Ιούνιος 2015

26

Ιούν

2015

Διαγραφή τελών κυκλοφορίας σε ιδιοκτήτες επιβατικών αυτοκινήτων που δεν είναι φυσικοί κάτοχοι τους .


Ένα πράγματι συχνό και δυσεπίλυτο πρόβλημα έρχεται να λύσει η συγκεκριμένη ρύθμιση καθώς αρκετοί ήταν αυτοί που στο παρελθόν βρέθηκαν αντιμέτωποι με πληρωμή τελών κυκλοφορίας αυτοκινήτων που θεωρούσαν ότι είχαν μεταβιβάσει ενώ τυπικά ουδέποτε είχε ολοκληρωθεί η σχετική διαδικασία.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ

Αθήνα, 25 Ιουνίου 2015

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΤΕΛΩΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ ΣΕ ΙΔΙΟΚΤΗΤΕΣ ΕΠΙΒΑΤΙΚΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΦΥΣΙΚΟΙ ΚΑΤΟΧΟΙ ΤΟΥΣ

 

Με σκοπό την εξυπηρέτηση και την αποφυγή της ταλαιπωρίας των πολιτώνη Γενική Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων Κατερίνα Σαββαΐδου εξέδωσε εγκύκλιο για την επίλυση του σοβαρού προβλήματος που ταλαιπώρησε τα προηγούμενα χρόνια ένα μεγάλο αριθμό ιδιοκτητών αυτοκινήτων οι οποίοι, αν και δεν ήταν φυσικοί κάτοχοι των οχημάτων, λόγω της μη ολοκλήρωσης της διαδικασίας μεταβίβασής τους από τις αρμόδιες περιφερειακές Υπηρεσίες Μεταφορών, εντούτοις υποχρεούνταν να καταβάλουν τέλη κυκλοφορίας καθώς, σύμφωνα με την άδεια κυκλοφορίας, τυπικά ήταν κάτοχοι αυτών. Η Γενική Γραμματέας, μετά από εποικοδομητική συνεργασία με τον Συνήγορο του Πολίτη και την Ελληνική Αστυνομία, έδωσε οδηγίες στις αρμόδιες Υπηρεσίες, σύμφωνα με τις οποίες, τα επιβατικά αυτοκίνητα οχήματα που καταχωρούνται στην Εθνική Βάση Δεδομένων της Ελληνικής Αστυνομίας «Απολεσθέντα, ανευρεθέντα, κλαπέντα αντικείμενα και αναζητήσεις προσώπων και πραγμάτων» με δήλωση μη μεταβίβασης οχήματος και μετά από σχετική βεβαίωση που θα εκδίδεται από την Τροχαία και η οποία θα πρέπει να προσκομίζεται στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. μαζί με αίτηση, τίθενται σε αναγκαστική ακινησία από την ημερομηνία συντέλεσης του συμβάντος όπως αυτή προκύπτει από την ανωτέρω βεβαίωση. Η θέση του οχήματος σε αναγκαστική ακινησία συνεπάγεται και την διαγραφή των οφειλόμενων τελών κυκλοφορίας, από την ημερομηνία που προκύπτει από τη βεβαίωση της Αστυνομίας.

Πηγή:http://www.taxheaven.gr/news/news/view/id/24216

17

Ιούν

2015

Εις ολόκληρον ευθύνη απλών μετόχων νομικών προσώπων με ποσοστό συμμετοχής 10% για την καταβολή οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών

Εις ολόκληρον ευθύνη απλών μετόχων νομικών προσώπων με ποσοστό  συμμετοχής 10% για την καταβολή οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών

Με το άρθρο  31 του  ν. 4321/2015- Ρυθμίσεις για την επανεκκίνηση της οικονομίας-  προβλέπεται ότι  :

  1. Τα πρόσωπα που είναι νόμιμοι εκπρόσωποι, πρόεδροι, διαχειριστές, διευθύνοντες σύμβουλοι, εντεταλμένοι  στη διοίκηση και εκκαθαριστές των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων ,όπως αυτές προσδιορίζονται στο άρθρο 3 του ν. 4174/2013 ,Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας (Α΄170), κατά το χρόνο της διάλυσης ή συγχώνευσης τους, ευθύνονται προσωπικά και αλληλέγγυα και εις ολόκληρο για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών, προσθέτων τελών, προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων που οφείλονται από αυτά τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσης τους .Στα νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες που συγχωνεύονται ,ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον μαζί με τα πιο πάνω πρόσωπα, για την πληρωμή των κατά το προηγούμενο εδάφιο οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών του διαλυόμενου νομικού προσώπου και εκείνο ή εκείνη η νομική οντότητα που το απορρόφησε ή το νέο νομικό πρόσωπο ή η νέα νομική οντότητα που συστήθηκε, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσης τους.  Η προσωπική και αλληλέγγυα ευθύνη των προσώπων που έχουν τις παραπάνω ιδιότητες για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών, πρόσθετων  τελών, προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων που οφείλονται από τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες υπάρχει και κατά τη διάρκεια λειτουργίας του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας που εκπροσωπούν.
  2.  Αν κατά το χρόνο διάλυσης νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας δεν έχουν εξοφληθεί όλες οι υποχρεώσεις του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, οι , κατά το χρόνο διάλυσης αυτών, μέτοχοι ή εταίροι κεφαλαιουχικών εταιρειών με ποσοστό συμμετοχής τουλάχιστον δέκα (10%) τοις εκατό ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο ή τη νομική οντότητα για την καταβολή των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών, προσθέτων τελών, προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων. Επίσης και κάθε πρόσωπο που υπήρξε μέτοχος ή εταίρος κεφαλαιουχικών εταιρειών με ποσοστό συμμετοχής τουλάχιστον δέκα (10%) τοις εκατό, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο ή τη νομική οντότητα για την καταβολή των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών, προσθέτων τελών, προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων, που δημιουργήθηκαν κατά τη χρονική περίοδο της ιδιότητας του μετόχου ή εταίρου. Οι ρυθμίσεις της παραγράφου αυτής δεν ισχύουν για νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ή αναγνωρισμένο χρηματιστήριο σε άλλο κράτος – μέλος της Ε.Ε
  3.  Τα πρόσωπα που κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου ευθύνονται προσωπικά και αλληλέγγυα για τις οφειλές νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας προς  Φ.Κ.Α., κατ’ εξαίρεση, είναι δυνατό να εξοφλήσουν αυτοτελώς τις οφειλές του νομικού προσώπου προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης  (Φ.Κ.Α.), που υπήρχαν κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους, καθώς και αυτές που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας τους, ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσής τους. Στην περίπτωση αυτή αναστέλλεται η λήψη ή η εκτέλεση κάθε αναγκαστικού μέτρου σε βάρος τους και χορηγείται σε αυτούς αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας για κάθε χρήση.
  4.  Πρόσωπα ευθυνόμενα για την καταβολή ασφαλιστικών οφειλών εκ μέρους του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας σύμφωνα με το παρόν άρθρο, δύνανται να ασκήσουν έναντι των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, παράλληλα με το νομικό πρόσωπο ή τη νομική οντότητα, οποιοδήποτε δικαίωμα θα είχε στη διάθεσή του το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα
  5.  Το άρθρο αυτό ισχύει από την ημερομηνία κατάργησης του άρθρου 115 του  του ν. 2238/1994 για τα πρόσωπα που ήταν υπεύθυνα με βάση τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 2556/1997  (Α΄270) όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 69 του ν. 2676/1999 (Α 1) .Για τα υπόλοιπα πρόσωπα ισχύει από την ψήφιση του παρόντος

Με τις πιο πάνω ρυθμίσεις επαναλαμβάνεται η ίδια παράλογη λογική της εις ολόκληρον ευθύνης προσώπων που δεν μετέχουν στην διοίκηση  και στη λήψη αποφάσεων των εταιριών,   που προβλέπεται στο άρθρο 50 &3-4 του Ν. 4174/2013 (Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας)  με το οποίο  θεσπίστηκε η προσωπική ευθύνη  των απλών μετόχων   ανωνύμου εταιρίας ή των  απλών  εταίρων  εταιρίας περιορισμένης ευθύνης  -διαφορετική από αυτήν των  προσώπων που ασκούν  την  διοίκηση των κεφαλαιουχικών εταιριών – για τις οφειλές έναντι του Δημοσίου .Και με το άρθρο 50  του ως άνω νόμου  ,οι προϋποθέσεις  της ευθύνης αυτής έναντι του Δημοσίου  , η οποία λειτουργεί αλληλεγγύως  με την αντίστοιχη του νομικού προσώπου, είναι η συμμετοχή του προσώπου στην εταιρία, κατά το χρόνο λύσης της ,  με ποσοστό συμμετοχής τουλάχιστον 10%  και φυσικά η λύση της εταιρίας  και η ύπαρξη ανεξόφλητων φορολογικών υποχρεώσεων. Ωστόσο, στον 4174/2013  τίθεται ένας περιορισμός της  αλληλέγγυας αυτής  ευθύνης  και έτσι η ευθύνη των απλών κατά τα ως άνω μετόχων ή  εταίρων ,με ποσοστό 10% κατά τη λύση του νομικού προσώπου  είναι περιορισμένη μέχρι του ποσού των αναληφθέντων κερδών ή των απολήψεων σε μετρητά ή σε είδος λόγω της ιδιότητας του μετόχου ή  εταίρου κατά τα τρία τελευταία έτη προ τη λύσης του. Συνδέεται, συνεπώς, η εις ολόκληρον ευθύνη των απλών μετόχων  έναντι του Δημοσίου με την κερδοφορία της εταιρίας, σε μια λογική τουλάχιστον να μην αποφευχθεί η πληρωμή από όσους  πράγματι εσοδεύτηκαν κέρδη από την εταιρία που οφείλει. Ακόμα όμως και αυτή η ελάχιστη πρόβλεψη προς μια σωστή κατεύθυνση , απουσιάζει από τις νέες ρυθμίσεις που προβλέπουν την εις ολόκληρον ευθύνη για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών  χωρίς καμία συσχέτιση με την κερδοφορία της εταιρίας με αποτέλεσμα να επιβαρύνονται υπέρμετρα πρόσωπα που δεν έχουν καμιά δυνατότητα να επηρεάσουν τις αποφάσεις περί πληρωμών.

Μαρούσα Πρωτοπαπαδάκη-Δικηγόρος

 

 

13

Ιούν

2015

ΟΔΗΓΙΑ 2014/17 ΕΕ της 4ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία- Η οδηγία για τον "υπεύθυνο δανεισμό"

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης  , αντιλαμβανόμενα στο πλαίσιο της  χρηματοπιστωτικής κρίσης ότι η ανεύθυνη συμπεριφορά των συμμετοχόντων στην αγορά  μπορεί να υπονομεύ­σει τα θεμέλια του χρηματοοικονομικού συστήματος, οδη­γώντας σε έλλειψη εμπιστοσύνης εκ μέρους όλων των πλευ­ρών, ιδίως των καταναλωτών, και, δυνητικά, σε σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες, εξέδωσε την ΟΔΗΓΙΑ 2014/17 ΕΕ  της 4ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2013/36/EEκαι του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Από το προοίμιο της οδηγίας καθίσταται σαφές ότι από καιρό εντοπίστηκαν μια σειρά προβλημάτων  στις αγορές ενυπόθη­κης πίστης εντός της Ένωσης τα οποία οφείλονται στις ανεύθυνες πρακτικές χορήγησης και λήψης δανείων και στα περιθώρια ανεύθυνης συμπεριφοράς εκ μέρους συμμετεχόντων στην αγορά, συμπεριλαμβανομένων των μεσιτών πιστώσεων και των μη πιστωτικών ιδρυμάτων

Σκοπός της οδηγίας είναι η θέσπιση ενός επαρκώς εναρμονισμένου ενωσιακού νομικού πλαισίου στις χώρες- μέλη που θα εξασφαλίσει βιώσιμη χορήγηση και λήψη δανείων και ταυτόχρονα υψηλό επίπεδο προστασίας καταναλωτή. Για να καταστεί δε δυνατή η επιδιωκόμενη προστασία ,δίνεται ιδιαίτερη σημασία στην επάρκεια και το αυξημένο γνωστικό επίπεδο του προσωπικού των πιστωτικών φορέων , στην εκτενή  και έγκαιρη πληροφόρηση των καταναλωτών σχετικά με τα προτεινόμενα δάνεια αλλά και στην επίγνωση των κινδύνων που αναλαμβάνουν .

Βασική προϋπόθεση , σύμφωνα με την οδηγία,  για να δια­σφαλιστεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών είναι η απαίτηση να επιδείξει ο κλάδος  των πιστωτικών φορέων υψηλό βαθμό δικαιοσύνης, εντιμότη­τας και επαγγελματισμού, να έχει κατάλληλη διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων, συμπεριλαμβα-νομένων εκείνων που σχετίζονται με την αμοιβή, και να παρέχει συμβουλές προς όφελος του καταναλωτή. Στην κατεύθυνση αυτή  προβλέπονται κανόνες για την αμοιβή του προσωπικού με το σκοπό να περιοριστούν οι κακόβουλες πρακτικές πώλησης και να εξασφαλιστεί ότι ο τρόπος αμοιβής του προσωπικού δεν το εμποδίζει να συμμορφώνεται με την υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα του καταναλωτή.

Επιπλέον δίνεται έμφαση σε ένα ιδιαίτερα κρίσιμο στοιχείο των τραπεζικών συμβάσεων :Πριν από την σύναψη μιας σύμβασης πίστωσης είναι αναγκαίο, σύμφωνα με την Οδηγία, να εκτιμάται και να επαληθεύεται η ικανότητα και η διάθεση του καταναλωτή να εξοφλήσει το δάνειο. Αυτή η αξιολόγηση της πιστοληπτικής του ικανότητας θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλους εκείνους τους παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη δυνατότητα του καταναλωτή να εξοφλήσει την πίστωση καθ’ όλη τη διάρκεια της .Και ακόμα πιο ενδιαφέρουσα η σχετική πρόβλεψη για τους εγγυητές : Η απόφαση του πιστωτικού φορές ως προς τη χορήγηση της πίστωσης θα πρέπει να συμβαδίζει με το αποτέλεσμα της αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας .Η δυνατότητα του πιστωτικού φορέα να μεταβιβάσει τμήμα του πιστωτικού κινδύνου σε τρίτο δεν θα πρέπει να τον κάνει να αγνοεί τα συμπεράσματα της αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας και να προτείνει σύμβαση πίστωσης σε καταναλωτή ο οποίος κατά πάσα πιθανότητα δεν θα είναι σε θέση να την εξοφλήσει.  

Η Οδηγία, ακόμα , στον 9ο κεφάλαιο , περιλαμβάνει διατάξεις για τα δάνεια σε ξένο νόμισμα  στη λογική αποτροπής επανεμφάνισης προβλημάτων παρόμοιων με όσων δημιουργήθηκαν σε όλη την Ευρώπη από τα γνωστά δάνεια σε ελβετικό φράγκο.

Στις τελικές διατάξεις της Οδηγίας προβλέπεται η μέριμνα των κρατών –μελών για τη θέσπιση ενδεδειγμένων και αποτελεσματικών διαδικασιών καταγγελίας και επανόρθωσης για την εξωδικαστική επίλυση διαφορών μεταξύ καταναλωτών και πιστωτικών φορέων,μεσιτών πιστώσεων και εντεταλμένων αντιπροσώπων σχετικά με συμβάσεις πίστωσης ,χρησιμοποιώντας όπου ενδείκνυται υφιστάμενα όργανα.

Τα Κράτη –μέλη οφείλουν να θεσπίσουν και να δημοσιεύσουν το αργότερο ως 21 Μαρτίου 2016 τις αναγκαίες νομοθετικές ,κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την Οδηγία 2014/17. Για προφανείς λόγους η ως άνω Οδηγία δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις πίστωσης που ισχύουν πριν από τις 21 Μαρτίου 2016 .

Μαρούσα Πρωτοπαπαδάκη-Δικηγόρος

 

13

Ιούν

2015

Οδηγία 2014/17ΕΕ της 4ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης  , αντιλαμβανόμενα στο πλαίσιο της  χρηματοπιστωτικής κρίσης ότι η ανεύθυνη συμπεριφορά των συμμετοχόντων στην αγορά  μπορεί να υπονομεύ­σει τα θεμέλια του χρηματοοικονομικού συστήματος, οδη­γώντας σε έλλειψη εμπιστοσύνης εκ μέρους όλων των πλευ­ρών, ιδίως των καταναλωτών, και, δυνητικά, σε σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες, εξέδωσε την ΟΔΗΓΙΑ 2014/17 ΕΕ  της 4ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2013/36/EEκαι του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Από το προοίμιο της οδηγίας καθίσταται σαφές ότι από καιρό εντοπίστηκαν μια σειρά προβλημάτων  στις αγορές ενυπόθη­κης πίστης εντός της Ένωσης τα οποία οφείλονται στις ανεύθυνες πρακτικές χορήγησης και λήψης δανείων και στα περιθώρια ανεύθυνης συμπεριφοράς εκ μέρους συμμετεχόντων στην αγορά, συμπεριλαμβανομένων των μεσιτών πιστώσεων και των μη πιστωτικών ιδρυμάτων

Σκοπός της οδηγίας είναι η θέσπιση ενός επαρκώς εναρμονισμένου ενωσιακού νομικού πλαισίου στις χώρες- μέλη που θα εξασφαλίσει βιώσιμη χορήγηση και λήψη δανείων και ταυτόχρονα υψηλό επίπεδο προστασίας καταναλωτή. Για να καταστεί δε δυνατή η επιδιωκόμενη προστασία ,δίνεται ιδιαίτερη σημασία στην επάρκεια και το αυξημένο γνωστικό επίπεδο του προσωπικού των πιστωτικών φορέων , στην εκτενή  και έγκαιρη πληροφόρηση των καταναλωτών σχετικά με τα προτεινόμενα δάνεια αλλά και στην επίγνωση των κινδύνων που αναλαμβάνουν .

Βασική προϋπόθεση , σύμφωνα με την οδηγία,  για να δια­σφαλιστεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών είναι η απαίτηση να επιδείξει ο κλάδος  των πιστωτικών φορέων υψηλό βαθμό δικαιοσύνης, εντιμότη­τας και επαγγελματισμού, να έχει κατάλληλη διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων, συμπεριλαμβα-νομένων εκείνων που σχετίζονται με την αμοιβή, και να παρέχει συμβουλές προς όφελος του καταναλωτή. Στην κατεύθυνση αυτή  προβλέπονται κανόνες για την αμοιβή του προσωπικού με το σκοπό να περιοριστούν οι κακόβουλες πρακτικές πώλησης και να εξασφαλιστεί ότι ο τρόπος αμοιβής του προσωπικού δεν το εμποδίζει να συμμορφώνεται με την υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα του καταναλωτή.

Επιπλέον δίνεται έμφαση σε ένα ιδιαίτερα κρίσιμο στοιχείο των τραπεζικών συμβάσεων :Πριν από την σύναψη μιας σύμβασης πίστωσης είναι αναγκαίο, σύμφωνα με την Οδηγία, να εκτιμάται και να επαληθεύεται η ικανότητα και η διάθεση του καταναλωτή να εξοφλήσει το δάνειο. Αυτή η αξιολόγηση της πιστοληπτικής του ικανότητας θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλους εκείνους τους παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη δυνατότητα του καταναλωτή να εξοφλήσει την πίστωση καθ’ όλη τη διάρκεια της .Και ακόμα πιο ενδιαφέρουσα η σχετική πρόβλεψη για τους εγγυητές : Η απόφαση του πιστωτικού φορές ως προς τη χορήγηση της πίστωσης θα πρέπει να συμβαδίζει με το αποτέλεσμα της αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας .Η δυνατότητα του πιστωτικού φορέα να μεταβιβάσει τμήμα του πιστωτικού κινδύνου σε τρίτο δεν θα πρέπει να τον κάνει να αγνοεί τα συμπεράσματα της αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας και να προτείνει σύμβαση πίστωσης σε καταναλωτή ο οποίος κατά πάσα πιθανότητα δεν θα είναι σε θέση να την εξοφλήσει.  

Η Οδηγία, ακόμα , στον 9ο κεφάλαιο , περιλαμβάνει διατάξεις για τα δάνεια σε ξένο νόμισμα  στη λογική αποτροπής επανεμφάνισης προβλημάτων παρόμοιων με όσων δημιουργήθηκαν σε όλη την Ευρώπη από τα γνωστά δάνεια σε ελβετικό φράγκο.

Στις τελικές διατάξεις της Οδηγίας προβλέπεται η μέριμνα των κρατών –μελών για τη θέσπιση ενδεδειγμένων και αποτελεσματικών διαδικασιών καταγγελίας και επανόρθωσης για την εξωδικαστική επίλυση διαφορών μεταξύ καταναλωτών και πιστωτικών φορέων,μεσιτών πιστώσεων και εντεταλμένων αντιπροσώπων σχετικά με συμβάσεις πίστωσης ,χρησιμοποιώντας όπου ενδείκνυται υφιστάμενα όργανα.

Τα Κράτη –μέλη οφείλουν να θεσπίσουν και να δημοσιεύσουν το αργότερο ως 21 Μαρτίου 2016 τις αναγκαίες νομοθετικές ,κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την Οδηγία 2014/17. Για προφανείς λόγους η ως άνω Οδηγία δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις πίστωσης που ισχύουν πριν από τις 21 Μαρτίου 2016 .

Μαρούσα Πρωτοπαπαδάκη-Δικηγόρος

 

 

 

12

Ιούν

2015

Η επιβολή διοικητικών προστίμων σε όσους έχουν αθωωθεί αμετάκλητα σε ποινική δίκη για την ίδια παράβαση συνιστά παράβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Με την απόφαση του στην υπόθεση Καπετάνιος κ.α. κατά Ελλάδος το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι η επιβολή διοικητικού προστίμου για τις ίδιες πράξεις για τις οποίες οι προσφεύγοντες είχαν αθωωθεί αμετάκλητα από το ποινικό Δικαστήριο, συνιστά παράβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων.Η υπόθεση αφορούσε την επιβολή μεγάλων διοικητικών προστίμων  για υποθέσεις λαθρεμπορίας , για τα οποία πρόστιμα είχαν ασκηθεί ένδικα μέσα τα οποία απορρίφθηκαν ενώ τα άτομα που κατηγορούνταν για το λαθρεμπόριο  είχαν αθωωθεί προγενέστερα  αμετάκλητα για το αντίστοιχο ποινικό αδίκημα.

Το Δικαστήριο έκρινε ειδικότερα πως το γεγονός ότι επιβλήθηκαν διοικητικά πρόστιμα σε βάρος των προσώπων, παρά το γεγονός ότι είχαν αθωωθεί από τα ποινικά δικαστήρια για την ίδια  παράβαση σε σχέση με το ίδιο σύνολο πραγματικών περιστατικών ,ήταν αντίθετο τόσο προς το δικαίωμα του τεκμηρίου της αθωότητας όσο και με το δικαίωμα να μην δικάζεται ή να μην τιμωρείται κανείς ποινικά δύο φορές (ne bis in idem).Η ίδια απόφαση περιέχει και μια ακόμα ενδιαφέρουσα κρίση: Δε θα υπήρχε θέμα παράβασης αν διοικητική και ποινική δίκη αποτελούσαν ένα ενιαίο σύνολο ή αν η ποινική δίκη αναστέλλονταν μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας.  

 

10

Ιούν

2015

Τα δικαιώματα των ασθενών

 

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΑΣΘΕΝΩΝ ΜΕ ΚΑΡΚINO

  Το δικαίωμα στην υγεία

Ένα από τα βασικότερα ανθρώπινα δικαιώματα είναι το δικαίωμα στην υγεία , βασική υποχρέωση που το κράτος οφείλει να παρέχει στους  πολίτες του. Αγαθό συνταγματικά κατοχυρωμένο και στην Ελλάδα όπως και σε δεκάδες άλλες χώρες .Για τα δικαιώματα των ασθενών έχουν αναληφθεί πολλές πρωτοβουλίες σε αρκετά κράτη  τα τελευταία χρόνια. 

Τα δικαιώματα των ασθενών, όπως εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς,είναι ένα θέμα που αναπτύχθηκε ουσιαστικά μετά τον Β Παγκόσμιο πόλεμο.Ξεκινώντας από γενικές διακηρύξεις όπως της Γενεύης το 1948 όπου ορίζεται  η υποχρέωση του γιατρού να παρέχει τις υπηρεσίες του στους ασθενείς ανεξάρτητα από φύλο, εθνικότητα,φυλή ,να σέβεται τα μυστικά του και να τα διαφυλάσσει ακόμα και μετά το θάνατο του ,ακολουθεί ένα χρόνο μετά ο Διεθνής Κώδικας Ιατρικής Ηθικής  με τα ίδια δικαιώματα αλλά και  αυτά της ενημέρωσης και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Στην Αμερική ήδη από το 1973 ψηφίζεται ο Κώδικας Δικαιωμάτων του Ασθενούς ,ενώ από τις ευρωπαϊκές χώρες πρωτοπορεί η Γαλλία .Το 1981 ακολουθεί η διακήρυξη της Λισσαβώνας .

Η Ελλάδα ,παρά τη γενική έκπληξη που μπορεί να προκαλεί αυτό, ήταν η πρώτη χώρα της Ευρώπης που διατύπωσε σε νόμο τα δικαιώματα των ασθενών με επόμενη την Ιρλανδία

Η δημιουργία νομοθετικού πλαισίου για την κατοχύρωση αυτών των δικαιωμάτων , η γνώση τους από τους εμπλεκόμενους στο χώρο της υγείας, αλλά και  η  ουσιαστική  διεκδίκηση και  άσκηση αυτών  απ΄τους ίδιους τους ασθενείς συνδέονται άρρηκτα με την αναβάθμιση της ποιότητας στη φροντίδα υγείας και την, κατά το δυνατόν μεγαλύτερη, ικανοποίηση του ασθενούς.  

Ας δούμε παρακάτω τα βασικά νομοθετήματα που ισχύουν με  αναφορά και ανάλυση των βασικότερων σημείων τους

 

 

Νόμος 2071/1992 άρθρο 47

 

Το άρθρο 47 του νόμου 2071/1992 για πρώτη φορά καταγράφει αναλυτικά τα δικαιώματα του νοσοκομειακού ασθενούς για τη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια περίθαλψη .Πρόκειται για ένα νόμο που συγκεκριμενοποίησε  το νομοθετικό πλαίσιο για την επίλυση  των διαρκών προβλημάτων στα νοσοκομεία καθώς μέχρι τότε οι όποιες αξιώσεις των ασθενών δημιουργούσαν σοβαρή αναστάτωση στις υπηρεσίες υγείας οι οποίες αδυνατούσαν να αντιμετωπίσουν τα σχετικά ζητήματα.

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΚΑΙ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ

Αρθρο 47

Τα δικαιώματα του νοσοκομειακού ασθενούς

 

   1.  Ο  ασθενής  έχει  το  δικαίωμα  προσεγγίσεως  στις υπηρεσίες του  νοσοκομείου, τις πλέον κατάλληλες για τη φύση της ασθενείας του.

 

   2. Ο ασθενής έχει το δικαίωμα της παροχής φροντίδας σ`αυτόν  με  τον  οφειλόμενο  σεβασμό  στην  ανθρώπινη  αξιοπρέπεια του. Αυτή η φροντίδα περιλαμβάνει όχι  μόνο  την  εν  γένει  άσκηση  της  ιατρικής  και  της νοσηλευτικής,  αλλά  και  τις  παραϊατρικές  υπηρεσίες,  την διαμονή, την κατάλληλη μεταχείριση και την  αποτελεσματική  διοικητική  και τεχνική εξυπηρέτηση.

   3.  Ο  ασθενής  έχει  το  δικαίωμα να συγκατατεθεί ή να αρνηθεί κάθε  διαγνωστική ή θεραπευτική πράξη του πρόκειται να διενεργηθεί σε αυτόν.  Σε περίπτωση ασθενούς με μερική  ή  πλήρη  διανοητική  ανικανότητα,  η  άσκηση  αυτού  του  δικαιώματος  γίνεται  από το πρόσωπο που κατά νόμο ενεργεί για λογαριασμό του.

 4. Ο ασθενής δικαιούται να ζητήσει να  πληροφορηθεί  ότι  αφορά  την  κατάστασή   του.  Το  συμφέρον  του  ασθενούς  είναι  καθοριστικό  και  εξαρτάται από την πληρότητα  και  ακρίβεια  των  πληροφοριών  που  του δίνονται.  Η  πληροφόρηση  του  ασθενούς  πρέπει  να  του επιτρέπει να σχηματίσει πλήρη  εικόνα  των  ιατρικών,  κοινωνικών  και  οικονομικών παραμέτρων  της καταστάσεώς του και να λαμβάνει αποφάσεις ο ίδιος ή να μετέχει  στη  λήψη  αποφάσεων  που  είναι  δυνατό  να  προδικάσουν  τη μετέπειτα ζωή του.

 

   5.  Ο  ασθενής  ή ο εκπρόσωπός του σε περίπτωση εφαρμογής της παρ.3,  έχει το δικαίωμα να πληροφορηθεί, πλήρως και εκ των προτέρων για  τους κινδύνους  που  ενδέχεται  να  παρουσιασθούν ή να προκύψουν εξ αφορμής εφαρμογής  σε  αυτόν  ασυνήθων   ή   πειραματικών   διαγνωστικών   και θεραπευτικών  πράξεων.  Η  εφαρμογή  των  πράξεων  αυτών  στον  ασθενή λαμβάνει χώρα μόνο ύστερα από συγκεκριμένη συγκατάθεση  του  ιδίου.  Η συγκατάθεση αυτή μπορεί να ανακληθεί από τον ασθενή ανά πάσα στιγμή. Ο ασθενής  πρέπει  να  αισθάνεται τελείως ελεύθερος στην απόφαση του, να δεχθεί ή να απορρίψει, κάθε συνεργασία του με σκοπό την έρευνα  ή  την εκπαίδευση.  Η  συγκατάθεσή του για τυχόν συμμετοχή του είναι δικαίωμά του και μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή.

 

6. Ο ασθενής  έχει  το  δικαίωμα  στο  μέτρο  και  στις  πραγματικές  συνθήκες  που αυτό είναι δυνατόν, προστασίας της ιδιωτικής του ζωής. Ο  απόρρητος χαρακτήρας των πληροφοριών και του περιεχομένου των εγγράφων που τον αφορούν, του φακέλου των ιατρικών  σημειώσεων  και  ευρημάτων,  πρέπει να είναι εγγυημένος.

 

   7.  Ο  ασθενής  έχει  το  δικαίωμα του σεβασμού και της αναγνωρίσεως  σ`αυτόν των θρησκευτικών και ιδεολογικών του πεποιθήσεων.

 

   8. Ο ασθενής έχει το δικαίωμα να παρουσιάσει ή να καταθέσει αρμοδίως διαμαρτυρίες και ενστάσεις και ενστάσεις και να λάβει πλήρη γνώση των επ’ αυτών ενεργειών και αποτελεσμάτων  

                       

Νόμος 2691/1998

κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου σε σχέση με τις εφαρμογές της Βιολογίας και της Ιατρικής

 

Με το άρθρο 5 του ν. 2691/1998 καθιερώνεται ρητά η ελεύθερη συναίνεση του ασθενούς ως προϋπόθεση για κάθε επέμβαση  και η ενημέρωση του προσώπου θα την υποστεί για τον σκοπό και τη φύση της , καθώς και για τα επακόλουθα και τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται.

Με το άρθρο 10 του ίδιου νόμου καθιερώνεται το δικαίωμα όλων των ασθενών να ενημερώνονται  για την κατάσταση της υγείας τους ενώ παράλληλα υποχρεώνει να γίνονται σεβαστές οι επιθυμίες των ανθρώπων που επιλέγουν να μην ενημερώνονται σχετικά.

 

 

                Ν 3418/2005: Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας

 

Οι διατάξεις του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας εφαρμόζονται κατά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος και την παροχή υπηρεσιών πρωτοβάθμιας , δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας φροντίδας υγείας στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα και ανεξάρτητα από τον τρόπο ή τη μορφή άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος ατομικά ή ομαδικά ή με τη μορφή ιατρικής εταιρείας , ως ελεύθερο επάγγελμα ή όχι. Ο κώδικας , με λίγα λόγια, σε αντίθεση  με το άρθρο 47 που προαναφέρθηκε , αφορά όλες τις περιπτώσεις παροχόμενης ιατρικής φροντίδας.   

 

Στον Κώδικα πέρα από τους γενικούς ορισμούς και τους γενικούς κανόνες άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος , όπου  ορθώς γίνεται λόγος για την άσκηση της ιατρικής ως λειτούργημα ,για την ηθική και επιστημονική ανεξαρτησία του γιατρού, περιλαμβάνονται διατάξεις για την εξασφάλιση ποιότητας , ασφάλειας και αποτελεσματικότητας , γίνεται εκτενής αναφορά στα ιατρικά πιστοποιητικά , τις ιατρικές γνωματεύσεις, το ιατρικό απόρρητο . Μετά ακολουθούν ωστόσο τα πιο βασικά  και τα  πιο ουσιαστικά άρθρα με πρώτο το άρθρο 8 που αναφέρεται στην ιατρική ως σχέση εμπιστοσύνης και σεβασμού  :  Η συμπεριφορά του ιατρού προς τον ασθενή του ,ορίζει το άρθρο 8, πρέπει να είναι αυτή που  προσήκει και αρμόζει στην επιστήμη του και την αποστολή του λειτουργήματός του. Ο ιατρός φροντίζει για την ανάπτυξη σχέσεων αμοιβαίας εμπιστοσύνης και σεβασμού μεταξύ αυτού και του χρήστη ασθενή. Ακούει τους ασθενείς του, τους συμπεριφέρεται με σεβασμό και κατανόηση και σέβεται τις απόψεις, την ιδιωτικότητα και την αξιοπρέπειά τους.

Και από τα άρθρα που ακολουθούν για τις υποχρεώσεις του ιατρού προς τον ασθενή , να ξεχωρίσουμε πέρα από την προφανή προτεραιότητα στην προστασία της υγείας του ασθενούς, και να σταθούμε λίγο στην υποχρέωση ενημέρωσης του άρθρου 11 και στη συναίνεση του ενημερωμένου ασθενή του επόμενου άρθρου 12 , δικαιώματα που προβλέπονταν και στο άρθρο 47 του ν2071/1992.

 Πρόκειται για σαφή πλέον οριοθέτηση  της σχέσης γιατρού-ασθενούς: Ο γιατρός δεν είναι αυτός που μόνος θα λάβει την απόφαση για τη θεραπεία του ασθενούς –το παλιό πατερναλιστικό μοντέλο, που κυριάρχησε ως τη δεκαετία του 1960, όπου ο γιατρός αποφάσιζε για την πορεία της υγείας του ασθενούς , έπαψε να υπάρχει.

Βασικό δικαίωμα του ασθενούς και αντίστοιχη υποχρέωση του γιατρού  είναι η Υποχρέωση ενημέρωσης

Σύμφωνα με το άρθο 11 Ο ιατρός έχει καθήκον αληθείας προς τον ασθενή. Οφείλει να ενημερώνει πλήρως και κατανοητά τον ασθενή για την πραγματική κατάσταση της υγείας του, το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της προτεινόμενης ιατρικής πράξης, τις συνέπειες και τους ενδεχόμενους κινδύνους ή επιπλοκές από την εκτέλεσή της, τις εναλλακτικές προτάσεις, καθώς και για τον πιθανό χρόνο αποκατάστασης, έτσι ώστε ο ασθενής να μπορεί να σχηματίζει πλήρη εικόνα των ιατρικών, κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων και συνεπειών της κατάστασής του και να προχωρεί, ανάλογα, στη λήψη αποφάσεων.

Υπάρχει βέβαια και ο ασθενής που επιλέγει να μην ενημερωθεί .Και αυτήν την επιθυμία οφείλει να σεβαστεί ο ιατρός. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ασθενής έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον ιατρό να ενημερώσει αποκλειστικά άλλο ή άλλα πρόσωπα, που ο ίδιος θα υποδείξει, για την κατάσταση της υγείας του, το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της προτεινόμενης ιατρικής πράξης, τις συνέπειες ή και τους κινδύνους από την εκτέλεσή της, καθώς και για το βαθμό πιθανολόγησής τους.

 

Και ο κώδικας δεοντολογίας πηγαίνει πέρα και μετά την ενημέρωση : Στη  Συναίνεση του ενημερωμένου ασθενή

Πρόκειται για θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα που αναλύεται εκτενώς στο άρθρο 12 του Κώδικα :Ο ιατρός δεν επιτρέπεται να προβεί στην εκτέλεση οποιασδήποτε ιατρικής πράξης χωρίς την προηγούμενη συναίνεση του ασθενή. Για να είναι ,ωστόσο , έγκυρη η παρεχόμενη συναίνεση ,πρέπει να συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις:

α) Να παρέχεται μετά από πλήρη, σαφή και κατανοητή ενημέρωση, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο.

Να χρησιμοποιούνται δηλαδή ιατρικοί όροι αλλά παράλληλα να δίδεται στον ασθενή με έναν τρόπο που να είναι αντιληπτός από τον ίδιο η πληροφορία που πρέπει να έχει

 β) Ο ασθενής να έχει ικανότητα για συναίνεση( προβλέπονται ειδικές ρυθμίσεις για ανηλίκους και ανίκανους για δικαιοπραξία)

 γ) Η συναίνεση να μην είναι αποτέλεσμα πλάνης, απάτης ή απειλής και να μην έρχεται σε σύγκρουση με τα χρηστά ήθη.

 δ) Η συναίνεση να καλύπτει πλήρως την ιατρική πράξη και κατά το συγκεκριμένο περιεχόμενό της και κατά το χρόνο της εκτέλεσής της.

Εννοείται ότι υπάρχουν προβλέψεις για κατ’ εξαίρεση μη απαιτούμενης συναίνεσης σε επείγουσες περιπτώσεις όπου συντρέχει κατεπείγουσα ανάγκη παροχής ιατρικής φροντίδας

 

Όχι λιγότερο σημαντική είναι η διάταξη του Κώδικα δεοντολογίας για τη συγκρότηση Ιατρικών Συμβουλίων.Με το  άρθρο 12 του Κώδικα  προβλέπεται η συγκρότηση του Ιατρικού ΣΥμβουλίου με πρωτοβουλία είτε του γιατρού είτε του ασθενούς είτε των οικείων του .Οι διατάξεις είναι ενδιαφέρουσες :

 

Ο θεράπων ιατρός μπορεί να υποδείξει σύμβουλο της επιλογής του. Είναι όμως υποχρεωμένος να αφήσει στην οικογένεια ελευθερία επιλογής με βάση το συμφέρον του αρρώστου και τις μεταξύ τους σχέσεις εμπιστοσύνης. Εάν ο ασθενής ή οι οικείοι του επιλέξουν ως σύμβουλο ιατρό με τον οποίο ο θεράπων ιατρός δεν διατηρεί αγαθές επαγγελματικές σχέσεις, ο τελευταίος μπορεί να αποσύρεται χωρίς δικαιολογία. Το ίδιο ισχύει προκειμένου για την εκλογή ειδικού ιατρού, εργαστηριακού ή κλινικού.

 Εάν προκύψει διαφορά γνωμών, ο θεράπων ιατρός μπορεί είτε να αποδεχθεί τη γνώμη του συμβούλου ιατρού είτε, εφόσον την κρίνει άστοχη ή επιζήμια, να αποποιηθεί την ευθύνη. Στην περίπτωση αυτή γνωστοποιεί τη διαφωνία του στον ασθενή ή στην οικογένειά του και ζητεί τη συγκρότηση άλλου συμβουλίου, εάν το κρίνει σκόπιμο και προς το συμφέρον του ασθενή. Εφόσον η οικογένεια προτιμήσει τη γνώμη του συμβούλου ή αποκρούσει τη σύσταση νέου συμβουλίου, ο θεράπων ιατρός δικαιούται να αποσυρθεί.

Όταν παρουσιάζεται ανάγκη πρόσκλησης ειδικού ιατρού ή χειρουργού, ο θεράπων ιατρός μπορεί να υποδείξει τους καταλληλότερους κατά την κρίση του, δεν επιτρέπεται όμως να παραβλέψει τις προτιμήσεις του ασθενή, παρά μόνον σε περίπτωση προσωπικής διάστασης ή αδυναμίας να συνεργασθεί με τον ειδικό ιατρό ή τον χειρουργό που προτιμά ο ασθενής. Το ίδιο ισχύει και προκειμένου για την εκλογή θεραπευτηρίου, εργαστηρίου και νοσηλευτικού ιδρύματος.

Θα ήταν λάθος να μη γίνει αναφορά και στις διατάξεις που προσδιορίζουν το πλαίσιο λήψης των αποφάσεων στο τέλος της ζωής όπου εδώ η ιατρική φροντίδα ,στην πλέον ανθρωπιστική έκφανση της , κατευθύνεται στην ανακούφιση του ασθενούς από τους ψυχοσωματικούς πόνους, στοχεύοντας στην παρηγορητική αγωγή με σεβασμό στην διατήρηση της αξιοπρέπειας του ασθενούς που βρίσκεται στο τέλος της ζωής

              Όργανα προστασίας δικαιωμάτων  ασθενών

Το 1997 με το νόμο 2519 καθιερώθηκαν τα Όργανα Προστασίας Δικαιωμάτων Ασθενών και άρχισε ουσιαστικά η προώθηση και η διάδοση του θεσμού

Ειδικότερα με το άρθρο 1 του ν 2519/1997 συστήθηκε στο Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας

1.Αυτοτελής Υπηρεσία Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ασθενών σε επίπεδο τμήματος, υπαγόμενο στον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας.Έργο της Υπηρεσίας είναι η παρακολούθηση και ο έλεγχος της προστασίας των δικαιωμάτων των ασθενών, η εξέταση των παραπόνων και των καταγγελιών που αφορούν την παροχή υπηρεσιών προς τους ασθενείς και η εισήγηση προς το ΓΓ του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας σχετικά με τα θέματα αυτά .

2.Επιτροπή Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ασθενών ,αποτελούμενη από ένα μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και εκπροσώπους διαφόρων επαγγελματιών , επιστημονικών , αθλητικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών φορέων. Η Επιτροπή μπορεί να επισκέπτεται νοσοκομεία για την εξακρίβωση μιας συγκεκριμένης καταγγελίας ή και αυτόβουλα για την παρακολούθηση της τήρησης των κανόνων για την προστασία των δικαιωμάτων των ασθενών. Εφ’ όσον διαπιστωθεί η βασιμότητα της καταγγελίας η Επιτροπή υποβάλει το πόρισμα της στον ΓΓ του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας  ο οποίος αποφασίζει για τις περαιτέρω ενέργειες.

 

Πλέον των ως άνω Υπηρεσιών προβλέφθηκε η σύσταση  και λειτουργία εντός των νοσοκομείων :

1.Γραφείου Επικοινωνίας με τον Πολίτη  υπό την άμεση εποπτεία και ευθύνη του προέδρου του ΔΣ.

2.Τριμελούς Επιτροπής Προάσπισης των Δικαιώματων του Πολίτου με αρμοδιότητα αλλά και υποχρέωση να παρακολουθεί και να ελέγχει την τήρηση και το σεβασμό των δικαιωμάτων του πολίτη που προσφεύγει  στο συγκεκριμένο νοσοκομείο  για περίθαλψη και ιατρική φροντίδα . 

 

 

ΑΛΛΕΣ ΑΡΧΕΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΑ

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ

Συνήγορος Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης

3292/2004 άρ 18

 

 Ο Συνήγορος του Πολίτη ασκεί και τα καθήκοντα του Συνηγόρου Υγείας και  Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Κατά την άσκηση των σχετικών με τα δικαιώματα της υγείας, πρόνοιας και  κοινωνικής αλληλεγγύης αρμοδιοτήτων του, ο Συνήγορος Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης εισηγείται προς το αρμόδιο Υπουργείο μέτρα για την αποκατάσταση και προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών, την εξάλειψη των φαινομένων κακοδιοίκησης και τη βελτίωση της λειτουργίας των υπηρεσιών υγείας και κοινωνικής αλληλεγγύης και των σχέσεών τους με τον πολίτη.Ο Υπουργός Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μπορεί να παραπέμπει στο Συνήγορο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, προκειμένου αυτός να διερευνήσει στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, αναφορές πολιτών που στρέφονται κατά των δημόσιων υγειονομικών και προνοιακών υπηρεσιών.

 

 

Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής και Δεοντολογίας

Ν. 2519/1997 άρθρο 2

 

Το Εθνικό Συμβούλιο Ιατρικής Ηθικής και Δεοντολογίας έχει επίσης την αρμοδιότητα να ερευνά από την άποψη της ιατρικής ηθικής και δεοντολογίας γεγονότα ή πράξεις που εμφανίζουν μείζονα σημασία είτε από τη φύση τους είτε από τη διάσταση που έχουν λάβει στο πεδίο της κοινής γνώμης. Το Εθνικό Συμβούλιο Ιατρικής Ηθικής και Δεοντολογίας έχει την αρμοδιότητα να ενεργεί προκαταρκτική διοικητική έρευνα και δύναται να καταλήξει σε πόρισμα. Στο πόρισμα δύναται να υπάρξει πρόταση προς τα αρμόδια για την επιλογή κυρώσεων όργανα, υπηρεσίες ή ενώσεις για την έναρξη πειθαρχικής διαδικασίας.

 

 

                Διακήρυξη της Παγκόσμιας Ιατρικής Εταιρείας

Τα 8 δικαιώματα των ασθενών της Διακήρυξης της Παγκόσμιας Ιατρικής Εταιρείας

  1. Δικαίωμα ιατρικής φροντίδας
  2. Δικαίωμα ελεύθερης επιλογής
  3. Δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού
  4. Δικαίωμα πληροφόρησης
  5. Δικαίωμα εχεμύθειας
  6. Δικαίωμα υγειονομικής εκπαίδευσης
  7. Δικαίωμα αξιοπρέπειας – ιδιαιτερότητας
  8. Δικαίωμα θρησκευτικής αρωγής

 

Πως λειτουργούν τα δικαιώματα των ασθενών στην Ελλάδα

Ενδιαφέροντα στοιχεία για τον τρόπο εφαρμογής του κώδικα δεοντολογίας μέσα  από τις μαρτυρίες των ίδιων των ασθενών καταγράφει η έκθεση της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής που συντάχθηκε τον Ιούλιο του 2014  με θέμα ΕΝΩΣΕΙΣ ΑΣΘΕΝΩΝ: ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΠΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΥΝ ΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ   και εισηγητές: Τάκης Βιδάλης, Βασιλική Μολλάκη

Συγκεκριμένα:Η Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής οργάνωσε στα γραφεία της συναντήσεις με ενώσεις ασθενών που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας, από τον Σεπτέμβριο έως τον Δεκέμβριο του 2013. Σκοπός αυτών των συναντήσεων ήταν η ενημέρωση της Επιτροπής από την πλευρά των ίδιων των ασθενών, για ζητήματα που αφορούν τον ευρύτερο τομέα της ιατρικής δεοντολογίας, σε όλα τα στάδια αντιμετώπισης μιας ασθένειας. Στη διάρκεια της λειτουργίας της, η Επιτροπή διαπίστωσε την ύπαρξη κενών στην σχετική ενημέρωση και στην πρακτική εφαρμογή της ιατρικής δεοντολογίας.

Στο επίκεντρο αυτών των ζητημάτων είναι η σχέση ασθενούς/ιατρού, κυρίως κατά τη διαδικασία της διάγνωσης και κατά την πορεία της θεραπευτικής αγωγής. Οι συναντήσεις, πάντως, ανέδειξαν και άλλα ζητήματα που –σε ορισμένες ασθένειες- απασχολούν τους ασθενείς (κλινικές μελέτες φαρμάκων, συνθήκες νοσηλείας στα νοσοκομεία κ.λπ.).

Στοιχεία σχετικά με τις Ενώσεις ασθενών αναζητήθηκαν από το Υπουργείο Υγείας, άλλες δημόσιες υπηρεσίες ή το διαδίκτυο. Στις συναντήσεις προσκλήθηκαν, συνολικά, άνω των 50 ενώσεων ασθενών με νοσήματα, όπως ο καρκίνος (συμπεριλαμβανομένου του παιδικού), η άνοια, οι ψυχικές διαταραχές, η μεσογειακή αναιμία, η κυστική ίνωση, η ανοσοανεπάρκεια και το HIV/AIDS, οι σπάνιες παθήσεις κ.λπ. Παρόλες τις δυσκολίες για τον εντοπισμό των ενεργών ενώσεων ασθενών, όσες τελικά ανταποκρίθηκαν και συμμετείχαν στις συναντήσεις, μπορούν να θεωρηθούν αντιπροσωπευτικό δείγμα, για τον σκοπό μιας ακριβούς καταγραφής των ζητημάτων δεοντολογίας που αντιμετωπίζουν στην καθημερινή τους εμπειρία οι ασθενείς στη χώρα μας.

Είναι προφανές, ότι η ενημέρωση αυτή από την πλευρά των ασθενών θα χρειασθεί να συμπληρωθεί από έναν νέο κύκλο συναντήσεων με εκπροσώπους των ιατρικών επιστημονικών ενώσεων, ώστε να υπάρξει μια ολοκληρωμένη εικόνα των συναφών προβλημάτων και των προτεινόμενων λύσεων. Η Επιτροπή πρόκειται, γι’ αυτό, να αναλάβει ανάλογη πρωτοβουλία σε εύθετο χρόνο.

Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, ειδικά σε θέματα δεοντολογίας, η προσέγγιση των ασθενών διατηρεί μια αυτοτελή αξία, καθώς συνδέεται ευθέως με τον σεβασμό της αξιοπρέπειας και την άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Επαναλαμβάνοντας μια θέση την οποία έλαβε στη Γνώμη της «Η συναίνεση στη σχέση ασθενούς / ιατρού» (2010), η Επιτροπή θεωρεί ότι ο ασθενής δεν μπορεί να νοείται ως παθητικός αποδέκτης υπηρεσιών υγείας, αλλά ως ενεργός συμμέτοχος στην αντιμετώπιση της ασθένειας. Αυτό σημαίνει ότι, έστω και αν ο ίδιος δεν εκφράζεται ως ειδικός, πάντως είναι ο πρώτος αρμόδιος να αποφασίζει για την υγεία του και να υπερασπίζεται την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματά του.

Από την έκθεση αυτή  προέκυψαν τα εξής δεδομένα  για τα βασικά δικαιώματα των ασθενών και συγκεκριμένα :

1. Ενημέρωση ασθενών για τα δικαιώματά τους

Στο στάδιο μετά την ανακοίνωση της διάγνωσης, οι ασθενείς δεν έχουν ενημέρωση για τα δικαιώματά τους, αλλά και για τις απαραίτητες ενέργειες και τυπικές διαδικασίες με υπηρεσίες του Δημοσίου. Η ενημέρωση αυτή είναι απολύτως απαραίτητη, ειδικά σε ψυχιατρικούς ασθενείς. Η συμβολή των κοινωνικών λειτουργών, εν προκειμένω, κρίνεται απαραίτητη.

Η απουσία μέριμνας για τα δικαιώματα των ασθενών, ειδικά στα στρατιωτικά νοσοκομεία επισημάνθηκε, επίσης, ως σοβαρό πρόβλημα.

Αρκετοί εκπρόσωποι επεσήμαναν την τυπική απλώς συμμετοχή των ενώσεων ασθενών στα ιατρικά συνέδρια, όπου δεν παρέχονται δυνατότητες ουσιαστικής επεξεργασίας των απόψεών τους, με αποτέλεσμα να μην «ακούγεται» η φωνή του ασθενούς στην ιατρική επιστημονική κοινότητα. 

2. Η αρχή της «συναίνεσης ύστερα από πληροφόρηση»

Η πληροφόρηση του ασθενούς από τον θεράποντα αποτελεί ένα από τα κύρια ζητήματα που ανακύπτουν στην καθημερινή πρακτική. Εκείνο που επισημάνθηκε από αρκετούς εκπροσώπους, είναι η απουσία συγκεκριμένης πληροφόρησης και συζήτησης από την πλευρά ιατρών, που ενίοτε εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται με πατερναλιστικό τρόπο την σχέση με τους ασθενείς τους.

Στο ίδιο πλαίσιο, ορισμένοι εκπρόσωποι των ασθενών επέμειναν στην αξία του να πληροφορούνται οι ίδιοι οι ασθενείς την πλήρη αλήθεια για το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν, ακόμη και αν πρόκειται για σοβαρές ασθένειες (π.χ. καρκίνος). Θεωρούν την πρακτική αυτή προτιμότερη, από την πληροφόρηση συγγενών τους ή, πολύ περισσότερο, από την απόκρυψη της σοβαρότητας της ασθένειας, αφού έτσι έχουν τη δυνατότητα να ρυθμίσουν καλύτερα τη ζωή τους. 

Κάποιοι εκπρόσωποι σπάνιων ή «ορφανών» παθήσεων ανέφεραν χορήγηση φαρμάκων εκτός ενδείξεων (off-label), χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του ασθενούς από τον ιατρό.

 

Η έλλειψη χρόνου, λόγω υπερβολικού φόρτου εργασίας –ιδίως στα δημόσια νοσοκομεία- φαίνεται ότι αποτελεί ένα αντικειμενικό εμπόδιο που δυσκολεύει την ενημέρωση του ασθενούς και τη συζήτηση με τον ιατρό. Εκπρόσωποι ψυχιατρικών παθήσεων θεωρούν ότι σε αυτό συμβάλλει η έλλειψη ενδιάμεσων δομών υποστήριξης των ασθενών.

Για αρκετούς εκπροσώπους των ασθενών λείπει, επίσης, η στελέχωση των νοσηλευτικών μονάδων με επαγγελματίες που μπορούν να υποστηρίξουν την ενημέρωση του ασθενούς (ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς). 

Τέλος, οι περισσότερες ενώσεις θεωρούν δικαίωμα του ασθενούς την απ’ ευθείας πληροφόρηση για τις μεθόδους, τα μέσα και την έρευνα που σχετίζονται με την αντιμετώπιση της ασθένειάς του, παράλληλα με την ενημέρωση από τον θεράποντα ιατρό. Η ενημέρωση από τον θεράποντα, κατά την εν λόγω άποψη των ασθενών, δεν μπορεί να έχει τον χαρακτήρα αποκλειστικής πηγής πληροφοριών, ιδιαίτερα σήμερα που η διάδοση της πληροφορίας και η πρόσβαση σε αυτήν είναι εύκολες. 

3. Εκπαίδευση ιατρών στη δεοντολογία

Πολλοί εκπρόσωποι θεωρούν ανεπαρκή την εκπαίδευση των ιατρών ή των νοσηλευτών στον τρόπο προσέγγισης του ασθενούς, ιδιαίτερα κατά την ανακοίνωση της διάγνωσης και τη μεταφορά «κακών ειδήσεων».

Με εξαίρεση ελάχιστες σχολές, η προπτυχιακή και μεταπτυχιακή εκπαίδευση στην ιατρική δεοντολογία θεωρείται από τις ενώσεις ελλιπής στα ελληνικά ΑΕΙ και προτείνεται η ουσιαστική αναβάθμισή της. Από ορισμένους θεωρείται ότι η ΕΕΒ μπορεί σε κάποιο βαθμό να αναλάβει σχετική πρωτοβουλία επιμόρφωσης. 

4. Ιατρικό απόρρητο – Προσωπικά δεδομένα – Ιατρικός φάκελος

Πολλοί εκπρόσωποι ασθενών έθεσαν το ζήτημα της έλλειψης πρόσβασης του ασθενή στον ιατρικό του φάκελο, κάτι που είναι σημαντικό ιδιαίτερα στην περίπτωση αλλαγής ιατρού ή νοσοκομείου. 

Η έλλειψη πρόσβασης στον ιατρικό φάκελο αποτελεί συχνό πρόβλημα στην περίπτωση των ασθενών που πάσχουν από χρόνια ή/και σπάνια νοσήματα. Οι ασθενείς αυτοί πρέπει να εξηγούν το ιατρικό ιστορικό τους σε κάθε ιατρό του εκάστοτε εφημερεύοντος νοσοκομείου.

Στο πρόβλημα αυτό συμβάλλει και η απουσία ηλεκτρονικού ιατρικού φακέλου, ο οποίος θα διευκόλυνε τον ασθενή αλλά και τους επαγγελματίες υγείας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, υπάρχει περιορισμένη πρόσβαση των ασθενών στον φάκελο (μόνο στο ιστορικό, όχι στις εξετάσεις).

 

5. Άρνηση θεραπείας /Προγενέστερες οδηγίες

Το ζήτημα των προγενέστερων οδηγιών (των επιθυμιών, δηλαδή, που εκφράζει ο ασθενής σε προγενέστερο χρόνο, για την ιατρική του μεταχείριση όταν δεν θα έχει πλέον ικανότητα βούλησης) παραμένει σχετικά άγνωστο στους εκπροσώπους των ενώσεων.

Μετά από σχετικές ενημερωτικές συζητήσεις, η προβληματική μιας άρνησης θεραπείας (με τη μορφή τέτοιων οδηγιών) φαίνεται να διχάζει τις απόψεις. Επισημάνθηκε από τους ασθενείς και τους εκπροσώπους τους, ένα πρόβλημα υπέρμετρης ευθύνης που θα ανατεθεί στον θεράποντα, να βεβαιώσει το αν ο ασθενής είναι σε θέση να αποφασίσει ή όχι, κατά την κρίσιμη στιγμή.

Υποστηρίχθηκε, πάντως, και η άποψη ότι το δικαίωμα της επιλογής της διακοπής της τεχνητής υποστήριξης ασθενούς, πρέπει να εξετασθεί σοβαρά. 

   6. Μητρώα ασθενών

Οι ασθενείς και οι εκπρόσωποί τους επεσήμαναν την παντελή έλλειψη στοιχείων ως προς τον αριθμό των πασχόντων ανά ασθένεια. Οι υπολογισμοί γίνονται κατά προσέγγιση, με βάση αναφοράς τα ευρωπαϊκά μητρώα, καθώς δεν υπάρχουν επίσημα μητρώα καταγραφής των ασθενών.

Αναφέρθηκε πάντως ότι πρόσφατα, ξεκίνησε μια πιλοτική καταγραφή ορισμένων μόνο παθήσεων από το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. (π.χ. HIV/AIDS), ενώ έχει δοθεί άδεια από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων για τη δημιουργία εθνικού μητρώου σπάνιων παθήσεων. 

 

Θα ήθελα κλείνοντας το τμήμα αυτό της παρουσίασης που αφορά στο πρακτική άσκηση των δικαιωμάτων των ασθενών να αναφερθώ και σε ένα ακόμα δικαίωμα για το οποίο μίλησα στην αρχή: Το δικαίωμα του ασθενή  να παρουσιάσει ή να καταθέσει αρμοδίως διαμαρτυρίες και ενστάσεις και ενστάσεις και να λάβει πλήρη γνώση των επ’ αυτών ενεργειών και αποτελεσμάτων   Το δικαίωμα διαμαρτυρίας,λοιπόν,  είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο . Το ασκεί ,ωστόσο, ο έλληνας ασθενής ;

Η απάντηση είναι πράγματι  εντυπωσιακή. Σε σχετική έρευνα των Μινάκη και συν.(2013) με θέμα «τα παράπονα των ασθενών σε τρία δημόσια νοσοκομεία στην Ελλάδα: ποιος ενδιαφέρεται για αυτά» φάνηκε η αναλογία παραπόνων στην Ελλάδα εντυπωσιακά χαμηλότερη σε σχέση με άλλες χώρες. Ήταν 0.1 για κάθε 1000 νοσηλευθέντες ασθενείς  ενώ σε παρόμοιες έρευνες  σε άλλες χώρες ήταν υπερδεκαπλάσια. Και αυτό προφανώς δεν οφείλεται στην υψηλη ικανοποίηση των ασθενών ,κάτι που δεν συμβαίνει , ούτε στην καλή λειτουργία των νοσοκομείων .Οι θέσεις αυτές ενισχύουν την άποψη ότι οι έλληνες δεν παραπονιούνται διότι δεν περιμένουν ότι θα δικαιωθούν. Χαρακτηριστικά αναφέρεται «οι εξυπηρετούμενοι είναι απογοητευμένοι και απαξιούν ακόμα και να το εκφράσουν γιατί απλά το θεωρούν χάσιμο χρόνου» Έτσι ,η φωνή του ασθενούς δεν ακούγεται αφού ή διαχείριση των παραπόνων δε χρησιμοποιείται με τέτοιο τρόπο που να προωθεί τη συνεργασία και εμπλοκή του κοινού στα θέματα του νοσοκομείου .Ο μηχανισμός διαχείρισης των παραπόνων κρίνεται αναποτελεσματικός και δεν συμβάλλει στη βελτίωση της λειτουργίας των νοσοκομείων.

                                         Η θέση της Ευρώπης

 

Ευρωπαϊκή Χάρτα των δικαιωμάτων των ασθενών του 2002

Τα 14 δικαιώματα της Ευρωπαϊκής Χάρτας Δικαιωμάτων των Ασθενών

  1.          Δικαίωμα της πρόληψης
  2.          Δικαίωμα της πρόσβασης
  3.          Δικαίωμα της πληροφόρησης
  4.          Δικαίωμα της συγκατάθεσης
  5.          Δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής
  6.          Δικαίωμα της εχεμύθειας και της εμπιστευτικότητας
  7.          Δικαίωμα του σεβασμού του χρόνου του ασθενούς
  8.          Δικαίωμα της τήρησης προδιαγραφών ποιότητας
  9.          Δικαίωμα της ασφάλειας
  10.          Δικαίωμα της καινοτομίας
  11.          Δικαίωμα της αποφυγής περιττής ταλαιπωρίας και πόνου
  12.          Δικαίωμα της εξατομικευμένης θεραπείας
  13.          Δικαίωμα της έκφρασης παραπόνων
  14.          Δικαίωμα της αποζημίωσης

 

 Ευρωπαϊκός Πίνακας κατάταξης καταναλωτών υπηρεσιών υγείας για το 2014

Η κατάσταση  στο χώρο της υγείας στην Ελλάδα εμφανίζει σοβαρότατα θέματα . Τα πορίσματα του  Ευρωπαϊκού πίνακα κατάταξης καταναλωτών υπηρεσιών υγείας για το  2014, ενός πίνακα που  έχει καταστεί «πρότυπο της βιομηχανίας» αναφορικά με την παρακολούθηση του σύγχρονου τομέα υγείας από την έναρξή του το 2005 και ο οποίος  πίνακας καταρτίζεται με βάση δημόσια στατιστικά στοιχεία, δημοσκοπήσεις ασθενών και ανεξάρτητες έρευνες που διεξάγει η Health Consumer Powerhouse Ltd, ιδιωτική εταιρεία που εδρεύει στη Σουηδία και αξιολογεί την απόδοση του τομέα υγείας στην Ευρώπη και τον Καναδά, με σκοπό να ενισχύσει το δικαίωμα επιλογής των ασθενών , είναι κάτι περισσότερο από απογοητευτικά :

Από τον τίτλο και μόνο της έκθεσης που αφορά την Ελλάδα για το 2014  μπορεί να αντιληφθεί κανείς το περιεχόμενο που ακολουθεί :

Ραγδαία επιδείνωση στον ελληνικό τομέα υγείας – ωστόσο, συνεχίζει να υφίσταται ζήτηση ακριβών φαρμάκων!

Δείτε ωστόσο και το περιεχόμενο με στοιχεία που θλίβουν !

(Βρυξέλλες, 27 Ιανουαρίου 2015)

Η Ελλάδα έρχεται 28η στο φετινό ευρωπαϊκό πίνακα κατάταξης καταναλωτών υπηρεσιών υγείας, με 561 βαθμούς από το μέγιστο σύνολο των 1000, σημειώνοντας πτώση κατά τρεις θέσεις σε σχέση με την αξιολόγηση του 2013. Η 8η έκδοση του ευρωπαϊκού πίνακα κατάταξης EHCI παρουσιάστηκε σήμερα στις Βρυξέλλες παρουσία του ευρωπαϊκού επιτρόπου για την υγεία Vytenis Andriukaitis.  Οι Κάτω Χώρες παρέμειναν στην κορυφή, λαμβάνοντας 898 βαθμούς από το μέγιστο σύνολο των 1000, και ακολουθούν η Ελβετία, η Νορβηγία, η Φινλανδία και η Δανία. Η μελέτη περιλαμβάνει 36 χώρες συν τη Σκωτία.

  • «Παρά την ελαφριά μείωση των δαπανών για την υγεία σε πολλές χώρες, οι γενικές επιδόσεις στο πλαίσιο της υγειονομικής περίθαλψης συνεχίζουν να βελτιώνονται», εξηγεί ο Δρ Arne Bjornberg, πρόεδρος του HCP και επικεφαλής της έρευνας. Με βάση τις πρώτες μετρήσεις το 2006, μόνο μία χώρα είχε επιβραβευτεί με περισσότερους από 800 βαθμούς από το μέγιστο σύνολο των 1000. Το 2014, υπάρχουν πλέον όχι μία αλλά εννέα χώρες με τέτοια συστήματα υγείας υψηλών επιδόσεων!

Η Ελλάδα δέχθηκε ισχυρό πλήγμα από την οικονομική κρίση και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ίσως να μην ισχύουν τα συνήθη κριτήρια, προκειμένου να αναλύσουμε την πτώση του συστήματος υγείας. Η Ελλάδα βρίσκεται στον αντίποδα σε σχέση με την κύρια αναπτυξιακή πορεία των ευρωπαϊκών συστημάτων υγείας, δηλαδή την ολοένα και υψηλότερη απόδοση. Ενώ οι περισσότερες άλλες χώρες βελτιώνονται, η Ελλάδα έχασε ακόμα επτά βαθμούς στο πλαίσιο της συνολικής απόδοσης. Σύλλογοι ασθενών αναφέρουν ότι απειλούνται ακόμα και βασικά δικαιώματα, όπως η πρόσβαση του ασθενή σε μια δεύτερη γνώμη και στον προσωπικό του ιατρικό φάκελο. Ωστόσο, η βρεφική θνησιμότητα διατηρείται σε χαμηλά επίπεδα και τα αποτελέσματα στο πλαίσιο της ιατρικής αντιμετώπισης παραμένουν τα ίδια!

 Πηγή : Το υλικό του EHCI  που αναφέρεται δημοσιεύεται στον ιστότοπο του HCP: www.healthpowerhouse.com .

 

ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ

Στην Ελλάδα του 2015 το ζήτημα των δικαιωμάτων των ασθενών δεν φαίνεται να έχει αναπτυχθεί στο επιθυμητό επίπεδο ,γεγονός που προφανώς δεν εκπλήσσει κανέναν αν λάβουμε υπόψη μας όσα πριν λίγο αναφέρθηκαν. Πολλά πρέπει να γίνουν.Το σύστημα υγείας έχει τα σοβαρά προβλήματα που όλοι γνωρίζουμε.

       Η σχέση ασθενούς-γιατρού δεν λειτουργεί –για πολλούς και ετερόκλιτους λόγους- πολλές φορές όπως θα έπρεπε, όσο δε για τις αποφάσεις που λαμβάνει η πολιτεία  στον τομέα της υγείας, αυτές σε καμιά περίπτωση δεν εξυπηρετούν κατά κύριο λόγο τον ασθενή αλλά προσδιορίζονται από άλλους παράγοντες κυρίως δημοσιονομικούς ,για να μην πούμε απλά λογιστικούς.

         Στο θέμα των σχέσεων γιατρών-ασθενών το βέβαιο είναι ότι απαιτείται εκπαίδευση και ενημέρωση  και των δύο μερών για να λειτουργήσει η σχέση σε μια  νέα βάση  όπου ο γιατρός  θα παρέχει την πολύτιμη φροντίδα  θέτοντας τον ασθενή στο επίκεντρο των αποφάσεων  και ο ασθενής θα διεκδικεί όσα  πράγματι δικαιούται, θα συμπράττει  και θα συμμετέχει ουσιαστικά στις επιλογές που τον αφορούν,  χωρίς να παραβλέπει την ευθύνη που αναλαμβάνει ο επαγγελματίας στον οποίο απευθύνεται και το βαθμό δυσκολίας που ενδεχομένως ενέχει η προσωπική περίπτωση του.

         Ούτε ο επαγγελματίας θα πρέπει να νιώθει ευάλωτος απέναντι στον ασθενή φοβούμενος ανά πάσα στιγμή την άσκηση ενδίκων μέσων  και παράλογων αξιώσεων εναντίον του ούτε βέβαια ο ασθενής θα πρέπει να καταλαβαίνει ότι ασχέτως της έκβασης της πορείας της υγείας του  δεν αποτελεί παρά ένα περιστατικό  που  καλύπτεται από την ασφάλιση αστικής ευθύνης του γιατρού.

         Μόνο με εκατέρωθεν σεβασμό ενός εκάστου μπορεί να λειτουργήσει η συγκεκριμένη σχέση. Από τη μια μεριά απαιτείται  ένας γιατρός που να εξηγεί, να προσεγγίζει, να διαθέτει το ενδιαφέρον και το χρόνο του για να δώσει στον ασθενή -όπως αυτός χρειάζεται και όπως αυτός  μπορεί να προσλάβει-  τις απαιτούμενες πληροφορίες για να μπορεί να αποφασίσει για τη ζωή του –και από την άλλη χρειάζεται ένας ασθενής που να γνωρίζει τα δικαιώματα του και να τα διεκδικεί εντός ωστόσο  των ορίων τους. Επιμορφωτικά σεμινάρια για τους ιατρούς  και ενημερωτικές ημερίδες για τους πολίτες είναι σίγουρα απλά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση.

         Στο ακόμα  δυσκολότερο ζήτημα των αποφάσεων που λαμβάνει η πολιτεία για τα θέματα του χώρου της υγείας ,που σαφώς επηρεάζει και τον τρόπο που εφαρμόζουν οι γιατροί τα δικαιώματα των ασθενών ,οι απαντήσεις είναι δυσκολότερες .Για παράδειγμα όταν το 50% των  νοσοκομειακών  γιατρών   πάσχουν από το σύνδρομο bunrt out  λόγω της υπερφόρτωσης και υπεραπασχόλησης, πόσα από τα παραπάνω μπορούν ρεαλιστικά να προσφέρουν οι κατάκοποι γιατροί στους ασθενείς;  

       Εδώ είναι οι ασθενείς που  θα πρέπει να αναλάβουν περισσότερες και ουσιαστικές πρωτοβουλίες.  Το ζητούμενο σε ευρωπαϊκό και ελληνικό επίπεδο είναι η  ενεργής συμμετοχή των ασθενών στην διαμόρφωση των πολιτικών υγείας .Αυτό  όχι μόνο δεν είναι ασύμβατο με την οικονομική κρίση αλλά μάλλον το αντίθετο .Και τούτο διότι σε περιόδους περιορισμένων οικονομικών πόρων είναι απολύτως κρίσιμος ο καθορισμός των προτεραιοτήτων προκειμένου με τα λιγότερα κονδύλια να καλυφθούν εκείνες οι ανάγκες που είναι εξαιρετικά κρίσιμες . Σ’ αυτόν τον καθορισμό , λοιπόν, οι ασθενείς ως διαθέτοντες βιωματική υπερπολύτιμη γνώση, είναι αρμόδιοι περισσότερο από άλλους  και η δική τους φωνή πρέπει να ακουστεί.   

        Ούτε και αυτό βέβαια είναι εύκολο.Η μετάβαση ενός ασθενούς , ιδίως ασθενούς με καρκίνο, από το στάδιο του φόβου και της εύλογης ανασφάλειας σε μια λογική που τον μετατρέπει σε ενημερωμένο και ως εκ τούτου ενδυναμωμένο πολίτη που διεκδικεί δικαιώματα και απαιτεί την εφαρμογή τους είναι και αυτή δυσχερής. Όχι όμως αδύνατη. Οι σύλλογοι ασθενών πολλά μπορούν να προσφέρουν στην κατεύθυνση αυτή.

      Για την υλοποίηση αυτής της ουσιαστικής συνδρομής θα πρέπει να επιλεγεί το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο που θα προβλέπει τον τρόπο  παρεμβάσεων των ασθενών –η σημερινή δυνατότητα συμμετοχής στη διαδικασία των διαβουλεύσεων στο στάδιο παρασκευής των νόμων δε λειτουργεί αποτελεσματικά αντίθετα συχνά εμφανίζεται ως προσχηματικό και άκρως γραφειοκρατικό στάδιο σε αποφάσεις ήδη ειλημμένες.

Ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας

Μαρούσα Πρωτοπαπαδάκη -Δικηγόρος

      

    

 

10

Ιούν

2015

ΠΠρΛαμίας 6/2015: Απόρριψη αγωγής διαρρήξεως κατά εγγυητή δανείου που προέβη σε δωρεά προς εγγονό δεδομένου ότι κατά το χρόνο της επίδικης απαλλοτρίωσης η Τράπεζα δεν είχε προβεί σε κλείσιμο του αλληλοχρέου λογαριασμού του πιστούχου.

  

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΜΙΑΣ ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός Απόφασης 6/2015

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΜΙΑΣ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Αλέξανδρο Οικονόμου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ιωάννη Μπαντίδη, Πρωτοδίκη, Βασιλική Παπαγιάννη, Πρωτοδίκη – Εισηγήτρια και από την Γραμματέα Ευαγγελία Κάλτσα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 17 Οκτωβρίου 2014, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ – ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….» και τον διακριτικό τίτλο «………….», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …………. αρ. … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αθανάσιου Τσόγκα.

ΤΩΝ ΚΑΘ ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) …………. συζ. …………., κατοίκου Λιανοκλαδίου Λαμίας και 2) …………., κατοίκου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, οδός …………. αρ. …., οι οποίοι παραστάθηκαν διά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Ανδρονίκης Καντερέ.

Η καλούσα – ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 04.06.2014 κλήση της που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 04.06.2014, προσδιορίστηκε για την δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή νης παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, με την οποία επαναφέρει προς συζήτηση την από 07.10.2013 αγωγή της, που απευθύνεται στο Δικαστήριο αυτό και έχει κατατεθεί νόμιμα με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1724/ΤΠ/110/14.10.2013.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 04.06.2014 αίτηση – κλήση της καλούσας – ενάγουσας, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 04.06.2014 νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, η από 07.10.2013 αγωγή της, η οποία απευθύνεται στο Δικαστήριο τούτο και έχει κατατεθεί νόμιμα στη Γραμματεία του, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1724/ΤΠ/110/14.10.2013.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ για τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξεως, απαιτείται: 1) αυτή να έγινε από τον οφειλέτη 2) με πρόθεση βλάβης του δανειστή, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει όταν αυτός γνωρίζει ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία, που του απομένει να μην αρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή, 3) να υπάρχει βλάβη των δανειστών, η οποία υφίσταται όταν η υπολειπόμενη περιουσία του δανειστή δεν αρκεί για την ικανοποίηση του ενάγοντος δανειστή, οπότε η αφερεγγυότητα του οφειλέτη, που αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής όταν η διάρρηξη ζητείται για την πράξη της απαλλοτρίωσης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη προς βλάβη του δανειστή του έχει απαρχής μόνο χρηματική απαίτηση κατ` εκείνου πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο έγερσης (επίδοσης) της αγωγής που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή, ενώ ο ισχυρισμός του οφειλέτη ή του από αυτόν αποκτήσαντος τρίτου περί υπάρξεως άλλης εμφανούς περιουσίας του απαλλοτριώσαντος οφειλέτη, ικανής προς ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή, βάλλει κατά του στοιχείου της αφερεγγυότητας και αποτελεί ένσταση, για το ορισμένο της οποίας πρέπει να αναφέρονται τα περιουσιακά στοιχεία και η αξία αυτών, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στον ενάγοντα δανειστή να αμυνθεί και να μπορεί να κριθεί αν η υπολειπόμενη αυτή εμφανής περιουσία, εν όψει της αξίας αυτής και της απαίτησης του δανειστή, είναι ικανή για την ικανοποίηση του (ΑΠ 1824/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1001/2007 ΝΟΜΟΣ) και 4) γνώση του τρίτου (προς τον οποίο έγινε η απαλλοτρίωση), της προθέσεως του απαλλοτριώσαντος προς βλάβη του δανειστή του, που τεκμαίρεται ότι υπάρχει όταν ο τρίτος έχει μία από τις ιδιότητες και συγγενικές σχέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 941 παρ. 2 του ΑΚ εφόσον όμως δεν παρήλθε έτος από την απαλλοτρίωση μέχρι την άσκηση της αγωγής, επιτρέπεται δε η κατάρριψη του τεκμηρίου με ανταπόδειξη, ενώ το στοιχείο της γνώσης δεν απαιτείται σε απαλλοτρίωση από χαριστική αιτία (δωρεά) κατά το άρθρο 942 του ΑΚ (ΑΠ 1937/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1796/2006, ΑΠ 602/2005, ΑΠ 1482/2004 ο.π., ΕφΑθ 120/2014 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, στοιχείο της περί διαρρήξεως αγωγής (παυλιανής) είναι να έχει καταστεί η απαίτηση του δανειστή απαιτητή και ληξιπρόθεσμη, που σε περίπτωση απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού επέρχεται με το οριστικό κλείσιμο αυτού, το οποίο να έχει λάβει χώρα πριν από τήν άσκηση της αγωγής, χωρίς να απαιτείται να εκτίθενται σ` αυτήν τα κατ` ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού, επί πλέον δε να εκτίθεται σαφώς ότι η υπολειπόμενη μετά την απαλλοτρίωση περιουσία των εναγομένων δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών (ΑΠ 805/2013, ΑΠ 1796/2006, ΕφΠειρ 344/2011, ΠΠρΛαρ 193/2012, ΠΠΡΠειρ 2520/2011 ΝΟΜΟΣ).

Με την υπό κρίση αγωγή της η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δυνάμει της υπ` αριθμ. …………/08.04.2008 σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τπς πρόσθετης πράξης αυτής, χορήγησε στην …………. πίστωση συνολικού ποσού 15.000 ευρώ, ότι η πρώτη εναγομένη συμβλήθηκε στις ως άνω συμβάσεις ανεπιφύλακτα, ως εγγυήτρια και ότι στις 20.06.2013, επειδή η πιστούχος αλλά και η εγγυήτρια δεν ήταν συνεπείς στις καταβολές τους, προέβη στο οριστικό κλείσιμο του ως άνω λογαριασμού με χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 29.076,25 ευρώ. Τέλος, ισχυρίζεται ότι στις 18.05.2012 η πρώτη εναγόμενη προέβη στη μεταβίβαση, λόγω δωρεάς εν ζωή, του αναλυτικά περιγραφόμενου στο αγωγικό δικόγραφο ακινήτου πλήρους κυριότητας της προς τον δεύτερο εναγόμενο, εγγονό της, με σκοπό να αποφύγει την αποπληρωμή του ανωτέρω χρέους της, καθόσον το έτερο περιουσιακό στοιχείο αυτής δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της ενάγουσας. Με βάση αυτό το ιστορικό ζητεί να διαρρηχθεί η μεταξύ των εναγομένων δικαιοπραξία που καταρτίστηκε με το υπ` αριθμ. ………../18.05.2012, νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Λαμίας, …………. και να καταδικαστούν αυτοί στη δικαστική της δαπάνη. Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, παραδεκτώς και αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, (αρθρ. 7, 9, 18 και 22 ΚΠολΔ) να την εκδικάσει κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία, είναι ορισμένη, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, απορριπτόμενης της σχετικής ένστασης των εναγομένων και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 939 επ., 942, 943, 847 επ., 857 ΑΚ και 176 ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν, δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής περίληψη της έχει εγγραφεί στα βιβλία Διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Λαμίας (βλ. το υπ` αριθμ. 2384/15.10.2013 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Λαμίας).

Για την περίπτωση της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ο ισχυρισμός του εναγομένου οφειλέτη ή του από αυτόν αποκτήσαντος τρίτου, προς απόκρουση της εις βάρος του αγωγής του δανειστή με την οποία ζητείται η διάρρηξη δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής, ότι ο απαλλοτριώσας οφειλέτης έχει άλλη εμφανή περιουσία, ικανή προς ικανοποίηση των δανειστών του οφειλέτη, αποτελεί ένσταση και για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρονται τα περιουσιακά στοιχεία και η αξία αυτών, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στον ενάγοντα δανειστή να αμυνθεί και να μπορεί να κριθεί αν η υπολειπόμενη αυτή εμφανής περιουσία, εν όψει της αξίας αυτής και της απαίτησης του δανειστή, είναι ικανή για την ικανοποίηση του δανειστή (ΑΠ 1824/2012 ΝΟΜΟΣ). Κρίσιμος χρόνος για να κριθεί η ανεπάρκεια της υπόλοιπης περιουσίας είναι ο χρόνος ασκήσεως της αγωγής (ΕφΑθ 5062/2004 ΝΟΜΟΣ), ενώ επιπλέον η ανεπάρκεια πρέπει και να υφίσταται κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής (ΑΠ 805/2013 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2120/2014 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές, συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΟλΑΠ. 17/95, ΟλΑΠ. 62/90 ΝΟΜΟΣ). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του (ΕφΑθ 2120/2014 ό.π). Με τις νομίμως κατατεθειμένες προτάσεις τους οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα δεν υφίσταται βλάβη από την ως άνω απαλλοτριωτική δικαιοπραξία διότι η πρώτη εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα της επίδικης μεταβίβασης και μέχρι και σήμερα έχει στην ιδιοκτησία της έτερο ακίνητο και δη το περιγραφόμενο στο υπ` αριθμ. ………./2003 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Λαμίας …………., του οποίου η εμπορική αξία ανέρχεται στο ποσό των 50.000 ευρώ και στο οποίο η ενάγουσα έχει εγγράψει υποθήκη για το ποσό των 37.800 ευρώ, περιουσιακό στοιχείο δηλαδή ικανό να ικανοποιήσει την απαίτησή της. Ο ισχυρισμός αυτός, δεόντως εκτιμώμενος, θεμελιώνει την ένσταση περί του ότι ο απαλλοτριώσας οφειλέτης έχει άλλη εμφανή περιουσία ικανή προς ικανοποίηση των δανειστών του, σύμφωνα, με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα πρόταση που προηγήθηκε και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα αδιαφόρησε για την έκβαση της χορηγηθείσας πίστωσης προβαίνοντας στο κλείσιμο του αλληλοχρέου λογαριασμού πέντε (5) χρόνια μετά την μη εξυπηρέτηση αυτού επιτείνοντας μ` αυτό τον τρόπο την προκληθείσα ζημία της από δικό της πταίσμα. Ο ισχυρισμός αυτός, όμως των εναγομένων αλυσιτελώς προβάλλεται καθόσον και αληθής υποτιθέμενος δεν άγει σε κατάλυση της αξίωσης της ενάγουσας προς διάρρηξη των επίδικων απαλλοτριώσεων. Τέλος, προβάλλουν την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, καθόσον η ίδια (ενάγουσα) δεν μερίμνησε για την προστασία των συμφερόντων της, δεν επικοινώνησε προσωπικά με την πρώτη εναγομένη για να την ενημερώσει για την κακή έκβαση της πίστωσης, τουναντίον δημιούργησε την πεποίθηση της καλής και χρηστής συναλλαγής αφήνοντας να παρέλθει το χρονικό διάστημα των πέντε (5) ετών. Η ένσταση αυτή δεν είναι νόμιμη, καθόσον υπό τα επικαλούμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, η άσκηση του δικαιώματος από την ενάγουσα δεν καθίσταται καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, σύμφωνα και με τη μείζονα σκέψη που, προηγήθηκε (πρβλ ΑΠ 1130/2011 ΝΟΜΟΣ).

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, εξετασθέντων στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως, και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ` αριθμ. …………./08.04.2008 σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, την οποία συνήψε η ενάγουσα με την πιστούχο …………. και της από 08.04.2008 πρόσθετης πράξης, χορηγήθηκε σ` αυτήν πίστωση με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του ποσού των 15.000 ευρώ. Η πρώτη εναγομένη, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη, τόσο στην αρχική υπ` αριθμ. …………./08.04.2008 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, όσο και στην ως άνω πρόσθετη πράξη, εγγυήθηκε ανεπιφύλακτα την οφειλή της ως άνω αναφερόμενης πιστούχου, μέχρι του συνολικού ποσού αυτής, ενεχόμενος εις ολόκληρον με αυτήν και ως αυτοφειλέτης, παραιτούμενη του ευεργετήματος διζήσεως. Στις 20.06.2013 η ενάγουσα προέβη στο οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού της ως άνω πίστωσης της πρωτοφειλέτριας, το υπόλοιπο της οποίας ανερχόταν στο ποσό των 29.076,25 ευρώ. Το γεγονός αυτό το γνωστοποίησε στην πρώτη εναγομένη με την από 15.07.2013 επιστολή της που της επιδόθηκε στις 18.07.2013, καλώντας την συγχρόνως να προβεί στην εξόφληση της ως άνω οφειλής, ως εγγυήτρια αυτοφειλέτης της απαίτησης. Για την παραπάνω απαίτηση της η ενάγουσα στη συνέχεια ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ` αριθμ. 401/2013 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία υποχρεώθηκε η πρώτη εναγομένη εις ολόκληρον με τους λοιπούς συνοφειλέτες να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 29.076,25 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας από 21.06.2013 και εξόδων, η οποία επιδόθηκε στην πρώτη εναγομένη στις 26.07.2013, χωρίς να έχει ασκηθεί εκ μέρους της ανακοπή. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι στις 18.05.2012 δυνάμει του υπ` αριθμ. ………../2012 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Λαμίας …………., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο …… και αριθμό ….., η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε, λόγω δωρεάς εν ζωή, στον δεύτερο εναγόμενο, εγγονό της, κατά πλήρη κυριότητα, ένα τμήμα οικοπέδου αποκλειστικής χρήσης, το οποίο αποτελεί αυτοτελή, ανεξάρτητη και διακεκριμένη οριζόντια κατ` επιφάνεια ιδιοκτησία, επιφάνεια 86,48 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου των 414,24 τ.μ.. 209/1000 εξ αδιαιρέτο, κείμενο εντός των ορίων οικισμού Λιανοκλαδίου Δήμου Λαμιέων και δη το νοτιοανατολικό τμήμα του όλου οικοπέδου εντός του οποίου υπάρχει διώροφη οικία με δώμα στην απόληξη, εμβαδού 45 τ.μ. σε κάθε όροφο και το οποίο συνορεύει ανατολικά με πλευρά ΑΖ μήκους 5,84 μ. με κοινοτικό δρόμο πλάτους 8 μ., δυτικά με πλευρά ΚΘ μήκους 5,60 μ. με άλλο αυτοτελές τμήμα του όλου οικοπέδου ιδιοκτησίας …………., βόρεια με πλευρά ΖΗΘ συνολικού μήκους 14,92 μ, με άλλο αυτοτελές τμήμα του όλου οικοπέδου ιδιοκτησίας …………. και νότια με πλευρά ΑΚ μήκους μέτρων με ιδιοκτησία ………….. Το όλο οικόπεδο εμβαδού 414,24 τ.μ. συνορεύει ανατολικά με πλευρά ΑΒ μήκους 18,40 μ. με κοινοτικό δρόμο πλάτους 8 μ., δυτικά με πλευρά ΓΔ μήκους 16 μ. με ιδιοκτησία …………., βόρεια με πλευρά ΒΓ μήκους 23,54 μ. με ιδιοκτησία …………. και νότια με πλευρά τεθλασμένη ΑΕΔ συνολικού μήκους 24,30 μ, με ιδιοκτησία ………….. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι η πρώτη εναγομένη προέβη στην μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου προς τον δεύτερο εναγόμενο – εγγονό της μη έχοντας πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, χωρίς να γνωρίζει δηλαδή ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού της αυτού στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που της απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση της. Και τούτο διότι, αποδείχτηκε ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα κατά το οποίο ερευνάται το στοιχείο του δόλου του οφειλέτη, ήτοι κατά τον χρόνο πραγματοποίησης της επίδικης απαλλοτρίωσης στις 18.05.2012, η ενάγουσα δεν είχε προβεί εισέτι ούτε στο οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού της πιστούχου …………. – θυγατέρας της πρώτης εναγομένης, ούτε στην όχληση της πρώτης εναγομένης με την κοινοποίηση σ` αυτήν, με την ιδιότητα της ως εγγυήτριας, εξωδίκου εγγράφου με το οποίο να της γνωστοποιεί την πρόθεση της να προβεί στην καταγγελία και το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού που είχε ανοιχθεί υπέρ της ως άνω πιστούχου, γεγονότα άλλωστε που έλαβαν χώρα ένα χρόνο μετά την φερόμενη ως καταδολιευτική δικαιοπραξία από την πρώτη εναγομένη. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι οι σχέσεις της πρώτης εναγομένης και της πιστούχου θυγατέρα της …………. μετά την σύναψη της ως άνω σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό είχαν ψυχρανθεί λόγω έτερων οικογενειακών και οικονομικών προβλημάτων με αποτέλεσμα η πρώτη εναγομένη να μην γνωρίζει ότι η πιστούχος και πρωτοφειλέτρια κόρη της έχει σταματήσει τις καταβολές, δεν εξυπηρετεί τον αλληλόχρεο λογαριασμό της ως άνω πιστώσεως και ότι υπάρχει παθητικό υπόλοιπο εναντίον της καθώς και το ακριβές ύψος αυτού. Οσον αφορά δε στο από 18.04.2011 έγγραφο-ειδοποίηση της ενάγουσας προς την πιστούχο, το οποίο κοινοποιήθηκε διά θυροκολλήσεως και στην πρώτη εναγομένη, ως εγγυήτρια, στις 27.04.2011 οτην διεύθυνση κατοικίας της στην Αθήνα και συγκεκριμένα στην οδό …………. αρ. … και …………., αυτή (πρώτη εναγομένη) δεν έλαβε ποτέ πραγματική γνώση του περιεχομένου αυτού. Ας σημειωθεί, δε, ότι το εν λόγω έγγραφο της κοινοποιήθηκε με τον ως άνω τρόπο ένα έτος πριν την φερόμενη ως καταδολιευτική δικαιοπραξία και συνεπώς εάν υφίστατο πρόθεση βλάβης της ενάγουσας εκ μέρους της πρώτης εναγομένης και ο σκοπός, της επίδικης μεταβίβασης ήταν καταδολιευτικός θα προέβαινε οτην κατάρτιση αυτής σε πιο σύντομο χρονικό διάστημα και δεν θα άφηνε να παρέλθει χρονικό διάστημα ενός ολόκληρου έτους. Τέλος, αποδείχτηκε ότι η επίδικη δικαιοπραξία μεταβίβασης λόγω δωρεάς εν ζωή από την πρώτη εναγομένη στον δεύτερο εναγόμενο – εγγονό της έγινε για λόγους ηθικής υποχρέωσης αυτής προς τον τελευταίο, καθόσον η ίδια (πρώτη εναγομένη) είχε ήδη εκπληρώσει το ηθικό καθήκον της ως γιαγιά προς τα υπόλοιπα εγγόνια που έχει αποκτήσει από την έτερη κόρη της και θεία του δεύτερου εναγομένου …………., αφού από το έτος 2003 είχε μεριμνήσει να περιέλθει σε αυτά n ψιλή κυριότητα ενός οικοπέδου εμβαδού 760,06 τ.μ. με τις υπάρχουσες σ` αυτό παλιές αποθήκες εμβαδού 89,60 τ.μ., κείμενο στο Λιανοκλάδι Φθιώτιδας. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν προέκυψε πρόθεση βλάβης της ενάγουσας εκ μέρους της πρώτης εναγομένης κατά την κατάρτιση της φερόμενης ως καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, που αποτελεί μία εκ των προϋποθέσεων για τη διάρρηξη αυτής, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί, ως κατ` ουσίαν αβάσιμη, παρέλκει, δε, η εξέταση της ένστασης των εναγομένων περί ύπαρξης στο πρόσωπο της πρώτης εναγομένης έτερου περιουσιακού στοιχείου ικανού να ικανοποιήσει την απαίτηση της ενάγουσας. Τέλος, η ενάγουσα πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των εναγομένων, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ` αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ενάγουσα τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στη Λαμία στις 08.01.2015 και

Δημοσιεύτηκε στον ίδιο τόπο σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, με την εξής σύνθεση: Σοφία – Αλεξάνδρα Ζήκου Πρόεδρο Πρωτοδικών, λόγω μετάθεσης του Προέδρου Πρωτοδικών Αλέξανδρου Οικονόμου, Ιωάννη Μπαντίδη Πρωτοδίκη και Βασιλική Παπαγιάννη Πρωτοδίκη- Εισηγήτρια, στις 29 Ιανουαρίου 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α΄ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ

10

Ιούν

2015

Αδικοπρακτική ευθύνη της τράπεζας λόγω παράβασης δια των υπαλλήλων της της υποχρέωσης πίστης και προστασίας των συμφερόντων της κληρονόμου του πιστούχου που χρηματοδότησε

Μια πολύ ενδιαφέρουσα απόφαση που αναγνωρίζει υποχρέωση αποζημίωσης για υλική ζημία αλλά και για χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη υπέρ της κληρονόμου θανόντος  πιστούχου  ,την οποία η Τράπεζα δια των προστηθέντων υπαλλήλων της , παρέλειψε να ενημερώσει για την ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης για το χρεωστικό υπόλοιπο των πιστωτικών καρτών του θανόντος   σε περίπτωση θανάτου του, με αποτέλεσμα να απωλεσθεί η 30ήμερη προθεσμία υποβολής σχετικής αιτήσεως προς την τράπεζα.

Αριθμός 1403/2015

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 15ο ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή, Μαρία Γιαννούλη, Εφέτη που ορίστηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου και από τη Γραμματέα, Ελένη Καρρά.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2015, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση, μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: …………… θυγ …………… χήρας …………, κατοίκου Αγίας Παρασκευής Λαμίας, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Ιωάννη Καραγιαννόπουλου.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ …………… Α.Ε», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Λουκά Στεφάνου.

Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, με την από 1/11/2008 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 11188/2008 αγωγή της κατά της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, που απευθύνεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτή.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε τη με αριθμό 1611/2013 οριστική του απόφαση, με την οποία δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, με την από 16 Σεπτεμβρίου 2013 έφεσή της, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό 5167/2013, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 8η Μαΐου 2014 και μετά από αναβολή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Κατά τη συζήτηση αυτής στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν, όπως αναφέρεται παραπάνω και αναφέρθηκαν στις προτάσεις τους.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο

Η κρινόμενη από 16 Σεπτεμβρίου 2013 με αριθμό κατάθ 5167/2013 έφεση της ενάγουσας, κατά της με αριθμό 1611/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη, αφού από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει το αντίθετο. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη από 1η Νοεμβρίου 2008 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 11188/2008 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, ιστορούσε κατά τη δέουσα εκτίμηση του δικογράφου και του αιτήματος ότι ο ήδη αποβιώσας την 18/3/2006 σύζυγός της …………… ήταν κάτοχος εν ζωή των αναφερόμενων στο δικόγραφο δύο πιστωτικών καρτών εκδόσεως της εναγομένης με χρεωστικό υπόλοιπο των καρτών στο χρόνο θανάτου του τα ποσά των 988,06 ευρώ και 2.597,85 ευρώ. Οτι η εναγομένη δια των προστηθέντων υπαλλήλων της και κάτω από τις αναλυτικότερα περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες απαίτησε και εισέπραξε με καταβολές της ενάγουσας, η οποία υπεισήλθε στην κληρονομία του αποβιώσαντος ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος μαζί με την ανήλικη θυγατέρα της ……………, τα ανωτέρω ποσά συνολικού ύψους 3.950 ευρώ χωρίς να την ενημερώσει, ως όφειλε ότι οι πιστωτικές κάρτες ήταν ασφαλισμένες για το χρεωστικό τους υπόλοιπο σε περίπτωση θανάτου του πιστούχου από ατύχημα, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να χάσει την 30ήμερη προθεσμία υποβολής σχετικής αιτήσεως προς την τράπεζα. Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 3.950 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταβολής κάθε επιμέρους ποσού άλλως από 28/3/2008 οπότε συντελέστηκε σχετική όχλησή της με την από 14/3/2008 εξώδικη δήλωσή της προς την εναγομένη άλλως από την επίδοση της αγωγής καθώς και ποσό 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής ήτοι συνολικά το ποσό των 33.950 ευρώ. Ακολούθως, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της εκκαλουμένης, όπως εκτιμάται η δήλωση αυτή από το δικαστήριο, το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής για το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης τράπηκε νομότυπα (βλ ΑΠ 1893/2013, Α.Π. 1314/2009, Α.Π. 315/2010, Α.Π. 947/2009 δημ ΝΟΜΟΣ) σε εν μέρει αναγνωριστικό για το ποσό των 25.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχτηκε την αγωγή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 3.950,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 28/3/2008. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ενάγουσα, με την κρινόμενη έφεση, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, προκειμένου να γίνει δεκτή η κρινόμενη αγωγή στο σύνολό της. Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι το δικόγραφο της έφεσης είναι αόριστο γιατί δεν διατυπώνονται με σαφήνεια και πληρότητα ποιες είναι οι παραδρομές και τα σφάλματα που αποδίδονται στην εκκαλούμενη απόφαση πρέπει ν` απορριφθεί γιατί όταν οι λόγοι της έφεσης ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων δεν είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων. Αρκεί η μνεία ότι από το σφάλμα αυτό το δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό (ΑΠ 155/1996 Δνη. 1996. 1346, ΑΠ 408/1996. Δνη. 1997. 97-98, Εφ Δωδ 30/2007 δημ ΝΟΜΟΣ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Ετσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε – με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητός του – θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Την ευθύνη για αποζημίωση ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ. 1), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 2 εδ. β`), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ. α`), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ. 4 εδ. β`) και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ. 5). Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δύναται να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος. Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι οι παρακάτω: α) παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της ύπαρξης υπαιτιότητας αναφέρονται στο νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) παράνομο. Η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει ν` ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του, δ) ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας. Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ευθύνης απαιτείται όπως προεκτέθηκε παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας"). Ετσι, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια. Ενόψει δε της καθιερούμενης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξεώς του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του. (ΑΠ 535/2012 δημ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1382/2009 ΝοΒ 2010, 919, ΑΠ 589/2001, ΔΕΕ 2001, 1117).

Ειδικότερα οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των πιστωτών που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι` αυτούς συνέπειες. (πρβλ ΑΠ 1352/2011 δημ ΝΟΜΟΣ)

Υπό τις ανωτέρω νομικές παραδοχές και επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στην κρίση του για τη νομική βασιμότητα της αγωγής διέλαβε ότι αυτή στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 288, 297, 298, 299, 330, 340, 345, 346, 914, 922 και 932 ΑΚ και δεν παρέθεσε και την εν προκειμένω εφαρμοστέα επίσης διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, το Δικαστήριο τούτο, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, εφόσον πρόκειται για πλημμελή εφαρμογή του νόμου, θα χωρήσει σε απλή αντικατάσταση της σχετικής αιτιολογίας με την ορθή, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, αφού στο στάδιο αυτό δεν προκύπτει αν το διατακτικό της είναι ορθό (534 ΚΠολΔ) και επομένως σφάλμα της σε σχέση με την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, η οποία πρέπει να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν στα πλαίσια και της ανωτέρω διάταξης. ( βλ και ΑΠ 1436/2002 ΕλλΔνη 2004,775, ΕφΑθ 1162/2006 ΔΕΕ 2006. 1073, ΕφΑθ 5469/2003 ΑρχΝ 2005. 100, ΕφΘεσσ 1038/2009 οπ, ΕφΘεσσ 1526/2003 δημοσίευση στη Νόμος, ΕφΛαρ 58/2002 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2002. 78).

Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων (ένας από κάθε πλευρά), στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης εκείνου του Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο σύζυγος της ενάγουσας ……………, ο οποίος στις 18/3/2006 απεβίωσε μετά από αυτοκινητικό ατύχημα καταλείποντας μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους την ενάγουσα και την ανήλικη θυγατέρα τους ……………, ήταν κάτοχος δύο πιστωτικών καρτών εκδόσεως της εναγομένης τράπεζας και συγκεκριμένα: 1) της υπ` αριθ. …………… πιστωτικής κάρτας "……………", με πιστωτικό όριο ευρώ 1.000 και 2) της υπ` αριθ. …………… πιστωτικής κάρτας "……………" , με πιστωτικό όριο ευρώ 2.600. Οι ανωτέρω πιστωτικές κάρτες είχαν εκδοθεί κατόπιν αιτήσεως του αποβιώσαντος και χρησιμοποιούνταν απ` αυτόν μέχρι τον θάνατό του, το δε χρεωστικό υπόλοιπο των καρτών κατά την ημέρα θανάτου του ανερχόταν: 1) για την υπ` αριθ. …………… κάρτα σε 988,06 ευρώ, σύμφωνα με τον από 13.3.2006 λογαριασμό της εναγομένης και 2) για την υπ` αριθ. …………… κάρτα σε 2.597,85, ευρώ σύμφωνα με τον από 21.3.2006 λογαριασμό της εναγομένης. Αποδείχθηκε ότι το χρεωστικό υπόλοιπο των πιστωτικών καρτών ήταν ασφαλισμένο σε περίπτωση θανάτου του πιστούχου από ατύχημα μέχρι του ποσού των 30.000 ευρώ υπό τον συμβατικό όρο με τη συνεργαζόμενη ασφαλιστική εταιρία, ότι το περιστατικό του ανωτέρω ασφαλιστικού κινδύνου έπρεπε να γνωστοποιηθεί στην εναγομένη με γραπτό αίτημα των πλησιέστερων συγγενών του και με την υποβολή όλων των απαραίτητων αποδεικτικών στοιχείων εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία του συμβάντος. Η κρίση του δικαστηρίου για την προαναφερόμενη ασφάλιση και τις προϋποθέσεις και τους όρους της καλύψεως στηρίζεται στο από 16/3/2007 έγγραφο εκδόσεως της εναγομένης, που υπογράφει η ……………, υπάλληλος της εναγομένης στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών καρτών σε συνδυασμό με το από 12/6/2007 έγγραφο της εναγομένης, που υπογράφει η ίδια υπάλληλος. Τα παραπάνω άλλωστε πραγματικά περιστατικά δεν αμφισβητούνται ειδικά από την εναγομένη και το Δικαστήριο συνάγει έμμεση ομολογία της ως προς αυτά (ΑΠ 369/2008 ΕΔΠΟΛ 2008.563). Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα περί τις αρχές Απριλίου του 2006 επισκέφτηκε το ευρισκόμενο επί της οδού …………… αριθ. … στη Λαμία κατάστημα της εναγομένης και ζήτησε να πληροφορηθεί για το υπόλοιπο των οφειλών από τις πιστωτικές κάρτες του θανόντος συζύγου της, ενημερώνοντας προφορικά την αρμόδια υπάλληλο της τράπεζας ονόματι …………… για το θάνατο του συζύγου της από ατύχημα. Η ανωτέρω προστηθείσα υπάλληλος της εναγομένης, όφειλε να γνωρίζει την συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων της ασφαλιστικής καλύψεως του πιστωτικού υπολοίπου των καρτών συνεπεία θανάτου του πιστούχου από ατύχημα, όπως εν προκειμένω και ακολούθως όφειλε, όπως επιτάσσει η εκτέλεση των καθηκόντων της με βάση τη συναλλακτική καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να ενημερώσει σχετικά την ενάγουσα προκειμένου η τελευταία να προβεί σε όλες τις διαδικαστικές ενέργειες προς απαλλαγή της (υπό την ιδιότητα του κληρονόμου), από την καταβολή του υπολοίπου των καρτών. Αποδείχθηκε όμως ότι η ως άνω προστηθείσα υπάλληλος της εναγομένης όχι μόνο παρέλειψε να προβεί σε οποιαδήποτε σχετική ενημέρωση της ενάγουσας αλλά επιπροσθέτως απαίτησε από την ενάγουσα την καταβολή του υπολοίπου των καρτών, όπως ορθά δέχθηκε στο σκεπτικό της η εκκαλουμένη. Η ίδια μάλιστα υπάλληλος υπενθύμισε στην ενάγουσα, ότι η μη τακτοποίηση των οφειλών εκ μέρους της ενάγουσας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του θανόντος θα είχε ως συνέπεια την κίνηση των νόμιμων διαδικασιών για την αναγκαστική είσπραξη του υπολοίπου των καρτών. Η κρίση αυτή στηρίζεται στη σαφή κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης και δεν αναιρείται από το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό της προκείμενης δικογραφίας. Σε ακόλουθες επισκέψεις της ενάγουσας στο ίδιο κατάστημα, οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης τη διαβεβαίωναν ότι δεν υφίσταται ζήτημα ασφαλιστικής κάλυψης και η ενάγουσα πειθόμενη από τις εν λόγω διαβεβαιώσεις κατέβαλε κάθε μήνα διάφορα χρηματικά ποσά έναντι της οφειλής των καρτών. Οταν ακολούθως η ίδια (ενάγουσα) πληροφορήθηκε από τον κοινωνικό της κύκλο ότι οι πιστωτικές κάρτες ασφαλίζονται σε περίπτωση θανάτου του κατόχου τους από ατύχημα, επισκέφθηκε εκ νέου το προαναφερθέν κατάστημα και έλαβε εκ νέου τις ίδιες παραπειστικές πληροφορίες ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει και ότι ήταν υποχρεωμένη να συνεχίσει την εξόφληση των δόσεων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πιστούχου με αποτέλεσμα η ενάγουσα, που δεν διέθετε γνώσεις περί τα τραπεζικά πράγματα, να εξοφλήσει πλήρως το χρεωστικό υπόλοιπο και των δύο καρτών στις 29-11-2006, ανερχόμενο στο ποσό των 3.950,00 ευρώ. Η εκ μέρους της ενάγουσας εξόφληση του παραπάνω πιστωτικού υπολοίπου έγινε με την οικονομική βοήθεια του οικογενειακού της περιβάλλοντος καθώς η ίδια βρίσκονταν σε κακή οικονομική κατάσταση μετά τον αιφνίδιο θάνατο του συζύγου της, ο οποίος εν ζωή έφερε αποκλειστικά τα οικονομικά βάρη της οικογένειας και σε εποχή που η ενάγουσα όφειλε να μεριμνήσει μόνη για την ανατροφή του ανήλικου τέκνου της σε κατάσταση πένθους και βαθιάς θλίψης λόγω θανάτου του συζύγου της από αυτοκινητικό ατύχημα σε ηλικία 39 ετών. Εν τέλει και μετά από εκ νέου επίμονη επίσκεψη της ενάγουσας στο ανωτέρω κατάστημα, της προτάθηκε να απευθυνθεί στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών της εναγομένης στην Αθήνα και μετά από τηλεφωνική επικοινωνία η ενάγουσα έλαβε θετική πληροφόρηση ότι υφίστατο ασφαλιστική κάλυψη του υπολοίπου των καρτών σε περίπτωση θανάτου του κατόχου από ατύχημα. Σε εκ νέου επίσκεψη της ενάγουσας στο ως άνω κατάστημα της Λαμίας της προτάθηκε να υποβάλει σχετική αίτηση, όπως και έπραξε, λαμβάνοντας εγγράφως την από 16/3/2007 απάντηση που υπογράφει η υπάλληλος της εναγομένης Ιωάννα Μιχαλάκου σύμφωνα με την οποία για την εν λόγω κάλυψη και με βάση συμβατικό όρο με τη συνεργαζόμενη ασφαλιστική εταιρία, το περιστατικό του ασφαλιστικού κινδύνου έπρεπε να γνωστοποιηθεί στην εναγομένη με γραπτό αίτημα των πλησιέστερων συγγενών και με την υποβολή όλων των απαραίτητων αποδεικτικών στοιχείων εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία του συμβάντος. Η ενάγουσα απώλεσε την ανωτέρω 30ημερη προθεσμία και εν τω μεταξύ είχε εξοφλήσει στις 29/11/2006 τα χρεωστικά υπόλοιπα των επίδικων πιστωτικών καρτών. Ακολούθως, όπως προκύπτει από την υπ` αριθμ. 8748 Δ` έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ιωάννη Ζήσιμου, η ενάγουσα, επέδωσε στην εναγομένη στις 24-03-2008 την από 14-03-2008 όχλησή της, με την οποία ζήτησε να της καταβάλει το ποσό των 3.950,00 ευρώ, εντός τριών ημερών από την επίδοση της οχλήσεως πλην όμως η εναγομένη ουδέν έπραξε.

Υπό τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές η συμπεριφορά των προστηθέντων της παρέχουσας υπηρεσίες εναγομένης είναι παράνομη και συνιστά αδικοπραξία, όπως ορθά δέχθηκε και η εκκαλουμένη, καθ` όσον η εναγομένη με την παραπειστική συμπεριφορά των υπαλλήλων της, κατά παράβαση των απορρεόντων από τα άρθρα 281 και 288 του ΑΚ αρχών της καλής πίστης, που επιβάλλει στα εντεταλμένα όργανα της Τράπεζας την ενδεδειγμένη θετική ενέργεια προς αποτροπή της ζημίας της ενάγουσας και επιπροσθέτως κατά παράβαση της υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας που όφειλε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2251/1994 «περί προστασίας καταναλωτών», δεν ενημέρωσε ως όφειλε την ενάγουσα για την ύπαρξη ασφαλιστικής καλύψεως των επίδικων πιστωτικών καρτών συνεπεία συνδρομής των όρων καλύψεως στην περίπτωσή της ως κληρονόμου εξ αδιαθέτου του πιστούχου αποβιώσαντος συζύγου της ούτε ενημέρωσε ως όφειλε για την ακολουθητέα διαδικασία απαλλαγής της. Τούτα δε όλα παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα ενημέρωσε έγκαιρα για το θάνατο του πιστούχου από ατύχημα και πραγματοποίησε αλλεπάλληλες επισκέψεις στο ανωτέρω κατάστημα της εναγομένης στη Λαμία επισημαίνοντας την πραγμάτωση της ασφαλιστικής περίπτωσης, χωρίς ωστόσο να της υποδειχθεί εγκαίρως τόσο το πραγματικό γεγονός της ύπαρξης ασφαλιστικής κάλυψης των καρτών λόγω θανάτου του κληρονομουμένου πιστούχου από ατύχημα όσο και το είδος της (γραφειοκρατικής) διαδικασίας που έπρεπε να ακολουθήσει προκειμένου να τύχει της απαλλαγής από την καταβολή του χρεωστικού υπολοίπου, το οποίο κατέβαλε εξ ιδίων καθώς απώλεσε την ως άνω 30ήμερη προθεσμία. Συνεπώς η εναγομένη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού της έργου ως εκδότρια των επίδικων καρτών αν και όφειλε να μεριμνά για τα συμφέροντα της ενάγουσας κληρονόμου του πιστούχου που χρηματοδότησε, στα πλαίσια της διαρκούς αυτής ενοχικής σχέσης παραβίασε δια των προστηθέντων υπαλλήλων της του καταστήματος Λαμίας την υποχρέωση πίστης και προστασίας των συμφερόντων ενάγουσας, και δεν απέτρεψε την αποφυγή υπέρμετρα επαχθών γι` αυτή συνεπειών, όπως ήταν η εκ μέρους της ενάγουσας πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου των πιστωτικών καρτών του θανόντος, θέτοντας με την ανωτέρω συμπεριφορά των προστηθέντων της σε κίνδυνο και βλάπτοντας τα συμφέροντα της ενάγουσας και επίσης την ακεραιότητα της πίστης και της ασφαλούς παροχής υπηρεσιών. Να σημειωθεί ότι η υπαιτιότητα της εναγομένης τεκμαίρεται, η δε τελευταία δεν επικαλέστηκε, ούτε και απέδειξε συγκεκριμένα περιστατικά ελλείψεως της. Συνακόλουθα, η ενάγουσα εξαιτίας της ως άνω παράνομης και υπαίτιας σε βάρος της συμπεριφοράς των προστηθέντων της εναγομένης που επέδειξαν βαριά αμέλεια ζημιώθηκε και δικαιούται να λάβει προς αποκατάσταση της θετικής της ζημίας το ποσό των 3.950,00 ευρώ κατά τις ορθές παραδοχές της εκκαλουμένης που δεν πλήττονται με λόγο έφεσης. Περαιτέρω, εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, λόγω της στεναχώριας που δοκίμασε και της ταλαιπωρίας στην οποία υποβλήθηκε, για την αποκατάσταση της οποίας το Δικαστήριο κρίνει ότι εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποίησης είναι το ποσό των 4.000 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό της αμέλειας που η εναγόμενη επέδειξε σε βάρος της ενάγουσας, τις συνθήκες υπό τις οποίες τέλεσε την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια πράξη της, το μέγεθος της ζημίας της ενάγουσας καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων. Η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι η ενάγουσα πέραν της υλικής ζημίας δεν υπέστη ηθική βλάβη από την κακόπιστη συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Κρίνοντας όμως έτσι δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις, κατά τον εν μέρει βάσιμο μόνο λόγο της έφεσης της ενάγουσας, που πρέπει να γίνει δεκτός και από ουσιαστική άποψη.

Ενόψει αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη η από 16 Σεπτεμβρίου 2013 έφεση της ενάγουσας, κατά παραδοχή του προαναφερθέντος λόγου της και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της, όμως, για το ενιαίο της εκτέλεσης (βλ ΕφΑθ 1100/2006 και 2538/2005 αδημ), αναγκαίως δε και κατά τη διάταξη των δικαστικών εξόδων που θα καθοριστούν εξαρχής. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση, από το παρόν Δικαστήριο (αρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ερευνηθεί εκ νέου η από 1-11-2008 αγωγή, πρέπει αυτή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, για το συνολικό ποσό των 7.950 ευρώ (3.950+4.000), που οφείλει να καταβάλει η εναγομένη στην ενάγουσα με το νόμιμο τόκο για το επιμέρους ποσό των 3.950 ευρώ από 28/3/2008 και για το υπόλοιπο ποσό των 4.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας βαρύνουν την εναγόμενη, κατά την έκταση όμως της ήττας της (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος πρέπει να επιστραφεί το παράβολο εκ ποσού 200 ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση κατάθεσης του δικογράφου της έφεσης, στην εκκαλούσα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. δ Κ.Πολ.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της με αρ 1611/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την επιστροφή του εκ ποσού διακοσίων (200) ευρώ παραβόλου στην εκκαλούσα.

Εξαφανίζει την με αρ 1611/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την από 1/11/2008 (αριθμ. καταθ. δικογράφου 11188/2008) αγωγή.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των επτά χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα ευρώ (7.950,00 ευρώ), με το νόμιμο τόκο για το ποσό των τριών χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα ευρώ (3.950 ευρώ) από 28/3/2008 και για το υπόλοιπο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (4.000,00) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Καταδικάζει την εναγομένη στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2015, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α Δημοσίευση Νόμος

10

Ιούν

2015

ΜΕφΑθ 1403/2015 :Αδικοπρακτική ευθύνη της τράπεζας λόγω παράβασης δια των υπαλλήλων της της υποχρέωσης πίστης και προστασίας των συμφερόντων της κληρονόμου του πιστούχου που χρηματοδότησε

Μια πολύ ενδιαφέρουσα απόφαση που αναγνωρίζει υποχρέωση αποζημίωσης για υλική ζημία αλλά και για χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη υπέρ της κληρονόμου θανόντος  πιστούχου  ,την οποία η Τράπεζα δια των προστηθέντων υπαλλήλων της , παρέλειψε να ενημερώσει για την ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης για το χρεωστικό υπόλοιπο των πιστωτικών καρτών του θανόντος   σε περίπτωση θανάτου του, με αποτέλεσμα να απωλεσθεί η 30ήμερη προθεσμία υποβολής σχετικής αιτήσεως προς την τράπεζα.

Αριθμός 1403/2015

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 15ο ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή, Μαρία Γιαννούλη, Εφέτη που ορίστηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου και από τη Γραμματέα, Ελένη Καρρά.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2015, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση, μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: …………… θυγ …………… χήρας …………, κατοίκου Αγίας Παρασκευής Λαμίας, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Ιωάννη Καραγιαννόπουλου.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ …………… Α.Ε», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Λουκά Στεφάνου.

Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, με την από 1/11/2008 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 11188/2008 αγωγή της κατά της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, που απευθύνεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτή.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε τη με αριθμό 1611/2013 οριστική του απόφαση, με την οποία δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, με την από 16 Σεπτεμβρίου 2013 έφεσή της, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό 5167/2013, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 8η Μαΐου 2014 και μετά από αναβολή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Κατά τη συζήτηση αυτής στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν, όπως αναφέρεται παραπάνω και αναφέρθηκαν στις προτάσεις τους.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο

Η κρινόμενη από 16 Σεπτεμβρίου 2013 με αριθμό κατάθ 5167/2013 έφεση της ενάγουσας, κατά της με αριθμό 1611/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη, αφού από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει το αντίθετο. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη από 1η Νοεμβρίου 2008 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 11188/2008 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, ιστορούσε κατά τη δέουσα εκτίμηση του δικογράφου και του αιτήματος ότι ο ήδη αποβιώσας την 18/3/2006 σύζυγός της …………… ήταν κάτοχος εν ζωή των αναφερόμενων στο δικόγραφο δύο πιστωτικών καρτών εκδόσεως της εναγομένης με χρεωστικό υπόλοιπο των καρτών στο χρόνο θανάτου του τα ποσά των 988,06 ευρώ και 2.597,85 ευρώ. Οτι η εναγομένη δια των προστηθέντων υπαλλήλων της και κάτω από τις αναλυτικότερα περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες απαίτησε και εισέπραξε με καταβολές της ενάγουσας, η οποία υπεισήλθε στην κληρονομία του αποβιώσαντος ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος μαζί με την ανήλικη θυγατέρα της ……………, τα ανωτέρω ποσά συνολικού ύψους 3.950 ευρώ χωρίς να την ενημερώσει, ως όφειλε ότι οι πιστωτικές κάρτες ήταν ασφαλισμένες για το χρεωστικό τους υπόλοιπο σε περίπτωση θανάτου του πιστούχου από ατύχημα, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να χάσει την 30ήμερη προθεσμία υποβολής σχετικής αιτήσεως προς την τράπεζα. Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 3.950 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταβολής κάθε επιμέρους ποσού άλλως από 28/3/2008 οπότε συντελέστηκε σχετική όχλησή της με την από 14/3/2008 εξώδικη δήλωσή της προς την εναγομένη άλλως από την επίδοση της αγωγής καθώς και ποσό 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής ήτοι συνολικά το ποσό των 33.950 ευρώ. Ακολούθως, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της εκκαλουμένης, όπως εκτιμάται η δήλωση αυτή από το δικαστήριο, το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής για το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης τράπηκε νομότυπα (βλ ΑΠ 1893/2013, Α.Π. 1314/2009, Α.Π. 315/2010, Α.Π. 947/2009 δημ ΝΟΜΟΣ) σε εν μέρει αναγνωριστικό για το ποσό των 25.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχτηκε την αγωγή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 3.950,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 28/3/2008. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ενάγουσα, με την κρινόμενη έφεση, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, προκειμένου να γίνει δεκτή η κρινόμενη αγωγή στο σύνολό της. Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι το δικόγραφο της έφεσης είναι αόριστο γιατί δεν διατυπώνονται με σαφήνεια και πληρότητα ποιες είναι οι παραδρομές και τα σφάλματα που αποδίδονται στην εκκαλούμενη απόφαση πρέπει ν` απορριφθεί γιατί όταν οι λόγοι της έφεσης ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων δεν είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων. Αρκεί η μνεία ότι από το σφάλμα αυτό το δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό (ΑΠ 155/1996 Δνη. 1996. 1346, ΑΠ 408/1996. Δνη. 1997. 97-98, Εφ Δωδ 30/2007 δημ ΝΟΜΟΣ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Ετσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε – με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητός του – θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Την ευθύνη για αποζημίωση ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ. 1), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 2 εδ. β`), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ. α`), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ. 4 εδ. β`) και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ. 5). Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δύναται να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος. Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι οι παρακάτω: α) παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της ύπαρξης υπαιτιότητας αναφέρονται στο νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) παράνομο. Η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει ν` ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του, δ) ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας. Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ευθύνης απαιτείται όπως προεκτέθηκε παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας"). Ετσι, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια. Ενόψει δε της καθιερούμενης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξεώς του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του. (ΑΠ 535/2012 δημ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1382/2009 ΝοΒ 2010, 919, ΑΠ 589/2001, ΔΕΕ 2001, 1117).

Ειδικότερα οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των πιστωτών που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι` αυτούς συνέπειες. (πρβλ ΑΠ 1352/2011 δημ ΝΟΜΟΣ)

Υπό τις ανωτέρω νομικές παραδοχές και επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στην κρίση του για τη νομική βασιμότητα της αγωγής διέλαβε ότι αυτή στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 288, 297, 298, 299, 330, 340, 345, 346, 914, 922 και 932 ΑΚ και δεν παρέθεσε και την εν προκειμένω εφαρμοστέα επίσης διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, το Δικαστήριο τούτο, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, εφόσον πρόκειται για πλημμελή εφαρμογή του νόμου, θα χωρήσει σε απλή αντικατάσταση της σχετικής αιτιολογίας με την ορθή, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, αφού στο στάδιο αυτό δεν προκύπτει αν το διατακτικό της είναι ορθό (534 ΚΠολΔ) και επομένως σφάλμα της σε σχέση με την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, η οποία πρέπει να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν στα πλαίσια και της ανωτέρω διάταξης. ( βλ και ΑΠ 1436/2002 ΕλλΔνη 2004,775, ΕφΑθ 1162/2006 ΔΕΕ 2006. 1073, ΕφΑθ 5469/2003 ΑρχΝ 2005. 100, ΕφΘεσσ 1038/2009 οπ, ΕφΘεσσ 1526/2003 δημοσίευση στη Νόμος, ΕφΛαρ 58/2002 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2002. 78).

Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων (ένας από κάθε πλευρά), στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης εκείνου του Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο σύζυγος της ενάγουσας ……………, ο οποίος στις 18/3/2006 απεβίωσε μετά από αυτοκινητικό ατύχημα καταλείποντας μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους την ενάγουσα και την ανήλικη θυγατέρα τους ……………, ήταν κάτοχος δύο πιστωτικών καρτών εκδόσεως της εναγομένης τράπεζας και συγκεκριμένα: 1) της υπ` αριθ. …………… πιστωτικής κάρτας "……………", με πιστωτικό όριο ευρώ 1.000 και 2) της υπ` αριθ. …………… πιστωτικής κάρτας "……………" , με πιστωτικό όριο ευρώ 2.600. Οι ανωτέρω πιστωτικές κάρτες είχαν εκδοθεί κατόπιν αιτήσεως του αποβιώσαντος και χρησιμοποιούνταν απ` αυτόν μέχρι τον θάνατό του, το δε χρεωστικό υπόλοιπο των καρτών κατά την ημέρα θανάτου του ανερχόταν: 1) για την υπ` αριθ. …………… κάρτα σε 988,06 ευρώ, σύμφωνα με τον από 13.3.2006 λογαριασμό της εναγομένης και 2) για την υπ` αριθ. …………… κάρτα σε 2.597,85, ευρώ σύμφωνα με τον από 21.3.2006 λογαριασμό της εναγομένης. Αποδείχθηκε ότι το χρεωστικό υπόλοιπο των πιστωτικών καρτών ήταν ασφαλισμένο σε περίπτωση θανάτου του πιστούχου από ατύχημα μέχρι του ποσού των 30.000 ευρώ υπό τον συμβατικό όρο με τη συνεργαζόμενη ασφαλιστική εταιρία, ότι το περιστατικό του ανωτέρω ασφαλιστικού κινδύνου έπρεπε να γνωστοποιηθεί στην εναγομένη με γραπτό αίτημα των πλησιέστερων συγγενών του και με την υποβολή όλων των απαραίτητων αποδεικτικών στοιχείων εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία του συμβάντος. Η κρίση του δικαστηρίου για την προαναφερόμενη ασφάλιση και τις προϋποθέσεις και τους όρους της καλύψεως στηρίζεται στο από 16/3/2007 έγγραφο εκδόσεως της εναγομένης, που υπογράφει η ……………, υπάλληλος της εναγομένης στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών καρτών σε συνδυασμό με το από 12/6/2007 έγγραφο της εναγομένης, που υπογράφει η ίδια υπάλληλος. Τα παραπάνω άλλωστε πραγματικά περιστατικά δεν αμφισβητούνται ειδικά από την εναγομένη και το Δικαστήριο συνάγει έμμεση ομολογία της ως προς αυτά (ΑΠ 369/2008 ΕΔΠΟΛ 2008.563). Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα περί τις αρχές Απριλίου του 2006 επισκέφτηκε το ευρισκόμενο επί της οδού …………… αριθ. … στη Λαμία κατάστημα της εναγομένης και ζήτησε να πληροφορηθεί για το υπόλοιπο των οφειλών από τις πιστωτικές κάρτες του θανόντος συζύγου της, ενημερώνοντας προφορικά την αρμόδια υπάλληλο της τράπεζας ονόματι …………… για το θάνατο του συζύγου της από ατύχημα. Η ανωτέρω προστηθείσα υπάλληλος της εναγομένης, όφειλε να γνωρίζει την συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων της ασφαλιστικής καλύψεως του πιστωτικού υπολοίπου των καρτών συνεπεία θανάτου του πιστούχου από ατύχημα, όπως εν προκειμένω και ακολούθως όφειλε, όπως επιτάσσει η εκτέλεση των καθηκόντων της με βάση τη συναλλακτική καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να ενημερώσει σχετικά την ενάγουσα προκειμένου η τελευταία να προβεί σε όλες τις διαδικαστικές ενέργειες προς απαλλαγή της (υπό την ιδιότητα του κληρονόμου), από την καταβολή του υπολοίπου των καρτών. Αποδείχθηκε όμως ότι η ως άνω προστηθείσα υπάλληλος της εναγομένης όχι μόνο παρέλειψε να προβεί σε οποιαδήποτε σχετική ενημέρωση της ενάγουσας αλλά επιπροσθέτως απαίτησε από την ενάγουσα την καταβολή του υπολοίπου των καρτών, όπως ορθά δέχθηκε στο σκεπτικό της η εκκαλουμένη. Η ίδια μάλιστα υπάλληλος υπενθύμισε στην ενάγουσα, ότι η μη τακτοποίηση των οφειλών εκ μέρους της ενάγουσας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του θανόντος θα είχε ως συνέπεια την κίνηση των νόμιμων διαδικασιών για την αναγκαστική είσπραξη του υπολοίπου των καρτών. Η κρίση αυτή στηρίζεται στη σαφή κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης και δεν αναιρείται από το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό της προκείμενης δικογραφίας. Σε ακόλουθες επισκέψεις της ενάγουσας στο ίδιο κατάστημα, οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης τη διαβεβαίωναν ότι δεν υφίσταται ζήτημα ασφαλιστικής κάλυψης και η ενάγουσα πειθόμενη από τις εν λόγω διαβεβαιώσεις κατέβαλε κάθε μήνα διάφορα χρηματικά ποσά έναντι της οφειλής των καρτών. Οταν ακολούθως η ίδια (ενάγουσα) πληροφορήθηκε από τον κοινωνικό της κύκλο ότι οι πιστωτικές κάρτες ασφαλίζονται σε περίπτωση θανάτου του κατόχου τους από ατύχημα, επισκέφθηκε εκ νέου το προαναφερθέν κατάστημα και έλαβε εκ νέου τις ίδιες παραπειστικές πληροφορίες ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει και ότι ήταν υποχρεωμένη να συνεχίσει την εξόφληση των δόσεων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πιστούχου με αποτέλεσμα η ενάγουσα, που δεν διέθετε γνώσεις περί τα τραπεζικά πράγματα, να εξοφλήσει πλήρως το χρεωστικό υπόλοιπο και των δύο καρτών στις 29-11-2006, ανερχόμενο στο ποσό των 3.950,00 ευρώ. Η εκ μέρους της ενάγουσας εξόφληση του παραπάνω πιστωτικού υπολοίπου έγινε με την οικονομική βοήθεια του οικογενειακού της περιβάλλοντος καθώς η ίδια βρίσκονταν σε κακή οικονομική κατάσταση μετά τον αιφνίδιο θάνατο του συζύγου της, ο οποίος εν ζωή έφερε αποκλειστικά τα οικονομικά βάρη της οικογένειας και σε εποχή που η ενάγουσα όφειλε να μεριμνήσει μόνη για την ανατροφή του ανήλικου τέκνου της σε κατάσταση πένθους και βαθιάς θλίψης λόγω θανάτου του συζύγου της από αυτοκινητικό ατύχημα σε ηλικία 39 ετών. Εν τέλει και μετά από εκ νέου επίμονη επίσκεψη της ενάγουσας στο ανωτέρω κατάστημα, της προτάθηκε να απευθυνθεί στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών της εναγομένης στην Αθήνα και μετά από τηλεφωνική επικοινωνία η ενάγουσα έλαβε θετική πληροφόρηση ότι υφίστατο ασφαλιστική κάλυψη του υπολοίπου των καρτών σε περίπτωση θανάτου του κατόχου από ατύχημα. Σε εκ νέου επίσκεψη της ενάγουσας στο ως άνω κατάστημα της Λαμίας της προτάθηκε να υποβάλει σχετική αίτηση, όπως και έπραξε, λαμβάνοντας εγγράφως την από 16/3/2007 απάντηση που υπογράφει η υπάλληλος της εναγομένης Ιωάννα Μιχαλάκου σύμφωνα με την οποία για την εν λόγω κάλυψη και με βάση συμβατικό όρο με τη συνεργαζόμενη ασφαλιστική εταιρία, το περιστατικό του ασφαλιστικού κινδύνου έπρεπε να γνωστοποιηθεί στην εναγομένη με γραπτό αίτημα των πλησιέστερων συγγενών και με την υποβολή όλων των απαραίτητων αποδεικτικών στοιχείων εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία του συμβάντος. Η ενάγουσα απώλεσε την ανωτέρω 30ημερη προθεσμία και εν τω μεταξύ είχε εξοφλήσει στις 29/11/2006 τα χρεωστικά υπόλοιπα των επίδικων πιστωτικών καρτών. Ακολούθως, όπως προκύπτει από την υπ` αριθμ. 8748 Δ` έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ιωάννη Ζήσιμου, η ενάγουσα, επέδωσε στην εναγομένη στις 24-03-2008 την από 14-03-2008 όχλησή της, με την οποία ζήτησε να της καταβάλει το ποσό των 3.950,00 ευρώ, εντός τριών ημερών από την επίδοση της οχλήσεως πλην όμως η εναγομένη ουδέν έπραξε.

Υπό τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές η συμπεριφορά των προστηθέντων της παρέχουσας υπηρεσίες εναγομένης είναι παράνομη και συνιστά αδικοπραξία, όπως ορθά δέχθηκε και η εκκαλουμένη, καθ` όσον η εναγομένη με την παραπειστική συμπεριφορά των υπαλλήλων της, κατά παράβαση των απορρεόντων από τα άρθρα 281 και 288 του ΑΚ αρχών της καλής πίστης, που επιβάλλει στα εντεταλμένα όργανα της Τράπεζας την ενδεδειγμένη θετική ενέργεια προς αποτροπή της ζημίας της ενάγουσας και επιπροσθέτως κατά παράβαση της υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας που όφειλε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2251/1994 «περί προστασίας καταναλωτών», δεν ενημέρωσε ως όφειλε την ενάγουσα για την ύπαρξη ασφαλιστικής καλύψεως των επίδικων πιστωτικών καρτών συνεπεία συνδρομής των όρων καλύψεως στην περίπτωσή της ως κληρονόμου εξ αδιαθέτου του πιστούχου αποβιώσαντος συζύγου της ούτε ενημέρωσε ως όφειλε για την ακολουθητέα διαδικασία απαλλαγής της. Τούτα δε όλα παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα ενημέρωσε έγκαιρα για το θάνατο του πιστούχου από ατύχημα και πραγματοποίησε αλλεπάλληλες επισκέψεις στο ανωτέρω κατάστημα της εναγομένης στη Λαμία επισημαίνοντας την πραγμάτωση της ασφαλιστικής περίπτωσης, χωρίς ωστόσο να της υποδειχθεί εγκαίρως τόσο το πραγματικό γεγονός της ύπαρξης ασφαλιστικής κάλυψης των καρτών λόγω θανάτου του κληρονομουμένου πιστούχου από ατύχημα όσο και το είδος της (γραφειοκρατικής) διαδικασίας που έπρεπε να ακολουθήσει προκειμένου να τύχει της απαλλαγής από την καταβολή του χρεωστικού υπολοίπου, το οποίο κατέβαλε εξ ιδίων καθώς απώλεσε την ως άνω 30ήμερη προθεσμία. Συνεπώς η εναγομένη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού της έργου ως εκδότρια των επίδικων καρτών αν και όφειλε να μεριμνά για τα συμφέροντα της ενάγουσας κληρονόμου του πιστούχου που χρηματοδότησε, στα πλαίσια της διαρκούς αυτής ενοχικής σχέσης παραβίασε δια των προστηθέντων υπαλλήλων της του καταστήματος Λαμίας την υποχρέωση πίστης και προστασίας των συμφερόντων ενάγουσας, και δεν απέτρεψε την αποφυγή υπέρμετρα επαχθών γι` αυτή συνεπειών, όπως ήταν η εκ μέρους της ενάγουσας πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου των πιστωτικών καρτών του θανόντος, θέτοντας με την ανωτέρω συμπεριφορά των προστηθέντων της σε κίνδυνο και βλάπτοντας τα συμφέροντα της ενάγουσας και επίσης την ακεραιότητα της πίστης και της ασφαλούς παροχής υπηρεσιών. Να σημειωθεί ότι η υπαιτιότητα της εναγομένης τεκμαίρεται, η δε τελευταία δεν επικαλέστηκε, ούτε και απέδειξε συγκεκριμένα περιστατικά ελλείψεως της. Συνακόλουθα, η ενάγουσα εξαιτίας της ως άνω παράνομης και υπαίτιας σε βάρος της συμπεριφοράς των προστηθέντων της εναγομένης που επέδειξαν βαριά αμέλεια ζημιώθηκε και δικαιούται να λάβει προς αποκατάσταση της θετικής της ζημίας το ποσό των 3.950,00 ευρώ κατά τις ορθές παραδοχές της εκκαλουμένης που δεν πλήττονται με λόγο έφεσης. Περαιτέρω, εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, λόγω της στεναχώριας που δοκίμασε και της ταλαιπωρίας στην οποία υποβλήθηκε, για την αποκατάσταση της οποίας το Δικαστήριο κρίνει ότι εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποίησης είναι το ποσό των 4.000 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό της αμέλειας που η εναγόμενη επέδειξε σε βάρος της ενάγουσας, τις συνθήκες υπό τις οποίες τέλεσε την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια πράξη της, το μέγεθος της ζημίας της ενάγουσας καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων. Η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι η ενάγουσα πέραν της υλικής ζημίας δεν υπέστη ηθική βλάβη από την κακόπιστη συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Κρίνοντας όμως έτσι δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις, κατά τον εν μέρει βάσιμο μόνο λόγο της έφεσης της ενάγουσας, που πρέπει να γίνει δεκτός και από ουσιαστική άποψη.

Ενόψει αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη η από 16 Σεπτεμβρίου 2013 έφεση της ενάγουσας, κατά παραδοχή του προαναφερθέντος λόγου της και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της, όμως, για το ενιαίο της εκτέλεσης (βλ ΕφΑθ 1100/2006 και 2538/2005 αδημ), αναγκαίως δε και κατά τη διάταξη των δικαστικών εξόδων που θα καθοριστούν εξαρχής. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση, από το παρόν Δικαστήριο (αρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ερευνηθεί εκ νέου η από 1-11-2008 αγωγή, πρέπει αυτή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, για το συνολικό ποσό των 7.950 ευρώ (3.950+4.000), που οφείλει να καταβάλει η εναγομένη στην ενάγουσα με το νόμιμο τόκο για το επιμέρους ποσό των 3.950 ευρώ από 28/3/2008 και για το υπόλοιπο ποσό των 4.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας βαρύνουν την εναγόμενη, κατά την έκταση όμως της ήττας της (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος πρέπει να επιστραφεί το παράβολο εκ ποσού 200 ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση κατάθεσης του δικογράφου της έφεσης, στην εκκαλούσα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. δ Κ.Πολ.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της με αρ 1611/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την επιστροφή του εκ ποσού διακοσίων (200) ευρώ παραβόλου στην εκκαλούσα.

Εξαφανίζει την με αρ 1611/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την από 1/11/2008 (αριθμ. καταθ. δικογράφου 11188/2008) αγωγή.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των επτά χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα ευρώ (7.950,00 ευρώ), με το νόμιμο τόκο για το ποσό των τριών χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα ευρώ (3.950 ευρώ) από 28/3/2008 και για το υπόλοιπο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (4.000,00) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Καταδικάζει την εναγομένη στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2015, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α Δημοσίευση Νόμος

5

Ιούν

2015

Εκχώρηση ανείσπρακτων μισθωμάτων στο Δημόσιο

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ



Αθήνα, 03/06/2015



ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ



ΕΚΧΩΡΗΣΗ ΑΝΕΙΣΠΡΑΚΤΩΝ ΜΙΣΘΩΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ




Σε εφαρμογή της αρχής της φορολογικής ισότητας και της δίκαιης κατανομής των φορολογικών βαρών, η Γενική Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων Κατερίνα Σαββαΐδου, εξέδωσε απόφαση με την οποία καθορίζεται η διαδικασία εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων ακίνητης περιουσίας στο Δημόσιο, χωρίς αντάλλαγμα.



Η εκχώρηση γίνεται με την υποβολή συμπληρωμένου του σχετικού εντύπου δήλωσης εκχώρησης από τον εκχωρητή στον αρμόδιο Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., συνοδευόμενο υποχρεωτικά από Υπεύθυνη Δήλωση του ν. 1599/1986, όπου ο εκχωρητής βεβαιώνει τη μη είσπραξη των οφειλόμενων μισθωμάτων, το ακριβές ποσό αυτών, την ακρίβεια των κατατεθειμένων εγγράφων και τη μη κατοχή άλλων εγγράφων και αποδεικτικών στοιχείων πλην των κατατεθειμένων. Με τη δήλωση εκχώρησης πρέπει επίσης να συνυποβάλλονται και όλα τα έγγραφα που αποδεικνύουν τη μη είσπραξη των εκχωρούμενων μισθωμάτων, όπως αναφέρονται στη σχετική απόφαση. 



Η υποβολή όλων των ανωτέρω λαμβάνει χώρα υποχρεωτικά μετά το πέρας του φορολογικού έτους στο οποίο αφορά και πριν την εμπρόθεσμη υποβολή της ετήσιας δήλωσης Φορολογίας Εισοδήματος. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής αυτών, η δήλωση εκχώρησης δεν γίνεται δεκτή. 



Η εκχώρηση ολοκληρώνεται με μόνη τη μονομερή δήλωση του εκχωρητή, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη ρητή αποδοχή της εκχώρησης από το Δημόσιο και αναγγελία της εκχώρησης των μισθωμάτων στον οφειλέτη. 

Το Δημόσιο υποκαθίσταται στα δικαιώματα του εκχωρητή και δεν είναι δυνατή η ανάκληση της δήλωσης εκχώρησης.

Κατηγορία

Πρόσφατα

Αρχείο