Financial Sector Issues

1

Oct

2015

Η Ελληνική Ένωση Τραπεζών δημοσίευσε μια σειρά συχνών ερωτήσεων και απαντήσεων για τα συνηθέστερα ζητήματα που ανακύπτουν στην τρέχουσα περίοδο των capital controls

"http://www.hba.gr/6Mme/TitleImages/tel_deltio_typou.gif"

 

 

1 Οκτωβρίου 2015

 

ΠΡΑΞΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ:
«Επείγουσες ρυθμίσεις για τη θέσπιση περιορισμών
στην ανάληψη μετρητών και τη μεταφορά κεφαλαίων»
(ΦΕΚ Α΄84/18.7.2015), όπως ισχύει

Συχνές Ερωτήσεις και Απαντήσεις

 

1. Τι ισχύει με τις αναλήψεις μετρητών;

Η ανάληψη μετρητών από τους συναλλασσόμενους από τραπεζικό κατάστημα ή ΑΤΜ δεν μπορεί να υπερβαίνει ημερησίως το ποσό των 60 ευρώ ανά καταθέτη, ανά τράπεζα. Ωστόσο, παρέχεται η δυνατότητα μεταφοράς του ημερήσιου ορίου των 60 ευρώ σε επόμενη ημέρα ή ημέρες και πάντως το αργότερο στο τέλος της εβδομάδας (κάθε Παρασκευή). Δηλαδή, κάθε εβδομάδα ο δικαιούχος μπορεί να κάνει ανάληψη έως του ποσού των τετρακοσίων είκοσι (420) ευρώ κατʼ ανώτατο όριο.

 

2. Επιτρέπεται η ανάληψη μετρητών σε ξένο νόμισμα από τραπεζικό κατάστημα;

ΝΑΙ, μέχρι του ημερήσιου ορίου του ισόποσου (με βάση την ισχύουσα ημερήσια συναλλαγματική ισοτιμία) των 60 ευρώ στο ξένο νόμισμα. Και στην περίπτωση αυτή ισχύει η δυνατότητα μεταφοράς του ημερήσιου ορίου σε επόμενη ημέρα και πάντως το αργότερο στο τέλος της εβδομάδας.

 

3. Μπορώ να χρησιμοποιήσω τη χρεωστική μου κάρτα για αναλήψεις μετρητών στο εξωτερικό;

ΝΑΙ, σύμφωνα με το ημερήσιο ή/και εβδομαδιαίο μέγιστο όριο ανάληψης ποσού που ισχύει και εντός Ελλάδος.

 

4. Μπορώ να χρησιμοποιήσω την πιστωτική ή προπληρωμένη μου κάρτα για αναλήψεις μετρητών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό;

ΟΧΙ, η συγκεκριμένη συναλλαγή δεν επιτρέπεται.

 

5. Επιτρέπεται η κατάθεση επιταγής;

ΝΑΙ, επιτρέπεται η κατάθεση τραπεζικών και ιδιωτικών επιταγών αποκλειστικά και μόνο σε πίστωση τραπεζικού λογαριασμού. Πληρωμή επιταγών με μετρητά δεν επιτρέπεται.

 

6. Τι προβλέπεται για τις επιταγές επί των οποίων έχει βεβαιωθεί αδυναμία πληρωμής με ημερομηνία από 20/7 μέχρι 31/8 2015;

Επιταγές, επί των οποίων έχει βεβαιωθεί από την πληρώτρια τράπεζα αδυναμία πληρωμής με ημερομηνία από την 20η Ιουλίου 2015 μέχρι την 31η Αυγούστου 2015, όπως και γραμμάτια εις διαταγήν και συναλλαγματικές με ημερομηνία λήξης εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, που δεν εξοφλήθηκαν, δεν εμφανίζονται σε αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που τηρούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα ή από φορείς χάριν αυτών, εάν αποδεδειγμένα εξοφληθούν το αργότερο μέχρι την 30η Σεπτεμβρίου 2015.

 

7. Μπορώ να χρησιμοποιήσω την πιστωτική, χρεωστική ή/και προπληρωμένη μου κάρτα για να κάνω αγορές στην Ελλάδα;

ΝΑΙ. Οι πιστωτικές, χρεωστικές και προπληρωμένες κάρτες μπορούν να χρησιμοποιούνται κανονικά για αγορές αγαθών και υπηρεσιών εντός Ελλάδος, μέχρι το όριο που προβλέπει η σύμβασή σας με την τράπεζα και εφόσον τα καταστήματα τηρούν λογαριασμό σε τράπεζα που λειτουργεί στην Ελλάδα.

 

8. Μπορώ να χρησιμοποιήσω την πιστωτική, χρεωστική ή/και προπληρωμένη μου κάρτα για να κάνω αγορές στο εξωτερικό ή από το internet;

ΝΑΙ, εφόσον βρίσκεστε στο εξωτερικό μπορείτε να χρησιμοποιείτε τις κάρτες σας για αγορές αγαθών και υπηρεσιών:

  • μέχρι το όριο που προβλέπει η σύμβασή σας με την τράπεζα, και
  • εντός του  ορίου ποσού το οποίο εγκρίνεται για κάθε τράπεζα ξεχωριστά από την Επιτροπή Εγκρίσεως Τραπεζικών Συναλλαγών.

Για αγορές από το internet μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τις κάρτες σας χωρίς περιορισμούς εφόσον τα ηλεκτρονικά καταστήματα τηρούν λογαριασμό σε τράπεζα που λειτουργεί στην Ελλάδα.

Εφόσον τα ηλεκτρονικά καταστήματα τηρούν λογαριασμό σε τράπεζα του εξωτερικού, μπορείτε να χρησιμοποιείτε τις κάρτες σας:

  • μέχρι το όριο που προβλέπει η σύμβασή σας με την τράπεζα, και
  • εντός του ορίου ποσού το οποίο εγκρίνεται για κάθε τράπεζα ξεχωριστά από την Επιτροπή Εγκρίσεως Τραπεζικών Συναλλαγών.

Ωστόσο, εξακολουθούν να μην επιτρέπονται  οι ακόλουθες γενικές κατηγορίες συναλλαγών μέσω internet εφόσον τα ηλεκτρονικά καταστήματα δεν τηρούν λογαριασμό σε τράπεζα που λειτουργεί στην Ελλάδα:

  1. Μεταφορές χρημάτων στο εξωτερικό.
  2. Αγορά έργων τέχνης και δημοπρασίες.
  3. Συναλλαγές με εταιρείες στοιχηματισμού, τυχερά παιχνίδια και video games.
  4. Αγορές σε κοσμηματοπωλεία.
  5. Γενικοί κωδικοί στους οποίους εντοπίζεται πλειοψηφία συναλλαγών που αφορούν σε πορνογραφικό υλικό.
  6. Προσωπικές υπηρεσίες (συνοδοί και ραντεβού).
  7. Πληρωμές σε φιλανθρωπικές οργανώσεις.
  8. Αγορές ειδών ένδυσης και υπόδησης.
  9. Αγορές οικιακού εξοπλισμού.
  10. Αγορές ηλεκτρονικών ειδών/εξοπλισμού.
  11. Αγορές καλλυντικών.

 

9. Μπορώ να ανοίξω νέο λογαριασμό;

ΟΧΙ, εκτός αν το άνοιγμα του νέου λογαριασμού αφορά αποκλειστικά και μόνο τις ακόλουθες συναλλαγές, η αναγκαιότητα των οποίων πρέπει να τεκμηριώνεται εγγράφως και με την προϋπόθεση ότι δεν υφίσταται άλλος διαθέσιμος λογαριασμός μέσω του οποίου αυτές μπορούν να διενεργηθούν:

  • η πληρωμή μισθοδοσίας προσωπικού, συμπεριλαμβανομένης της έκδοσης και εξαργύρωσης εργοσήμου,
  • η πληρωμή υποχρεώσεων του καταθέτη προς την ίδια τράπεζα, που προκύπτουν από συμβάσεις που είχαν καταρτισθεί προ της 28ης Ιουνίου 2015,
  • η καταβολή νέων συντάξεων και νέων προνοιακών επιδομάτων,
  • η εκκαθάριση συναλλαγών καρτών από νέες συμβάσεις αποδοχής (acquiring),
  • η εξυπηρέτηση νεοϊδρυθέντων, μετά την 1η Μαΐου2015, νομικών προσώπων, καθώς και ατομικών επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών με έναρξη δραστηριότητας/επαγγέλματος μετά την 1η Μαΐου 2015,
  • η εξυπηρέτηση νεοφυών εταιρειών (startups) που συμμετέχουν σε προγράμματα στήριξης της νέας επιχειρηματικότητας,
  • η κατάθεση μετρητών ως εξασφάλιση (cash collateral) εγγυητικής επιστολής, ενέγγυας πίστωσης ή δανείου στην ίδια τράπεζα,
  • το άνοιγμα λογαριασμού υπέρ τρίτου με σκοπό είτε τη συμμόρφωση προς επιταγή για εκτέλεση χρηματικής απαίτησης, βάσει διαταγής πληρωμής, δικαστικής απόφασης ή άλλου εκτελεστού τίτλου είτε την εξόφληση απαίτησης, για την οποία έχει επιβληθεί κατάσχεση εις χείρας τρίτου, υπέρ του δικαιούχου της απαίτησης, εκτός εάν αυτός έχει δηλώσει καταθετικό λογαριασμό με οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη,
  • η πίστωση ποσών από την αλλοδαπή σε ευρώ ή ξένο νόμισμα, ύψους τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ ή του ισόποσου σε ξένο νόμισμα,
  • η αποδοχή προθεσμιακής κατάθεσης μόνον στην περίπτωση που οι δικαιούχοι της ταυτίζονται με τους δικαιούχους του υφιστάμενου τροφοδότη λογαριασμού της, καταθετικού ή όψεως,
  • το άνοιγμα λογαριασμού όψεως ή καταθέσεως ή η προσθήκη συνδικαιούχου σε υφιστάμενο λογαριασμό, σε πρόσωπα που αποκτούν για πρώτη φορά την ιδιότητα του φοιτητή κατά το ακαδημαϊκό έτος 2015-2016, εφόσον ο τόπος σπουδών είναι διαφορετικός από τον μέχρι τώρα τόπο μόνιμης κατοικίας τους και υπό την προϋπόθεση ότι δεν υφίσταται άλλος διαθέσιμος λογαριασμός στο όνομά τους με την ιδιότητα του δικαιούχου ή συνδικαιούχου. Για την πιστοποίηση της φοιτητικής ιδιότητας, απαιτείται βεβαίωση εγγραφής από Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Πανεπιστημιακής ή Τεχνολογικής Εκπαίδευσης, Κολλέγιο, Κέντρο Ελευθέρων Σπουδών, Κέντρο Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης ή σχολή επαγγελματικής κατάρτισης ή μαθητείας,
  • το άνοιγμα λογαριασμού όψεως ή καταθέσεως σε φοιτητές που κατά το ακαδημαϊκό έτος 2015-2016 θα συμμετέχουν σε προγράμματα ανταλλαγής φοιτητών ERASMUS, εφόσον η ύπαρξη λογαριασμού αποτελεί προϋπόθεση για την καταβολή της προβλεπόμενης αποζημίωσης και δεν υπάρχει άλλος διαθέσιμος λογαριασμός. Για την πιστοποίηση της συμμετοχής τους στα εν λόγω προγράμματα απαιτείται η σχετική βεβαίωση της σχολής φοίτησης,
  • το άνοιγμα λογαριασμού όψεως ή καταθέσεως με δικαιούχο οπλίτη που καλείται να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας Πράξης, εφόσον δεν υφίσταται άλλος διαθέσιμος λογαριασμός στο όνομά του. Για το άνοιγμα του λογαριασμού, εκτός των άλλων δικαιολογητικών που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία, προσκομίζεται το σχετικό έγγραφο της Στρατολογίας από το οποίο προκύπτει ότι ο δικαιούχος καλείται να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία,
  • το άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού όψεως, για το σκοπό της διενέργειας εράνων, στο όνομα και υπέρ συγκεκριμένων φυσικών προσώπων που πάσχουν από ανίατες ασθένειες ή για τη διενέργεια εράνων γενικού φιλανθρωπικού σκοπού ή εκτέλεσης έργου κοινής ωφελείας. Για το άνοιγμα των λογαριασμών αυτών προσκομίζεται, κατά περίπτωση, η σχετική απόφαση του Υπουργού Υγείας ή του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης,
  • το άνοιγμα λογαριασμού ειδικού σκοπού χωρίς δικαίωμα ανάληψης από φυσικό πρόσωπο για την εξυπηρέτηση ρυθμίσεων οφειλών σε φορείς κοινωνικής ασφάλισης και στο Ελληνικό Δημόσιο,
  • το άνοιγμα λογαριασμού από φορείς κοινωνικής ασφάλισης αποκλειστικά για την είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών και λοιπών οφειλών,
  • το άνοιγμα αποκλειστικά και μόνον ενός λογαριασμού, χωρίς δικαίωμα ανάληψης μετρητών, για την εξυπηρέτηση δανείου που έχει ληφθεί πριν ή μετά τη λήξη της τραπεζικής αργίας από την τράπεζα στην οποία ανοίγεται ο λογαριασμός, ακόμη και σε περίπτωση ύπαρξης τραπεζικού λογαριασμού σε άλλη τράπεζα, και
  • κάθε άλλη περίπτωση, κατόπιν έγκρισης από την Επιτροπή Έγκρισης Τραπεζικών Συναλλαγών.

10. Μπορώ να προσθέσω συνδικαιούχο σε υφιστάμενο καταθετικό λογαριασμό μου;

ΟΧΙ, η συγκεκριμένη τραπεζική εργασία δεν επιτρέπεται.

 

11. Μπορώ να εξοφλήσω πρόωρα το δάνειό μου;

Πρόωρη, μερική ή ολική εξόφληση του δανείου σας επιτρέπεται μόνο:

  • με κατάθεση μετρητών ή με μεταφορά κεφαλαίων (έμβασμα) από το εξωτερικό, ή
  • στην περίπτωση αποπληρωμής μέσω χορήγησης νέου δανείου, με σκοπό την αναδιάρθρωση, υπό την προϋπόθεση ότι το ποσό του νέου δανείου είναι ίσο τουλάχιστον με το ποσό του ανεξόφλητου κεφαλαίου του αρχικού δανείου.

 

12. Μπορώ να ζητήσω την πρόωρη λήξη της προθεσμιακής μου κατάθεσης;

ΟΧΙ, εκτός αν η πρόωρη λήξη αφορά αποκλειστικά και μόνο την ισόποση εξόφληση:

  • οφειλών προς το Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς φορείς,
  • τρέχουσας δόσης και ληξιπρόθεσμων οφειλών δανείου στην ίδια τράπεζα,
  • πληρωμής μισθοδοσίας στην ίδια τράπεζα,
  • πληρωμής νοσηλίων και διδάκτρων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό,
  • πληρωμής προμηθευτών που τηρούν λογαριασμό στην ίδια ή άλλη τράπεζα που λειτουργεί στην Ελλάδα, έναντι τιμολογίων ή ισοδύναμων παραστατικών εφόσον δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα σε λογαριασμό όψεως ή ταμιευτηρίου σε οποιαδήποτε τράπεζα, όπως προκύπτει από σχετική υπεύθυνη δήλωση που υποβάλλει ο δικαιούχος της προθεσμιακής κατάθεσης στην τράπεζα,

Επίσης, επιτρέπεται, κατʼ εξαίρεση, η πρόωρη μερική λήξη προθεσμιακής κατάθεσης:

  • για κάλυψη εξόδων διαβίωσης έως κατʼ ανώτατο όριο ποσού χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ ανά ημερολογιακό μήνα και η μεταφορά του εν λόγω ποσού σε υφιστάμενο λογαριασμό ταμιευτηρίου ή όψεως του δικαιούχου, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υφίστανται επαρκή διαθέσιμα σε λογαριασμό ταμιευτηρίου ή όψεως του δικαιούχου σε οποιαδήποτε τράπεζα, όπως προκύπτει από σχετική υπεύθυνη δήλωση που υποβάλλει ο δικαιούχος της προθεσμιακής κατάθεσης στην τράπεζα, και
  • για αγορά ακινήτου έως κατʼ ανώτατο όριο του ποσού που αναγράφεται στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας και στα σχετικά παραστατικά, πλέον των συμβολαιογραφικών και άλλων εξόδων, και η μεταφορά του εν λόγω ποσού σε υφιστάμενο λογαριασμό ταμιευτηρίου ή όψεως του πωλητή του ακινήτου και, κατά περίπτωση, του συμβολαιογράφου, του δικηγόρου και του Δημοσίου, υπό την προϋπόθεση ότι το αίτημα για τη λήξη της προθεσμιακής κατάθεσης συνοδεύεται από υπεύθυνη δήλωση του αγοραστή-δικαιούχου του λογαριασμού α) ότι το εν λόγω ποσό θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για τους ανωτέρω σκοπούς και ότι δεν υφίστανται επαρκή διαθέσιμα σε λογαριασμό ταμιευτηρίου ή όψεως αυτού και β) ότι ο αγοραστής – δικαιούχος του λογαριασμού θα προσκομίσει στην τράπεζα το συμβόλαιο της αγοραπωλησίας του ακινήτου καθώς και τα σχετικά παραστατικά που αποδεικνύουν τα αναγκαία για την κατάρτισή του έξοδα, το αργότερο εντός μηνός από την κατά τα ανωτέρω πρόωρη λήξη της προθεσμιακής κατάθεσης. Τυχόν απαιτούμενες λεπτομέρειες σχετικά με την ακολουθούμενη διαδικασία και τους επιμέρους, ειδικότερους όρους εφαρμογής της δυνατότητας αυτής δύναται να καθορίζει με απόφασή της η Επιτροπή Έγκρισης Τραπεζικών Συναλλαγών.

 

13. Είμαι επιχείρηση που επιθυμεί να αρχίσει να δέχεται συναλλαγές με πιστωτικές, χρεωστικές και προπληρωμένες κάρτες. Μπορώ να το κάνω;

ΝΑΙ, εφόσον καταρτίσετε σύμβαση με τράπεζα, ίδρυμα πληρωμών ή/και ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος που λειτουργεί στην Ελλάδα. Σε αυτήν την περίπτωση, επιτρέπεται το άνοιγμα νέου λογαριασμού για την εκκαθάριση συναλλαγών καρτών με βάση τη νέα αυτή σύμβαση.

Αντίθετα, δεν επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων αποδοχής συναλλαγών με κάρτες πληρωμών, εφόσον η εκκαθάρισή τους πραγματοποιείται με πίστωση λογαριασμού του εμπόρου, ο οποίος τηρείται σε τράπεζα, ίδρυμα πληρωμών ή/και ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος εκτός Ελλάδος.

 

14. Είμαι επιχείρηση που δέχεται συναλλαγές με πιστωτικές, χρεωστικές και προπληρωμένες κάρτες. Πότε θα πιστώνεται ο λογαριασμός μου;

Η εκκαθάριση των συναλλαγών με κάρτες πληρωμών, ελληνικών και ξένων, θα γίνεται με πίστωση του λογαριασμού της επιχείρησης σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη σχετική σύμβασή σας.

 

15. Μπορώ ως επιχείρηση να αρνηθώ συναλλαγές με κάρτες;

ΟΧΙ, διότι στην Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου προβλέπεται ότι όποιος αρνείται την πληρωμή με πιστωτικές, χρεωστικές και προπληρωμένες κάρτες τιμωρείται, με βαρύτατα πρόστιμα ή/και φυλάκιση, κατά τις διατάξεις:

  • των άρθρων 288 παρ. 1 και 452 του Ποινικού Κώδικα,
  • του άρθρου 13α του ν. 2251/1994 (Α΄ 191),
  • του άρθρου 18 α ν. 146/1914 (Α΄ 21), και
  • του άρθρου 19 ν. 4177/2013 (Α΄ 173), όπως ισχύουν.

 

16. Οι πιστωτικές, χρεωστικές ή/και προπληρωμένες κάρτες αλλοδαπών τραπεζών χρησιμοποιούνται κανονικά;

Πιστωτικές, χρεωστικές ή/και προπληρωμένες κάρτες αλλοδαπών τραπεζών εφόσον έχουν εκδοθεί στο εξωτερικό χρησιμοποιούνται τόσο για αγορές αγαθών και υπηρεσιών όσο και για αναλήψεις μετρητών χωρίς περιορισμούς, εντός των ορίων της σύμβασής σας με την εκδότρια τράπεζα.

 

17. Μπορούν να γίνονται μεταφορές κεφαλαίων από το εξωτερικό;

ΝΑΙ. Η μεταφορά κεφαλαίων από λογαριασμούς που τηρούνται σε αλλοδαπή τράπεζα σε λογαριασμό που τηρείται σε τράπεζα που λειτουργεί στην Ελλάδα επιτρέπονται.

 

18. Επιτρέπεται η μεταφορά μετρητών εκτός Ελλάδος;

Επιτρέπεται η μεταφορά χαρτονομισμάτων σε ευρώ ή και σε ξένο νόμισμα έως του ποσού των ευρώ δύο χιλιάδων (2.000) ή του ισόποσου σε ξένο νόμισμα ανά φυσικό πρόσωπο και ανά ταξίδι στο εξωτερικό. Από τον περιορισμό των 2.000 ευρώ εξαιρούνται οι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού. Με πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα εφαρμογής της παραπάνω απαγόρευσης, να προβλέπονται διαφοροποιήσεις για χώρες της ζώνης SCHENGEN και για χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να θεσπίζονται ειδικές εξαιρέσεις για κατηγορίες προσώπων.

 

19. Οι μεταφορές κεφαλαίων στο εξωτερικό επιτρέπονται;

ΟΧΙ, εκτός αν εντάσσονται στις εξαιρέσεις που επεξεργάζονται σε καθημερινή βάση (α) οι Ειδικές Υποεπιτροπές των τραπεζών, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην Απόφαση αριθμ. 768/30.9.2015 (ΦΕΚ Β΄ 2118) και (β) η Επιτροπή Έγκρισης Τραπεζικών Συναλλαγών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, όπως ισχύει. Επίσης επιτρέπονται, χωρίς να απαιτείται έγκριση από τις Ειδικές Υποεπιτροπές των τραπεζών ή την Επιτροπή Έγκρισης Τραπεζικών Συναλλαγών:

  • η αποδοχή και εκτέλεση εντολών μεταφοράς κεφαλαίων προς το εξωτερικό από τράπεζες έως του ποσού των πεντακοσίων (500) ευρώ ανά καταθέτη (Customer ID) και ανά ημερολογιακό μήνα, μέχρι μηνιαίου ορίου σε ευρώ για το σύνολο των τραπεζών που λειτουργούν στην Ελλάδα και αποδέχονται καταθέσεις, το οποίο έχει οριστεί και κατανεμηθεί ανά τράπεζα με την Απόφαση αριθμ. 770/30.9.2015 (ΦΕΚ Β΄ 2119) της  Επιτροπής Έγκρισης Τραπεζικών Συναλλαγών,
  • συναλλαγές νομικών προσώπων ή επιτηδευματιών προς το εξωτερικό στο πλαίσιο των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, που δεν υπερβαίνουν τις πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ η καθεμία, κατόπιν προσκόμισης των σχετικών τιμολογίων και λοιπών παραστατικών και δικαιολογητικών, τα οποία θα συνοδεύονται υποχρεωτικά από υπεύθυνη δήλωση με την οποία τα ανωτέρω πρόσωπα δηλώνουν ότι τα ως άνω προσκομισθέντα έγγραφα είναι γνήσια και δεν έχουν προσκομισθεί σε άλλη τράπεζα. Οι εν λόγω συναλλαγές θα υπολογίζονται εντός του εβδομαδιαίου ορίου που ορίζεται από την Επιτροπής Έγκρισης Τραπεζικών Συναλλαγών για κάθε τράπεζα,
  • συναλλαγές φυσικών προσώπων που επιβάλλονται από σοβαρούς λόγους υγείας ή εξαιρετικούς κοινωνικούς λόγους και αφορούν εκτέλεση πληρωμών προς το εξωτερικό ή ανάληψη μετρητών, με την προσκόμιση των απαραίτητων δικαιολογητικών στην τράπεζα, από τα οποία αποδεικνύεται η συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων και με μηνιαίο όριο δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ ανά φυσικό πρόσωπο (με μία ή περισσότερες συναλλαγές) στο σύνολο των τραπεζών που λειτουργούν στην Ελλάδα. Τα προαναφερόμενα αιτήματα θα συνοδεύονται υποχρεωτικά από υπεύθυνη δήλωση με την οποία τα προαναφερόμενα φυσικά πρόσωπα δηλώνουν ότι τα ως άνω προσκομισθέντα έγγραφα είναι γνήσια και δεν έχουν προσκομισθεί σε άλλη τράπεζα.

Οι ως άνω επιτρεπόμενες συναλλαγές θα διεκπεραιώνονται απευθείας από το δίκτυο των καταστημάτων των τραπεζών.

 

20. Τι γίνεται με τις συναλλαγές πληρωμών για εμπορικούς σκοπούς στο εξωτερικό (πληρωμή εισαγωγών);

Για την ισχύουσα, από 30 Σεπτεμβρίου 2015, διαδικασία υποβολής και έγκρισης αιτημάτων μεταφοράς κεφαλαίων στο εξωτερικό από νομικά πρόσωπα και επιτηδευματίες στο πλαίσιο των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων βλέπε αναλυτικά την Απόφαση υπʼ αριθμ. 768/30.9.2015 (ΦΕΚ Β΄2118) της Επιτροπής Έγκρισης Τραπεζικών Συναλλαγών.

 

21. Πώς γίνεται η πληρωμή νοσηλίων και ιατρικών εξόδων;

Η πληρωμή νοσηλίων και ιατρικών εξόδων γίνεται χωρίς τον περιορισμό έγκρισης από την Επιτροπή Έγκρισης Τραπεζικών Συναλλαγών υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • προσκόμιση των απαραίτητων δικαιολογητικών στην τράπεζα μέσω της οποίας διενεργείται η συναλλαγή, και
  • μεταφορά του σχετικού χρηματικού ποσού κάλυψης νοσηλίων και ιατρικών εξόδων με πίστωση σε τραπεζικό λογαριασμό του νοσηλευτικού ιδρύματος και όχι σε λογαριασμό του ίδιου του δικαιούχου.

Επίσης, επιτρέπεται η ανάληψη από τραπεζικό λογαριασμό και η μεταφορά στο εξωτερικό μετρητών μέγιστου εφάπαξ ποσού δυο χιλιάδων (2.000) ευρώ ή του ισόποσού του σε ξένο νόμισμα για ένα συνοδό προσώπου που μεταβαίνει στο εξωτερικό για νοσηλεία, υπό την προϋπόθεση της έγγραφης τεκμηρίωσης του σκοπού της μετάβασης.

 

22. Πώς γίνεται η πληρωμή διδάκτρων σε εκπαιδευτικό ίδρυμα του εξωτερικού;

Η πληρωμή διδάκτρων γίνεται χωρίς τον περιορισμό έγκρισης από την Επιτροπή Έγκρισης Τραπεζικών Συναλλαγών υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • προσκόμιση των απαραίτητων δικαιολογητικών στην τράπεζα μέσω της οποίας διενεργείται η συναλλαγή, και
  • μεταφορά του σχετικού χρηματικού ποσού με πίστωση σε τραπεζικό λογαριασμό του εκπαιδευτικού ιδρύματος και όχι σε λογαριασμό του ίδιου του δικαιούχου.

Επίσης, επιτρέπεται η μεταφορά μέγιστου ποσού πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ ή του ισόποσού του σε ξένο νόμισμα, ανά ημερολογιακό τρίμηνο, συνολικά, για έξοδα διαμονής και διαβίωσης φοιτητών που σπουδάζουν στο εξωτερικό ή συμμετέχουν σε προγράμματα ανταλλαγής φοιτητών. Η πληρωμή συντελείται, υποχρεωτικά, σε λογαριασμό, που τηρείται στο εξωτερικό, με δικαιούχο το φοιτητή.

Ωστόσο, στις περιπτώσεις που τα ανωτέρω ποσά  πιστώνονται απευθείας σε λογαριασμούς φοιτητικής εστίας ή εκμισθωτή κατοικίας φοιτητή, με την προσκόμιση μισθωτήριου συμβολαίου ή άλλων σχετικών δικαιολογητικών, τότε επιτρέπεται η μεταφορά μέγιστου ποσού οκτώ χιλιάδων ευρώ (8.000) ή του ισόποσού του σε ξένο νόμισμα ανά ημερολογιακό τρίμηνο.

 

23. Ποσά που πιστώνονται στον τραπεζικό μου λογαριασμό από το εξωτερικό μπορούν να μεταφερθούν εκ νέου στο εξωτερικό;

ΝΑΙ, στο σύνολό τους. Ωστόσο, δεν επιτρέπεται η ανάληψη με μετρητά του συνόλου του μεταφερόμενου από το εξωτερικό χρηματικού ποσού. Η ανάληψη μπορεί να γίνεται έως του ποσοστού 10% συνολικά, με διαδικασία οριζόμενη από την Επιτροπή Έγκρισης Τραπεζικών Συναλλαγών. Ειδικά οι ναυτιλιακές εταιρείες που αναφέρονται στους Ν. 27/1975, 959/1979 και στο Ν.δ. 2687/1953, μπορούν να πραγματοποιούν και αναλήψεις μετρητών έως του ποσού των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ ημερησίως. Με απόφαση της Επιτροπής Έγκρισης Τραπεζικών Συναλλαγών δύναται να επιτρέπεται η ανάληψη και να ορίζεται όριο ποσού ανάληψης μετρητών ανά ημέρα –μεγαλύτερο του γενικά ισχύοντος – και για άλλους κλάδους επιχειρήσεων, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω ρύθμισης.

Η σχετική τεκμηρίωση της συναλλαγής εισροής κεφαλαίων από το εξωτερικό και της εκ νέου εκροής αυτών στο εξωτερικό, θα είναι ευθύνη της τράπεζας και πρέπει να είναι πλήρης.

Επιτρέπεται επίσης, η μεταφορά κεφαλαίων εκτός Ελλάδος από ίδρυμα, για αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων, κατά την έννοια του άρθρου 5 του ν. 3606/2007, όπως ισχύει, του εξωτερικού, εφόσον:

  • ο τραπεζικός λογαριασμός του δικαιούχου, από τον οποίο πραγματοποιείται η μεταφορά, ή
  • ο λογαριασμός πελατείας που τηρεί ο παρέχων τις επενδυτικές υπηρεσίες σε ίδρυμα, από τον οποίο πραγματοποιείται η μεταφορά, για λογαριασμό του δικαιούχου,

έχει πιστωθεί μετά την έναρξη της τραπεζικής αργίας της 28ης Ιουνίου 2015 με κεφάλαια που προέρχονται από έμβασμα εξωτερικού, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων μεταφοράς πιστώσεως λόγω πωλήσεως, εξαγοράς ή εξόφλησης χρηματοπιστωτικών μέσων του εξωτερικού ή εισπράξεως χρηματικών διανομών που σχετίζονται με τα ως άνω χρηματοπιστωτικά μέσα.

 

24. Επιτρέπεται η καταβολή χρηματικής απαίτησης κατασχεθείσας εις χείρας τράπεζας σε μετρητά;

ΟΧΙ, σε περίπτωση κατάσχεσης χρηματικής απαίτησης εις χείρας τράπεζας, της Τράπεζας της Ελλάδος ή του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ως τρίτου, το ποσό είτε καταβάλλεται με έκδοση επιταγής είτε πιστώνεται υποχρεωτικά σε τραπεζικό λογαριασμό του κατασχόντος που τηρείται στην ίδια ή σε άλλη τράπεζα.

 

25. Επιτρέπεται η πληρωμή βάσει εγγυητικών επιστολών;

ΝΑΙ, εφόσον το χρηματικό ποσό της πληρωμής κατατίθεται σε τραπεζικό λογαριασμό.

 

26. Επιτρέπεται η χορήγηση νέων χρηματοδοτήσεων;

ΝΑΙ, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από την κείμενη νομοθεσία και την επιχειρηματική πολιτική της τράπεζας.

 

27. Επιτρέπεται η αποπληρωμή / εξόφληση ανοιχτών δανείων & ορίων;

ΝΑΙ, επιτρέπεται σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις της σχετικής σύμβασής σας με την τράπεζά σας.

 

28. Πληρωμές μισθοδοσίας στο εξωτερικό για εργαζόμενους επιτρέπονται;

ΟΧΙ, εφόσον ο λογαριασμός που χρεώνεται για την πληρωμή μισθοδοσίας τηρείται σε τράπεζα που λειτουργεί στην Ελλάδα και οι λογαριασμοί που πιστώνονται τηρούνται σε τράπεζες του εξωτερικού. Από τον περιορισμό εξαιρούνται οι εργαζόμενοι σε διπλωματικές αποστολές, μόνιμες αντιπροσωπείες ή άλλες υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου. Επίσης, οι εργαζόμενοι σε διπλωματικές αποστολές, μόνιμες αντιπροσωπείες ή άλλες υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου στο εξωτερικό, οι οποίοι τηρούν λογαριασμούς μισθοδοσίας σε τράπεζα που εδρεύει και λειτουργεί στην Ελλάδα, επιτρέπεται να μεταφέρουν το ισόποσο της μισθοδοσίας τους σε λογαριασμό τους στο εξωτερικό, αποδεικνύοντας εγγράφως την ιδιότητά τους.

 

29. Πληρωμές συντάξεων στο εξωτερικό για συνταξιούχους  επιτρέπονται;

ΝΑΙ, επιτρέπονται οι πληρωμές συντάξεων και προνοιακών επιδομάτων πάσης φύσεως στο εξωτερικό από φορείς κοινωνικής ασφάλισης που διέπονται από το ελληνικό δίκαιο, με πίστωση λογαριασμού που τηρείται σε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει και λειτουργεί εκτός Ελλάδος, υπό την προϋπόθεση ότι ο δικαιούχος της σύνταξης ή του προνοιακού επιδόματος λάμβανε με τον ανωτέρω τρόπο τη σύνταξή του ή το προνοιακό επίδομα πριν από την έναρξη της τραπεζικής αργίας, η οποία κηρύχθηκε με την από 28 Ιουνίου 2015 ΠΝΠ (Α΄65).

 

30. Ανάληψη μετρητών από πρεσβείες επιτρέπονται;

Επιτρέπεται η χωρίς περιορισμό ποσού ανάληψη μετρητών από έναν, ανά δικαιούχο, τραπεζικό λογαριασμό στις πρεσβείες και στα μέλη των διπλωματικών αποστολών στην Ελλάδα με την επίδειξη σχετικής έγγραφης βεβαίωσης από την οικεία πρεσβεία ή του διπλωματικού διαβατηρίου.

 

 Πηγή : www.hba.gr

4

Sep

2015

Η ερμηνευτική εγκύκλιος στο ν.3869/20.8.2015 περί ρύθμισης των οφειλών υπερχρεωμένων νοικοκυριών όπως τροποποιήθηκε με το ν.4336/2015

Μεταξύ των διατάξεων  του Ν. 4336/2015 «Συνταξιοδοτικές διατάξεις – Κύρωση του Σχεδίου Σύμβασης Οικονομικής Ενίσχυσης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και ρυθμίσεις για την υλοποίηση της Συμφωνίας Χρηματοδότησης» περιλαμβάνονται νέες τροποποιήσεις του νόμου 3869/2010 για την ρύθμιση των υπερχρεωμένων νοικοκυριών με σκοπό αφ’ ενός  να καταστεί περισσότερο αποτελεσματικός και λειτουργικός και αφ’ ετέρου  να καταστεί εφικτή η παροχή δικαστικής κρίσης σε εύλογο χρόνο. Ξεχωρίζει η διεύρυνση του πεδίου  εφαρμογής των διατάξεων του ν. 3869/2010 και σε ρύθμιση βεβαιωμένων οφειλών προς το Δημόσιο, τη Φορολογική Διοίκηση, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης.  Σημαντικής αξίας ωστόσο τυγχάνει και εισαγωγή τόσο της ήδη γνωστής  έννοιας του συνεργάσιμου δανειολήπτη όσο του κριτηρίου των ευλόγων δαπανών διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, όπως εκάστοτε προσδιορίζεται από την Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία ΕΛΣΤΑΤ, ως εξαιρούμενες από το εισόδημα του οφειλέτη και της οικογένειάς του, προκειμένου να καθοριστούν οι μηνιαίες καταβολές προς του πιστωτές του, τόσο με την προσωρινή διαταγή όσο και με την οριστική δικαστική απόφαση. Δείτε το κείμενο της ερμηνευτικής εγκυκλίου των τροποποιήσεων όπου αναλύεται το σύνολο των αλλαγών:

 

Αριθ. πρωτ.: 7698/20.8.2015

Ερμηνευτική Εγκύκλιος στο ν. 3869/2010 «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις» (Α'130) , όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 1 έως 4 του Κεφαλαίου Α της υποπαραγράφου Α4 της παραγράφου Α' του Μέρους Β' του ν. 4336/2015 «Συνταξιοδοτικές διατάξεις – Κύρωση του Σχεδίου Σύμβασης Οικονομικής Ενίσχυσης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και ρυθμίσεις για την υλοποίηση της Συμφωνίας Χρηματοδότησης» (Α' 94)

 

Κατηγορία: Είσπραξη δημοσίων Εσόδων

 

Αθήνα, 20/8/2015

Αριθ. πρωτ.: 7698

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΥΠΟΔΟΜΩΝ, ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ και ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ

Γραφείο Υπουργού Πληροφορίες: Ν. Μπιτούνη Αικ. Ανουσάκη

Τηλ. 2103332626

Ταχ. Δ/νση: Νίκης 5-7

Πλ. Συντάγματος

 

 

ΘΕΜΑ: Ερμηνευτική Εγκύκλιος στο ν. 3869/2010 «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις» (Α'130) , όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 1 έως 4 του Κεφαλαίου Α της υποπαραγράφου Α4 της παραγράφου Α' του Μέρους Β' του ν. 4336/2015 «Συνταξιοδοτικές διατάξεις – Κύρωση του Σχεδίου Σύμβασης Οικονομικής Ενίσχυσης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και ρυθμίσεις για την υλοποίηση της Συμφωνίας Χρηματοδότησης» (Α' 94).

 

 

Η παρατεινόμενη κατά χρόνο και επεκτεινόμενη σε ολοένα και μεγαλύτερες ομάδες του πληθυσμού της χώρας οικονομική κρίση, οδήγησε και οδηγεί αυξανόμενο κατ' έτος αριθμό πολιτών στην αναζήτηση δικαστικής προστασίας κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3869/2010 (Α' 130).

 

Επιχειρείται εκσυγχρονισμός του πλαισίου του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, του νόμου 3869/2010, γνωστού ως «νόμος Κατσέλη», έτσι ώστε να καταστεί περισσότερο αποτελεσματικός και λειτουργικός και να καταστεί εφικτή η παροχή δικαστικής κρίσης σε εύλογο χρόνο.

 

Η βελτίωση του πλαισίου λειτουργίας του θεσμικού πλαισίου θα συντελέσει στην αποτελεσματικότερη λειτουργία της Δικαιοσύνης, στην άμεση παροχή δικαστικής προστασίας στους πολίτες που τη δικαιούνται, ώστε να διασφαλίζουν αξιοπρεπή διαβίωση για τους ίδιους και τις οικογένειές τους, ενώ παράλληλα θα περιορίσει στο ελάχιστο τη δυνατότητα καταχρηστικής λειτουργίας του όλου πλαισίου.

 

Ειδικότερα:

 

Με την παρ. 1 του άρθρου 1 με την οποία αντικαθίσταται το άρθρο 1 του ν. 3869/2010.:

 

διευκρινίζεται ότι στις ρυθμίσεις του νόμου υπάγονται όλα τα φυσικά πρόσωπα που δε διαθέτουν πτωχευτική ικανότητα, δηλαδή, μισθωτοί, άνεργοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, και πρώην έμποροι που, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης υπαγωγής έχουν χάσει την πτωχευτική ικανότητα και δεν τελούν υπό πτώχευση. Τα παραπάνω πρόσωπα πρέπει να τελούν σε γενική και μόνιμη αδυναμία εξυπηρέτησης των οφειλών τους.

 

Διευκρινίζεται επίσης ότι στις ρυθμίσεις δύνανται να υπαχθούν ληξιπρόθεσμες οφειλές, ενώ αποκλείονται περιπτώσεις δόλιας χρεωκοπίας.

 

 

Επιπλέον διευρύνεται το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του ν. 3869/2010 και σε ρύθμιση βεβαιωμένων οφειλών προς το Δημόσιο, τη Φορολογική Διοίκηση, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης.

 

Σε περίπτωση προηγούμενης υπαγωγής των οφειλών προς το Δημόσιο σε άλλο ρυθμιστικό πλαίσιο, ο οφειλέτης επιλέγει εάν επιθυμεί να το διατηρήσει ή να υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3869/2010, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν είναι δυνατή η παράλληλη χρήση άλλου θεσμικού πλαισίου διευθέτησης οφειλών. Εξαιρούνται της ρύθμισης, οφειλές αιτία των οποίων είναι τυχόν αδίκημα οφειλόμενο σε δόλο, βαριά αμέλεια (αδικοπραξία) ή σε χρηματικές ποινές ή διοικητικά πρόστιμα. Συνεπώς, δεν είναι δυνατή η ρύθμιση οφειλών που προέρχονται από μη απόδοση Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) καθώς η μη απόδοσή τους αποτελεί αδίκημα.

 

Στις ρυθμιζόμενες οφειλές δεν συμπεριλαμβάνονται όσες αφορούν υποχρεώσεις διατροφής συζύγου ή ανηλίκου τέκνου.

 

 

Επιπλέον, οι παραπάνω οφειλές δεν πρέπει να έχουν δημιουργηθεί κατά το τελευταίο έτος πριν την υποβολή αίτησης υπαγωγής στις διατάξεις του ν. 3869/2010. Οι οφειλές προς το Δημόσιο πρέπει υποχρεωτικά να συντρέχουν με οφειλές προς ιδιώτες.

 

Με την παρ. 2 του άρθρου 1 με την οποία τροποποιείται – συμπληρώνεται το άρθρο 2 του ν. 3869/2010:

 

καθορίζεται η υποχρέωση των φορέων του Δημοσίου να παρέχουν βεβαιώσεις οφειλών προς υπαγωγή στη ρύθμιση.

 

Η διάταξη καταλαμβάνει κατ' αρχάς αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4336/2015, ενώ σύμφωνα δε με τη μεταβατική διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 2 του Κεφαλαίου Α της υποπαραγράφου Α4 της παραγράφου Α' του Μέρους Β', και οφειλέτες που έχουν ήδη υποβάλει αιτήσεις υπαγωγής αλλά κατά τη δημοσίευση του παρόντος δεν έχει επέλθει δικαστικός συμβιβασμός αυτών, δύνανται να επανυποβάλλουν αιτήσεις προκειμένου να συμπεριληφθούν και οφειλές τους προς το Δημόσιο, παραιτούμενοι από την προηγούμενη αίτηση.

 

Με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 1 με τις οποίες τροποποιούνται οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 αντίστοιχα:

 

περιγράφεται η διαδικασία υποβολής της αίτησης υπαγωγής στις διατάξεις του ν. 3869/2010 και τα απαιτούμενα για την υπαγωγή δικαιολογητικά.

 

Παρέχεται επιπλέον νομοθετική εξουσιοδότηση για έκδοση Κοινή Απόφασης των συναρμοδίων Υπουργών, με την οποία θα προσδιορίζονται ο τύπος της αίτησης με τυποποιημένα υποδείγματα και τα απαιτούμενα συνοδευτικά έγγραφα και δικαιολογητικά.

 

Με την αίτηση κατατίθενται:

 

α. σχέδιο για τη διευθέτηση οφειλών ή,

β. εφόσον ο οφειλέτης πληροί τις προϋποθέσεις της εισαγόμενης παρ. 5α του ν. 3869/2010, αίτημα διαγραφής οφειλών.

Η αίτηση συνοδεύεται και από υπεύθυνη δήλωση αναφορικά με την ορθότητα του περιεχομένου της αίτησης και την ορθότητα των δικαιολογητικών.

 

Με τις παρ. 5 και 6 του άρθρου 1 με τις οποίες τροποποιείται η παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 και προστίθεται νέα παρ. 4 στο ίδιο άρθρο:

 

περιγράφεται η διοικητική διαδικασία παραλαβής, ελέγχου και εν γένει διαχείρισης των αιτήσεων και των απαιτουμένων δικαιολογητικών από τις Γραμματείες των ειρηνοδικείων. Σε περίπτωση που διαπιστώνεται έλλειψη δικαιολογητικών, με ευθύνη της Γραμματείας καλείται ο οφειλέτης να τα προσκομίσει, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή της αίτησης, ενώ σε περίπτωση παρέλευσης άπρακτης της προθεσμίας, η αίτηση τίθεται στο αρχείο και δεν προσδιορίζεται δικάσιμος.

 

Με την παρ. 7 του άρθρου 1 με την οποία αντικαθίσταται η παρ. 5 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010, με την παρ. 10 του άρθρου 1 με την οποία αντικαθίσταται η παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010, με την παρ. 14 του άρθρου 1 με την οποία αντικαθίσταται η παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 και με την παρ. 15 του άρθρου 1 με την οποία αντικαθίσταται η παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010:

 

καθορίζονται δικαστικές προθεσμίες ως ακολούθως:

 

α. η δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης προσδιορίζεται εντός έξι (6) μηνών από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της υποβολής της αίτησης.

 

β. η επίδοση αντιγράφου της αίτησης στους πιστωτές γίνεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ολοκλήρωση της κατάθεσης της αίτησης.

 

γ. η ημερομηνία επικύρωσης προσδιορίζεται εντός δύο (2) μηνών από την ολοκλήρωση της κατάθεσης, κατά την οποία είτε επικυρώνεται ο ενδεχόμενος δικαστικός συμβιβασμός από τον ειρηνοδίκη είτε συζητείται ενδεχόμενο αίτημα για έκδοση προσωρινής διαταγής και λήψης προληπτικών μέτρων.

 

 δ. η ακροαματική διαδικασία προσδιορίζεται εντός τεσσάρων (4) μηνών από την έκδοση προσωρινής διαταγής.

 

ε. η αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων δεν μπορεί να παρατείνεται πέραν των έξι (6) μηνών από την ολοκλήρωση της κατάθεσης της αίτησης.

 

Σε κάθε περίπτωση όμως, εφόσον δεν τηρούνται οι παραπάνω προθεσμίες δίχως υπαιτιότητα του οφειλέτη, αυτός μπορεί να υποβάλει νέο σχετικό αίτημα με το οποίο θα επέρχεται αναστολή καταδιωκτικών μέτρων.

 

Με της παρ. 8 άρθρου 1 με την οποία αντικαθίσταται η παρ. 6 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010:

 

καθορίζεται η υποχρέωση του οφειλέτη σε σύμμετρη ικανοποίηση των πιστωτών του, μηνιαίως, κατά το σχέδιο αποπληρωμής που έχει επικυρωθεί ή σύμφωνα με την απόφαση προσωρινής διαταγής και αναστέλλεται η παραγραφή των απαιτήσεων των πιστωτών.

 

Με τις παρ. 11 με την οποία προστίθεται παράγραφος 3 στο άρθρο 5 του ν. 3869/2010 και με την παρ. 17 με την οποία αντικαθίσταται το εδ. α' της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010:

 

Εισάγεται το κριτήριο των ευλόγων δαπανών διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, όπως εκάστοτε προσδιορίζεται από την Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία ΕΛΣΤΑΤ, ως εξαιρούμενες από το εισόδημα του οφειλέτη και της οικογένειάς του, προκειμένου να καθοριστούν οι μηνιαίες καταβολές προς του πιστωτές του, τόσο με την προσωρινή διαταγή όσο και με την οριστική δικαστική απόφαση. Ταυτόχρονα όμως προβλέπεται ότι, σε κάθε στάδιο, το τυχόν υπερβαίνον τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης, αποδίδεται στους πιστωτές του οφειλέτη, μέσω των μηνιαίων καταβολών.

 

Με την παρ. 12 του άρθρου 1 με την οποία προστίθεται παρ. στο 4 στο άρθρο 5 του ν. 3869/2010:

 

Προσδιορίζεται με σαφήνεια η υποχρέωση του οφειλέτη να τηρεί τις υποχρεώσεις του και να καταβάλει μηνιαίως το καθορισμένο ποσό, ενώ σε περίπτωση μη καταβολής τριών (3) δόσεων στο ίδιο έτος, παύει η αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων.

 

Με την παρ. 13 του άρθρου 1 με την οποία προστίθεται άρθρο 5α στο ν. 3869/2010: Προβλέπεται διαδικασία Ταχείας Διευθέτησης Μικρο-οφειλών. Η διάταξη αφορά υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα της παρ. 1 του ν. 3869/2010 για τα οποία συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις, κατά το χρόνο υποβολής αίτησης υπαγωγής:

 

α. Το σύνολο των οφειλών τους δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ

 

β. Έχουν μηδενικό εισόδημα

 

γ. Δε διαθέτουν ακίνητη περιουσία

 

δ. Δεν έχουν μεταβιβάσει ή εκποιήσει ακίνητη περιουσία τον τελευταίο χρόνο

 

ε. Το σύνολο της λοιπής περιουσίας τους, συμπεριλαμβανομένων τυχών καταθέσεων δεν υπερβαίνει τα χίλια (1.000) ευρώ

 

στ. Υπήρξαν συνεργάσιμοι δανειολήπτες, όπως η έννοια προσδιορίζεται στον Κώδικα Δεοντολογίας των Τραπεζών.

 

Ειδικά η τελευταία προϋπόθεση θα λαμβάνεται υπόψη για αιτήσεις που θα υποβληθούν από το έτος 2016 και έπειτα, δεδομένου ότι ο Κώδικας Δεοντολογίας Τραπεζών τέθηκε τυπικά σε ισχύ από το έτος 2015 αλλά τίθεται σε εφαρμογή σταδιακά.

 

Για οφειλέτες που πληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις, προβλέπεται :

 

– άμεση διαγραφή οφειλών.-

 

 περίοδος επιτήρησης δεκαοκτώ (18) μηνών κατά την οποία εάν υπάρξει οποιαδήποτε μεταβολή της περιουσιακής τους κατάστασης οφείλουν να ενημερώσουν τους πιστωτές τους και το δικαστήριο. Επίσης, κατά την περίοδο επιτήρησης οι πιστωτές νομιμοποιούνται να ενημερώσουν το δικαστήριο για οποιαδήποτε μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης του οφειλέτη περιέλθει σε γνώση τους.

 

– σε περίπτωση μεταβολής της περιουσιακής κατάστασης, οι οφειλέτες νομιμοποιούνται να ζητήσουν μεταρρύθμιση της δικαστικής απόφασης, έτσι ώστε να μπορούν να εφαρμοστούν οι λοιπές διατάξεις του ν. 3869/2010, προτείνοντας σχέδιο αποπληρωμής.

 

– τυχόν απόκρυψη περιουσιακής μεταβολής από τον οφειλέτη, κατά την περίοδο επιτήρησης, επιφέρει άρση διαγραφής και τις προβλεπόμενες στο ν. 3869/2010 κυρώσεις σε περίπτωση μη τήρησης της υποχρέωσης ειλικρίνειας.

 

Μετά τη λήξη της περιόδου επιτήρησης, η νομική κατάσταση της υπερχρέωσης του οφειλέτη αίρεται.

 

Με την παρ. 16 του άρθρου 1 με την οποία αντικαθίσταται το εδάφιο α' της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010:

 

η διάταξη αναδιατυπώνεται προκειμένου να διευκρινιστεί το πεδίο εφαρμογής της σε ιδιωτικές οφειλές.

 

Με την παρ. 18 του άρθρου 1 με την οποία αντικαθίσταται το άρθρο 9 του ν. 3869/2010:

 

Βελτιώνεται η προγενέστερη ρύθμιση του ν.3869/2010 με την οποία προβλέπεται, με τη δικαστική απόφαση, δυνατότητα ρευστοποίησης της ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη, εκτός της κύριας κατοικίας του.

 

Με την προϊσχύουσα διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, η προστασία της κύριας κατοικίας εκτείνεται σε αντικειμενική αξία κύριας κατοικίας ύψους ίσου με το αφορολόγητο ποσό αντικειμενικής αξίας της πρώτης κατοικίας, συν πενήντα τοις εκατό (50%).

 

Με την τροποποιημένη διάταξη καθορίζονται ως κριτήρια για την προστασία της πρώτης κατοικίας α) το εισόδημα του οφειλέτη, β) η αξία της πρώτης κατοικίας και γ) το ύψος του συνόλου των οφειλών. Παρέχεται δε, νομοθετική εξουσιοδότηση σε έκδοση κοινής υπουργικής απόφασης, με την οποία θα καθορίζονται τα όρια των παραπάνω κριτηρίων.

 

Έως την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 2, εξακολουθεί να εφαρμόζεται η αρχική διάταξη (αντικειμενική αξία κύριας κατοικίας ύψους ίσου με το αφορολόγητο ποσό αντικειμενικής αξίας της πρώτης κατοικίας, συν πενήντα τοις εκατό (50%).

 

Με την παρ. 19 του άρθρου 1 με την οποία προστίθεται παράγραφος 4 στο άρθρο 10 του ν. 3869/2010:

 

Εισάγεται και στο σημείο αυτό η έννοια του συνεργάσιμου δανειολήπτη κατά τον Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών.

 

{Η προϋπόθεση θα λαμβάνεται υπόψη για αιτήσεις που θα υποβληθούν από το έτος 2016 και έπειτα, δεδομένου ότι ο Κώδικας Δεοντολογίας Τραπεζών τέθηκε τυπικά σε ισχύ από το έτος 2015 αλλά τίθεται σε εφαρμογή σταδιακά}

 

Με την παρ. 20 του άρθρου 1 με την οποία προστίθεται παράγραφος 3 στο άρθρο 13 του ν. 3869/2010:

 

Εισάγεται διάταξη για ανάπτυξη και τήρηση Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος στα ειρηνοδικεία της χώρας και παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση στον Υπουργό Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για έκδοση υπουργικής απόφασης, προκειμένου να καθοριστούν οι λεπτομέρειες εφαρμογής.

 

Με την παρ. 1 του άρθρου 2:

 

Υποχρεούνται όλοι οι οφειλέτες που έχουν υποβάλει αίτηση υπαγωγής στις διατάξεις του ν. 3869/2010 και κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 4336/2015 η υπόθεσή τους εκκρεμεί για διάστημα άνω των έξι (6) μηνών από την υποβολή της αίτησης, χωρίς να έχει εκδικαστεί ή να έχει επέλθει δικαστικός συμβιβασμός, να προσκομίσουν επικαιροποιημένα τα στοιχεία που απαιτούνται για υποβολή της αίτησης, ενώ τυχόν παράβαση της διάταξης και μη υποβολή επικαιροποιημένων στοιχείων, επιφέρει για τον οφειλέτη τις συνέπειες της μη ειλικρινούς δήλωσης και απώλεια προστασίας. Η διάταξη εισάγεται με δεδομένο ότι εκκρεμούν περί τις 130.000 αιτήσεις και είναι αναγκαίο να επανεξεταστεί η συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων υποβολής αίτησης.

 

 

Με την παρ. 4 του άρθρου 2:

 

Υποχρεούνται όλοι οι οφειλέτες που έχουν υποβάλει αίτηση υπαγωγής στις διατάξεις του ν. 3869/2010 που η υπόθεσή τους έχει προσδιοριστεί να συζητηθεί πέραν μιας τριετίας από το χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 4336/2015, να υποβάλλουν, εντός τεσσάρων (4) μηνών από την έναρξη ισχύος, αίτηση για επαναπροσδιορισμό της συζήτησης της υπόθεσής τους σε συντομότερη δικάσιμο.

 

Εάν δεν υποβληθεί σχετική αίτηση εντός του προβλεπόμενου διαστήματος, η δικάσιμοι επαναπροσδιορίζονται αυτεπαγγέλτως σε συντομότερη δικάσιμο, εντός τριετίας. Οι παραπάνω επαναπροσδιορισμοί δικασίμων γίνονται ατελώς για τον αιτούντα.

 

Η διάταξη εισάγεται προκειμένου να αντιμετωπιστεί το πλήθος των υποθέσεων που εκκρεμούν, καθώς η σύσταση νέων Τμημάτων στα ειρηνοδικεία και οι προσλήψεις νέων ειρηνοδικών, καθιστούν εφικτό τον ορισμό σύντομης δικασίμου για όλες τις υποθέσεις, η συζήτηση των οποίων έχει αρχικά προσδιοριστεί πέραν της τριετίας (επί της ουσίας πέραν του έτους 2018).

 

Με το άρθρο 3:

 

Τροποποιείται ο Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών και συστήνονται Τμήματα σε ειρηνοδικεία της Επικράτειας, για την ταχεία εκδίκαση υποθέσεων που εκκρεμούν.

 

Με το άρθρο 4:

 

Αυξάνονται οι Οργανικές Θέσεις ειρηνοδικών και δικαστικών υπαλλήλων που υπηρετούν σε ειρηνοδικεία, έτσι ώστε να στελεχωθούν τα νέα Τμήματα και να αντιμετωπιστεί διοικητικά το πλήθος των υποθέσεων που εκκρεμούν.

 

Έναρξη Ισχύος

 

Η ισχύς των διατάξεων αρχίζει από την υπογραφή της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της Παρ. Β' του άρθρου 3 του ν. 4336/2015 από τα συμβαλλόμενα μέρη, την 19η Αυγούστου 2015.

 

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣΗΛΙΑΣ ΞΑΝΘΑΚΟΣ

Πηγή: http://www.taxheaven.gr

 

 

13

Jun

2015

ΟΔΗΓΙΑ 2014/17 ΕΕ της 4ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία- Η οδηγία για τον "υπεύθυνο δανεισμό"

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης  , αντιλαμβανόμενα στο πλαίσιο της  χρηματοπιστωτικής κρίσης ότι η ανεύθυνη συμπεριφορά των συμμετοχόντων στην αγορά  μπορεί να υπονομεύ­σει τα θεμέλια του χρηματοοικονομικού συστήματος, οδη­γώντας σε έλλειψη εμπιστοσύνης εκ μέρους όλων των πλευ­ρών, ιδίως των καταναλωτών, και, δυνητικά, σε σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες, εξέδωσε την ΟΔΗΓΙΑ 2014/17 ΕΕ  της 4ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2013/36/EEκαι του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Από το προοίμιο της οδηγίας καθίσταται σαφές ότι από καιρό εντοπίστηκαν μια σειρά προβλημάτων  στις αγορές ενυπόθη­κης πίστης εντός της Ένωσης τα οποία οφείλονται στις ανεύθυνες πρακτικές χορήγησης και λήψης δανείων και στα περιθώρια ανεύθυνης συμπεριφοράς εκ μέρους συμμετεχόντων στην αγορά, συμπεριλαμβανομένων των μεσιτών πιστώσεων και των μη πιστωτικών ιδρυμάτων

Σκοπός της οδηγίας είναι η θέσπιση ενός επαρκώς εναρμονισμένου ενωσιακού νομικού πλαισίου στις χώρες- μέλη που θα εξασφαλίσει βιώσιμη χορήγηση και λήψη δανείων και ταυτόχρονα υψηλό επίπεδο προστασίας καταναλωτή. Για να καταστεί δε δυνατή η επιδιωκόμενη προστασία ,δίνεται ιδιαίτερη σημασία στην επάρκεια και το αυξημένο γνωστικό επίπεδο του προσωπικού των πιστωτικών φορέων , στην εκτενή  και έγκαιρη πληροφόρηση των καταναλωτών σχετικά με τα προτεινόμενα δάνεια αλλά και στην επίγνωση των κινδύνων που αναλαμβάνουν .

Βασική προϋπόθεση , σύμφωνα με την οδηγία,  για να δια­σφαλιστεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών είναι η απαίτηση να επιδείξει ο κλάδος  των πιστωτικών φορέων υψηλό βαθμό δικαιοσύνης, εντιμότη­τας και επαγγελματισμού, να έχει κατάλληλη διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων, συμπεριλαμβα-νομένων εκείνων που σχετίζονται με την αμοιβή, και να παρέχει συμβουλές προς όφελος του καταναλωτή. Στην κατεύθυνση αυτή  προβλέπονται κανόνες για την αμοιβή του προσωπικού με το σκοπό να περιοριστούν οι κακόβουλες πρακτικές πώλησης και να εξασφαλιστεί ότι ο τρόπος αμοιβής του προσωπικού δεν το εμποδίζει να συμμορφώνεται με την υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα του καταναλωτή.

Επιπλέον δίνεται έμφαση σε ένα ιδιαίτερα κρίσιμο στοιχείο των τραπεζικών συμβάσεων :Πριν από την σύναψη μιας σύμβασης πίστωσης είναι αναγκαίο, σύμφωνα με την Οδηγία, να εκτιμάται και να επαληθεύεται η ικανότητα και η διάθεση του καταναλωτή να εξοφλήσει το δάνειο. Αυτή η αξιολόγηση της πιστοληπτικής του ικανότητας θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλους εκείνους τους παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη δυνατότητα του καταναλωτή να εξοφλήσει την πίστωση καθ’ όλη τη διάρκεια της .Και ακόμα πιο ενδιαφέρουσα η σχετική πρόβλεψη για τους εγγυητές : Η απόφαση του πιστωτικού φορές ως προς τη χορήγηση της πίστωσης θα πρέπει να συμβαδίζει με το αποτέλεσμα της αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας .Η δυνατότητα του πιστωτικού φορέα να μεταβιβάσει τμήμα του πιστωτικού κινδύνου σε τρίτο δεν θα πρέπει να τον κάνει να αγνοεί τα συμπεράσματα της αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας και να προτείνει σύμβαση πίστωσης σε καταναλωτή ο οποίος κατά πάσα πιθανότητα δεν θα είναι σε θέση να την εξοφλήσει.  

Η Οδηγία, ακόμα , στον 9ο κεφάλαιο , περιλαμβάνει διατάξεις για τα δάνεια σε ξένο νόμισμα  στη λογική αποτροπής επανεμφάνισης προβλημάτων παρόμοιων με όσων δημιουργήθηκαν σε όλη την Ευρώπη από τα γνωστά δάνεια σε ελβετικό φράγκο.

Στις τελικές διατάξεις της Οδηγίας προβλέπεται η μέριμνα των κρατών –μελών για τη θέσπιση ενδεδειγμένων και αποτελεσματικών διαδικασιών καταγγελίας και επανόρθωσης για την εξωδικαστική επίλυση διαφορών μεταξύ καταναλωτών και πιστωτικών φορέων,μεσιτών πιστώσεων και εντεταλμένων αντιπροσώπων σχετικά με συμβάσεις πίστωσης ,χρησιμοποιώντας όπου ενδείκνυται υφιστάμενα όργανα.

Τα Κράτη –μέλη οφείλουν να θεσπίσουν και να δημοσιεύσουν το αργότερο ως 21 Μαρτίου 2016 τις αναγκαίες νομοθετικές ,κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την Οδηγία 2014/17. Για προφανείς λόγους η ως άνω Οδηγία δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις πίστωσης που ισχύουν πριν από τις 21 Μαρτίου 2016 .

Μαρούσα Πρωτοπαπαδάκη-Δικηγόρος

 

10

Jun

2015

Αδικοπρακτική ευθύνη της τράπεζας λόγω παράβασης δια των υπαλλήλων της της υποχρέωσης πίστης και προστασίας των συμφερόντων της κληρονόμου του πιστούχου που χρηματοδότησε

Μια πολύ ενδιαφέρουσα απόφαση που αναγνωρίζει υποχρέωση αποζημίωσης για υλική ζημία αλλά και για χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη υπέρ της κληρονόμου θανόντος  πιστούχου  ,την οποία η Τράπεζα δια των προστηθέντων υπαλλήλων της , παρέλειψε να ενημερώσει για την ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης για το χρεωστικό υπόλοιπο των πιστωτικών καρτών του θανόντος   σε περίπτωση θανάτου του, με αποτέλεσμα να απωλεσθεί η 30ήμερη προθεσμία υποβολής σχετικής αιτήσεως προς την τράπεζα.

Αριθμός 1403/2015

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 15ο ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή, Μαρία Γιαννούλη, Εφέτη που ορίστηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου και από τη Γραμματέα, Ελένη Καρρά.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2015, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση, μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: …………… θυγ …………… χήρας …………, κατοίκου Αγίας Παρασκευής Λαμίας, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Ιωάννη Καραγιαννόπουλου.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ …………… Α.Ε», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Λουκά Στεφάνου.

Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, με την από 1/11/2008 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 11188/2008 αγωγή της κατά της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, που απευθύνεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτή.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε τη με αριθμό 1611/2013 οριστική του απόφαση, με την οποία δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, με την από 16 Σεπτεμβρίου 2013 έφεσή της, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό 5167/2013, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 8η Μαΐου 2014 και μετά από αναβολή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Κατά τη συζήτηση αυτής στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν, όπως αναφέρεται παραπάνω και αναφέρθηκαν στις προτάσεις τους.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο

Η κρινόμενη από 16 Σεπτεμβρίου 2013 με αριθμό κατάθ 5167/2013 έφεση της ενάγουσας, κατά της με αριθμό 1611/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη, αφού από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει το αντίθετο. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη από 1η Νοεμβρίου 2008 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 11188/2008 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, ιστορούσε κατά τη δέουσα εκτίμηση του δικογράφου και του αιτήματος ότι ο ήδη αποβιώσας την 18/3/2006 σύζυγός της …………… ήταν κάτοχος εν ζωή των αναφερόμενων στο δικόγραφο δύο πιστωτικών καρτών εκδόσεως της εναγομένης με χρεωστικό υπόλοιπο των καρτών στο χρόνο θανάτου του τα ποσά των 988,06 ευρώ και 2.597,85 ευρώ. Οτι η εναγομένη δια των προστηθέντων υπαλλήλων της και κάτω από τις αναλυτικότερα περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες απαίτησε και εισέπραξε με καταβολές της ενάγουσας, η οποία υπεισήλθε στην κληρονομία του αποβιώσαντος ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος μαζί με την ανήλικη θυγατέρα της ……………, τα ανωτέρω ποσά συνολικού ύψους 3.950 ευρώ χωρίς να την ενημερώσει, ως όφειλε ότι οι πιστωτικές κάρτες ήταν ασφαλισμένες για το χρεωστικό τους υπόλοιπο σε περίπτωση θανάτου του πιστούχου από ατύχημα, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να χάσει την 30ήμερη προθεσμία υποβολής σχετικής αιτήσεως προς την τράπεζα. Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 3.950 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταβολής κάθε επιμέρους ποσού άλλως από 28/3/2008 οπότε συντελέστηκε σχετική όχλησή της με την από 14/3/2008 εξώδικη δήλωσή της προς την εναγομένη άλλως από την επίδοση της αγωγής καθώς και ποσό 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής ήτοι συνολικά το ποσό των 33.950 ευρώ. Ακολούθως, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της εκκαλουμένης, όπως εκτιμάται η δήλωση αυτή από το δικαστήριο, το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής για το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης τράπηκε νομότυπα (βλ ΑΠ 1893/2013, Α.Π. 1314/2009, Α.Π. 315/2010, Α.Π. 947/2009 δημ ΝΟΜΟΣ) σε εν μέρει αναγνωριστικό για το ποσό των 25.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχτηκε την αγωγή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 3.950,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 28/3/2008. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ενάγουσα, με την κρινόμενη έφεση, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, προκειμένου να γίνει δεκτή η κρινόμενη αγωγή στο σύνολό της. Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι το δικόγραφο της έφεσης είναι αόριστο γιατί δεν διατυπώνονται με σαφήνεια και πληρότητα ποιες είναι οι παραδρομές και τα σφάλματα που αποδίδονται στην εκκαλούμενη απόφαση πρέπει ν` απορριφθεί γιατί όταν οι λόγοι της έφεσης ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων δεν είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων. Αρκεί η μνεία ότι από το σφάλμα αυτό το δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό (ΑΠ 155/1996 Δνη. 1996. 1346, ΑΠ 408/1996. Δνη. 1997. 97-98, Εφ Δωδ 30/2007 δημ ΝΟΜΟΣ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Ετσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε – με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητός του – θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Την ευθύνη για αποζημίωση ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ. 1), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 2 εδ. β`), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ. α`), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ. 4 εδ. β`) και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ. 5). Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δύναται να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος. Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι οι παρακάτω: α) παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της ύπαρξης υπαιτιότητας αναφέρονται στο νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) παράνομο. Η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει ν` ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του, δ) ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας. Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ευθύνης απαιτείται όπως προεκτέθηκε παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας"). Ετσι, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια. Ενόψει δε της καθιερούμενης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξεώς του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του. (ΑΠ 535/2012 δημ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1382/2009 ΝοΒ 2010, 919, ΑΠ 589/2001, ΔΕΕ 2001, 1117).

Ειδικότερα οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των πιστωτών που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι` αυτούς συνέπειες. (πρβλ ΑΠ 1352/2011 δημ ΝΟΜΟΣ)

Υπό τις ανωτέρω νομικές παραδοχές και επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στην κρίση του για τη νομική βασιμότητα της αγωγής διέλαβε ότι αυτή στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 288, 297, 298, 299, 330, 340, 345, 346, 914, 922 και 932 ΑΚ και δεν παρέθεσε και την εν προκειμένω εφαρμοστέα επίσης διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, το Δικαστήριο τούτο, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, εφόσον πρόκειται για πλημμελή εφαρμογή του νόμου, θα χωρήσει σε απλή αντικατάσταση της σχετικής αιτιολογίας με την ορθή, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, αφού στο στάδιο αυτό δεν προκύπτει αν το διατακτικό της είναι ορθό (534 ΚΠολΔ) και επομένως σφάλμα της σε σχέση με την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, η οποία πρέπει να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν στα πλαίσια και της ανωτέρω διάταξης. ( βλ και ΑΠ 1436/2002 ΕλλΔνη 2004,775, ΕφΑθ 1162/2006 ΔΕΕ 2006. 1073, ΕφΑθ 5469/2003 ΑρχΝ 2005. 100, ΕφΘεσσ 1038/2009 οπ, ΕφΘεσσ 1526/2003 δημοσίευση στη Νόμος, ΕφΛαρ 58/2002 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2002. 78).

Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων (ένας από κάθε πλευρά), στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης εκείνου του Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο σύζυγος της ενάγουσας ……………, ο οποίος στις 18/3/2006 απεβίωσε μετά από αυτοκινητικό ατύχημα καταλείποντας μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους την ενάγουσα και την ανήλικη θυγατέρα τους ……………, ήταν κάτοχος δύο πιστωτικών καρτών εκδόσεως της εναγομένης τράπεζας και συγκεκριμένα: 1) της υπ` αριθ. …………… πιστωτικής κάρτας "……………", με πιστωτικό όριο ευρώ 1.000 και 2) της υπ` αριθ. …………… πιστωτικής κάρτας "……………" , με πιστωτικό όριο ευρώ 2.600. Οι ανωτέρω πιστωτικές κάρτες είχαν εκδοθεί κατόπιν αιτήσεως του αποβιώσαντος και χρησιμοποιούνταν απ` αυτόν μέχρι τον θάνατό του, το δε χρεωστικό υπόλοιπο των καρτών κατά την ημέρα θανάτου του ανερχόταν: 1) για την υπ` αριθ. …………… κάρτα σε 988,06 ευρώ, σύμφωνα με τον από 13.3.2006 λογαριασμό της εναγομένης και 2) για την υπ` αριθ. …………… κάρτα σε 2.597,85, ευρώ σύμφωνα με τον από 21.3.2006 λογαριασμό της εναγομένης. Αποδείχθηκε ότι το χρεωστικό υπόλοιπο των πιστωτικών καρτών ήταν ασφαλισμένο σε περίπτωση θανάτου του πιστούχου από ατύχημα μέχρι του ποσού των 30.000 ευρώ υπό τον συμβατικό όρο με τη συνεργαζόμενη ασφαλιστική εταιρία, ότι το περιστατικό του ανωτέρω ασφαλιστικού κινδύνου έπρεπε να γνωστοποιηθεί στην εναγομένη με γραπτό αίτημα των πλησιέστερων συγγενών του και με την υποβολή όλων των απαραίτητων αποδεικτικών στοιχείων εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία του συμβάντος. Η κρίση του δικαστηρίου για την προαναφερόμενη ασφάλιση και τις προϋποθέσεις και τους όρους της καλύψεως στηρίζεται στο από 16/3/2007 έγγραφο εκδόσεως της εναγομένης, που υπογράφει η ……………, υπάλληλος της εναγομένης στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών καρτών σε συνδυασμό με το από 12/6/2007 έγγραφο της εναγομένης, που υπογράφει η ίδια υπάλληλος. Τα παραπάνω άλλωστε πραγματικά περιστατικά δεν αμφισβητούνται ειδικά από την εναγομένη και το Δικαστήριο συνάγει έμμεση ομολογία της ως προς αυτά (ΑΠ 369/2008 ΕΔΠΟΛ 2008.563). Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα περί τις αρχές Απριλίου του 2006 επισκέφτηκε το ευρισκόμενο επί της οδού …………… αριθ. … στη Λαμία κατάστημα της εναγομένης και ζήτησε να πληροφορηθεί για το υπόλοιπο των οφειλών από τις πιστωτικές κάρτες του θανόντος συζύγου της, ενημερώνοντας προφορικά την αρμόδια υπάλληλο της τράπεζας ονόματι …………… για το θάνατο του συζύγου της από ατύχημα. Η ανωτέρω προστηθείσα υπάλληλος της εναγομένης, όφειλε να γνωρίζει την συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων της ασφαλιστικής καλύψεως του πιστωτικού υπολοίπου των καρτών συνεπεία θανάτου του πιστούχου από ατύχημα, όπως εν προκειμένω και ακολούθως όφειλε, όπως επιτάσσει η εκτέλεση των καθηκόντων της με βάση τη συναλλακτική καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να ενημερώσει σχετικά την ενάγουσα προκειμένου η τελευταία να προβεί σε όλες τις διαδικαστικές ενέργειες προς απαλλαγή της (υπό την ιδιότητα του κληρονόμου), από την καταβολή του υπολοίπου των καρτών. Αποδείχθηκε όμως ότι η ως άνω προστηθείσα υπάλληλος της εναγομένης όχι μόνο παρέλειψε να προβεί σε οποιαδήποτε σχετική ενημέρωση της ενάγουσας αλλά επιπροσθέτως απαίτησε από την ενάγουσα την καταβολή του υπολοίπου των καρτών, όπως ορθά δέχθηκε στο σκεπτικό της η εκκαλουμένη. Η ίδια μάλιστα υπάλληλος υπενθύμισε στην ενάγουσα, ότι η μη τακτοποίηση των οφειλών εκ μέρους της ενάγουσας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του θανόντος θα είχε ως συνέπεια την κίνηση των νόμιμων διαδικασιών για την αναγκαστική είσπραξη του υπολοίπου των καρτών. Η κρίση αυτή στηρίζεται στη σαφή κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης και δεν αναιρείται από το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό της προκείμενης δικογραφίας. Σε ακόλουθες επισκέψεις της ενάγουσας στο ίδιο κατάστημα, οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης τη διαβεβαίωναν ότι δεν υφίσταται ζήτημα ασφαλιστικής κάλυψης και η ενάγουσα πειθόμενη από τις εν λόγω διαβεβαιώσεις κατέβαλε κάθε μήνα διάφορα χρηματικά ποσά έναντι της οφειλής των καρτών. Οταν ακολούθως η ίδια (ενάγουσα) πληροφορήθηκε από τον κοινωνικό της κύκλο ότι οι πιστωτικές κάρτες ασφαλίζονται σε περίπτωση θανάτου του κατόχου τους από ατύχημα, επισκέφθηκε εκ νέου το προαναφερθέν κατάστημα και έλαβε εκ νέου τις ίδιες παραπειστικές πληροφορίες ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει και ότι ήταν υποχρεωμένη να συνεχίσει την εξόφληση των δόσεων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πιστούχου με αποτέλεσμα η ενάγουσα, που δεν διέθετε γνώσεις περί τα τραπεζικά πράγματα, να εξοφλήσει πλήρως το χρεωστικό υπόλοιπο και των δύο καρτών στις 29-11-2006, ανερχόμενο στο ποσό των 3.950,00 ευρώ. Η εκ μέρους της ενάγουσας εξόφληση του παραπάνω πιστωτικού υπολοίπου έγινε με την οικονομική βοήθεια του οικογενειακού της περιβάλλοντος καθώς η ίδια βρίσκονταν σε κακή οικονομική κατάσταση μετά τον αιφνίδιο θάνατο του συζύγου της, ο οποίος εν ζωή έφερε αποκλειστικά τα οικονομικά βάρη της οικογένειας και σε εποχή που η ενάγουσα όφειλε να μεριμνήσει μόνη για την ανατροφή του ανήλικου τέκνου της σε κατάσταση πένθους και βαθιάς θλίψης λόγω θανάτου του συζύγου της από αυτοκινητικό ατύχημα σε ηλικία 39 ετών. Εν τέλει και μετά από εκ νέου επίμονη επίσκεψη της ενάγουσας στο ανωτέρω κατάστημα, της προτάθηκε να απευθυνθεί στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών της εναγομένης στην Αθήνα και μετά από τηλεφωνική επικοινωνία η ενάγουσα έλαβε θετική πληροφόρηση ότι υφίστατο ασφαλιστική κάλυψη του υπολοίπου των καρτών σε περίπτωση θανάτου του κατόχου από ατύχημα. Σε εκ νέου επίσκεψη της ενάγουσας στο ως άνω κατάστημα της Λαμίας της προτάθηκε να υποβάλει σχετική αίτηση, όπως και έπραξε, λαμβάνοντας εγγράφως την από 16/3/2007 απάντηση που υπογράφει η υπάλληλος της εναγομένης Ιωάννα Μιχαλάκου σύμφωνα με την οποία για την εν λόγω κάλυψη και με βάση συμβατικό όρο με τη συνεργαζόμενη ασφαλιστική εταιρία, το περιστατικό του ασφαλιστικού κινδύνου έπρεπε να γνωστοποιηθεί στην εναγομένη με γραπτό αίτημα των πλησιέστερων συγγενών και με την υποβολή όλων των απαραίτητων αποδεικτικών στοιχείων εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία του συμβάντος. Η ενάγουσα απώλεσε την ανωτέρω 30ημερη προθεσμία και εν τω μεταξύ είχε εξοφλήσει στις 29/11/2006 τα χρεωστικά υπόλοιπα των επίδικων πιστωτικών καρτών. Ακολούθως, όπως προκύπτει από την υπ` αριθμ. 8748 Δ` έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ιωάννη Ζήσιμου, η ενάγουσα, επέδωσε στην εναγομένη στις 24-03-2008 την από 14-03-2008 όχλησή της, με την οποία ζήτησε να της καταβάλει το ποσό των 3.950,00 ευρώ, εντός τριών ημερών από την επίδοση της οχλήσεως πλην όμως η εναγομένη ουδέν έπραξε.

Υπό τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές η συμπεριφορά των προστηθέντων της παρέχουσας υπηρεσίες εναγομένης είναι παράνομη και συνιστά αδικοπραξία, όπως ορθά δέχθηκε και η εκκαλουμένη, καθ` όσον η εναγομένη με την παραπειστική συμπεριφορά των υπαλλήλων της, κατά παράβαση των απορρεόντων από τα άρθρα 281 και 288 του ΑΚ αρχών της καλής πίστης, που επιβάλλει στα εντεταλμένα όργανα της Τράπεζας την ενδεδειγμένη θετική ενέργεια προς αποτροπή της ζημίας της ενάγουσας και επιπροσθέτως κατά παράβαση της υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας που όφειλε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2251/1994 «περί προστασίας καταναλωτών», δεν ενημέρωσε ως όφειλε την ενάγουσα για την ύπαρξη ασφαλιστικής καλύψεως των επίδικων πιστωτικών καρτών συνεπεία συνδρομής των όρων καλύψεως στην περίπτωσή της ως κληρονόμου εξ αδιαθέτου του πιστούχου αποβιώσαντος συζύγου της ούτε ενημέρωσε ως όφειλε για την ακολουθητέα διαδικασία απαλλαγής της. Τούτα δε όλα παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα ενημέρωσε έγκαιρα για το θάνατο του πιστούχου από ατύχημα και πραγματοποίησε αλλεπάλληλες επισκέψεις στο ανωτέρω κατάστημα της εναγομένης στη Λαμία επισημαίνοντας την πραγμάτωση της ασφαλιστικής περίπτωσης, χωρίς ωστόσο να της υποδειχθεί εγκαίρως τόσο το πραγματικό γεγονός της ύπαρξης ασφαλιστικής κάλυψης των καρτών λόγω θανάτου του κληρονομουμένου πιστούχου από ατύχημα όσο και το είδος της (γραφειοκρατικής) διαδικασίας που έπρεπε να ακολουθήσει προκειμένου να τύχει της απαλλαγής από την καταβολή του χρεωστικού υπολοίπου, το οποίο κατέβαλε εξ ιδίων καθώς απώλεσε την ως άνω 30ήμερη προθεσμία. Συνεπώς η εναγομένη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού της έργου ως εκδότρια των επίδικων καρτών αν και όφειλε να μεριμνά για τα συμφέροντα της ενάγουσας κληρονόμου του πιστούχου που χρηματοδότησε, στα πλαίσια της διαρκούς αυτής ενοχικής σχέσης παραβίασε δια των προστηθέντων υπαλλήλων της του καταστήματος Λαμίας την υποχρέωση πίστης και προστασίας των συμφερόντων ενάγουσας, και δεν απέτρεψε την αποφυγή υπέρμετρα επαχθών γι` αυτή συνεπειών, όπως ήταν η εκ μέρους της ενάγουσας πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου των πιστωτικών καρτών του θανόντος, θέτοντας με την ανωτέρω συμπεριφορά των προστηθέντων της σε κίνδυνο και βλάπτοντας τα συμφέροντα της ενάγουσας και επίσης την ακεραιότητα της πίστης και της ασφαλούς παροχής υπηρεσιών. Να σημειωθεί ότι η υπαιτιότητα της εναγομένης τεκμαίρεται, η δε τελευταία δεν επικαλέστηκε, ούτε και απέδειξε συγκεκριμένα περιστατικά ελλείψεως της. Συνακόλουθα, η ενάγουσα εξαιτίας της ως άνω παράνομης και υπαίτιας σε βάρος της συμπεριφοράς των προστηθέντων της εναγομένης που επέδειξαν βαριά αμέλεια ζημιώθηκε και δικαιούται να λάβει προς αποκατάσταση της θετικής της ζημίας το ποσό των 3.950,00 ευρώ κατά τις ορθές παραδοχές της εκκαλουμένης που δεν πλήττονται με λόγο έφεσης. Περαιτέρω, εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, λόγω της στεναχώριας που δοκίμασε και της ταλαιπωρίας στην οποία υποβλήθηκε, για την αποκατάσταση της οποίας το Δικαστήριο κρίνει ότι εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποίησης είναι το ποσό των 4.000 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό της αμέλειας που η εναγόμενη επέδειξε σε βάρος της ενάγουσας, τις συνθήκες υπό τις οποίες τέλεσε την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια πράξη της, το μέγεθος της ζημίας της ενάγουσας καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων. Η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι η ενάγουσα πέραν της υλικής ζημίας δεν υπέστη ηθική βλάβη από την κακόπιστη συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Κρίνοντας όμως έτσι δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις, κατά τον εν μέρει βάσιμο μόνο λόγο της έφεσης της ενάγουσας, που πρέπει να γίνει δεκτός και από ουσιαστική άποψη.

Ενόψει αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη η από 16 Σεπτεμβρίου 2013 έφεση της ενάγουσας, κατά παραδοχή του προαναφερθέντος λόγου της και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της, όμως, για το ενιαίο της εκτέλεσης (βλ ΕφΑθ 1100/2006 και 2538/2005 αδημ), αναγκαίως δε και κατά τη διάταξη των δικαστικών εξόδων που θα καθοριστούν εξαρχής. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση, από το παρόν Δικαστήριο (αρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ερευνηθεί εκ νέου η από 1-11-2008 αγωγή, πρέπει αυτή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, για το συνολικό ποσό των 7.950 ευρώ (3.950+4.000), που οφείλει να καταβάλει η εναγομένη στην ενάγουσα με το νόμιμο τόκο για το επιμέρους ποσό των 3.950 ευρώ από 28/3/2008 και για το υπόλοιπο ποσό των 4.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας βαρύνουν την εναγόμενη, κατά την έκταση όμως της ήττας της (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος πρέπει να επιστραφεί το παράβολο εκ ποσού 200 ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση κατάθεσης του δικογράφου της έφεσης, στην εκκαλούσα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. δ Κ.Πολ.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της με αρ 1611/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την επιστροφή του εκ ποσού διακοσίων (200) ευρώ παραβόλου στην εκκαλούσα.

Εξαφανίζει την με αρ 1611/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την από 1/11/2008 (αριθμ. καταθ. δικογράφου 11188/2008) αγωγή.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των επτά χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα ευρώ (7.950,00 ευρώ), με το νόμιμο τόκο για το ποσό των τριών χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα ευρώ (3.950 ευρώ) από 28/3/2008 και για το υπόλοιπο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (4.000,00) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Καταδικάζει την εναγομένη στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2015, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α Δημοσίευση Νόμος

23

Apr

2015

Πρόγραμμα διαγραφής ή προνομιακής ρύθμισης οφειλών από την Τράπεζα Πειραιώς

Η Τράπεζα Πειραιώς ανακοίνωσε  πρόγραμμα διαγραφής ή προνομιακής ρύθμισης των οφειλών των οικονομικά αδύναμων πελατών της, στα πλαίσια   αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης.Στο πλαίσιο του Ν. 4320/2015 με τον οποίο ανακοινώθηκαν οι ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, η Τράπεζα Πειραιώς παρέχει σε όσους πελάτες της υπάγονται στα κριτήρια του Νόμου(βλ. προηγούμενη σχετική ανάρτηση) , τα εξής:

Ολική διαγραφή των συνολικών οφειλών τους για όλα τα Καταναλωτικά Δάνεια και τις Κάρτες έως το ποσό των 20.000€. Πάγωμα των στεγαστικών δανείων τους και διαγραφή των τόκων τους, για όσο διάστημα υπάγονται στις διατάξεις του νόμου.

Επί του παρόντος οι παροχές του Νόμου ισχύουν μέχρι 31/12/2015

Για να ενταχθεί κανείς στο πρόγραμμα μπορεί να ζητήσει  ένταξη του  στο πρόγραμμα της Τράπεζας μόνο εφόσον έχει ήδη υπαχθεί στο Νόμο, ακολουθώντας τη σχετική διαδικασία. Για να δείτε αναλυτικότερα τη διαδικασία υπαγωγής στο Νόμο, πατήστε εδώ.

Εφόσονκάποιος έχει  υπαχθεί στο νόμο, και προκειμένου να εξεταστεί η ρύθμιση ή η διαγραφή των δανείων του , πρέπει να προσκομίσει σε οποιοδήποτε Κατάστημα του δικτύου της Τράπεζας Πειραιώς:

  • το σχετικό αποδεικτικό ένταξης στο Ν. 4320/2015
  • το εκκαθαριστικό σημείωμα του 2014 (χρήση 2013)
  • το εκκαθαριστικό ΕΝΦΙΑ

Το αποδεικτικό μπορεί να είναι, είτε το αυτοματοποιημένο εγκριτικό μήνυμα που λάβατε όσοι κάνατε την αίτηση ένταξης σας από τον υπολογιστή σας, είτε το εγκριτικό σημείωμα από τα ΚΕΠ. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν το αίτημα τους σε οποιοδήποτε κατάστημα  της Τράπεζας Πειραιώς. Μετά το πέρας της αξιολόγησης του αιτήματος , οι ενδιαφερόμενοι θα ενημερωθούν από την Τράπεζα  

 

 

 

Πηγή  http://www.piraeusbank.gr/

15

Apr

2015

Καθορισμός των επί μέρους στοιχείων για την υπαγωγή στις διατάξεις του ν. 4320/2015

Με την απόφαση αριθ. ΟΙΚ. 494 (ΦΕΚ Β 577/9.4.2015) καθορίστηκαν τα εισοδηματικά και περιουσιακά στοιχεία των δικαιούχων , τα απαιτούμενα δικαιολογητικά , ο χρόνος υποβολής τους , οι φορείς, οι διαδικασίες ελέγχου και πιστοποίησης των δικαιούχων , η σύμπραξη με φορείς του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα και άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 έως 4 του ν. 4320/2015 με τον οποίο προβλέπονται ρυθμίσεις για τη λήψη άμεσων μέτρων για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης . 

Όσον αφορά το εισόδημα δικαιούχου των παροχών των άρθρων 1 έως 3 του νόμου 4320/2015  αυτό δεν πρέπει να υπερβαίνει τα παρακάτω όρια πραγματικού εισοδήματος: 2.400 € ετησίως για μεμονωμένο άτομο και 3.600 € ετησίως για το ζευγάρι, προσαυξανόμενο κατά 1.200 € για κάθε ενήλικο εξαρτώμενο μέλος της οικογένειας και 600 € ετησίως για κάθε ανήλικο εξαρτώμενο μέλος της οικογένειας και μέχρι του ποσού των 6.000 € ετησίως. Στη μονογονεϊκή οικογένεια (οικογένεια που προστατεύεται από έναν μόνο γονέα, άγαμο, σε χηρεία ή διαξευγμένο) το πρώτο εξαρτώμενο ανήλικο μέλος λογίζεται ως ενήλικας. Αναλυτικά τα όρια εισοδήματος διαμορφώνονται ως εξής:

Οικογενειακή κατάσταση

Ετήσιο

Εισόδημα

Μεμονωμένο άτομο

2.400 €

Οικογένεια χωρίς εξαρτώμενο μέλος ή άτομο με 1 εξαρτώμενο μέλος

3.600 €

Οικογένεια με 1 εξαρτώμενο μέλος ή άτομο με 2 εξαρτώμενα μέλη

4.200 €

Οικογένεια με 2 εξαρτώμενα μέλη ή άτομο με 3 εξαρτώμενα μέλη

4.800 €

Οικογένεια με 3 εξαρτώμενα μέλη ή άτομο με 4 εξαρτώμενα μέλη

5.400 €

Οικογένεια με 4 και άνω εξαρτώμενα μέλη ή άτομο με 5 και άνω εξαρτώμενα μέλη

6.000 €

Ως πραγματικό εισόδημα του ατόμου ή της οικο­γένειας, κατά την προηγούμενη παράγραφο, νοείται το συνολικό καθαρό εισόδημα όλων των κατηγοριών (ημε­δαπής ή αλλοδαπής προέλευσης), που προκύπτει αφού αφαιρεθούν από το συνολικό εισόδημα του ατόμου ή του συνόλου των μελών της οικογένειας στη διάρκεια του έτους 2013 όλοι οι φόροι, εισφορές για κοινωνική ασφάλιση, κρατήσεις του Ν. 4093/2012 ή υπέρ δημοσίου και εισφορά αλληλεγγύης του Ν. 3986/2011. Στο συνολικό καθαρό εισόδημα συμπεριλαμβάνεται και το σύνολο των επιδομάτων και άλλων ενισχύσεων, πλην των εξαιρέ­σεων που αναφέρονται στην παρ. 3 παρακάτω, καθώς και το εισόδημα που απαλλάσσεται από το φόρο ή φορολογείται με ειδικό τρόπο.

 Στο συνολικό πραγματικό εισόδημα δεν περιλαμ­βάνονται:α. αντικειμενικές δαπάνες και τεκμήρια διαβίωσης β. Διατροφές που καταβάλλονται στο ανήλικο τέκνο με δικαστική απόφαση, ή με συμβολαιογραφική πράξη ή με ιδιωτικό έγγραφο, το επίδομα αναδοχής, καθώς και το εξωϊδρυματικό επίδομα ή προνοιακά επιδόματα αναπηρίας που χορηγούνται από το κράτος, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 4172/2013.

Η εισοδηματική κα­τάσταση των δικαιούχων βάσει της οποίας δύνανται να επιλεγούν και υπολογίζεται το ύψος των παροχών γίνεται με έτος αναφοράς το οικονομικό έτος 2014 (χρήση 2013).

 Τα περιουσιακά κριτήρια για την υπαγωγή ατόμων ή οικογενειών στους δικαιούχους των παροχών των άρθρων 2 έως 3 του Νόμου 4320/2015, καθορίζονται ως εξής:Η συνολική φορολογητέα αξία της ακίνητης πε­ριουσίας (στην Ελλάδα ή/και στο εξωτερικό) να μην υπερβαίνει τις 90.000 ευρώ κατ’ άτομο, προσαυξανόμενη κατά 15.000 ευρώ για κάθε επιπλέον ενήλικα και κατά 10.000 για κάθε εξαρτώμενο ανήλικο και με ανώτατο συνολικό όριο για κάθε άτομο ή οικογένεια το ποσό των 200.000 ευρώ.

Για να δείτε το πλήρες κείμενο του νόμου πατήστε εδώ 

24

Mar

2015

Ρυθμίσεις για τη λήψη άμεσων μέτρων για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης

Με το νόμο 4320/2015(ΦΕΚ Α 29/19.3.2015) με τον τίτλο" ρυθμίσεις για τη λήψη άμεσων μέτρων για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, την οργάνωση της Κυβέρνησης  και των Κυβερνητικών οργάνων και λοιπές διατάξεις" προβλέφθηκαν ειδικές ρυθμίσεις για άτομα και οικογένειες που διαβιούν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας .Συγκεκριμένα παρέχεται δωρεάν επανασύνδεση και παροχή ηλεκτρικού ρεύματος , επίδομα ενοικίου για εξασφάλιση στέγης  και επίδομα σίτισης.Οι παροχές χορηγούνται σε συνέργεια με άλλες παρόμοιες που εντάσσονται σε προγράμματα χρηματοδοτούμενα από εθνικούς και Ευρωπαϊκούς πόρους. 

Για το πλήρες κείμενο του νόμου πατήστε εδώ 

29

Dec

2014

ν. 4307/25.11.2014 Ρύθμιση οφειλών μικρών επιχειρήσεων κτλ

29 Δεκεμβρίου, 2014

Στο Δ μέρος του ν. 4307/2014 περιλαμβάνονται σε τρία ξεχωριστά κεφάλαια μια σειρά από μέτρα για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης και την ενίσχυση της απασχόλησης . Συγκεκριμένα προβλέπεται   η θέσπιση έκτακτων προσωρινών μέτρων για την ελάφρυνση του ιδιωτικού χρέους , και  ειδικότερα οφειλών βιώσιμων μικρών επιχειρήσεων (ως μικρές νοούνται επιχειρήσεις που κατά τη χρήση που έληξε την 31.12.2013 είχαν κύκλο εργασιών έως 2.500.000ευρώ) και επαγγελματιών προς χρηματοδοτικούς φορείς , το Δημόσιο και φορείς κοινωνικής ασφάλισης (ΦΚΑ) είτε με μια συγκεκριμένη διαδικασία ρύθμισης χρεών δυνάμενη να οδηγήσει ακόμα και σε  «επιλέξιμη διαγραφή»  είτε με μια έκτακτη διαδικασία ρύθμισης των υποχρεώσεων των εμπόρων (με δεσμευτική δύναμη για το σύνολο των πιστωτών) είτε με την έκτακτη διαδικασία της ειδικής διαχείρισης.

Σε κάθε περίπτωση αποκλείονται επαγγελματίες που έχουν καταδικαστεί με οριστική απόφαση για φοροδιαφυγή κατά την έννοια των άρθρων 17,18 και 19 του ν 2523/1997 .

Για τη απλούστερη των προβλεπομένων διαδικασίων , αυτή του άρθρου 61 της ρύθμισης των χρεών μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών , προβλέπεται η υποβολή εκ μέρους του οφειλέτη-επαγγελματία μια συγκεκριμένης βεβαίωσης (κάτι αντίστοιχο που καλούνται να υποβάλουν και οι ιδιώτες στις ανάλογες διαδικασίες σύμφωνα με τον Κώδικα τραπεζικής Δεοντολογίας ) στην οποία αποτυπώνονται τα περιουσιακά στοιχεία του αιτούντος, η τρέχουσα αξία τους (σε τιμή όχι κατώτερες των αντικειμενικών ή όσων χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό του ΕΝΦΙΑ) , στοιχεία για τυχόν επιχειρήσεις  με έναρξη λειτουργίας την τελευταία τετραετία που  ασκούνται από στενά συγγενικά πρόσωπα, αλλά επιπλέον παρέχεται και η συναίνεση κοινοποίησης των δεδομένων στη φορολογική διοίηκηση και τα ασφαλιστικά ταμεία(!).Η ρύθμιση ή η διαγραφή εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του χρηματοδοτικού φορέα ,ωστόσο αν επιτευχθεί εξασφαλίζει στον οφειλέτη το δικαίωμα για  πρόσθετη διαγραφή προσαυξήσεων ,τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 20% πέραν των προβλεπομένων  για τις  οφειλές του προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία.

Οι ίδιοι οφειλέτες που μπορούν να ζητήσουν την ρύθμιση των χρεών τους και την επιλέξιμη διαγραφή , μπορούν να αιτηθούν από το Μονομελές Πρωτοδικείο  την έκτακτη διαδικασία ρύθμισης υποχρεώσεων του άρθρου 62 μέχρι τις 31.3.2016 εφ” όσον εξασφαλίσουν τη συναίνεση στη ρύθμιση αυτή πιστωτών που εκπροσωπούν τουλάχιστον 50,1%του συνόλου των απαιτήσεων με τους ειδικότερους όρους που αναλύονται στο κεφάλαιο τρίτο του συγκεκριμένου νόμου. Και στην περίπτωση αυτή οφειλέτης του οποίου οι υποχρεώσεις έχουν ρυθμιστεί βάσει συμφωνίας επικυρωμένης με τις διατάξεις του άρθρου 62 δικαιούται πρόσθετη διαγραφή προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπκρόθεσμης καταβολής 20%για τις οφειλές του προς τη φορολογική διοίκηση και τα ασφαλιστικά ταμεία

Δείτε αναλυτικά τις συγκεκριμένες διατάξεις :

ΜΕΡΟΣ Δ

ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ: ΚΙΝΗΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΧΡΕΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΠΡΟΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΟΥΣ ΦΟΡΕΙΣ ΚΑΙ ΕΚΤΑΚΤΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ  ΟΦΕΙΛΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Άρθρο 60

Αντικείμενο – σκοπός – ορισμοί

  1. Με τον παρόντα νόμο θεσπίζονται έκτακτα προσωρινά μέτρα για την ελάφρυνση του ιδιωτικού χρέους, ειδικότερα οφειλών βιώσιμων μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών προς χρηματοδοτικούς φορείς, το Δημόσιο και φορείς κοινωνικής ασφάλισης (ΦΚΑ), καθώς και έκτακτες διαδικασίες για την εξυγίανση ή εκκαθάριση εν λειτουργία υπερχρεωμένων αλλά βιώσιμων επιχειρήσεων. Ειδικότερα, θεσπίζονται: α) η παροχή κινήτρων προς μικρές επιχειρήσεις και επαγγελματίες αφενός και προς χρηματοδοτικούς φορείς αφετέρου για τη ρύθμιση / διαγραφή ιδιωτικού χρέους, β) η ελάφρυνση και ο διακανονισμός χρεών μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών προς το Δημόσιο και ΦΚΑ που προβαίνουν σε ρύθμιση οφειλών τους προς χρηματοδοτικούς φορείς, γ) έκτακτη διαδικασία ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων (με δεσμευτική δύναμη για το σύνολο των πιστωτών), δ) έκτακτη διαδικασία ειδικής διαχείρισης και ε) η σύσταση επιτροπής παρακολούθησης και συντονισμού της υλοποίησης των θεσπιζόμενων μέτρων με στόχοτην ταχεία και αποτελεσματική εφαρμογή τους. Η εφαρμογή των θεσπιζόμενων μέτρων από τους χρηματοδοτικούς φορείς γίνεται λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του Κώδικα Δεοντολογίας που θέσπισε η Τράπεζα της Ελλάδος για τη ρύθμιση χρεών ιδιωτών και εγχειρήσεων (Β` 2289)σύμφωνα με τις σχετικές προβλέψεις του ν. 4224/2013 (Α` 288), ενώ προβλέπεταιστο άρθρο 79 του παρόντος νόμου σύσταση επιτροπής παρακολούθησης της εφαρμογής του νόμου με αρμοδιότητα, μεταξύ άλλων, την υποβολή εκθέσεων προς την Τράπεζα της Ελλάδος ως προς την ανταπόκριση χρηματοδοτικών φορέων στις δυνατότητες διαγραφών και ρυθμίσεων που παρέχει ο παρόν νόμος. Στις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται και οφειλές εγγυημένες από το Ελληνικό Δημόσιο.
  1. Για τις ανάγκες του παρόντος νόμου:

α. Ως «μικρές επιχειρήσεις» νοούνται επιχειρήσεις που κατά τη χρήση που έληξε την 31η Δεκεμβρίου 2013 είχαν κύκλο εργασιών έως 2.500.000 ευρώ.

β. Ως «επαγγελματίες» νοούνται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που αναπτύσσουν επαγγελματική δραστηριότητα, η άσκηση της οποίας προϋποθέτει την εγγραφή του προσώπου σε ειδικό μητρώο,

και που κατά τη χρήση που έληξε την 31η Δεκεμβρίου 2013 είχαν κύκλο εργασιών μέχρι 2.500.000 ευρώ.

γ. Ως «επιλέξιμοι οφειλέτες» νοούνται μικρές επιχειρήσεις και επαγγελματίες, που πληρούν σωρευτικώς τις ακόλουθες προϋποθέσεις και υποβάλουν αίτηση το αργότερο μέχρι 31 Μαρτίου 2016:

1) δεν έχουν υποβάλει αίτηση για υπαγωγή στις διατάξεις του ν. 3869/2010 (Α` 130) ή έχουν εγκύρως παραιτηθεί από αυτήν μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως του παρόντος άρθρου,

2) δεν έχουν λυθεί ούτε παύσει τις εργασίες τους και, εφόσον έχουν πτωχευτική ικανότητα, δεν έχουν υποβάλλει αίτηση υπαγωγής τους σε οποιαδήποτε από τις διαδικασίες του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007, Α` 153) ή έχει υπάρξει έγκυρη παραίτηση από σχετική αίτηση μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως του παρόντος άρθρου, και

3) δεν έχουν καταδικαστεί οι ίδιοι οι επαγγελματίες ή οι φορείς της επιχείρησης και στην περίπτωση των νομικών προσώπων οι πρόεδροι, οι διευθύνοντες σύμβουλοι, οι διαχειριστές, οι εταίροι και κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διαχείριση αυτών με οριστική απόφαση για φοροδιαφυγή κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 17, 18 και 19 του ν. 2523/1997 (Α` 179) ή για λαθρεμπορία ή για απάτη σε βάρος του Δημοσίου ή ΦΚΑ.

δ. Ως «συνοφειλέτης» νοείται κάθε πρόσωπο που ευθύνεται αλληλεγγύως εκ του νόμου ή ως αποτέλεσμα δικαιοπραξίας, για την εξόφληση μέρους ή του συνόλου των οφειλών οφειλέτη προς χρηματοδοτικό φορέα συμπεριλαμβανομένου και κάθε εγγυητή ως προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από την εγγύηση.

ε. Ως «καθαρή περιουσιακή θέση» νοείται η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων οφειλέτη και τυχόν συνοφειλετών του, μείον το σύνολο των υποχρεώσεων του οφειλέτη και τυχόν συνοφειλετών του.

Εφόσον ο οφειλέτης και τυχόν συνοφειλέτης ή συνοφειλέτες ενέχονται για την ίδια απαίτηση, αυτή υπολογίζεται άπαξ. Από τον υπολογισμό των οφειλών εξαιρούνται οι οφειλές προς πρόεδρους, διευθύνοντες συμβούλους, διευθυντές, διαχειριστές, εταίρους, πρόσωπα εντεταλμένα ή από το νόμο ή από ιδιωτική βούληση ή βάσει δικαστικής απόφασης στην εκπροσώπηση και διαχείριση της επιχείρησης, καθώς και προς τους συζύγους και τους συγγενείς αυτών εξ αίματος ή εξ αγχιστείαςμέχρι τον τρίτο βαθμό των ανωτέρω προσώπων ή του ιδίου του επαγγελματία.

Επίσης εξαιρούνται οι οφειλές προς συνδεδεμένες επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920.

στ. Ως «χρηματοδοτικός φορέας» νοείται κάθε πιστωτικό ίδρυμα, συμπεριλαμβανομένων και των υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και κάθε εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης και κάθε εταιρία πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, εφόσον τελούν υπό την εποπτεία τηςΤράπεζας της Ελλάδος.

ζ. Ως «επιλέξιμες διαγραφές» νοούνται οι διαγραφές απαιτήσεων ως προς κεφάλαιο και τόκους κατά επιλέξιμων οφειλετών, εφόσον:

1) τα πρόσωπα αυτά την 30ή Ιουνίου 2014 είχαν προς χρηματοδοτικό φορέα οφειλή από επιχειρηματικό δάνειο σε καθυστέρηση τουλάχιστον 90 ημερών ή επίδικη ή ρυθμισμένη ή:

  1. δεν είχαν ενημερότητα λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τη Φορολογική Διοίκηση ή είχαν ενημερότητα λόγω ρύθμισης, ή
  1. δεν είχαν ασφαλιστική ενημερότητα λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών προς ΦΚΑ ή είχαν ενημερότητα λόγω ρύθμισης.
  1. Oι διαγραφές ανά χρηματοδοτικό φορέα αφορούν μία ή περισσότερες επιχειρηματικές πιστώσεις του χρηματοδοτικού φορέα προς τον οφειλέτη και οι διαγραφές αυτού του χρηματοδοτικού φορέα προς τον επιλέξιμο οφειλέτη δεν υπερβαίνουν αθροιστικά το ποσό των 500.000 ευρώ και ισούνται τουλάχιστον προς:
  1. το 50% των συνολικών απαιτήσεων του χρηματοδοτικού φορέα κατά του οφειλέτη, όπως αποτυπώνονται στα Βιβλία του φορέα την ημερομηνία έγκρισης από το χρηματοδοτικό φορέα της διαγραφής ή, εφόσον είναι μικρότερο,
  1. το ποσό που απαιτείται έτσι ώστε μετά την διαγραφή το υπόλοιπο της απαίτησης του χρηματοδοτικού φορέα κατά του οφειλέτη να μην υπερβαίνει το 75% της καθαρής περιουσιακής θέσης του οφειλέτη και των συνοφειλετών του σύμφωνα με τη βεβαίωση της παραγράφου 2 του άρθρου 2 (λαμβανομένης υπόψη ως προς τον υπολογισμό της καθαρής θέσης και της διαγραφείσας απαίτησης του χρηματοδοτικού φορέα), και
  1. Περιλαμβάνουν τον περιορισμό των απαιτήσεων του χρηματοδοτικού φορέα κατά των συνοφειλετών στο ίδιο ύψος με την απαίτηση του κατά του οφειλέτη, ενώ οι υφιστάμενες ασφάλειες διατηρούνται για την εξασφάλιση της απαίτησης του κατά του οφειλέτη όπως αυτή διαμορφώνεται μετά την διαγραφή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

 Άρθρο 61

 

Ρύθμιση χρεών μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών

  1. Για την παροχή επιλέξιμης διαγραφής από χρηματοδοτικό φορέα απαιτείται η υποβολή αίτησης ρύθμισης των υποχρεώσεων του και Βεβαίωση με το περιεχόμενο που προσδιορίζεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.
  1. Η Βεβαίωση που υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1:

α. βεβαιώνει τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τον καθιστούν επιλέξιμο οφειλέτη,

β. αποτυπώνει τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις που απαιτούνται για τον προσδιορισμό της καθαρής περιουσιακής θέσης,

γ. προσδιορίζει την τρέχουσα αξία των περιουσιακών στοιχείων. Ως αξία των δηλουμένων ακινήτων λαμβάνεται κατ’ ελάχιστον σε κάθε περίπτωση η αντικειμενική αξία ή οποιαδήποτε άλλη αξία που τίθεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες φορολογικές διατάξεις, όπως αυτή που λαμβάνεται υπ’ όψιν για τον υπολογισμό του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ν. 4223/2013),

δ. περιλαμβάνει πλήρη στοιχεία κάθε επιχείρησης με έναρξη λειτουργίας μεταγενέστερη της 1ης Ιανουαρίου 2010, την οποία ασκεί συγγενής πρώτου βαθμού ή σύζυγος του οφειλέτη (επί νομικών προσώπων ελέγχεται η σχέση με τον ομόρρυθμο εταίρο ή τον ελέγχοντα εταίρο, μεριδιούχο ή μέτοχο, κατά περίπτωση) ή ομόρρυθμος εταίρος ή ελέγχων εταίρος, ελέγχων μεριδιούχος ή ελέγχων μέτοχος ή συγγενής πρώτου βαθμού ή σύζυγος των παραπάνω προσώπων, καθώς και πλήρη στοιχεία ακινήτων που τυχόν μεταβιβάστηκαν από τον οφειλέτη ή τους συνοφειλέτες απότην 1η Ιανουαρίου 2010 και εφεξής,

ε. περιέχει άδεια για κοινοποίηση των δεδομένων του -περιλαμβανομένων στη βεβαίωση όσο και άλλων δεδομένων του στην κατοχή του χρηματοδοτικού φορέα- στη Φορολογική Διοίκηση και τα ασφαλιστικά ταμεία, και

στ. υπογράφεται από τον οφειλέτη και κάθε τυχόν συνοφειλέτη.

  1. Η βεβαίωση αυτή επέχει τη θέση βεβαιωτικού όρκου, κατά την έννοια του άρθρου 861 του Κ.Πολ.Δ.. Σε περίπτωση ψευδορκίας, επιβάλλεται η προβλεπόμενη ποινή και πρόσθετη χρηματική ποινή ίση προς το τριπλάσιο των συνολικών διαγραφών που έλαβε ο οφειλέτης από το χρηματοδοτικό φορέα, τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΦΚΑ ως συνέπεια της επιλέξιμης ρύθμισης.
  1. Ο χρηματοδοτικός φορέας παρέχει την αιτούμενη ρύθμιση ή / και διαγραφή κατά τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με κριτήρια τα οποία επιλέγει για την αξιολόγηση της ικανότητας του αιτούμενου τη ρύθμιση ή/και διαγραφή να ανταπεξέλθει στις ρυθμισθείσες υποχρεώσεις. Σε άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, ο χρηματοδοτικός φορέας μπορεί να παράσχει ρύθμιση ή / και διαγραφή υπό διαφορετικούς όρους από τους περιλαμβανόμενους στην αίτηση ή και να αρνηθεί συνολικά τη ρύθμιση ή / και διαγραφή. Σε περίπτωση διαγραφήςπίστωσης που έχει εγγυηθεί, το Ελληνικό Δημόσιο, περιορίζεται αναλογικά και η παρασχεθείσα εγγύηση.

Για την παροχή της αιτούμενης ρύθμισης ή και διαγραφής απαιτείται, εφόσον υπάρχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές, στη Φορολογική Διοίκηση ή / και στους ΦΚΑ, να έχει γίνει υπαγωγή των οφειλών αυτών σε πρόγραμμα εξυπηρέτησης τους είτε κατά τα αναφερόμενα στα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014 (Α` 237), όπως εκάστοτε ισχύουν είτε κατά τις κείμενες διατάξεις, το οποίο τηρείται.

  1. Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προσκομίζει στη Φορολογική Διοίκηση ή/και στους ΦΚΑ βεβαίωση χρηματοδοτικού φορέα ότι έχει υπαχθεί σε ρύθμιση ή / και διαγραφή κατά την έννοια της προηγούμενης παραγράφου, δικαιούται και πρόσθετη διαγραφή προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 20% πέραν των προβλεπομένων στα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014 (Α` 237), όπως εκάστοτε ισχύουν, ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων. Η εφαρμογή των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται τη, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, επιστροφή ή δη καταβληθέντων χρηματικών ποσών προς τη ΦορολογικήΔιοίκηση και τους ΦΚΑ, λόγω της μείωσης προσαυξήσεων και προστίμων.
  1. Η μη προσήκουσα εκπλήρωση από τον οφειλέτη των όρων ρύθμισης, σύμφωνα με το παρόν άρθρο και τα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014, όπως εκάστοτε ισχύουν ή άλλες διατάξεις, για χρονικό διάστημα αθροιστικά μεγαλύτερο των τριών (3) μηνών ως προς οποιαδήποτε από τις ρυθμισθείσες υποχρεώσεις, προκαλεί αυτοδικαίως την αναβίωση των ρυθμισθεισών υποχρεώσεων του σύμφωνα με τους όρους του παρόντος άρθρου και την αναδρομική αναβίωση του συνόλου των προς όλους διαγραφεισών υποχρεώσεων, προσαυξήσεων, τόκων και προστίμωνεκπρόθεσμηςκαταβολής, τα οποία καθίστανται στο σύνολο τους άμεσα απαιτητά και ληξιπρόθεσμα. Οι διατάξεις των άρθρων 51 και 54 του ν. 4305/2014, όπως εκάστοτε ισχύουν, εφαρμόζονται συμπληρωματικά και για τις ρυθμιζόμενες κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΦΚΑ. Σε περίπτωση, αναβίωσης οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό ευθύνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις οικείες υπουργικές αποφάσεις,βάση των οποίων είχε χορηγηθεί η εγγύηση του.
  1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ορίζεται η ειδικότερη μορφή και το περιεχόμενο της αίτησης της παραγράφου 1 και της βεβαίωσης της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, της βεβαίωσης της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου, καθώς και το περιεχόμενο και η διαδικασία ενημέρωσης και ανταλλαγής πληροφοριών ως προς οφειλέτες που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση απαιτήσεων προς χρηματοδοτικούς φορείς, Φορολογική Διοίκηση και ΦΚΑ, των οποίων οι απαιτήσεις ρυθμίζονται σύμφωνα με το παρόν, καθώς και κάθε άλλο ειδικό θέμα ή αναγκαία λεπτομέρεια που αφορά την υλοποίηση των διατάξεων του παρόντος άρθρου.
  1. Τα φορολογικά ευεργετήματα του άρθρου 78 του παρόντος νόμου παρέχονται αποκλειστικά σε χρηματοδοτικούς φορείς που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα, έχουν παράσχει επιχειρηματικά δάνεια στην Ελλάδα και παρέχουν επιλέξιμες διαγραφές.

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

ΕΚΤΑΚΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ ΕΜΠΟΡΩΝ (ΜΕ ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΤΩΝ)

Αρθρο 62

Υπαγωγή στην έκτακτη διαδικασία ρύθμισης υποχρεώσεων εμπόρων (με δεσμευτική δύναμη για το σύνολο των πιστωτών)

  1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα σύμφωνα με το άρθρο 61 παράγραφος 1 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007), το οποίο έχει το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των οφειλετών του άρθρου 61 του παρόντος νόμου, δύναται να αιτείται τη ρύθμιση των υποχρεώσεων του κατά το παρόν άρθρο, εφόσον στη ρύθμιση αυτή συναινούν πιστωτές που εκπροσωπούν τουλάχιστον 50,1% του συνόλου των απαιτήσεων, στο οποίο περιλαμβάνεται τουλάχιστον 50,1% των τυχόν ε-μπραγμάτως ή με ειδικό προνόμιο ή με άλλης μορφής εξασφαλιστική συμφωνία την 30ή Ιουνίου2014 ως προς περιουσιακό στοιχείο (ήτοι ενέχυρο απαίτησης, εξασφαλιστική εκχώρηση απαίτησης, πλασματικό ενέχυρο ή προσημείωση υποθήκης) εξασφαλισμένων αιτήσεων, συμπεριλαμβανομένωντουλάχιστον δύο χρηματοδοτικών φορέων, εφόσον ο οφειλέτης έχει χρηματοδοτηθεί από περισσότερους του ενός χρηματοδοτικούς φορείς των οποίων οι απαιτήσεις κατά του οφειλέτη αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον ποσοστό 20% των συνολικών του υποχρεώσεων (όπως αυτές προσδιορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου).Για την παροχή της αιτούμενης ρύθμισης απαιτείται, εφόσον υπάρχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές, στη Φορολογική Διοίκηση ή/και στους ΦΚΑ, να έχει γίνει υπαγωγή των οφειλών αυτών σε πρόγραμμα εξυπηρέτησης τους είτε κατά τα αναφερόμενα στα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014 (Α` 237),όπως εκάστοτε ισχύουν, είτε κατά τις κείμενες διατάξεις, το οποίο τηρείται.
  1. Τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου μπορούν να αιτούνται την υπαγωγή στις διαδικασίες του παρόντος νόμου μέχρι τις 31.3.2016.
  1. Η συναίνεση των πιστωτών κατά την παράγραφο 1 αποτυπώνεται σε συμφωνία ρύθμισης, η οποία υποβάλλεται μαζί με την αίτηση του οφειλέτη. Η συμφωνία ρύθμισης δύναται να προβλέπει μέτρα για την αναδιάρθρωση του δανεισμού, όπως μείωση απαιτήσεων, παράταση του χρόνου αποπληρωμής αυτών, μετοχοποίηση των απαιτήσεων ή κάθε άλλο πρόσφορο μέσο. Σε περίπτωση που η συμφωνία περιλαμβάνει αναδιάρθρωση ή μείωση πίστωσης που έχει εγγυηθεί, το ΕλληνικόΔημόσιο περιορίζεται αναλογικά και η παρασχεθείσα εγγύηση. Δεν επιτρέπεται με οποιονδήποτε τρόπο η πρόβλεψη στη συμφωνία μείωσης ή αναδιάρθρωσης των απαιτήσεων πιστωτών που ρυθμίζονται σύμφωνα με το άρθρο 64 παράγραφος 1 περίπτωση γ` ή το άρθρο 64 παράγραφος 2, και εφόσον κατά παράβαση των ανωτέρω υφίσταται παρόμοια πρόβλεψη δεν παράγει οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα.
  1. Για τις ανάγκες του παρόντος ως πιστωτές νοούνται τα πρόσωπα των οποίων οι απαιτήσειςκατά του οφειλέτη περιλαμβάνονται στην αποτύπωση των υποχρεώσεων του οφειλέτη κατά την έννοια του Ελληνικού Γενικού Λογιστικού Σχεδίου (π.δ. 1123/1980) ή σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, προκειμένου για επιχειρήσεις που καταρτίζουν τις οικονομικές καταστάσει τους, υποχρεωτικά ή προαιρετικά, σύμφωνα με αυτά, ενώ περιλαμβάνονται επίσης οιαπαιτήσεις από χρηματοδοτικές μισθώσεις που οφείλονται συμβατικά από το χρόνο αναφοράς της παραγράφου 5 μέχρι τη συμβατική ημερομηνία λήξης των συμβάσεων εφόσον σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες λογιστικές αρχές δεν αποτυπώνονται στις πιοπάνω οικονομικές καταστάσεις. Κοινοπρακτούντες και ομολογιούχοι πιστωτές συμμετέχουν στο σχηματισμό του ποσοστού συναίνεσης σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Για το σχηματισμό των ποσοστών δεν συνυπολογίζονται οι πιστωτές των οποίων η απαίτηση ρυθμίζεται αυτομάτως με την αποδοχή της αίτησης βάσει του άρθρου 64 παρ. 3 και οι πιστωτές που είναι πρόεδροι, διευθύνοντες σύμβουλοι διευθυντές, διαχειριστές, εταίροι, πρόσωπα εντεταλμένα ή από το νόμο ή από ιδιωτική βούληση ή βάσει δικαστικής απόφασης στην εκπροσώπηση και διαχείριση της επιχείρησης, καθώς και σύζυγοι και συγγενείς αυτών εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τον τρίτο βαθμό των ανωτέρω προσώπων ή του ιδίου του οφειλέτη, καθώς και πρόσωπα συνδεδεμένα με τον οφειλέτη κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920. Ο υπολογισμός του ποσοστού των συναινούντων πιστωτών γίνεται με βάση κατάσταση πιστωτών που συντάσσεται από κάτοχο άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α` ή Β` Τάξεως του ν. 2515/1997 ή ορκωτό ελεγκτή, επισυνάπτεται στη συμφωνία ρύθμισης, με ποινή απαραδέκτου, αναφέρεται σε ημερομηνία που δεν απέχει χρονικά προθεσμίας μεγαλύτερης των τριών (3) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης της παραγράφου 1 στο δικαστήριο και περιλαμβάνει βεβαίωση του συντάκτη ότι συντρέχει η προϋπόθεση της πλειοψηφίας της παραγράφου 1.
  1. Η υποβολή της ως άνω αιτήσεως του εμπορίου, πρέπει να συνοδεύεται από εκτίμηση των συμβαλλομένων περί της βιωσιμότητας του μετά την υπαγωγή στην έκτατη διαδικασία ρύθμισης.
  1. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την έδρα του, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Οι αποφάσεις του δεν υπόκεινται σε τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίζεται δικάσιμος εντός διμήνου από την υποβολή της. Στην περίπτωση νομικών προσώπων, η αίτησηυποβάλλεται από το όργανο διοίκησης ή τον εξουσιοδοτημένο από αυτό εκπρόσωπο τους. Ο αρμόδιος δικαστής δύναται να διατάσσει κατά το άρθρο 748 παράγραφος 3 Κ.Πολ.Δ. την κλήτευση ενός ή περισσότερων πιστωτών του οφειλέτη, ορίζοντας ταυτόχρονα και την προθεσμία της κλήτευσης, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δεκαπέντε (15) ημερών, καθώς και την καταχώρηση της στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.). Η άσκηση παρέμβασης από τα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου και οποιοδήποτε άλλο πιστωτή γίνεται με κατάθεση προτάσεων στο ακροατήριο και χωρίς την τήρηση προδικασίας κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Η άσκηση παρέμβασης με κατάθεση δικογράφου σε διαφορετική δικάσιμο δεν αποτελεί λόγο αναβολής της συζήτησης της αίτησης κατά την προσδιορισθείσα δικάσιμο.
  1. Η υποβολή της αίτησης έχει ως συνέπεια την αναστολή τυχόν εκκρεμουσών αιτήσεων υπαγωγής σε καθεστώς εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 100 του Πτωχευτικού Κώδικα ή εκκρεμουσών αιτήσεων ειδικής εκκαθάρισης ή κήρυξης πτώχευσης, εφαρμοζόμενων αναλόγως των διατάξεων των παραγράφων 6 και 8 του άρθρου 99 του Πτωχευτικού Κώδικα.
  1. Κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μπορούν να διατάζονται από τον πρόεδρο του αρμόδιου δικαστηρίου τα μέτρα του άρθρου 10 του Πτωχευτικού Κώδικα κατ’ αναλογική του εφαρμογή. Η μεγίστη διάρκεια ισχύος των προληπτικών μέτρων είναι έξι (6) μήνες από την υποβολή της αίτησης. Η αναστολή επάγεται αυτοδικαίως την αναστολή για τις ίδιες απαιτήσεις και έναντι τυχόν συνοφειλετών, καθώς και την απαγόρευση της διάθεσης των ακινήτωνκαι του εξοπλισμού της επιχείρησης του οφειλέτη και τυχόν συνοφειλετών

Άρθρο 63

 Απόφαση του δικαστηρίου

  1. Το δικαστήριο αποδέχεται την αίτηση και ρυθμίζει τις υποχρεώσεις του οφειλέτη σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη συνυποβληθείσα με την αίτηση συμφωνίας ρύθμισης, εάν οι συμβαλλόμενοι πιστωτές στη συμφωνία ρύθμισης εκπροσωπούν το απαιτούμενο είδος και ποσοστό απαιτήσεων, κατά το άρθρο 62 και συντρέχει η προϋπόθεση του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου.
  1. Το δικαστήριο δύναται, σε περίπτωση που κρίνει ότι δεν έχουν προσκομιστεί όλα τα στοιχεία που τεκμηριώνουν το βάσιμο της αίτησης, αντί της απόρριψης της αίτησης, δύναται να τάξει προθεσμία για την προσκομιδή εγγράφων ή την παροχή διευκρινίσεων.
  1. Η απόφαση επί της αιτήσεως εκδίδεται εντός μηνός από τη συζήτηση.
  1. Η απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει την αίτηση δημοσιεύεται αμελλητί σε περίληψη στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) με επιμέλεια του οφειλέτη ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον.
  1. Τριτανακοπή κατά της επικυρωτικής απόφασης δύναται να ασκηθεί εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης κατά τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου από πρόσωπο το οποίο δεν παρέστη στη συζήτηση, λόγω του ότι δεν είχε κλητευθεί ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως.
  1. Το δικαστήριο δεν επικυρώνει τη συμφωνία μόνο εάν ο επαναϋπολογισμός του είδους και του ύψους των απαιτήσεων των συναινούντων πιστωτών ανατρέπει την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 62 ή εφόσον δεν έχουν συμπεριληφθεί απαιτήσεις του τριτανακόπτοντα, οι οποίες λαμβανόμενες υπόψη έχουν ως συνέπεια να μην συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 62.
  1. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την αίτηση του οφειλέτη επιτρέπεται έφεση. Η έφεση ασκείται εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης, για τη δε συζήτηση της ορίζεται δικάσιμος εντός διμήνου από την άσκηση της έφεσης.
  1. Για διάστημα δώδεκα (12) μηνών από τη δημοσίευση απόφασης αποδοχής ή απόρριψης αίτησης του άρθρου 62 του παρόντος δεν επιτρέπεται υποβολή αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξυγίανσης ή άμεσης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης κατά τα άρθρα 100 και 106Β του Πτωχευτικού Κώδικα, αντιστοίχως.

Αρθρο :64

Αποτελέσματα της αποδοχής της αίτησης

  1. Η αποδοχή της αίτησης του άρθρου 62 από το δικατήριο επιφέρει τα ακόλουθα αποτελέσματα αποκλειστικά για τις ρυθμιζόμενες απαιτήσεις:

α. εφόσον το προβλέπει η συμφωνία ρύθμισης, δύνανται να αναστέλλονται οι ατομικές και συλλογικές διώξεις των πιστωτών κατά του οφειλέτη και τυχόν συνοφειλετών για ορισμένο διάστημα, έως τριών μηνών, από τη δημοσίευση της απόφασης περί αποδοχής τηςαίτησης. Στην περίπτωση αυτή, για την ίδια διάρκεια, αναστέλλεται η παραγραφή των απαιτήσεων των συμβαλλόμενων πιστωτών κατά των εγγυητών και τυχόν συνοφειλετών του για την άσκηση διαδικαστικών πράξεων,

β. αναστέλλεται, για περίοδο δώδεκα (12) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης που αποδέχεται την αίτηση, η λήψη κάθε μέτρου συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένης της κήρυξης πτώχευσης, σε βάρος του οφειλέτη, και

 γ. εξοφλείται το οφειλόμενο στους εργαζόμενους χρέος του εδαφίου γ` του άρθρου 154 του Πτωχευτικού Κώδικα σε 12 ισόποσες άτοκες μηνιαίες δόσεις.

  1. Οφειλέτης του οποίου οι υποχρεώσεις έχουν ρυθμιστεί βάσει συμφωνίας επικυρωμένης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, δικαιούται πρόσθετη διαγραφή προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 20%, για τις οφειλές του, προς τη Φορολογική Διοίκηση ή/και τους ΦΚΑ, πέραν των προβλεπόμενων στα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014, όπως εκάστοτε ισχύουν, ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων. Η εφαρμογή του παρόντος σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται την, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, επιστροφή ήδη καταβληθέντων χρηματικών ποσών προς τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΦΚΑ, λόγω της μείωσης προσαυξήσεων. Για την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου αναγκαία προϋπόθεση αποτελεί, οι ίδιοι οι έμποροι και στην περίπτωση των νομικών προσώπων οι πρόεδροι, οι διευθύνοντεςσύμβουλοι, οι διαχειριστές, οι εταίροι και κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε από το νόμο ή από ιδιωτική βούληση ή από δικαστική απόφαση στη διαχείριση των υποθέσεων του νομικού προσώπου, να μην έχουν καταδικαστεί με οριστική απόφαση για φοροδιαφυγή κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 17, 18, και 19 του ν. 2523/1997 ή για λαθρεμπορία ή για απάτη σε βάρος του Δημοσίου ή ΦΚΑ.
  1. Σε περίπτωση που λόγω του ύψους της οφειλής ο οφειλέτης αποκλείεται από τη ρύθμιση των οφειλών του προς τη Φορολογική Διοίκηση ή Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 ή 54 του ν. 4305/2014 όπως εκάστοτε ισχύουν, τότε εφόσον οι υποχρεώσεις του έχουν ρυθμισθεί βάσει συμφωνίας επικυρωμένης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, δικαιούται υπό την προϋπόθεση ότι έχει υπαγάγει τις ανωτέρω οφειλές του σε ρύθμιση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις να αιτηθεί από τη Φορολογική Διοίκηση ή Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, κατά περίπτωση, την διαγραφή ποσοστού 40% επί των προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής που τον βαρύνουν και στην τμηματική εξόφληση του υπολοίπου της οφειλής του σε 100 μηνιαίες δόσεις. Η αίτηση γίνεται δεκτή εκτός εάν εκδοθεί αντίθετη αιτιολογημένη απόφαση από τη Φορολογική Διοίκηση ή το ΦΚΑ εντός δύο(2) μηνών από την υποβολή της αίτησης. Νόμιμη αιτιολογία απόρριψης μπορεί να είναι η ύπαρξη άμεσα ρευστοποιήσιμων εξασφαλιστικών στοιχείων ή επαρκών εγγυήσεων ή η προφανής διακριτική μεταχείριση μετόχων, πιστωτών, συνοφειλετών.
  1. Η απόφαση που αποδέχεται την αίτηση του οφειλέτη αποτελεί τίτλο εκτελεστό για τις αναλαμβανόμενες με αυτήν υποχρεώσεις.
  1. Οι απαιτήσεις των πιστωτών κατά των συνοφειλετών του οφειλέτη, περιορίζονται στο ίδιο ποσό με την απαίτηση τους κατά του οφειλέτη όπως αυτή διαμορφώνεται με τη συμφωνία ρύθμισης, ενώ οι υφιστάμενες ασφάλειες διατηρούνται για την εξασφάλιση της απαίτησης τους, όπως αυτή διαμορφώνεται μετά τη συμφωνία ρύθμισης. Σε περίπτωση ικανοποίησης πιστωτή από συνοφειλέτη, ο οφειλέτης ευθύνεται έναντι αυτού, εάν συντρέχει δικαίωμα αναγωγής,με τον ίδιοτρόπο που ευθύνεται κατά τη συμφωνία ρύθμισης έναντι του πιστωτή που ικανοποιήθηκε από αυτόν.
  1. Τα δικαιώματα των ενέγγυων πιστωτών διατηρούνται υπέρ της απαίτησης τους, όπως αυτή διαμορφώνεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
  1. Η παράβαση από τον οφειλέτη όρου της συμφωνίας ρύθμισης, συμπεριλαμβανομένης και της μη καταβολής για διάστημα αθροιστικά τριών (3) μηνιαίων δόσεων οφειλόμενων προς τη Φορολογική Διοίκηση ή ΦΚΑ κατά τα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014, όπως εκάστοτε ισχύουν ή κατά τις κείμενες διατάξεις ή σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου, παρέχει σε κάθεάλλο πιστωτή του οποίου οι απαιτήσεις ρυθμίζονται συναινετικά ή μη από τη συμφωνία ρύθμισης το δικαίωμα καταγγελίας της ενώ αναβιώνουν οι απαιτήσεις των πιστωτών κατά του οφειλέτη ως προς τις διαγραφείσες οφειλές και καθίστανται αυτοδικαίως ληξιπρόθεσμες και απαιτητές όλες οι ρυθμισθείσες οφειλές, όπως έχουν διαμορφωθεί μετά την αναβίωση τους. Σε περίπτωση αναβίωσηςοφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό ευθύνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις οικείες υπουργικές αποφάσεις βάσει των οποίων είχε χορηγηθεί η εγγύηση του. Η καταγγελία της συμφωνίας ρύθμισης συνεπάγεται την αυτοδίκαιη ανατροπή των συνεπειών της επικύρωσης της συμφωνίας ρύθμισης. Η παρούσα διάταξη δεν επηρεάζει τις συνέπειες μη τήρησης των όρων ρύθμισης, προς τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΦΚΑ, που συνεπάγεται την αναδρομική αναβίωση του συνόλου των διαγραφεισών προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής, τα οποία καθίστανται στο σύνολο τους άμεσα απαιτητά και ληξιπρόθεσμα.
  1. Οι διατάξεις των άρθρων 51 και 54 του ν. 4305/2014, όπως εκάστοτε ισχύουν, εφαρμόζονται συμπληρωματικά και για τις ρυθμιζόμενες κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΦΚΑ.
  1. Εξαιρούνται της πτωχευτικής ανάκλησης, κατά την έννοια των άρθρων 41 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα, πράξεις που έλαβαν χώρα σε εκπλήρωση της συμφωνίας ρύθμισης του άρθρου 64 παράγραφος 3 του παρόντος νόμου.

Αρθρο :65

Χρηματοδότηση της επιχείρησης

Χρηματοδοτήσεις ή εισφορές αγαθών ή υπηρεσιών προς τον οφειλέτη, οι οποίες διενεργούνται για διάστημα ενός έτους από τη δημοσίευση της απόφασης του άρθρου 63, καταλαμβάνονται από το προνόμιο του άρθρου 154 περίπτωση α` του Πτωχευτικού Κώδικα. Το προνόμιο του παρόντος άρθρου δεν καταλαμβάνει χρηματοδοτήσεις ή εισφορές αγαθών ή υπηρεσιών από ιδιοκτήτες, εταίρους ή μετόχους, πρόεδρους, διευθύνοντες σύμβουλους, διευθυντές, διαχειριστές, πρόσωπα

εντεταλμένα από το νόμο ή από ιδιωτική βούληση ή βάσει δικαστικής απόφασης στην εκπροσώπηση και διαχείριση της επιχείρησης, καθώς και τους συζύγους και τους συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τον τρίτο βαθμό των ανωτέρω προσώπων ή του ιδίου του εμπόρου, καθώς και από συνδεδεμένες επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920. Επίσης, δεν καταλαμβάνει εισφορές στο πλαίσιο αύξησης κεφαλαίου, καθώς και δικηγορικές αμοιβές για κατ’ αποκοπή χειρισμό υπόθεσης, καθ’ υπέρβαση του ποσού αμοιβής που προκύπτει για τηναντίστοιχη υπηρεσία σύμφωνα με το Παράρτημα I του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α`208) και των σχετικών δαπανών-εξόδων, στα οποία υποβάλλεται ο δικηγόρος. Το προνόμιο καταλαμβάνει χρηματοδοτήσεις ή εισφορές μέχρις ορίου που προσδιορίζεται στην υποβλη-θείσα συμφωνία ρύθμισης.

Αρθρο 66

Δικαίωμα αποζημίωσης πιστωτών

 

Πιστωτές, οι οποίοι δεν έχουν συνυπογράψει τη συμφωνία του άρθρου 62 παράγραφος 3 του παρόντος κεφαλαίου και των οποίων οι απαιτήσεις έχουν περιοριστεί κατά την ονομαστική τους αξία, δικαιούνται να λάβουν αποζημίωση από τον οφειλέτη για την προκληθείσα σε αυτούς ζημία, εφόσον αποδεικνύουν ότι εξ αιτίας της εφαρμογής της συμφωνίας η αξία της απαίτησης τους μειώθηκε πέραν του ποσού που ευλόγως θα ανακτούσαν: (α) μέσω της θέσης της επιχείρησης σε

πτωχευτική ρευστοποίηση κατά τον αυτό χρόνο ή β) μέσω της ρευστοποίησης των εξασφαλίσεων τους ή γ) εάν η απαίτηση τους είχε δυσμενέστερη μεταχείριση από απαίτηση πιστωτή που βρίσκεται στην ίδια θέση, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος επιχειρηματικός ή κοινωνικός λόγος διακριτικής μεταχείρισης. Σε κάθε περίπτωση, η υποβολή αγωγής αποζημίωσης αλλά και η αποδοχή της κατά τα ανωτέρω δεν επηρεάζει την εφαρμογή της συμφωνίας ρύθμισης. Σε περίπτωση

ευδοκίμησης της αγωγής ευθύνονται αλληλεγγύως για την αποζημίωση του ενάγοντα πιστωτή οι τυχόν συνοφειλέτες, κατά το μέρος της ευθύνης τους, εξαιρουμένου του Ελληνικού Δημοσίου ως εγγυητή, ενώ ευθύνονται συμμέτρως προς τις ρυθμισμένες απαιτήσεις τους σύμφωνα με αίτηση του άρθρου 62 παράγραφος 1 του παρόντος κεφαλαίου, οι συνυπογράφοντες τη συμφωνία πιστωτές. Η αγωγή αποζημίωσης ασκείται εντός δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης

που δέχεται την αίτηση κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 63 του παρόντος.

Αρθρο :67

Περιορισμός αμοιβών

Οι πράξεις κατ’ εφαρμογή της συμφωνίας ρύθμισης απαλλάσσονται από κάθε φόρο, τέλος ή δικαίωμα Δημοσίου ή τρίτων, συμπεριλαμβανομένων των τελών χαρτοσήμου, εξαιρουμένου του ΦΠΑ. Ως προς τις αμοιβές για τις αυτές πράξεις ή συμβάσεις εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 134 του Πτωχευτικού Κώδικα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

 ΕΚΤΑΚΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ

Άρθρο 68

 Αίτηση υπαγωγής στην έκτακτη διαδικασία ειδικής διαχείρισης

  1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του Πτωχευτικού Κώδικα, το οποίο έχει την έδρα του στην Ελλάδα και βρίσκεται σε γενική και μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων, δύναται να υπάγεται στη διαδικασία ειδικής διαχείρισης του παρόντος άρθρου. Στην περίπτωση κεφαλαιουχικών εταιριών, αυτές μπορούν να υπάγονται στη διαδικασία ειδικής διαχείρισης του παρόντος άρθρου και εφόσον συντρέχει ως προς αυτές για δύο συνεχόμενες χρήσεις λόγος λύσης κατά το άρθρο 48 παρ. 1 του κ.ν.2190/1920 (αναλογικά εφαρμοζομένου στις λοιπές μορφές κεφαλαιουχικών εταιριών).
  1. Η αίτηση υποβάλλεται από πιστωτή ή πιστωτές του οφειλέτη, στους οποίους περιλαμβάνεται τουλάχιστον ένας χρηματοδοτικός φορέας, οι οποίοι εκπροσωπούν τουλάχιστον το 40% του συνόλου των απαιτήσεων σε βάρος του οφειλέτη.
  1. Για τις ανάγκες του παρόντος ως πιστωτές νοούνται όσοι έχουν απαιτήσεις κατά του οφειλέτη κατά την έννοια του Ελληνικού Γενικού Λογιστικού Σχεδίου (π.δ. 1123/1980) ή σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, προκειμένου για επιχειρήσεις που καταρτίζουν οικονομικές καταστάσεις, υποχρεωτικά ή προαιρετικά σύμφωνα με αυτά, ενώ περιλαμβάνονται επίσης οι απαιτήσεις από χρηματοδοτικές μισθώσεις που οφείλονται συμβατικά από τον ως άνω χρόνο αναφοράς μέχρι τη συμβατική ημερομηνία λήξης των συμβάσεων εφόσον σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες λογιστικές αρχές δεν αποτυπώνονται στις πιο πάνω οικονομικές καταστάσεις.
  1. Ο υπολογισμός του ποσοστού των αιτούντων πιστωτών για τις ανάγκες της παραγράφου 2 γίνεται με βάση κατάσταση πιστωτών που συντάσσεται από κάτοχοάδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α` ή Β` Τάξεως του ν. 2515/1997 ή ορκωτό ελεγκτή, βασίζεται στις δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις ή/και τα βιβλία και στοιχεία του οφειλέτη ή/και των αιτούντων πιστωτών και αποτυπώνεται σε βεβαίωση του συντάκτη ότι συντρέχει η προϋπόθεση της πλειοψηφίας της παραγράφου 2. Η βεβαίωση αυτή επισυνάπτεται στην αίτηση της παραγράφου 1 με ποινή απαράδεκτου. Κοινοπρακτούντες και ομολογιούχοι πιστωτές συμμετέχουν στο σχηματισμό του ποσοστού της παραγράφου 2 σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας.
  1. Για το παραδεκτό της αίτησης απαιτείται η ταυτόχρονη κατάθεση δήλωσης του προτεινομένου ως ειδικού διαχειριστή (φυσικού ή νομικού προσώπου) περί αποδοχής του σχετικού έργου.

Αρθρο :69

Ορισμός Ειδικού Διαχειριστή

  1. Ως ειδικός διαχειριστής ορίζεται νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο, όπως ορίζονται στο ν. 3693/2008 (Α` 174) ή δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή δικηγορική εταιρία στην οποία συμμετέχει δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή πτυχιούχος ανωτάτης σχολής που είναι μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (Ο.Ε.Ε.) και κάτοχος άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α` τάξεως του ν. 2515/1997 (Α` 154). Ειδικός διαχειριστής μπορεί να ορισθεί και σύμπραξη προσώπων εφόσον συμμετέχει σε αυτή νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο ή δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή δικηγορική εταιρία στην οποία συμμετέχει δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή πτυχιούχος ανωτάτης σχολής, που είναι μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (Ο.Ε.Ε.) και κάτοχος άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α` τάξεως του ν. 2515/1997.
  1. Ως προς τον ειδικό διαχειριστή ισχύει το άρθρο 106ι παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα.
  1. Η διαδικασία και το λειτούργημα του ειδικού διαχειριστή παύουν εντός δώδεκα (12) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης του άρθρου 70, ανεξαρτήτως της αντικατάστασης του ειδικού διαχειριστή κατά το επόμενο εδάφιο, εκτός εάν άλλως προβλέπεται στο παρόν. Αν συντρέχει σπουδαίος λόγος ή ο ειδικός διαχειριστής παραιτηθεί, μπορεί ο τελευταίος να αντικαθίσταται κατόπιν αίτησης όποιου έχει έννομο συμφέρον προς το δικαστήριο του άρθρου 70 του παρόντος, που δικάζεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η αμοιβή του ειδικού διαχειριστή συμφωνείται μεταξύ του ειδικού διαχειριστή και των αιτούντων πιστωτών καικαταβάλλεται από αυτούς, εφαρμοζομένου του προνομίου του άρθρου 154 περίπτωση α` του Πτωχευτικού Κώδικα.
  1. Ο ειδικός διαχειριστής ευθύνεται μόνο για δόλο και βαριά αμέλεια. Ο ειδικός διαχειριστής και, αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, οι εκπρόσωποι του, δεν προσωποκρατούνται ούτε υπέχουν οποιαδήποτε αστική, ποινική ή άλλη ευθύνη για χρέη της υπό ειδική διαχείριση εταιρίας, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσης τους και το χρόνο στον οποίο ανάγονται. Το λειτούργημα του ειδικού διαχειριστή δεν συνιστά ελεγκτική εργασία.

Αρθρο :70

Εκδίκαση της αίτησης

  1. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την έδρα του, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Οι αποφάσεις του δεν υπόκεινται σε τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.
  1. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίζεται δικάσιμος εντός διμήνου από την υποβολή της. Στην περίπτωση νομικών προσώπων εφαρμόζεται το άρθρο 96 παρ. 2 του Πτωχευτικού Κώδικα. Ο αρμόδιος δικαστής δύναται κατά το άρθρο 748 παράγραφος 3 Κ.Πολ.Δ. να διατάξει την κλήτευση ενός ή περισσότερων πιστωτών του οφειλέτη, ορίζοντας ταυτόχρονα και την προθεσμία της κλήτευσης, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δεκαπέντε (15) ημερών, καθώς και την καταχώρηση της στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.). Η άσκηση παρέμβασης από τα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου και οποιονδήποτε άλλο πιστωτή γίνεται με κατάθεση προτάσεων στο ακροατήριο και χωρίς την τήρηση προδικασίας κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Η άσκηση παρέμβασης με κατάθεση δικογράφου σε διαφορετική δικάσιμο δεν αποτελεί λόγο αναβολής της συζήτησης της αίτησης κατά την προσδιορισθείσα δικάσιμο.
  1. Κατόπιν αιτήσεως οιποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μέχρι την έκδοση της απόφασης του άρθρου 71 μπορούν να διατάζονται από τον πρόεδρο του αρμόδιου δικαστηρίου τα μέτρα του άρθρου 10 του Πτωχευτικού Κώδικα κατ’ αναλογική του εφαρμογή. Η αναστολή επάγεται αυτοδικαίως την αναστολή για τις ίδιες απαιτήσεις και έναντι των λοιπών συνοφειλετών, καθώς και την απαγόρευση της διάθεσης των ακινήτων και του εξοπλι- σμού της επιχείρησης του οφειλέτη και τυχόν συνοφειλετών του.
  1. Η αίτηση του άρθρου 68 μαζί με την πράξη ορισμού δικασίμου κοινοποιείται στην επιχείρηση και περίληψη αυτής δημοσιεύεται στο Γ.Ε.ΜΗ. δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν τη δικάσιμο. Κύριες παρεμβσεις κατατίθενται υποχρεωτικά και με ποινή απαραδέκτου το αργότερο τρεις (3) εργάσιμες ημέρες πριν από τη δικάσιμο, και συνεκδικάζονται, υποχρεωτικώς, όπως και οι τυχόν πρόσθετες παρεμβάσεις, με την αίτηση. Οι κυρίως παρεμβαίνοντες φέρουν το βάρος απόδειξης ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 68.
  1. Η υποβολή της αίτησης αναστέλλει τυχόν εκκρεμείς αιτήσεις υπαγωγής σε καθεστώς εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 100 του Πτωχευτικού Κώδικα ή εκκρεμείς αιτήσεις ειδικής εκκαθάρισης ή κήρυξης πτώχευσης, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των παραγράφων 6 και 8 του άρθρου 99 του Πτωχευτικού Κώδικα.

Αρθρο :71
Απόφαση του δικαστηρίου

  1. Το δικαστήριο αποδέχεται την αίτηση εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 68 παράγραφοι 1 και 2.
  1. Το δικαστήριο αποδεχόμενο την αίτηση διορίζει με την απόφαση του τον προτεινόμενο στην αίτηση ειδικό διαχειριστή, εκτός εάν υπάρχει πέραν της μιας αίτηση ή κύρια παρέμβαση με το αυτό αίτημα (θέση σε ειδική διαχείριση) και διαφορετική πρόταση ως προς τον ειδικό διαχειριστή, οπότε διορίζει τον κατά την κρίση του καταλληλότερο μεταξύ των προταθέντων.
  1. Η απόφαση επί της αιτήσεως εκδίδεται εντός μηνός από τη συζήτηση.
  1. Η απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει την αίτηση δημοσιεύεται αμελλητί σε περίληψη στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) με επιμέλεια του οφειλέτη ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον.
  1. Τριτανακοπή κατά της απόφασης που δέχεται την αίτηση δύναται να ασκηθεί ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, από πρόσωπο που δεν παρέστη στη συζήτηση είτε γιατί δεν κλητεύθηκε είτε γιατί δεν κλητεύθηκε νομίμως, εντός νόμιμης προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο.
  1. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την αίτηση του άρθρου 68 παρ. 2 επιτρέπεται έφεση. Η έφεση ασκείται εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης, για τη δε συζήτηση της έφεσης ορίζεται δικάσιμος εντός διμήνου από την υποβολή της.

Αρθρο :72

Συνέπειες αποδοχής της αίτησης

1.Η αποδοχή της αίτησης συνεπάγεται την αυτοδίκαιη αναστολή όλων των ατομικών διώξεων κατά της επιχείρησης καθ’ όλη τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων και των μέτρων διοικητικής εκτέλεσης από το Δημόσιο και τους ΦΚΑ, καθώς και των μέτρων διασφάλισης της οφειλής κατά τις διατάξεις του άρθρου 46 του ν. 4174/2013.

  1. Μετά τη δημοσίευση της απόφασης της προηγούμενης παραγράφου η εξουσία των καταστατικών οργάνων διοίκησης και διαχείρισης της επιχείρησης περιέρχεται στο σύνολο της στον διοριζόμενο ειδικό διαχειριστή. Ο ειδικός διαχειριστής αναλαμβάνει την εκπροσώπηση της εταιρίας έναντι τρίτων και τη διεκπεραίωση των καθημερινών της συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένης και της σύνταξης οικονομικών καταστάσεων και τηςυποβολής φορολογικών δηλώσεων, ενώ αναστέλλεται για τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης ηυποχρέωση έγκρισης των οικονομικών καταστάσεων από τη γενική συνέλευση των μετόχων.
  1. Η θέση της επιχείρησης σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης δεν συνιστά σπουδαίο λόγο για την καταγγελία εκκρεμών συμβάσεων, ούτε αποτελεί λόγο ανάκλησης διοικητικών αδειών.

Αρθρο :73

Διαδικασία ειδικής διαχείρισης – διάθεση  του ενεργητικού

  1. Ο ειδικός διαχειριστής εγκαθίσταται με τη βοήθεια της δημόσιας αρχής στη διοίκηση της επιχείρησης, συντάσσει αμελλητί απογραφή των στοιχείων της επιχείρησης, και εν συνεχεία καταρτίζει με βάση την απογραφή υπόμνημα προσφοράς, στο οποίο, πλην των απογραφέντων στοιχείων της επιχείρησης, περιλαμβάνει και κάθε πληροφορία χρήσιμη για την εικόνα του ενεργητικού της.
  1. Ο ειδικός διαχειριστής, προκειμένου να διατηρήσει τη λειτουργία της επιχείρησης και να καλύψει δαπάνες και έξοδα της ειδικής διαχείρισης, περιλαμβανομένων και των δικών του αμοιβών, δύναται να λάβει κατά τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης χρηματοδοτήσεις ή εισφορές αγαθών ή υπηρεσιών, οι οποίες φέρουν το ειδικό προνόμιο του άρθρου 154 περίπτωση α` του Πτωχευτι-κού Κώδικα.
  1. Το συντομότερο δυνατόν από την εγκατάσταση του, ο ειδικός διαχειριστής διενεργεί δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό για την εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της υπό ειδική διαχείρισηεπιχείρησης ή επί μέρους λειτουργικών συνόλων της επιχείρησης (κλάδων) ή περιουσιακών της στοιχείων εφόσον αυτά δεν αποτελούν κλάδους.
  1. Για την εκποίηση του ενεργητικού, ως σύνολο ή ως μέρη, κατά περίπτωση, ο ειδικός διαχειριστής, δημοσιεύει με ολοσέλιδη καταχώρηση σε δύο καθημερινής πανελλήνιας κυκλοφορίας εφημερίδες, στο Γ.Ε.ΜΗ. και στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέας Νομικών) και αναρτά επίσης στον τυχόν ιστότοπο της επιχείρησης στο διαδίκτυο και στο πληροφοριακό σύστημα της Φορολογικής Διοίκησης πρόσκληση διενέργειας ενός ή περισσοτέρων, κατά περίπτωση, δημόσιων πλειοδοτικών διαγωνισμών.
  1. Στην πρόσκληση ορίζεται ημερομηνία για την ενώπιον του ειδικού διαχειριστή στα γραφεία της επιχείρησης ή κατά την κρίση του στο κατάστημα του αρμόδιου δικαστηρίου υποβολή δεσμευτικών προσφορών, απαλλαγμένων από οποιαδήποτε αίρεση ή επιφύλαξη και συνοδευόμενων από εγγυητική επιστολή για το ισόποσο του προσφερομένου τιμήματος. Η ημερομηνία του προηγούμενου εδαφίου απέχει είκοσι (20) τουλάχιστον και το πολύ σαράντα (40) εργάσιμες ημέρες από τη δημοσίευση της πρόσκλησης. Στην πρόσκληση καθορίζονται και οι λοιποί όροι του σχετικού πλειοδοτικού διαγωνισμού, μεταξύ των οποίων περιέχεται η δέσμευση ότι με την υπογραφή της σύμβασης μεταβίβασης θα καταβάλλεται τοις μετρητοίς το σύνολο του τιμήματος, ενώ περιλαμβάνεται και το κείμενο της σύμβασης μεταβίβασης για τησκο-πούμενη δικαιοπραξία.
  1. Ο ειδικός διαχειριστής δύναται να διαθέτει προς ενδιαφερομένους πληροφορίες ως προς τα διατιθέμενα περιουσιακά στοιχεία και την επιχειρηματική δραστηριότητα και τα εργασιακά θέματα και σχέσεις της υπό ειδική διαχείριση εταιρίας, καθώς και πρόσβαση σε ενδιαφερομένους αγοραστές σε στοιχεία της εταιρίας.
  1. Μετά τη, σύμφωνα με την πρόσκληση, λήξη της διαδικασίας υποβολής ο ειδικός διαχειριστής αποσφραγίζει τις προσφορές και συντάσσει έκθεση, η οποία αναφέρει τον πλειοδότη. Η έκθεση αυτή κοινοποιείται σε όσους νόμιμα κατέθεσαν προσφορές και υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο της παραγράφου 1 του άρθρου 69 του παρόντος κεφαλαίου με σχετική αίτηση αποδοχής της.
  1. Σε περίπτωση που κατά το διαγωνισμό της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου κατατέθηκε μία μόνο προσφορά, συνέρχεται αμελλητί με πρόσκληση του ειδικού διαχειριστή συνέλευση των πιστωτών, η οποία με απόφαση της πλειοψηφίας επί του συνόλου των εκπροσωπουμένων στη συνέλευση απαιτήσεων (εφόσον υφίσταται η απαιτούμενη απαρτία που ορίζεται ως η πλειοψηφία των απαιτήσεων των πιστωτών οφειλέτη) αποφασίζει την υποβολή της έκθεσης της προηγούμενης παραγράφου στο δικαστήριο. Δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν τη συνέλευση των πιστωτών τίθεται στη διάθεση των πιστωτών η προσφορά. Δικαίωμα συμμετοχής στη συνέλευση έχουν οι αναφερόμενοι στην κατάσταση πιστωτών της παραγράφου 4 του άρθρου 68, ενώ η πρόσκληση τους γίνεται με τον τρόπο δημοσίευσης της πρόσκλησης διενέργειας δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση λήψης απόφασης υποβολής, ο ειδικός διαχειριστής υποβάλει αίτηση αποδοχής στο δικαστήριο κατά την προηγούμενη παράγραφο. Σε περίπτωση μη λήψης απόφασης υποβολής, επέρχονται οι συνέπειες της επόμενης παραγράφου.
  1. Σε περίπτωση που ο διαγωνισμός αφορά το σύνολο του ενεργητικού της επιχείρησης και δεν κατατέθηκε καμία προσφορά ή δεν κατατέθηκε καμία προσφορά για οποιοδήποτε από τα λειτουργικά σύνολα, η διαδικασία θεωρείται ότι έχει λήξει και ο ειδικός διαχειριστής υποχρε-ούται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης σε βάρος του οφειλέτη.
  1. Σε περίπτωση που δεν κατατέθηκε προσφορά για ορισμένα μόνο από τα λειτουργικά σύνολα, ο ειδικός διαχειριστής δεν διενεργεί νέο διαγωνισμό ως προς αυτά αλλά περιορίζεται στη διάθεση αυτών για τα οποία ελήφθησαν προσφορές εφαρμόζοντας αναλογικά την παραπάνω διαδικασία.

Αρθρο :74

Διαδικασία ειδικής διαχείρισης – εκδίκαση της αίτησης αποδοχής

  1. Για τη συζήτηση της αίτησης αποδοχής της παραγράφου 7 του άρθρου 73, τις τυχόν παρεμβάσεις και οποιοδήποτε άλλο σχετικό ζήτημα εφαρμόζονται τα οριζόμενα για την αίτηση υπαγωγής σε ειδική διαχείριση, αναλόγως εφαρμοζόμενα.
  1. Το δικαστήριο αποδέχεται την υποβληθείσα αίτηση εφόσον διαπιστώσει ότι τηρήθηκαν οι όροι του παρόντος και ότι η εισαγόμενη προς έγκριση προσφορά είναι του πλειοδότη ή, σε περίπτωση μίας προσφοράς, ότι έχει την έγκριση της συνέλευσης των πιστωτών και ανακηρύσσει τον αγοραστή ή τους αγοραστές, κατά περίπτωση με απόφαση του, που δεν υπάγεται σε ένδικα μέσα.
  1. Η απόφαση του δικαστηρίου δημοσιεύεται σε περίληψη στο Γ.Ε.ΜΗ.. Σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης το αρμόδιο δικαστήριο ορίζει και εισηγητή δικαστή για τις ανάγκες της διανομής του πλειστηριάσματος κατά το άρθρο 77 του παρόντος.
  1. Τριτανακοπή κατά της αποφάσεως δύναται να ασκηθεί από πρόσωπο που δεν παρέστη στη συζήτηση είτε γιατί δεν κλητεύθηκε είτε δεν κλητεύθηκε νόμιμα σε αυτή εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημε-ρών από τη δημοσίευση της απόφασης κατά το προηγούμενο εδάφιο.

Αρθρο :75

Διαδικασία ειδικής διαχείρισης – μεταβίβαση του ενεργητικού

  1. Με τη δημοσίευση της τυχόν θετικής απόφασης ο ειδικός διαχειριστής απευθύνει εγγράφως προς τον αγοραστή ή τους αγοραστές σχετική πρόσκληση του για υπογραφή εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών της σύμβασης μεταβίβασης που περιλήφθηκε στην πρόσκληση. Η παραπάνω σύμβαση επέχει θέση τελεσίδικης κατακύρωσης του 1003 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
  1. Εφόσον το τίμημα καταβληθεί εμπροθέσμως, ο ειδκός διαχειριστής συντάσσει αμελλητί πράξη εξόφλησης. Η πράξη αυτή προσαρτάται στη Σύμβαση Μεταβίβασης, επέχει θέση περίληψης έκθεσης κατακύρωσης του άρθρου 1005 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εφαρμοζομένων ως προς αυτήν αναλόγως όσων ισχύουν επί της τελευταίας και έχει, στην περίπτωση μεταβίβασης ακινήτων, ως άμεση έννομη συνέπεια, μετά τη μεταγραφή της και το σχετικό αίτημα προς τον υποθηκοφύλακα ή το κτηματολογικό γραφείο κατά τα οριζόμενα για την πράξη μεταγραφής ακινήτων, την εξάλειψη και διαγραφή των υπέρ τρίτων βαρών.
  1. Στη μεταβίβαση του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης ή και λειτουργικών συνόλων αυτής, στο πλαίσιο της ειδικής διαχείρισης, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 479 Α.Κ.
  1. Ως προς την παραπάνω σύμβαση μεταβίβασης, τις εκκρεμείς συμβάσεις της επιχείρησης και τις διοικητικές άδειες ισχύουν τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 106Θ του Πτωχευτικού Κώδικα.
  1. Οι πράξεις για την πραγματοποίηση της μεταβίβασης απαλλάσσονται από κάθε φόρο, τέλος ή δικαίωμα Δημοσίου ή τρίτων, καθώς και τελών χαρτοσήμου, εξαιρουμένου του ΦΠΑ.
  1. Ως προς αμοιβές για τις αυτές πράξεις ή συμβάσεις εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 134 του Πτωχευτικού Κώδικα
  1. Οι πράξεις αυτές εξαιρούνται επίσης της πτωχευτικής ανάκλησης, κατά την έννοια των άρθρων 41 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα.

Άρθρο 76

 Περάτωση διαδικασίας ειδικής διαχείρισης

  1. Σε περίπτωση που δεν ολοκληρωθεί η όλη διαδικασία μεταβίβασης τουλάχιστον του 90% του συνόλου του ενεργητικού της εταιρίας (ως λογιστική αξία) εντός της προθεσμίας του άρθρου 69 παρ. 3 τότε η διαδικασία θεωρείται ότι έχει λήξει και ο ειδικός διαχειριστής υποχρεούται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης της επιχείρησης. Σε περίπτωση που εκκρεμεί αίτηση πτώχευσης προχωρά η εξέταση της. Κατ’ εξαίρεση, εάν εντός της ανωτέρω προθεσμίας εκκρεμεί πλειοδοτική διαδικασία και υποβολή αίτησης προς το δικαστήριο για αποδοχή προσφοράς με την οποία να επιτυγχάνεται (λαμβανομένωνυπόψη και τυχόν προηγουμένων διαθέσεων) η διάθεση τουλάχιστον του 90% του συνόλου του ενεργητικού της εταιρίας (ως λογιστική αξία και ανεξαρτήτως τρόπου διάθεσης), τότε η ειδικήδιαχείριση παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι την έκδοση των σχετικών αποφάσεων από το αρμόδιο δικαστήριο  και την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβίβασης των σχετικών στοιχείων.
  1. Εφόσον ολοκληρωθεί επιτυχώς από τον ειδικό διαχειριστή η μεταβίβαση τουλάχιστον του 90% του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης (ως λογιστική αξία) και εάν κατά την εκτίμηση του, βάσει των αναγγελθεισών απαιτήσεων της παραγράφου 1 του άρθρου 77, το προϊόν ρευστοποίησης επαρκεί για την πλήρη ικανοποίηση όλων των πιστωτών, υποβάλλει σχετικό αίτημα στο αρμόδιο δικαστήριο το οποίο δύναται να παρατείνει το διορισμό του μεαποκλειστικό αντικείμενο τη διάθεση του προϊόντος ρευστοποίησης προς τους δικαιούχους. Σεπερίπτωση πλήρους ικανοποίησης του συνόλου των πιστωτών, τα εταιρικά όργανα ή ο ιδιοκτήτης, κατά περίπτωση, ανακτούν τη διοίκηση του φορέα της επιχείρησης. Σε αντίθετη περίπτωση, ο ειδικός διαχειριστής υποχρεούται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης του οφειλέτη. Σε περίπτωση που εκκρεμεί αίτηση πτώχευσης προχωρά η εξέταση της.
  1. Σε περίπτωση κήρυξης του φορέα της επιχείρησης σε πτώχευση, εάν εκκρεμεί η διάθεση μέρους του ενεργητικού της επιχείρησης στους πιστωτές, ο ειδικός διαχειριστής διατηρεί τον έλεγχο του ανωτέρω υπολοίπου και την ευθύνη διανομής του στους δικαιούχους σύμφωνα με το άρθρο 18 του παρόντος και η διανομή αυτή δεν υπόκειται σε πτωχευτική ανάκληση.

Αρθρο :77

Διαδικασία ειδικής διαχείρισης – διανομή προς πιστωτές

  1. Ο ειδικός διαχειριστής, το συντομότερο μετά τη μεταβίβαση του ενεργητικού της επιχείρησης (ή και μέρους αυτής ως λειτουργικού συνόλου) κατά τα προαναφερόμενα υποχρεούται να δημοσιοποιήσει, με τον τρόπο που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 73, πρόσκληση αναγγελίας απαιτήσεων των πιστωτών. Οι πιστωτές αναγγέλλουν τις απαιτήσεις τους μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τη δημοσιοποίηση της πρόσκλησης.
  1. Στη συνέχεια ο ειδικός διαχειριστής, αφού αφαιρέσει από το προϊόν της ειδικής διαχείρισης τα έξοδα της διαδικασίας, στα οποία περιλαμβάνονται οι δαπάνες της λειτουργίας της επιχείρησης κατάτην ειδική διαχείριση και αποδώσει τα αντίστοιχα ποσά συμμέτρως προς τους δικαιούχους, επαληθεύει τις απαιτήσεις με βάση τα στοιχεία της επιχείρησης, σύμφωνα με την απλοποιημένη διαδικασία του άρθρου 163 του Πτωχευτικού Κώδικα, ανεξαρτήτως ποσού απαίτησης, και συντάσσει, για το απομένον υπόλοιπο, πίνακα κατάταξης κατά τις διατάξεις των άρθρων 153 -161του Πτωχευτικού Κώδικα εφαρμοζομένων αναλόγως. Αρμόδιο για την εκδίκαση τυχόν ανακοπών κατά του πίνακα (τόσο ως προς την επαλήθευση όσο ως προς την κατάταξη) και την τυχόν αναμόρφωση του είναι το δικαστήριο της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του παρόντος Κεφαλαίου, το οποίο δικάζει κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις.
  1. Η διανομή προς πιστωτές διενεργείται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κ.Πολ.Δ..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

Άρθρο 78

Στο άρθρο 27 του ν. 4172/2013 (Α`167) προστίθεται παράγραφος 3 και οι υπάρχουσες παράγραφοι 3 και 4 αναριθμούνται ως παράγραφοι 4 και 5 ως εξής:

«3. Η χρεωστική διαφορά (οριστική ζημία) λόγω πιστωτικού κινδύνου η οποία προκύπτει για τους πιστωτές των εποπτευόμενων από την Τράπεζα της Ελλάδος νομικών προσώπων των παραγράφων 5, 6 και 7 του άρθρου 26 του παρόντος από τη διαγραφή χρεών οφειλετών τους κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 του νόμου με τίτλο «Ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο α) της Απόφασης-Πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2008, όπως τροποποιήθηκε

με την Απόφαση – Πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουάριου 2009, σχετικά με ην εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις, οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας, για το σκοπό της εκτέλεσης τους στην Ευρωπαϊκή Ενωση (ΜΕΡΟΣ Α), β) της Απόφασης-Πλαίσιο 2008/947/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2008, όπως τροποποιήθηκε με την Απόφαση- Πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουάριου 2009, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις που προβλέπουν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής ή απόλυση υπό όρους, με σκοπό την επιτήρηση των μέτρων αναστολής και των εναλλακτικών κυρώσεων στην Ευρωπαϊκή Ενωση (ΜΕΡΟΣ Β), γ) της Απόφασης-Πλαίσιο 2009/ 829/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με την εφαρμογή, μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις περί μέτρων επιτήρησης εναλλακτικά προς την προσωρινή κράτηση (ΜΕΡΟΣ Γ) και άλλες διατάξεις», εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα τους σε δεκαπέντε (15) ισόποσες ετήσιες δόσεις, αρχής γενομένης από τη χρήση στην οποία πραγματοποιήθηκε η διαγραφή. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, η χρεωστική διαφορά ισούται με το συνολικό ποσό της διαγραφής μείον τους μη εγγεγραμμένους τόκους, οι οποίοι και δεν εγγράφονται. Η ανωτέρω χρεωστική διαφορά καταχωρείται σε χρέωση των αποτελεσμάτων της χρήσης στην οποία προκύπτει. Σε περίπτωση που ο πιστωτής έχει σχηματίσει και εκπέσει από τα ακαθάριστα έσοδα του, για το χρέος που διαγράφεται, πρόσθετη ειδική πρόβλεψη κατά τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 26 του παρόντος, η πρόβλεψη αντιλογίζεται σε πίστωση των αποτέλεσματων του φορολογικού έτους στο οποίο πραγματοποιήθηκε η διαγραφή και αποτελεί για τον πιστωτή φορολογητέο κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα.»

Άρθρο 79

 Λοιπές διατάξεις

  1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας συστήνεται επιτροπή με αρμοδιότητες την παρακολούθηση της εφαρμογής των μέτρων του παρόντος νόμου, το συντονισμό και υποστήριξη των συμμετεχόντων φορέων και αρχών, τη συλλογή και επεξεργασία στατιστικών και άλλων στοιχείων ως προς την εφαρμογή τους και τις οικονομικές και άλλες επιπτώσεις, την υποβολή εισηγήσεων και προτάσεων προς τους ανωτέρω Υπουργούς, την Τράπεζα της Ελλάδος και άλλα εποπτικά όργανα. Με την ίδια απόφαση ρυθμίζεται επίσης κάθε ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία της επιτροπής αυτής και την εκπλήρωση του σκοπού της.
  1. Η διαγραφή ή/και ρύθμιση υπολοίπου δανείου, το οποίο τελεί υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και συντελείται εντός του πλαισίου της διαδικασίας των προηγούμενων άρθρων, δεν επηρεάζει κατά τα λοιπά την ισχύ της παρασχεθείσας εγγύησης από το Ελληνικό Δημόσιο.
  1. Η περίπτωση η` του άρθρου 8 του ν. 3461/2006 (Α-106), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 παρ. 7 του ν. 4013/2011 (Α` 204), εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση επικύρωσης συμφωνιών ρύθμισης κατά το Τρίτο Κεφάλαιο του παρόντος νόμου.

 

22

Dec

2014

Προσδιορισμός εύλογων δαπανών διαβίωσης

 

22 Δεκεμβρίου 2014

Προσδιορισμός εύλογων δαπανών διαβίωσης

Ο προσδιορισμός των εύλογων δαπανών διαβίωσης έχει στόχο να βοηθήσει τα πιστωτικά ιδρύματα και τους δανειολήπτες, να καταλήγουν σε κοινά αποδεκτές και βιώσιμες λύσεις ως προς την εξυπηρέτηση των δανείων.

Στο πλαίσιο αυτό, υπολογίστηκαν οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης σε αντιπροσωπευτικές κατηγορίες ελληνικών νοικοκυριών. Σε αυτές περιλαμβάνονται τα έξοδα διατροφής, στέγασης, μόρφωσης, ένδυσης, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, θέρμανσης, μεταφοράς, επικοινωνίας κτλ.

Το μηνιαίο σύνολο των δαπανών αυτών θα λειτουργεί ως σημείο αναφοράς, ώστε να αξιολογείται η δυνατότητα κάθε οφειλέτη να εξυπηρετεί τις δανειακές του υποχρεώσεις, με βάση το εισόδημά του και αφού καλύψει τις ανάγκες διαβίωσής του.

Είναι μια πρακτική που εφαρμόζεται ήδη με επιτυχία σε πολλές χώρες της Ευρώπης, όπως η Ιρλανδία, η Αυστρία, το Βέλγιο, η Φινλανδία, η Νορβηγία και η Ισπανία. Έχει αποδειχθεί ότι:

  • Ενισχύει τη διαφάνεια και την αμοιβαία εμπιστοσύνη στις σχέσεις μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και δανειοληπτών.
  • Παρέχει στους δανειολήπτες ένα αξιόπιστο εργαλείο διαπραγμάτευσης και διευκολύνει την εξυπηρέτηση του δανείου τους, με βάση τις πραγματικές τους δυνατότητες.

Η μεθοδολογία

Ο υπολογισμός των εύλογων δαπανών διαβίωσης έγινε από εμπειρογνώμονες του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του Υπουργείου Οικονομικών.

Στηρίχθηκε στα στοιχεία της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών (ΕΟΠ) που διενεργείται κάθε χρόνο από την Ελληνική Στατιστική Αρχή. Η έρευνα αυτή συγκεντρώνει αναλυτικές πληροφορίες από αντιπροσωπευτικό δείγμα νοικοκυριών της χώρας, ανεξάρτητα από το αν έχουν δάνειο η όχι, σχετικά με τις δαπάνες διαβίωσής τους.

Τα αγαθά και οι υπηρεσίες που καταναλώνουν τα νοικοκυριά ταξινομούνται σε ομάδες, ανάλογα με το πόσο απαραίτητα είναι για τη διαβίωση. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιείται ειδική διεθνής κλίμακα ταξινόμησης (COICOP).

Οι ομάδες αυτές είναι:

  • 1η ομάδα: αφορά τις πιο βασικές δαπάνες για τη διαβίωση του νοικοκυριού,στις οποίες περιλαμβάνεται η διατροφή, η ένδυση και υπόδηση, τα λειτουργικά έξοδα κατοικίας, η μετακίνηση, η επισκευή και συντήρηση επίπλων και οικιακού εξοπλισμού, τα είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, η ενημέρωση και μόρφωση, οι υπηρεσίες τηλεφωνίας και ταχυδρομείων, τα είδη και οι υπηρεσίες υγείας, οι υπηρεσίες εκπαίδευσης, οι υπηρεσίες κοινωνικής προστασίας και οι οικονομικές υπηρεσίες.
  • 2η ομάδα: περιλαμβάνει επιπλέον δαπάνες εστίασης
  • 3η ομάδα: περιλαμβάνει επιπλέον διαρκή αγαθά και συσκευές
  • 4η ομάδα: περιλαμβάνει επιπλέον δαπάνες για κατανάλωση αλκοολούχων ποτών και καπνού, αεροπορικές μετακινήσεις, τουριστικές υπηρεσίες και υπηρεσίες αναψυχής, πολιτισμού και αθλητισμού.

Με βάση την ανωτέρω κατασκευή του «καλαθιού» των δαπανών εκτιμήθηκε το ύψος των εύλογων δαπανών διαβίωσης με βάση τη σύνθεση του κάθε νοικοκυριού.

Στον πίνακα 1 παρουσιάζονται οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης ανά ομάδα, καθώς και παραδείγματα ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού

Πίνακας 1: Εύλογες δαπάνες διαβίωσης ανά ομάδα δαπανών που λαμβάνεται υπόψη και σύνθεση του νοικοκυριού (παρατίθεται προς σύγκριση το διάμεσο καθαρό εισόδημα οικ. έτους 2013 και το όριο φτώχειας για κάθε τύπο νοικοκυριού)

Σύνθεση νοικοκυριού 1η ομάδα δαπανών 2η ομάδα δαπανών 3η ομάδα δαπανών 4η ομάδα δαπανών Διάμεσο καθαρό εισόδημα οικονομικού έτους 2013 (στοιχεία ΓΓΠΣ) Όριο

φτώχειας

(EU-SILC)

Ετησίως
Ένας ενήλικας 6448 7337 7655 8180 7410 5708
Δύο ενήλικες 10866 12412 12921 13917 15891 8562
Πολλαπλασιαστής εξαρτώμενων τέκνων 2648 2955 3126 3361   1712
Πολλαπλασιαστής επιπλέον εξαρτώμενων ενηλίκων 2497 2962 3117 3550   2854
Παραδείγματα:            
Ένας ενήλικας με 1 τέκνο 9096 10292 10781 11541 8048 7420
Δύο ενήλικες με 1 τέκνο 13514 15367 16047 17278 16246 10274
Δύο ενήλικες με 2 τέκνα 16162 18322 19173 20639 17043 11986
Δύο ενήλικες με 2 τέκνα και επιπλέον εξαρτώμενο ενήλικα 18659 21284 22290 24189 15580 14840
Δύο ενήλικες με 3 τέκνα 18810 21277 22299 24000 16794 13698
Δύο ενήλικες με 3 τέκνα και επιπλέον εξαρτώμενο ενήλικα 21307 24239 25416 27550 15314 16552
Δύο ενήλικες με 4 τέκνα 21458 24232 25425 27361 16759 15410
Μηνιαίως
Ένας ενήλικας 537 611 638 682 618 476
Δύο ενήλικες 906 1034 1077 1160 1324 714
Πολλαπλασιαστής εξαρτώμενων τέκνων 221 246 261 280   143
Πολλαπλασιαστής επιπλέον εξαρτώμενων ενηλίκων 208 247 260 296   238
Παραδείγματα:            
Ένας ενήλικας με 1 τέκνο 758 858 898 962 671 618
Δύο ενήλικες με 1 τέκνο 1126 1281 1337 1440 1354 856
Δύο ενήλικες με 2 τέκνα 1347 1527 1598 1720 1420 999
Δύο ενήλικες με 2 τέκνα και επιπλέον εξαρτώμενο ενήλικα 1555 1774 1858 2016 1298 1237
Δύο ενήλικες με 3 τέκνα 1568 1773 1858 2000 1400 1142
Δύο ενήλικες με 3 τέκνα και επιπλέον εξαρτώμενο ενήλικα 1776 2020 2118 2296 1276 1379
Δύο ενήλικες με 4 τέκνα 1788 2019 2119 2280 1397 1284

 

Τα ποσά των εύλογων δαπανών διαβίωσης είναι καθαρά μετά την αφαίρεση των φόρων (όπως προκύπτουν στο εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας) και αφού αφαιρεθεί η δόση του δανείου για τους δανειολήπτες και το ποσό του ενοικίου για τους ενοικιαστές.

Προσαρμογή στη σύνθεση και στις ανάγκες κάθε νοικοκυριού

Ο προσδιορισμός των εύλογων δαπανών διαβίωσης δεν είναι «προκρούστεια κλίνη». Αντίθετα, λαμβάνει υπόψη τη σύνθεση και τις ανάγκες κάθε νοικοκυριού.

  • Το σημαντικότερο σημείο είναι ότι οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης προσαυξάνονται σημαντικά για τις οικογένειες με παιδιά ή εξαρτώμενα μέλη, που αποτελούν και την πλειονότητα των δανειοληπτών.
  • Επίσης, προσαυξάνονται σε περιπτώσεις νοικοκυριών όπου υπάρχουν ιδιάζουσες συνθήκες: π.χ. μέλη που πάσχουν από χρόνιες ασθένειες, φυσικές ή διανοητικές αναπηρίες και προβλήματα υγείας που απαιτούν ιδιαίτερη θεραπεία.
  • Οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης αναφέρονται στα έξοδα που κάνει ένα νοικοκυριό πέραν αυτών που απαιτούνται για την εξασφάλιση κατοικίας. Συνεπώς, το ποσό του ενοικίου για την εξασφάλιση πρώτης κατοικίας, προστίθεται ξεχωριστά στα οικονομικά στοιχεία που δηλώνει ο δανειολήπτης.

Κάθε νοικοκυριό αντιμετωπίζεται ως μια ξεχωριστή περίπτωση με διαφορετικές ανάγκες. Γι” αυτό και ο προσδιορισμός των εύλογων δαπανών, θα γίνεται σε εξατομικευμένη βάση, με χρήση ειδικών συντελεστών στάθμισης ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού.

Πως λειτουργεί στην πράξη

Σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών που βρίσκεται υπό διαβούλευση, το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης του οφειλέτη, κατά την αξιολόγηση της δυνατότητας αποπληρωμής.

Συγκεκριμένα, η τράπεζα θα πρέπει να παρέχει Τυποποιημένη Κατάσταση Οικονομικής Πληροφόρησης, στην οποία ο οφειλέτης θα δηλώνει στοιχεία για τις δαπάνες διαβίωσης του νοικοκυριού, τα οποία θα συσχετίζονται με τις προσδιορισμένες εύλογες δαπάνες διαβίωσης.

Οι πληροφορίες αυτές θα αξιοποιούνται, σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία, ώστε να αξιολογηθεί:

  • Η οικονομική κατάσταση του δανειολήπτη
  • το συνολικό ύψος και η φύση των χρεών του δανειολήπτη,
  • η τρέχουσα ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη
  • το ιστορικό οικονομικής συμπεριφοράς του δανειολήπτη και,
  • η προβλεπόμενη και αναμενόμενη ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο των εύλογων δαπανών διαβίωσης.

Μετά από αυτή την αξιολόγηση, η τράπεζα θα είναι υποχρεωμένη να προχωρήσει σε ρύθμιση η οποία θα είναι προσαρμοσμένη στο προφίλ του οφειλέτη, ώστε να συνεχίσει να εξυπηρετεί το δάνειό του.

Σε κάθε περίπτωση, εφόσον ο οφειλέτης δεν μπορεί να εξυπηρετήσει την παρεχόμενη ρύθμιση διατηρεί το δικαίωμα προσφυγής του στο ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε από το ν. 4161/2013, όπου δικαστικά θα προσδιοριστεί η διευθέτηση της οφειλής.

Πηγή : www.efpolis.gr

 

20

Dec

2014

Κώδικας Δεοντολογίας Τραπεζών -σε εφαρμογή από 31.12.2014

Με την με αρ. 27/2014 απόφαση  της Τράπεζας της Ελλάδος :Κώδικας Δεοντολογίας Τραπεζών – οι διατάξεις της οποίας τίθενται σε ισχύ από 31.12.2014-προσδιορίζεται το πλαίσιο, οι διαδικασίες , τα χρονοδιαγράμματα και οι προσφερόμενες επιλογές που θα προτείνονται από τις τράπεζες για την εξεύρεση λύσεων σχετικά με τα δάνεια των «συνεργάσιμων» δανειοληπτών που βρίσκονται σε καθυστέρηση .

ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

Με το άρθρο 1 του ν.4224/2013 προβλέφθηκε η σύσταση Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους στο οποίο μετέχουν οι Υπουργοί Οικονομικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας. Σκοπός του συμβουλίου αυτού ,κατά την σχετική διάταξη, είναι η εισαγωγή και παρακολούθηση των απαραίτητων δράσεων για την προώθηση δημιουργίας του μόνιμου μηχανισμού της επίλυσης του μη εξυπηρετούμενου ιδιωτικού χρέους φυσικών, νομικών προσώπων και επιχειρήσεων.

Με το άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος εκδίδεται Κώδικας Δεοντολογίας Τραπεζών για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ιδιωτικών οφειλών, ο οποίος τίθεται σε εφαρμογή στις 31.12.2014. Ο Κώδικας Δεοντολογίας Τραπεζών προβλέφθηκε ότι θα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων διατάξεις σχετικά με τις διαδικασίες αξιολόγησης κινδύνου, τις διαδικασίες αξιολόγησης της δυνατότητας αποπληρωμής, δεσμευτικούς κανόνες συμπεριφοράς των τραπεζών με σαφή χρονοδιαγράμματα, όρους επικοινωνίας μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και δανειστών, και σε αυτές θα αξιοποιούνται οι ορισμοί του «συνεργάσιμου δανειολήπτη» και των «εύλογων δαπανών διαβίωσης», των οποίων θα γίνεται χρήση κατά τη λήψη αποφάσεων των τραπεζών σχετικά με παροχή λύσεων/αναδιαρθρώσεων δανείων που βρίσκονται σε καθυστέρηση πληρωμής.

HΔΗ εκδόθηκε η σχετική απόφαση με αρ. 27/2014 :Κώδικας Δεοντολογίας Τραπεζών – οι διατάξεις της οποίας τίθενται σε ισχύ από 31.12.2014.

Από το περιεχόμενο της συγκεκριμένης απόφασης προκύπτει με σαφήνεια το πλαίσιο, οι διαδικασίες ,τα χρονοδιαγράμματα και οι προσφερόμενες επιλογές για την εξεύρεση λύσεων σχετικά με τα δάνεια σε καθυστέρηση των οποίων η σύμβαση δεν έχει καταγγελθεί. Σε κάθε περίπτωση θα επιχειρείται η εξεύρεση της “κατάλληλης λύσης” σε περίπτωση δε αποτυχίας , η διαφωνία μπορεί να επιλύεται εξωδικαστικά μέσω του Συνηγόρου του Καταναλωτή ή άλλων φορέων με αντικείμενο τη διαμεσολάβηση ή από τα αρμόδια δικαστήρια. Θεσπίζεται απολύτως συγκεκριμένη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (Δ.Ε.Κ) με κατηγοριοποίηση δανείων και δανειοληπτών και η συγκρότηση Επιτροπής Ενστάσεων στην οποία δικαιούται να προσφεύγει ο δανειολήπτης.Κατά τη διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων ο δανειολήπτης θα υποχρεούται να συμπληρώνει την προβλεπόμενη “Τυποποιημένη Κατάσταση Οικονομικής Πληροφόρησης”.
Μετά τη συγκέντρωση των οικονομικών και άλλων πληροφοριών για τον δανειολήπτη και τη σχετική αξιολόγηση των οικονομικών στοιχείων ,η τράπεζα θα προτείνει σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ενστάσσεται στην έννοια του “συνεργάσιμου” δανειολήπτη μια ή περισσότερες εναλλακτικές λύσεις ρύθμισης ή οριστικής διευθέτησης .Οι συγκεκριμένες προτάσεις θα γνωστοποιούνται στο δανειολήπτη με το προβλεπόμενο “τυποποιημένο έγγραφο πρότασης λύσεων ρύθμισης ή οριστικής διευθέτησης” ,ο δε οφειλέτης θα μπορεί να συναινέσει, να αντιπροτείνει ή να αρνηθεί πλήρως.Ο χαρακτηρισμός ενός δανειολήπτη ως “μη συνεργάσιμου” μπορεί να έχει ως συνέπεια τον εκπλειστηριασμό της μοναδικής κατοικίας του.
Για την περίπτωση “πολλαπλών πιστωτών”,που δυστυχώς είναι αρκετά συνήθης,  συστήνεται η επιδίωξη εξεύρεσης κοινά αποδεκτής λύσης .
Στο παράρτημα 2 της παραπάνω απόφασης προβλέπονται ενδεικτικά οι πιο συνηθισμένοι τύποι βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων αλλά και τύποι οριστικής διευθέτησης .Από τους τελευταίους ενδιαφέρον από πολλές απόψεις παρουσιάζει η Εθελοντική Παράδοση Ενυπόθηκου Ακινήτου ( στην αγγλική μετάφραση του :Voluntary Surrender) όπου ο δανειολήπτης παραχωρεί εθελοντικά το ενυπόθηκο ακίνητο του , η μετατροπή σε χρηματοδοτική μίσθωση (mortage to lease)αλλά και η πώληση και ενοικίαση . Ιδιαίτερες ρυθμίσεις μεταξύ των τύπων μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων για τα δάνεια επιχειρήσεων είναι “η λειτουργική αναδιάρθωση της επιχείρησης”, δηλαδή η αλλαγή της διοίκησης της εταιρίας όταν η τράπεζα θεωρεί ότι η υφιστάμενη διοίκηση δεν συνεργάζεται προς την κατεύθυνση της επιβίωσης καθώς καί “συμφωνίες ανταλλαγής χρέους με Μετοχικό Κεφάλαιο” , ρύθμιση για αναδιαρθώσεις εταιριών όπου η τράπεζα θα καθίσταται μέτοχος της επιχείρησης .

Η απόφαση αυτή ,σε συνδυασμό με την λήξη της προστασίας της πρώης κατοικίας , οριοθετεί το πλαίσιο  εντός του οποίου θα διευθετηθούν τα ιδιωτικά χρέη προς τις τράπεζες. Αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι μόνο  το περιεχόμενο της παραπάνω απόφασης αλλά το πως αυτή θα εφαρμοστεί  στην πράξη ώστε να δοθεί στους  καλόπιστους οφειλέτες ,είτε φυσικά πρόσωπα είτε επιχειρηματίες , των οποίων η ζωή ανατράπηκε  ακούσια στην περίοδο της οικονομικής κρίσης μια ουσιαστική δεύτερη ευκαιρία επανεκκίνησης της πορείας τους.

Δείτε το πλήρες κείμενο της σχετικής με αρ. 27/2014 απόφασης :

(ΦΕΚ Β” 2289/27/08/2014)
Θέσπιση του Κώδικα Δεοντολογίας του Ν. 4224/2013.
ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΕΥΡΩΣΥΣΤΗΜΑ Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
(Συνεδρίαση 116/Θέμα 1 της 25-8-2014)
Αφού έλαβε υπόψη: α) το άρθρο 55Α του καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος, β) την Πράξη Εκτελεστικής Επιτροπής 1/20.12.2012 «Ανασύσταση Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων και ανάθεση αρμοδιότητας» (ΦΕΚ Β΄ 3410), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με την Πράξη Εκτελεστικής Επιτροπής 40/30.5.2014 «Τροποποίηση των Πράξεων Εκτελεστικής Επιτροπής 1/20.12.2012, 4/8.1.2013 και 6/8.1.2013» (ΦΕΚ Β΄ 1567), γ) το ν. 4224/2013 (ΦΕΚ Α΄ 288) και ιδίως το άρθρο 1, παρ. 2 και 4 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 4281/2014 (ΦΕΚ Α΄ 160),. δ) τις διατάξεις του Ν. 4261/2014 «Πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ), κατάργηση του Ν. 3601/2007 και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 107), ε) τον ορισμό του «συνεργάσιμου δανειολήπτη», όπως αποφασίστηκε στο Κυβερνητικό Συμβούλιο Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους του Ν. 4224/2013, σύμφωνα με τον οποίο: «Ένας δανειολήπτης είναι συνεργάσιμος έναντι των δανειστών του όταν: α) παρέχει πλήρη και επικαιροποιημένα στοιχεία επικοινωνίας στους δανειστές ή όποιον ενεργεί νομίμως για λογαριασμό τους (π.χ. αριθμούς σταθερού, κινητού τηλεφώνου και τηλεομοιοτυπίας, ηλεκτρονική διεύθυνση, διεύθυνση κατοικίας και εργασίας) και προβαίνει σε ορισμό συγγενικού ή φιλικού προσώπου, ως αντικλήτου επικοινωνίας για κάθε περίπτωση που ο ίδιος δεν είναι διαθέσιμος, β) είναι διαθέσιμος σε επικοινωνία με τον δανειστή ή με όποιον ενεργεί νομίμως για λογαριασμό αυτού και ανταποκρίνεται με ειλικρίνεια και σαφήνεια, σε κλήσεις και επιστολές του δανειστή ή όποιου ενεργεί νομίμως για λογαριασμό του, αυτοπροσώπως είτε διά του αντικλήτου του, με κάθε πρόσφορο τρόπο, εντός 15 εργάσιμων ημερών, γ) προβαίνει αυτοπροσώπως είτε διά του αντικλήτου του σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών προς το δανειστή ή όποιον ενεργεί νομίμως για λογαριασμό του, αναφορικά με την τρέχουσα οικονομική του κατάσταση, εντός 15 εργασίμων ημερών από την ημέρα μεταβολής της ή εντός 15 εργάσιμων ημερών από την ημέρα που θα ζητηθούν ανάλογες πληροφορίες από το δανειστή ή όποιον ενεργεί νομίμως για λογαριασμό του, δ) προβαίνει αυτοπροσώπως είτε διά του αντικλήτου του, σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών, προς το δανειστή ή όποιον ενεργεί για λογαριασμό του, οι οποίες θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην μελλοντική οικονομική του κατάσταση, εντός 15 εργάσιμων ημερών από την ημέρα που θα περιέλθουν σε γνώση του (π.χ. πλήρωση προϋποθέσεων λήψης επιδόματος, εμφάνιση νέων περιουσιακών στοιχείων που θα περιέλθουν στην κυριότητα του [κληρονομιά κ.λπ.], απώλεια κυριότητας περιουσιακών στοιχείων, ανακοινώσεις απόλυσης, καταγγελίες μισθώσεων, εξαγορά ασφαλιστικών προϊόντων, κέρδη οποιασδήποτε μορφής κ.λπ.) και ε) συναινεί σε διερεύνηση εναλλακτικής πρότασης αναδιάρθρωσης με το δανειστή ή όποιον ενεργεί νομίμως για λογαριασμό του, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον Κώδικα Δεοντολογίας του Ν. 4224/2014», στ) τη μεθοδολογία για τον ορισμό των «ευλόγων δαπανών διαβίωσης», όπως αποφασίστηκε από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους του Ν. 4224/2013, ζ) την υπ’ αριθμ. 42/30.5.2014 Πράξη Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος «Πλαίσιο εποπτικών υποχρεώσεων για τη διαχείριση των ανοιγμάτων σε καθυστέρηση και των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων» (ΦΕΚ Β΄ 1582), η) την υπ’ αριθμ. ΕΒΑ-Ορ-2013-03/13.6.2013 «Γνώμη της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών για τις βέλτιστες πρακτικές σχετικά με την μεταχείριση των οφειλετών που έχουν παράσχει εμπράγματες εξασφαλίσεις και βρίσκονται σε δυσκολία αποπληρωμής», θ) το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας δεν προκύπτει δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, αποφασίζει τα εξής:

  Αρθρο :ΜΟΝΟ

Να θεσπίσει τον ακόλουθο Κώδικα Δεοντολογίας (στο εξής Κώδικας), κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 4224/2013, ως εξής:
Α. Πεδίο εφαρμογής
Οι διατάξεις του Κώδικα εφαρμόζονται από κάθε ίδρυμα το οποίο παρέχει πιστώσεις στην Ελλάδα δυνάμει των σημείων 1 και 22 της παρ. 1 του άρθρου 3, της παρ. 2 του άρθρου 9 και των άρθρων 34, 36, 38, 41 και 43 του Ν. 4261/2014, συμπεριλαμβάνοντας και τα υποκαταστήματα αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων και τα χρηματοδοτικά ιδρύματα του άρθρου 3 παρ. 1 σημείο 22 του Ν. 4261/2014.
Β. Ορισμοί
Για τους σκοπούς εφαρμογής του Κώδικα υιοθετούνται οι έννοιες του «συνεργάσιμου δανειολήπτη» και των «ευλόγων δαπανών διαβίωσης», όπως εκάστοτε ορίζονται από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους του Ν. 4224/2013.
Ως «δάνειο» για τους σκοπούς του Κώδικα νοείται κάθε μορφής οφειλή έναντι ιδρύματος που εφαρμόζει τον Κώδικα.
Ως «λύση ρύθμισης» εννοείται η τροποποίηση της σύμβασης με νέους όρους εξυπηρέτησης της οφειλής ως αποτέλεσμα των δυσχερειών που αντιμετωπίζει ο δανειολήπτης.
Ως «λύση οριστικής διευθέτησης» εννοείται η συμφωνία ιδρύματος και δανειολήπτη για την οριστική εξόφληση των οφειλών με όρους, ττου μπορεί να περιλαμβάνουν μεταβολή της κυριότητας των εξασφαλίσεων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων του δανειολήπτη, με τη συναίνεσή του.
Γ. Γενικές αρχές
Με τον Κώδικα θεσπίζονται οι γενικές αρχές συμπεριφοράς και υιοθετούνται βέλτιστες πρακτικές, οι οποίες έχουν ως στόχο την ενίσχυση του κλίματος εμπιστοσύνης, την αμοιβαία δέσμευση και την ανταλλαγή μεταξύ δανειολήπτη και ιδρύματος της αναγκαίας πληροφόρησης, προκειμένου κάθε πλευρά να είναι σε θέση να σταθμίσει τα οφέλη ή τις συνέπειες εναλλακτικών λύσεων εξυπηρέτησης (λύσεις ρύθμισης) ή οριστικού διακανονισμού (λύσεις οριστικής διευθέτησης) των δανείων σε καθυστέρηση των οποίων η σύμβαση δεν έχει καταγγελθεί με τελικό σκοπό, την επιλογή της καταλληλότερης, κατά περίπτωση, λύσης.
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει παράσχει με την ΠΕΕ 42/30.05.2014 κατευθυντήριες γραμμές στα εποπτευόμενα από αυτή πιστωτικά ιδρύματα για το σχεδιασμό και αξιολόγηση βιώσιμων τύπων ρύθμισης, σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την τρέχουσα και την, επί τη βάσει συντηρητικών και αξιόπιστων παραδοχών, εκτιμώμενη μελλοντική ικανότητα αποπληρωμής κάθε δανειολήπτη φυσικού ή νομικού προσώπου μέχρι το πέρας του νέου προγράμματος αποπληρωμής, ώστε η ρύθμιση να μη χρησιμοποιείται για να συγκαλύψει απλώς τα πραγματικά επίπεδα κινδύνων των συγκεκριμένων ανοιγμάτων, οδηγώντας έτσι σε μεγαλύτερη υπερχρέωση του δανειολήπτη και αυξάνοντας τις πιθανές ζημίες για την τράπεζα. Για το λόγο αυτό ως «κατάλληλη λύση», για τους σκοπούς του Κώδικα, θεωρείται εκείνη που διασφαλίζει τη συμμόρφωση της τράπεζας με τις εποπτικές της υποχρεώσεις, λαμβάνοντας όμως, παράλληλα υπόψη το επίπεδο «εύλογων δαπανών διαβίωσης» του δανειολήπτη, εφόσον είναι φυσικό πρόσωπο. Εάν, παρά το ότι αμφότερες οι συνθήκες τηρούνται, τα μέρη δεν συμφωνήσουν τελικώς σε κοινά αποδεκτή λύση, τότε η διαφωνία τους, μπορεί να επιλύεται εξωδικαστικά μέσω του Συνηγόρου του Καταναλωτή ή άλλων φορέων με αντικείμενο τη διαμεσολάβηση ή από τα αρμόδια δικαστήρια.

Δ. Στρατηγική, πολιτικές, διαδικασίες και οργανωτικές δομές ιδρυμάτων
Κάθε ίδρυμα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα, οφείλει:
(α) Να θεσπίσει λεπτομερώς καταγεγραμμένη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (στο εξής Δ.Ε.Κ.), με κατηγοριοποίηση δανείων και δανειοληπτών, κατάλληλη για την πιστή τήρηση του παρόντος Κώδικα, στην οποία εντάσσεται απαραιτήτως και λεπτομερώς καταγεγραμμένη Διαδικασία Εξέτασης Ενστάσεων (στο εξής Δ.Ε.Ε.), σύμφωνα με την παρ. 5 της ενότητας ΣΤ του Κώδικα.
(β) Να διασφαλίζει ότι η Δ.Ε.Κ. επιτρέπει χειρισμό κάθε μεμονωμένης περίπτωσης δανειολήπτη, αξιοποιώντας κάθε διαθέσιμη πληροφόρηση.
(γ) Να λαμβάνει όλα τα απαιτούμενα μέτρα για τη διασφάλιση των κανόνων διαφάνειας και κατάλληλης ενημέρωσης του δανειολήπτη.
(δ) Να συστήσει Επιτροπή Ενστάσεων συγκροτούμενη από τουλάχιστον τρία ανώτερα στελέχη. Η Επιτροπή Ενστάσεων θα πρέπει να υποστηρίζεται από επαρκείς πόρους (υποδομή και προσωπικό). Τα μέλη της Επιτροπής είναι ανεξάρτητα από τις λειτουργίες χορήγησης, έγκρισης και ελέγχου πιστοδοτήσεων. Τουλάχιστον ένα μέλος της Επιτροπής Ενστάσεων είναι ανεξάρτητο και από τη Λειτουργία Διαχείρισης Καθυστερήσεων του ιδρύματος. Σε κάθε περίπτωση που η Επιτροπή Ενστάσεων εξετάζει συγκεκριμένη ένσταση, για την οποία μέλος της θεωρεί ότι υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ αυτού και του δανειολήπτη ή αυτού και του ιδρύματος, οφείλει να το δηλώσει εγγράφως και να ζητήσει να αντικατασταθεί ή να απέχει από τη λήψη απόφασης επί της συγκεκριμένης ένστασης.
(ε) Να διαθέτει προσωπικό, με κατάλληλη κατάρτιση, δεξιότητες και επικοινωνιακές ικανότητες για να χειρίζεται αποτελεσματικά περιπτώσεις που εμπίπτουν στον Κώδικα, σε επαρκή αριθμό και καταλλήλως κατανεμημένο ανά γεωγραφική περιοχή, λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό των εξυπηρετούμενων πελατών. Προς το σκοπό αυτό, το ίδρυμα σχεδιάζει κατάλληλα προγράμματα εκπαίδευσης/επιμόρφωσης.
(στ) Το προσωπικό της ως άνω περίπτωσης (ε) θα πρέπει να εντάσσεται οργανικά στη Λειτουργία Διαχείρισης Καθυστερήσεων, υποκείμενο στις απαιτήσεις ανεξαρτησίας που θέτει η ΠΕΕ 42/30.5.2014.
Ε. Πολιτική και Διαδικασίες Επικοινωνίας
1. Κάθε ίδρυμα προβαίνει, κατ’ ελάχιστον, στα εξής:
(α) Θεσπίζει λεπτομερώς καταγεγραμμένες πολιτικές και διαδικασίες επικοινωνίας για τις περιπτώσεις που καλύπτει ο Κώδικας.
(β) Τυποποιεί στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό το περιεχόμενο της σχετικής επικοινωνίας, επιδιώκοντας να είναι αυτό σαφές, διαφωτιστικό, ορθό και εύληπτο.
(γ) Προσαρμόζει τη συχνότητα και το περιεχόμενο της επικοινωνίας, αναλόγως του χρόνου καθυστέρησης και της κατηγορίας του δανειολήπτη (φυσικό /νομικό πρόσωπο).
(δ) Διασφαλίζει ότι κάθε επικοινωνία με τον δανειολήπτη πραγματοποιείται έγκαιρα.
(ε) Διασφαλίζει ότι η επικοινωνία διεξάγεται με ειλικρίνεια και πνεύμα καλής συνεργασίας, ενθαρρύνοντας τη νέα επικοινωνία.
(στ) Διασφαλίζει ότι η επικοινωνία με τον δανειολήπτη γίνεται σε κατάλληλες ώρες, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά, λαμβάνοντας υπόψη και τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας.
(ζ) Τηρεί τις αρχές προστασίας των προσωπικών δεδομένων του δανειολήπτη-φυσικού προσώπου και τις αρχές της εμπιστευτικότητας ως νόμος ορίζει.
(η) Ενημερώνει εγκαίρως τον δανειολήπτη, εγγράφως, τόσο για την τυχόν μεταβίβαση της απαίτησης ή την ανάθεση σε οποιονδήποτε διαμεσολαβητή ή άλλο τρίτο πρόσωπο να ενεργεί κατ’ εντολή και για λογαριασμό του ιδρύματος όσο και για το περιεχόμενο και τους όρους ανάθεσης.
(θ) Μεριμνά για την κατάλληλη εκπαίδευση των αρμόδιων υπαλλήλων ή προσώπων που διαμεσολαβούν/ ενεργούν κατ’ εντολή και για λογαριασμό του ιδρύματος, προκειμένου να διασφαλιστεί επικοινωνία σε υψηλό επαγγελματικό επίπεδο.
(ι) Διαθέτει ειδικά σημεία επικοινωνίας για την υποδοχή ερωτημάτων, παροχή οδηγιών, την παραλαβή δηλώσεων, εγγράφων και δικαιολογητικών καθώς και για τη διεξαγωγή της επικοινωνίας, ειδικά για της ανάγκες εφαρμογής του παρόντος Κώδικα.
(ια) Παρέχει ενημερωτικό υλικό σε έντυπη και σε ηλεκτρονική μορφή σε διακριτή ενότητα στο διαδικτυακό τόπο του ιδρύματος, ειδικά για τα δάνεια σε καθυστέρηση, εύκολα προσβάσιμη, διαμορφωμένη σε περιβάλλον «φιλικό» προς τον δανειολήπτη, συμπεριλαμβανομένου και του Ενημερωτικού Φυλλαδίου της παρ. 2 κατωτέρω.
2. Κάθε ίδρυμα διαθέτει «Ενημερωτικό Φυλλάδιο προς τους Δανειολήπτες με οικονομικές δυσχέρειες», σε απλή γλώσσα. Το ανωτέρω Ενημερωτικό Φυλλάδιο καθίσταται διαθέσιμο τόσο σε έντυπη μορφή (απαραιτήτως στα καταστήματα του ιδρύματος) όσο και σε ηλεκτρονική μορφή στο διαδικτυακό τόπο του ιδρύματος. Το ανωτέρω Ενημερωτικό Φυλλάδιο περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής:
(α) Τις έννοιες του συνεργάσιμου δανειολήπτη και των «εύλογων δαπανών διαβίωσης», καθώς γενική περιγραφή των οικονομικών και νομικών επιπτώσεων της μη συνεργασίας.
(β) Περιγραφή της Δ.Ε.Κ.
(γ) Συνοπτική περιγραφή των λύσεων ρύθμισης ή και οριστικής διευθέτησης που προσφέρονται από το ίδρυμα στους δανειολήπτες και των γενικών κριτηρίων και παραμέτρων της μεθοδολογίας επί τη βάσει των οποίων αξιολογείται, κατά περίπτωση, η καταλληλότητα των λύσεων καθώς και γνωστοποίηση του ενδεχόμενου η εν λόγω αξιολόγηση να μην οδηγήσει σε λύση ρύθμισης καθώς και συνοπτική περιγραφή των διαδικασιών αποτίμησης περιουσιακών στοιχείων.
(δ) Πληροφόρηση σχετικά με τους φορείς, στους οποίους διαβιβάζονται τα στοιχεία που σχετίζονται με τις καθυστερούμενες καταβολές του δανειολήπτη.
(ε) Γνωστοποίηση εξουσιοδοτημένων, δυνάμει του Ν. 4224/2013 ή και άλλων σχετικών διατάξεων της νομοθεσίας, φορέων (με τις ταχυδρομικές και ηλεκτρονικές διευθύνσεις), για παροχή συμβουλευτικής συνδρομής.
(στ) Συνοπτική περιγραφή της πολιτικής και των διαδικασιών επικοινωνίας του ιδρύματος.
(ζ) Περιγραφή της Δ.Ε.Ε. με αναφορά στο δικαίωμα του δανειολήπτη να υποβάλει ένσταση σύμφωνα με την ενότητα ΣΤ.5 κατωτέρω, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας και του χρονικού πλαισίου για την υποβολή της ένστασης.
(η) Ενημέρωση σχετικά με τη δυνατότητα ενεργοποίησης από το ίδρυμα νομικής/δικαστικής διαδικασίας και για την πιθανότητα να παραμείνει ο δανειολήπτης υπόχρεος για τυχόν υφιστάμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο, το οποίο θα συνεχίσει να εκτοκίζεται (ενημερώνοντας για τον τρόπο διαμόρφωσης του επιτοκίου), ανεξάρτητα από τη ρευστοποίηση τυχόν εμπράγματων εξασφαλίσεων ή τη δέσμευση άλλων περιουσιακών στοιχείων.
(θ) Γνωστοποίηση της δυνατότητας του ιδρύματος να ζητήσει πρόσθετα στοιχεία και πληροφορίες από άλλες πηγές πλην του δανειολήπτη, σύμφωνα με την Ενότητα ΣΤ. 2 (γ), υπό την επιφύλαξη τήρησης των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας.
3. Κάθε ίδρυμα οφείλει να διαθέτει τόσο σε κάθε κατάστημα του (σε έντυπη μορφή) όσο και στο διαδικτυακό τόπο του (σε ηλεκτρονική μορφή) την «Τυποποιημένη Οικονομική Κατάσταση» που προβλέπεται στην Ενότητα ΣΤ. 2 κατωτέρω, η οποία περιέχει επισήμανση για τα ακόλουθα:
(αα) τη δυνατότητα να προσφερθεί καθοδήγηση για τη συμπλήρωση της μέσω του «Ειδικού Σημείου Επικοινωνίας» που οφείλει να διαθέτει το ίδρυμα,
(ββ) εξουσιοδοτημένους δυνάμει του Ν. 4224/2013 ή και άλλων σχετικών διατάξεων της νομοθεσίας δημόσιους φορείς, στους οποίους θα μπορούσε να αποταθεί για συμβουλευτική υποστήριξη,
(γγ) την υποχρέωση συμπλήρωσης της Τυποποιημένης Κατάστασης Οικονομικής Πληροφόρησης με πλήρη ειλικρίνεια, εντός της προθεσμίας των δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από την παραλαβή από το δανειολήπτη της γραπτής ειδοποίησης του Σταδίου 1 της ΔΕΚ,
(δδ) την υποχρέωση του να γνωστοποιεί ουσιώδεις μελλοντικές μεταβολές της οικονομικής του κατάστασης εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών, προκειμένου να εξακολουθεί να θεωρείται ως συνεργάσιμος.
4. Όπου στον παρόντα Κώδικα θεσπίζεται υποχρέωση γραπτής επικοινωνίας, αυτή δύναται να διενεργείται με συστημένη επιστολή ή σε ηλεκτρονική μορφή, εφόσον διασφαλίζονται, με ισοδύναμο τρόπο, η επιβεβαίωση αποστολής, παραλαβής, τήρησης αρχείου και εμπιστευτικότητας.
ΣΤ. Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (Δ.Ε.Κ.) Κάθε ίδρυμα εφαρμόζει τα ακόλουθα στάδια κατά το χειρισμό δανειοληπτών που παρουσιάζουν καθυστερήσεις, καθώς και σε περιπτώσεις με ενδείξεις πιθανής καθυστέρησης:
Στάδιο 1: Επικοινωνία με τον δανειολήπτη.
Στάδιο 2: Συγκέντρωση οικονομικών και άλλων πληροφοριών.
Στάδιο 3: Αξιολόγηση των οικονομικών στοιχείων.
Στάδιο 4: Πρόταση των κατάλληλων λύσεων στον δανειολήπτη.
Στάδιο 5: Διαδικασία εξέτασης ενστάσεων.
1. Στάδιο 1: Επικοινωνία με τον δανειολήπτη
(α) Επικοινωνία που αφορά δάνειο σε αρχική καθυστέρηση
(αα) Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής δόσης, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με το προσυμφωνημένο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής, το ίδρυμα δύναται να προβεί άμεσα στις πιο κάτω ενέργειες: Επιχειρεί επικοινωνία με τον δανειολήπτη συμβουλευτικού χαρακτήρα με επίκεντρο τη διερεύνηση των αιτιών που ανέκυψαν και μπορεί να οδηγήσουν σε καθυστερήσεις, ώστε να εξετασθούν έγκαιρα τυχόν εναλλακτικές λύσεις. Συνέχιση της επικοινωνίας στα επόμενα στάδια της ΔΕΚ, γίνεται εφόσον συναινέσει ο δανειολήπτης. Μη ανταπόκριση σε αυτό το στάδιο δεν συνεπάγεται την απώλεια του χαρακτηρισμού του ως «συνεργάσιμου». Η επικοινωνία σε αυτό το στάδιο είναι σκόπιμο να συνοδεύεται με αποστολή του Ενημερωτικού Φυλλαδίου της ενότητας Ε.2 ανωτέρω και καθορισμό του «Ειδικού Σημείου Επικοινωνίας» για τις περαιτέρω επαφές.
(ββ) Αν η καθυστέρηση υπερβεί τις τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες το ίδρυμα οφείλει να αποστείλει γραπτή ειδοποίηση στον δανειολήπτη εντός των επόμενων δεκαπέντε (15) ημερολογιακών ημερών.
(γγ) Η γραπτή ειδοποίηση περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής: (i) Την ημερομηνία κατά την οποία η οφειλή περιήλθε σε καθυστέρηση. (ii) Τον αριθμό και το συνολικό ύψος των δόσεων (περιλαμβανομένων και των τμηματικών καταβολών) που είναι ληξιπρόθεσμες, το άληκτο υπόλοιπο της οφειλής, καθώς και το επιτόκιο με το οποίο εκτοκίζεται το μη ενήμερο τμήμα της οφειλής. (iii) Ενημέρωση για την ένταξη του δανειολήπτη στο πλαίσιο της Δ.Ε.Κ.. (iv) To «Ενημερωτικό Φυλλάδιο προς τους Δανειολήπτες με οικονομικές δυσχέρειες» και το «Ειδικό Σημείο Επικοινωνίας» του ιδρύματος για τη διενέργεια των επαφών με τον δανειολήπτη, με τα πλήρη στοιχεία των αρμόδιων υπαλλήλων ή των τυχόν εξουσιοδοτημένων να ενεργούν για λογαριασμό του ιδρύματος προσώπων. (ν) Την «Τυποποιημένη Οικονομική Κατάσταση» που προβλέπεται στην Ενότητα ΣΤ.2 κατωτέρω, εφόσον ο δανειολήπτης είναι φυσικό πρόσωπο. (vi) τυποποιημένο έντυπο υποβολής πληροφόρησης με τα στοιχεία που, κατά κανόνα, ζητούνται από το ίδρυμα για την αξιολόγηση της βιωσιμότητας του νομικού προσώπου, σύμφωνα με τη μεθοδολογία που το ίδρυμα ακολουθεί για την αξιολόγηση αυτή, λαμβάνοντας υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές της Τράπεζας της Ελλάδος (απόφαση ΠΕΕ 42/30.05.2014) και την παρ. 3, περίπτωση β, του παρόντος Κώδικα.
(δδ) Η γραπτή ειδοποίηση μπορεί να συνοδεύεται με τηλεφωνική κλήση για τον προγραμματισμό κατ’ ιδίαν συνάντησης, στην οποία και θα συμφωνηθεί η επόμενη ημερομηνία επικοινωνίας για τη στενή παρακολούθηση της κατάστασης.
(β) Επικοινωνία μετά την πρώτη υποχρεωτική γραπτή ειδοποίηση του Σταδίου 1.
Αν παρέλθουν: (i) δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες από την αποστολή της ως άνω υποχρεωτικής γραπτής ειδοποίησης χωρίς ο δανειολήπτης να ανταποκριθεί
ή (ii) η τεθείσα προθεσμία για να προβεί σε μία εκ των ενεργειών της ενότητας ΣΤ.4 (ζ) υπό στοιχείο (θθ), το ίδρυμα οφείλει να του αποστείλει εντός δεκαπέντε (15) ημερολογιακών ημερών από το πέρας των παραπάνω προθεσμιών, προειδοποιητική επιστολή για την προοπτική και τις συνέπειες του χαρακτηρισμού του ως μη συνεργάσιμου. Στην προειδοποιητική επιστολή περιλαμβάνονται οι πληροφορίες που προβλέπονται στην παρ. 1 της ενότητας Ζ κατωτέρω. Η παρούσα παράγραφος (β) εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις δανειοληπτών, των οποίων ο αποχαρακτηρισμός ως συνεργάσιμων μπορεί να έχει συνέπεια τον εκπλειστηρίασμα της μοναδικής κατοικίας του δανειολήπτη με νομικές διαδικασίες που προτίθεται να κινήσει το ίδρυμα.
(γ) Επικοινωνία με δανειολήπτες με καθυστερήσεις ήδη κατά τη θέση σε ισχύ του Κώδικα
Αν η καθυστέρηση υπερβαίνει ήδη τις τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες κατά τη θέση σε ισχύ του Κώδικα, αποστέλλεται η γραπτή ειδοποίηση της παρ. (α) όχι αργότερα από έξι (6) μήνες από της ισχύος του Κώδικα και παρέχεται προθεσμία δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών στον δανειολήπτη να ενταχθεί στο στάδιο 2 της Δ.Ε.Κ. υποβάλλοντας:
(αα) εφόσον είναι φυσικό πρόσωπο, συμπληρωμένη την «Τυποποιημένη Κατάσταση Οικονομικής Πληροφόρησης» στο ίδρυμα,
(ββ) εφόσον πρόκειται για νομικό πρόσωπο, τα στοιχεία τα οποία ζητούνται από το ίδρυμα για την αξιολόγηση της βιωσιμότητας νομικού προσώπου, σύμφωνα με τη μεθοδολογία που το ίδρυμα ακολουθεί για την αξιολόγηση αυτή, λαμβάνοντας υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές της Τράπεζας της Ελλάδος (απόφαση ΠΕΕ 42/30.05.2014) και την παρ. 3, περίπτωση β, του παρόντος Κώδικα.
Σε περίπτωση μη ανταπόκρισης, αποστέλλεται εντός δεκαπέντε (15) ημερολογιακών ημερών από τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας, ειδικά στις περιπτώσεις δανειοληπτών, των οποίων ο αποχαρακτηρισμός ως συνεργάσιμων μπορεί να έχει συνέπεια τον εκπλειστηρίασμα της κατοικίας που οι ίδιοι διαμένουν, με νομικές διαδικασίες που προτίθεται να κινήσει το ίδρυμα, η προειδοποιητική επιστολή της ανωτέρω παραγράφου (β).
2. Στάδιο 2: Συγκέντρωση οικονομικών και άλλων πληροφοριών από τον δανειολήπτη
(α) Το ίδρυμα οφείλει να παραλαμβάνει, με απόδειξη παραλαβής, τη συμπληρωμένη από τους δανειολήπτες-φυσικά πρόσωπα «Τυποποιημένη Κατάσταση Οικονομικής Πληροφόρησης» του Παραρτήματος 1, ή την οικονομική κατάσταση πληροφόρησης που υποβάλλεται από νομικό πρόσωπο.
(β) Το ίδρυμα δύναται να απαιτεί από τον δανειολήπτη, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, να παρέχει υποστηρικτικά στοιχεία/δικαιολογητικά, αναγκαία, για την επιβεβαίωση των πληροφοριών που υποβλήθηκαν, καθορίζοντας προθεσμία προσκόμισης αυτών ανάλογη του χρόνου που απαιτείται για την έκδοση ή τη διαθεσιμότητά τους, οπότε οι προθεσμίες που τίθενται στον παρόντα Κώδικα παρατείνονται αναλόγως.
(γ) Κάθε ίδρυμα μεριμνά για την και από άλλες πηγές συλλογή επαρκούς, πλήρους και ακριβούς πληροφόρησης για τα οικονομικά δεδομένα του δανειολήπτη, πέραν της ως άνω Κατάστασης, προκειμένου να αξιολογεί την καταλληλότητα εναλλακτικών λύσεων ρύθμισης ή οριστικής διευθέτησης.
(δ) Η πληροφόρηση θα φυλάσσεται από το ίδρυμα και σε ηλεκτρονική μορφή, τηρουμένων των σχετικών διατάξεων της νομοθεσίας.

3. Στάδιο 3: Αξιολόγηση οικονομικών στοιχείων Κάθε ίδρυμα αξιοποιεί τα υποβληθέντα από τον δανειολήπτη οικονομικά στοιχεία και κάθε διαθέσιμη από άλλες πηγές πληροφόρηση ώστε να αξιολογούνται, κατ’ ελάχιστον, τα εξής:
(α) Για κάθε κατηγορία δανειολήπτη (φυσικό ή νομικό πρόσωπα):
(αα) η οικονομική κατάσταση του δανειολήπτη,
(ββ) το συνολικό ύψος και τη φύση των χρεών του δανειολήπτη περιλαμβανομένων τυχόν οφειλών του έναντι άλλων ιδρυμάτων,
(γγ) η τρέχουσα ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη,
(δδ) το ιστορικό οικονομικής συμπεριφοράς του δανειολήπτη και,
(εε) η προβλεπόμενη ικανότητα αποπληρωμής των οφειλών εκ μέρους του δανειολήπτη.
Η εκτίμηση υπό στοιχείο (εε) πραγματοποιείται, λαμβάνοντας υποχρεωτικώς υπόψη και το επίπεδο των «εύλογων δαπανών διαβίωσης», εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο.
(β) Στην περίπτωση που ο δανειολήπτης αποτελεί επιχείρηση (ανεξάρτητα από τη νομική μορφή αυτής) αξιολογούνται συμπληρωματικά, επιπροσθέτως, τα εξής τουλάχιστον:
(αα) το υποβαλλόμενο επιχειρηματικό σχέδιο ή σχέδιο αναδιάρθρωσης της επιχείρησης ή του ομίλου,
(ββ) η ιδία συμμετοχή των βασικών μετόχων στο χρηματοδοτικό πλάνο του επενδυτικού σχεδίου,
(γγ) οι προοπτικές ανάπτυξης του κλάδου της επιχείρησης,
(δδ) οι όποιες εκτιμώμενες μελλοντικές ταμειακές ροές, οι οποίες συνηγορούν υπέρ της εκτίμησης ότι υφίσταται δυνατότητα εξυπηρέτησης του ανειλημμένου χρέους,
(εε) οι παράγοντες κινδύνου του επιχειρηματικού σχεδίου, οι ενδεχόμενες επιπτώσεις στη δυνατότητα αποπληρωμής και τα πιθανά μέτρα αποφυγής αυτών των κινδύνων και των επιπτώσεών τους.
4. Στάδιο 4: Πρόταση κατάλληλης λύσης ρύθμισης ή οριστικής διευθέτησης
(α) Μετά την ανωτέρω αξιολόγηση κάθε ίδρυμα προτείνει, χωρίς αυτό να θεωρείται νέα υπηρεσία προς τον δανειολήπτη, φυσικό ή νομικό πρόσωπο που καλύπτεται από τον παρόντα Κώδικα και θεωρείται συνεργάσιμος, μία ή περισσότερες εναλλακτικές λύσεις ρύθμισης ή οριστικής διευθέτησης στον δανειολήπτη.
(β) Για την αξιολόγηση της καταλληλότητας κάθε λύσης, λαμβάνονται υπόψη, σε κάθε περίπτωση, η ανάγκη συμμόρφωσης του ιδρύματος προς τις ισχύουσες εποπτικές απαιτήσεις, καθώς και οι ειδικότερες για τη διαχείριση των καθυστερήσεων διατάξεις κατευθυντήριες γραμμές της ΠΕΕ 42/30.5.2014. Η αξιολόγηση πρέπει να βασίζεται σε καθορισμένα και διαφανή κριτήρια και διαδικασίες που το ίδρυμα διαθέτει με βάση την ΠΕΕ 42/30.05.2014.
(γ) Κάθε ίδρυμα καταβάλλει κάθε εύλογη προσπάθεια για να συνεργαστεί με τον δανειολήπτη καθ’ όλη τη διαδικασία αξιολόγησης προκειμένου να προσδιορίσει με ακρίβεια την ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη, με στόχο να καταλήξουν σε μια κατάλληλη λύση.
(δ) Κάθε ίδρυμα οφείλει να διενεργεί την αξιολόγηση του, λαμβάνοντας υπόψη τόσο ιστορικά στοιχεία όσο και αξιόπιστες προβλέψεις. Για το σκοπό αυτό, το ίδρυμα οφείλει να εξηγεί στον δανειολήπτη τα πλεονεκτήματα και την αναγκαιότητα να παραμείνει συνεργάσιμος και να παρέχει σε εύθετο χρόνο, την συμπληρωματική πληροφόρηση που είναι αναγκαία προκειμένου να μπορεί το ίδρυμα να αξιολογήσει ιδίως τα προβλεπόμενα έσοδα και έξοδα του δανειολήπτη, καθώς και τα ελεύθερα επιβαρύνσεων περιουσιακά του στοιχεία.
(ε) Κάθε ίδρυμα προβαίνει σε αξιολόγηση της αξίας τυχόν εμπράγματης εξασφάλισης (ή άλλου περιουσιακού/-ών στοιχείου/-ων του δανειολήπτη που θα μπορούσε/-αν με τη συναίνεση του δανειολήπτη να αποτελέσει/-ουν πρόσθετη/ες εξασφάλιση/-εις). Κάθε μία από τις εκτιμώμενες αξίες γνωστοποιείται γραπτώς στον δανειολήπτη, ταυτοχρόνως με την παρουσίαση της προτεινόμενης λύσης ρύθμισης/οριστικής διευθέτησης.
(στ) Κάθε ίδρυμα παρουσιάζει στον συνεργάσιμο δανειολήπτη εντός γνωστοποιούμενου σε αυτόν και ευλόγου μετά τη λήψη των οικονομικών και άλλων πληροφοριών και την αξιολόγηση τους χρόνου, όπως προβλέπεται στο Στάδιο 2, την προτεινόμενη ή τις εναλλακτικά προτεινόμενες σε αυτόν λύσεις ρύθμισης ή οριστικής διευθέτησης (βλ. ενδεικτικούς τύπους στο Παράρτημα 2) με το «Τυποποιημένο Έγγραφο Πρότασης Λύσεων Ρύθμισης ή Οριστικής Διευθέτησης». Ο χρόνος αυτός προκειμένου περί δανειοληπτών – φυσικών προσώπων δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες.
(ζ) Το «Τυποποιημένο Έγγραφο Πρότασης Λύσεων Ρύθμισης ή Οριστικής Διευθέτησης» περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον τα εξής:
(αα) Περιγραφή των όρων της/των προτεινόμενης/-ων λύσης/-εων (π.χ. επιτόκιο, χρονική διάρκεια περιόδου χάριτος, αξία επαναγοράς περιουσιακού στοιχείου σε περίπτωση χρηματοδοτικής μίσθωσης κ.λπ.).
(ββ) Την ένδειξη ότι αυτό συντάσσεται στο πλαίσιο των διατάξεων του Κώδικα.
(γγ) Αναφορά των κριτηρίων αξιολόγησης της καταλληλότητας της προτεινόμενης/-ων λύσεων. Στην περίπτωση που προσφέρεται ως κατάλληλη μόνο λύση οριστικής διευθέτησης θα αναφέρονται τα κριτήρια, βάσει των οποίων αποκλείστηκε η εξεύρεση κατάλληλης λύσης ρύθμισης.
(δδ) Επεξήγηση των επιπτώσεων κάθε εναλλακτικής λύσης, για την ευχερέστερη κατανόηση και σύγκριση του είδους και του ύψους του κόστους, εξόδων και επιβαρύνσεων των εναλλακτικών, στο μέτρο που ευλόγως μπορεί να εκτιμηθούν, το υπόλοιπο οφειλής που τυχόν θα πρέπει να αποπληρωθεί και μετά την υλοποίηση των λύσεων αυτών. (
ηη) Ενημέρωση για το δικαίωμα του δανειολήπτη να αναζητήσει συμβουλή ανεξάρτητου φορέα για την υποβοήθησή του στη λήψη απόφασης, ή αντιπρότασης, εάν αυτός το κρίνει απαραίτητο.
(θθ) Ενημέρωση για τη δυνατότητα του δανειολήπτη να προβεί εντός προθεσμίας, όχι μεγαλύτερης των δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών, σε μία εκ των παρακάτω ενεργειών:
να παράσχει τη συναίνεσή του στην προτεινόμενη ή σε μία από τις προτεινόμενες λύσεις ή
(ii) να αντιπροτείνει γραπτώς ή
(iii) να δηλώσει γραπτώς ότι αρνείται να συναινέσει, με οποιαδήποτε πρόταση,
(ιι) Ενημέρωση για τα επόμενα βήματα ή και τις έννομες συνέπειες, σε κάθε μία εκ των περιπτώσεων ανωτέρω (όπως λ.χ. το χρονικό διάστημα μετά το οποίο μπορεί να κινηθούν οι διαδικασίες ρευστοποίησης εξασφαλίσεων) καθώς και για το δικαίωμα του δανειολήπτη να υποβάλει ένσταση στην Επιτροπή Ενστάσεων του ιδρύματος εντός των προθεσμιών που προβλέπονται από τη Δ.Ε.Ε. του ιδρύματος.
(κκ) Επισήμανση για τη σημασία της έγκαιρης ενημέρωσης του ιδρύματος σε περίπτωση που η οικονομική κατάσταση του δανειολήπτη, βάσει της οποίας αξιολογήθηκε η προτεινόμενη λύση, μεταβληθεί.
(η) Κατά την παρουσίαση της προτεινόμενης ή των εναλλακτικά προτεινόμενων λύσεων, κάθε ίδρυμα είναι δεκτικό σε σχόλια και ερωτήματα από τους δανειολήπτες παρέχοντας όσο το δυνατόν πιο τυποποιημένη και εύληπτη πληροφόρηση στον δανειολήπτη, προκειμένου αυτός να κατανοήσει την πρόταση ή και τις διαφορές τόσο μεταξύ των εναλλακτικά προτεινόμενων λύσεων, σε περίπτωση που υφίστανται περισσότερες από μία, όσο και μεταξύ των υφιστάμενων και νέων όρων αποπληρωμής των οφειλών.
5. Στάδιο 5: Διαδικασία Εξέτασης Ενστάσεων
Κάθε ίδρυμα οφείλει να καθορίζει με σαφήνεια τη Διαδικασία Εξέτασης Ενστάσεων (Δ, Ε. Ε.) επί της υπαγωγής του δανειολήπτη στο κεφάλαιο Ζ και να την γνωστοποιεί, δεόντως, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα σε αυτόν, διασφαλίζοντας, επιπροσθέτως, σε κάθε δανειολήπτη που καλύπτεται από τον Κώδικα:
(α) άμεση και εύκολη πρόσβαση σε προκαθορισμένα σημεία επικοινωνίας με το προσωπικό που είναι επιφορτισμένο να εμπλέκεται στη «Διαδικασία Εξέτασης Ενστάσεων»,
(β) τυποποιημένα Έγγραφα Ενστάσεων,
(Υ) την με βεβαίωση παραλαβής παραλαβή των ενστάσεων και την διαβίβασή τους αμελλητί στην Επιτροπή Ενστάσεων και
(δ) την προηγούμενη ενημέρωση για τυχόν απαιτούμενα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την εξέταση της ένστασης, και τις προθεσμίες για την υποβολή -εξέταση των ενστάσεων. Η απόφαση της Επιτροπής Ενστάσεων αναφορικά με την ένσταση δεν δύναται να υπερβεί τους τρεις (3) μήνες, παρέχεται γραπτώς και είναι δεόντως αιτιολογημένη. Ο δανειολήπτης μπορεί να προσφύγει στη Διαδικασία αυτή, μία φορά.
Εφόσον η ένσταση γίνει αποδεκτή, το ίδρυμα γνωστοποιεί τις διορθωτικές ενέργειες, στις οποίες προτίθεται να προβεί ή την τυχόν αναθεωρημένη λύση και το στάδιο στο οποίο «παραπέμπεται» εκ νέου η περίπτωση του δανείου του (π.χ. επαναφορά στο Στάδιο 3 ή επανάληψη του Σταδίου 4).
Ζ. Χειρισμός μη Συνεργάσιμου Δανειολήπτη
1. Πριν το ίδρυμα κατηγοριοποιήσει δανειολήπτη ως μη συνεργάσιμο οφείλει να τον ενημερώσει γραπτώς ως προς τα εξής:
(α) ενδεχόμενες ενέργειες στις οποίες ο δανειολήπτης θα μπορούσε, να προβεί και την σχετική προθεσμία, για να αποφύγει αυτή την εξέλιξη και την επισήμανση ότι εφόσον δεν τις πραγματοποιήσει θα κατηγοριοποιηθεί ως μη συνεργάσιμος χωρίς άλλη ειδοποίηση.
(β) Τα μέτρα που μπορεί να λάβει το ίδρυμα ως αποτέλεσμα του χαρακτηρισμού του δανειολήπτη ως μη συνεργάσιμου.
(γ) Την ενημέρωση της δυνατότητας του δανειολήπτη να έχει συμβουλευτική, νομική ή οικονομική υποστήριξη από δημόσιους φορείς που λειτουργούν για τους σκοπούς εφαρμογής του Ν. 4224/2013 ή άλλων σχετικών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας.
(δ) Αν μετά την ρευστοποίηση το τυχόν υπόλοιπο του δανείου σε καθυστέρηση θα εξακολουθεί να αποτελεί εκτοκιζόμενη απαίτηση του ιδρύματος.
2. Μετά την κατηγοριοποίηση ενός δανειολήπτη ως μη συνεργάσιμου, το ίδρυμα οφείλει να τον ενημερώσει για το γεγονός αυτό εντός δέκα πέντε (15) ημερολογιακών ημερών γραπτώς και να γνωστοποιήσει, κατ’ ελάχιστον, τα εξής:
(α) Το γεγονός ότι έχει ταξινομηθεί ως μη συνεργάσιμος και τον/τους ειδικότερο/-ους λόγους για την κατάταξή του ως μη συνεργάσιμου. (
β) Τις λεπτομέρειες αναφορικά με το χρονοδιάγραμμα, με βάση το οποίο το ίδρυμα προτίθεται να κινηθεί στο μέλλον (π.χ. διαδικασία ρευστοποίησης).
(γ) Τον κίνδυνο εκποίησης από το ίδρυμα τυχόν εξασφαλίσεων που έχουν παρασχεθεί από τους εγγυητές.
(δ) Αν ο δανειολήπτης και τυχόν εγγυητές θα εξακολουθούν να είναι υπόχρεοι για τυχόν εναπομένον υπόλοιπο μετά την ενδεχόμενη εκποίηση εξασφαλίσεων, καθώς και τον τρόπο και το επιτόκιο που αυτό θα εκτοκίζεται.
(ε) Το ενδεχόμενο τυχόν ανώτατα όρια χρεώσεων ή και προσαυξήσεων, προβλεπόμενα στη σύμβαση, να παύσουν να ισχύουν, υπό την επιφύλαξη της ισχύουσας νομοθεσίας.
3. Το κεφάλαιο αυτό εφαρμόζεται σε περιπτώσεις δανειοληπτών, των οποίων ο αποχαρακτηρισμός ως συνεργάσιμων μπορεί να έχει συνέπεια τον εκπλειστηρίασμα της μοναδικής κατοικίας του δανειολήπτη.
Η. Πολλαπλοί Πιστωτές
Σε περιπτώσεις κοινών, αναφορικά με δανειολήπτη που εμπίπτει στον Κώδικα, πιστωτών, τα ιδρύματα συστήνεται να επιδιώκουν την εξεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης υιοθετώντας τις βέλτιστες πρακτικές του Παραρτήματος 3.
Θ. Δάνειο που υπάγεται σε ευνοϊκό νομικό καθεστώς
1. Οι διατάξεις του Κώδικα που αφορούν τα στάδια 4 και 5 και την ενότητα Ζ δεν εφαρμόζονται εάν ο δανειολήπτης επιλέξει εξωδικαστική επίλυση της οφειλής με διαμεσολαβητή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη νομοθεσία ή επιδιώξει, μετά τη θέση σε ισχύ του Κώδικα, την προστασία άλλων νομικών διατάξεων, ανεξαρτήτως εάν οι εν λόγω διατάξεις επιφυλάσσουν σε δάνειο ή δανειολήπτη μεταχείριση ευνοϊκότερη ή μη σε σχέση με αυτήν που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος.
2. Κάθε ίδρυμα οφείλει να χειρίζεται με διακριτό τρόπο τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στην παρ. 1 για την ευχερέστερη επίδειξη συμμόρφωσης προς έκαστο εκ των διακριτών θεσμικών πλαισίων.
Ι. Εγγυητής
Για τους σκοπούς του Κώδικα, κάθε διάταξη που εφαρμόζεται επί δανειολήπτη με οφειλές σε καθυστέρηση άνω των τριάντα(30) ημερών νοείται ότι εφαρμόζεται και επί του/των εγγυητή/-ών, εφόσον:
(α) προβλέπεται ήδη ρητά από τη δανειακή σύμβαση ότι ο εγγυητής υποκαθιστά τον δανειολήπτη στις υποχρεώσεις του καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής
(β) ανεξάρτητα από το εάν προβλέπεται ρητά από τη δανειακή σύμβαση ότι ο εγγυητής υποκαθιστά τον δανειολήπτη στις υποχρεώσεις του καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής, έχουν υλοποιηθεί όλες οι προβλεπόμενες από τη Δ.Ε.Κ. ενέργειες μεταξύ ιδρύματος και δανειολήπτη, συμπεριλαμβανομένης της Δ.Ε.Ε.και δεν έχει υπάρξει συμφωνία μεταξύ ιδρύματος και δανειολήπτη.

ΙΑ. Επίδειξη Συμμόρφωσης
Κάθε ίδρυμα οφείλει να είναι σε θέση να αποδεικνύει στην Τράπεζα της Ελλάδος ότι έχει θεσπίσει σύστημα και διαδικασίες εφαρμογής του παρόντος Κώδικα καθώς και εσωτερικές διαδικασίες ελέγχου της εφαρμογής αυτού και της εν γένει ισχύουσας νομοθεσίας, ώστε να διασφαλίζεται η σύννομη και συνεπής αντιμετώπιση των δανειοληπτών σε κάθε στάδιο της διαδικασίας.
Για το σκοπό αυτό κάθε ίδρυμα:
(α) Τηρεί πλήρες αρχείο για ελάχιστη περίοδο έξι (6) ετών από την ημερομηνία που κάθε στοιχείο περιήλθε στην κατοχή του και όλα τα στοιχεία κάθε δανειολήπτη για τουλάχιστον έξι (6) έτη μετά τη λήξη της συνεργασίας του με αυτόν.
(β) Διασφαλίζει την προσβασιμότητα, την ποιότητα, την πληρότητα και την εγκυρότητα όλων των σχετικών στοιχείων.
2. Η Τράπεζα της Ελλάδος παρακολουθεί και ελέγχει:
α) τον τρόπο εφαρμογής του Κώδικα Δεοντολογίας και
β) την πλήρη και αποτελεσματική θέσπιση συστημάτων, απαιτεί τα απαραίτητα κατά την κρίση της διορθωτικά μέτρα και επιβάλλει τις κατά νόμο κυρώσεις:
α) σε περίπτωση συστηματικής μη εφαρμογής του Κώδικα Δεοντολογίας και
β) στις περιπτώσεις διαπίστωσης αδυναμιών των συστημάτων.
3. Σε κάθε περίπτωση η Τράπεζα της Ελλάδος δεν επιλαμβάνεται εξατομικευμένων διαφορών που προκύπτουν μεταξύ δανειστών και οφειλετών που προκύπτουν από την εφαρμογή του Κώδικα Δεοντολογίας. Τα Παραρτήματα 1 έως 3 αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της Πράξης. Οι διατάξεις της παρούσας τίθενται σε ισχύ από 31.12.2014.
4. Εξουσιοδοτείται η Διεύθυνση Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος να παρέχει διευκρινίσεις και οδηγίες για την εφαρμογή της παρούσας.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2 ΤΥΠΟΙ ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ
Στο Παράρτημα αυτό αναφέρονται ενδεικτικά οι πλέον συνήθεις στη διεθνή πρακτική τύποι ρυθμίσεων για δανειολήπτη ο οποίος βρίσκεται σε δυσχερή οικονομική κατάσταση και αδυνατεί να ανταποκριθεί στους υφιστάμενους όρους της πιστοδότησης.
Σκοπός του παρόντος δεν είναι η εξαντλητική παράθεση όλων των δυνατών τύπων ρυθμίσεων, αλλά η επιδίωξη μιας ελάχιστης τυποποίησης εκείνων που τυγχάνουν ευρείας εφαρμογής, για σκοπούς συγκρισιμότητας, διαφάνειας και καλύτερης παρακολούθησης της αποτελεσματικότητάς τους, ανά πιστωτικό ίδρυμα και σε επίπεδο συστήματος.
Τμήμα Ι -Τύποι βραχυπρόθεσμων ρυθμίσεων
2. Ως βραχυπρόθεσμοι τύποι ρυθμίσεων θεωρούνται οι τύποι ρύθμισης με διάρκεια μικρότερη των πέντε ετών και επιλέγονται συνήθως σε περιπτώσεις που οι δυσκολίες αποπληρωμής κρίνονται, βάσιμα, προσωρινές. Παράλληλα, μπορεί να συμφωνείται νέο πρόγραμμα αποπληρωμής του υπολοίπου, μετά τη λήξη της βραχυπρόθεσμης περιόδου, με βάση συντηρητικές παραδοχές για την εκτιμώμενη μελλοντική ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη μέχρι τη λήξη του προγράμματος αποπληρωμής.
(α) Τόκοι μόνο («Interest Only»): Κατά τη διάρκεια καθορισμένης βραχυπρόθεσμης περιόδου, καταβάλλονται μόνο τόκοι.
(β) Μειωμένες δόσεις («Reduced Payment»): Μειώνεται το ποσό των τοκοχρεωλυτικών δόσεων αποπληρωμής (το νέο ποσό δόσης ενδέχεται να είναι μεγαλύτερο ή μικρότερο από το ποσό δόσης το οποίο θα αντιστοιχούσε σε ρύθμιση μόνο τόκων) για καθορισμένη βραχυπρόθεσμη περίοδο.
(γ) Περίοδος χάριτος («Grace Period»): παρέχει στο δανειολήπτη τη δυνατότητα προκαθορισμένης περιόδου αναστολής πληρωμών.
(δ) Αναβολή Πληρωμής Δόσης/Δόσεων («Skip Payment(s)»): παρέχεται, συμβατικά, η δυνατότητα στο δανειολήπτη να μεταφέρει χρονικά μία δόση του δανείου.
(ε) Τακτοποίηση Καθυστερούμενου Υπολοίπου («Arrears Settlement»): τακτοποίηση του ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, συνήθως μέσω συμφωνίας ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων και διατήρηση της απαίτησης για το άληκτο υπόλοιπο. (στ) Κεφαλαιοποίηση ληξιπρόθεσμων οφειλών («Arrears Capitalization»): H κεφαλαιοποίηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών και αναπροσαρμογή του προγράμματος αποπληρωμής του οφειλόμενου υπολοίπου.

Τμήμα II – Τύποι μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων
3. Κατατάσσονται οι τύποι ρύθμισης με διάρκεια μεγαλύτερη των πέντε ετών, με στόχο τη μείωση της δόσης, σε συνδυασμό, ενδεχόμενα, με αύξηση του αριθμού τους και παράταση του χρόνου αποπληρωμής, λαμβάνοντας, σε κάθε περίπτωση υπόψη, συντηρητικές παραδοχές για την εκτιμώμενη μελλοντική ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη μέχρι τη λήξη του προγράμματος αποπληρωμής.
(α) Μόνιμη μείωση του επιτοκίου ή του συμβατικού περιθωρίου («Interest Rate Reduction»): Μόνιμη μείωση του επιτοκίου ή του επιτοκιακού περιθωρίου.
(β) Αλλαγή Τύπου Επιτοκίου («Interest Rate Type Change»): Αλλαγή του τύπου επιτοκίου, από κυμαινόμενο σε σταθερό ή αντίστροφα.
(γ) Παράταση της διάρκειας («Loan Term Extension»): Παράταση της διάρκειας αποπληρωμής του δανείου (δηλαδή της ημερομηνίας της τελευταίας συμβατικής καταβολής δόσης του δανείου).
(δ) Διαχωρισμός της χορήγησης («Split Balance»): Όταν ένα ΠΙ συμφωνεί να διαχωρίσει ένα πχ. ενυπόθηκο δάνειο δανειολήπτη σε δύο τμήματα («tranches»): i. ένα ενυπόθηκο δάνειο, το οποίο ο δανειολήπτης εκτιμάται ότι μπορεί να αποπληρώνει, με βάση την υφιστάμενη και την εκτιμώμενη μελλοντική ικανότητα αποπληρωμής αυτού και ii στο υπόλοιπο τμήμα του αρχικού δανείου, το οποίο τακτοποιείται μεταγενέστερα, με ρευστοποίηση περιουσίας ή άλλου είδους διευθέτηση, η οποία συμφωνείται εξ αρχής από τα δυο μέρη.
(ε) Μερική διαγραφή χρεών («Partial Debt Forgiveness/ Write Down»): Αυτή η επιλογή προβλέπει την οριστική διαγραφή μέρους της συνολικής απαίτησης του ΠΙ, ώστε να διαμορφωθεί σε ύψος, που εκτιμάται ότι είναι δυνατό να εξυπηρετηθεί ομαλά.
(στ) Πρόσθετη εξασφάλιση («Additional Collateralization»): Όταν λαμβάνονται πρόσθετες εξασφαλίσεις από το δανειολήπτη, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης, ευνοϊκότερης για τον δανειολήπτη, ρύθμισης.
(ζ) Λειτουργική αναδιάρθρωση επιχείρησης («Operational Restructuring»): Αλλαγή της διοίκησης της επιχείρησης όταν οι πιστώτρια/ες τράπεζες θεωρούν την επιχείρηση βιώσιμη υπό προϋποθέσεις, αλλά η υφιστάμενη διοίκηση δεν συνεργάζεται προς αυτήν την κατεύθυνση. Η συγκεκριμένη επιλογή δεν συνιστά από μόνης της τύπο ρύθμισης για τους σκοπούς παραγωγής αναφορών της παρούσας, αλλά δύναται να συνδυάζεται με τις υπόλοιπες επιλογές ρύθμισης.
(η) Συμφωνίες ανταλλαγής χρέους με Μετοχικό Κεφάλαιο («Debt/equity swaps»): Εφαρμόζεται σε αναδιαρθρώσεις εταιρειών, όπου μέρος του χρέους μετατρέπεται σε Μετοχικό Κεφάλαιο και το ΠΙ καθίσταται μέτοχος της επιχείρησης, ώστε το υπόλοιπο του χρέους να μπορεί να εξυπηρετηθεί από τις προβλεπόμενες ταμειακές ροές του δανειολήπτη.
Τμήμα III – Τύποι Οριστικής Διευθέτησης
4. Ως τύπος οριστικής διευθέτησης ορίζεται οποιαδήποτε μεταβολή του είδους συμβατικής σχέσης μεταξύ ΠΙ και δανειολήπτη ή ο τερματισμός αυτής, με στόχο την οριστική τακτοποίηση της απαίτησης του ΠΙ έναντι του δανειολήπτη και η οποία μπορεί να συνδυάζεται με παράδοση (εθελοντική ή υποχρεωτική) της εμπράγματης εξασφάλισης στο ΠΙ προς μείωση του συνόλου της απαίτησης ή ακόμα και με ρευστοποίηση των εξασφαλίσεων προς κάλυψη της απαίτησης. Παρατίθενται ενδεικτικά λύσεις που προσφέρονται στο πλαίσιο των διεθνών πρακτικών, η υιοθέτηση εκάστης εξ αυτών, όμως, εξετάζεται κάθε φορά σε σχέση με τις προβλέψεις του ελληνικού δικαίου:
(α) Εθελοντική Παράδοση Ενυπόθηκου Ακινήτου («Voluntary Surrender»): O δανειολήπτης, ο οποίος δεν μπορεί να ανταποκριθεί στους όρους αποπληρωμής ενυπόθηκου δανείου, παραχωρεί εθελοντικά (χωρίς να απαιτηθεί η προσφυγή σε δικαστικές ενέργειες εκ μέρους του ΠΙ), την κυριότητα του υπέγγυου ακινήτου στο ΠΙ. Στη σχετική συμφωνία προβλέπεται σαφώς ο τρόπος διευθέτησης του τυχόν υπολοίπου.
(β) Μετατροπή σε Χρηματοδοτική Μίσθωση («Mortgage to Lease»): O δανειολήπτης μεταβιβάζει την κυριότητα του ακινήτου στο ΠΙ υπογράφοντας σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, η οποία του εξασφαλίζει τη δυνατότητα μίσθωσης και χρήσης για ορισμένη ελάχιστη χρονική περίοδο (συνήθως πέντε έτη).
(γ) Πώληση και ενοικίαση («Mortgage to Rent»): Ο δανειολήπτης μεταβιβάζει την κυριότητα του ακινήτου είτε στο ΠΙ είτε σε τρίτο. Η συμφωνία μπορεί να συνοδεύεται με παραχώρηση του δικαιώματος διαμονής στο ακίνητο έναντι μισθώματος (συνήθως για μια ελάχιστη περίοδο τριών ετών). Στη σχετική συμφωνία προβλέπεται σαφώς ο τρόπος διευθέτησης του τυχόν υπολοίπου. (δ) Μεταβίβαση/Πώληση του δανείου/Αναπροσαρμοσμένο Υπόλοιπο («Outright Sale/Disposal/Discounted Pay-off»): Η μεταβίβαση του δανείου σε άλλο ίδρυμα, πιστωτή ή χρηματοδοτικό σχήμα.
(ε) Ανταλλαγή με στεγαστικό δάνειο μικρότερης αξίας («Trade Down»): Συμφωνία που επιτρέπει σε δανειολήπτη με οικονομικές δυσκολίες που έχει υποθηκευμένη την κύρια κατοικία του ή την επαγγελματική του στέγη να την πωλήσει αγοράζοντας νέα χαμηλότερης άξιας.
(στ) Διαχείριση σε εκκαθάριση: Ορίζεται η κατάσταση στην οποία η απαίτηση του ΠΙ αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας.
(ζ) Ρευστοποίηση Εξασφαλίσεων: Ορίζεται η κατάσταση στην οποία το ΠΙ, έχοντας καταγγείλει τη δανειακή σύμβαση, εκκινεί διαδικασίες ρευστοποίησης των εξασφαλίσεων για την ικανοποίηση της απαίτησής του.
(η) Δικαστικές/Νομικές Ενέργειες: Ορίζονται οι ενέργειες οριστικής διευθέτησης που μπορεί να λαμβάνονται σε περίπτωση απουσίας ή εξάντλησης των εξασφαλίσεων και αφορούν την εκκίνηση δικαστικών ενεργειών έναντι περιουσιακών στοιχείων του δανειολήπτη για την κάλυψη των απαιτήσεων του ΠΙ.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3 Προσέγγιση της International Association Of Restructuring, Insolvency & Bankruptcy Professionals (INSOL) σε Περιπτώσεις Πολλαπλών Πιστωτών
Πρώτη αρχή: Όταν ο δανειολήπτης αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες, όλοι οι εμπλεκόμενοι πιστωτές θα πρέπει να είναι διατεθειμένοι να συνεργαστούν μεταξύ τους, ούτως ώστε να υπάρξει επαρκής χρόνος («περίοδος αναστολής», «standstill period») προκειμένου να ληφθούν και να αξιολογηθούν πληροφορίες για την οικονομική κατάσταση του δανειολήπτη, καθώς και για την προετοιμασία και την αξιολόγηση προτάσεων για την διευθέτηση των απαιτήσεών τους έναντι του δανειολήπτη
Δεύτερη αρχή: Κατά τη διάρκεια της περιόδου αναστολής, όλοι οι εμπλεκόμενοι πιστωτές συμφωνούν να απέχουν από τη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων που έχουν σκοπό τη μείωση της απαίτησής τους προς τον δανειολήπτη.
Τρίτη αρχή: Κατά τη διάρκεια της περιόδου αναστολής, ο δανειολήπτης δεσμεύεται να μην προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια που θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τις απαιτήσεις των εμπλεκόμενων πιστωτών σε σχέση με την κατάσταση κατά την ημερομηνία έναρξης της περιόδου αναστολής.
Τέταρτη αρχή: Τα συμφέροντα των εμπλεκόμενων πιστωτών εξυπηρετούνται καλύτερα, όταν συντονίζονται ως προς τον τρόπο με τον οποίο χειρίζονται τον δανειολήπτη. Ο συντονισμός αυτός είναι δυνατόν να διευκολύνεται, όταν συστήνονται συντονιστικές επιτροπές με εκπροσώπους των εμπλεκόμενων πιστωτών λαμβάνοντας υποστήριξη και επαγγελματιών συμβούλων.
Πέμπτη αρχή: Καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου αναστολής, οι πιστωτές πρέπει να καλέσουν τον δανειολήπτη να παρέχει και να επιτρέπει στους εμπλεκόμενους πιστωτές ή/και επαγγελματίες συμβούλους τους λογική και έγκαιρη πρόσβαση σε όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν την οικονομική του κατάσταση, ώστε να καθίσταται δυνατή η καλύτερη αξιολόγησή της για την εξέταση βιώσιμων προτάσεων διευθέτησης των απαιτήσεων των εμπλεκόμενων πιστωτών.
Έκτη αρχή: Οι προτάσεις για την διευθέτηση των απαιτήσεων των εμπλεκόμενων πιστωτών έναντι του δανειολήπτη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την ισχύουσα νομοθεσία ως προς την ιεράρχηση των απαιτήσεων.
Έβδομη αρχή: Οι πληροφορίες που συλλέγονται για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας καθώς και τυχόν προτάσεις για την επίλυση των οφειλών, θα πρέπει να είναι διαθέσιμες σε όλους τους εμπλεκόμενους πιστωτές, οι οποίοι θα πρέπει να τις χειρίζονται ως εμπιστευτικές, εκτός εάν αφορούν πληροφορίες ήδη δημόσια διαθέσιμες.
Όγδοη αρχή: Εάν έχει χορηγηθεί πρόσθετη χρηματοδότηση κατά τη διάρκεια της περιόδου αναστολής στο πλαίσιο τύπου ρύθμισης είναι εύλογο να εξοφλείται κατά προτεραιότητα σε σχέση με τις λοιπές απαιτήσεις των εμπλεκόμενων πιστωτών. Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και να αναρτηθεί στον διαδικτυακό τόπο της Τράπεζας της Ελλάδος.
Αθήνα, 26 Αυγούστου 2014
Ο Πρόεδρος
ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ

Category

Recent

Archive