Financial Sector Issues

29

Nov

2014

ΕιρΘεσ/νίκης 7024/2014 Διαδικασία υπερχρεωμένων νοικοκυριών .Συνταξιούχος καθαρίστρια με συνολικές οφειλές 110.961,87 Ρύθμιση του χρέους με μηνιαίες καταβολές ποσού 50 προς την πιστώτρια τράπεζα επί 36 μήνες, εξαίρεση εκποίησης της κύριας κατοικίας , επιβολή υποχρέωσης καταβολής μηνιαίων δόσεων επί 180 μήνες ποσού 166,80 για τη διάσωση της κύριας κατοικίας.

Δικαστική διαδικασία υπερχρεωμένων νοικοκυριών.Συνταξιούχος καθαρίστρια με συνολικές οφειλές 110.961,87€- υπαγωγή στη ρύθμιση και προστασία, Απόρριψη του ισχυρισμού της καθ” ης τράπεζας ότι η αιτούσα περιήλθε με δική της υπαιτιότητα σε αδυναμία πληρωμής διότι γνώριζε όταν έλαβε τα δάνεια κατά το έτος 2008 ότι δύο χρόνια αργότερα πρόκειται να συνταξιοδοτηθεί. Κρίση του Δικαστηρίου ότι υποβάλλοντας την αίτηση για συνταξιοδότησή της κατά το έτος 2010, δεν ήταν σε θέση, μολονότι αιτήθηκε την καταβολή μειωμένης σύνταξης, να γνωρίζει ότι θα λάβει ποσό σύνταξης μειωμένο τόσο, ώστε να μην μπορεί να εξυπηρετεί τα δάνειά της, αφού όπως είναι γνωστό και στο Δικαστήριο από τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά το έτος 2011 που έλαβε τη σύνταξή της, είχαν ήδη αρχίσει μεσούσης της οικονομικής κρίσης, οι περικοπές των συντάξεων.Ρύθμιση του χρέους με μηνιαίες καταβολές ποσού 50€ προς την πιστώτρια τράπεζα επί 36 μήνες, εξαίρεση εκποίησης της κύριας κατοικίας , επιβολή υποχρέωσης καταβολής μηνιαίων δόσεων επί 180 μήνες ποσού 166,80€ για τη διάσωση της κύριας κατοικίας. Παρά τις μικρές καθοριζόμενες δόσεις το Δικαστήριο δεν θα προβεί σε επανασυζήτηση της υπόθεσης καθώς δεν υπάρχει προοπτική βελτίωσης των οικονομικών δεδομένων της αιτούσας

Δείτε το πλήρες κείμενο της απόφασης

Αριθμός 7024/2014

ΕΚΟΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Ειρηνοδίκη Ευδοκία Σελησίου, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Ειρηνοδικείου και από τη Γραμματέα Χριστίνα Μαραγκάκη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 17η Μαρτίου 2014, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των διαδίκων:

ΑΙΤΟΥΣΑΣ:    …………….. του ……………..κατοίκου Θεσσαλονίκης (οδός ……………………….), η οποία παραστάθηκε μαζί με την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Θεοδώρου (Α.Μ: 6874).

ΤΗΣ ΜΕΤΕΧΟΥΣΑΣ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΡΙΑΣ, η οποία κατέστη διάδικος μετά τη νόμιμη κλήτευσή της (άρθρα 5 Ν.3869/2010 και 748 παρ.2 ΚΠολΔ) και παρίσταται ως εξής: Της …………………………………………. με την επωνυμία ……………………………… όπως μετονομάστηκε η τράπεζα με την επωνυμία …………………………….., καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………………………..η οποία δεν εμφανίστηκε, ενώ στη θέση της εμφανίστηκε ως ειδική διάδοχος η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «…………………, που εδρεύει στην ……(οδός ……………..) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ελένης Νιαουνάκη (A.Μ: 1435), ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΕ ΚΥΡΙΑ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ.

Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή, η από 19-3-2012 και με αριθμ. έκθ. κατάθ. 5687/11-4-2012 αίτησή της που απευθύνεται προς το Δικαστήριο αυτό, για όσους λόγους επικαλείται σ’ αυτή.Κατά την εκφώνηση των υποθέσεων από το σχετικό πινάκιο στη σειρά τους και κατά τη συζήτησή τους στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την με αριθμ. 1613Γ’/ 24.4.2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Αστέριου Γεωργούδα που προσκομίζει και επικαλείται η αιτούσα, επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτησή της για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα (άρθρ.122, 126 παρ.1δ’,129 παρ.1 ΚΠολΔικ) και εμπρόθεσμα (άρθρ. 5 παρ.1 του Ν.3869/2010), στην καθ’ ης πιστώτρια. Η τελευταία όμως δεν παραστάθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο και συνεπώς πρέπει να δικαστεί ερήμην, ωστόσο η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 754 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη αίτησή της, η αιτούσα, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς την αναφερόμενη σ’ αυτή(αίτηση) πιστώτριά της, ζητεί, όπως σαφώς συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της αίτησης, τη ρύθμιση αυτών, με την εξαίρεση της κύριας κατοικίας της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλει, με σκοπό την κατά ένα μέρος απαλλαγή της από αυτά.Με το παραπάνω περιεχόμενο η αίτηση, αρμόδια φέρεται για συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό, κατά τη διαδικασία της εκούσιας διαδικασίας των άρθρων 741 επ. ΚΠολΔ (άρθρο 3 Ν. 3869/2010). Για το παραδεκτό της α) τηρήθηκε το στάδιο του εξωδικαστικού συμβιβασμού που προβλεπόταν από την παρ.2 του άρθρου 4 του Ν.3869/2010 που εξακολουθεί να ισχύει όμως για τις εκκρεμούσες αιτήσεις (άρθρ. 19 παρ. 3 Ν. 4161/2013), με τη διαμεσολάβηση προσώπων απ’ αυτά που έχουν τη σχετική εξουσία από το νόμο (βλ. άρθρο 2 Ν. 3869/2010), ο οποίος απέτυχε, (βλ. την από 30-3-2012 βεβαίωση αποτυχίας της διαμεσολαβήτριας δικηγόρου Θεσσαλονίκης Θεοδώρας Θεοδώρου) β) κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 από την αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού και γ) δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση της απούσας για τη ρύθμιση των χρεών της στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτησή της για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ’ άρθρο 13 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 (βλ. σχετικές βεβαιώσεις του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, καθώς και της Γραμματέως του παρόντος Δικαστηρίου). Παραδεκτά εισάγεται για συζήτηση μετά: α) την εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση της μετέχουσας πιστώτριας με την επίδοση σε αυτήν αντιγράφου της αίτησης με την πράξη ορισμού δικασίμου (άρθρ. 5 παρ. 1 Ν. 3869/2010 όπως τροπ. με άρθρο 85 Ν. 3996/2011), β) την εμπρόθεσμη κατάθεση στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού των εγγράφων του άρθρου 4 παρ. 2 και 4 Ν.3869/2010 (βεβαίωση αποτυχίας εξωδικαστικού συμβιβασμού, υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων κλπ.), γ) την αποτυχία του δικαστικού συμβιβασμού. Η αίτηση είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα κατά νόμο (άρθ. 4 παρ. 1 Ν.3869/2010) στοιχεία, ήτοι:   1) μόνιμη αδυναμία πληρωμής τωνληξιπρόθεσμων οφειλών της αιτούσας-φυσικού προσώπου, 2) κατάσταση της περιουσίας της και των εισοδημάτων της, 3) κατάσταση των πιστωτριών της και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, 3) σχέδιο διευθέτησης των οφειλών της, και 4) αίτημα ρύθμισης αυτών με σκοπό την προβλεπόμενη από το νόμο απαλλαγή τους (Ε. Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη, Αρμεν. 64-Ανάτυπο, σελ. 1477), απορριπτομένων των σχετικών αναφορικά με θέματα πέραν των ως άνω απαιτουμένων για το ορισμένο της αιτήσεως ισχυρισμών της πιστώτριας περί αοριστίας της (αιτήσεως), τα οποία αφορούν την αποδεικτική διαδικασία. Περαιτέρω, η αίτηση είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 8, 9 και 11 του Ν. 3869/2010, όπως ισχύει σήμερα μετά την τελευταία τροποποίησή του με το νόμο 4161/2013. Εφόσον δε, δεν επιτεύχθηκε δικαστικός συμβιβασμός μεταξύ της απούσας και της πιστώτριάς της, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «……………………………..», που εδρεύει στην ….. (οδός ………………..και εκπροσωπείται νόμιμα, με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ελένης Νιαουνάκη (Α.Μ: 1435), που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, δικαιολογώντας το έννομο συμφέρον της, δήλωσε ότι παρεμβαίνει κυρίως στην δίκη, ως ειδική διάδοχος, της …………………………………………. με την επωνυμία «……………………………», όπως μετονομάστηκε η τράπεζα με την επωνυμία «…………………………….. καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία«………………………………..»Α.Ε». Η εν λόγω παρέμβαση ασκήθηκε παραδεκτά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 54 παρ. 1 εδ. β’ του ΠτΚ, που πρέπει να εφαρμοσθεί κατ’ άρθρ. 15 του Ν. 3869/2010 (βλ. Αθ. Κρητικός, Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, δεύτερη έκδ. (2012), σελ. 83-86, αριθ. 7-11, ΕιρΑΘ 48/2011, ΕιρΑΘ 68/2011), κατά παράκαμψη της αντίστοιχης διατάξεως του άρθρου 752 παρ.1 ΚΠολΔ. (Π. Αρβανιτάκης, Η Εκούσια Δικαιοδοσία ως διαδικαστικό πλαίσιο του Ν.3869/2010 για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), είναι νόμιμη, και πρέπει συνεκδικαζόμενη με την αίτηση, να ερευνηθεί κατ’ ουσία.

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της απούσας, στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου (η μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια δεν πρότεινε και δεν εξέτασε μάρτυρα), η οποία εκτιμάται καθ’ εαυτή, αλλά και σε συνδυασμό προς τις λοιπές αποδείξεις, από τα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε προκειμένου να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρ.336 παρ. 3 και 395 του ΚΠολΔ.), από τις ομολογίες των διαδίκων που προκύπτουν από τους ισχυρισμούς (άρθρ.261, 352, 339 του ΚΠολΔικ), και από τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία λαμβάνει αυτεπαγγέλτως το Δικαστήριο υπόψιν και χωρίς απόδειξη, (άρθρ.336 παρ.1 και 4 του ΚΠολΔικ) αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η αιτούσα…………….., είναι 60 ετών, είναι διαζευγμένη κι έχει δύο ενήλικα τέκνα, μη προστατευόμενα μέλη. Εργαζόταν επί σειρά ετών ως καθαρίστρια, έως ότου το έτος 2010 υπέβαλλε τα απαιτούμενα δικαιολογητικά προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί, κι έτσι, σήμερα, είναι συνταξιούχος του Ι.Κ.Α, από το οποίο λαμβάνει μειωμένη σύνταξη γήρατος, ύψους μηνιαίως 420,49 ευρώ, που αποτελεί και το μοναδικό της εισόδημα επί του παρόντος, καθώς έχει προσδοκία συνταξιοδότησης από τη Γερμανία όπου είχε εργαστεί επί πενταετία, πλην όμως τη σύνταξη που δικαιούται, ύψους 198,10 ευρώ, πρόκειται να τη λάβει μετά την 17-5-2020. Οι οικογενειακές της δαπάνες, ανέρχονται σ’ αυτές που απαιτούνται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της ιδίας. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, η αιτούσα είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένα, κι ο εκτοκισμός τους συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθ. 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010), για τα οποία υφίστανται οφειλές και συγκεκριμένα οι εξής: α) από στεγαστικό δάνειο, το οποίο έχει ήδη καταγγελθεί, η αιτούσα οφείλει στην καθ’ ης πιστώτρια, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα την 10-3-2014, το ποσό των 67.929,86 ευρώ, και β) από επισκευαστικό δάνειο το οποίο έχει ήδη καταγγελθεί, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα, την 10-3- 2014, το ποσό των 38.375,11 ευρώ. Οι απαιτήσεις της άνω τράπεζας από τα δάνεια αυτά είναι εξασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με προσημείωση στην κύρια κατοικία της απούσας, για την οποία θα γίνει λόγος εκτενώς κατωτέρω, πλην όμως δεν προσκομίστηκαν στοιχεία για το επιτόκιο ενήμερης οφειλής ώστε να υπολογιστεί η τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης, αφού μέχρι τότε συνεχίζουν να εκτοκίζονται (άρθ. 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010). Επομένως, η αιτούσα οφείλει συνολικά στην πιστώτριά της, το ποσό των 106.304,97 ευρώ.

Στο σημείο αυτό, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Οι οφειλές της απούσας στην πιστώτριά της, όπως κατά τα ως άνω έχουν πλέον διαμορφωθεί, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, σύμφωνα με την από 16-11-2011 αναλυτική κατάσταση που της είχε χορηγηθεί από την καθ’ ης, ήταν:        α) υπόλοιπο από στεγαστικό δάνειο εμπραγμάτως ασφαλισμένο, ύψους μαζί με τους τόκους 72.733,14 ευρώ, β) υπόλοιπο από επισκευαστικό δάνειο εμπραγμάτως ασφαλισμένο, ύψους μαζί με τους τόκους 34.100,64 ευρώ, και γ) υπόλοιπο από τη χρήση μιας πιστωτικής κάρτας, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα, ύψους 4.128,09 ευρώ. Ήτοι η συνολική οφειλή της στην πιστώτριά, ανέρχονταν στα 110.961,87 ευρώ. Η ειδική διάδοχος της καθ’ ης, όπως δήλωσε και δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της στο ακροατήριο, δεν διατηρεί πλέον απαίτηση από την πιστωτική κάρτα, καθώς όπως προκύπτει και από την από 1-10-2012 εξώδικη δήλωση συμψηφισμού – γνωστοποίηση που επιδόθηκε στην αιτούσα, δυνάμει ρητού όρου της σύμβασης της πιστωτικής κάρτας, η τράπεζα είχε το δικαίωμα απεριορίστου συμψηφισμού των απαιτήσεών της από τη σύμβαση αυτή προς οποιαδήποτε ανταπαίτηση της απούσας και επειδή αυτή τηρούσε λογαριασμό ταμιευτηρίου ως συνδικαιούχος με τη μητέρα της ……………………………….., στις 14-5-2012 έκλεισε τον λογαριασμό και στις 29-8-2012 προέβη σε συμψηφισμό μέρους του λογαριασμού ταμιευτηρίου, που η αιτούσα τηρούσε στην τράπεζα, ύψους 4.678,97 ευρώ, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της απαίτησης από τη σύμβαση της πιστωτικής κάρτας. Ομοίως για τους ανωτέρω λόγους και κατόπιν εφαρμογής του σχετικού όρου της συμβάσεως του πρώτου στεγαστικού δανείου, όπως προκύπτει από την προσαγόμενη από 1-10-2012 εξώδικη δήλωση συμψηφισμού και καταγγελία σύμβασης που επιδόθηκε στην αιτούσα, η τράπεζα στις 14-5- 2012 έκλεισε το λογαριασμό με υπόλοιπο 73.721,18 ευρώ και στις 29-8-2012 προέβη σε συμψηφισμό του κατά τα ως άνω λογαριασμού ταμιευτηρίου της απούσας, μέρους της απαίτησής της, ύψους 10.866,87 ευρώ, σε μερική εξόφληση της απαίτησης από τη σύμβαση στεγαστικού δανείου, καταγγέλοντας συγχρόνως αυτή, καλώντας την αιτούσα να καταβάλει το υπόλοιπο, όπως είχε διαμορφωθεί μετά το συμψηφισμό. Έτσι, οι οφειλές της απούσας στην καθ’ ης πιστώτριά της, έχουν διαμορφωθεί ως ανωτέρω, απορριπτομένου του ισχυρισμού της ότι το συνολικό ποσό ύψους 15.545,84 ευρώ που συμψηφίστηκε έπρεπε να συνυπολογιστεί στις οφειλές της και να αφαιρεθεί μετά τη ρύθμιση των χρεών της από το ποσό του 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας της που θα καλούνταν να καταβάλει. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η απούσα, έχει πάψει να εξυπηρετεί τα δάνειά της, και έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές της, στην κατάσταση δε αυτή περιήλθε, λόγω του μειωμένου εισοδήματος προερχόμενο από τη σύνταξη που λαμβάνει, το οποίο δεν της επιτρέπει να καλύπτει της ανάγκες της διαβίωσής της και τις δανειακές της υποχρεώσεις ταυτοχρόνως.

Ο ισχυρισμός της παρεμβαίνουσας πιστώτριας ότι η αιτούσα περιήλθε με δική της υπαιτιότητα σε αδυναμία πληρωμής, διότι γνώριζε όταν έλαβε τα δάνεια κατά το έτος 2008, ότι δύο χρόνια αργότερα πρόκειται να συνταξιοδοτηθεί με μειωμένη σύνταξη, οπότε και δεν θα μπορούσε να καλύψει τις δόσεις τους, είναι ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς όπως αποδείχθηκε, τα δύο στεγαστικά δάνεια ελήφθησαν από την αιτούσα από άλλο πιστωτικό ίδρυμα, κατά το έτος 2001 οπότε και προέβη στην αγορά της κύριας κατοικίας της, ενώ το 2008, έγινε η εκταμίευση των δανείων αυτών από την καθ’ ης, προς εξόφληση των δανείων και μεταφορά τους στην τελευταία, όπως προκύπτει από τις καρτέλες καταγγελίας των συμβάσεων που η ειδική διάδοχος της καθ’ ης η αίτηση «………………»προσκομίζει. Άλλωστε, η αιτούσα εξυπηρετούσε τα δάνειά της μέχρις ότου συνταξιοδοτηθεί, υποβάλλοντας δε την αίτηση για συνταξιοδότησή της κατά το έτος 2010, δεν ήταν σε θέση, μολονότι αιτήθηκε την καταβολή μειωμένης σύνταξης, να γνωρίζει ότι θα λάβει ποσό σύνταξης μειωμένο τόσο, ώστε να μην μπορεί να εξυπηρετεί τα δάνειά της, αφού όπως είναι γνωστό και στο Δικαστήριο από τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά το έτος 2011 που έλαβε τη σύνταξή της, είχαν ήδη αρχίσει μεσούσης της οικονομικής κρίσης, οι περικοπές των συντάξεων.

Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι στην αιτούσα, ανήκει το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας, επί ενός διαμερίσματος του τρίτου ορόφου πολυκατοικίας, που βρίσκεται επί της οδού ……………………………. Θεσσαλονίκης, εμβαδού μικτού 86 τ.μ και καθαρού 58,81 τ.μ, αποτελούμενο από δύο δωμάτια, κουζινοτραπεζαρία – καθιστικό και μπάνιο, μαζί με το παρακολούθημα αυτού, ήτοι μία υπόγεια αποθήκη, με αριθμ. 3, εμβαδού 6,45 ι.μ., αντικειμενικής αξίας (του διαμερίσματος μαζί με την αποθήκη) 37.531,77 ευρώ (βλ. φύλλα υπολογισμού, αξίας διαμερίσματος και αποθήκης). Το διαμέρισμα αυτό αποτελεί την κύρια κατοικία της απούσας, και η αξία της δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή της από την εκποίηση. Για τη διάσωση λοιπόν της κύριας κατοικίας της η αιτούσα πρέπει να καταβάλει μέχρι το 80% της αντικειμενικής αξίας της, κατ’ άρθρ.9 παρ.2 του Ν.3869/2010, όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής (παρ.2) αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρ. 17 του Ν.4161/2013 σε συνδυασμό με την παρ.3 του άρθρ. 19 του ίδιου νόμου, δηλαδή ποσό μέχρι αυτό των 30.025,41 ευρώ. Περαιτέρω, περιουσιακό στοιχείο της απούσας, είναι ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, επί ενός οικοπέδου με αριθμ. 9, που βρίσκεται στο Ο.Τ 2 της ………………………, της ……………………………………………………………………………Περιφέρειας ………………, αντικειμενικής αξίας (του ποσοστού αυτού) 5.075,48 ευρώ, και εμπορικής που δεν υπερβαίνει τα 5.000 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω συντρέχουν στο πρόσωπο της απούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στην ρύθμιση του νόμου 3869/2010 και ειδικότερα των άρθρων 8 παρ.2 και 9 παρ. 1 και 2, καθώς όπως προαναφέρεται, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας της. Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρυθμίσεως, όπως προαναφέρθηκε, το εισόδημα της απούσας, προερχόμενο από τη σύνταξή της, ανέρχεται σε 420,49 ευρώ, ενόψει δε αυτού, το προς διάθεση στην πιστώτριά της ποσό, που πρέπει να καταβάλει η απούσα, δεδομένου και του ύψους των χρεών της ανέρχεται στο ποσό των 50 ευρώ, καθώς το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας το γεγονός ότι η ίδια κατά τα αναφερόμενα στην αίτησή της δύναται να καλύψει τα έξοδα διαβίωσής της με το ποσό των 400 ευρώ και προτείνει στην πιστώτριά της ποσό 20 ευρώ, κρίνει ότι στην παρούσα φάση, η αιτούσα είναι σε θέση να διαθέσει το ποσό αυτό από το εισόδημά της για την ικανοποίηση μέρους των απαιτήσεων της πιστώτριάς της. Η ρύθμιση των χρεών της θα γίνει με μηνιαίες καταβολές ποσού πενήντα (50) ευρώ απευθείας στην πιστώτριά της ……………………….(κυρίως παρεμβαίνουσα ως ειδική διάδοχος της κατά τα ως άνω αρχικής της πιστώτριάς), επί τριετία (36 ισόποσες δόσεις), που θα αρχίζουν ένα μήνα μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, κατ’ αρθ. 8 παρ 2 Ν 3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 παρ.2 του Ν.4161/2013), ενώ μολονότι ορίζονται μικρού ύψους καταβολές, το Δικαστήριο δεν θα προβεί κατ’ άρθρο 8 παρ. 5 Ν. 3869/2010 σε επανασυζήτηση της υπόθεσης, καθώς δεν υπάρχει καμία προοπτική βελτίωσης των οικονομικών δεδομένων της απούσας. Το συνολικό ποσό των οφειλών της απούσας στην καθ’ ης πιστώτριά, ανέρχεται στα 106.304,97 ευρώ και μετά το τέλος της τριετίας, θα έχει καταβάλει ποσό 1.800 ευρώ, απομένοντας υπόλοιπο 104.504,97 ευρώ. Η ικανοποίηση των υπολοίπων απαιτήσεων της πιστώτριάς θα γίνει με περαιτέρω καταβολές προς διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσας, που σύμφωνα με το νόμο μπορεί να ανέλθει μέχρι το 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, δηλαδή μέχρι του ποσού των 30.025,41 ευρώ [το 80% της αντικειμενικής αξίας των 37.531,77 ευρώ). Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο τηςαποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Θα ξεκινήσει τρία χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, ο δε χρόνος εξόφλησής του πρέπει να οριστεί σε 15 χρόνια, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των χρεών της απούσας, της οικονομικής της δυνατότητας και της ηλικίας της. Οι μηνιαίες δόσεις που Θα καταβάλει η αιτούσα στα πλαίσια της ρύθμισης αυτής ανέρχονται στο παρακάτω μηνιαίο ποσό. Το αντιστοιχούν μηνιαίο ποσό προς κάλυψη του ποσού των 30.025,41 (το 80%) ανέρχεται στο ποσό των 166,80 ευρώ (30.025,41/ 180 μήνες), το οποίο θα καταβάλει η αιτούσα με συνεχείς 180 μηνιαίες καταβολές, (καταβολές 15 ετών). Οι παραπάνω ρυθμίσεις, θα συνδυαστούν, όπως προαναφέρεται, μ’ αυτή του άρθρου 9 παρ. 1 με την εκποίηση του προαναφερομένου ακινήτου της απούσας, καθόσον κρίνεται, ενόψει και της προαναφερόμενης αξίας του, ότι μπορεί να αποφέρει αξιόλογο τίμημα για την εν μέρει ικανοποίηση της πιστώτριάς της (άρθρο 9 παρ. 1 του νόμου). Για το σκοπό αυτό πρέπει να ορισθεί εκκαθαριστής από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων τον προβλεπόμενο στο άρθρο 371 ΚΠολΔ κατά το διατακτικό, και συγκεκριμένα η Δικηγόρος Θεσσαλονίκης, Ραφτοπούλου Σταυρούλα, οδός Φράγκων, αριθμ. 3, (Α.Μ:5804), η οποία αφού ειδοποιηθεί από τη γραμματεία του Δικαστηρίου με σχετική σημείωση στο αλφαβητικό ευρετήριο του άρθρου 13 του Ν. 3869/2010, θα προβεί στην ελεύθερη εκποίηση κατά τον πλέον πρόσφορο τρόπο, όπως π.χ. αγγελία στο διαδίκτυο, μια προσφορά στην πιστώτρια ή οποιοδήποτε μέσο κρίνει πρόσφορο, με ελάχιστο τίμημα το ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο είτε θα καταβληθεί εφάπαξ με την υπογραφή του μεταβιβαστικού συμβολαίου, είτε τούτο θα αποτελέσει προϊόν δανείου από κάποιο πιστωτικό ίδρυμα με διασφαλισμένους όρους, είτε τέλος με την πίστωση του τιμήματος υπό τον όρο της διαλυτικής αίρεσης μεταβίβασης της κυριότητας μέχρι την εξόφληση αυτού (τιμήματος). Επίσης η εν λόγω εκκαθαριστής κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 9 του Πτωχ. Κώδικα πρέπει να επιμεληθεί την εγγραφή της παραπάνω απόφασης στο οικείο Υποθηκοφυλακείο του τόπου του ακινήτου. Στη συνέχεια κατ’ αναλογική εφαρμογή των αναφερομένων παρακάτω διατάξεων του πτωχευτικού κώδικα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 του Ν. 3869/2010 και σε περίπτωση ανεύρεσης αγοραστή, ο οποίος θα προσφέρει το παραπάνω τίμημα και θα δύναται να τηρήσει και τους προαναφερόμενους όρους ως προς την καταβολή αυτού θα καταρτίσει το σχετικό συμβόλαιο μεταβίβασης. Στη συνέχεια, αφού επιδώσει στο Δημόσιο είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν την κατάρτιση του παρακάτω αναφερομένου πίνακα διανομής και προβεί στη δημοσίευση στο Δελτίο Δικαστικών δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν του εν λόγω πίνακα διανομής ανακοίνωσης αφ’ ενός περί επίτευξης του σχετικού τιμήματος από την εκποίηση του ακινήτου και αφ’ ετέρου ότι μετά την παρέλευση των παραπάνω προθεσμιών, θα προβεί στην κατάρτιση του πίνακα διανομής (άρθρο 161 Πτωχ. Κώδικα), ο οποίος θα τοιχοκολληθεί στο παρόν Ειρηνοδικείο και ότι εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την εν λόγω τοιχοκόλληση θα έχουν δικαίωμα να υποβάλλουν ανακοπή κατ’ αυτού τόσο η μετέχουσα στη ρύθμιση πιστώτρια όσο και οι εξαιρούμενοι αυτής αναφερόμενοι στην παρ.2 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, καθόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι οι εν λόγω πιστωτές (του άρθρου 1 παρ.2) πρέπει να ικανοποιηθούν από το τίμημα της εν λόγω εκποιήσεως, αφού ο νομοθέτης εξαίρεσε αυτούς της ρύθμισης του άρθρου 4 του Ν. 3869/2010 προς όφελος τους, το οποίο (όφελος) πραγματώνεται με την εν λόγω ρύθμιση. Στη συνέχεια θα προβεί στην κατάρτιση του πίνακα διανομής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 154, 155 επ. του Πτωχ. Κώδικα σε συνδυασμό με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 του Ν. 3869/2010 και μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δεκαπέντε (15) ημερών από την τοιχοκόλληση στο Ειρηνοδικείο του πίνακα διανομής θα προβεί στη διανομή του ποσού της εκποίησης εφόσον όμως δεν ασκηθούν ανακοπές κατ’ αυτού. Προκειμένου δε να αντιμετωπισθούν τα πρώτα έξοδα της εκποιήσεως κρίνεται απαραίτητο από το Δικαστήριο, κατά αναλογική εφαρμογή των διατάξεων της παρ 4 του άρθρου 5 του πτωχευτικού κώδικα, η οποία προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 15 του Ν.3869/2010, να υποχρεωθεί η αιτούσα εντός μηνός από τη δημοσίευση της παρούσας, να καταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό των 100 ευρώ, και να προσκομίσει στη συνέχεια στη γραμματεία του Δικαστηρίου το σχετικό γραμμάτιο, το οποίο θα παραλάβει η εκκαθαριστής μόλις αναλάβει τα καθήκοντά της. Κατόπιν τούτων η κρινόμενη αίτηση και η κύρια παρέμβαση πρέπει να γίνουν δεκτές ως  βάσιμες και κατ’ ουσία και να ρυθμιστούν οι οφειλές της αιτούσας σύμφωνα με το διατακτικό. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 6 του Ν. 3869/2010.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της καθ’ ης πιστώτριας και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, την αίτηση και την προφορικά ασκηθείσα κύρια παρέμβαση.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.

ΔΕΧΕΤΑΙ την κύρια παρέμβαση.

ΡΥΘΜΙΖΕΙ τα χρέη της αιτούσας με μηνιαίες καταβολές ποσού πενήντα (50,00) ευρώ προς την πιστώτριά της, επί τριάντα έξι (36) συνεχείς μήνες, οι οποίες θα αρχίζουν ένα μήνα μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης.

ΕΞΑΙΡΕΙ της εκποίησης την κύρια κατοικία της αιτούσας, ήτοι ένα διαμέρισμα του τρίτου ορόφου πολυκατοικίας, που βρίσκεται επί της οδού ……………….. στ……….Θεσσαλονίκης, εμβαδού μικτού 86 τ.μ και καθαρού 58,81 τ.μ, αποτελούμενο από δύο δωμάτια, κουζινοτραπεζαρία – καθιστικό και μπάνιο, μαζί με το παρακολούθημα αυτού, ήτοι μία υπόγεια αποθήκη, με αριθμ. 3, εμβαδού 6,45 τ.μ.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αιτούσα την υποχρέωση να καταβάλει μηνιαίως και επί εκατόν ογδόντα (180) συνεχείς μήνες στην πιστώτριά της για τη διάσωση της κατοικίας της, το ποσό των εκατόν εξήντα έξι ευρώ και ογδόντα λεπτών (166,80). Η καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων θα ξεκινήσει την 1η ημέρα του πρώτου μήνα τρία χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης και θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής,

σύμφωνα με ίο στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την αιτούσα να καταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό των 100 ευρώ και να καταθέσει το σχετικό γραμμάτιο στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την ελεύθερη εκποίηση με τον πλέον πρόσφορο τρόπο του περιουσιακού στοιχείου της απούσας που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας με τουλάχιστον το ελάχιστο τίμημα και τους όρους που επίσης αναφέρονται στο ιστορικό της παρούσας.

ΟΡΙΖΕΙ εκκαθαριστή η οποία θα προβεί στην κατά τα ως άνω εκποίηση, την Δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ραφτοπούλου Σταυρούλα, οδός Φράγκων, αριθμ. 3, (Α.Μ:5804).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, στη Θεσσαλονίκη στις 2 Οκτωβρίου 2014, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

14

Nov

2014

ΕιρΘεσ/νίκης 7023/2014 Ν. 3869/2010 -υπερχρεωμένα νοικοκυριά-μηδενικές καταβολές στη σύζυγο και καταβολές μηνιαίων δόσεων από 50 ευρώ στο σύζυγο λόγω πραγματικής αδυναμίας. Εξαίρεση εκποίησης κύριας κατοικίας

Σε περιπτώσεις πραγματικής αδυναμίας καταβολών το Δικαστήριο μπορεί ,κατά τη συζήτηση αιτήσεως περί υπαγωγής στο ν.περί υπερχρεωμένων νοικοκυριών, να καθορίσει μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές ακόμα ,ορίζοντας νέα δικάσιμο για τον επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών.Στην συγκεκριμένη περίπτωση καθόρισε μηδενικές καταβολές για τη σύζυγο και μηνιαίες καταβολές 50 ευρώ για το σύζυγο, εξαίρεσε την εκποίηση της κύριας κατοικίας τους και αποφάνθηκε ότι δεν θα προβεί στην εκποίηση ποσοστού αγροτεμαχίου και ενός παλαιού ΙΧ του συζύγου καθώς το μεν πρώτο είναι χαμηλής αξίας το δε δεύτερο χρησιμοποιείται για τις ανάγκες της οικογένειας ,σε κάθε δε περίπτωση δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον

Δείτε το  πλήρες κείμενο της απόφασης

ΕΚΟΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

Αριθμός 7023/02-10-2014

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Ειρηνοδίκη Ευδοκία Σελησίου, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσσης του Ειρηνοδικείου και από τη Γραμματέα Χριστίνα Μαραγκάκη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2014, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των διαδίκων:

ΑΙΤΟΥΝΤΟΝ: 1) ………………………………..2) ………………………………………………………………………………….., από τους οποίους ο μεν πρώτος παραστάθηκε μετά, η δε δεύτερη δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Θεοδώρας Θεοδώρου (Α.Μ.: 6874).

ΤΟΝ ΠΙΣΤΩΤΡΙΩΝ ΠΟΥ ΜΕΤΕΧΟΥΝ ΣΤΗ ΔΙΚΗ, οι οποίς κατέστησαν διάδικοι μετά τη νόμιμη κλήτευσή τους (άρθρ. 5 του Ν. 3869/2010 και 748 παρ. 2 ΚΠολΔ): 1) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………………………….», που εδρεύει στην Αθήνα, ………………και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευθαλία Νάστα (Α.Μ.: 9856), 2) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………………………..», που εδρεύει στην Αθήνα, ………………………….., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Γάτσιου (Α.Μ.: 8314), 3) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………………………………», που εδρεύει σιην Αθήνα, …………………και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μεταξία Βαβρίτσα (Α.Μ.: 7359) και 4) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία “……………………….», που εδρεύει στην Αθήνα, ……………………..και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντία Παναγιωτίδου (Α.Μ.: 8555) .

Οι αιτούντες ζητούν να γίνει δεκτή η με αρ. έκθ. κατάθ. 5686/11-4-2012 αίτησή τους που απευθύνεται προς το Δικαστήριο αυτό για όσους λόγους επικαλούνται σ’ αυτή.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το σχετικό πινάκιο στη σειρά της και κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτησή τους όπως παραδεκτά συμπλήρωσαν και διόρθωσαν αυτήν (άρθρ. 741 ΚΠολΔ σε συνδ. με τα άρθρ. 591 παρ. 1 και 745 του ίδιου Κώδικα) κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου (βλ. ταυτάριθμα πρακτικά), οι αιτούντες, επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και ότι έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους προς τις πιστρώτριες που αναφέρονται στην περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση ,ζητούν,όπως σαφώς συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της αίτησης ,τη διευθέτησή τους από το Δικαστήριο, με την εξαίρεση από την  εκποίηση της κύριας κατοικίας τους, ώστε να επέλθει ολική ή μερική απαλλαγή τους από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών τους, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλουν με σκοπό την απαλλαγή τους απ’ αυτά. Με το παραπάνω περιεχόμενο η αίτηση, αρμόδια φέρεται για συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό, κατά τη διαδικασία της εκούσιας διαδικασίας των άρθρων 741 επ. ΚΠολΔ (άρθρο 3 Ν. 3869/2010). Για το παραδεκτό της α) τηρήθηκε το στάδιο του εξωδικαστικού συμβιβασμού που προβλεπόταν από την παρ.2 του άρθρου 4 του Ν.3869/2010 που εξακολουθεί να ισχύει όμως για τις εκκρεμούσες αιτήσεις (άρθρ. 19 παρ. 3 Ν. 4161/2013), με τη διαμεσολάβηση προσώπων απ’ αυτά που έχουν τη σχετική εξουσία από το νόμο (βλ. άρθρο 2 Ν. 3869/2010), ο οποίος απέτυχε, (βλ. τις από 30-3-2012 βεβαιώσεις αποτυχίας της διαμεσολαβήτριας δικηγόρου Θεσσαλονίκης Θεοδώρας Θεοδώρου) β) κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 από την αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού και γ) δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση των αιτούντων για τη ρύθμιση των χρεών τους στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτησή τους για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ’ άρθρο 13 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 (βλ. σχετικές βεβαιώσεις του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, καθώς και της Γραμματέως του παρόντος Δικαστηρίου). Παραδεκτά εισάγεται για συζήτηση μετά:   α) την εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση των μετεχουσών πιστωτριών με την επίδοση σε αυτές αντιγράφου της αίτησης με την πράξη ορισμού δικασίμου (άρθρ. 5 παρ. 1 Ν. 3869/2010 όπως ιροπ. με άρθρο 85 Ν. 3996/2011), β) χην| εμπρόθεσμη κατάθεση στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού των εγγράφων του άρθρου 4 παρ. 2 και 4 Ν.3869/2010  (βεβαίωση αποτυχίας εξωδικαστικού συμβιβασμού, υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων κλπ.), γ) την αποτυχία του δικαστικού συμβιβασμού. Η αίτηση είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα κατά νόμο (άρθ. 4 παρ. 1 Ν.3869/2010) στοιχεία, ήτοι:  1) μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών των αιτούντων-φυσικών προσώπων, 2) κατάσταση της περιουσίας τους και των εισοδημάτων τους, 3) κατάσταση των πιστωτριών τους και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, 3) σχέδιο διευθέτησης των οφειλών τους, και 4) αίτημα ρύθμισης αυτών με σκοπό την προβλεπόμενη από το νόμο απαλλαγή τους (Ε. Κιουπτσίδου- Στρατουδάκη, Αρμεν. 64-Ανάτυπο, σελ. 1477), απορριπτομένων των σχετικών αναφορικά με θέματα πέραν των ως άνω απαιτουμένων για το ορισμένο της αιτήσεως ισχυρισμών των πιστωτριών περί αοριστίας της (αιτήσεως), τα οποία αφορούν την αποδεικτική διαδικασία. Περαιτέρω, η αίτηση είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 8, 9 και 11 του Ν. 3869/2010, όπως ισχύει σήμερα μετά την τελευταία τροποποίησή του με το νόμο 4161/2013. Εφόσον δε, δεν επιτεύχθηκε δικαστικός συμβιβασμός μεταξύ των αιτούντων και των πιστωτριών τους, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος των αιτούντων, στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου (οι μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες δεν πρότειναν και δεν εξέτασαν μάρτυρα), η οποία εκτιμάται καθεαυτή, αλλά και σε συνδυασμό προς τις λοιπές αποδείξεις, από τα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε προκειμένου να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρ.336 παρ. 3 και 395 του ΚΠολΔ.), από τις ομολογίες των διαδίκων που προκύπτουν από τους ισχυρισμούς τους (άρθρ.261, 352, 339 του ΚΠολΔικ), και από τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία λαμβάνει αυτεπαγγέλτως το Δικαστήριο υπ’ όψιν και χωρίς απόδειξη, (άρθρ.336 παρ. 1 και 4 του ΚΠολΔικ) αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ο αιτών……………………….., που έχει γεννηθεί το έτος 1971, και η αιτούσα …………………………, που έχει γεννηθεί το έτος 1982, είναι σύζυγοι και από το γάμο τους έχουν αποκτήσει δύο τέκνα, τα οποία είναι ανήλικα, ηλικίας σήμερα 9 και 2 ετών αντίστοιχα. Ο αιτών, από τον πρώτο γάμο του έχει άλλα δύο ανήλικα τέκνα, ηλικίας 16 και 13 ετών αντίστοιχα, προς τα οποία καταβάλει μηνιαίως ως διατροφή το ποσό των 300 ευρώ. Ο ίδιος, εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος στην εταιρία …………………..», και οι αποδοχές του, από το ποσό των 1.700 ευρώ που ανέρχονταν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, ανέρχονται πλέον στα 1.000 ευρώ. Η σύζυγός του δεύτερη αιτούσα, δεν εργάζεται, ασχολούμενη αποκλειστικά με την ανατροφή των ανήλικων παιδιών της, ούτε εργαζόταν στο παρελθόν, εισόδημά της δε έως και το έτος 2009 αποτελούσαν τα μισθώματα που εισέπραττε από την εκμίσθωση ποσοστού συνιδιοκτησίας της επί ενός κληρονομιαίου ακινήτου στη ……………., το οποίο όμως έχει ήδη πωληθεί, κι έτσι πλέον το εισόδημά της από οποιαδήποτε πηγή, είναι μηδενικό. Οι απαιτούμενες οικογενειακές τους δαπάνες περιλαμβάνουν την κάλυψη των βιοτικών αναγκών των ιδίων, και των ανηλίκων τέκνων τους, στις οποίες πρέπει νά  συμπεριληφθεί το ποσό των 300 ευρώ που καταβάλει κατά τα ως άνω ο πρώτος των αιτούντων, ως διατροφή των ανηλίκων τέκνων του από τον πρώτο του γάμο. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους, οι αιτούντες, είχαν αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία τόσο αυτά προς τους ανέγγυους όσο και αυτά και προς τους ενέγγυους πιστωτές, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, με εξαίρεση τα παρακάτω εμπραγμάτως ασφαλισμένα στεγαστικά δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθ. 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010), και από τα οποία υφίστανται οφειλές των αιτούντων και συγκεκριμένα οι εξής: 1) Προς την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «……………………», οφείλουν ως συνοφειλέτες α) από στεγαστικό δάνειο, μαζί με τους τόκους (έξοδα δεν υπάρχουν), την 18-1-2012, 97.990,64 ευρώ και β) από επισκευαστικό δάνειο, μαζί με τους τόκους (έξοδα δεν υπάρχουν), την 18-1-2012, 35.073,48 ευρώ. Οι ως άνω απαιτήσεις της πιστώτριας, είναι ασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης α’ και β’ σειράς, επί της κύριας κατοικίας των αιτούντων για την οποία θα γίνει λόγος εκτενώς κατωτέρω, πλην όμως δεν προσκομίστηκαν στοιχεία για το επιτόκιο ενήμερης οφειλής ώστε να υπολογιστεί η τρέχουσα αξία τους με τον υπολογισμό τόκων κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης, αφού μέχρι τότε συνεχίζουν να εκτοκίζονται (άρθ. 6 παρ. 3 Ν. 3869/10). Περαιτέρω ο αιτών, στην ίδια ως άνω τράπεζα οφείλει από τη χρήση μιας πιστωτικής κάρτας, την 25- 4-2012, η σύμβαση χορήγησης της οποίας έχει ήδη καταγγελθεί, 1.837,34 ευρώ. Επομένως η συνολική οφειλή του αιτούντα στην παραπάνω πιστώτρια, ανέρχεται στα 134.901,46 ευρώ και της απούσας στα 133.064,12 ευρώ. 2) Στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «……………………………….», ο αιτών οφείλει από καταναλωτικό δάνειο, μαζί με τους τόκους (έξοδα δεν υπάρχουν), την 25-4-2012 8.467,90 ευρώ, 3) Στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «…………………..» , οφείλει από τη χρήση πιστωτικής κάρτας, μαζί με τους τόκους (έξοδα δεν υπάρχουν), την 16-11- 2011, 2.921,61 ευρώ, ενώ δεν προσκομίστηκαν στοιχεία για το επιτόκιο ενήμερης οφειλής, ούτε για το υπόλοιπο της άνω οφειλής του αιτούντα κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης στην άνω πιστώτρια και 4) Στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «………………………», οφείλει α) από τη χρήση μιας πιστωτικής κάρτας, μαζί με τους τόκους (έξοδα δεν υπάρχουν), την 18-11-2011, 933,46 ευρώ, β) ομοίως από τη χρήση μιας πιστωτικής κάρτας, μαζί με τους τόκους (έξοδα δεν υπάρχουν), την 14-11-2011, 21,70 ευρώ και γ) από ένα καταναλωτικό δάνειο, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα, την 9-11-2011, 8.873,02 ευρώ, ενώ δεν προσκομίστηκαν στοιχεία για το επιτόκιο ενήμερης οφειλής, ούτε για τα υπόλοιπα των άνω οφειλών του αιτούντα κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης στην άνω πιστώτρια. Επομένως η συνολική οφειλή του αιτούντα στην παραπάνω πιστώτρια, ανέρχεται στα 9.828,18 ευρώ. Ήτοι ο απών, οφείλει συνολικά στους πιστωτές του 156.119,15 ευρώ (134.901,46+ 8.467,90 + 2.921,61 + 9.828,18), ενώ η συνολική οφειλή της απούσας στη μοναδική πιστώτριά της, ανέρχεται στα 133.064,12. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι απούντες, έχουν πάψει να εξυπηρετούν τα δάνειά τους και έχουν περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνουν τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές τους, η δε αδυναμία τους αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, αφού δεν απεδείχθη κάτι τέτοιο, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού της πιστώτριας «……………» περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντα σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι το μοναδικό αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο, το οποίο διαθέτουν οι αιτούντες κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, είναι μία αυτοτελής κατοικία, που βρίσκεται στην περιοχή επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου του οικισμού ……………….., του δ.δ ………………., και επί του υπ’ αριθμ. 04 οικοπέδου του……. Ο.Τ της ως άνω περιοχής, αποτελούμενη από ισόγειο εμβαδού 72,20 τ.μ και 1° όροφο εμβαδού 63,40 τ.μ, με ποσοστό επί του οικοπέδου και των λοιπών κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών, 35,70%, με το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης ενός τμήματος του οικοπέδου244,50τ.μ, συμπερλαμβανομένης και της επιφάνειας κάλυψης της κατοικίας. Η κατοικία αυτή, αποτελεί την κύρια κατοικία των αιτούντων και της οικογένειάς τους και της οποίας η αντικειμενική αξία ανέρχεται στο ποσό των 67.729,79 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενα φύλλα υπολογισμού αξίας ακινήτων οικοπέδου και κτισμάτων), ήτοι δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού που απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή της από την εκποίηση. Για τη διάσωση λοιπόν της κύριας κατοικίας τους οι αιτούντες πρέπει να καταβάλουν μέχρι το 80% της αντικειμενικής αξίας της, κατ’ άρθρ. 9 παρ. 2 του Ν.3869/2010, όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής (παρ. 2) αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρ. 17 του Ν.4161/2013 σε συνδυασμό με την παρ.3 του άρθρ. 19 του ίδιου νόμου, δηλαδή ποσό μέχρι αυτό των 54.183,83 ευρώ, έκαστος δε κατά το ποσοστό του (50%), μέχρι αυτό των 27.091,91 ευρώ. Ακόμη, ο αιτών είναι κύριος ποσοστού 25% επί ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 3.600 τ.μ, που βρίσκεται στη θέση ……………….. του Δήμου ………………Θεσσαλονίκης, εμπορικής αξίας (του ποσοστού) 600 ευρώ, είναι κάτοχος και χρήστης ενός Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής ΚΙΑ, τύπου …………… έτους κυκλοφορίας 2005, καθώς επίσης έχει στην κυριότητά του ένα μεταχειρισμένο Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, μάρκας …………………., έτους κυκλοφορίας 2007, εμπορικής αξίας 2.500  ευρώ.

Το Δικαστήριο δεν θα προβεί στην εκποίηση του ανωτέρω ποσοστού επί του αγροτεμαχίου του αιτούντα και του προπεριγραφομένου αυτοκινήτου, καθώς όσο αφορά το αγροτεμάχιο, πρόκειται για  μικρό εξ αδιαιρέτου ποσοστό χαμηλής κατά τα ως άνω αξίας, ενώ      όσο αφορά το αυτοκίνητο, αφενός μεν χρησιμοποιείται για τις ανάγκες της οικογένειας του, αφετέρου δε, δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, λόγω της παλαιότητάς του αλλά ούτε και να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτριών του αιτούντα, όπως άλλωστε και το αγροτεμάχιο, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ), γι’ αυτό και κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ’ άρθ. 9 παρ. 1 Ν. 3869/2010 εκποίησή τους. Με βάση τα προλεχθέντα συντρέχουν στο πρόσωπο των αιτούντων οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση του Ν. 3869/10 και ειδικότερα λόγω των εξαιρετικών περιστάσεων που αντιμετωπίζουν, οι οποίες επικεντρώνονται στην παρούσα φάση στο ανεπαρκές κατά τα παραπάνω οικογενειακό εισόδημά τους για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους, σ’ αυιή του άρθρου αρθ. 8 παρ. 5, περί μηδενικών ή μικρού ύψους καταβολών.

Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, το προς διάθεση στις πιστώτριές του από τον αιτούντα ποσό, ανέρχεται σε 50 ευρώ το μήνα, καθώς το Δικαστήριο κρίνει, ότι επί του παρόντος, είναι σε θέση να διαθέσει το ποσό αυτό για την ικανοποίηση μέρους των απαιτήσεων των πιστωτριών του, άλλωστε και ο ίδιος προτείνει την καταβολή του ποσού αυτού, ενώ όσο αφορά την αιτούσα, θα οριστούν μηδενικές καταβολές. Η ρύθμιση των χρεών του αιτούντα θα γίνει με μηνιαίες καταβολές απευθείας στις παραπάνω πιστώτριές Τράπεζες επί πενταετία (60 ισόποσες δόσεις), που θα αρχίζουν ένα μήνα μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, κατ’ αρθ. 8 παρ 2 Ν 3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 παρ.2 του Ν.4161/2013. Όπως προαναφέρθηκε, το συνολικό ποσό των οφειλών του ανέρχεται σε 156.119,15 ευρώ, το οποίο αναλύεται σε 134.901,46 ευρώ προς την «………………………..», 8.467,90 ευρώ προς την «……………………..», 2.921,61 ευρώ προς την «…………………..» και 9.828,18 ευρώ προς την «………………….». Σε καθεμία από τις πιστώτριές αυτές αναλογεί από το ποσό των 50 ευρώ της μηνιαίας δόσης, στην πρώτη αυτό των 43,20 ευρώ, στη δεύτερη αυτό των 2,71 ευρώ, στην τρίτη αυτό των 0,94 ευρώ και στην τέταρτη αυτό των 3,15 ευρώ. Περαιτέρω στην πράξη δεν αποκλείεται η εμφάνιση ακραίων ή εξαιρετικών περιπτώσεων οφειλετών, οι οποίοι έχουν πραγματική αδυναμία καταβολών και ελάχιστου ακόμη ποσού. Τούτο ενδεικτικά μπορεί να συμβεί σε περίπτωση χρόνιας χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη ανεργίας, σοβαρών προβλημάτων υγείας του ή άλλου μέλους της οικογένειας του, ανεπαρκούς εισοδήματος για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών ή άλλων λόγων ισοδύναμης βαρύτητας. Τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνει υπόψη ο νομοθέτης και επιχειρεί ειδική ρύθμιση στην παρ.5 του άρθρ.8 του Ν. 3869/2010. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν τηρείται ο κανόνας που επιβάλλεται με την παρ.2 του ίδιου άρθρου, αλλά επιτρέπεται στο δικαστήριο να καθορίζει μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές ακόμη καταβολές κατά τη διατύπωση του νόμου. Το δικαστήριο προ βαίνοντας σε εφαρμογή της διάταξης του εδ. α” της παρ.5 του άρθρ.8 του άνω νόμου, ορίζει με την ίδια απόφαση νέα δικάσιμο που απέχει από την προηγούμενη όχι λιγότερο από πέντε (5) μήνες για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών. Στη νέα αυτή δικάσιμο είτε επαναλαμβάνει την προηγούμενη απόφασή του είτε προσδιορίζει εκ νέου τις καταβολές προς τα πάνω ή προς τα κάτω, αν συντρέχει περίπτωση. Για τη νέα δικάσιμο οι διάδικοι (οφειλέτες-πιστωτές) ενημερώνονται με δική τους επιμέλεια. Από τη διάταξη της παρ.5 του άρθρ.8 του άνω νόμου, δηλαδή, προκύπτει ότι με τον καθορισμό μηδενικών ή μικρού ύψους καταβολών από το δικαστήριο δεν εκκαθαρίζεται οριστικά το θέμα της απαλλαγής του οφειλέτη από τα χρέη αλλά αναμένεται η παρέλευση των πέντε (5) ετών και έλεγχος μήπως μέσα στο διάστημα αυτό αλλάξουν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη και τα τυχόν εισοδήματά του, που να δικαιολογήσουν νέο προσδιορισμό του ύψους των καταβολών (βλ. Αθ. Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων με βάση τον Ν.3869/2010, όπως ισχύει μετά τις επελθούσες νομοθετικές μεταβολές, σελ. 197-198, αριθμ.66-67, ΕιρΑχαρν 3/2011, ΕιρΠατρ. 16/2012, ΕιρΠαμίσου 1/2012 Νόμος, ΕιρΘεσ 7730/2011,αδημ.). Επειδή η παρούσα δυσμενής οικονομική κατάσταση των αιτούντων, η οποία οφείλεται κατά κύριο λόγο σιη δύσκολη οικονομική κατάσταση της; χώρας, κρίνεται προσωρινή, δεδομένου ότι δεν μπορεί να εκτιμηθεί για πόσο χρονικό διάστημα οι αιτούντες θα παραμείνουν στην ίδια οικονομική κατάσταση, καθώς υπάρχει ενδεχόμενο ανεύρεσης εργασίας από την αιτούσα, η οποία, είναι μόνο 32 ετών, κι όπως ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρ. 8 του Ν.3869/2010, σε κάθε περίπτωση οφείλει να εργάζεται κατά την διάρκεια της περιόδου ρύθμισης, ή αν δεν εργάζεται να καταβάλει εύλογη προσπάθεια για την εξεύρεση ανάλογης εργασίας, και σύμφωνα με τα προαναφερόμενα συντρέχουν στο πρόσωπο των αιτούντων εξαιρετικές περιπτώσεις και συγκεκριμένα χρόνια ανεργία της απούσας, και ανεπάρκεια εισοδήματος, για την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών τους. Γι’ αυτό πρέπει, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 8 παρ.5 του Ν. 3869/2010, μετά τον ορισμό κατά τα ως άνω μικρού ύψους καταβολών για τον αιτούντα και μηδενικών καταβολών για την αιτούσα, να οριστεί συγχρόνως νέα δικάσιμος, για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών, η 29-9-2015, στον συνήθη τόπο και χρόνο συνεδρίασης του Δικαστηρίου, θεωρώντας ότι εντός του χρονικού αυτού διαστήματος, μέχρι τη νέα δικάσιμο, είναι δυνατό να έχει βελτιωθεί η οικονομική τους κατάσταση, ώστε σ’ αυτήν (άνω νέα δικάσιμο) να προσδιορισθούν οι μηνιαίες καταβολές του άρθρ. 8 παρ.2 του Ν.3869/2010, αλλά να ορισθούν και αυτές του άρθρ. 9 παρ.2 του ίδιου νόμου, δηλαδή αυτές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας τους, ως προς το χρόνο έναρξής τους, τη διάρκειά τους και το ποσό τους. Κατόπιν τούτων η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσία και να ρυθμιστούν οι οφειλές των αιτούντων σύμφωνα με το διατακτικό. Σημειώνεται στο σημείο αυτό, ότι λόγω του ελάχιστου των καταβολών ως προς τη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη πιστώτρια για το χρονικό αυτό διάστημα της προσωρινής έως την επανασυ ζήτηση της υπόθεσης ρύθμισης των οφειλών του αϊτούντα, παρέχεται σ’ αυτόν η δυνατότητα καταβολής των οριζόμενων δόσεων εφάπαξ, και συγκεκριμένα, ποσού τριάντα δύο ευρώ και πενήντα δύο λεπτών (32,52 – 12 μήνες X 2,71 ευρώ) εφάπαξ προς τη δεύτερη πιστώτρια, ποσού έντεκα ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (11,28 – 12 μήνες X 0,94 ευρώ) προς την τρίτη πιστώτρια και ποσού τριάντα επτά ευρώ και ογδόντα λεπτών (37,8 – 12 μήνες X 3,15 ευρώ) προς την τέταρτη πιστώτρια. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του Ν. 3869/2010.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.

ΡΥΘΜΙΖΕΙ τα χρέη της απούσας με μηδενικές μηνιαίες καταβολές, και του αϊτού ντα, με μηνιαίες καταβολές ποσού 50,00 ευρώ προς τις πιστώτριες Τράπεζες και συγκεκριμένα: ποσού σαράντα τριών ευρώ και είκοσι λεπτών     (43,20) προς την «………………………..», ποσού δύο ευρώ και εβδομήντα ενός λεπτού (2,71) προς την «……………………….», ποσού ενενήντα τεσσάρων λεπτών (0,94) προς την «………………………», και ποσού τριών ευρώ και δέκα    πέντε λεπτών (3,15) ευρώ προς την «……………………», παρέχοντας σ’ αυτόν τη δυνατότητα καταβολής εφάπαξ ποσού τριάντα δύο ευρώ και πενήντα δύο λεπτών (32,52) ευρώ προς την «…………………………….», ποσού έντεκα      ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (11,28) ευρώ προς την «…………………………….», και ποσού τριάντα επτά ευρώ και ογδόντα λεπτών (37,8) ευρώ προςτην «……………………». Οι παραπάνω καταβολές θα αρχίζουν ένα μήνα μετά τη    δημοσίευση της παρούσας απόφασης, και θα ισχύσουν  για το χρονικό διάστημα μέχρι τη δημοσίευση της νέας απόφασης του Δικαστηρίου τούτου που θα επαναπροσδιορίζει τις μηνιαίες καταβολές.

ΕΞΑΙΡΕΙ της εκποίησης την κύρια κατοικία τωναιτούντων και ειδικότερα μία αυτοτελή κατοικία, που βρίσκεται στην περιοχή επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου του οικισμού……………….., του δ.δ ………………….., και επί του    υπ” αρ…………………………………….οικοπέδου του Γ256 Ο.Τ της ως άνω περιοχής, αποτελούμενη από ισόγειο εμβαδού 72,20 τ.μ και 1° όροφο εμβαδού 63,40 τ.μ, με ποσοστό επί του οικοπέδου και των λοιπών κοινοχρήστων και     κοινοκτήτων μερών  35,70% με το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης ενός τμήματος του οικοπέδου 244,50 τ.μ, συμπεριλαμβανομένης και της επιφάνειας κάλυψης της κατοικίας.

ΟΡΙΖΕΙ νέα δικάσιμο για επαναπροσδιορισμό τωνμηνιαίων καταβολών, αλλά και για ορισμό αυτών του άρθρ.9 παρ. 2 του νόμου 3869/2010, δηλαδή για τη διάσωση της κύριας κατοικίας τους, ως προς το χρόνο έναρξής τους, τη διάρκειά τους και το ποσό τους, την 29-9-2015, κατά το χρόνο και τόπο που συνεδριάζει το Δικαστήριο αυτό.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, στη Θεσσαλονίκη, στις 2 Οκτωβρίου 2014, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων  τους.

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ

 

 

27

Jun

2014

ΠΠρΞάνθης 23/2014 Άκυρος ο όρος που περιλαμβάνεται στους Γ.Ο.Σ. τραπεζικών δανειακών συμβάσεων αποπληρωτέων με βάση την ισοτιμία σε ελβετικά φράγκα.

Ο όρος που είναι προδιατυπωμένος από την τράπεζα και περιλαμβάνεται στους γενικούς όρους συναλλαγών, χωρίς να έχει αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων, κατά το μέρος που ρυθμίζει την ισοτιμία, με βάση την οποία θα μετατρέπονται σε ελβετικά φράγκα οι τυχόν καταβολές σε ευρώ, που πραγματοποιεί ο ενάγων καθ” όλη τη διάρκεια αποπληρωμής του δανείου του, είναι αόριστος και ασαφής, ως εκ τούτου δε, καταχρηστικός και άκυρος. Συγκεκριμένα, με τον επίμαχο όρο παραβιάζεται από την εναγόμενη η υποχρέωση σαφήνειας και διαφάνειας των γ.ο.σ., η οποία επιτάσσει όπως οι όροι είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ούτως ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτων τη μέση αντίληψη, κατά τον σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως δε όσον αφορά στη σχέση παροχής και αντιπαροχής (ΕφΠειρ 711/2011 ΔΕΕ 2012.356).

Δείτε το πλήρες κείμενο της απόφασης:

ΑΠΟΦΑΣΗ        23/2014

(αριθμός έκθεσης κατάθεσης αγωγής ΤΠ-12/2013)

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΞΑΝΘΗΣ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ   από   τους   Δικαστές,   Δομνίκη   Λασπά, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Γεώργιο Πλαγάκο, Πρωτοδίκη και Νικόλαο Κασμερίδη, Πρωτοδίκη – Εισηγητή, καθώς και από τη Γραμματέα, Δήμητρα Ψαρά.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του την 21η Νοεμβρίου 2013, για να δικάσει τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΤΠ-12/13-5-2013 αγωγή, μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ………………………. του ……………, κατοίκου Ξάνθης, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Απόστολου Χατζησταμάτη, του Δ.Σ. Ξάνθης, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, καθώς και το υπ αρ. 6542/2013 γραμμάτιο προείσπραξης του Δ.Σ.Ξ.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ………….., μετά την τροποποίηση της επωνυμίας της από …………………………, και τον διακριτικό τίτλο …………………, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Παύλου Καραβέλη, του Δ.Σ. Ξάνθης, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, καθώς και το υπ” αρ. 6520/2013 γραμμάτιο προείσπραξης του Δ.Σ.Ξ.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και στις έγγραφες προτάσεις τους.

 

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Σύμφωνα με το αρθ. 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών», όπως αυτό είχε πριν από την αντικατάσταση του με το αρθ. 10 παρ. 24 στοιχ. β” του ν. 2741/1999, οι γενικοί όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι, που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο πελάτης της τράπεζας, στον οποίο η τελευταία, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους χορηγεί, εκτός των άλλων, καταναλωτικά ή στεγαστικά δάνεια. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας ενός τέτοιου γενικού όρου, ενσωματωμένου σε σύμβαση, κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης, από την οποία αυτή εξαρτάται (ΑΠ 904/2011 Αρμ 2012.1708). Ο περιέχων τη διάταξη αυτή νόμος 2251/1994 αποτελεί, εξάλλου, ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993 «σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές». Στο αρθ. 3 παρ. 1 της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι «ρήτρα σύμβασης, που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργείται εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση». Η ρύθμιση της παρ. 6 του αρθ. 2 του ν. 2251/1994 αποτελεί εξειδίκευση της γενικής αρχής του αρθ. 281 ΑΚ, κατά την οποία απαγορεύεται   η   καταχρηστική   άσκηση   του   δικαιώματος   ή   η κατάχρηση ενός θεσμού, όπως είναι η συμβατική ελευθερία. Η ανωτέρω παράγραφος, στην αρχική της διατύπωση, χρησιμοποιούσε τον όρο «υπέρμετρη διατάραξη» της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, αποκλίνοντας έτσι φραστικά από τη διατύπωση του αρθ. 3 παρ, 1 της Οδηγίας, η οποία ομιλεί για «σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών». Στενή γραμματική ερμηνεία του όρου «υπέρμετρη» διατάραξη θα οδηγούσε σε σημαντικό περιορισμό της δυνατότητας ελέγχου του περιεχομένου των γενικών όρων των συναλλαγών (γ.ο.σ.) και, συνεπώς, σε μειωμένη προστασία του καταναλωτή, έναντι εκείνης της Οδηγίας. Η ανάγκη της σύμφωνης με την Οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου επιβάλλει, επομένως, όπως ο όρος «υπέρμετρη» διατάραξη εκληφθεί, διασταλτικά ερμηνευόμενος , ότι σημαίνει «ουσιώδη ή σημαντική» διατάραξη. Η ανάγκη αυτή, εναρμονισμένης δηλαδή προς την Οδηγία ερμηνείας, επιβάλλει να δοθεί η ίδια έννοια, μέσω τελολογικής συστολής, στον όρο «διατάραξη» και μετά την απάλειψη του όρου «υπέρμετρη», στην οποία προέβη ο νεότερος νομοθέτης με το αρθ. 10 παρ. 24 στοιχ. β” του ν. 2741/1999. Συνεπώς, και μετά την τροποποίηση αυτή, προϋπόθεση της καταχρηστικότητας κάποιου γ.ο.σ. είναι η με αυτόν «ουσιώδης ή σημαντική» διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας (ΟλΑΠ 6/2006 ΕλλΔνη 2006.419). Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι η παρ. 2 του αρθ. 6 του ως άνω νόμου έχει ήδη αντικατασταθεί με την παρ. 2 του αρθ. 2 του ν. 3587/2007. Ορίζεται δε πλέον σε αυτή ότι .γενικοί όροι συναλλαγών, που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, απαγορεύονται και είναι άκυροι. Προστέθηκε, δηλαδή, με την ως άνω διάταξη ο όρος «σημαντική», που δεν υπήρχε στην προϋπάρχουσα μορφή του άρθρου. Περαιτέρω, εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των γ.ο.σ., που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του αρθ. 2 του ν. 2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικώς και τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων, που θεωρούνται άνευ ετέρου (per se) καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται, κατά αμάχητο τεκμήριο, ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα. Στις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και η υπό στοιχείο ια”, σύμφωνα με την οποία καταχρηστικοί είναι και εκείνοι οι όροι, που, χωρίς σπουδαίο λόγο, αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή. Η σωρευτική εφαρμογή από το Δικαστήριο των παρ. 6 και 7 του αρθ. 2 του ν. 2251/1994 δεν αποκλείεται, καθώς η επίκληση του γενικού αξιολογικού κριτηρίου «της διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή» είναι δυνατό να έχει αξία και χρησιμότητα για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και αόριστων αξιολογικών κριτηρίων, που χρησιμοποιεί ο νόμος στις επιμέρους περιπτώσεις του ενδεικτικού καταλόγου. Εξάλλου, και οι περιγραφόμενες από το νόμο ειδικές, κατά αμάχητο τεκμήριο, περιπτώσεις καταχρηστικότητας αποτελούν ενδείκτες, που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και, συγκεκριμένα, της έννοιας της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών, που συνάγονται από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις, είναι και η αρχή της διαφάνειας, καθώς και η αρχή της απαγόρευσης της χωρίς λόγο ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής ή των επιμέρους στοιχείων της στην απόλυτη κρίση του προμηθευτή. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας,» η οποία ρητά διατυπώνεται και στο άρθρο 5 της Οδηγίας, οι γ ο σ. πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκεια της και τα μεγέθη, που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής. Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής, κατ” αρχήν, δεν λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου γ.ο.σ. Εντούτοις, σύμφωνα και με το αρθ. 4.παρ. 2 της Οδηγίας, ελέγχεται, εάν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν έχει, δηλαδή, παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας (ΟλΑΠ 15/2007 ΔΕΕ 2007.975). Η ως άνω απαίτηση περί διαφάνειας των γ.ο.σ. δεν αφορά, εξάλλου, απλά και μόνο τον κατανοητό αυτών χαρακτήρα από τυπική και γραμματική άποψη, παρά αναφέρεται και στη λειτουργία τους, ούτως ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες και μεταβολές, που κάθε όρος συνεπάγεται γι’ αυτόν (βλ. ΔΕΚ, απόφαση της 30ης Απριλίου 2014, υπόθεση C-26/13 Arpad Kasler, Hajnalka Kaslerne Rabai  κατά ΟΤΡ Jelzalogbank Zrt, σκέψεις 71 – 75). Η παραπάνω σαφήνεια, δηλαδή, αφορά και τις νομικές συνέπειες μίας ρήτρας, ήτοι τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του καταναλωτή. Για το λόγο δε αυτό, ασαφείς ή πολυσήμαντες ρήτρες δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται από τον προμηθευτή, με σκοπό να ενισχύσει τη θέση του απέναντι στον καταναλωτή. Ειδικά, όσον αφορά τις δυσμενείς οικονομικές συνέπειες και επιβαρύνσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ευκρινείς, με την έννοια ότι μπορούν να γίνουν άμεσα κατανοητές από το μέσο καταναλωτή, ο οποίος δεν διαθέτει εξειδικευμένες νομικές ή οικονομικές γνώσεις. Η διαφάνεια, λοιπόν, αφορά στη σαφή και κατανοητή διατύπωση, στην αρχή του ορισμένου ή οριστού περιεχομένου και στην αρχή της προβλεψιμότητας της ύπαρξης των όρων. Αδιαφανείς ρήτρες, που αποκρύπτουν την πραγματική, νομική και οικονομική κατάσταση, δημιουργούν τον κίνδυνο ο καταναλωτής είτε να απόσχει από την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων του, είτε να αποδεχθεί αξιώσεις, που, κατά το φαινόμενο, έχει ο προμηθευτής. Υπό το πρίσμα αυτό, οι αδιαφανείς ρήτρες μπορεί να οδηγήσουν, ακριβώς λόγω της αδιαφάνειας τους, στη διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας κατά το αρθ. 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994. Για το λόγο αυτό και οι γ.ο.σ., υπακούοντας στην παραπάνω αρχή, πρέπει να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΑΠ 652/2010 ΔΕΕ 2010.943, ΑΠ 430/2005 ΕλλΔνη 2005.802). Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι η ακυρότητα ενός γ.ο.σ. δεν επιδρά στο κύρος όλης της δικαιοπρακτικής σύμβασης, αλλά είναι μερική, υπό την έννοια ότι άκυρος θεωρείται μόνο ο συγκεκριμένος καταχρηστικός, σύμφωνα με το νόμο, όρος. Ως προς δε το ζήτημα της πλήρωσης του κενού, που δημιουργείται από την ακυρότητα ενός γ.ο.σ., αυτό καλύπτεται, κατ” αρχήν, και εφόσον προβλέπεται σχετική ρύθμιση, με την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα ενδοτικού δικαίου, ο οποίος, όπως προκύπτει από τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 93/13, θεωρείται ότι δεν περιέχει καταχρηστικές ρήτρες και ότι συνάδει με τους σκοπούς του αρθ. 6 παρ. 1 της Οδηγίας 93/13 (βλ. την ανωτέρω απόφαση του ΔΕΚ, σκέψεις 80 -82 και 85). Σε διαφορετική περίπτωση, γίνεται από το Δικαστήριο συμπληρωματική ερμηνεία της σύμβασης κατά το αρθ. 200 ΑΚ, βάσει, δηλαδή, της καλής πίστης, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΕφΑΘ 1471/2013 ΤΝΠ Νόμος). Συγκεκριμένα, καλή πίστη είναι η συμπεριφορά, που επιβάλλεται στις συναλλαγές, κατά την κρίση χρηστού και γνωστικού ανθρώπου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης το Δικαστήριο σταθμίζει τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου, στην προστασία του οποίου αποβλέπει ο ερμηνευόμενος όρος, λαμβάνει δε, επίσης, υπόψη τη φύση και το σκοπό της δικαιοπραξίας, τις συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των μερών, τις τοπικές και γλωσσικές συνήθειες, τις προηγούμενες συναλλαγές των μερών και την προηγούμενη συμπεριφορά τους, τις διαπραγματεύσεις, που είχαν προηγηθεί και πώς οι σχετικές δηλώσεις του ενός μέρους αναμένονταν να εκληφθούν από το άλλο. Για να συναγάγει, εξάλλου, το ερμηνευτικό του πόρισμα το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεσθεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει στοιχεία και εκτός αυτής, τα οποία θα προταθούν από τους διαδίκους. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, να λάβει υπόψη του και στοιχεία από τη μεταγενέστερη από την κατάρτιση της σύμβασης συμπεριφορά των μερών, ως ενδεικτικά του νοήματος, που είχαν προσδώσει στη σύμβαση τα μέρη, γεγονός, που υποδηλώνεται και με τις σύμφωνες με αυτό ενέργειες τους (ΑΠ 374/2013 ΤΝΠ Νόμος). Αντίθετα, η διάταξη του αρθ. 371 ΑΚ και το εξ αυτής απορρέον κριτήριο της δίκαιης κρίσης, ως μέσο συμπλήρωσης του κενού, που δημιουργείται από την ακυρότητα ενός γ.ο.σ., δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, καθώς δεν αποτελεί κατάλληλο μέσο για την προστασία του αντισυμβαλλόμενου -καταναλωτή, δεδομένου ότι η παραπάνω διάταξη εφαρμόζεται κυρίως στις ατομικές συμβάσεις και δεν μπορεί να διασφαλίσει τα συμφέροντα του καταναλωτή σε συμβάσεις, όπου οι όροι μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών δεν καθίστανται αντικείμενο διαπραγμάτευσης, όπως συμβαίνει εν προκειμένω με τους γ.ο.σ. (ΑΠ 1030/2001 ΔΕΕ 2001.1125). Έτσι, η απόφαση του Δικαστηρίου, που προβαίνει σε συμπληρωματική ερμηνεία άκυρου, κατά τα ανωτέρω, όρου, δεν είναι διαπλαστική, διότι δεν προβαίνει σε προσδιορισμό της παροχής κατά τη διάταξη του αρθ. 371 εδ. 2 ΑΚ (οπότε στην περίπτωση αυτή πράγματι θα επρόκειτο για διαπλαστική απόφαση, η οποία διαπλάσσει το περιεχόμενο ενοχικής σχέσης), παρά μόνο σε συμπλήρωση του κενού, που δημιούργησε ο άκυρος όρος, ώστε να ανταποκρίνεται στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς, ωστόσο, να τροποποιεί τη σύμβαση (ΠΠΑΘ 5257/2013, ΠΠΑΘ 3990/2013, ΠΠΑΘ 2942/2013 ΤΝΠ Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, ο ενάγων ιστορεί ότι, την …………2007, σύναψε στην Ξάνθη με την εναγόμενη, τραπεζική εταιρία, σύμβαση στεγαστικού δανείου σε συνάλλαγμα, ποσού 166.680,60 ελβετικών φράγκων. Ότι στην επίμαχη σύμβαση περιεχόταν, μεταξύ άλλων, και ο υπ” αρ. 7α όρος, σύμφωνα με τον οποίο «εφόσον το δάνειο ή οποιοδήποτε τμήμα αυτού έχει χορηγηθεί σε συνάλλαγμα, ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε EURO με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής». Ότι ενώ η ισοτιμία του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου, κατά την ημερομηνία εκταμίευσης του ανωτέρω δανείου, την 8η Ιουνίου 2007, ήταν 1,658300, στη συνέχεια, διαφοροποιήθηκε, με αποτέλεσμα, την Ι”1 Οκτωβρίου 2012, να ανέλθει στο 1,1833000, αφού το ελβετικό νόμισμα ισχυροποιήθηκε έναντι του ευρώ. Ότι η μεταβολή αυτή στην ισοτιμία των δύο νομισμάτων είχε ως αποτέλεσμα να έχουν εξανεμιστεί όλες οι καταβολές, που ο ίδιος πραγματοποίησε (σε ευρώ) έναντι του παραπάνω δανείου, με συνέπεια το αρχικό του κεφάλαιο, υπολογιζόμενο σε ελβετικά φράγκα, να έχει μεν ελαττωθεί κατά τα προβλεπόμενα στη σύμβαση, υπολογιζόμενο, όμως, σε ευρώ, να παραμένει υψηλό, έχοντας μειωθεί από το ποσό των 105.319,58 ευρώ (την 8η Ιουνίου 2007) μόλις σ” αυτό των 89.004,96 ευρώ (την 1η Οκτωβρίου 2012). Με βάση δε το ιστορικό αυτό και επικαλούμενος, παράλληλα, ο ενάγων πως ο ίδιος δεν ενημερώθηκε από τους υπαλλήλους της εναγομένης για τον συναλλαγματικό κίνδυνο, που αναλάμβανε κατά τη λήψη του επίμαχου δανείου, αλλά ούτε και για τις επιπτώσεις, που θα μπορούσε να έχει μία σοβαρή υποτίμηση του ευρώ έναντι του ελβετικού νομίσματος στο ύψος τόσο των εξοφλητικών δόσεων, όσο και του κεφαλαίου του ανωτέρω δανείου, ζητεί να κηρυχθεί άκυρος ο προαναφερόμενος όρος, αφενός μεν διότι ο ίδιος τον αγνοούσε ανυπαιτίως, αφετέρου δε διότι αυτός (όρος) τυγχάνει, ως αόριστος και ακατάληπτος, καταχρηστικός, επιφέρει δε σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των δύο συμβαλλομένων στην παραπάνω σύμβαση μερών σε βάρος του. Ζητεί, ακόμη, όπως υποχρεωθεί η εναγόμενη να υπολογίσει το παραπάνω δάνειο από τη λήψη και μέχρι την ολοσχερή αυτού εξόφληση, με βάση την ισοτιμία μεταξύ των δύο νομισμάτων, η οποία ίσχυε κατά το χρόνο της λήψης του, άλλως δε όπως το υπολογίσει εξ αρχής σε ευρώ. Ζητεί, επίσης, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση, που θα εκδοθεί, και να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική του δαπάνη. Με το εν λόγω περιεχόμενο και αίτημα, η ως άνω αγωγή παραδεκτά και αρμοδίως, καθ’ ύλην και κατά τόπον, εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (αρθ. 18 και 33 ΚΠολΔ), κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία. Είναι δε αυτή επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των αρθ. 2 παρ. 1, 6 και 7 του ν. 2251/1994, 281 ΑΚ, 70, 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τη σημείωση πως με το δεύτερο από τα αιτήματα της το Δικαστήριο εκτιμά πως ο ενάγων ζητεί ουσιαστικά να πληρωθεί το κενό, που θα δημιουργηθεί στη σύμβαση σε περίπτωση που αναγνωριστεί η τυχόν ακυρότητα του προσβαλλόμενου από αυτόν γ.ο.σ. Μετά την εν λόγω εκτίμηση, το παρεπόμενο, περί κήρυξης της εκδοθησομένης απόφασης προσωρινά εκτελεστής, αίτημα της αγωγής, τυγχάνει πλέον μη νόμιμο και, ως εκ τούτου, απορριπτέο, αφού η απόφαση, που θα εκδοθεί, σε περίπτωση ευδοκίμησης της υπό κρίση αγωγής, θα είναι αναγνωριστική. Σε αναγνωριστικού δε χαρακτήρα αποφάσεις δεν νοείται αναγκαστική εκτέλεση (ΕφΑΘ 4457/2009 ΕλλΔνη 2010.207). Πρέπει, επομένως, η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω, για να κριθεί αν είναι βάσιμη και από ουσιαστική άποψη.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων αμφοτέρων των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ” αρ. ………………….. έγγραφης σύμβασης στεγαστικού δανείου, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στην Ξάνθη την 6η Ιουνίου 2007, η εναγόμενη χορήγησε στον ενάγοντα στεγαστικό δάνειο, μέσω του οποίου ο τελευταίος θα αποπλήρωνε το τίμημα, ύψους 81.972 ευρώ, της αγοράς του κείμενου στην πόλη της Ξάνθης διαμερίσματος, που μόλις είχε αποκτήσει δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου υπ” αρ. …………………….. συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ξάνθης………………………… Το δάνειο αυτό συμφωνήθηκε σε συνάλλαγμα και ήταν ποσού 166.680,60 ελβετικών φράγκων (CHF). Η δε αποπληρωμή του ορίστηκε να γίνει σε 300 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, οι οποίες θα καταβάλλονταν την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα, αρχής γενομένης από το μήνα Αύγουστο του έτους 2007. Το επιτόκιο, που θα βάρυνε το εν λόγω δάνειο, θα ήταν κυμαινόμενο. Συγκεκριμένα, προβλέφθηκε πως, για μεν το χρονικό διάστημα από την ημέρα εκταμίευσης του δανείου και μέχρι το τέλος του μήνα εκταμίευσης, καθώς και του επόμενου, το επιτόκιο θα ισούταν με το LIBOR μηνιαίας διάρκειας, το οποίο θα ίσχυε δύο εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα εκταμίευσης του δανείου, προσαυξημένο κατά 1,10 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ για το χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της ανωτέρω περιόδου και για κάθε εφεξής μήνα, το επιτόκιο θα  αναπροσαρμοζόταν  και   θα  ισούταν  με  το  εκάστοτε  LIBOR μηνιαίας διάρκειας, το οποίο θα ίσχυε δύο εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήξη εκάστου προηγούμενου μήνα, προσαυξημένο κατά 1,10 ποσοστιαίες μονάδες. Ως LIBOR δε νοείται ο αριθμητικός μέσος όρος (στρογγυλοποιημένος προς τα άνω μέχρι τέσσερα δεκαδικά ψηφία) των επιτοκίων, που προσφέρονται στη διατραπεζική αγορά του   Λονδίνου,   στις   11.00  π.μ.   περίπου   (ώρα   Λονδίνου),   δύο εργάσιμες (για το Λονδίνο και την Αθήνα) ημέρες πριν από την ημέρα εκταμίευσης του δανείου για καταθέσεις σε ελβετικό φράγκο, ύψους αντίστοιχου με το εκτοκιζόμενο κεφάλαιο και διάρκειας ενός μήνα  (βλ.  τον 2° όρο του  από  5-6-2007  Προσαρτήματος Ι  της σύμβασης).   Περαιτέρω,  αποδείχθηκε ότι το ως άνω ποσό των 166.680,60 ελβετικών φράγκων εκταμιεύθηκε δύο ημέρες αργότερα, την 8η Ιουνίου 2007, και ενώ η ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου  ήταν  1,658300.  Ισούταν,  δηλαδή,  αυτό  με  100.512,93 ευρώ, στα οποία και μετατράπηκε πριν δοθεί στον ενάγοντα, αφού ο τελευταίος,   μετά  την  αντικατάσταση   της  δραχμής,   ως   εθνικού νομίσματος,  βάσει  του  αρθ.   1   του ν.  2842/2000,   σε  ευρώ  θα κατέβαλε, όπως και πράγματι έκανε (βλ. την υπ” αρ. ………….. πράξη της συμβολαιογράφου Ξάνθης, ……………………),     το     τίμημα    της     αγοράς    του     προαναφερόμενου διαμερίσματος. Προς εξυπηρέτηση, άλλωστε, του επίμαχου δανείου τηρήθηκε και εξακολουθεί να τηρείται από την εναγόμενη ο υπ” αρ. ………………………… λογαριασμός, στον οποίο καταχωρούνται – σε ελβετικά φράγκα – τόσο οι δεδουλευμένοι τόκοι, που, κατά διαστήματα, βαρύνουν το δάνειο, όσο και οι διάφορες καταβολές, στις οποίες ο ενάγων προβαίνει προς εξόφληση του. Οι τελευταίες, ωστόσο, στην πραγματικότητα, γίνονται σε ευρώ, αφού ο ενάγων, ως συνταξιούχος ………………., που ζει και δραστηριοποιείται στην Ελλάδα, σε ευρώ λαμβάνει τη σύνταξη του και σε ευρώ πραγματοποιεί τις συναλλαγές του. Από την άλλη πλευρά, σε ελβετικά φράγκα υπολογίζεται κάθε μία από τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις, που ο ενάγων είναι υποχρεωμένος να καταβάλει (βλ. τους σχετικούς πίνακες πληρωμών, σε συνδυασμό με το αντίγραφο της κίνησης του δανειακού λογαριασμού, που νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι). Περαιτέρω, σύμφωνα με τον υπ” αρ. 7α όρο της ως άνω σύμβασης, ο δανειολήπτης όφειλε να καταβάλει στην Τράπεζα ακριβόχρονα τις προς εξόφληση του δανείου δόσεις. Εφόσον δε το δάνειο ή οποιοδήποτε τμήμα αυτού χορηγούνταν σε συνάλλαγμα, ο οφειλέτης υποχρεούταν να εκπληρώσει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, ενώ η ισοτιμία του ευρώ προς το ελβετικό φράγκο ανερχόταν, όπως προεκτέθηκε, κατά την ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου, στο 1,658300, στη συνέχεια, διαφοροποιήθηκε. Συγκεκριμένα, σταδιακά μειώθηκε, αφού το αλλοδαπό νόμισμα ισχυροποιήθηκε έναντι του εγχώριου. Ανήλθε δε αυτή, ενδεικτικά, την 1η Αυγούστου 2007 στο 1,622200, την 1η Απριλίου 2008 στο 1,545500, την 1Π Δεκεμβρίου 2008 στο 1,536910, την 1η Σεπτεμβρίου 2010 στο 1,265000, την 1η Ιουνίου 2011 στο 1,200500 και την 1η Οκτωβρίου 2012 στο 1,183300. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα ο ενάγων να είναι υποχρεωμένος να καταβάλει πιο πολλά χρήματα, προκειμένου να αποπληρώνει τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις του δανείου του. Έτσι λ.χ., ενώ για μία δόση, ύψους 500,30 CHF, την  1η Αυγούστου  2007  έπρεπε  να  καταβάλει  (500,30 / 1,622200 =) 308,41 ευρώ, την 1η Οκτωβρίου 2012, για την ίδια δόση, όφειλε να καταβάλει (500,30 / 1,183300 =) 422,80 ευρώ. Το δε συνολικό υπόλοιπο της οφειλής του ενώ, την 1η Αυγούστου 2007, ανερχόταν στα 166.347,17 CHF ή 102.544,18 ευρώ, την 1η Οκτωβρίου 2012 ανερχόταν στα 105.319,58 CHF ή 89.004,97 ευρώ, και την 1η Οκτωβρίου 2013, με ισοτιμία 1,225299, στα 100.575,38 CHF ή 82.082,25 ευρώ. Ήδη δε με την κρινόμενη αγωγή του, ο ενάγων υποστηρίζει πως ο προμνημονευόμενος υπ” αρ. 7α όρος της επίμαχης σύμβασης, ο οποίος προέβλεπε ότι ο ίδιος υποχρεούταν να εκπληρώνει τις απορρέουσες από τη σύμβαση υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής, ήταν, κατά το δεύτερο του σκέλος, αόριστος και ασαφής, με συνέπεια ο ίδιος, ο οποίος, ως συνταξιούχος αστυνομικός και τελειόφοιτος Τεχνικού Λυκείου, στερείται οικονομικών γνώσεων και πείρας περί τις συναλλαγές, να μην αντιληφθεί, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, τις συνέπειες, που θα μπορούσε να έχει αυτός (όρος), κατά τη διάρκεια της εξόφλησης του δανείου του, σε περίπτωση μεταβολής της ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου. Πράγματι, ο προαναφερόμενος όρος, που ήταν προδιατυπωμένος από την εναγόμενη και περιλαμβανόταν στους γ.ο.σ., χωρίς να έχει αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων, κατά το μέρος που ρυθμίζει την ισοτιμία, με βάση την οποία θα μετατρέπονται σε ελβετικά φράγκα οι τυχόν καταβολές σε ευρώ, που πραγματοποιεί ο ενάγων καθ” όλη τη διάρκεια αποπληρωμής του δανείου του, είναι αόριστος και ασαφής, ως εκ τούτου δε, καταχρηστικός και άκυρος. Συγκεκριμένα, με τον επίμαχο όρο παραβιάζεται από την εναγόμενη η υποχρέωση σαφήνειας και διαφάνειας των γ.ο.σ., η οποία επιτάσσει όπως οι όροι είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ούτως ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτων τη μέση αντίληψη, κατά τον σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως δε όσον αφορά στη σχέση παροχής και αντιπαροχής (ΕφΠειρ 711/2011 ΔΕΕ 2012.356). Συγκεκριμένα, με την ως άνω ρήτρα δεν παρουσιάζονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων στη σύμβαση διαδίκων, αφού δεν διατυπώνεται ευκρινώς ο τρόπος λειτουργίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας, η μέθοδος και οι ιδιαιτερότητες του μηχανισμού μετατροπής του εγχώριου νομίσματος σε ξένο νόμισμα, καθώς, επίσης, και η σχέση μεταξύ του μηχανισμού αυτού και των τυχόν άλλων, που προβλέπουν ετέρες ρήτρες σχετικά με την αποδέσμευση και την αποπληρωμή δανείων, ούτως ώστε ο καταναλωτής και, εν προκειμένω, ο ενάγων, ο οποίος από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε πως διέθετε ιδιαίτερες γνώσεις αναφορικά με τους νομισματικούς κανόνες, τις συνθήκες της αγοράς και το κόστος του χρήματος, να μπορεί να εκτιμήσει τις οικονομικές συνέπειες, που θα μπορούσε να έχει για τον ίδιο ο παραπάνω όρος, και, συγκεκριμένα, να διαγνώσει, εκ των προτέρων, τόσο το ύψος των μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, που θα καλούνταν να καταβάλει για την αποπληρωμή του δανείου του, όσο και το ύψος του ανεξόφλητου κεφαλαίου του τελευταίου, σε περίπτωση που η ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου διαφοροποιούνταν σε βάρος του πρώτου (βλ. την ανωτέρω απόφαση του ΔΕΚ, σκέψεις 73 – 75). Δεν μπορούσε, επομένως, αυτός να γνωρίζει εκ των προτέρων τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει. Και ναι μεν ο επίμαχος όρος ήταν σαφώς διατυπωμένος από γραμματική άποψη, πλην, όμως, μόνη η σαφήνεια αυτή δεν αρκεί, κατά τα διαλαμβανόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη, προκειμένου να κριθεί ως έγκυρος βάσει των κριτηρίων, που ο ν. 2251/1994 και η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ θέτουν αφού, εξαιτίας της παραπάνω αοριστίας του ως προς τις οικονομικές συνέπειες του, οδηγεί ουσιαστικά στη διάψευση των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή – πελάτη αναφορικά με την εξέλιξη της συναλλακτικής του σχέσης με την Τράπεζα (ΑΠ 1219/2001 ΔΕΕ 2001.1128). Περαιτέρω, όσον αφορά το κενό, που δημιουργείται από την ακυρότητα του προμνημονευόμενου γ.ο.σ., αυτό, κατά τα προδιαληφθέντα στη μείζονα σκέψη, θα έπρεπε, κατ” αρχήν, να καλυφθεί με την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα ενδοτικού δικαίου και, ειδικότερα, με την εφαρμογή της διάταξης του αρθ. 291 ΑΚ, η οποία ορίζει πως «όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην Ελλάδα, ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής». Ωστόσο, επειδή η ουσιαστικού δικαίου ρύθμιση, που η εν λόγω διάταξη εισάγει, ταυτίζεται με εκείνη του προμνημονευόμενου όρου, που κρίθηκε καταχρηστικός, το Δικαστήριο κρίνει πως η εφαρμογή της στη θέση του θα κατέληγε στο ίδιο αποτέλεσμα, στη διάψευση, δηλαδή, των εύλογων προσδοκιών του ενάγοντος αναφορικά με την εξέλιξη της συναλλακτικής του σχέσης με την εναγόμενη και, συνακόλουθα, στη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των μεταξύ τους δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε βάρος του ιδίου. Ως εκ τούτου, η εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, η οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι δεσμευτική, αφού δεν καθιερώνει υποχρέωση, αλλά απλό δικαίωμα του οφειλέτη να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής, θα πρέπει να αποκλειστεί. Κατά συνέπεια, το κενό, που προκαλείται στην επίμαχη σύμβαση αναφορικά με την ισοτιμία, βάσει της οποίας θα υπολογίζονται οι καταβολές σε ευρώ, που ο ενάγων πραγματοποιεί προς εξόφληση του δανείου του, θα πρέπει να πληρωθεί με συμπληρωματική, κατ” αρθ. 200 ΑΚ, ερμηνεία αυτής (σύμβασης), ούτως ώστε η τελευταία να ανταποκρίνεται πλέον στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Στο πλαίσιο της εν λόγω ερμηνείας, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη: α) τις αρχές της συναλλακτικής ευθύτητας, τις οποίες οφείλει να τηρεί κάθε χρηστός και γνωστικός συναλλασσόμενος, καθώς και τις σύμφωνες με αυτές συνήθειες των συναλλαγών, β) το είδος, τη φύση και το σκοπό της επίμαχης σύμβασης, την οποία σύναψαν οι διάδικοι, και, συγκεκριμένα, το γεγονός πως επρόκειτο για μία, καταρτισθείσα στην Ελλάδα, δανειακή σύμβαση, μέσω της οποίας ο ενάγων θα αποπλήρωνε (σε ευρώ) το τίμημα της αγοράς ενός διαμερίσματος, γ) τα συμφέροντα αμφοτέρων των διαδίκων, εκ των οποίων εκείνα της εναγομένης δεν εξαρτώνται, όπως η ίδια η μάρτυρας ανταπόδειξης και υπάλληλος της ανέφερε, κατά την ένορκη επ” ακροατηρίω κατάθεση της, από τη συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων, αλλά εξυπηρετούνται μέσω του προαναφερόμενου κυμαινόμενου επιτοκίου, με το οποίο και συμφωνήθηκε πως θα αποπληρωθεί το δάνειο, δ) τις συνθήκες, που επικρατούσαν στις χρηματαγορές μέχρι το έτος 2007, οπότε και συνήφθη η επίμαχη σύμβαση, και οι οποίες χαρακτηρίζονταν από τη σταθερότητα της ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου (βλ. την ένορκη κατάθεση της ίδιας ως άνω μάρτυρα), ε) το γεγονός πως ο ενάγων, ως υπήκοος Ελλάδας, ο οποίος ζει και δραστηριοποιείται στην ελληνική επικράτεια, δεν μπορεί παρά να χρησιμοποιεί το εγχώριο νόμισμα, και δη το ευρώ, στις συναλλαγές του, στ) το γεγονός πως η εναγόμενη, όπως με τις από 29-10-2013 προτάσεις της παραδέχεται, γνώριζε πως ο ενάγων αδυνατούσε να έχει στην κατοχή του ελβετικά φράγκα, με συνέπεια να εξοφλεί, όπως και πράγματι έκανε, ουσιαστικά σε ευρώ το δάνειο του, ζ) το γεγονός πως το χρηματικό ποσό, που χορηγήθηκε, ως δάνειο, στον ενάγοντα δυνάμει της επίμαχης σύμβασης, ναι εκταμιεύθηκε σε ελβετικά φράγκα, πλην, όμως, αμέσως μετά την την ανωτέρω σύμβαση υποχρεώσεων του, να πρέπει να υπολογίζονται από την εναγόμενη σε ελβετικά φράγκα, με βάση τη μεταξύ των δύο νομισμάτων συναλλαγματική ισοτιμία (1,658300), που ίσχυε κατά την ημέρα εκταμίευσης του δανείου (8 Ιουνίου 2007). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολο τους μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (αρθ. 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι ο υπ” αρ. 7α όρος της μνημονευόμενης στο σκεπτικό της παρούσας δανειακής σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο «…εφόσον το δάνειο ή οποιοδήποτε τμήμα αυτού έχει χορηγηθεί σε συνάλλαγμα, ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την τράπεζα … είτε σε EURO με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής», τυγχάνει καταχρηστικός και, ως εκ τούτου, άκυρος, με συνέπεια οι καταβολές, που ο ενάγων πραγματοποιεί σε ευρώ προς εκπλήρωση των απορρεουσών από τη μνημονευόμενη στο σκεπτικό της παρούσας σύμβαση υποχρεώσεων του, να πρέπει να υπολογίζονται από την εναγόμενη σε ελβετικά φράγκα, με βάση τη μεταξύ των δύο νομισμάτων συναλλαγματική ισοτιμία (1,658300), που ίσχυε κατά την ημέρα εκταμίευσης του δανείου (8 Ιουνίου 2007).

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Ξάνθη την 7η Μαΐου 2014 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, την 27η Μαΐου 2014, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                           Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ

 

 

Category

Recent

Archive