεβαίωση από οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική ή άλλη αναγνωρισμένη αρχή  από την οποία να προκύπτει η κατοικία του εν λόγω φυσικού προσώπου στην  αλλοδαπή.  Εφόσον αποδειχθεί ότι ο φορολογούμενος είναι κάτοικος εξωτερικού και υπό την  προϋπόθεση ότι δεν θεωρείται κάτοικος Ελλάδας κατά τις διατάξεις της εσωτερικής  μας νομοθεσίας (π.χ. δεν έχει μεταφέρει την κατοικία του σε μη-συνεργάσιμο κράτος από τις  31.03.2011 έως τις 31.12.2013), είναι δυνατή η αλλαγή της φορολογικής του κατοικίας από την  τρέχουσα ημερομηνία, χωρίς την υποχρέωση να υποβληθούν, στη Δ.Ο.Υ. όπου ο φορολογούμενος  εμφανίζεται ως κάτοικος Ελλάδας, δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος με το εισόδημα αλλοδαπής  προέλευσης για τα έτη που απέδειξε ότι ήταν κάτοικος εξωτερικού.  Εάν δεν αποδειχθεί από το φορολογούμενο ότι διαθέτει κατοικία ή διαμονή στην  αλλοδαπή ή προκύψει ότι έχει την κατοικία ή τη διαμονή του στην Ελλάδα, τότε θα  πρέπει να υποβληθούν αρχικές δηλώσεις, όπου θα περιλαμβάνεται το παγκόσμιο  εισόδημά του.  Σημειώνεται ότι, εάν ο φορολογούμενος μεταβεί σε κράτος με το οποίο υφίσταται  Σύμβαση Αποφυγής Διπλής Φορολογίας Εισοδήματος, αλλά θεωρηθεί κάτοικος και  στα δυο συμβαλλόμενα κράτη, τότε τίθεται θέμα διπλής κατοικίας. Σε αυτήν την  περίπτωση, η αρμόδια Υπηρεσία του Υπ. Οικονομικών (Δ/νση Διεθνών Οικονομικών  Σχέσεων) θα έρχεται σε επαφή με την αλλοδαπή φορολογική αρχή, προκειμένου να  επιλυθεί το συγκεκριμένο θέμα.

  2. Επισημαίνεται ότι, όσον αφορά στη γνησιότητα των αλλοδαπών δημοσίων  εγγράφων, τα οποία έχουν συνταχθεί στο έδαφος του κράτους κατοικίας ή διαμονής  και περιγράφονται στην παρ. 1 του Κεφαλαίου Β΄ της παρούσης, σύμφωνα με τα  προβλεπόμενα από τη Σύμβαση της Χάγης (Apostille) ή κατά τα διεθνή νόμιμα  (προξενική διαδικασία), έχουν δοθεί οδηγίες με το υπ. αριθ. Δ6Δ 1095210  ΕΞ2014/25.06.2014 έγγραφο της Δ/νσης Οργάνωσης.  Επίσης, τα προβλεπόμενα έγγραφα υποβάλλονται πρωτότυπα και απαιτείται η  επίσημη μετάφρασή τους στην Ελληνική γλώσσα.  Από την ως άνω διαδικασία εξαιρούνται τα πιστοποιητικά φορολογικής κατοικίας  που εκδίδουν οι φορολογικές αρχές των ΗΠΑ και της Τουρκίας, στο πλαίσιο της  Σύμβασης Αποφυγής Διπλής Φορολογίας του Εισοδήματος που έχει συναφθεί με τη  χώρα μας.

ΓΥποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος ως κάτοικος Ελλάδας και  μεταβολή κατοικίας ή διαμονής.  Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται στο Κεφάλαιο Α΄ της παρούσης συνάγεται  ότι, ο φορολογούμενος που εγκαταστάθηκε μόνιμα ή οριστικά στην αλλοδαπή, αλλά  υπέβαλε δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος ως φορολογικός κάτοικος Ελλάδας,  υποχρεούται να υποβάλει χειρόγραφη/ες τροποποιητική/ές φορολογική/ές  δήλωση/δηλώσεις στη Φορολογική Διοίκηση, όπου θα αναφέρει ότι είναι κάτοικος  εξωτερικού (κωδ.319 του Πίνακα 2) ακολουθώντας τη διαδικασία που περιγράφεται  στο Κεφάλαιο Β΄ της παρούσης. Ο φορολογούμενος που υπέβαλε δηλώσεις  φορολογίας εισοδήματος στην Ελλάδα επειδή αποκτούσε εισόδημα στη χώρα μας και  είναι εγκατεστημένος σε κράτος με το οποίο υφίσταται Σύμβαση Αποφυγής Διπλής  Φορολογίας Εισοδήματος, μπορεί να προσκομίσει, αντί της βεβαίωσης από την  αρμόδια φορολογική αρχή του κράτους όπου δηλώνει κάτοικος, την προβλεπόμενη  Αίτηση για την Εφαρμογή της Σύμβασης Αποφυγής Διπλής Φορολογίας όπου είναι  ενσωματωμένο το πιστοποιητικό φορολογικής κατοικίας (δίγλωσσα έντυπα) και για  την οποία δεν απαιτείται η επισημείωση της Χάγης (αρμόδια η Δ/νση Διεθνών  Οικονομικών Σχέσεων του Υπουργείου μας).  Επομένως, εάν αποδειχθεί ότι ο φορολογούμενος είναι κάτοικος εξωτερικού και υπό  την προϋπόθεση ότι δεν θεωρείται κάτοικος Ελλάδας κατά τις διατάξεις της  εσωτερικής μας νομοθεσίας (π.χ. δεν έχει μεταφέρει την κατοικία του σε μη- συνεργάσιμο κράτος από τις 31.03.2011 έως τις 31.12.2013), είναι δυνατή η  μεταβολή της φορολογικής του κατοικίας από την τρέχουσα ημερομηνία, χωρίς την  υποχρέωση να υποβληθούν, στη Δ.Ο.Υ. όπου ο φορολογούμενος εμφανίζεται ως  κάτοικος Ελλάδας, δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος με το εισόδημα αλλοδαπής  προέλευσης για τα έτη που απέδειξε ότι ήταν κάτοικος εξωτερικού.  Σημειώνεται ότι, στην περίπτωση που ο φορολογούμενος υπέβαλε δηλώσεις  φορολογίας εισοδήματος στην Ελλάδα επειδή αποκτούσε εισόδημα στη χώρα μας και  αποδείξει ότι είναι κάτοικος εξωτερικού, θα πρέπει να διενεργηθεί εκ νέου  εκκαθάριση των φορολογικών δηλώσεων παρελθόντων ετών ως φορολογικού  κατοίκου αλλοδαπής, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις της παρ. 11 του άρθρου 9 του  Ν.2238/1994 , όπως ίσχυαν κατά τα κρινόμενα έτη.  Εάν δεν αποδειχθεί από το φορολογούμενο ότι διαθέτει κατοικία ή διαμονή στην  αλλοδαπή ή προκύψει ότι έχει την κατοικία ή τη διαμονή του στην Ελλάδα, τότε θα  πρέπει να υποβληθούν τροποποιητικές δηλώσεις όπου θα περιλαμβάνεται το  παγκόσμιο εισόδημά του, λαμβάνοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται στην παρ. 1 του  Κεφαλαίου Β΄ της παρούσης περί διπλής κατοικίας.

ΔΔιαδικασία μεταβολής.  Ο φορολογούμενος που επιθυμεί να προβεί σε αλλαγή της κατοικίας ή της διαμονής του, υποβάλλει  στον αρμόδιο υπάλληλο του τμήματος ή γραφείου «Διοικητικής και  Μηχανογραφικής Υποστήριξης» της Δ.Ο.Υ.: αίτηση (έντυπο Μ0) για τη  γνωστοποίηση αλλαγής κατοικίας με συνημμένα τα έντυπα Μ1 και Μ7  συμπληρωμένα, όπως ορίζουν οι κείμενες διατάξεις και συνυποβάλλουν τα σχετικά  δικαιολογητικά όπως περιγράφονται ανωτέρω.  Ο ως άνω υπάλληλος, προωθεί την αίτηση με τα συνημμένα έντυπα και  δικαιολογητικά στο τμήμα «Συμμόρφωσης και Σχέσεων με τους Φορολογούμενους»  της αυτής Δ.Ο.Υ., προκειμένου να αποφανθεί, εάν πληρούνται ή όχι τα ανωτέρω  κριτήρια, συντάσσοντας σχετικό προς τούτο σημείωμα.  Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος θεωρηθεί κάτοικος ή συνήθως διαμένων στην  Ελλάδα, ενημερώνεται εγγράφως ότι, το αίτημά του για μεταφορά της κατοικίας του  απορρίπτεται και η αίτηση με τα συνημμένα έντυπα τίθεται στο φάκελό του.  Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος θεωρηθεί κάτοικος εξωτερικού, το τμήμα  «Συμμόρφωσης και Σχέσεων με τους Φορολογούμενους» της αυτής Δ.Ο.Υ., προωθεί  στον αρμόδιο υπάλληλο του τμήματος ή γραφείου «Διοικητικής και Μηχανογραφικής  Υποστήριξης» τα έντυπα Μ1 και Μ7 με συνημμένο το σχετικό σημείωμα,  προκειμένου να ολοκληρωθεί η εν λόγω διαδικασία.  Η σχετική βεβαίωση μεταβολής, θα αποστέλλεται από τη Δ.Ο.Υ. ταχυδρομικώς στη  διεύθυνση του φορολογικού εκπροσώπου.

 ΕΜεταβολή κατοικίας ή διαμονής οικονομικού έτους 2014.  Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος εγκαταστάθηκε μόνιμα ή οριστικά στην  αλλοδαπή το έτος 2013 και δεν έχει υποβάλλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος  οικονομικού έτους 2014 μέχρι τη λήξη προθεσμίας υποβολής των δηλώσεων, είναι  δυνατή η διενέργεια μεταβολής της κατοικίας ή της διαμονής του, υπό την  προϋπόθεση ότι δεν θεωρείται κάτοικος Ελλάδας με βάση τις διατάξεις της  εσωτερικής μας νομοθεσίας και εφόσον ακολουθηθεί η διαδικασία που περιγράφεται  στο Κεφάλαιο Β΄ της παρούσης, ανεξαρτήτως εάν η δήλωση μεταβολής υπεβλήθη  εμπροθέσμως (έως τις 31.12.2013) ή εκπροθέσμως (μετά την 01.01.2014). (σχετ.  1050386/898/Α0012/ ΠΟΛ.1138/24.05.2001 εγκύκλιος διαταγή).  ΣΤ) Μεταβολή κατοικίας ή διαμονής βάσει των διατάξεων του Ν.4172/2013.  Σχετικά με το εν λόγω θέμα σας γνωρίζουμε ότι, για τα φυσικά πρόσωπα που  πρόκειται να εγκατασταθούν μόνιμα ή οριστικά στην αλλοδαπή μετά την 01  Ιανουαρίου 2014, η Υπηρεσία μας θα προβεί στην έκδοση συγκεκριμένων οδηγιών.  Ζ) Προγενέστερες οδηγίες  Τονίζεται, τέλος, ότι υπό το πρίσμα των αλλαγών που έλαβαν χώρα στην ελληνική  φορολογική νομοθεσία, τα διαλαμβανόμενα στο υπ. αριθ. Γ.Γ.Δ.Ε. 0006976 ΕΞ  2013/05.09.2013 έγγραφο, παύουν πλέον να ισχύουν.

 Η ΓΕΝ. ΓΡΑΜ. ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ  ΑΙΚ. ΣΑΒΒΑΪΔΟΥ

 

16

Σεπ

2014

ΜΠΘ 23103/2013 ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΕΝΗΛΙΚΟΥ ΤΕΚΝΟΥ ΓΙΑ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΥΚΛΟ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΜΠΘ 23103/2013: Διατροφή ενήλικου τέκνου για δεύτερο κύκλο σπουδών

16 Σεπτεμβρίου, 2014
Σύμφωνα με τη γνώμη που επικρατεί, το ενήλικο τέκνο που τελείωσε έναν κύκλο σπουδών δεν έχει κατ’ αρχήν δικαίωμα να ζητήσει διατροφή από τους γονείς του και για δεύτερο κύκλο σπουδών (π.χ. δεύτερο πτυχίο, διδακτορικό δίπλωμα, μετεκπαίδευση στο εξωτερικό). Τέτοια υποχρέωση μπορεί να επιβληθεί στους γονείς μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως όταν πρόκειται για ενήλικο τέκνο που επέδειξε εξαιρετικές επιδόσεις στον πρώτο κύκλο σπουδών του, εφόσον ληφθεί υπόψη και η οικονομική κατάσταση των γονέων, καθώς και η δυνατότητα του τέκνου για την εξεύρεση άλλων μέσων, όπως π.χ. υποτροφίας
 
 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 23103/13

Αριθμός κατάθεσης αγωγής 11648/3-4-2012

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Ιωάννα Πάλλα, Πρωτόδικη, η οποία ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυν­σης του Πρωτοδικείου, και από τη Γραμματέα Σουλτάνα Τεσσαρομάτη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 10 Απριλίου 2013, για να δικάσει την αγωγή με αριθμό κατάθεσης 11648/3-4-2012 αγωγή, αρχική δικάσιμος της οποίας ορίστηκε στις 17-10-2012, κατά την εκφώνηση δε αυτής στη σειρά της από το οικείο πινάκιο αναβλήθηκε για 21-1-2013 και τελικά για την ως άνω δικάσιμο, με αντικείμενο τη διατροφή ενηλίκου τέκνου, μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ………………………… ( οδός …………………….), ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ελισσάβετ Τσινικοπούλου ( Α.Μ. 8936), η οποία κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

ΤΟΥΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: ………………………….. (οδός …………………..), ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ευαγγελίας Τουλουμτσόγλου (Α.Μ. 3536), η οποία κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώ­νεται παραπάνω, οι πληρεξούσιες δικηγόροι των οποίων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως και στις έγγραφες προτάσεις τους.

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1475, 1476, 1479 και 1484 του ΑΚ, κοινή υποχρέωση διατροφής του χωρίς γάμο γεννηθέντος τέκνου τους έχουν, υπό τους αυτούς όρους, η μητέρα και ο εκουσίως ή δικαστικώς αναγνωρισθείς ως φυσικός του πατέρας. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1486 Α.Κ. προκύπτει ότι δικαίωμα διατροφής, εκτός από το ανήλικο, έχει και το ενήλικο τέκνο, εφόσον το τελευταίο δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ιδιαίτερα ενόψει και των τυχόν αναγκών εκπαιδεύσεώς του (βλ. Α.Π. 396/2001, ΕλλΔνη 43, σελ. 113, Α.Π. 1060/1993, ΕλλΔνη 35, σελ. 1292, Εφ.Πειρ. 267/1998, ΕλλΔνη 39, σελ. 896, Γεωργιάδη – Σταθόπουλου Α.Κ., κάτω από το άρθρο 1486, αριθ. 94 και επ.). Η μόνη διαφορά στη διατροφική αξίωση του ενηλίκου τέκνου, σε σχέση με το ανήλικο, εντοπίζεται στο γεγονός ότι το τελευταίο, και αν ακόμη διαθέτει απρόσοδη περιουσία, δεν έχει υποχρέωση, πριν στραφεί κατά των γονέων του, να την αξιοποιήσει ή να τη ρευστοποιήσει, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του (βλ. Εφ.ΑΘ. 2239/1998, ΕλλΔνη 40, σελ. 379, Εφ.Θεσ. 1272/1990, Αρμ. ΜΔ’, σελ. 838). Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη συντήρηση και εν γένει εκπαίδευσή του έξοδα. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβιώσεως, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη εκπαιδεύσεώς και την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου (Α.Π. 823/2000 Ελλ.Δνη, σελ. 1597). Ειδικότερα, στην ανάλογη διατροφή ενηλίκου τέκνου, που στερείται επαρκών περιουσιακών στοιχείων και δεν έχει ακόμη τη δυνατότητα να εργασθεί, γιατί σπουδάζει, περιλαμβάνεται η δαπάνη για τροφή, στέγαση και εν γένει συντήρησή του, επί πλέον δε και η δαπάνη για την επαγγελματική του εκπαίδευση, θεωρητική ή τεχνική, οποιασδήποτε εκπαιδευτικής βαθμίδος, περιλαμβανομένης και της πανεπιστημιακής (βλ. Α.Π. 884/2003, ΕλλΔνη 45, σελ. 117, Α.Π. 212/1999, ΕλλΔνη 40, σελ. 1043). Περαιτέρω, για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται κατ’ αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου, καθοριστικό δε στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβιώσεώς του, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις. Εκείνος από τους γονείς με τον οποίο διαμένει το ενήλικο τέκνο μπορεί να συνυπολογίσει οτιδήποτε συνδέεται με την πραγματική διάθεση χρημάτων για τις ανάγκες του, καθώς και την προσφορά προσωπικών υπηρεσιών για την περιποίηση και φροντίδα του, που είναι αποτιμητές σε χρήμα και άλλες παροχές σε είδος, που συνδέονται με τη συνοίκηση, η αποτίμηση των οποίων μπορεί να συνυπολογισθεί στην υποχρέωσή του για τη διατροφή του τέκνου. Τέλος, επί αγωγής διατροφής ενηλίκου τέκνου, στρεφομένης κατά του γονέα του, αρκεί, για τη νομική θεμελίωσή της, να διαλαμβάνει τη συγγένεια του ενάγοντος ενηλίκου προς τον εναγόμενο, την αδυναμία του να αυτοδιατραφεί και το απαιτούμενο για την κάλυψη των εν γένει βιοτικών αναγκών του συνολικό χρηματικό ποσό, χωρίς ν’ απαιτείται να προσδιορίζεται στο αγωγικό δικόγραφο με ακρίβεια και το απαραίτητο για την κάλυψη κάθε επί μέρους ανάγκης του ενάγοντος ενηλίκου δικαιούχου κονδύλιο (βλ. Α.Π. 67/1999 ΕλλΔνη 40, σελ. 592). Επίσης, σύμφωνα με τη γνώμη που επικρατεί, το ενήλικο τέκνο που τελείωσε έναν κύκλο σπουδών δεν έχει κατ’ αρχήν δικαίωμα να ζητήσει διατροφή από τους γονείς του και για δεύτερο κύκλο σπουδών (π.χ. δεύτερο πτυχίο, διδακτορικό δίπλωμα, μετεκπαίδευση στο εξωτερικό). Τέτοια υποχρέωση μπορεί να επιβληθεί στους γονείς μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως όταν πρόκειται για ενήλικο τέκνο που επέδειξε εξαιρετικές επιδόσεις στον πρώτο κύκλο σπουδών του, εφόσον ληφθεί υπόψη και η οικονομική κατάσταση των γονέων, καθώς και η δυνατότητα του τέκνου για την εξεύρεση άλλων μέσων, όπως π.χ. υποτροφίας ( βλ. Ανδρουλιδάκη σε Γεωργιάδη -Σταθόπουλο ΑΚ, άρθρο 1486 αρ. 106).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, ο ενάγων εκθέτει ότι είναι τέκνο γεννημένο από την εκτός γάμου σχέση της μητέρας του …………………….. με τον εναγόμενο. Ότι αναγνωρίστηκε αμετάκλητα γνήσιο τέκνο του εναγομένου δυνάμει της υπ’ αριθμ. …… απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της υπ’ αριθμ. ………. απόφασης του Αρείου Πάγου. Ότι, λόγω των αναγκών εκπαιδεύσεώς του, αλλά και ως στερούμενος περιουσίας και εισοδημάτων από οποιαδήποτε πηγή, δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τις βιοτικές του ανάγκες. Ειδικότερα, ο ενάγων εκθέτει ότι είναι φοιτητής της ……….. Σχολής του ……………. Πανεπιστημίου ……………. στην πόλη της …………. Με αυτό το περιεχόμενο, ο ενάγων ζητά, με προσωρινώς εκτελεστή απόφαση, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος πατέρας του, να συνεισφέρει για τη διατροφή του, το ποσό των εννιακοσίων πενήντα ευρώ (950,00 €) μηνιαίως, προκαταβολικά στην αρχή κάθε μήνα, για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής και τέλος, ζητά να καταδικασθεί ο εναγόμενος στα δικαστικά του έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αγωγή, αρμόδια εισάγεται προς συζήτηση, κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των άρθρων 666 παρ. 1, 667, 670, 671 παρ. 1 έως 3 και 672 έως 676 του ΚΠολΔ.(άρθρ. 681Β’ του Κ.Πολ.Δ.), ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρ. 17 αριθμ. 1, 22 και 74 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων, που προαναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, καθώς και σ’ αυτές των άρθρων 1485, 1486, 1489, 1492, 1493, 1496 εδ. α’ και 1498, 340, 341 παρ. 1, 345 εδ. α’ του Α.Κ., 176, 907, 910 αριθ. 4 του Κ.Πολ.Δ. Συνεπώς, η υπό κρίση αγωγή, πρέπει, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι, για το παραδεκτό της συζητήσεώς της, καταβλήθηκε το απαιτούμενο για το καταψηφιστικό της αντικείμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τα ανάλογα ποσοστά υπέρ του Ταμείου Νομικών και υπέρ του ΤΑΧΔΙΚ (βλ. το με αριθμό 1342183/21.1.2013, διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης και το με αριθμό 7900842/21.1.2013 γραμμά­τιο είσπραξης της ΕΤΕ), του εναγόμενου νομίμως συμμετέχοντος στην παρούσα δίκη, αφού συνομολογείται η συμμόρφωσή του με την επιταγή του Δικαστηρίου για την προς τον ενάγοντα, πληρωμή, προκαταβολικώς, των προς διεξαγωγή της παρούσας δίκης εξόδων του (άρθρ. 173 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.). Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1486 παρ.2, 1493, 1484 παρ.2, 1389 και 1390 του ΑΚ προκύπτει ότι όταν ο γονέας ενάγεται για παροχή του συνολικού ποσού της σε χρήμα διατροφής του τέκνου του, προσδιοριζόμενου του ύψους αυτής με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, δικαιούται να προτείνει για την ολική ή μερική κατάλυση της προς διατροφή υποχρέωσής του, ότι υπάρχει και άλλος γονέας, ο οποίος έχει την οικονομική δυνατότητα για διατροφή του κοινού τέκνου τους ( ένσταση συνεισφοράς), προσδιορίζοντας και αποτιμώντας ταυτοχρόνως και τις οικονομικές δυνάμεις και του άλλου γονέα σε σχέση με τις οικονομικές δυνάμεις τις δικές του, οπότε περιορίζεται ανάλογα και η δική του υποχρέωση διατροφής. Εκ των ανωτέρω, συνάγεται ότι μόνο στην περίπτωση αγωγής στρεφόμενης κατά του ενός γονέα, με την οποία διώκεται η επιδίκαση του συνολικού ποσού της ανάλογης διατροφής του τέκνου του, δικαιούται ο εναγόμενος γονέας προς ολική ή μερική κατάλυση της εν λόγω υποχρέωσής του να προτείνει τη σχετική ένσταση συνεισφοράς. Αντίθετα, στην περίπτωση που με την αγωγή αξιώνεται μέρος μόνο της ανάλογης διατροφής του τέκνου, που κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς αντιστοιχεί στην προς συνεισφορά υποχρέωση του εναγομένου γονέα, ο προβαλλόμενος από τον τελευταίο ισχυρισμός προς συνεισφορά στη διατροφή και του άλλου γονέα, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος με δήλωση της πληρε­ξούσιας δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, αλλά και με τις νομότυπα κατατεθειμένες προτάσεις του αρνείται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και προβάλλει τον ισχυρισμό περί συνεισφοράς της ενάγουσας στη διατροφή του τέκνου τους κατά ποσοστό 80%. Ο ειδικότερος αυτός ισχυρισμός, κατά τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγούμενη μείζονα σκέψη, συνιστά άρνηση, καθόσον με την υπό κρίση αγωγή αξιώνεται από τον εναγόμενο πατέρα η καταβολή μέρους της διατροφής των ενήλικου τέκνου τους.

Από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους, ειδικότερα δε από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημο­σίας συνεδριάσεως, εκτιμώμενες καθ’ εαυτές, σε συνδυασμό μεταξύ τους και κατά το λόγο της γνώσεως και της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, σε συνδυασμό και με τα έγγραφα, που νομότυπα προσκομίζουν και επικα­λούνται οι διάδικοι, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη, αποδεικνύονται πλήρως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων είναι τέκνο γεννημένο από την εκτός γάμου σχέση της μητέρας του ………. με τον εναγόμενο και αναγνωρίστηκε αμετάκλητα ως γνήσιο τέκνο του εναγομένου δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……….. οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. ……….. απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της υπ’ αριθμ. …………. απόφασης του Αρείου Πάγου. Συνεπώς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1484 του ΑΚ, ο ενάγων έχει ως προς όλα θέση τέκνου γεννημένου σε γάμο και συνεπώς έχει και δικαίωμα διατροφής έναντι των γονέων του, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1486 παρ.1 του ΑΚ. Ο ενάγων γεννήθηκε στις ………………. και διανύει ήδη το 27° έτος της ηλικίας του. Μετά την αποφοίτησή του από το Λύκειο και τη συμμετοχή του στις Πανελλή­νιες Εξετάσεις, εισήχθη στην …………. Σχολή του …………. Πανεπιστημίου …………. στην πόλη της ……….., όπου και εγγράφηκε στο πρώτο εξάμηνο σπουδών το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004. Η διάρκεια φοίτησής του είναι 5ετής (ήτοι 10 εξάμηνα). Ήδη, ο ενάγων χρονικά μεν έχει ολοκληρώσει τον κύκλο σπουδών του, και δη με την προσαύξηση τεσσάρων εξαμήνων, σύμφωνα με το ν. 4009/2011, ο οποίος περιέχει στο άρθρο 2 περ. γ” τον ορισμό των ενεργών φοιτητών, ο οποίος σε κάθε περίπτωση όφειλε να ολοκληρώσει τον κύκλο σπουδών του κατά το ακαδημαϊκό έτος 2010-2011 και να έχει λάβει ήδη το πτυχίο του, πλην όμως δεν έχει ολοκληρώσει τη φοίτησή του, καθώς του υπολείπονται αρκετά μαθήματα μέχρι τη λήψη του πτυχίου του (βλ. το με αριθμό πρωτοκόλλου. ………….. πιστοποιητικό αναλυτικής βαθμολογίας της …………… Σχολής του ………… Πανεπιστημίου ………….). Ο ενάγων επικαλείται ότι διαμένει στην …………. σε μισθωμένη οικία, γεγονός το οποίο δεν προέκυψε. Η ως άνω οικονομική επιβάρυνση του ενάγοντα, αληθής υποτιθέμενη, ήτοι η καταβολή ενοικίου, τα λειτουργικά έξοδα συντήρησης της μισθωμένης κατοικίας καθώς και τα οδοιπορικά του έξοδα για τη μετάβασή του στη σχολή του στην ……….., δε θα συνυπολογισθεί στις μηνιαίες διατροφικές του ανάγκες, καθώς αυτή αποτελεί προσωπική επιλογή του ενάγοντα και δεν υπαγορεύεται από τις ανάγκες της φοίτησής του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δυνά­μει του υπ” αριθμ. …………. συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δαμιανής Σιάνου προέβη στην αγορά διαμερίσματος του ……….ου ορόφου οικοδομής στη …………….. Θεσσαλονίκης, επί της οδού ……… αριθμ. ………., εμβαδού μεικτού 126,12τ.μ και καθαρού 108,12, αξίας κατά το συμβόλαιο 203.388,92 ευρώ, η μισθωτική αξία του οποίου δεν υπολείπεται του ποσού των 500,00 ευρώ μηνιαίως, ποσό ικανό να καλύπτει τις διατροφικές του ανάγκες. Ο ισχυρισμός του ότι προτίθεται να παρακολουθήσει μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών προκειμένου να αποκτήσει τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα για να διεκδικήσει μία θέση στην αγορά εργασίας, κρίνεται αόριστη, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν θεμελιώνει δικαίωμα διατροφής ,εκ του λόγου τούτου, έναντι των γονέων του, δεδομένου ότι με βάση τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας οι επιδόσεις του δεν κρίνονται εξαιρετικές κατά τον πρώτο κύκλο σπουδών. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο ενάγων, δεν έχει δικαίωμα διατροφής έναντι των γονέων του, ενώ σε κάθε περίπτωση δύναται να διαθρέψει τον εαυτό του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από την αξιοποίηση του ανωτέρω ακινήτου ιδιοκτησίας του, ήτοι την εκμίσθωσή του, είτε από την ρευστοποίησή του. Συνακόλουθα, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, λόγω της συγγενικής σχέσης των διαδίκων (άρθρο 179 ΚΠολΔ), πλην του ποσού των 300,00 ευρώ, το οποίο προκατέβαλε ο εναγόμενος, στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 173 παρ. 4 του ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, αφαιρουμένου του ποσού των τριακοσίων ευρώ (300,00€), τα οποία έχουν ήδη προκαταβληθεί για την αιτία αυτή.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στη Θεσσαλονίκη, στις 8 Νοεμβρίου 2013, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 
 

 

10

Σεπ

2014

Αίτημα επιμήκυνσης του χρόνου διαβούλευσης για το σχέδιο νόμου για τις ΚΟΠ.

9 Οκτωβρίου, 2014

ΑΙΤΗΜΑ ΕΠΙΜΗΚΥΝΣΗΣ  ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ  ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ

Σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6   του  ν.4048/2012  η διαβούλευση ,ως ρητά προβλεπόμενο  μέσο για την καλή νομοθέτηση,επιτυγχάνεται με τη δημοσιοποίηση, με πρόσφορα μέσα, της σχεδιαζόμενης ρύθμισης, με σκοπό την έγκαιρη ενημέρωση και συμμετοχή σε αυτήν των πολιτών, κοινωνικών φορέων και κάθε ενδιαφερομένου. Υπόχρεος για την κίνηση της διαδικασίας διαβούλευσης είναι ο έχων τη νομοθετική πρωτοβουλία Υπουργός. Η διαβούλευση επί των νομοσχεδίων γίνεται και μέσω του δικτυακού τόπου www.opengov.gr, οπότε ολοκληρώνεται σε δύο φάσεις, οι οποίες μπορούν να λαμβάνουν χώρα ταυτόχρονα: α) Η πρώτη φάση της διαβούλευσης διαρκεί τουλάχιστον δύο (2) εβδομάδες. Αντικείμενο της διαβούλευσης είναι η ενημέρωση και η παροχή δυνατότητας σχολιασμού σχετικά με το στόχο και το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της σχεδιαζόμενης ρύθμισης, οι εναλλακτικές επιλογές, το κόστος, τα οφέλη και οι διακινδυνεύσεις που ενδέχεται να προκύψουν από αυτήν.  β) Η δεύτερη φάση διαρκεί τουλάχιστον τρεις (3) εβδομάδες. Κατά τη δεύτερη φάση της διαβούλευσης αναρτάται στο δικτυακό τόπο προσχέδιο των διατάξεων του νομοσχεδίου και παρέχεται η δυνατότητα κατ` άρθρον σχολιασμού.  Στην περίπτωση κατά την οποία υπάρχει έτοιμο σχέδιο διατάξεων, η πρώτη φάση παραλείπεται με πρωτοβουλία του οικείου Υπουργού και η δεύτερη φάση επιμηκύνεται κατά μία εβδομάδα. Η διαβούλευση μπορεί να διακοπεί, καθώς και να συντμηθεί ή να επιμηκυνθεί ο χρόνος της, με πρωτοβουλία του οικείου Υπουργού για επαρκώς τεκμηριωμένους λόγους, οι οποίοι αναφέρονται στην έκθεση επί της δημόσιας διαβούλευσης που συνοδεύει τη ρύθμιση.

Με το υπό εξέταση σχέδιο νόμου καλούμαστε αιφνιδιαστικά  μέσα στο ελάχιστο χρονικό διάστημα των είκοσι ημερών να διαβουλευτούμε για ένα νομοσχέδιο που ,με λάβαρο την διαφάνεια ,επιχειρεί να ρυθμίσει συλλήβδην τη λειτουργία όλων των ενώσεων πολιτών παραβλέποντας επί μέρους χαρακτηριστικά των διαφόρων κατηγοριών, και μάλιστα σε μια περίοδο που η παρουσία και λειτουργία τέτοιων ομάδων λειτουργεί πολλές φορές συμπληρωματικά του απόντος κράτους προς ανακούφιση των πληττομένων πολιτών. Η σύντομη αυτή προθεσμία , τα ειδικότερα λογιστικά και νομικά θέματα που προβλέπουν, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι σχεδόν το σύνολο  των ενδιαφερόμενων οργανώσεων συγκροτείται από  εθελοντές πολίτες που αφιερώνουν τον ελάχιστο χρόνο πέραν των επαγγελματικών τους υποχρεώσεων στην προσφορά προς το κοινωνικό σύνολο ,καθιστούν την φερόμενη διαβούλευση  ως επίφαση διαβούλευσης και μόνο .

 Βεβαίως και σαφώς η ανάγκη θεσμοθέτησης ενός πλαισίου ελέγχου των κρατικών χρηματοδοτήσεων προς διάφορες ομάδες πολιτών μας βρίσκει απολύτως σύμφωνους . Κάθε υγιής  και ουσιαστικά  μαχόμενος φορέας δεν αντιτίθεται στη διαφάνεια διότι αυτή -μεταξύ άλλων κοινών στοιχείων-  τον χαρακτηρίζει. Από την ανάγνωση ωστόσο του νομοσχεδίου προκύπτουν αρκετά άλλα , όχι ήσσονος σημασίας, ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα την λειτουργία αν όχι την επιβίωση δεκάδων πολύτιμων  οργανώσεων πολιτών που παράγουν κοινωνικό έργο. Η πρόβλεψη τήρησης διπλογραφικών στοιχείων και η ετήσια έκδοση πιστοποιητικού ελεγκτικού  γραφείου μεταξύ των αναγκαίων στοιχείων για την εγγραφή και ανανέωση εγγραφής στο Ειδικό Μητρών ΚΟΠ ,ως ένα απλό πρώτο παράδειγμα, αυξάνει σοβαρότατα το κόστος λειτουργίας εκάστου φορέα αποκλείοντας εξ αρχής δεκάδες ομάδες από την πιθανότητα κρατικής χρηματοδότησης ασχέτως του παραγόμενου έργου τους.  

Την ευκαιρία εκδήλωσης ενδιαφέροντος εκ μέρους της πολιτείας για κατάρτιση πλαισίου διαφάνειας ,ελέγχου και χρηματοδότησης  των  μη κερδοσκοπικών οργανώσεων ,ΑΣ ΜΗΝ ΤΗΝ ΑΚΥΡΩΣΕΙ Η ΙΔΙΑ Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ,  με βεβιασμένες και αναγκαστικά ,εξαιτίας της έλλειψης χρόνου, λιγότερο ουσιαστικές και συγκροτημένες παρεμβάσεις και βελτιώσεις από εμάς τους άμεσα ενδιαφερόμενους. Τα όργανα θέσπισης ρυθμίσεων ,με σκοπό πάντα την καλή νομοθέτηση,  σύμφωνα με τον ίδιο ως άνω ν.4048/2012 οφείλουν να  μεριμνούν   για την οργάνωση και παρακολούθηση  της κοινωνικής ή κάθε άλλου είδους διαβούλευσης, που  κρίνεται ως αναγκαία, καθώς και την οργάνωση και παρακολούθηση της συμμετοχής των ενδιαφερομένων κατά το σχεδιασμό, εφαρμογή και αξιολόγηση της ρύθμισης. Όσο σημαντική είναι η διαφάνεια και ο έλεγχος των χρηματοδοτήσεων εξίσου σημαντική είναι και διατήρηση και ενίσχυση ,δια κρατικών χρηματοδοτήσεων, ενώσεων πολιτών που παράγουν  ουσιαστικό κοινωνικό εθελοντικό έργο.

Λόγω της σοβαρότητας των ρυθμίσεων ΖΗΤΟΥΜΕ από τον κ. Υπουργό Αργύρη Ντινόπουλο την επιμήκυνση του χρόνου διαβούλευσης ώστε μέσα από την επιχειρούμενη διαμόρφωση πλαισίου λειτουργίας των ΚΟΠ να προκύψουν εκείνες οι ρυθμίσεις που θα επιτρέψουν στις υγιείς εθελοντικές μη κερδοσκοπικές οργανώσεις  που παράγουν κοινωνικό έργο  όχι μόνο να εξακολουθήσουν να το πράττουν αλλά και να ενισχυθούν από την Πολιτεία.

Μαρούσα Πρωτοπαπαδάκη για το ΑΛΜΑ ΖΩΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

 

 

 

 

 

 

4

Σεπ

2014

Προτάσεις της "Επιλογής Πράξης" για τις αλλαγές του ΚΠολΔ αναφορικά με τη διαδικσία ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων .

 

9 Απριλίου, 2014

ΚΙΝΗΣΗ  «ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΡΑΞΗΣ

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ» 

ΕΠΙ ΤΩΝ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΩΝ ΑΛΛΑΓΩΝ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ  ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

1η προσέγγιση

 Γενική εικόνα. Ορθές επιμέρους αλλαγές. Εσφαλμένη φιλοσοφία για τις κύριες αλλαγές. Η κατάργηση της προφορικής συζήτησης και της εξέτασης των μαρτύρων στο ακροατήριο και η εξάρτιση της δικαστικής κρίσης από τις ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν πλήγμα στο νομικό πολιτισμό. Η έλλειψη αιτιολογικής έκθεσης σε συνδυασμό με τον ελάχιστο χρόνο διαβούλευσης δημιουργούν τη βάσιμη αίσθηση ότι το Υπουργείο δεν επιθυμεί τον ουσιαστικό διάλογο με το νομικό κόσμο παρόλο που προτείνονται ριζικές αλλαγές του συστήματος απονομής της πολιτικής δικαιοσύνης και είναι αυτονόητο ότι χρειάζεται χρόνος για να μελετηθούν επαρκώς.  Αν δε ο λόγος για τις προτεινόμενες αλλαγές είναι ότι στην Αθήνα δικάζονται στο πολυμελές δύο δίκες σε κάθε δικάσιμο, η λύση δεν είναι η ανατροπή των ρυθμίσεων που ισχύουν σήμερα για την ενώπιον του δικαστηρίου αυτού διαδικασία, καθώς αυτές δεν αποτελούν την αιτία για την  κατάσταση. Αντίθετα είναι  πετυχημένες  αφού στη Θεσσαλονίκη και στις πόλεις της επαρχίας το πινάκιο εξαντλείται κανονικά και το μόνο που χρειάζεται είναι η αυστηρή επιτήρηση της επαγγελματικής συμπεριφοράς των δικαστών των τριμελών συνθέσεων από τον κο επιθεωρητή, η οποία σήμερα δεν υπάρχει. [Αυτό επιτυγχάνεται: α) μέσω της επισκόπησης των απομαγνητοφωνημένων πρακτικών, από τα οποία διακρίνεται εύκολα αν δικαιολογείται ή όχι η χρονική έκταση της δίκης από οποιονδήποτε έχει δεί προηγουμένως την αγωγή και τις προτάσεις των διαδίκων  και β) μέσω του πειθαρχικού ελέγχου των προέδρων οι οποίοι συμμετέχουν σε συνθέσεις που από τα στατιστικά διαπιστώνεται ότι δικάζουν συνεχώς λίγες υποθέσεις].

_________________________________________________________

    Ειδικότερα επί των άρθρων

Αρ. 14

Ορθή η μείωση της υλικής αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου και του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Το Ειρηνοδικείο με τα υπερχρεωμένα έχει μεγάλο φόρτο και η υλική αρμοδιότητα του Μονομελούς στις 250.000 € ήταν υπερβολική.

Aρ. 18

Ορθή η υπαγωγή στο Πολυμελές των Εφέσεων κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων. Η επιβάρυνση του Δικαστηρίου δεν θα είναι σημαντική, καθώς πάλι η υπόθεση θα ανατίθεται σε εισηγητή, o οποίος ωστόσο θα βρίσκεται υπό την εποπτεία έμπειρου προέδρου. Το ακολουθούμενο μέχρι  σήμερα σύστημα  έχει το σοβαρό μειονέκτημα ότι συνήθως ελέγχει την απόφαση του ειρηνοδίκη, νέος πρωτοδίκης με  πολύ ολιγότερη επαγγελματική πείρα.

Αρ. 19

Εν μέρει ορθή  η κατάργηση των Μονομελών Εφετείων, καθώς το έμπειρο μάτι του προέδρου στην τριμελή σύνθεση είναι απαραίτητο ώστε να ελαχιστοποιούνται τα λάθη νομικά και ουσιαστικά.  Έτσι δεν επιβαρύνεται ο Άρειος Πάγος. Ωστόσο πρέπει να διατηρηθούν στις ειδικές διαδικασίες όπου τα πράγματα είναι απλούστερα.   

          Αρ. 79

Δεν είναι κατανοητός ο λόγος που προτείνεται να μην αναφέρεται ότι η κύρια παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί «σε κάθε στάση της δίκης» .

          Αρ. 94

Ορθή η υποχρεωτικότητα πρόσληψης δικηγόρου. Οι υποθέσεις με μικρό αντικείμενο δεν είναι λιγότερο περίπλοκες από τις άλλες και δεν πρέπει ο ειρηνοδίκης να  «παλεύει»  μόνος του. Ίσως η μη υποχρεωτικότητα να πρέπει να διατηρηθεί  ειδικά στις μικροδιαφορές.

          Αρ. 115

Ορθή η υποχρεωτικότητα κατάθεσης των προτάσεων. Λάθος  η κατάργηση της προφορικότητας της συζήτησης. Η προφορική συζήτηση με την εξέταση των μαρτύρων στο ακροατήριο είναι η πεμπτουσία της δίκης.

          Αρ. 116 

Ορθή η  2η παράγραφος που προτείνεται να προστεθεί στο άρθρο αν και περιλαμβάνει αυτονόητη υποχρέωση του δικαστηρίου των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

          Αρ. 116 Α

Λάθος η διατύπωση προτάσεων συμβιβασμού από το Δικαστήριο. Εκφεύγει της αρμοδιότητάς του που είναι η έκδοση δικαιοδοτικής κρίσης και όχι η παροχή νομικών συμβουλών. [Αυτή είναι δουλειά των δικηγόρων.] Με την πρόταση συμβιβασμού το δικαστήριο θα παίρνει αναγκαστικά θέση στην αντιδικία κι επιπλέον θα δημιουργείται η αίσθηση στους διαδίκους ότι η  άρνηση της πρότασης θα έχει επίπτωση στην απόφαση του δικαστηρίου. Συνεπώς πολλές φορές ο μετά από  πρόταση του δικαστηρίου παραγόμενος συμβιβασμός θα έχει το στοιχείο του εξαναγκασμού.

          Αρ. 119

Ορθότατα προτείνεται τα δικόγραφα να φέρουν την ηλεκτρονική διεύθυνση των πληρεξουσίων δικηγόρων, ώστε να μπορεί να υπάρχει ευχερώς επικοινωνία του δικαστηρίου μαζί τους  για όλα τα θέματα.

          Αρ. 128

Λάθος η προτεινόμενη απάλειψη από τη διάταξη ότι ο παραλήπτης των επιδιδόμενων εγγράφων πρέπει να είναι υποχρεωτικά ενήλικος. Δεν είναι αντιληπτό τι εξυπηρετεί η αλλαγή και είναι προφανές ότι δεν μπορεί ο δικαστικός επιμελητής να κάνει τις επιδόσεις των εγγράφων, από τη γνώση των οποίων κρίνονται τα προσωπικά και περιουσιακά συμφέροντα των διαδίκων, σε μικρά παιδιά.

          Αρ. 148

Ορθή η αναδιατύπωση του αρ. 148 περί παράτασης των διαδικαστικών  προθεσμιών με τη σύμφωνη γνώμη του δικαστή. Ορθή και η εισαγωγή της 2η παραγράφου που εξαιρεί από τη συμφωνία παράτασης τα ένδικα μέσα.

          Αρ. 208,  209 και 210

Ορθή η κατάργηση του πρώτου και οι τροποποιήσεις στο δεύτερο . Απλοποιούν  τη διαδικασία και την περιορίζουν την απόπειρα συμβιβασμού του Ειρηνοδίκη στις ενώπιον του Ειρηνοδικείου υποθέσεις.

          Αρ. 214

Ορθή η πρόταση για άμεση επίδοση της αγωγής. Πρέπει όμως η προθεσμία να είναι δύο (2) μήνες, καθώς σε περίπτωση που η αγωγή ασκείται στο όριο της παραγραφής να υπάρχει ο χρόνος να εξευρεθεί ο εναγόμενος. Στην προτεινόμενη διατύπωση πρέπει να προστεθεί « η αγωγή με την κάτω από αυτήν πράξη προσδιορισμού δικασίμου και την κλίση για συζήτηση, που περιλαμβάνει και αναφορά της τελευταίας ημέρας της κατάθεσης των προτάσεων, επιδίδεται στον εναγόμενο …» .

Η κατάργηση του εξαρχής προσδιορισμού της συζήτησης και η μετάθεσή του 115 μέρες μετά είναι σοβαρό λάθος καθώς είναιαυτονόητο ότι θα πάει «πίσω» τους προσδιορισμούς για ίσο χρονικό διάστημα.             

Αρ. 223

Ορθή  η πρόταση για τον με δήλωση στα πρακτικά περιορισμό του αιτήματος κ.λ.π.

Αρ. 232

Ορθή η επαναδιατύπωση της διάταξης. Είναι εξαιρετικά χρήσιμο να παραγγέλνει ο δικαστής τόσο την αυτοπρόσωπη παρουσία των διαδίκων, όσο και την προσκόμιση εγγράφων που βρίσκονται  στα χέρια τρίτου. Ωστόσο ελάχιστη η χρηματική ποινή που προβλέπεται σε περίπτωση απείθειας. Από 300 € καθώς πρόκειται για απείθεια έως 10.000 €, ανάλογα με την πιθανολογούμενη βαρύτητα του αποδεικτικού μέσου και το αντικείμενο της δίκης.

                                                 Αρ. 237

                                                  —- Α —-

Η προτεινόμενη διάταξη δεν εξυπηρετεί  ούτε την επιτάχυνση ούτε και την ποιότητα. Θεωρεί επαρκές το να στηρίζεται η δικαστική κρίση στις ένορκες βεβαιώσεις κι αυτό είναι καίριο και αυτονόητο λάθος το οποίο θα οδηγήσει σε πλήρη  ανυποληψία το σύστημα της πολιτικής  δίκης. Ειδικότερα  :

Ορθή η προκατάθεση. Ωστόσο,  λάθος η υποβολή των προτάσεων «μέσα σε εκατό ημέρες». Είναι αδύνατο πρακτικά να τηρούνται οι φάκελοι ανοικτοί για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα καθώς αφενός δεν υπάρχει λόγος και αφετέρου δεν υπάρχει χώρος  για να τοποθετηθούν στις γραμματείες.

Περαιτέρω είναι εντελώς λάθος :  —– α) ότι εντός 30 ημερών συζήτηση στο ακροατήριο εκτός  «αν ο προβλεπόμενος από τον κανονισμό του δικαστηρίου αριθμός υποθέσεων καλυφθεί» οπότε ο ορισμός δικαστή και χρόνου συζήτησης της υπόθεσης γίνεται στον απολύτως αναγκαίο χρόνο και ότι κατά την δικάσιμο που ορίζεται δεν εξετάζονται μάρτυρες και η υπόθεση συζητείται και χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, —– β) ότι εξέταση μαρτύρων γίνεται, αν κρίνεται απολύτως αναγκαία μεταξύ εκείνων που έδωσαν ένορκη βεβαίωση ή σε περίπτωση ανυπαρξίας αυτών από τους προτεινόμενους από κάθε πλευρά, σε επαναληπτική συζήτηση εντός του ιδίου δικαστικού έτους, εκτός αν αυτό είναι αδύνατο,  —– γ) ότι στην  περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο ο χρόνος της εξέτασης των μαρτύρων οριστεί στο επόμενο δικαστικό έτος και δεν είναι δυνατή η εξέταση ενώπιον του ιδίου δικαστή γίνεται νέα χρέωση σε άλλον δικαστή.  Ειδικότερα :

1ον] Η διάταξη ωθεί τους δικαστές, που είναι πολύ φορτωμένοι, να μην εξετάζουν καθόλου μάρτυρες και να βασίζουν την κρίση τους, όπου δεν επαρκούν  τα έγγραφα, (δηλαδή στις πλείστες των περιπτώσεων), στις ένορκες βεβαιώσεις, – που καθίστανται εμμέσως υποχρεωτικές – οι οποίες ως γνωστόν γράφονται στα δικηγορικά γραφεία με «στρογγυλεμένο» περιεχόμενο,  ώστε να βολεύει τον διάδικο που κλητεύει αυτόν που τις δίδει. Αυτό είναι απαράδεκτο καθώς βρίσκεται εκτός νομικού πολιτισμού και αν περάσει θα χαθεί κάθε αξιοπιστία στο σύστημα.  Περαιτέρω, αφού οι αποφάσεις θα στηρίζονται στις ένορκες βεβαιώσεις, επόμενο είναι να αυξηθούν κατακόρυφα οι ποινικές δικογραφίες για ψευδορκίες των ενόρκως βεβαιωσάντων. Αν βλέπει λοιπόν κανείς το σύστημα συνολικά, δεν υπάρχει ούτε το στοιχείο της ελάφρυνσης του φόρτου των δικαστηρίων που προφανώς θα επικαλούνται οι συντάκτες της πρότασης.  

2ον] Η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και άρα και του εμμάρτυρου μέσου απόδειξης αποτελεί συνταγματικό δικαίωμα των διαδίκων, όταν δεν επαρκούν τα έγγραφα, και όχι επιλογή του δικαστή και ως εκ τούτου η διάταξη έχει και συνταγματικό πρόβλημα, αφού επιτρέπει την μη ακρόαση των μαρτύρων με απόφαση του δικαστή, κατά παράβαση της αρχής ότι μόνον οι διάδικοι με δικονομική συμφωνία τους μπορούν να περιορίσουν τα αποδεικτικά μέσα. Η έννοια της δίκης, άλλωστε είναι συνυφασμένη με την εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο και «συζήτηση» χωρίς αυτήν δεν υπάρχει.  Καταντά απλή διοικητική διεκπεραίωση.

3ον] Οι γραμματείες προσδιορίζουν σήμερα ακριβώς με βάση τον αριθμό που επιβάλλεται από τον κανονισμό των δικαστηρίων στις δικασίμους που όλοι ξέρουμε, δηλαδή πάρα πολύ αργότερα από τις 100 ημέρες. [Σήμερα η τακτική μονομελούς ορίζεται στη Θεσσαλονίκη για τον Νοέμβριο  του  2014 και η του πολυμελούς τον Ιανουάριο Φεβρουάριο του 2015 ].  Αφού λοιπόν ο φόρτος είναι συγκεκριμένος τι είναι αυτό που κάνει τους συντάκτες του νομοσχεδίου να πιστεύουν ότι αν γίνεται κατάθεση των  προτάσεων εντός 100 ημερών από την κατάθεση της αγωγής, (δηλαδή τρεισήμισι περίπου μήνες μετά),  θα είναι δυνατός ο προσδιορισμός της συζήτησης τριάντα (30) μέρες μετά τη λήξη  της δεκαπενθήμερης προθεσμίας των αντικρούσεων; Έχουμε τη γνώμη  ότι πρόκειται για καθαρή ευχή και όχι για απορρέουσα από τα πράγματα δυνατότητα και  αν κρίνει κανείς από την  «ουρά» της διάταξης που περιλαμβάνει εξαίρεση, αυτό αποτελεί συνείδηση και των συντακτών του νομοσχεδίου.  Αλλά ακόμα και αν είναι δυνατός ο σύντομος προσδιορισμός είναι ανεξήγητος ο λόγος για τον οποίο πιστεύουν οι συντάκτες ότι μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη μέσω των ενόρκων  βεβαιώσεων και όχι με την εξέταση των μαρτύρων στο ακροατήριο.

4ον ] Η διάταξη είναι διατυπωμένη με τέτοιο τρόπο ώστε η υπόθεση για την οποία κρίνεται αναγκαία η εξέταση των μαρτύρων να καθυστερεί υπερβολικά, καθώς προβλέπεται αόριστα η δυνατότητα εξέτασής τους και εντός του επομένου δικαστικού έτους και αν αυτό είναι αδύνατο για οποιοδήποτε λόγο, η υπόθεση επαναχρεώνεται και αρχίζουμε από την αρχή. Περίπου δηλαδή «τιμωρούνται» οι διάδικοι στην περίπτωση που κρίνεται αναγκαία η εξέταση μαρτύρων για την έκδοση απόφασης και επιπλέον είναι δυνατόν να υποστούν και την περίπτωση της «πάσας» από τον ένα δικαστή στον άλλον, όπως εύστοχα σημείωσε στη διαβούλευση υπουργείου Δικαιοσύνης σχολιαστής που ανέφερε ότι είναι Πρωτοδίκης. Έτσι όμως καθίσταται άνευ αντικειμένου η  «επιτάχυνση» που σίγουρα περιλαμβάνεται μεταξύ των λόγων  εκπόνησης του νομοσχεδίου.

5ον ] Στις παραπάνω αστοχίες πρέπει να προστεθεί  και η αδικαιολόγητη  κατάργηση του αρ. 269 Κ.Πολ.Δ. που έδιδε τη δυνατότητα της εισαγωγής στη δίκη οψιγενών, της κατάθεσης των προτάσεων, ισχυρισμών και αποδεικτικών μέσων, που προέκυψαν μέχρι τη συζήτηση. Το αποτέλεσμα της κατάργησης θα είναι εσφαλμένες αποφάσεις αναντίστοιχες με την πραγματικότητα, καθώς δεν θα λαμβάνονται υπόψιν ισχυρισμοί και αποδείξεις που ενδεχομένως θα προκύπτουν στο μεγάλο χρονικό διάστημα που θα μεσολαβεί μεταξύ του κλεισίματος του φακέλου και της τυπικής συζήτηση της υπόθεσης, καθώς και της επαναληπτικής συζήτησης που θα οριστεί στην περίπτωση που το δικαστήριο κρίνει ότι  είναι αναγκαία η εξέταση των μαρτύρων στο ακροατήριο.

                                            —- Β —-                                                                                          Η ορθή διαδικασία

ΑΡΧΕΣ : Προδικαστικός έλεγχος με επαύξηση της προθεσμίας προκατάθεσης των προτάσεων και την υποχρεωτική διατύπωση γνώμης από το δικαστή, προφορικά στην έδρα, για την πλήρωση ή όχι των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης. [Αυτό επιτυγχάνεται με την τροποποίηση του αρ. 236 Κ.Πολ.Δ. ]. Στην περίπτωση αρνητικής γνώμης συντρέχει σπουδαίος λόγος για την αναβολή της υπόθεσης σύμφωνα με το αρ. 241 Κ.Πολ.Δ. ώστε να συμπληρωθούν  τα ελλείποντα.  Έτσι δεν θα αναγκάζονται να περιμένουν οι διάδικοι τη διαπίστωση των ελλείψεων με απόφαση που θα εκδίδεται οκτώ και δέκα μήνες μετά και να ξαναρχίζουν από την αρχή. Το μέτρο θα προστατεύσει τους δικηγόρους που χρεώνονται ως επαγγελματική αστοχία την έλλειψη των διαδικαστικών προϋποθέσεων και θα ωφελήσει προφανώς και τη διαδικασία και τους διαδίκους, στους οποίους πρέπει πάντοτε να έχουμε στραμμένο το βλέμμα μας όταν επιχειρούμε αλλαγές, καθώς αυτοί είναι που δαπανούν και ταλαιπωρούνται.   Ειδικότερα:

___ α] Η επίδοση του εισαγωγικού δικογράφου εντός δύο (2) μηνών  από την κατάθεσή του όπως προτείνεται. Οι προτάσεις μαζί με τα αποδεικτικά έγγραφα  κατατίθενται στην τακτική διαδικασία σε όλα τα δικαστήρια από την 55η ημέρα έως την 50η ημέρα πριν τη συζήτηση. Η μη κατάθεση προτάσεων ισοδυναμεί με ερημοδικία (όπως ισχύει και σήμερα) και αποκλείεται η χορήγηση αναβολής αν δεν έχουν κατατεθεί προτάσεις. [Αυτά είναι επιβεβλημένα καθώς δεν μπορεί να καταστεί με άλλο τρόπο δυνατός ο προδικαστικός έλεγχος εκ μέρους του δικαστηρίου που πρέπει να αποφανθεί όχι μόνον για το παραδεκτό και το ορισμένο της αγωγής αλλά και των ενστάσεων και των ισχυρισμών του εναγόμενου. Εφόσον δε η επίδοση έχει γίνει αμέσως μετά την κατάθεση της αγωγής η μη κατάθεση προτάσεων είναι αδικαιολόγητη].

Η τελευταία ημέρα προκατάθεσης προσδιορίζεται μέσω προγράμματος Η/Υ και αναγράφεται στην έκθεση της γραμματείας που συνάπτεται στο εισαγωγικό δικόγραφο, ώστε να μη γίνεται ποτέ λάθος. Επίσης τίθεται στην προμετωπίδα του δικογράφου με ευδιάκριτη σφραγίδα, από τη γραμματεία, ότι επί μη εμπρόθεσμης κατάθεσης προτάσεων  από τον εναγόμενο η αγωγή γίνεται δεκτή και αν παράληψη αφορά τον ενάγοντα η αγωγή απορρίπτεται.

___ β] Η πρώτη προσθήκη – αντίκρουση κατατίθεται εντός των επόμενων 20 ημερών  ώστε να υπάρχει επαρκής χρόνος αντίκρουσης, και όχι ελάχιστος  όπως συμβαίνει σήμερα. Έτσι κλείνει ο φάκελος και περιέρχεται στα χέρια του δικαστή αρκετό χρόνο προ της συζήτησης, (ένα μήνα πριν),  ώστε να μπορεί να κάνει τον προγραμματισμό του, ενόψει και των λοιπών επαγγελματικών του υποχρεώσεων, και να είναι σε θέση μελετήσει επαρκώς την υπόθεση και να ελέγξει αν πληρούνται ή όχι  οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης.

___γ]  Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων και πριν την εξέταση ενδεχόμενου αιτήματος αναβολής, το δικαστήριοέχει υποχρέωση να εκφράσει γνώμη για το παραδεκτό και το ορισμένο  τόσο της αγωγής όσο και των ενστάσεων και των απαντητικών αυτοτελών ισχυρισμών του αντιδίκου, για την αρμοδιότητά του καθώς και για την πλήρωση των λοιπών διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, (νόμω βάσιμο, επίδοση επί ερημοδικίας, πιστοποιητικά κ.λ.π), η οποία  καταχωρείται στα πρακτικά και να ζητήσει διασαφήσεις και συμπληρώσεις  από τους διαδίκους, όπως ισχύει και σήμερα σύμφωνα με το αρ. 236 και 270 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. τα οποία υποχρεώνουν το δικαστή να φροντίζει για τη διασάφηση των ισχυρισμών  των διαδίκων  Ειδικά επί αοριστίας της αγωγής ή των ενστάσεων ή των αυτοτελών ισχυρισμών των διαδίκων, το δικαστήριο υποχρεούται να αναφέρει ειδικά τα σημεία της αοριστίας.

___δ] Σε περίπτωση μη πλήρωσης των προϋποθέσεων η υπόθεση μπορεί, μετά από αίτημα των διαδίκων, να αναβληθεί προκειμένου να συζητηθεί μετά από τρείς μήνες, ώστε να συμπληρωθούν οι ελλείψεις και, επί αοριστίας, η συμπλήρωση γίνεται το αργότερο εντός 30 ημερών από τη συζήτηση, με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου και επιδίδεται στον αντίδικο. [Εννοείται ότι το συμπληρωματικό δικόγραφο περιορίζεται αποκλειστικά και μόνον στην συμπλήρωση των ελλείψεων και δεν μπορούν με αυτό να προστεθούν νέοι ισχυρισμοί, ούτε μπορούν να προστεθούν νέα αποδεικτικά μέσα]. Αν δε το δικαστήριο διαπιστώσει την ύπαρξη αοριστίας μεταγενέστερα,                   (πράγμα που θα είναι σπάνιο στην πράξη), θα εκδίδει μη οριστική απόφαση όπου θα αναφέρει αιτιολογημένα τα σημεία της αοριστίας, ώστε να συμπληρωθούν με δικόγραφο εντός μηνός και να ακολουθήσει η προαναφερθείσα διαδικασία.

     Σε περίπτωση πλήρωσης των διαδικαστικών προϋποθέσεων το δικαστήριο προχωρά είτε αμέσως είτε μετά από αναβολή[1]στη συζήτηση της υπόθεσης κι εξετάζει τους μάρτυρες που προτείνουν οι διάδικοι.  Και στην περίπτωση αυτή η μετ’ αναβολή  δικάσιμος ορίζεται μετά από τρείς μήνες. Και στις δύο περιπτώσεις την υπόθεση δικάζει στην μετ’ αναβολή δικάσιμο ο ίδιος δικαστής ή το ίδιο δικαστήριο.

___ε] Μέχρι το πέρας της συζήτησης το Δικαστήριο, λόγω του  ότι έχει μελετήσει επαρκώς το φάκελο κι έχει συμπληρώσει τις πληροφορίες του από την επ’ ακροατηρίω διαδικασία, μπορεί να διατάξει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη ή την προσκόμιση κατά την κρίση του ή μετά από αίτημα διαδίκου, οποιουδήποτε εγγράφου, με προφορική διάταξή του  που καταχωρείται στα πρακτικά. Αργότερα τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα μπορεί  διαταχθούν μόνον με τους όρους του αρ.  254 Κ.Πολ.Δ.

___στ] Η δεύτερη προσθήκη – αντίκρουση  περιορίζεται στο σχολιασμό των αναφερόμενων στην πρώτη προσθήκη – αντίκρουση καθώς και των μαρτυρικών καταθέσεων και υποβάλλεται εντός δέκα πέντε (15) ημερών  από την συζήτηση.

          ___________________________________________

 

Αρ. 238

Λάθος η κατάργηση του άρθρου, που είναι παρεπόμενη της εισαγωγής του νέου αρ, 237.

          Αρ.  251

Το άρθρο καταργείται εντελώς διότι με το σχέδιο εισάγεται ολική απαγόρευση της χωρίς δικηγόρο παράστασης του διαδίκου στο ακροατήριο με το νέο άρθρο 94 παρ. 1. Η εν λόγω απαγόρευση δεν είναι συμβατή με την πραγματικότητα καθώς στην ουσία της στερεί τη δικαστική προστασία σε υποθέσεις μικρού αντικειμένου. Θα πρέπει να παραμείνει η διάταξη με τη μορφή που είχε μέχρι σήμερα. Επίσης θα πρέπει να διατηρηθεί  το επιτρεπτό της παράστασης χωρίς δικηγόρο στο Ειρηνοδικείο  στις υποθέσεις με αντικείμενο μέχρι 5.000 € με τροποποίηση του αρ. 94, λόγω  και της προτεινόμενης  μείωσης της υλικής αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου  στο ποσό των 15.000 € η οποία είναι ορθή, όπως προαναφέρθηκε,  λόγω του φόρτου που έχει σωρευτεί σε αυτά.

Αρ. 254

 Η αρχή είναι ότι η διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης πρέπει να διατάσσεται μέχρι την λήξη της συζήτησης στο ακροατήριο, καθώς, λόγω της προκατάθεσης των προτάσεων και των αποδεικτικών μέσων, το δικαστήριο είναι σε θέση να διαπιστώσει την αναγκαιότητα  αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης, εκ των προτέρων και δεν χρειάζεται να το πράξει με απόφασή του που εκδίδεται οκτώ (8) και πλέον  μήνες μετά, διότι αυτό είναι αδικαιολόγητο. Μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις, αν είναι απόλυτα αναγκαίο μπορεί να διαταχθεί επαναληπτική συζήτηση με ειδικά αιτιολογημένη διάταξη ( και όχι απόφαση)  του δικαστηρίου.

          Αρ. 260

Ορθή η παρ. 3 της διάταξης που θεωρεί την αγωγή μη ασκηθείσα κι  επιβάλλει τη  διαγραφή της αν ματαιώθηκε η συζήτησή της και δεν ζητήθηκε νέος προσδιορισμός  πλην όμως πρέπει να επιμηκυνθεί  η προθεσμία από  60 ημέρες σε έξι(6) μήνες ώστε να υπάρχει αναλογία με την διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ.

          Αρ. 269  – 2

Εντελώς εσφαλμένη η κατάργηση του άρθρου που ρυθμίζει τα μέσα επίθεσης και άμυνας για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.

          Αρ. 270         

Εντελώς εσφαλμένη η κατάργηση  της προφορικής συζήτησης και της προαπόδειξης που επιβάλλει το άρθρο αυτό για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.

          Αρ. 393

Λάθος το επιτρεπτό της απόδειξης με μάρτυρες συμβάσεων ή συλλογικών πράξεων όταν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει τις 30.000 €. Το ποσό είναι πολύ μεγάλο πρέπει να περιοριστεί στις 15.000 €. Ορθότατη η δυνατότητα εξέτασης των μαρτύρων με τηλεδιάσκεψη .

          Αρ. 396

Η επαναφορά του 396 με το συγκεκριμένο περιεχόμενο είναι εσφαλμένη καθώς τα προτεινόμενα άρθρα 237 και 238 στα οποία αναφέρεται  δεν πρέπει να υιοθετηθούν για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.

Αρ. 421 επόμενα, για τις ένορκες βεβαιώσεις.

Οι προτεινόμενες διατάξεις δεν επαρκούν για να καταστήσουν τις ένορκες βεβαιώσεις αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο ώστε να μπορεί να στηριχθεί σε αυτό αποκλειστικά η δικαστική κρίση. Η προτεινόμενη αλλαγή για πέντε (5) ένορκες βεβαιώσεις για κάθε διάδικο θα αναγκάσει τους δικηγόρους να ασχολούνται και να δαπανούν  το δυναμικό τους στη «συγγραφή» ενόρκων βεβαιώσεων και θα δημιουργήσει αδιαχώρητο στα  ήδη βεβαρημένα  αρμόδια γραφεία των Ειρηνοδικείων, στα οποία θα προσφεύγουν οι πολίτες λόγω της ανυπαρξίας κόστους.

          Αρ. 498  για τον προσδιορισμό της έφεσης

Το άρθρο δεν είναι στα προτεινόμενα να αλλαχθούν. Ωστόσο χρήζει αλλαγής. Την επιμέλεια για τον προσδιορισμό πρέπει να την έχει ο εκκαλών ο οποίος πρέπει να υποχρεούται να προβεί σε αυτόν επί ποινή απαραδέκτου της έφεσής του εντός 30 ημερών από την άσκησή της. Δεν είναι λογικό να επισπεύδει ο εφεσίβλητος τη συζήτηση της Έφεσης που ασκήθηκε σε βάρος του και να δαπανά χρόνο και χρήματα για τον προσδιορισμό και την επίδοση.

Αρ. 518

Ορθός ο περιορισμός της προθεσμίας άσκησης έφεσης αν δεν επιδόθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου.  Ωστόσο τα προτεινόμενα  δύο (2)  χρόνια είναι μεγάλο χρονικό διάστημα για να παρατείνεται η  εκκρεμότητα.  Ένα (1) έτος.

 

Αρ. 527  Νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί

Η 3η παράγραφος πρέπει να μείνει ως έχει ήτοι  « 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπ’ όψιν αυτεπαγγέλτως».  Και τούτο διότι η κατάργηση του αρ. 269 που αναφέρεται στο παραδεκτό των οψιγενών  ισχυρισμών στην ενώπιον του πρωτοβαθμίου δίκη είναι, όπως προαναφέρθηκε, άστοχη

          Αρ. 560 

Ορθή η προσθήκη των παραγράφων 5 και 6 οι οποίες περιλαμβάνουν πρόσθετους λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των πρωτοδικείων που εκδίδονται κατ’ έφεση επί αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Η διεύρυνση του αναιρετικού ελέγχου  είναι επιβεβλημένη καθώς τα Ειρηνοδικεία πολλές φορές ασχολούνται με πολύ σημαντικές υποθέσεις π.χ. νομή ακινήτων  μεγάλης αξίας.   

 

          Αρ. 564

 Ορθός ο περιορισμός της προθεσμίας άσκησης αίτησης αναίρεσης αν δεν επιδόθηκε η απόφαση που μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του Αρείου Πάγου. Ωστόσο τα προτεινόμενα  δύο (2)  χρόνια είναι μεγάλο χρονικό διάστημα για να παρατείνεται η  εκκρεμότητα.  Ένα (1) έτος.

          Αρ. 565

Ορθή η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης στις  διαφορές των αρ. 592 παρ. 1 και 2 .

          Αρ. 568

Η 1η παράγραφος του άρθρου δεν είναι στις προτεινόμενες να αλλαχθούν. Ωστόσο χρήζει αλλαγής. Την επιμέλεια για τον προσδιορισμό της αίτησης αναίρεσης πρέπει να την έχει ο αναιρεσείων.  Αυτός πρέπει να υποχρεούται να προβεί σε αυτόν, επί ποινή απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσής του, εντός 30 ημερών από την άσκησή της. Δεν είναι λογικό να επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος τη συζήτηση της αίτησης  αναίρεσης που ασκήθηκε σε βάρος του και να δαπανά χρόνο και χρήματα για τον προσδιορισμό και την επίδοση.

          Αρ.  568 – 571

Σοβαρό λάθος η κατάργηση  της εισηγητικής έκθεσης με την οποία έχει θεσπιστεί ένα είδος προδικαστικού ελέγχου των αναιρετικών ισχυρισμών. Αυτή οριοθετεί στην πράξη την, ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίκη και αποτελεί εγγύηση για τους διαδίκους ότι μελετήθηκε επαρκώς η αίτηση αναίρεσης. Ο δικηγόρος  μπορεί με την αγόρευσή του και το υπόμνημά του να διαπιστώσει λάθη στην εισήγηση, αν υπάρχουν, και να βοηθήσει το Δικαστήριο.

Περαιτέρω, πρέπει για να βελτιωθεί το σύστημα, να αποτελεί προϋπόθεση για την παράδοση εισήγησης από τον εισηγητή η κατάθεσή του αποδεικτικού επίδοσης της αίτησης αναίρεσης στην αρμόδια γραμματεία του Α.Π. το αργότερο είκοσι (20) ημέρες πριν την δικάσιμο, όσο και η προβλεπόμενη προθεσμία για την κατάθεση προτάσεων. Έτσι θα παύσει το φαινόμενο ο εισηγητής να φέρνει  εισήγηση, η σύνταξη της οποίας σε πολλές περιπτώσεις είναι επίπονη, αλλά, επειδή το πόρισμά της δεν αρέσει στον αναιρεσείοντα που δεν έχει επιδώσει την αίτηση, η υπόθεση να ματαιώνεται και να πηγαίνει «στράφι» η δουλειά του δικαστή.

          Αρ. 574

 Το άρθρο επηρεάζεται λόγω  της προτεινόμενης κατάργησης  της εισηγητικής έκθεσης . Πρέπει να παραμείνει ως έχει.

          Αρ. 585

Ορθή η αλλαγή. 

Άρθρα 591 έως 622 Ειδικές διαδικασίες

Ορθά  τα προτεινόμενα καθώς συμπτύσσουν τις ειδικές διαδικασίες.   Ορθότερο είναι να υπάρχει μια διαδικασία για όλες τις υποθέσεις καθώς πλέον δεν υπάρχει επαρκής δικαιολογητικός λόγος που να διακρίνει τις τακτικές από την ειδική διαδικασία.

 Αρ. 623

Ορθή η συμπλήρωση της τελευταίας παραγράφου.

Αρ. 624

Ορθά το άρθρο επιτρέπει πλέον την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά προσώπου που διαμένει στο εξωτερικό και περιορίζει την απαγόρευση μόνον στους αγνώστου διαμονής.

 Αρ. 626

Ορθά  καταργείται η προφορική αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής.

 Αρ. 627 – 636

Ορθά τα προτεινόμενα.

          Αρ. 682 – 703  ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

Ορθά γενικά τα προτεινόμενα. Λάθος η προτεινόμενη προθεσμία έκδοσης της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων εντός 48 ωρών και όχι περισσότερο από ένα μήνα, του αρ. 691, καθώς και η πρόταση για συνοπτική αιτιολογία κάτωθι της αιτήσεως.  Η προθεσμία είναι μικρή και θα γίνονται λάθη η δε αιτιολογίες θα καταλήξουν τυπικές. Η λήψη ή όχι  ασφαλιστικών μέτρων  είναι πολύ σοβαρό ζήτημα για τους διαδίκους και είναι προτιμότερο να υπάρχουν μεγαλύτερες προθεσμίες έκδοσης της απόφασης, ώστε να δίδεται η ευκαιρία στους δικαστές να μελετούν τις υποθέσεις και να περιλαμβάνουν επαρκείς αιτιολογίες. Από αυτές  και μόνον προκύπτει αν ο δικαστής μελέτησε πράγματι την υπόθεση. Επίσης η μαγνητοφώνηση της διαδικασίας σε περίπτωση μη συμπράξεως γραμματέα πρέπει να καταστεί δικαίωμα του διαδίκου καθώς με τα ασφαλιστικά μέτρα ανοίγουν  συνήθως όλες οι σοβαρές πολιτικές υποθέσεις και οι μάρτυρες που κλητεύονται στα ακροατήρια των ασφαλιστικών μέτρων έχουν τη δυνατότητα να «τα αλλάζουν» εξεταζόμενοι  για τα ίδια αντικείμενα απόδειξης ως μάρτυρες στην κύρια διαδικασία .

 

Με την ευκαιρία της τροποποίησης του ΚΠολΔ πρέπει να γίνουν και οι ακόλουθες  ποιοτικές αλλαγές στο σύστημα :

1. Πραγματική αιτιολογία στις αποφάσεις. Η αλλαγή του τρόπου αιτιολόγησης των ουσιαστικών κυρίως κρίσεων στις δικαστικές αποφάσεις αποτελεί κύριο παράγοντα ποιοτικής αλλαγής στη Δικαιοσύνη. Πρέπει να εξηγείται με απλά λόγια στους διαδίκους το «γιατί» της παραδοχής ή της απόρριψης, στους ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς τους. Συγκεκριμένα, αν ο Δικαστής στηρίζει την κρίση του επί των ισχυρισμών αυτών σε αποδεικτικά μέσα που δεν παράγουν πλήρη απόδειξη, υποκείμενα στη  ελεύθερη εκτίμησή του, έχει υποχρέωση να αναφέρει τον ειδικό λόγο που πείστηκε εξ’ αυτών. Η ποιότητα αυτού του ειδικού λόγου συνιστά το κύριο κριτήριο αξιοπιστίας της δικαστικής κρίσης.

2. Υποχρεωτική η αναφορά της προθεσμίας ασκήσεως του ενδίκου μέσου στην απόφαση. Έτσι το βάρος τηρήσεώς της θα  το έχει ο διάδικος.

3. Όποιος ασκεί ένδικο μέσο πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου, να προσδιορίσει και τη συζήτηση εντός μηνός από την άσκησή του και να προβεί στην επίδοση εντός του επομένου μηνός.  Έτσι αφενός δεν δαπανά ο εφεσίβλητος ή ο αναιρεσίβλητος για τον προσδιορισμό και τις επιδόσεις, όπως συμβαίνει σήμερα και αφετέρου παύει η εκκρεμότητα.

4. Σε περίπτωση νίκης του ενάγοντα το δικαστικό ένσημο επιστρέφεται από το Δημόσιο στο οποίο καταβλήθηκε.  Και όχι μέσω των δικαστικών εξόδων που επιδικάζονται. Έτσι παύει η αδικία σε βάρος των εναγόντων που μολονότι κέρδισαν τη δίκη είναι αδύνατο, για οποιοδήποτε λόγο να εισπράξουν την απαίτησή τους  μέσω της  διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, πράγμα που είναι συνηθέστατο στην τρέχουσα περίοδο της οικονομικής κρίσης.                            Το Δημόσιο έχει τα μέσα για να εισπράξει από τον ηττηθέντα διάδικο το  ποσό του δικαστικού ενσήμου και αν δεν μπορεί ας μην εισπράξει. Γιατί πρέπει να πληρώσει αυτός που προσέφυγε δικαιολογημένα στη δικαιοσύνη. Περαιτέρω, είναι αυτονόητο, ότι το δικαστικό ένσημο στις αναγνωριστικές αγωγές είναι απαράδεκτο μέτρο διότι κωλύει την ελεύθερη πρόσβαση των πολιτών στα Δικαστήρια, εξαρτώντας την από την  οικονομική τους κατάσταση. Ο δε διπλασιασμός του την περίοδο της οικονομικής κρίσης είναι εκτός νομικού πολιτισμού.

5. Η ανταγωγή του άρθρου 268 ασκείται αποκλειστικά με ξεχωριστό δικόγραφο και όχι με τις προτάσεις. Αυτό επιδίδεται τουλάχιστον δύο (2) μήνες  πριν την ημέρα προκατάθεσης των προτάσεων, ώστε να μην αιφνιδιάζεται ο αντεναγόμενος και στις ειδικές διαδικασίες ένα μήνα πριν τη συζήτηση.  Στο σχέδιο του νέου κώδικα με το οποίο προτείνεται η κατάργηση της δια των προτάσεων άσκησή της, είναι στην ορθή κατεύθυνση.

6. Η αντέφεση  στις ειδικές διαδικασίες ασκείται αποκλειστικά με ξεχωριστό δικόγραφο που επιδίδεται 30 ημέρες πρίν και όχι με τις προτάσεις.

7. Υποχρεωτική η προδιάσκεψη στα πολυμελή πρωτοδικεία. Αυτό συμβαίνει σήμερα ατύπως στα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης και είναι ορθό να επεκταθεί και στην Αθήνα που δεν εφαρμόζεται. Έτσι επιτυγχάνεται η ενημέρωση όλης της σύνθεσης από τον εισηγητή και λύνονται γρήγορα όλα τα προδικαστικά ζητήματα με τη συμβολή του προέδρου που είναι έμπειρος δικαστής.

        ___________________________________________________

                                                            Οι δικηγόροι

Αντώνης Μπιλίσης, Μαρούσα Πρωτοπαπαδάκη,

Ηλίας Σαρακενίδης, Κωνσταντίνος Μπλατσούκας

Σταύρος Καραμπάσογλου και Mαργαρίτα Γκαϊτατζή

 

 

[1] Που δεν μπορεί  να δοθεί για λόγους που  αφορούν την μη εμπρόθεσμη κατάθεση των προτάσεων.

 

4

Σεπ

2014

Προτάσεις της "Επιλογής Πράξης" για τις προτεινόμενες αλλαγές του ΚΠολΔ αναφορικά με την αναγκαστική εκτέλεση

 

9 Απριλίου, 2014

ΚΙΝΗΣΗ  «ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΡΑΞΗΣ  ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ»

ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΗΝ  ΕΚΤΕΛΕΣΗ 1η προσέγγιση

                                   Γενική εικόνα.

Στα κύρια ζητήματα το σχέδιο νόμου αστοχεί με λίγες ορθές επιμέρους αλλαγές  Ειδικότερα :

    1ον] Η εισαγωγή του επιτρεπτού των πολλαπλών κατασχέσεων στα κινητά και τα ακίνητα, (ακόμη κι αν επιλυθούν τα εξαιρετικά δυσεπίλυτα  πρακτικά προβλήματα που τίθενται και παραβλέψουμε και την αύξηση του κόστους που συνεπάγεται για τους δανειστές), οδηγεί στη βέβαιη καταστροφή του οφειλέτη καθώς ο πλειστηριασμός της ακίνητης περιουσίας του θα γίνεται πάντοτε και αμέσως, χωρίς να του δίνεται καμιά ευκαιρία να ρυθμίσει τα χρέη του όπως συνέβαινε μέχρι σήμερα, (μιας και είχε να κάνει κάθε φορά με έναν επισπεύδοντα),  και όπως επιβάλλεται να συνεχιστεί λόγω της οικονομικής κρίσης που βιώνουμε, δοθέντος και του ότι η αναγκαιότητα της ρύθμισης των χρεών διαπνέει πλέον τη νομοθεσία .  Αν δε ο λόγος της προτεινόμενης αλλαγής  είναι η αντιμετώπιση των συμπαιγνιών,  το εισηγούμενο μέτρο, που επιπίπτει «επί δικαίους και αδίκους»,  εκτός από ανάλγητο είναι και άστοχο. Υπάρχουν άλλοι απλοί τρόποι λύσης του προβλήματος στους οποίους αναφερόμαστε παρακάτω στην οικεία θέση, χωρίς την  ανατροπή του ισχύοντος καθεστώτος και την αναστάτωση του συστήματος της αναγκαστικής εκτέλεσης.

    2ον] Περαιτέρω η προτεινόμενη κατάθεση των εκπλειστηριασμάτων στις τράπεζες και όχι στο Τ.Παρ.Δ. δεν είναι ορθή καθώς το  Δημόσιο στερείται παραδοσιακό πόρο του με τον οποίο χρηματοδοτούνται μέχρι σήμερα, μέσω του Ταμείου, οι αυτοδιοικητικοί οργανισμοί, οι αποζημιώσεις λόγω  απαλλοτριώσεων και τα δάνεια 1ης κατοικίας των υπαλλήλων του, τη στιγμή μάλιστα  που οι ανάγκες του για  ρευστότητα είναι τεράστιες και για την εξασφάλισή της μπαίνει ο ένας φόρος μετά τον άλλον. Είναι προφανές λοιπόν ότι το έλλειμμα που θα δημιουργηθεί, αν περάσει το μέτρο, θα κληθούν να το πληρώσουν με τον ένα ή τον  άλλο τρόπο οι πολίτες. Η μόνη αλλαγή που μπορεί και πρέπει να γίνει στο ισχύον καθεστώς είναι να δίνει το Τ.Παρ.Δ. τόκο στα κατατιθέμενα σε αυτό πλειστηριάσματα, όπως πράττει με τους καταθετικούς λογαριασμούς του.

   3ον] Τέλος άστοχη είναι η  πρόταση για εκδίκαση των ανακοπών με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων καθώς και το ανέκκλητο των επ’ αυτών αποφάσεων, καθώς θα επιβαρυνθεί  αδικαιολόγητα ο Άρειος Πάγος, ο οποίος ελέγχει τις ακυρότητες και τις πλημμέλειες της εκτελεστικής διαδικασίας, στον οποίο θα έρχονται πλέον τα παράπονα κατά των αποφάσεων των Μονομελών Πρωτοδικείων και των  Ειρηνοδικείων που θα εκδίδονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων σε ελάχιστο χρόνο, με αποτέλεσμα μα είναι αυξημένα και τα λάθη. Και αυτό δεν είναι ορθό.      ______________________________

                                                                                                                                          Ειδικότερα επί των άρθρων. 

Αρ. 924

Λάθος η κατάργηση της 1ης και 2ης παραγράφου της διάταξης. Δεν υπάρχει κανένας λόγος γι’ αυτό.

                                  Αρ. 933

    1] Ορθή η συνεκδίκαση των ανακοπών. Πρέπει μόνον  να γραφεί «με επιμέλεια της γραμματείας» προσδιορίζονται οι ανακοπές για να δικαστούν στην ίδια δικάσιμο. Τριάντα (30) μέρες πριν τη συζήτηση ο πρόσθετος λόγος ανακοπής όσο και η προθεσμία επίδοσης πριν τη δίκη και όχι μόνον οκτώ (8). Ο ανακόπτων, αφού η ανακοπή προσδιορίζεται να συζητηθεί μέσα σε 60 μέρες έχει 30 ημέρες να υποβάλλει τον πρόσθετο λόγο του. Αλλιώς υπάρχει διάκριση σε βάρος  του καθ’ ού  η ανακοπή που δεν  πρέπει να εξαναγκάζεται να προετοιμαστεί για να αντιμετωπίσει τον πρόσθετο λόγο την τελευταία στιγμή. Η βραχεία προθεσμία αντίκειται και στην γενική αρχή ότι η προθεσμία επίδοσης  της ανακοπής  είναι ένας μήνας πριν, σύμφωνα με το αρ.  591 Κ. Πολ.Δ.

    2] Ο περιορισμός του δικαιώματος Έφεσης, μόνο στην  περίπτωση της απαίτησης που στηρίζεται σε συμβολαιογραφικό έγγραφο, είναι άστοχος διότι υπάρχουν κι άλλες περιπτώσεις που δεν έχει προηγηθεί δικαστική κρίση για την εκκαθάριση της απαίτησης όπως:  α) η επίκληση της εξόφληση και η επίκληση της εξόφλησης λόγω συμψηφισμού  με ανταπαίτηση του οφειλέτη. Και στην 1η και στην 2η περίπτωση, εισάγεται στη δίκη ανέλεγκτος δικαστικά ισχυρισμός του οφειλέτη και άρα επιβάλλεται το δικαίωμα στην άσκηση των ενδίκων μέσων της ανακοπής ερημοδικίας και της Έφεσης. β) Το ίδιο επιβάλλεται και στις άλλες περιπτώσεις  εκτελεστών  τίτλων, πλην του α εδαφίου της 2ης παραγράφου του αρ. 904 Κ.Πολ.Δ.  Στην  περίπτωση που εκτελεστός τίτλος είναι η διαταγή πληρωμής, αν δεν προηγήθηκε ανακοπή κατά αυτής σύμφωνα με το αρ. 632 Κ.Πολ.Δ., αλλά προτιμήθηκε η άσκηση της ανακοπής του 933,  η απαίτηση δεν έχει ελεγχθεί δικαστικά.  γ) Ο περιορισμός του δικαιώματος Έφεσης θα επιβαρύνει τον Άρειο Πάγο καθώς όλες οι πλημμέλειες της εκτελεστικής διαδικασίας ελέγχονται αναιρετικά και εφόσον δεν θα μεσολαβεί το Εφετείο οι διάδικοι θα προσφεύγουν στον Άρειο Πάγο για τον έλεγχο των λαθών των αποφάσεων των Μονομελών Πρωτοδικείων, τα οποία λόγω του εκ του νόμου περιορισμού του χρόνου έκδοσής τους αναμενόμενο είναι να αυξηθούν.

    3] Στην παρ. 2 προβλέπεται ότι η συζήτηση της ανακοπής γίνεται με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ( 686 επ. ). Η υπαγωγή στην εν λόγω διαδικασία δεν είναι ορθή, διότι δεν νοείται, σε δίκη που μπορεί να προβληθεί ουσιαστική ένσταση, όπως αυτή της εξόφλησης λόγω συμψηφισμού, να κρίνεται με πιθανολόγηση η ύπαρξη ή όχι της έννομης σχέσης που αποτελεί τη βάση της απαίτησης που τάσσεται σε συμψηφισμό κι εκ της κρίσεως αυτής να παράγεται δεδικασμένο.

    4] Στην παρ. 5 που αναφέρεται στην απόδειξη των ισχυρισμών που αφορούν την απαίτηση, πρέπει να συμπληρωθεί στα  έγγραφα και η δικαστική  ομολογία, διότι δίνεται η εντύπωση ότι εξαιρείται το εν λόγω αποδεικτικό μέσο.

    5] Αδικαιολόγητη η κατάργηση της επίδοσης της ανακοπής στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε την επιταγή σύμφωνα με το αρ. 924 ή παρέσχε την εντολή εκτέλεσης. Δεν μπορεί ο οφειλέτης να ψάχνει να βρει την κατοικία – έδρα του επισπεύδοντα για να ασκήσει έγκυρα  την ανακοπή του.

          _________________________________________________

Αρ. 934

Παρ. 1α  . Η προθεσμία ασκήσεως της ανακοπής πρέπει να  εκκινεί από την επομένη της επίδοσης της έκθεσης κατάσχεσης στον οφειλέτη.

Ορθή η σύμπτυξη των παλιών εδαφίων  α και β. Συντομεύει αντικειμενικά την έκδοση απόφασης  επί της ανακοπής.  Λάθος ο περιορισμός της προθεσμίας ανακοπής για την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης στα ακίνητα. Οι υποθέσεις είναι σοβαρές και τα δικηγορικά γραφεία χρειάζονται χρόνο για να αντιδράσουν. Πρέπει να παραμείνει  90 μέρες η προθεσμία.

 

Αρ. 937 παρ. 3

Καταργείται η εφαρμογή του αρ. 643 που παρέπεμπε στα άρθρα  649 και 650. Το πρώτο προέβλεπε τη διαδικασία της συζήτησης (αποδεικτικά μέσα μέχρι το τέλος αυτής και τη μη υποχρεωτικότητα προτάσεων) και το δεύτερο την αποδεικτική διαδικασία. Η  προτεινόμενη  διαδικασία είναι, σύμφωνα με το σχέδιο  του  αρ. 933 παρ. 2, η των ασφαλιστικών μέτρων.   Ωστόσο η υπαγωγή στην εν λόγω διαδικασία είναι εσφαλμένη για τους λόγους που προαναφέρθηκαν και πρέπει η διάταξη να παραμείνει ως έχει.

Αρ. 938 παρ. 1

Αδικαιολόγητη η κατάργηση της επίδοσης της αίτησης αναστολής στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε την επιταγήσύμφωνα με το αρ. 924 ή παρέσχε την εντολή εκτέλεσης. Δεν μπορεί ο οφειλέτης να ψάχνει να βρει την κατοικία – έδρα του επισπεύδοντα για να ασκήσει έγκυρα  την αίτηση αναστολής.

          Αρ. 954 παρ 1

Το άρθρο θέτει ως προϋπόθεση της κατάσχεσης την αφαίρεση των κινητών από το δικαστικό επιμελητή και τη σύνταξη σχετικής έκθεσης. Σύμφωνα δε με το άρθρο 956 παρ. 1, ο δικαστικός επιμελητής παραδίδει τα κατασχεμένα πράγματα για φύλαξη σε μεσεγγυούχο, ο οποίος μπορεί να είναι και ο καθ’ ού ή εκτέλεση αλλά και ο επισπεύδων αν υπάρχει μεταξύ τους συμφωνία. Με αυτά τα δεδομένα είναι αδύνατη άλλη κατάσχεση εκτός από την πρώτη από άλλον δανειστή, αφού δεν μπορεί να υπάρξει άλλη αφαίρεση των κινητών εκτός από αυτή που έγινε κατ’ εντολή του 1ου κατασχόντα. Η μεγάλη διάρκεια της μεσεγγύησης, (οκτώ (8) και σε περίπτωση αναβολής + πέντε (5) μήνες), αποτελούν σοβαρό αντικίνητρο για αποδοχή της ιδιότητας του μεσεγγυούχου από τρίτα, σε σχέση με την εκτέλεση πρόσωπα, και θα υπάρξει πρόβλημα στn εξεύρεση διορισμό μεσεγγυούχων.

Αρ. 954 παρ. 2 εδ. ε

 Σφάλμα ο εκπλειστηριασμός των κινητών οκτώ (8) μήνες  μετά την ημέρα της κατάσχεσης. Δεν διακρίνεται η αναγκαιότητα που επιβάλλει τέτοια καθυστέρηση. Πρέπει να διατηρηθεί η παλιά προθεσμία  του αρ. 959 παρ  4, ήτοι 15 ημέρες μετά και όχι πέραν του τριμήνου. Ο καθ’ ού μπορεί να  αιτηθεί την αναστολή της εκτέλεσης. Τα προβλήματα που θα δημιουργηθούν αν υιοθετηθεί η διάταξη είναι:  α) απαξίωση των κινητών που αφορούν εποχικά είδη, αυτοκίνητα, Η/Υ κ.λ.π. και άρα μείωση των αξιών τους αλλά και αντικίνητρο για τους υποψήφιους πλειοδότες,           β) μεγάλα έξοδα φύλαξης σε περίπτωση αφαίρεσης που θα προκαταβάλλονται από τον επισπεύδοντα και όταν θα πρόκειται για την επίσπευση της διαδικασίας της εκτέλεσης για μικρές απαιτήσεις θα την καθιστούν ασύμφορη,  γ) αδυναμία εξεύρεσης μεσεγγυούχου σε περίπτωση αφαίρεσης λόγω της μεγάλης διάρκειας της ευθύνη του               δ) αδικαιολόγητη τοκοφορία της απαίτησης για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και ε) σε περίπτωση αφαίρεσης ο οφειλέτης θα στερείται τα κινητά του για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να γίνεται ο πλειστηριασμός και άρα και τα μέσα βιοπορισμού του αν πρόκειται  για το μηχανολογικό εξοπλισμό της επιχείρησής του.

Σε κάθε περίπτωση, αν παραμείνει η προθεσμία, πρέπει να γίνει εντός  οκτώ μηνών, κατ’ επιλογή του επισπεύδοντα και όχι λιγότερο από 15 ημέρες από την  επιβολή της κατάσχεσης. 

Στο ίδιο άρθρο στην παρ. 4 υπάρχει αναφορά στο αρ.960 παρ. 2 που έχει καταργηθεί .

Αρ. 955 .

 Στην παρ. 1  πρέπει να διατηρηθεί η προθεσμία των 8 ημερών  για την επίδοση  της έκθ. κατάσχεσης στον καθ’ ού που δεν κατοικεί στην περιφέρεια του Δήμου που έγινε η κατάσχεση. Δημιουργείται πρόβλημα στους δικαστικούς επιμελητές με την προτεινόμενη τριήμερη προθεσμία, οι οποίοι πιέζονται υπερβολικά να διενεργήσουν σε ελάχιστο χρόνο επίδοση σε χώρο εκτός της εποπτείας τους με αποτέλεσμα να απειλείται αδικαιολόγητα η εγκυρότητα της κατάσχεσης. [Θα υπάρχει σίγουρα πρόβλημα στις επιδώσεις στη νησιωτική Ελλάδα]. Ο περιορισμός της προθεσμίας δεν ωφελεί τη διαδικασία με κανένα τρόπο. Η περίπτωση εντός του 8ημέρου, ο πληροφορηθείς ατύπως την κατάσχεση ( απών κατ’ αυτήν)  οφειλέτης να μεταβιβάσει  συμπαικτικά ή πραγματικά   τα κατασχεμένα κινητά, αντιμετωπίζεται με την εξάρτηση της απαγόρευσης διάθεσης του αρ. 958 από την επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης στον Ειρηνοδίκη η οποία πρέπει να γίνεται το αργότερο εντός τριημέρου. Με την επίδοση αυτή η κατάσχεση των κινητών και η συνεπαγόμενη απαγόρευση διάθεσης θα εξαρτάται από βέβαιη χρονολογία.

Άρα το 3ο εδάφιο του 955 πρέπει να εισάγεται με τη φράση « Εντός τριών εργασίμων ημερών η έκθεση επιδίδεται …» .

Στην παρ. 2 πρέπει να παραμείνει η 10 ήμερη προθεσμία  για την κατάθεση των εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Είναι ελάχιστος ο χρόνο των 5 ημερών και εισάγεται αδικαιολόγητα παράγοντας ακυρότητας, χωρίς να ωφελείται η διαδικασία.

Στην παρ. 2 εδάφιο 1 πρέπει να αντικατασταθεί η φράση «συντάσσοντας έκθεση» με τη φράση, «ο αρμόδιος υπάλληλος του πλειστηριασμού συντάσσει σχετική έκθεση».

Πρέπει τέλος να διευκρινιστεί ότι οι προθεσμίες εκκινούν από την ολοκλήρωση της κατάσχεσης δεδομένου ότι σε πολλές περιπτώσεις η κατάσχεση διαρκεί περισσότερο από μία ημέρα

Αρ. 958

 

Λάθος η διάσπαση της αρχής της μιας κατάσχεσης και στα κινητά και στα ακίνητα. [ Στα ακίνητα προτείνεται με  την τροποποίηση του.αρ. 997 παρ. 5].  Και τούτο διότι:   —- α) Επί περισσότερων χρεών του οφειλέτη θα γίνεται αμέσως ο πλειστηριασμός των ακινήτων του οφειλέτη  και δεν θα έχει αυτός τη δυνατότητα να τα ρυθμίσει όπως συνέβαινε μέχρι σήμερα με συναινετικές αναβολές έναντι μερικής καταβολής της απαίτησης του επισπεύδοντα. Είναι παράλογο το καθεστώς αυτό  να ανατραπεί τώρα στην καρδιά της κρίσης, που στη θέση του οφειλέτη μπορεί να βρεθεί ο καθένας, λόγω της δραματικής αλλαγής των οικονομικών συνθηκών.  [Οι περισσότεροι των νυν οφειλετών χρεώθηκαν πριν από αυτήν υπολογίζοντας ότι μπορούν να ανταπεξέλθουν με βάση τα συνήθη μέχρι τότε  εισοδήματά τους]. Η λογική δε της ρύθμισης των χρεών διαπνέει πλέον ολόκληρη τη νομοθεσία και η συγκεκριμένη διάταξη βρίσκεται στον αντίποδα.  Συνεπώς, για όσο χρόνο διαρκεί η κρίση η ρύθμιση των χρεών είναι επιβεβλημένη και η μη ρύθμιση με πλειστηριασμούς «εδώ και τώρα» (άλλως Fast Track) εξυπηρετεί  σκοπούς που εκφεύγουν από τον κοινωνικό ρόλο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης.       

—– β) Θα γίνονται  αδικαιολόγητα έξοδα από πολλούς δανειστές οι οποίοι δεν τα παίρνουν πίσω και για αυτόν τον λόγο ο ανταγωνισμός για το ποιος πλειστηριασμός θα γίνει θα είναι πραγματικά αδυσώπητος, με την έννοια ότι δεν θα αφήνει περιθώριο για κανενός είδους επιεική συμπεριφορά του επισπεύδοντα έναντι του οφειλέτη. Επιπλέον επιβαρύνεται οικονομικά και ο οφειλέτης αφού κάθε ξεχωριστή κατάσχεση θα παράγει και ξεχωριστή ανακοπή (εντός 45 ημερών από αυτήν με τη νέα διάταξη του αρ. 934 ), ο οποίος ωστόσο ευρισκόμενος  σε αντικειμενική οικονομική αδυναμία, δεν θα μπορεί να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του.

—– γ) Αφαιρείται  η δυνατότητα από τον επιμελή εγχειρόγραφο που θα κινηθεί πρώτος, να εισπράξει, επισπεύδοντας ο ίδιος την διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Εκτός των παραπάνω η προτεινόμενη διάταξη θα δημιουργήσει αξεπέραστα πρακτικά προβλήματα, καθώς είναι δυνατόν να συμπίπτουν πολλοί πλειστηριασμοί των ίδιων ακινήτων και κινητών την ίδια ημέρα που θα διενεργούνται από διαφορετικούς υπάλληλους του πλειστηριασμού.  Είναι προφανές : α) ότι κάθε επόμενος κατασχών, αν δεν μπορεί να βάλλει το δικό του πλειστηριασμό νωρίτερα από τον προηγούμενο θα τον βάζει την ίδια μέρα και β)  ότι στην περίπτωση των  κινητών, (για την εκτίμηση της αξίας των οποίων δεν υπάρχει αντικειμενικός προσδιορισμός),   μετά την πρώτη κατάσχεση οι άλλοι δανειστές θα κατάσχουν με μικρότερες τιμές εκτίμησης και 1ης προσφοράς και ο πρώτος ορισθείς πλειστηριασμός δεν θα γίνεται με αποτέλεσμα  ο πρώτος κατασχών να  κάνει αδικαιολόγητα έξοδα. Λόγω του ενδεχόμενου αυτού θα δημιουργείται κάθε φορά  «διαγωνισμός»  μεταξύ των δικαστικών επιμελητών που ενεργούν επάλληλες εκτελεστικές διαδικασίες,  ποιος θα βάλλει τη μικρότερη τιμή εκτίμησης και 1ης προσφοράς, ώστε να γίνει ο δικός του πλειστηριασμός, με αποτέλεσμα τα κινητά να απαξιώνονται εντελώς.

Αλλά αν ο λόγος της προτεινόμενης διάσπασης της αρχής της μίας κατάσχεσης είναι η άρση των συμπαιγνιών, είναι προφανές ότι οι πολλαπλές κατασχέσεις δεν είναι το δόκιμο μέσο, καθώς επιβάλλεται αδιάκριτα «επί δικαίους και αδίκους».  Oι συμπαιγνίες εξαλείφονται  με απλό τρόπο που δεν ανατρέπει το ισχύον καθεστώς, το οποίο μπορεί να βελτιωθεί :

—– 1ον]  Με την επέκταση του δικαιώματος υποκατάστασης του αρ. 979 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., η οποία πρέπει να καταστεί αυτοδίκαιη, στην περίπτωση δύο συναινετικών αναβολών, σε οποιονδήποτε δανειστή διαθέτει εκτελεστό τίτλο κι έχει επιδώσει επιταγή, ο οποίος θα δηλώσει  στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, εντός πέντε (5)  ημερών από την ματαίωση του πλειστηριασμού που ορίστηκε μετά από τη δεύτερη συναινετική αναβολή,  ότι επιθυμεί να τον επισπεύσει.

—– 2ον] Με την απόδοση της πρωτοπραξίας από το δικαστήριο της εκτέλεσης, αν υπάρχουν περισσότεροι δικαιούχοι υποκατάστασης που προβαίνουν στη σχετική δήλωση, σε αυτόν που διαθέτει τον παλαιότερο εκτελεστό τίτλο. Αν όμως μεταξύ των απαιτήσεων των δανειστών αυτών υπάρχουν και προερχόμενες από συμβάσεις αυτοί προτιμώνται μόνον: α) σε περίπτωση  δανείου ή  αναγνώρισης χρέους, αν αποδεικνύονται από έγγραφα βέβαιης χρονολογίας, τόσο οι συμβάσεις όσο και η  μετακίνηση των χρημάτων που αποτελεί τη βάση της αναγγελλόμενης απαίτησης και β) σε περίπτωση εμπορικών συμβάσεων, αν η συναλλαγή προκύπτει από νόμιμα διασταυρούμενο στοιχείο και ιδίως από τις λογιστικές εγγραφές των εμπορικών βιβλίων και τα  επίσημα παραστατικά πληρωμών. Την ύπαρξη των προϋποθέσεων ελέγχει το αρμόδιο για την εκτέλεση Δικαστήριο, που δικάζει κατά τη διαδικασία των αρ. 686 επ., μετά από σχετική αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, η οποία απευθύνεται υποχρεωτικά εναντίον όσων δήλωσαν ότι επιθυμούν την επίσπευση του πλειστηριασμού. Το δικαστήριο απονέμει μεταξύ αυτών την πρωτοπραξία και σε περίπτωση που διαπιστωθεί συμπαιγνία οποτεδήποτε, λόγω ύπαρξης εικονικής απαίτησης το δικαστήριο επιβάλλει χρηματική ποινή τόσο στον οφειλέτη όσο και στον εικονικώς επισπεύδοντα που μπορεί να φτάσει το σύνολο της εικονικής απαίτησης.

               ________________________________________________

 

Αρ. 960

Λάθος η κατάργηση της περίληψης κατασχετήριας έκθεσης στα κινητά. Πρέπει να παραμείνει καθώς σε περίπτωση αναβολής του πλειστηριασμού, συνεπεία συμφωνίας ή δικαστικής απόφασης, επιβάλλεται να γνωστοποιηθεί και με επίδοση  το γεγονός της αναβολής και ο λόγος αυτής στον οφειλέτη τον επισπεύδοντα στους ενεχυρού-χους δανειστές, στους δικαιούχους εμπράγματων ασφαλειών, καθώς επίσης και στα τελωνεία την εφορία και το ΙΚΑ, ( αρ. 54 Ν.Δ. 356/1974 ΚΕΔΕ),  σε όλους δηλαδή που, επί ποινή ακυρότητας του πλειστηριασμού, έπρεπε να λαμβάνουν γνώση με βάση τα μέχρι σήμερα ισχύοντα. Αλλιώς υπάρχει κίνδυνος να μην αντιλαμβάνονται την αναβολή. Περαιτέρω είναι αντιφατικό από τη μια να καταργείται η περίληψη κατασχετήριας έκθεσης στα κινητά και από την άλλη  να διατηρείται  η υποχρέωση κοινοποίησης αυτής σύμφωνα με το αρ. 54 ΚΕΔΕ.

Αρ. 963

Να παραμείνει η κήρυξη. Ας την κάνει ο υπάλληλος του πλειστηριασμού αν το πρόβλημα είναι τα κηρύκεια που είναι ελάχιστα 30 € περίπου .

                   

Αρ. 965 παρ 3

Πρέπει να συμπληρωθεί ότι η καταβολή του πλειστηριάσματος θα μπορεί να  γίνεται εκτός από  μετρητά  και με τραπεζική επιταγή.

        

Αρ. 965 παρ. 4

Εισάγεται αδικαιολόγητα διάταξη υπέρ των συμφερόντων των Τραπεζών, καθώς όλα τα χρήματα που τηρούνται σήμερα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από πλειστηριάσματα μέχρι το αμετάκλητο του πίνακα και τη διανομή του πλειστηριάσματος,                             περιέρχονται σε αυτές. Το μέτρο θα προκαλέσει προφανή βλάβη στα συμφέροντα του δημοσίου, λόγω στέρησης του συγκεκριμένου πόρου και της προερχόμενης από αυτόν ρευστότητας, η οποία θα επηρεάσει την πολιτική  του ταμείου για την  επίτευξη των κύριων σκοπών του που είναι: α) οι δανειοδοτήσεις των οργανισμών τοπικής και νομαρχιακής αυτοδιοίκησης, β) η  χορήγηση δανείων για την απόκτηση 1ης κατοικίας σε υπαλλήλους του δημοσίου και γ) η πληρωμή των αποζημιώσεων λόγω απαλλοτρίωσης.

Περαιτέρω θα δημιουργήσει  σοβαρά προβλήματα καθώς η επιλογή του πιστωτικού ιδρύματος θα υπόκειται πλέον στους συμβολαιογράφους οι οποίοι: α) θα δέχονται πιέσεις κι ενδεχομένως ανταλλάγματα διαπραγματευόμενοι αναγκαστικά τα επιτόκια επί πλειστηριασμών που έχουν αποδώσει μεγάλα ποσά ως εκπλειστηρίασμα και β) θα έρχονται, στις περιπτώσεις αυτές, σε δύσκολη θέση διότι θα αναγκάζονται να απολογούνται γιατί προτίμησαν τη μία και όχι την άλλη τράπεζα.

Τέλος: α) με δεδομένο ότι οι τράπεζες είναι συχνότατα μεταξύ των αναγγελθέντων δανειστών θα δημιουργείται κίνητρο στις νομικές τους υπηρεσίες για συνολική ανακοπή των πινάκων κατάταξης, ώστε τα εκπλειστηριάσματα να παραμένουν στα ταμεία τους για μεγάλα χρονικά διαστήματα μέχρι την τελεσιδικία, β) σε περίπτωση καταρρεύσεως για οποιοδήποτε λόγο των τραπεζικών ιδρυμάτων, ή «κουρέματος» των καταθέσεων όπως έχουμε δει να συμβαίνει στις Κυπριακές Τράπεζες, τα εκπλειστηριάσματα θα απομειώνονται με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το σύστημα της αναγκαστικής εκτέλεσης και γ) όσον αφορά το επιχείρημα της τοκοδοσίας αν τα χρήματα περιέλθουν στις τράπεζες,  με αλλαγή της νομοθεσίας μπορεί και το Τ.Π.Δ.  να δίδει τόκο για τις καταθέσεις των πλειστηριασμάτων, όπως ακριβώς πράττει με τους λογαριασμούς ταμιευτηρίου του.            ______________________________________________

 

Αρ. 972

Η αναγγελία 15 μέρες μετά τον πλειστηριασμό. Δεν υπάρχει λόγος μείωσης της προθεσμίας.

Αρ. 973

Το πότε θα διενεργηθεί νέος πλειστηριασμός αν ματαιώθηκε δεν είναι δουλειά του νόμου αλλά του επισπεύδοντα. Δεν χρειάζεται προθεσμία και γι’ αυτό δεν υπήρχε μέχρι τώρα καθώς ισχύει η γενική διάταξη του αρ. 959 παρ. 4. Όπως δεν είναι δουλειά του συμβολαιογράφου να αναρτά τη γνωστοποίηση της δήλωσης συνέχισης  για τη νέα ημέρα του πλειστηριασμού  Αυτή είναι δουλειά του δικαστικού επιμελητή, ο οποίος πρέπει να έχει την ευθύνη της ανάρτησης  και να λαμβάνει και σχετική εκτύπωση κατά τον χρόνο διενέργειάς της.

Η τριήμερη προθεσμία επίδοσης στον αρχικό επισπεύδοντα  της δήλωσης συνέχισης δεν έχει λόγο. Αν πάντως πρέπει να τεθεί  προθεσμία αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 8 εργασίμων ημερών, αλλιώς λόγω της μικρής προθεσμίας διακυβεύεται    αδικαιολόγητα το κύρος της δήλωσης συνέχισης.

Στην παρ. 4 πρέπει να μπει ότι υποκατάσταση χωρεί και στην περίπτωση 2ης συναινετικής αναβολής.  Επίσης πρέπει να προβλεφθεί η έκδοση από τον δικαστικό επιμελητή περίληψης δήλωσης συνέχισης, (για τους λόγους που προαναφέρθηκαν ότι επιβάλλουν την έκδοση περίληψης), όπως ακριβώς συνέβαινε μέχρι σήμερα.

Αρ. 975

Η είσπραξη του Φ.Π.Α. πρέπει να κατατάσσεται μαζί με τις άλλες απαιτήσεις του Δημοσίου. Το υπερπρονόμιο που θεσπίστηκε με το αρ. 33 παρ. 2  του Ν 4141/2013 πρέπει να καταργηθεί, καθώς δεν είναι λογικό ούτε και συνταγματικά επιτρεπτό, ο συγκεκριμένος φόρος να αντιμετωπίζεται διαφορετικά από τους άλλους φόρους, σε βάρος των συμφερόντων των ιδιωτών.

Το σύστημα της παρ. 3 με το οποίο επιχειρείται η απόδοση κάποιου τμήματος του εκπλειστηριάσματος στους δανειστές που δεν διαθέτουν προνομιούχες απαιτήσεις είναι πολύπλοκο και δύσχρηστο και θα γίνονται λάθη στους υπολογισμούς με αποτέλεσμα να  δημιουργούνται  αδικαιολόγητα δίκες. Προτείνουμε το εξής απλό. Από το εκπλειστηρίασμα που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων αφαιρείται το 15% το οποίο διατίθεται για την πληρωμή των δανειστών προνομιούχων και μη που δεν κατατάσσονται λόγω ανεπάρκειας του εκπλειστηριάσματος. Στην είσπραξη του ποσού αυτού συμμετέχουν όλοι αυτοί ανάλογα με το ύψος της αναγγελθείσας απαίτησής τους. Στην  περίπτωση δε που κάποιος από τους προνομιούχους κατατάσσεται με βάση το προνόμιό του,  για οποιονδήποτε λόγο, σε ποσό μικρότερα από αυτό που θα ελάμβανε αν συμμετείχε στη διανομή του 15 %, η διαφορά αφαιρείται από το ποσοστό αυτό και του αποδίδεται και το υπόλοιπο διανέμεται στους λοιπούς που δεν κατατάσσονται, προνομιούχους και μη.

Αρ. 983

H επίδοση του κατασχετηρίου πρέπει να γίνεται σε οποιοδήποτε υποκατάστημα Τράπεζας όπως στο παρελθόν. Ο δανειστής δεν γνωρίζει σε ποιο κατάστημα τηρείται ο λογαριασμός  του οφειλέτη του και οι τράπεζες διαθέτουν ενοποιημένα πληροφορικά συστήματα με αποτέλεσμα να  είναι δυνατή η άμεση ενημέρωση της αρμόδιας  υπηρεσίας τους.

 

Αρ. 995

Εντός 8 ημερών η προθεσμία για την επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης, όπως μέχρι σήμερα. Εντός 15 ημερών η κατάθεση των εγγράφων στο συμβολαιογράφο, όπως μέχρι σήμερα.  Δεν εξυπηρετεί καμία αναγκαιότητα η ελαχιστοποίηση των προθεσμιών.

Η ανάρτηση της κατασχετήριας έκθεσης στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του τομέα ασφάλισης νομικών του ΕΤΑΑ πρέπει να αποτελεί μέριμνα  του δικαστικού επιμελητή και όχι του συμβολαιογράφου Δεν διευκρινίζεται ο τρόπος ανάρτησης. Προτιμότερο ωστόσο είναι ο δικαστικός επιμελητής να επιδίδει την περίληψη κατασχετήριας έκθεσης για το νέο πλειστηριασμό στο  Δ.Δ.Δ και η ανάρτηση να γίνεται με ευθύνη ης υπηρεσίας του.

Η ανάρτηση έως 15 ημέρες από την κατάσχεση και όχι την 15η ημέρα. Η ημέρα αυτήν μπορεί να είναι εξαιρετέα.

Αρ. 997

Όχι στις πολλαπλές κατασχέσεις για τους προαναφερθέντες λόγους.

Αρ. 1000

 Η προθεσμία πρέπει να παραμείνει στις 5 εργάσιμες ημέρες πριν. Είναι παρόμοια δίκη  με αυτήν της διόρθωσης του αρ. 954 παρ. 4  Κ.Πολ.Δ.    όπου η προθεσμία παραμένει στις 5 εργάσιμες πριν. Δεν υπάρχει λόγος διαφοροποίησης και θα δημιουργείται αδικαιολόγητα σύγχυση στους δικηγόρους. Η απόφαση επί της αναστολής του 1000 πρέπει να εκδίδεται μέχρι τις 12 το μεσημέρι της Τετάρτης στην οποία έχει οριστεί για να γίνει ο πλειστηριασμός. Δεν υπάρχει λόγος να πιέζονται οι Δικαστές να την εκδώσουν την  Δευτέρα όπως ισχύει σήμερα . Το ίδιο πρέπει να ισχύσει και στην περίπτωση της απόφασης επί της ανακοπής του αρ. 954 παρ. 4, όπου σήμερα προβλέπεται να εκδίδεται κατά το δυνατόν μέχρι τις 12 το μεσημέρι της προηγούμενης του πλειστηριασμού ημέρας.

Εσφαλμένα τίθενται στο συγκεκριμένο άρθρο τα  δύο (2) τελευταία εδάφια περί τμηματικής πώλησης ακινήτου . Είναι αντιφατική τέτοια διάταξη με το πνεύμα του 1000 που αφορά αναστολή εκτέλεσης. Τα δύο εδάφια μπορούν να προστεθούν  στο 966 που ρυθμίζει τη μείωση του τιμήματος και την ελεύθερη εκποίηση.

Αρ. 1009

Η προτεινόμενη τροποποίηση για αποβολή του μισθωτή είναι εντελώς εσφαλμένη. Δίνει το δικαίωμα στον υπερθεματιστή να διαρρήξει εμπορική μίσθωση, κατά παράβαση της γενικής αρχής ότι μεταβολή στο πρόσωπο του εκμισθωτή δεν λύει τη μισθωτική σύμβαση εφόσον αυτή προκύπτει από έγγραφο βέβαιης χρονολογίας ( αρ. 614 Α.Κ.) και ο νέος κτήτορας του μισθίου υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μίσθωσης. Επιπλέον αντίκειται και στη διάταξη του αρ. 1005 παρ. 2 από την οποία προκύπτει ότι η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης είναι τίτλος εκτελεστός για την αποβολή του καθ’ ού η εκτέλεση   και των διαδόχων του και σε περίπτωση διαδοχής δυνάμει ενοχικής σχέσης (και άρα και μίσθωσης) εφόσον η διαδοχή επέλθει μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων. Αν ο λόγος της διάταξης είναι να αντιμετωπιστούν οι συμπαιγνίες υπάρχει άλλος  τρόπος αντιμετώπισης και όχι η συλλήβδην  «επί δικαίους και αδίκους» ακύρωση επαγγελματικών μισθώσεων που οδηγεί στην οικονομική καταστροφή των πράγματι μισθωτών.

Το θέμα ήδη αντιμετωπίζεται ήδη με το αρ. 1005 παρ. 2 με το οποίο καθιστά εκτελεστό τίτλο για την αποβολή από το ακίνητο που εκπλειστηριάσθηκε, τόσο του καθ’ ού ή εκτέλεση όσο και των διαδόχων του αν η διαδοχή επήλθε μετά την  εγγραφή της κατάσχεση. Ωστόσο μπορεί να προστεθεί διευκρίνιση στην οποία θα αναφέρεται  ότι σε περίπτωση που, με ανακοπή του αρ. 933, ο κάτοχος επικαλείται μίσθωση, οφείλει να αποδείξει το κύρος της ακόμη κι αν αυτή ανάγεται σε χρόνο πριν από την κατάσχεση.

Αρ. 1007

Το εν λόγω άρθρο δεν αλλάζει. Πρέπει όμως  να συμπληρωθεί ότι με ποινή απαραδέκτου, το δικόγραφο για την επιδίκαση της απαίτησης που κατατάχθηκε τυχαία κατατίθεται εντός 30 ημερών από την επίδοση της πρόσκλησης αναγγελθέντων δανειστών και η εκδίκαση της σχετικής υπόθεσης προσδιορίζεται κατά προτίμηση. Έτσι θα τακτοποιείται η εκκρεμότητα στον συντομότερο  χρόνο.

_________________________________________________________

Οι Δικηγόροι

 

                                      Αντώνης Μπιλίσης  Χρίστος Αθανασίου

                                               Μαρούσα Πρωτοπαπαδάκη.

                                               ΚΙΝΗΣΗ «ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΡΑΞΗΣ

                              ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ 

 

3

Σεπ

2014

Το αδίκημα της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο

 

9 Μαρτίου, 2014

Οι ποινικές  διατάξεις που προβλέπουν σχετικά με το αδίκημα της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο τροποποιήθηκαν αρκετές φορές από το 1990 μέχρι πρόσφατα,  μετά δε το Ν. 3943/2011, ισχύουν ως ακολούθως:  

«Άρθρο 3-Μέτρα για την καταστολή της φοροδιαφυγής στην άμεση και έμμεση φορολογία .Τροποποίηση των διατάξεων των νόμων 1882/1990 , 2523/1997, 2960/2001.

1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:

α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.

β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`. υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.

γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.

δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.

Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής.

Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων.

Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό.»

 

Σχετικά με τις ως άνω τροποποιήσεις προβλέπει και η ΠΟΛ 1151/13-7-2011 το κείμενο της οποίας έχει ως ακολούθως:
«Άρθρο:ΜΟΝΟ

Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις που περιέχονται στο Κεφάλαιο Α΄ του Νόμου 3943 /2011 (Φ.Ε.Κ. 66 Α΄/31.3.2011) και συγκεκριμένα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 με τις οποίες τροποποιούνται οι διατάξεις του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 που αφορά το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο.

Ειδικότερα:

 

1. Με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του Νόμου 3943/2011 (ΦΕΚ 66 A ΄/31.3.2011) επαναρυθμίζεται το προβλεπό-ενο από το άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 ποινικό αδίκημα της μη καταβολής βεβαιωμένων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου καθώς και επιχειρήσεις και οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα και συγκεκριμένα :

 α)μειώνεται το κατώτερο ποσό της συνολικής ληξιπρόθεσμης οφειλής συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και των προσαυξήσεων προς τα ανωτέρω πρόσωπα, άνω του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη των υπευθύνων, από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ που ίσχυε μέχρι σήμερα σε πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, καθίσταται δηλαδή αξιόποινη και η μη καταβολή χρεών άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ β)αυξάνονται οι πλημμεληματικές ποινές του ανωτέρω αδικήματος, όπως ειδικότερα ορίζονται στις κοινοποιούμενες διατάξεις γτο ανωτέρω αδίκημα θεσπίζεται ως διαρκές και επομένως ως συνεχές αυτόφωρο, με χρόνο τέλεσης αυτού το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών από την καθυστέρηση καταβολής του χρέους μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής του αδικήματος (η οποία λόγω του πλημμεληματικού χαρακτήρα αυτού είναι πενταετής). Κατά συνέπεια:

 • Χρόνος τέλεσης του αδικήματος : το χρονικό διάστημα 20 μηνών που αρχίζει μετά την πάροδο τεσσάρων μηνών από την καθυστέρηση καταβολής του χρέους (5 έτη x 1/3 = 20 μήνες). Επισημαίνεται ότι, για την υποβολή της αίτησης ποινικής δίωξης αρκεί η παρέλευση των τεσσάρων μηνών και δεν απαιτείται και η πάροδος του χρονικού διαστήματος των 20 μηνών

 

• Χρόνος παραγραφής του αδικήματος : η παραγραφή συμπληρώνεται μετά πέντε έτη από τη λήξη του χρόνου τέλεσης αυτού (ήτοι από την πάροδο του ανωτέρω χρονικού διαστήματος των 20 μηνών)

 Σημειώνεται ότι, τα αδικήματα που τελέστηκαν μέχρι την ημερομηνία ισχύος του νέου νόμου (31.3.2011) είναι στιγμιαία, με χρόνο τέλεσης αυτών την πάροδο τεσσάρων μηνών αφότου το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και η παραγραφή τους συμπληρώνεται μετά την πάροδο πέντε ετών από την τέλεσή τους.

2. Με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του ανωτέρω άρθρου, προστίθεται εδάφιο στην παράγραφο 8 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, σύμφωνα με το οποίο η εμφάνιση του μάρτυρα στο ακροατήριο δεν είναι υποχρεωτική, εφόσον έχει προηγηθεί έγγραφη ενημέρωση του αρμόδιου εισαγγελέα ή του δικαστηρίου εκ μέρους της Δ.Ο.Υ. σχετικά με τη διαδικαστική εξέλιξη της οφειλής [πχ. απόσβεση μέρους ή όλου αυτής, υπαγωγή ή μη σε διευκόλυνση τμηματικής καταβολής ή ρύθμιση, χορήγηση αναστολής με αναφορά των λόγων χορήγησής της και εξειδίκευση αυτής (διοικητική ή δικαστική στα πλαίσια άσκησης ανακοπής ή προσφυγής) κλπ] τρεις τουλάχιστον ημέρες πριν τη δικάσιμο.

Επισημαίνεται η δυνητική εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, η οποία θα πρέπει να αποφεύγεται στις περιπτώσεις που η μη εμφάνιση του μάρτυρα στο ακροατήριο δυνατόν να αποτελέσει παρακωλυτικό του απρόσκοπτου της διαδικασίας λόγο και ειδικότερα, είτε ως προς την άμεση λήψη των αποδείξεων από το δικαστήριο, είτε ως προς την αναγκαιότητα αντίκρουσης των υπό του κατηγορουμένου αναπτυχθέντων.

Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να ενημερώνεστε για την εξέλιξη των εκκρεμών δικών, όπως εκδίκαση, αναβολή της ποινικής δίκης κλπ.

 

3. Με το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του ανωτέρω άρθρου, προστίθεται παράγραφος 9 στο άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 σύμφωνα με την οποία «προκειμένου περί χρεών της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ήδη ληξιπροθέσμων κατά την έναρξη ισχύος της παρούσης παραγράφου, τα ποινικά αδικήματα των περιπτώσεων

α΄, β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου αυτής, τελούνται με τη συνέχιση της μη καταβολής τους μετά την πάροδο τεσσάρων (4) μηνών από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας παραγράφου».

 

Με την ανωτέρω μεταβατική διάταξη προσδιορίζεται η έναρξη του χρόνου τέλεσης του ποινικού αδικήματος κατά τις νέες διατάξεις στις περιπτώσεις που υφίστανται ήδη ληξιπρόθεσμα χρέη κατά το χρόνο έναρξης ισχύος αυτών (31.3.2011) και δεν είχε διαπραχθεί το αδίκημα σύμφωνα με τις προγενέστερες διατάξεις. Κατά συνέπεια, το αδίκημα τελείται με τη συνέχιση της μη καταβολής τους μετά την πάροδο τεσσάρων μηνών από την ισχύ των κοινοποιούμενων διατάξεων, ήτοι από την 1.8.2011, στις περιπτώσεις :

• Οφειλών συνολικού ύψους άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ και μέχρι δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, ανεξαρτήτως του χρόνου που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μέχρι την 31 Μαρτίου 2011

• Οφειλών συνολικού ύψους άνω των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, για τις οποίες κατά την ως άνω ημερομηνία δεν είχαν συμπληρωθεί τέσσερις μήνες αφότου κατέστησαν ληξιπρόθεσμες (δηλ. δεν είχε διαπραχθεί το αδίκημα κατά τις προγενέστερες διατάξεις)

Αντίθετα, για οφειλές συνολικού ύψους άνω των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ για τις οποίες είχαν συμπληρωθεί τέσσερις μήνες αφότου κατέστησαν ληξιπρόθεσμες κατά την ως άνω ημερομηνία (31.3.2011) δηλ. είχε διαπραχθεί το αδίκημα, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι προγενέστερες διατάξεις.

 

Σχετική με την ανωτέρω ερμηνεία της συγκεκριμένης διάταξης είναι η υπ΄ αριθμ. 10/2452/10.6.2011 Γνωμοδότηση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου .

Ακριβές αντίγραφο                                                

    Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ &ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ

Ο Προϊστάμενος της Γραμματείας                                                                             ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΕΛΕΡΗΣ»

 

 

Μαρούσα Πρωτοπαπαδάκη-Δικηγόρος

 

 

 

Κατηγορία

Πρόσφατα

Αρχείο