October 2014

22

Oct

2014

Σκέψεις για το σχέδιο νόμου για τις ΚΟΠ

22 Οκτωβρίου, 2014

Το νομοθέτημα είναι στη σωστή κατεύθυνση .Τα θέματα που περιλαμβάνει απασχολούν την ΕΕ από ετών  .Το 2010 στην τελική υποβληθείσα έκθεση με θέμα Volunteering in the European Union (Educational, Audiovisual & Culture Executive Agency –Directorate General Education and Culture) ξεχωρίζει το ζήτημα της τήρησης αρχείου εθελοντών(ανακοίνωση στις αρχές), της φορολόγησης των εθελοντικών οργανώσεων και της ύπαρξης ή όχι ειδικών νόμων που  να διέπουν τους οργανισμούς που λειτουργούν κυρίως με εθελοντές. Για την Ελλάδα γίνεται ρητή αναφορά στο ασαφές πλαίσιο, κάτι που ως πρόβλημα χαρακτηρίζει τη χώρα μας εξαιτίας της διάσπαρτης νομοθεσίας –Δυστυχώς είναι κλασσικό να εκδίδεται ένας νόμος και να ακολουθούν ερμηνευτικές εγκύκλιοι για δεκάδες θέματα που δεν αναγνωρίζουν συχνά οι νομοθετούντες  εξ αιτίας της έλλειψης βιωματικής εμπειρίας επί των αντικειμένων

Ωστόσο, πέραν της σωστής κατεύθυνσης  ,υπάρχουν κάποια  ζητήματα προς διευκρίνιση , διόρθωση και συμπλήρωση. Για τα δύο βασικά ζητήματα των εθελοντών και των χρηματοδοτήσεων κάποιες κατ’ αρχήν σκέψεις είναι οι ακόλουθες:

 Ως προς τα προβλεπόμενα για τους εθελοντές:

Η καταγραφή των εθελοντών είναι στη σωστή κατεύθυνση –εφαρμόζεται σε χώρες με προηγμένη αντίληψη στο χώρο της εθελοντικής προσφοράς-στη Σουηδία όλες οι οργανώσεις  οποιασδήποτε φύσεως είναι υποχρεωμένες να καταχωρούν τους εθελοντές τους στο ειδικό βιβλίο ,το οποίο  έπειτα θεωρείται από την Εφορία.  Μάλιστα, ακριβώς  επειδή ο εθελοντικός αναγνωρίζεται παντού ως ένα ιδιαίτερα θετικό χαρακτηριστικό, δεν θα ήταν άστοχο  να γίνει και κάποια πρόβλεψη «πιστοποιησης» εθελοντών με θετικές για τους ίδιους  συνέπειες ,με βάση στοιχεία που κάθε είδος οργάνωσης θα οριοθετήσει ξεχωριστά (αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει ευκαιριακά εδώ και τώρα με το εν λόγω νομοσχέδιο ).

 Η προτεινόμενη ιατροφαρμακευτική  και νοσοκομειακή κάλυψη των δαπανών για ατύχημα ή ασθένεια που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την εθελοντική του απασχόληση είναι επιπλέον επιβάρυνση για τους συλλόγους όπου όλοι κατά κύριο λόγο απασχολούνται εθελοντικά –άλλωστε ο εθελοντής  είτε είναι ασφαλισμένος οπότε δεν τίθεται θέμα είτε είναι ανασφάλιστος (όπως οι φοιτητές )  ή ασφαλισμένος μεν αλλά χωρίς δικαίωμα παροχής  ωστόσο και αυτές οι κατηγορίες των πολιτών  έχουν δικαίωμα νοσοκομειακής και ιατρικής περίθαλψης σε όλα τα δημόσια νοσοκομείου (ΚΥΑ αρ Υ4α/ΓΠ/ΟΙΚ. 48985/36)

 Ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόβλεψη απασχόλησης εθελοντών όχι μόνο σε οργανώσεις ΚΟΠ όπως σωματεία, σύλλογοι, αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρίας, ΜΚΟ και πάντως σε κάτι από όλα αυτά που στη σκέψη του καθένα από εμάς ταυτίζονται με τη δράση των εθελοντών  ,αλλά και σε ΟΤΑ!, ΝΠΔΔ! και το ίδιο το Δημόσιο!. Η πρόβλεψη αυτή σε συνδυασμό με τη ρητή αναφορά στο άρθρο 10 του σχεδίου περί μη εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας , δημιουργεί σκέψεις αναφορικά με πως ακριβώς θα λειτουργήσει η εθελοντική εργασία στους παραπάνω φορείς.

Ως προς τις οριζόμενες υποχρεώσεις των εγγεγραμμένων στο ΚΟΠ

Το θέμα των κρατικών χρηματοδοτήσεων σαφέστατα ενδιαφέρει .Η προσπάθεια επίβολης και τήρησης κανόνων διαφάνειας είναι σωστή. Ωστόσο  για τις ΚΟΠ μεγάλου αριθμών   δράσεων, όπως για παράδειγμα του χώρου της υγείας , υπάρχουν  δύο είναι τα δεδομένα:

 Κατ’ αρχήν στην παρούσα οικονομικο –κοινωνική κατάσταση ,   μεγάλος αριθμός αυτών προσφέρει σοβαρότατο έργο  όχι  μόνο υποστηρικτικό αλλά και  σημαντικά συμπληρωματικό των κρατικών δομών  οι οποίες εξαιτίας της κρίσης δυσλειτουργούν. Αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να προσμετρηθεί ώστε να διατηρηθούν στο μέγιστο βαθμό όσες παράγουν αυτό το έργο.

Κατά δεύτερον, ακριβώς διότι τα μέλη είναι πρόσωπα που χρήζουν υποστήριξης και βοήθειας ( οι σύλλογοι καλούνται διαρκώς να βοηθήσουν και όχι να βοηθηθούν οι ίδιοι) , τα οικονομικά δεδομένα των περισσοτέρων συλλόγων είναι ασθενή και για το λόγο αυτό σαφώς χρειάζονται την ενίσχυση της πολιτείας στην οποία επιστρέφουν πολλαπλάσιο όφελος όχι μόνο σε ανθρωπιστικό επίπεδο αλλά και σε στενά οικονομικό – για παράδειγμα το κόστος που δεν δαπανά η πολιτεία για τις εκατοντάδες  ή  και χιλιάδες χημειοθεραπείες που τελικά δεν θα γίνουν ποτέ εξαιτίας της συστηματικής ενημέρωσης του πληθυσμού αναφορικά με την  πρόληψη του καρκίνου του μαστού που εδώ και χρόνια υλοποιείται από το Αλμα Ζωής είναι προσμετρήσιμο.

Το προτεινόμενο άρθρο θέτει δύο προϋποθέσεις για την εγγραφή στο ΚΟΠ –την τήρηση διπλογραφικών βιβλίων και την έκδοση ετήσιου πιστοποιητικού νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου, δηλαδή ορκωτού ελεγκτή .Οι δύο αυτές προϋποθέσεις συνεπάγονται σοβαρότατα δαπανήματα σε ετήσια βάση που υπερβαίνουν τις δυνατότητες του μέσου συλλόγου αν  όχι της συντριπτικής πλειοψηφίας αυτών. Βέβαια το προτεινόμενο άρθρο σε μια μάλλον λογική ισοσταθμική αυξάνει το όριο των απαλλασσόμενων εκδηλώσεων από το ΦΠΑ και το φόρο από τις δύο σε τέσσερις αλλά ούτε και αυτό είναι λογικό –Και τούτο διότι ακόμα και αν υποθέσουμε ότι θα μπορούν να οργανωθούν και να παράξουν εισοδήματα τέσσερις εκδηλώσεις ετησίως σε τέτοιες συνθήκες οικονομικής κρίσης , είναι εκτός λογικής να υποβάλλονται οι σύλλογοι στον τεράστιο κόπο οργάνωσης εκδηλώσεως (και στο στο αντίστοιχο άγχος του οικονομικού αποτελέσματος τους) μόνο και μόνο για να πληρώνονται οι ανωτέρω προβλεπόμενες δαπάνες.

Αντ’ αυτών θα μπορούσε να προταθεί  :

Όσον αφορά το είδος των λογιστικών βιβλίων : Τήρηση απλογραφικών βιβλίων (δηλαδή βιβλίων β κατηγορίας με υποχρέωση τήρης λογαριασμού ταμείου και μερίδων όλων των τραπεζικών λογαριασμών είτε καταθετικών είτε δανειακών . Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται ο έλεγχος ροής του χρήματος χωρίς να διαφοροποίεται το κόστος σε βάρος των συλλόγων.

΄Οσον αφορά το ετήσιο πιστοποιητικό , μπορεί να εφαρμοστεί η μεθοδολογία του ν. 2190/1920 , δηλαδή ως ένα ποσό επιχορήγησης ο έλεγχος να γίνεται και το πιστοποιητικό  να εκδίδεται από λογιστές μέλη του Οικονομικού Επιμελητηρίου , κατόχους αδείας Α ή  και Β τάξης ,ενώ πάνω από το ως άνω ποσό να παρέχεται η δυνατότητα στις ΚΟΠ αν επιθυμούν να προσκομίζουν το προβλεπόμενο πιστοποιητικό ή σε αντίθετη περίπτωση να υποβάλουν αίτημα στη φορολογική αρχή  για τη διενέργεια ελέγχου. Στην τελευταία περίπτωση ο έλεγχος να διενεργείται κατά προτεραιότητα ώστε να έχει ολοκληρωθεί πριν την λήψη της επιχορήγησης.

Με την πρόταση αυτή και ο έλεγχος  θα γίνεται και το κόστος δεν θα μεταβληθεί.

Στο ίδιο άρθρο προβλέπεται η συμμετοχή στην προτεινόμενη Επιτροπή για  τις απευθείας επιχορηγήσεις και ενός διαχειριστή εγγεγραμμένης στο μητρώο ΚΟΠ με ετήσια ανανεούμενη θητεία . Προτείνεται η θητεία να μην είναι ανανεούμενη αλλά κάθε χρόνο να διαφοροποιείται το πρόσωπο και η έδρα του συλλόγου .Το τελευταίο κυρίως ώστε να εκπροσωπούνται ισότιμα με της πρωτεύουσας και οι περιφερειακές ΚΟΠ.

 Μαρούσα Πρωτοπαπαδάκη- Φαίδρα Βαλασσά

 

 

 

 

 

 

16

Oct

2014

ΣτΕ 2151/2014 Η θέσπιση νομοθετικών διατάξεων, με τις οποίες εισάγεται περιορισμός της υποχρέωσης της Διοίκησης για συμμόρφωσή της προς ακυρωτικές δικαστικές αποφάσεις,δεν αποκλείεται .

Η θέσπιση νομοθετικών διατάξεων, με τις οποίες εισάγεται περιορισμός της υποχρέωσης της Διοίκησης για συμμόρφωσή της προς ακυρωτικές δικαστικές αποφάσεις,δεν αποκλείεται από τις διατάξεις του Συντάγματος, με τις οποίες κατοχυρώνονται οι αρχές της ισότητας, της διάκρισης των λειτουργιών, του δικαιώματος της δικαστικής προστασία, εφόσον οι διατάξεις αυτές είναι γενικής εφαρμογής, υπαγορεύονται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δεν προσβάλλουν τον πυρήνα του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας και σέβονται την αρχή της αναλογικότητας (βλ. σχετ. ΑΕΔ 14/2013). Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, τέτοιες νομοθετικές διατάξεις δεν αντίκεινται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 1 και 26 του ΔΣΑΠΔ.

16 Οκτωβρίου, 2014

Αριθμός 2151/2014

 ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Γ΄

 Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2012, με την εξής σύνθεση: Δ. Πετρούλιας, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Γ΄Τμήματος, Μ. Βηλαράς, Π Καρλή, Φ. Ντζίμας, Μ. Πικραμένος, Σύμβουλοι, Μ. Σταματοπούλου, Δ. Βανδώρος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Τετράδη, Γραμματέας του Γ΄Τμήματος.

 Για να δικάσει την από 27 Οκτωβρίου 2005 αίτηση:

  του …, κατοίκου … Αττικής (…), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Ευάγγελο Χλούπη (Α.Μ. 1160, Δ.Σ. Πειραιά), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

 κατά του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, ο οποίος παρέστη με τον Νικόλαο Μουκαζή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

  Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθούν: 1) το από 26.7.2005 Προεδρικό Διάταγμα (Φ.Ε.Κ. Γ΄ 195/8.8.2005), 2) η από 22.4.2004 απόφαση του Ανωτάτου Συμβουλίου του Λιμενικού Σώματος και το από 26.4.2004 Προεδρικό Διάταγμα (Φ.Ε.Κ. Γ΄ 118/26.4.204), 3) το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 2935/2001 και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

  Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Δ. Βανδώρου.

 Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντα, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

 Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

 Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

 1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (Α΄ 1150837, 1150838, 1150839/2005 γραμμάτια παραβόλου).

 2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία εισάγεται προς συζήτηση μετά από την 591/2012 απόφαση της πενταμελούς σύνθεσης του Γ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, ζητείται η ακύρωση: α) του από 26.7.2005 προεδρικού διατάγματος (Γ΄ 195/8.8.2005), καθ’ ο μέρος με αυτό ο αιτών προήχθη στο βαθμό του Υποναυάρχου του Λιμενικού Σώματος (Λ.Σ.) εκτός οργανικών θέσεων και τέθηκε σε αποστρατεία λόγω προαγωγής του νεότερού του Αρχιπλοιάρχου …. στο βαθμό του Υποναυάρχου – Επιθεωρητή Λ.Σ., β) της από 22.4.2004 απόφασης του Ανωτάτου Συμβουλίου του Λ.Σ. με ευρύτερη σύνθεση, με την οποία ο ….. προήχθη στο βαθμό του Υποναυάρχου – Επιθεωρητή Λ.Σ. και του κυρωτικού αυτής από 26.4.2004 προεδρικού διατάγματος (Γ΄118/26.4.204), γ) του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 2935/2001.

  3. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 95 παρ. 1 εδ. α΄ του Συντάγματος και 45 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8), η αίτηση ακυρώσεως χωρεί κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών, όχι δε κατά των πράξεων της νομοθετικής εξουσίας (βλ. ΣτΕ 3976/2009, Ολομ., 3404, 372/2005, 581/2002, 1484/1999, Ολομ. κ.α.). Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση, καθ’ ο μέρος με αυτή ζητείται η ακύρωση της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 του τυπικού νόμου 2935/2001 (Α΄162) ή – καθ’ ερμηνεία της – της διάταξης του άρθρου 42 παρ. 1 του τυπικού νόμου 3079/2002 (Α΄311), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

  4. Επειδή, στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι : «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», στο άρθρο 20 παρ. 1 ότι : «Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σε αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει», στο άρθρο 25 παρ. 1 ότι : «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. … Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας», στο άρθρο 26 ότι : «1. Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. 2. Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση. 3. Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια …», στο άρθρο 94 παρ. 1 ότι : «Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου» και στο άρθρο 95 ότι : «1. Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως : α) Η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου. β) …, γ) …, δ) …2. … 3. Κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να υπάγονται με νόμο, ανάλογα με τη φύση και τη σπουδαιότητά τους, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δικάζει σε δεύτερο βαθμό, όπως νόμος ορίζει. 4. Οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας ρυθμίζονται και ασκούνται όπως νόμος ειδικότερα ορίζει. 5. Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης». Εξάλλου, στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α’ 256) ορίζεται ότι: «Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως. …». Περαιτέρω, στο άρθρο 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2462/1997 (Α’ 25) ορίζεται ότι: «Όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει συσταθεί με νόμο, το οποίο θα αποφασίσει για το βάσιμο κάθε κατηγορίας σχετικά με ποινικό αδίκημα, η οποία έχει απαγγελθεί εναντίον του, καθώς και για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα. …», στο δε άρθρο 26 αυτού, ορίζεται ότι : «Όλα τα πρόσωπα είναι ίσα ενώπιον του νόμου και έχουν δικαίωμα, χωρίς καμία διάκριση, σε ίση προστασία του νόμου. …».

  5. Επειδή, ο Κώδικας του Προσωπικού Λιμενικού Σώματος που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3079/2002 (Α΄311) ορίζει στο άρθρο 23 ότι: «1. … 4. α) Τα κριτήρια αξιολόγησης – ουσιαστικά προσόντα των Αξιωματικών κατατάσσονται σε πέντε ομάδες, ως εξής: (αα) Διοικητικές ικανότητες. (ββ) Υπηρεσιακές σχέσεις και συμπεριφορά. (γγ) Γνώση του αντικειμένου και υπηρεσιακή απόδοση. (δδ) Λοιπά επαγγελματικά και ειδικά προσόντα. (εε) Ηθικά ψυχικά και σωματικά προσόντα. β) Τα κριτήρια αξιολόγησης που προσδιορίζουν τα ουσιαστικά προσόντα των κρινόμενων Αξιωματικών χαρακτηρίζονται με τα κεφαλαία γράμματα «Α», «Β», «Γ» και «Δ». Χαρακτηρισμός κριτηρίου αξιολόγησης ως «Γ» ή «Δ» συνοδεύεται από εμπεριστατωμένη, σαφή και επαρκή αιτιολογία, που στηρίζεται σε συγκεκριμένα γεγονότα ή πραγματικά στοιχεία, διαφορετικά το αρμόδιο Συμβούλιο Κρίσεως δεν λαμβάνει υπόψη το αναφερόμενο στην έκθεση αξιολόγησης δυσμενή χαρακτηρισμό … 5. Ο χαρακτηρισμός όλων των Αξιωματικών, από της ισχύος του 2935/2001 (Α΄162), με βάση τα προσδιοριζόμενα από τα κριτήρια αξιολόγησης ουσιαστικά τους προσόντα, ορίζεται ως εξής: «Α»: «εξαίρετος» «Β»: «επαρκής» «Γ»: «ανεπαρκής» «Δ»: «μη παραδεκτός». 6. …». Εξάλλου, σε εκτέλεση της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 14 παράγραφος 4 του ν. 2935/2001 έχει εκδοθεί το π.δ. 56/2002 «Εκθέσεις αξιολόγησης προσωπικού Λιμενικού Σώματος» (Α’ 49), το άρθρο 11 του οποίου ορίζει ότι: «Η αντιστοίχιση του παλαιού συστήματος αξιολόγησης, που προέβλεπε βαθμολόγηση των ουσιαστικών προσόντων με ακέραιους αριθμούς από ένα (1) μέχρι δέκα (10), με το νέο σύστημα που προβλέπει αξιολόγηση με κεφαλαία γράμματα «Α», «Β», «Γ» και «Δ», είναι η παρακάτω: παλαιό σύστημα … οκτώ, εννέα (8,9) … νέο σύστημα «Β» επαρκής …». Ο προαναφερθείς Κώδικας του Προσωπικού Λιμενικού Σώματος ορίζει στο άρθρο 28 ότι: «Οι Αξιωματικοί Λ.Σ. κρίνονται και εγγράφονται στους προβλεπόμενους από την παράγραφο 1 του άρθρου 33 πίνακες ως: α) «Προακτέοι», οι χαρακτηριζόμενοι από το σύνολο των ουσιαστικών τους προσόντων, κατά την υπό κρίση χρονική περίοδο, ως «εξαίρετοι», ή «επαρκείς» και κρινόμενοι κατάλληλοι για προαγωγή στον επόμενο βαθμό. β) «Διατηρητέοι», εκείνοι που θεωρούνται κατάλληλοι για την αποτελεσματική ενάσκηση των καθηκόντων του βαθμού που φέρουν και, υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 2(α) του άρθρου 48, παραμένουν στο Λ.Σ. με τον κατεχόμενο βαθμό. γ) «Ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους», οι χαρακτηριζόμενοι από το σύνολο των ουσιαστικών τους προσόντων ως «επαρκείς» για προαγωγή πριν ή κατά τη διενέργεια της αποστρατείας τους, καθώς επίσης και εκείνοι που δεν συγκεντρώνουν σε απόλυτο βαθμό τα ουσιαστικά προσόντα τα οποία απαιτούνται για τη κάλυψη ανώτερης θέσης ή και δεν αποδίδουν κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του βαθμού τους, αλλά με βάση το σύνολο των ουσιαστικών τους προσόντων χαρακτηρίζονται ως «επαρκείς» για προαγωγή πριν τεθούν σε αποστρατεία. δ) «Παραμένοντες στον ίδιο βαθμό», οι χαρακτηριζόμενοι από το σύνολο των ουσιαστικών τους προσόντων, κατά την υπό κρίση χρονική περίοδο, ως «ανεπαρκείς», αλλά θεωρούμενοι κατάλληλοι για την ενάσκηση των καθηκόντων του βαθμού που φέρουν. ε) «Αποστρατευτέοι», εκείνοι που θεωρούνται ακατάλληλοι για την αποτελεσματική ενάσκηση των καθηκόντων του βαθμού που φέρουν, χαρακτηριζόμενοι από το σύνολο των ουσιαστικών τους προσόντων, κατά την υπό κρίση χρονική περίοδο, ως «μη παραδεκτοί» ή όσοι κρίνονται ως «αποστρατευτέοι» κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα αυτού και έχουν χαρακτηρισθεί ως «ανεπαρκείς», ενώ στο άρθρο 32 ότι: «4. Η κρίση των αρμόδιων Συμβουλίων αποβαίνει σε βάρος των κρινόμενων Αξιωματικών: α) Με το χαρακτηρισμό τους ως: (αα) «Ευδοκίμως τερματισάντων τη σταδιοδρομία τους», με εξαίρεση τις οριζόμενες στις παραγράφους 3 (α) και 3(β) (ββ) του άρθρου 34, 1(γ) (αα) και 2(β) (αα) του άρθρου 45 και 6 (α) και 8 (α) του άρθρου 48 περιπτώσεις, (ββ) «Παραμενόντων στον ίδιο βαθμό» (γγ) «Αποστρατευτέων», που συνεπάγεται την εγγραφή τους στους αντίστοιχους πίνακες. β) … 6. Σε όλες τις περιπτώσεις κρίσης συνεκτιμάται η υπηρεσιακή συμπεριφορά σε όλους τους βαθμούς, ιδιαίτερα στον κατεχόμενο. Η κρίση του Αξιωματικού στον κατεχόμενο βαθμό δύναται να επηρεασθεί δυσμενώς στις περιπτώσεις που ελάττωμα, αδυναμία ή έλλειψη προσόντος επαναλαμβάνεται κατά τρόπο που δείχνει ελαττωμένη αντίληψη των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από το αξίωμα, τη θέση ή τα καθήκοντά του». Περαιτέρω ο ίδιος Κώδικας ορίζει στο μεν άρθρο 33 ότι: «1. Τα Συμβούλια Κρίσεων με την κατάρτιση του πρακτικού κάθε συνεδρίασης συντάσσουν πίνακες εις διπλούν για όσους έκριναν, χωριστά κατά είδος κρίσης, κατηγορία και βαθμό, που υπογράφονται από τον Πρόεδρο, τα μέλη και το γραμματέα, ως εξής: α) … β) Για τους Αρχιπλοιάρχους Λ.Σ.: Πίνακας Α΄ «Διατηρητέων», Πίνακας Β’ «Ευδοκίμως τερματισάντων τη σταδιοδρομία τους», Πίνακας Γ’ «Αποστρατευτέων». γ) … 2. Οι καταρτιζόμενοι από τα Συμβούλια Κρίσεων πίνακες είναι οριστικοί και δεν υπόκεινται σε άλλη διατύπωση, υποβάλλονται δε στον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας από τους Προέδρους των Συμβουλίων, μέσω της Διεύθυνσης Προσωπικού Λ.Σ.. Οι πίνακες αυτοί, υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 1 του άρθρου 36, κυρώνονται με προεδρικά διατάγματα … 4. Σε εκτέλεση των πινάκων των εγγεγραμμένων ως αποστρατευτέων, ο Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας προκαλεί το αργότερο εντός τριάντα ημερών από της ισχύος των σχετικών πινάκων, τα προεδρικά διατάγματα αυτεπάγγελτης αποστρατείας αυτών των Αξιωματικών. Ομοίως απαιτείται κατά την περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 1 του άρθρου 35. 5. …», στο δε άρθρο 36 ότι: «1. α) Η Διεύθυνση Προσωπικού Λ.Σ. εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την ισχύ των πινάκων κοινοποιεί στους δυσμενώς κριθέντες Αξιωματικούς Λ.Σ. με εμπιστευτικό έγγραφο την απόφαση του Συμβουλίου με την αιτιολογία της. Οι εν λόγω Αξιωματικοί μπορούν να ζητήσουν την επανάληψη της κρίσης τους από το αρμόδιο δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Κρίσης, υποβάλλοντας ιεραρχικά, μέσω της προαναφερόμενης Διεύθυνσης, σχετική αίτηση με τυχόν συμπληρωματικά στοιχεία. Η αίτηση αυτή υποβάλλεται μία φορά και εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριάντα ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της δυσμενούς απόφασης. β) …», στο άρθρο 39 παρ. 1 ότι «Ο Αρχηγός του Λ.Σ. επιλέγεται μεταξύ των εν ενεργεία κατά το χρόνο της επιλογής, Υποναυάρχων Λ.Σ., καθώς και των Αρχιπλοιάρχων της παραγράφου 1α (αα) του άρθρου 14, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει τα τυπικά προς προαγωγή προσόντα του άρθρου 19, εξαιρουμένων των Υποναυάρχων και Αρχιπλοιάρχων, οι οποίοι στο πλαίσιο της διοικητικής τους αποκατάστασης λογίζονται εν ενεργεία, προαγόμενοι αναδρομικά στους βαθμούς αυτούς και σε χρόνο μεταγενέστερο της επιλογής του Αρχηγού Λ.Σ.» και στο άρθρο 42 ότι: «1. Οι Υπαρχηγοί και ο Γενικός Επιθεωρητής Λ.Σ. επιλέγονται μεταξύ των εν ενεργεία κατά το χρόνο της επιλογής Αρχιπλοιάρχων της παραγράφου 1α (αα) του άρθρου 14, που συμπληρώνουν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του έτους επιλογής τα τυπικά προς προαγωγή προσόντα του άρθρου 19, εξαιρουμένων εκείνων οι οποίοι στα πλαίσια της διοικητικής τους αποκατάστασης λογίζονται ότι βρίσκονται στην ενέργεια, προαγόμενοι αναδρομικά στο βαθμό αυτό και σε χρόνο μεταγενέστερο της επιλογής του Υπαρχηγού. 2. Όταν κενώνονται οι θέσεις του Υπαρχηγών και του Γενικού Επιθεωρητή Λ.Σ., το Ανώτατο Συμβούλιο Λ.Σ., με ευρύτερη σύνθεση, αποφασίζει ποιοι από αυτούς που έχουν τα κατά την παράγραφο 1 προσόντα είναι ικανοί για την πλήρωση των θέσεων αυτών, οι οποίοι και προάγονται αυτοδίκαια με την επιλογή τους στο βαθμό του Υποναυάρχου. Οι παραλειπόμενοι αρχαιότεροι των επιλεγέντων Αρχιπλοιάρχων θεωρούνται ως «ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους», εγγραφόμενοι στους οικείους πίνακες. 3. Ο Υποναύαρχος που ορίζεται Γενικός Επιθεωρητής Λ.Σ. είναι νεότερος των Υπαρχηγών».

 6. Επειδή, από το συνδυασμό των παρατεθεισών διατάξεων του Κώδικα Προσωπικού Λιμενικού Σώματος συνάγεται ότι οι προαγωγές των Αρχιπλοιάρχων σε Υποναυάρχους του Λιμενικού Σώματος διενεργούνται σε δύο στάδια. Κατά το πρώτο στάδιο οι Αρχιπλοίαρχοι κρίνονται ως διατηρητέοι, ως ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους ή ως αποστρατευτέοι και εγγράφονται αντίστοιχα στους πίνακες «διατηρητέων», «ευδοκίμως τερματισάντων την σταδιοδρομία τους» ή «αποστρατευτέων». Κατά το δεύτερο στάδιο το αρμόδιο συμβούλιο αποφασίζει ποιος από τους Αρχιπλοιάρχους του Λιμενικού Σώματος οι οποίοι έχουν εγγραφεί στον πίνακα «διατηρητέων» κρίνεται προακτέος για την πλήρωση κενής θέσης Υποναυάρχου (βλ. ΣτΕ 2643, 816/2008, 1011, 1012/2007). Η κρίση είναι αυτοτελής και γίνεται κατά τη σειρά αρχαιότητας των διατηρητέων Αρχιπλοιάρχων.

  7. Επειδή, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 20 παρ. 1, 25 παρ. 1, 26, 94 παρ. 1 και 95 του Συντάγματος, με τις οποίες κατοχυρώνονται οι αρχές της ισότητας, της διάκρισης των λειτουργιών, του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας, ειδικότερη εκδήλωση του οποίου αποτελούν τα κατά τα άρθρα 94 και 95 ασκούμενα ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και του Συμβουλίου της Επικρατείας ένδικα μέσα της προσφυγής ουσίας και της αίτησης ακύρωσης, δεν αποκλείεται η θέσπιση νομοθετικών διατάξεων, με τις οποίες εισάγεται περιορισμός της υποχρέωσης της Διοίκησης για συμμόρφωσή της προς ακυρωτικές δικαστικές αποφάσεις, εφόσον οι διατάξεις αυτές είναι γενικής εφαρμογής, υπαγορεύονται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δεν προσβάλλουν τον πυρήνα του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας και σέβονται την αρχή της αναλογικότητας (βλ. σχετ. ΑΕΔ 14/2013). Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, τέτοιες νομοθετικές διατάξεις δεν αντίκεινται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 1 και 26 του ΔΣΑΠΔ.

  8. Επειδή, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 1 και 39 παρ. 1 του Κώδικα του Προσωπικού Λιμενικού Σώματος συνάγεται ότι προς προαγωγή για την πλήρωση των οργανικών θέσεων του Αντιναυάρχου – Αρχηγού Λ.Σ., των Υποναυάρχων – Υπαρχηγών Λ.Σ. και του Υποναυάρχου – Γενικού Επιθεωρητή Λ.Σ. κρίνονται οι, κατά το χρόνο της επιλογής, κατέχοντες τους βαθμούς των Υποναυάρχων και Αρχιπλοιάρχων (για το βαθμό του Αντιναυάρχου – Αρχηγού Λ.Σ.), και Αρχιπλοιάρχων (για τους βαθμούς των Υποναυάρχων – Υπαρχηγών Λ.Σ. και του Υποναυάρχου – Γενικού Επιθεωρητή Λ.Σ.) και είναι πράγματι εν ενεργεία. Αποκλείονται δε από την κρίση προς προαγωγή για την πλήρωση των οργανικών θέσεων των πιο πάνω βαθμών οι ήδη αποστρατευθέντες ή μη προαχθέντες στους βαθμούς του Υποναυάρχου ή του Αρχιπλοιάρχου, οι οποίοι στο πλαίσιο της διοικητικής τους αποκατάστασης, συνεπεία ακυρωτικής δικαστικής απόφασης της δυσμενούς τους κρίσης, λογίζονται εν ενεργεία, κατά το χρόνο της επίδικης κρίσης, για την πλήρωση των οργανικών θέσεων προαγόμενοι αναδρομικά στους βαθμούς αυτούς και σε χρόνο μεταγενέστερο της επιλογής. Η ρύθμιση αυτή, η οποία αφορά μόνον τις κορυφαίες ηγετικές θέσεις του Λ.Σ., αποσκοπεί στη διασφάλιση σταθερής συγκρότησης της ηγεσίας του, προς χάρη της ομαλής λειτουργίας του, ως στρατιωτικής υπηρεσίας, καθώς και στην επιλογή της ηγεσίας του Λ.Σ. από εν ενεργεία αξιωματικούς και όχι αποστρατευθέντες ή μη προαχθέντες κατά το παρελθόν, οι οποίοι είτε συνεπεία της αποστρατείας τους βρίσκονται συνήθως επί μακρό χρόνο εκτός των τάξεων του στρατεύματος, είτε υπηρετούν σε αυτό με βαθμό κατώτερο των κρινομένων. Εξάλλου, οι αξιωματικοί του Λ.Σ., οι οποίοι, ενόψει των ανωτέρω, δεν δύνανται να κριθούν προς προαγωγή για την πλήρωση των οργανικών θέσεων των πιο πάνω βαθμών, δύνανται να αξιώσουν την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για τη ζημία και την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την ακυρωθείσα παράνομη διοικητική πράξη, εξαιτίας της οποίας απώλεσαν την ευκαιρία να κριθούν προς προαγωγή στους πιο πάνω βαθμούς, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της ευθύνης του Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ).

  9. Επειδή, με τις έχουσες την ανωτέρω έννοια διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 1 και 39 παρ. 1 του Κώδικα του Προσωπικού Λιμενικού Σώματος, εισάγεται σοβαρός περιορισμός της υποχρέωσης συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και των διοικητικών εφετείων. Ο περιορισμός όμως αυτός, ο οποίος θεσπίζεται με διατάξεις οι οποίες είναι γενικής εφαρμογής, δεν είναι προδήλως απρόσφορος ή μη αναγκαίος για την επίτευξη του προεκτεθέντος επιτακτικού σκοπού δημοσίου συμφέροντος, χάριν του οποίου τέθηκε. Εξάλλου, ενόψει και του ότι οι θιγόμενοι δύνανται να αξιώσουν την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για τη ζημία και την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την ακυρωθείσα παράνομη διοικητική πράξη, ο περιορισμός αυτός του δικαιώματος δικαστικής προστασίας δεν θίγει τον πυρήνα του εν λόγω δικαιώματος ούτε η βλάβη που υφίστανται τα υποκείμενα του δικαιώματος παρίσταται προδήλως δυσανάλογη σε σχέση με το όφελος που προκύπτει για το δημόσιο συμφέρον. Συνεπώς, οι νομοθετικές αυτές διατάξεις δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1, 25 παρ. 1, 26, 94 παρ. 1 και 95 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 1 και 26 του ΔΣΑΠΔ.

  10. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο αιτών στις ετήσιες τακτικές κρίσεις έτους 2002, κρίθηκε ως παραμένων στο βαθμό του Πλοιάρχου και αποστρατεύθηκε, αφού προηγουμένως προήχθη για ένα μήνα στο βαθμό του Αρχιπλοιάρχου εκτός οργανικών θέσεων. Όμως, με την 359/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, κρίθηκε ότι το από 24.8.2001 πρακτικό του Ανωτέρου Συμβουλίου Λ.Σ. υπό μείζονα σύνθεση, με το οποίο επικυρώθηκε, κατόπιν προσφυγής του αιτούντος, η πιο πάνω πρωτοβάθμια κρίση, ήταν πλημμελώς αιτιολογημένο και ακυρώθηκαν τόσο το πρακτικό αυτό, όσο και το από 1.10.2002 προεδρικό διάταγμα (Γ’ 230) που το επικύρωσε και το από 17.5.2002 προεδρικό διάταγμα (Γ’ 169/24.7.2002), με το οποίο ο αιτών τέθηκε σε αποστρατεία. Σε συμμόρφωση προς την ακυρωτική αυτή απόφαση, το Ανώτερο Συμβούλιο Λ.Σ., σε ευρύτερη σύνθεση με την από 6.8.2004 απόφασή του έκρινε τον αιτούντα ως προακτέο στις ετήσιες τακτικές κρίσεις Πλοιάρχων έτους 2002, και στη συνέχεια το Ανώτατο Συμβούλιο Λ.Σ. με την από 24.6.2005 απόφασή του έκρινε τον αιτούντα ως διατηρητέο στο βαθμό του Αρχιπλοιάρχου για τις κρίσεις των ετών 2003 και 2004. Τέλος, με το από 26.7.2005 προεδρικό διάταγμα (Γ’ 195/8.8.2005) κυρώθηκαν οι πιο πάνω κρίσεις και α) ανακλήθηκε το από 1.4.2002 προεδρικό διάταγμα περί προαγωγής του αιτούντος στο βαθμό του Αρχιπλοιάρχου εκτός οργανικών θέσεων, β) ανακλήθηκε το από 17.5.2002 προεδρικό διάταγμα (Γ’ 169/24.7.2002) περί αποστρατείας του, γ) επαναφέρθηκε αυτός στην ενεργό υπηρεσία αναδρομικά από 24.7.2002 και προήχθη στο βαθμό του Αρχιπλοιάρχου Λ.Σ. αναδρομικά από 1.4.2002, ημερομηνία κατά την οποία προήχθησαν ομοιόβαθμοί του και της αυτής τάξης αξιωματικοί του Λ.Σ., δ) προήχθη στο βαθμό του Υποναυάρχου Λ.Σ. εκτός οργανικών θέσεων, αναδρομικά από 26.4.2004, λόγω της εγγραφής του στον πίνακα διατηρητέων για το έτος 2004 και της προαγωγής του νεότερού του … στο βαθμό του Υποναυάρχου – Γενικού Επιθεωρητή Λ.Σ. με το από 26.4.2004 προεδρικό διάταγμα (Γ’ 118/26.4.2004) κατόπιν της από 22.4.2004 απόφασης του Ανωτάτου Συμβουλίου Λ.Σ. με ευρύτερη σύνθεση, ε) τέθηκε, για τον ίδιο λόγο, σε αυτεπάγγελτη αποστρατεία αναδρομικά από 26.5.2004, στ) θεωρήθηκε ως μηδέποτε απομακρυνθείς και ο χρόνος που διανύθηκε από την ημερομηνία της αρχικής του αποστρατείας μέχρι την εκ νέου με το εν λόγω διάταγμα ημερομηνία αποστρατείας του λογίστηκε ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.

  11. Επειδή, προβάλλεται ότι, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 5 εδ. α΄, 19 παρ. 8 εδ. α΄, περ. i, 20 παρ. 2, 23 παρ. 2 και 8, 25 παρ. 1, 28 παρ. 2 εδ. α΄ του ν. 2935/2001 (και των αντίστοιχων του Κώδικα Προσωπικού Λιμενικού Σώματος, συμπεριλαμβανομένης της διάταξης του άρθρου 42 παρ. 1 αυτού), ερμηνευόμενων συστηματικά, δεν κωλύεται η προαγωγή των Αρχιπλοιάρχων στο βαθμό του Υποναυάρχου για κενωθείσες οργανικές θέσεις Υποναυάρχων – Υπαρχηγών Λ.Σ. ή Υποναυάρχου – Γενικού Επιθεωρητή Λ.Σ. στο πλαίσιο διοικητικής τους αποκατάστασης σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή διοικητικού εφετείου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στη σκέψη 8, κατά την ειδική διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του Κώδικα Προσωπικού Λιμενικού Σώματος, η εν λόγω προαγωγή δεν είναι επιτρεπτή.

 12. Επειδή, προβάλλεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι μη νόμιμες και ακυρωτέες καθ’ ο μέρος με αυτές ο αιτών δεν κρίθηκε προς προαγωγή για την πλήρωση της οργανικής θέσης του Υποναυάρχου – Γενικού Επιθεωρητή Λ.Σ., κατ’ εφαρμογή του άρθρου 42 παρ. 1 του Κώδικα Προσωπικού Λιμενικού Σώματος, διότι η διάταξη αυτή αντίκειται στο άρθρο 95 του Συντάγματος και στην αρχή της ισότητας που κατοχυρώνεται στα άρθρα 4 παρ. 1 του Συντάγματος και 26 του ΔΣΑΠΔ. Ο λόγος αυτός, πρέπει, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις σκέψεις 7 έως 9, να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 13. Επειδή, προβάλλεται ότι μη νομίμως ο αιτών δεν κρίθηκε προς προαγωγή στο βαθμό του Υποναυάρχου – Γενικού Επιθεωρητή Λ.Σ., δυνάμει της ανωτέρω διάταξης, διότι το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατό να κριθεί δεν οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα, αλλά σε αποκλειστική υπαιτιότητα της Διοίκησης, η οποία το μεν εξέδωσε την παράνομη και μετέπειτα ακυρωθείσα πράξη όσον αφορά στην κρίση του στο βαθμό του Πλοιάρχου, το δε δεν έσπευσε, μετά τη δημοσίευση της ακυρωτικής απόφασης, να προβεί στην άμεση διενέργεια όλων των αναγκαίων κρίσεων του αιτούντος, ώστε αυτός να επανέλθει στην ενέργεια στο βαθμό του Αρχιπλοιάρχου πριν από την επίμαχη κρίση της 22.4.2004 για το βαθμό του Υποναυάρχου – Γενικού Επιθεωρητή Λ.Σ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος κατά το πρώτο σκέλος του, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο αιτών, παρά την ανωτέρω μη νόμιμη κρίση του στο βαθμό του Πλοιάρχου, δεν ήταν, κατά τη σύμφωνη προς το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ και το ΔΣΑΠΔ, διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του Κώδικα Προσωπικού Λιμενικού Σώματος, δυνατόν να κριθεί προς προαγωγή για την πλήρωση της οργανικής θέσης του Υποναυάρχου – Γενικού Επιθεωρητή Λ.Σ., έχει, όμως, δικαίωμα αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, εφόσον συντρέχουν οι εκτεθείσες στη σκέψη 8 προϋποθέσεις. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, αντίγραφο της δημοσιευθείσας στις 16.3.2004 ακυρωτικής 359/2004 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά περιήλθε στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας στις 10.6.2004, ήτοι μετά την 22α.4.2004, ημερομηνία κατά την οποία το Ανώτατο Συμβούλιο Λ.Σ. με ευρύτερη σύνθεση έκρινε το νεότερο του αιτούντος, Αρχιπλοίαρχο Λ.Σ. ……., προακτέο στο βαθμό του Υποναυάρχου – Γενικού Επιθεωρητή Λ.Σ.. Συνεπώς, δεδομένου ότι αντίγραφο της ανωτέρω ακυρωτικής δικαστικής απόφασης περιήλθε στη Διοίκηση μετά από την επίμαχη κρίση, ο λόγος αυτός ακυρώσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, και κατά το δεύτερο σκέλος του.

  14. Επειδή, μη προβαλλόμενου άλλου λόγου ακυρώσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

 15. Επειδή, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων.

 Διά ταύτα

  Απορρίπτει την αίτηση. Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

  Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου και στις 16 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Πρόεδρος του Γ” Τμήματος                        Η Γραμματέας του Γ” Τμήματος

       Δημοσθένης Π. Πετρούλιας                                            Δ. Τετράδη

 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 12ης Ιουνίου 2014.

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος                             Η Γραμματέας του Γ” Τμήματος

       Μ. Βηλαράς                                                         Δ. Τετράδη

 

δημ. NOMOS

 

13

Oct

2014

Το χρέος στο Δημόσιο από εκχωρηθέντα μισθώματα -Συνιστά ή όχι ποινικό αδίκημα;

 

13 Οκτωβρίου, 2014

Πρόσφατα πελάτισσα μου κλήθηκε ως κατηγορούμενη για το «έγκλημα»-όπως ανέφερε το σχετικό κλητήριο θέσπισμα-της καθυστέρησης καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση και κατά παράβαση του άρθρου 25 παρ.1γ του ν.1882/1990. Καθόλου ασύνηθες. Ωστόσο, το χρέος δεν προέρχονταν ούτε από απλήρωτο ΦΠΑ ,ούτε από φόρο εισοδήματος, ούτε από  παρακρατούμενους φόρους .Στην πραγματικότητα δεν αφορούσε «φόρο» αλλά αντίθετα η κατηγορία βασίζονταν στην μη πληρωμή εκχωρηθέντων μισθωμάτων που η πελάτισσα δεν κατάφερε να εξοφλήσει στον πρώην εκμισθωτή της ,ο οποίος αφού κατέσχεσε και οδήγησε στον πλειστηριασμό την ιδιοκτησία της, εκχώρησε στο Δημόσιο (με τη διάταξη του αρ.4παρ7 του ν.2238/1994) οφειλόμενα μισθώματα οκτώ μηνών συνολικού ποσού 42.000€ περίπου .

Προετοιμάζοντας την υπεράσπιση της εντόπισα την ΑΠ 654/2008 η οποία σε παρόμοια περίπτωση θεώρησε ότι ορθή τυγχάνει η εφαρμογή της ποινικής διάταξης του άρθρου 25 και στις περιπτώσεις που το χρέος προέρχεται από εκχώρηση μισθωμάτων ,με το επιχείρημα ότι  μετά την εκχώρηση της απαίτησης ,αυτή  παύει να είναι ιδιωτικού δικαίου και το Δημόσιο ,ως δικαιούχος, νόμιμα προβαίνει στη σχετική ποινική δίωξη για την καταβολή των οφειλομένων.

Ωστόσο, αυτή η θέση προσωπικά δε με βρίσκει σύμφωνη .Και τούτο διότι:Η οφειλή στο Δημόσιο από την εκχώρηση των μισθωμάτων δεν προσιδιάζει, αντίθετα διαφέρει ουσιωδώς από τα συνήθη χρέη ,η πληρωμή των οποίων πληροί την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 25.Δεν είναι «φόρος» και δεν παράγεται από την σχέση του πολίτη με το Κράτος ,βασίζεται αντίθετα σε μια ιδιωτική διαφορά μισθωτή-εκμισθωτή. Βεβαίως , προβλέπεται η δυνατότητα εκχώρησης μισθωμάτων και βεβαίως από της εκχωρήσεως το εκχωρηθέν ποσό καθίσταται δημόσιο έσοδο ,πλην όμως αυτό επαρκεί για να αποδεχθούμε ότι στοιχειοθετείται κατά την αντικειμενική του υπόσταση  το  συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα; Κατά την άποψη μου όχι. Και αυτό γιατί άλλο θέμα είναι η εκχώρηση και οι συνέπειες της ,όσον αφορά τις εισπρακτικές δυνατότητες του Δημοσίου ως προς τις οποίες υπάρχει κατά τον ΚΕΔΕ πλήρης εξομοίωση με τους λοιπούς φόρους (στοιχείο που ενέχει μιας μορφής  λογική διότι το κράτος ζημιώνει από την μη φορολόγηση των εκχωρηθέντων μισθωμάτων)  , και άλλο ζήτημα είναι ο ποινικός κολασμός κατ’ άρθρο 25 του ν. 1882/1990,ο οποίος σαφώς θεσπίστηκε για να τιμωρεί τους ουσιαστικά φορολογικούς παραβάτες και όχι όσους δεν κατάφεραν να  καταβάλουν τα μισθώματα του καταστήματος ή της κατοικίας που εκμίσθωναν. Άλλωστε, τα  αποτελέσματα  της ίδιας της εκχώρησης συνηγορούν υπέρ αυτού: Δια της εκχωρήσεως ο αποκτών υπεισέρχεται στα δικαιώματα  του αρχικού δανειστή. Έχει ο εκμισθωτής δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως κατά του μισθωτή; Όχι. Γιατί να έχει, τότε, το Δημόσιο από αυτήν την αιτία;

Πιστεύω ότι ο ποινικός κολασμός είναι –και πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν να είναι -ένα ζήτημα τεράστιας σημασίας  ,στενά συνυφασμένο με το θεσμό της Δικαιοσύνης, και συνεπώς θα  έπρεπε να χρησιμοποιείται  με φειδώ ως υποστηρικτικό εργαλείο της φοροεισπρακτικής ανάγκης του κράτους ,η οποία όσο αληθής  κι αν είναι , δεν νομιμοποιεί  τον παραλογισμό .

Η υπόθεση ,λόγω Α.Π., οδηγήθηκε σε καταδίκη. Ωστόσο, ο  κ.Εισαγγελέας της έδρας σε μια εξαιρετική εξ αρχής τοποθέτηση διαφοροποιήθηκε από τη λογική του Α.Π. υποστηρίζοντας θερμά την άποψη  ότι στην περίπτωση  χρέους λόγω εκχώρησης μισθωμάτων δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του άρθρου 25 του 1882/1990 και  πως επιτέλους θα πρέπει να παρθούν  ορισμένες γενναίες αποφάσεις. Κάτι τέτοια γίνονται και ελπίζω ακόμα…

Μαρούσα Πρωτοπαπαδάκη –Δικηγόρος

 

13

Oct

2014

ΕΦΘΕΣ./ΝΙΚΗΣ 1970/2014 ΕΝΟΡΚΕΣ ΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ -ΝΟΜΙΜΟΣ Ο ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥΣ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΤΟΥ ΕΠΙΣΦΑΛΟΥΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΟΥ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟΥ ΜΕΣΟΥ

ΕφΘεσ/νίκης 1970/2014 Ένορκες βεβαιώσεις -νόμιμος ο περιορισμός τους σε τρεις εξαιτίας του επισφαλούς χαρακτήρα του αποδεικτικού μέσου .

13 Οκτωβρίου, 2014

Το όριο των τριών ενόρκων βεβαιώσεων ισχύει αθροιστικά και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης που κάθε διάδικο μέρος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αντικρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αντικειμενικής σώρευσης αγωγών (αρθρ. 218 του Κ.Πολ.Δ.) ή της ανταγωγής (άρθρο 268του Κ.Πολ.Δ),δεν συνιστά δε ο περιορισμός αυτός αντίθεση προς τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, που κατοχυρώνουν μεν το δικαίωμα δικαστικής έννομης προστασίας στο πλαίσιο δίκαιης δίκης, δεν αποκλείουν όμως τη θέσπιση περιορισμών στην απόδειξη, εφόσον αυτοί δεν καταστρατηγούν, αλλά διασφαλίζουν τις αρχές της δίκαιης δίκης, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον περιορισμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που στόχο έχει, εξαιτίας του επισφαλούς χαρακτήρα του αποδεικτικού αυτού μέσου, τη μεγαλύτερη δικαιϊκή ασφάλεια στις σοβαρές, κατά κανόνα, υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας (βλ. Α.Π. 1103/2011, Νο.Β. 60, σελ. 343).

 

 
 

                                   

11

Oct

2014

άρθρο 48 Ν. 4305/2014 Ως τίμημα αγοράς για το «πόθεν έσχες»λαμβάνεται το δηλούμενο στο συμβόλαιο

10 Νοεμβρίου, 2014

Ανάμεσα σε σειρά ετερόκλιτων διατάξεων στο νέο ν.4305/2014(ΦΕΚ Α 237/31.10.2014) προβλέπεται ότι εφ΄εξής ως τίμημα αγοράς λαμβάνεται το ποσό της συνολικής επιβάρυνσης ,όπως προκύπτει από τα οικεία πωλητήρια συμβόλαια, εκτός εάν από έλεγχο προκύπτει μεγαλύτερο ποσό , οπότε λαμβάνεται υπόψη αυτό.Η ισχύς της διάταξης, ελλείψει ειδικής πρόβλεψης, ξεκινά από τη δημοσίευση του νόμου -31.10.2014- χωρίς να καταλαμβάνει προγενέστερες συμβολαιογραφικές πράξεις .Στο συγκεκριμένο άρθρο 48 του παραπάνω νόμου , οι συντάκτες του  ακολουθώντας την προσφιλή πλέον τακτική νομοθέτησης παραθέτουν σε ένα μόνο άρθρο  υπό τον τίτλο » φορολογικές και λοιπές διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομικών» τροποποιήσεις , αντικαταστάσεις, προσθήκες  σε διάφορα άρθρα , παραγράφους και υποπεριπτώσεις διαφόρων νόμων και κωδίκων, με απλή αποσπασματική αναφορά σε αριθμούς και αποκομμένες φράσεις, καθιστώντας αδύνατη ακόμα και για τον επαγγελματία αναγνώστη την κατανόηση των αλλαγών χωρίς ενδελεχή μελέτη.Σίγουρα πάντως η τροποποίηση της παρ 2δ του παραπάνω  άρθρου » Στην παρ. 1 του άρθρου 31 μετά τη λέξη του πρώτου εδαφίου «φορολογουμένου» τίθεται κόμμα «,» «!!!!  δεν υπακούει στις αρχές της καλής νομοθέτησης όπως τις προβλέπει ο νόμος 4048/2012, στο άρθρο 2 του οποίου ορίζονται ως τέτοιες ,μεταξύ άλλων , η απλότητα και η σαφήνεια του περιεχόμενου των ρυθμίσεων και η ασφάλεια δικαίου.  Δείτε το σχετικό άρθρο:

Άρθρο 48
Φορολογικές και λοιπές διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομικών

1. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 3986/2011 (Α` 152) αντικαθίσταται ως εξής:  «Από το οικονομικό έτος 2013 και εφεξής, εξαιρούνται από την επιβολή του τέλους επιτηδεύματος τα πρόσωπα που ασκούν ατομική εμπορική επιχείρηση ή ελευθέριο επάγγελμα και παρουσιάζουν αναπηρία ίση ή μεγαλύτερη του ογδόντα τοις εκατό (80%).»

2.α. Στην περίπτωση β` της παρ. 1 του άρθρου 14 του ΚΦΕ, μετά τις λέξεις «υπηρεσίες του», προστίθενται οι λέξεις «και αποδεικνύονται από νόμιμα παραστατικά».

β. Στην παρ. 1 του άρθρου 34 του ΚΦΕ, προστίθεται νέα περίπτωση γ` και η περίπτωση γ` αναριθμείται σε περίπτωση δ`, ως εξής:

«γ) σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 29, εφόσον ο φορολογούμενος έχει εισόδημα μόνο από ατομική αγροτική επιχείρηση ή εφόσον το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων του προκύπτει από ατομική αγροτική επιχείρηση».

γ. Τα εδάφια 2, 3, 4 και οι υποπεριπτώσεις αα` και ββ` της παρ. γ` του άρθρου 32 του Κ.Φ.Ε.αντικαθίσταται ως εξής:

«Ως τίμημα αγοράς λαμβάνεται το ποσό της συνολικής επιβάρυνσης, όπως προκύπτει από τα οικεία πωλητήρια συμβόλαια, εκτός εάν από έλεγχο προκύπτει μεγαλύτερο ποσό, οπότε λαμβάνεται υπόψη αυτό.»

δ. Στην παρ. 1 του άρθρου 31 μετά τη λέξη του πρώτου εδαφίου «φορολογουμένου» τίθεται κόμμα «,» και προστίθεται η φράση «της συζύγου του».

ε. Στην περίπτωση 1 του άρθρου 32 μετά τη λέξη του πρώτου εδαφίου «φορολογουμένου» τίθεται κόμμα «,» και προστίθεται η φράση «της συζύγου του».

στ. Στην περίπτωση α` της παρ. 2 του άρθρου 34 μετά τη λέξη του πρώτου εδαφίου
«φορολογούμενο» τίθεται κόμμα «,» και προστίθεται η φράση «τη σύζυγο του».

3. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν.δ. 1297/1972 (Α` 217) προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Τα εδάφια δεύτερο έως και έκτο της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται για τα ακίνητα που ανήκουν σε μετατρεπόμενες επιχειρήσεις με κύριο αντικείμενο εργασιών την κατασκευή ή εκμετάλλευση ακινήτων.»

4. Το άρθρο 14 του ν. 3986/2011 (Α` 152) τροποποιείται ως εξής:

α. Στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 οι λέξεις «και με καταβολή ανταλλάγματος που
προσδιορίζεται στην οικεία σύμβαση παραχώρησης» διαγράφονται.

β. Μετά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 προστίθενται εδάφια ως εξής:

«Αν πρόκειται για παραχώρηση απλής χρήσης, η πιο πάνω απόφαση εκδίδεται από τον Υπουργό Οικονομικών ύστερα από εισήγηση της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας. Το αντάλλαγμαπαραχώρησης στις περιπτώσεις των προηγούμενων εδαφίων καθορίζεται, ανά πενταετία, με απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου για την παραχώρηση οργάνου, ύστερα από εισήγηση της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας. Για τον καθορισμό του ύψους του ανταλλάγματος λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, το μέγεθος του παραχωρούμενου χώρου, το είδος της αιτούμενης δραστηριότητας ή του υπό εκτέλεση έργου, καθώς και οι μισθωτικές αξίες της περιοχής. Με πράξη
του κατά περίπτωση αρμόδιου οργάνου παραχώρησης μπορεί το καθορισθέν αντάλλαγμα να αναπροσαρμόζεται κατά τη διάρκεια της πενταετίας, αν διαπιστωθεί σημαντική αύξηση της μισθωτικής αξίας του ακινήτου. Η παραχώρηση απλής χρήσης αιγιαλού και παραλίας που έχουν χαρακτηριστεί Τουριστικά Δημόσια Κτήματα, καθώς και των επ` αυτών νομίμως υφιστάμενων συστατικών και παραρτημάτων, διενεργείται, για το χρόνο που ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο, με απόφαση του φορέα διοίκησης αυτών, στην οποία καθορίζονται οι όροι και το αντάλλαγμα για την παραχώρηση.»

γ. Στην παράγραφο 4 η φράση «με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης,Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων,» αντικαθίσταται με τη φράση «μεαπόφαση του Υπουργού Οικονομικών,».

δ. Στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 14 του ν. 3986/2011, όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμοδίουΥπουργού καθορίζονται η διαδικασία, ο τρόπος και τα όργανα προσδιορισμού της αποζημίωσης των πρώην παραχωρησιούχων, οι συμβάσεις των οποίων λύονται με βάση την παρούσα παράγραφο, καθώς και κάθε σχετικό θέμα.»

ε. Η παράγραφος 6 αντικαθίσταται ως εξής:

«6. Για την έκδοση της απόφασης παραχώρησης υποβάλλεται αίτηση του κυρίου της επένδυσης ήτου έλκοντος εξ αυτού δικαιώματα στην κατά τόπον αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών, συνοδευόμενη:

α. Αν πρόκειται για παραχώρηση απλής χρήσης, από το οικείο Ειδικό Σχέδιο Χωρικής Ανάπτυξης Δημοσίου Ακινήτου που έχει εγκριθεί κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του παρόντος νόμου.

β. Αν πρόκειται για παραχώρηση χρήσης για την εκτέλεση έργων, από την προβλεπόμενη στο άρθρο 13 απόφαση έγκρισης της χωροθέτησης του επενδυτικού σχεδίου ή, στις περιπτώσεις δημοσίων ακινήτων που πολεοδομούνται, από την προβλεπόμενη στην παρ. 7 του άρθρου 12απόφαση έγκρισης της πολεοδομικής μελέτης. Αν στις πιο πάνω αποφάσεις δενσυμπεριλαμβάνονται όροι για τις αιτούμενες επεμβάσεις στον αιγιαλό, την κοινόχρηστη παραλία, τηθάλασσα και τον πυθμένα αυτής, προσκομίζεται ιδιαίτερη προς τούτο απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. Σε κάθε περίπτωση, συνυποβάλλεται και η οριστική μελέτη του έργου με τα ακριβή όρια του ζητούμενου προς παραχώρηση χώρου.»

5. Η προθεσμία της παρ. 1 του άρθρου 15 και της παρ. 2 του άρθρου 64 του ν. 4182/2013 (Α` 185), όπως τροποποιήθηκε με τις παραγράφους 2 και 6 αντίστοιχα, του ν. 4261/2014 (Α` 107) για την υποβολή των απαιτούμενων για την κατάρτιση των φακέλων στοιχείων, παρατείνεται από τότε που έληξε μέχρι και τις 31.10.2014.

6. Πριν το τελευταίο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 11 του ν. 4281/2014 προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:

«Οι εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, διαδικασίες καθορισμού αιγιαλού, παραλίας, όχθης και παρόχθιας ζώνης για τις οποίες έχει εκδοθεί πράξη καθορισμού από την Επιτροπή του άρθρου 3 ολοκληρώνονται κατά τις διατάξεις του ν. 2971/2001, όπως αυτός ίσχυε μέχρι την τροποποίηση του με το παρόν άρθρο.»

 

3

Oct

2014

Συμψηφισμός εκ μέρους τράπεζας απαιτήσεως της και υπολοίπου τραπεζικού λογαριασμού στον οποίο κατατίθεται μισθός ή σύνταξη

 

10 Μαρτίου, 2014

Μεταξύ των μέσων είσπραξης των απαιτήσεων των τραπεζών περιλαμβάνεται και η συνήθης πλέον πρακτική του μονομερούς  συμψηφισμού του καταλοίπου του λογαριασμού με  ισόποση απαίτηση της τράπεζας .Ο μονομερής συμψηφισμός προβλέπεται από τον Αστικό Κώδικα και συγκεκριμένα τα άρθρα 440-441 με τα οποία ορίζεται ότι ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων , όσο καλύπτονται , αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες. Επέρχεται, δε, αν ο ένας  τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο οπότε η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν.

Με βάση τα παραπάνω προβλεπόμενα , οι τράπεζες περιλαμβάνουν σταθερά στις συμβάσεις δανείων που υπογράφονται , όρο με τον οποίο συμφωνείται η δυνατότητα αποσβέσεων απαιτήσεων της μέσω  συμψηφισμού  ολοκλήρου του καταλοίπου λογαριασμού  του οφειλέτη και του εγγυητή σε περίπτωση ληξιπρόθεσμων οφειλών  , οπότε  τότε η τράπεζα παραδεκτά προβαίνει στον συμψηφισμό ολοκλήρου του καταλοίπου με ισόποση δική της απαίτηση.

Εξαίρεση-φρένο στις απαιτήσεις που μπορούν να συμψηφιστούν  θέτει το άρθρο 451 του Αστικού Κώδικα  σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά ακατάσχετης απαίτησης . Ακατάσχετες δε απαιτήσεις, κατά το άρθρο 982&2δΚΠολΔ , είναι και οι απαιτήσεις μισθών και συντάξεων. Το συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο όμως προστατεύει αποκλειστικά και μόνο αυτό ακριβώς που ορίζει το άρθρο: το μισθό ή τη σύνταξη και όχι τυχόν υπόλοιπο λογαριασμού που σωρεύτηκε στο λογαριασμό λόγω μη αναλήψεως μέρους προηγούμενων συντάξεων ή μισθών. Το μέρος ή και το σύνολο αποταμιευμένων μισθών ή συντάξεων ,ακόμα και αν αποδεικνύεται ότι προέρχεται πράγματι από αυτήν την αιτία, δεν προστατεύεται. Έτσι ουσιαστικά, δεν μπορεί να κατασχεθεί  ,και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μονομερούς συμψηφισμού εκ μέρους της τράπεζας, υπόλοιπο τραπεζικού λογαριασμού μισθωτού ή συνταξιούχου μέχρι το ύψος του  ενός μισθού ή της μιας  σύνταξης.

Πέραν αυτού του ύψους είναι επιτρεπτή και η κατάσχεση του μισθού και η κατάσχεση της σύνταξης ,συνεπώς και ο  μονομερής συμψηφισμός εκ μέρους της τράπεζας. Και αυτό διότι ο νομοθέτης θέλησε να προστατεύσει όχι την αποταμίευση αλλά μόνο το μισθό και τη σύνταξη που εξασφαλίζουν την επιβίωση των δικαιούχων τους  .Τυχόν όρος τραπεζικής σύμβασης που να επιτρέπει την κατάσχεση ή τον συμψηφισμό χωρίς τον παραπάνω περιορισμό είναι  άκυρος .

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η υπ’ αρ Ζ2-ΟΙκ-15948 /2011 Απόφαση της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή Δ/νση Προστασίας Καταναλωτή (Α Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΝοΒ 2012/636 )με την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο 100.000€ σε Τράπεζα η οποία με άκυρο σχετικό όρο των συμβάσεων της παραβίαζε την ακατάσχετη κατάθεση του λογαριασμού μισθοδοσίας .

Σε συνέχεια των παραπάνω και προφανώς λόγω της ιδιαίτερης έκτασης που έλαβε η συγκεκριμένη πρακτική το άρθρο 20 του ν. 4161/2013  όρισε τα ακόλουθα :Απαιτήσεις από καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα είναι ακατάσχετες μέχρι του ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500)ευρώ και των δύο χιλιάδων (2.000)ευρώ σε περίπτωση κοινού λογαριασμού . Από το προηγούμενο εδάφιο εξαιρείται ως δανειστής το Δημόσιο ,για το οποίο ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν.δ. 356/1974(Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων ).Με δήλωση του καταθέτη προς ένα εκ των πιστωτικών ιδρυμάτων προσδιορίζεται  ο λογαριασμός για τον οποίο θα ισχύει το ακατάσχετο. Καταθέσεις που αφορούν σε μισθούς ή συντάξεις  ή ασφαλιστικές παροχές προσδιορίζονται υποχρεωτικά ως τέτοιες και κατά το υπερβάλλον του ποσού του ανωτέρω εδαφίου α΄καταλαμβάνονται από τις διατάξεις του άρθρου 982 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Μαρούσα Πρωτοπαπαδάκη -Δικηγόρος

Το παρόν αποτελεί ενημερωτικό  και μόνο σημείωμα και σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά νομική συμβουλή ή παροχή υπηρεσίας προς οιονδήποτε τρίτο. Συνεπώς ο/η γράφων /γράφουσα ουδεμία ευθύνη φέρει για τυχόν χρήση αυτών από οποιονδήποτε αναγνώστη –τρίτο.
 

Category

Recent

Archive