Case Law

16

Sep

2014

ΜΠΘ 23103/2013 ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΕΝΗΛΙΚΟΥ ΤΕΚΝΟΥ ΓΙΑ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΥΚΛΟ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΜΠΘ 23103/2013: Διατροφή ενήλικου τέκνου για δεύτερο κύκλο σπουδών

16 Σεπτεμβρίου, 2014
Σύμφωνα με τη γνώμη που επικρατεί, το ενήλικο τέκνο που τελείωσε έναν κύκλο σπουδών δεν έχει κατ’ αρχήν δικαίωμα να ζητήσει διατροφή από τους γονείς του και για δεύτερο κύκλο σπουδών (π.χ. δεύτερο πτυχίο, διδακτορικό δίπλωμα, μετεκπαίδευση στο εξωτερικό). Τέτοια υποχρέωση μπορεί να επιβληθεί στους γονείς μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως όταν πρόκειται για ενήλικο τέκνο που επέδειξε εξαιρετικές επιδόσεις στον πρώτο κύκλο σπουδών του, εφόσον ληφθεί υπόψη και η οικονομική κατάσταση των γονέων, καθώς και η δυνατότητα του τέκνου για την εξεύρεση άλλων μέσων, όπως π.χ. υποτροφίας
 
 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 23103/13

Αριθμός κατάθεσης αγωγής 11648/3-4-2012

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Ιωάννα Πάλλα, Πρωτόδικη, η οποία ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυν­σης του Πρωτοδικείου, και από τη Γραμματέα Σουλτάνα Τεσσαρομάτη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 10 Απριλίου 2013, για να δικάσει την αγωγή με αριθμό κατάθεσης 11648/3-4-2012 αγωγή, αρχική δικάσιμος της οποίας ορίστηκε στις 17-10-2012, κατά την εκφώνηση δε αυτής στη σειρά της από το οικείο πινάκιο αναβλήθηκε για 21-1-2013 και τελικά για την ως άνω δικάσιμο, με αντικείμενο τη διατροφή ενηλίκου τέκνου, μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ………………………… ( οδός …………………….), ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ελισσάβετ Τσινικοπούλου ( Α.Μ. 8936), η οποία κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

ΤΟΥΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: ………………………….. (οδός …………………..), ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ευαγγελίας Τουλουμτσόγλου (Α.Μ. 3536), η οποία κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώ­νεται παραπάνω, οι πληρεξούσιες δικηγόροι των οποίων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως και στις έγγραφες προτάσεις τους.

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1475, 1476, 1479 και 1484 του ΑΚ, κοινή υποχρέωση διατροφής του χωρίς γάμο γεννηθέντος τέκνου τους έχουν, υπό τους αυτούς όρους, η μητέρα και ο εκουσίως ή δικαστικώς αναγνωρισθείς ως φυσικός του πατέρας. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1486 Α.Κ. προκύπτει ότι δικαίωμα διατροφής, εκτός από το ανήλικο, έχει και το ενήλικο τέκνο, εφόσον το τελευταίο δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ιδιαίτερα ενόψει και των τυχόν αναγκών εκπαιδεύσεώς του (βλ. Α.Π. 396/2001, ΕλλΔνη 43, σελ. 113, Α.Π. 1060/1993, ΕλλΔνη 35, σελ. 1292, Εφ.Πειρ. 267/1998, ΕλλΔνη 39, σελ. 896, Γεωργιάδη – Σταθόπουλου Α.Κ., κάτω από το άρθρο 1486, αριθ. 94 και επ.). Η μόνη διαφορά στη διατροφική αξίωση του ενηλίκου τέκνου, σε σχέση με το ανήλικο, εντοπίζεται στο γεγονός ότι το τελευταίο, και αν ακόμη διαθέτει απρόσοδη περιουσία, δεν έχει υποχρέωση, πριν στραφεί κατά των γονέων του, να την αξιοποιήσει ή να τη ρευστοποιήσει, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του (βλ. Εφ.ΑΘ. 2239/1998, ΕλλΔνη 40, σελ. 379, Εφ.Θεσ. 1272/1990, Αρμ. ΜΔ’, σελ. 838). Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη συντήρηση και εν γένει εκπαίδευσή του έξοδα. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβιώσεως, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη εκπαιδεύσεώς και την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου (Α.Π. 823/2000 Ελλ.Δνη, σελ. 1597). Ειδικότερα, στην ανάλογη διατροφή ενηλίκου τέκνου, που στερείται επαρκών περιουσιακών στοιχείων και δεν έχει ακόμη τη δυνατότητα να εργασθεί, γιατί σπουδάζει, περιλαμβάνεται η δαπάνη για τροφή, στέγαση και εν γένει συντήρησή του, επί πλέον δε και η δαπάνη για την επαγγελματική του εκπαίδευση, θεωρητική ή τεχνική, οποιασδήποτε εκπαιδευτικής βαθμίδος, περιλαμβανομένης και της πανεπιστημιακής (βλ. Α.Π. 884/2003, ΕλλΔνη 45, σελ. 117, Α.Π. 212/1999, ΕλλΔνη 40, σελ. 1043). Περαιτέρω, για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται κατ’ αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου, καθοριστικό δε στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβιώσεώς του, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις. Εκείνος από τους γονείς με τον οποίο διαμένει το ενήλικο τέκνο μπορεί να συνυπολογίσει οτιδήποτε συνδέεται με την πραγματική διάθεση χρημάτων για τις ανάγκες του, καθώς και την προσφορά προσωπικών υπηρεσιών για την περιποίηση και φροντίδα του, που είναι αποτιμητές σε χρήμα και άλλες παροχές σε είδος, που συνδέονται με τη συνοίκηση, η αποτίμηση των οποίων μπορεί να συνυπολογισθεί στην υποχρέωσή του για τη διατροφή του τέκνου. Τέλος, επί αγωγής διατροφής ενηλίκου τέκνου, στρεφομένης κατά του γονέα του, αρκεί, για τη νομική θεμελίωσή της, να διαλαμβάνει τη συγγένεια του ενάγοντος ενηλίκου προς τον εναγόμενο, την αδυναμία του να αυτοδιατραφεί και το απαιτούμενο για την κάλυψη των εν γένει βιοτικών αναγκών του συνολικό χρηματικό ποσό, χωρίς ν’ απαιτείται να προσδιορίζεται στο αγωγικό δικόγραφο με ακρίβεια και το απαραίτητο για την κάλυψη κάθε επί μέρους ανάγκης του ενάγοντος ενηλίκου δικαιούχου κονδύλιο (βλ. Α.Π. 67/1999 ΕλλΔνη 40, σελ. 592). Επίσης, σύμφωνα με τη γνώμη που επικρατεί, το ενήλικο τέκνο που τελείωσε έναν κύκλο σπουδών δεν έχει κατ’ αρχήν δικαίωμα να ζητήσει διατροφή από τους γονείς του και για δεύτερο κύκλο σπουδών (π.χ. δεύτερο πτυχίο, διδακτορικό δίπλωμα, μετεκπαίδευση στο εξωτερικό). Τέτοια υποχρέωση μπορεί να επιβληθεί στους γονείς μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως όταν πρόκειται για ενήλικο τέκνο που επέδειξε εξαιρετικές επιδόσεις στον πρώτο κύκλο σπουδών του, εφόσον ληφθεί υπόψη και η οικονομική κατάσταση των γονέων, καθώς και η δυνατότητα του τέκνου για την εξεύρεση άλλων μέσων, όπως π.χ. υποτροφίας ( βλ. Ανδρουλιδάκη σε Γεωργιάδη -Σταθόπουλο ΑΚ, άρθρο 1486 αρ. 106).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, ο ενάγων εκθέτει ότι είναι τέκνο γεννημένο από την εκτός γάμου σχέση της μητέρας του …………………….. με τον εναγόμενο. Ότι αναγνωρίστηκε αμετάκλητα γνήσιο τέκνο του εναγομένου δυνάμει της υπ’ αριθμ. …… απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της υπ’ αριθμ. ………. απόφασης του Αρείου Πάγου. Ότι, λόγω των αναγκών εκπαιδεύσεώς του, αλλά και ως στερούμενος περιουσίας και εισοδημάτων από οποιαδήποτε πηγή, δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τις βιοτικές του ανάγκες. Ειδικότερα, ο ενάγων εκθέτει ότι είναι φοιτητής της ……….. Σχολής του ……………. Πανεπιστημίου ……………. στην πόλη της …………. Με αυτό το περιεχόμενο, ο ενάγων ζητά, με προσωρινώς εκτελεστή απόφαση, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος πατέρας του, να συνεισφέρει για τη διατροφή του, το ποσό των εννιακοσίων πενήντα ευρώ (950,00 €) μηνιαίως, προκαταβολικά στην αρχή κάθε μήνα, για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής και τέλος, ζητά να καταδικασθεί ο εναγόμενος στα δικαστικά του έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αγωγή, αρμόδια εισάγεται προς συζήτηση, κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των άρθρων 666 παρ. 1, 667, 670, 671 παρ. 1 έως 3 και 672 έως 676 του ΚΠολΔ.(άρθρ. 681Β’ του Κ.Πολ.Δ.), ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρ. 17 αριθμ. 1, 22 και 74 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων, που προαναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, καθώς και σ’ αυτές των άρθρων 1485, 1486, 1489, 1492, 1493, 1496 εδ. α’ και 1498, 340, 341 παρ. 1, 345 εδ. α’ του Α.Κ., 176, 907, 910 αριθ. 4 του Κ.Πολ.Δ. Συνεπώς, η υπό κρίση αγωγή, πρέπει, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι, για το παραδεκτό της συζητήσεώς της, καταβλήθηκε το απαιτούμενο για το καταψηφιστικό της αντικείμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τα ανάλογα ποσοστά υπέρ του Ταμείου Νομικών και υπέρ του ΤΑΧΔΙΚ (βλ. το με αριθμό 1342183/21.1.2013, διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης και το με αριθμό 7900842/21.1.2013 γραμμά­τιο είσπραξης της ΕΤΕ), του εναγόμενου νομίμως συμμετέχοντος στην παρούσα δίκη, αφού συνομολογείται η συμμόρφωσή του με την επιταγή του Δικαστηρίου για την προς τον ενάγοντα, πληρωμή, προκαταβολικώς, των προς διεξαγωγή της παρούσας δίκης εξόδων του (άρθρ. 173 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.). Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1486 παρ.2, 1493, 1484 παρ.2, 1389 και 1390 του ΑΚ προκύπτει ότι όταν ο γονέας ενάγεται για παροχή του συνολικού ποσού της σε χρήμα διατροφής του τέκνου του, προσδιοριζόμενου του ύψους αυτής με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, δικαιούται να προτείνει για την ολική ή μερική κατάλυση της προς διατροφή υποχρέωσής του, ότι υπάρχει και άλλος γονέας, ο οποίος έχει την οικονομική δυνατότητα για διατροφή του κοινού τέκνου τους ( ένσταση συνεισφοράς), προσδιορίζοντας και αποτιμώντας ταυτοχρόνως και τις οικονομικές δυνάμεις και του άλλου γονέα σε σχέση με τις οικονομικές δυνάμεις τις δικές του, οπότε περιορίζεται ανάλογα και η δική του υποχρέωση διατροφής. Εκ των ανωτέρω, συνάγεται ότι μόνο στην περίπτωση αγωγής στρεφόμενης κατά του ενός γονέα, με την οποία διώκεται η επιδίκαση του συνολικού ποσού της ανάλογης διατροφής του τέκνου του, δικαιούται ο εναγόμενος γονέας προς ολική ή μερική κατάλυση της εν λόγω υποχρέωσής του να προτείνει τη σχετική ένσταση συνεισφοράς. Αντίθετα, στην περίπτωση που με την αγωγή αξιώνεται μέρος μόνο της ανάλογης διατροφής του τέκνου, που κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς αντιστοιχεί στην προς συνεισφορά υποχρέωση του εναγομένου γονέα, ο προβαλλόμενος από τον τελευταίο ισχυρισμός προς συνεισφορά στη διατροφή και του άλλου γονέα, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος με δήλωση της πληρε­ξούσιας δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, αλλά και με τις νομότυπα κατατεθειμένες προτάσεις του αρνείται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και προβάλλει τον ισχυρισμό περί συνεισφοράς της ενάγουσας στη διατροφή του τέκνου τους κατά ποσοστό 80%. Ο ειδικότερος αυτός ισχυρισμός, κατά τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγούμενη μείζονα σκέψη, συνιστά άρνηση, καθόσον με την υπό κρίση αγωγή αξιώνεται από τον εναγόμενο πατέρα η καταβολή μέρους της διατροφής των ενήλικου τέκνου τους.

Από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους, ειδικότερα δε από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημο­σίας συνεδριάσεως, εκτιμώμενες καθ’ εαυτές, σε συνδυασμό μεταξύ τους και κατά το λόγο της γνώσεως και της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, σε συνδυασμό και με τα έγγραφα, που νομότυπα προσκομίζουν και επικα­λούνται οι διάδικοι, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη, αποδεικνύονται πλήρως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων είναι τέκνο γεννημένο από την εκτός γάμου σχέση της μητέρας του ………. με τον εναγόμενο και αναγνωρίστηκε αμετάκλητα ως γνήσιο τέκνο του εναγομένου δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……….. οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. ……….. απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της υπ’ αριθμ. …………. απόφασης του Αρείου Πάγου. Συνεπώς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1484 του ΑΚ, ο ενάγων έχει ως προς όλα θέση τέκνου γεννημένου σε γάμο και συνεπώς έχει και δικαίωμα διατροφής έναντι των γονέων του, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1486 παρ.1 του ΑΚ. Ο ενάγων γεννήθηκε στις ………………. και διανύει ήδη το 27° έτος της ηλικίας του. Μετά την αποφοίτησή του από το Λύκειο και τη συμμετοχή του στις Πανελλή­νιες Εξετάσεις, εισήχθη στην …………. Σχολή του …………. Πανεπιστημίου …………. στην πόλη της ……….., όπου και εγγράφηκε στο πρώτο εξάμηνο σπουδών το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004. Η διάρκεια φοίτησής του είναι 5ετής (ήτοι 10 εξάμηνα). Ήδη, ο ενάγων χρονικά μεν έχει ολοκληρώσει τον κύκλο σπουδών του, και δη με την προσαύξηση τεσσάρων εξαμήνων, σύμφωνα με το ν. 4009/2011, ο οποίος περιέχει στο άρθρο 2 περ. γ” τον ορισμό των ενεργών φοιτητών, ο οποίος σε κάθε περίπτωση όφειλε να ολοκληρώσει τον κύκλο σπουδών του κατά το ακαδημαϊκό έτος 2010-2011 και να έχει λάβει ήδη το πτυχίο του, πλην όμως δεν έχει ολοκληρώσει τη φοίτησή του, καθώς του υπολείπονται αρκετά μαθήματα μέχρι τη λήψη του πτυχίου του (βλ. το με αριθμό πρωτοκόλλου. ………….. πιστοποιητικό αναλυτικής βαθμολογίας της …………… Σχολής του ………… Πανεπιστημίου ………….). Ο ενάγων επικαλείται ότι διαμένει στην …………. σε μισθωμένη οικία, γεγονός το οποίο δεν προέκυψε. Η ως άνω οικονομική επιβάρυνση του ενάγοντα, αληθής υποτιθέμενη, ήτοι η καταβολή ενοικίου, τα λειτουργικά έξοδα συντήρησης της μισθωμένης κατοικίας καθώς και τα οδοιπορικά του έξοδα για τη μετάβασή του στη σχολή του στην ……….., δε θα συνυπολογισθεί στις μηνιαίες διατροφικές του ανάγκες, καθώς αυτή αποτελεί προσωπική επιλογή του ενάγοντα και δεν υπαγορεύεται από τις ανάγκες της φοίτησής του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δυνά­μει του υπ” αριθμ. …………. συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δαμιανής Σιάνου προέβη στην αγορά διαμερίσματος του ……….ου ορόφου οικοδομής στη …………….. Θεσσαλονίκης, επί της οδού ……… αριθμ. ………., εμβαδού μεικτού 126,12τ.μ και καθαρού 108,12, αξίας κατά το συμβόλαιο 203.388,92 ευρώ, η μισθωτική αξία του οποίου δεν υπολείπεται του ποσού των 500,00 ευρώ μηνιαίως, ποσό ικανό να καλύπτει τις διατροφικές του ανάγκες. Ο ισχυρισμός του ότι προτίθεται να παρακολουθήσει μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών προκειμένου να αποκτήσει τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα για να διεκδικήσει μία θέση στην αγορά εργασίας, κρίνεται αόριστη, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν θεμελιώνει δικαίωμα διατροφής ,εκ του λόγου τούτου, έναντι των γονέων του, δεδομένου ότι με βάση τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας οι επιδόσεις του δεν κρίνονται εξαιρετικές κατά τον πρώτο κύκλο σπουδών. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο ενάγων, δεν έχει δικαίωμα διατροφής έναντι των γονέων του, ενώ σε κάθε περίπτωση δύναται να διαθρέψει τον εαυτό του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από την αξιοποίηση του ανωτέρω ακινήτου ιδιοκτησίας του, ήτοι την εκμίσθωσή του, είτε από την ρευστοποίησή του. Συνακόλουθα, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, λόγω της συγγενικής σχέσης των διαδίκων (άρθρο 179 ΚΠολΔ), πλην του ποσού των 300,00 ευρώ, το οποίο προκατέβαλε ο εναγόμενος, στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 173 παρ. 4 του ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, αφαιρουμένου του ποσού των τριακοσίων ευρώ (300,00€), τα οποία έχουν ήδη προκαταβληθεί για την αιτία αυτή.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στη Θεσσαλονίκη, στις 8 Νοεμβρίου 2013, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 
 

 

27

Jun

2014

ΠΠρΞΑΝΘΗΣ 23/2014 Άκυρος ο όρος που περιλαμβάνεται στους Γ.Ο.Σ. τραπεζικών δανειακών συμβάσεων αποπληρωτέων με βάση την ισοτιμία σε ελβετικά φράγκα.

27 Ιουνίου, 2014    ΑΠΟΦΑΣΗ        23/2014

(αριθμός έκθεσης κατάθεσης αγωγής ΤΠ-12/2013) ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΞΑΝΘΗΣ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ   από   τους   Δικαστές,   Δομνίκη   Λασπά, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Γεώργιο Πλαγάκο, Πρωτοδίκη και Νικόλαο Κασμερίδη, Πρωτοδίκη – Εισηγητή, καθώς και από τη Γραμματέα, Δήμητρα Ψαρά.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του την 21η Νοεμβρίου 2013, για να δικάσει τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΤΠ-12/13-5-2013 αγωγή, μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ………………………. του ……………, κατοίκου Ξάνθης, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Απόστολου Χατζησταμάτη, του Δ.Σ. Ξάνθης, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, καθώς και το υπ αρ. 6542/2013 γραμμάτιο προείσπραξης του Δ.Σ.Ξ.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ………….., μετά την τροποποίηση της επωνυμίας της από …………………………, και τον διακριτικό τίτλο …………………, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Παύλου Καραβέλη, του Δ.Σ. Ξάνθης, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, καθώς και το υπ” αρ. 6520/2013 γραμμάτιο προείσπραξης του Δ.Σ.Ξ.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και στις έγγραφες προτάσεις τους.

 

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Σύμφωνα με το αρθ. 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών», όπως αυτό είχε πριν από την αντικατάσταση του με το αρθ. 10 παρ. 24 στοιχ. β” του ν. 2741/1999, οι γενικοί όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι, που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο πελάτης της τράπεζας, στον οποίο η τελευταία, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους χορηγεί, εκτός των άλλων, καταναλωτικά ή στεγαστικά δάνεια. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας ενός τέτοιου γενικού όρου, ενσωματωμένου σε σύμβαση, κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης, από την οποία αυτή εξαρτάται (ΑΠ 904/2011 Αρμ 2012.1708). Ο περιέχων τη διάταξη αυτή νόμος 2251/1994 αποτελεί, εξάλλου, ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993 «σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές». Στο αρθ. 3 παρ. 1 της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι «ρήτρα σύμβασης, που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργείται εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση». Η ρύθμιση της παρ. 6 του αρθ. 2 του ν. 2251/1994 αποτελεί εξειδίκευση της γενικής αρχής του αρθ. 281 ΑΚ, κατά την οποία απαγορεύεται   η   καταχρηστική   άσκηση   του   δικαιώματος   ή   η κατάχρηση ενός θεσμού, όπως είναι η συμβατική ελευθερία. Η ανωτέρω παράγραφος, στην αρχική της διατύπωση, χρησιμοποιούσε τον όρο «υπέρμετρη διατάραξη» της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, αποκλίνοντας έτσι φραστικά από τη διατύπωση του αρθ. 3 παρ, 1 της Οδηγίας, η οποία ομιλεί για «σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών». Στενή γραμματική ερμηνεία του όρου «υπέρμετρη» διατάραξη θα οδηγούσε σε σημαντικό περιορισμό της δυνατότητας ελέγχου του περιεχομένου των γενικών όρων των συναλλαγών (γ.ο.σ.) και, συνεπώς, σε μειωμένη προστασία του καταναλωτή, έναντι εκείνης της Οδηγίας. Η ανάγκη της σύμφωνης με την Οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου επιβάλλει, επομένως, όπως ο όρος «υπέρμετρη» διατάραξη εκληφθεί, διασταλτικά ερμηνευόμενος , ότι σημαίνει «ουσιώδη ή σημαντική» διατάραξη. Η ανάγκη αυτή, εναρμονισμένης δηλαδή προς την Οδηγία ερμηνείας, επιβάλλει να δοθεί η ίδια έννοια, μέσω τελολογικής συστολής, στον όρο «διατάραξη» και μετά την απάλειψη του όρου «υπέρμετρη», στην οποία προέβη ο νεότερος νομοθέτης με το αρθ. 10 παρ. 24 στοιχ. β” του ν. 2741/1999. Συνεπώς, και μετά την τροποποίηση αυτή, προϋπόθεση της καταχρηστικότητας κάποιου γ.ο.σ. είναι η με αυτόν «ουσιώδης ή σημαντική» διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας (ΟλΑΠ 6/2006 ΕλλΔνη 2006.419). Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι η παρ. 2 του αρθ. 6 του ως άνω νόμου έχει ήδη αντικατασταθεί με την παρ. 2 του αρθ. 2 του ν. 3587/2007. Ορίζεται δε πλέον σε αυτή ότι .γενικοί όροι συναλλαγών, που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, απαγορεύονται και είναι άκυροι. Προστέθηκε, δηλαδή, με την ως άνω διάταξη ο όρος «σημαντική», που δεν υπήρχε στην προϋπάρχουσα μορφή του άρθρου. Περαιτέρω, εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των γ.ο.σ., που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του αρθ. 2 του ν. 2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικώς και τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων, που θεωρούνται άνευ ετέρου (per se) καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται, κατά αμάχητο τεκμήριο, ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα. Στις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και η υπό στοιχείο ια”, σύμφωνα με την οποία καταχρηστικοί είναι και εκείνοι οι όροι, που, χωρίς σπουδαίο λόγο, αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή. Η σωρευτική εφαρμογή από το Δικαστήριο των παρ. 6 και 7 του αρθ. 2 του ν. 2251/1994 δεν αποκλείεται, καθώς η επίκληση του γενικού αξιολογικού κριτηρίου «της διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή» είναι δυνατό να έχει αξία και χρησιμότητα για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και αόριστων αξιολογικών κριτηρίων, που χρησιμοποιεί ο νόμος στις επιμέρους περιπτώσεις του ενδεικτικού καταλόγου. Εξάλλου, και οι περιγραφόμενες από το νόμο ειδικές, κατά αμάχητο τεκμήριο, περιπτώσεις καταχρηστικότητας αποτελούν ενδείκτες, που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και, συγκεκριμένα, της έννοιας της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών, που συνάγονται από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις, είναι και η αρχή της διαφάνειας, καθώς και η αρχή της απαγόρευσης της χωρίς λόγο ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής ή των επιμέρους στοιχείων της στην απόλυτη κρίση του προμηθευτή. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας,» η οποία ρητά διατυπώνεται και στο άρθρο 5 της Οδηγίας, οι γ ο σ. πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκεια της και τα μεγέθη, που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής. Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής, κατ” αρχήν, δεν λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου γ.ο.σ. Εντούτοις, σύμφωνα και με το αρθ. 4.παρ. 2 της Οδηγίας, ελέγχεται, εάν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν έχει, δηλαδή, παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας (ΟλΑΠ 15/2007 ΔΕΕ 2007.975). Η ως άνω απαίτηση περί διαφάνειας των γ.ο.σ. δεν αφορά, εξάλλου, απλά και μόνο τον κατανοητό αυτών χαρακτήρα από τυπική και γραμματική άποψη, παρά αναφέρεται και στη λειτουργία τους, ούτως ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες και μεταβολές, που κάθε όρος συνεπάγεται γι’ αυτόν (βλ. ΔΕΚ, απόφαση της 30ης Απριλίου 2014, υπόθεση C-26/13 Arpad Kasler, Hajnalka Kaslerne Rabai  κατά ΟΤΡ Jelzalogbank Zrt, σκέψεις 71 – 75). Η παραπάνω σαφήνεια, δηλαδή, αφορά και τις νομικές συνέπειες μίας ρήτρας, ήτοι τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του καταναλωτή. Για το λόγο δε αυτό, ασαφείς ή πολυσήμαντες ρήτρες δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται από τον προμηθευτή, με σκοπό να ενισχύσει τη θέση του απέναντι στον καταναλωτή. Ειδικά, όσον αφορά τις δυσμενείς οικονομικές συνέπειες και επιβαρύνσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ευκρινείς, με την έννοια ότι μπορούν να γίνουν άμεσα κατανοητές από το μέσο καταναλωτή, ο οποίος δεν διαθέτει εξειδικευμένες νομικές ή οικονομικές γνώσεις. Η διαφάνεια, λοιπόν, αφορά στη σαφή και κατανοητή διατύπωση, στην αρχή του ορισμένου ή οριστού περιεχομένου και στην αρχή της προβλεψιμότητας της ύπαρξης των όρων. Αδιαφανείς ρήτρες, που αποκρύπτουν την πραγματική, νομική και οικονομική κατάσταση, δημιουργούν τον κίνδυνο ο καταναλωτής είτε να απόσχει από την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων του, είτε να αποδεχθεί αξιώσεις, που, κατά το φαινόμενο, έχει ο προμηθευτής. Υπό το πρίσμα αυτό, οι αδιαφανείς ρήτρες μπορεί να οδηγήσουν, ακριβώς λόγω της αδιαφάνειας τους, στη διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας κατά το αρθ. 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994. Για το λόγο αυτό και οι γ.ο.σ., υπακούοντας στην παραπάνω αρχή, πρέπει να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΑΠ 652/2010 ΔΕΕ 2010.943, ΑΠ 430/2005 ΕλλΔνη 2005.802). Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι η ακυρότητα ενός γ.ο.σ. δεν επιδρά στο κύρος όλης της δικαιοπρακτικής σύμβασης, αλλά είναι μερική, υπό την έννοια ότι άκυρος θεωρείται μόνο ο συγκεκριμένος καταχρηστικός, σύμφωνα με το νόμο, όρος. Ως προς δε το ζήτημα της πλήρωσης του κενού, που δημιουργείται από την ακυρότητα ενός γ.ο.σ., αυτό καλύπτεται, κατ” αρχήν, και εφόσον προβλέπεται σχετική ρύθμιση, με την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα ενδοτικού δικαίου, ο οποίος, όπως προκύπτει από τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 93/13, θεωρείται ότι δεν περιέχει καταχρηστικές ρήτρες και ότι συνάδει με τους σκοπούς του αρθ. 6 παρ. 1 της Οδηγίας 93/13 (βλ. την ανωτέρω απόφαση του ΔΕΚ, σκέψεις 80 -82 και 85). Σε διαφορετική περίπτωση, γίνεται από το Δικαστήριο συμπληρωματική ερμηνεία της σύμβασης κατά το αρθ. 200 ΑΚ, βάσει, δηλαδή, της καλής πίστης, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΕφΑΘ 1471/2013 ΤΝΠ Νόμος). Συγκεκριμένα, καλή πίστη είναι η συμπεριφορά, που επιβάλλεται στις συναλλαγές, κατά την κρίση χρηστού και γνωστικού ανθρώπου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης το Δικαστήριο σταθμίζει τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου, στην προστασία του οποίου αποβλέπει ο ερμηνευόμενος όρος, λαμβάνει δε, επίσης, υπόψη τη φύση και το σκοπό της δικαιοπραξίας, τις συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των μερών, τις τοπικές και γλωσσικές συνήθειες, τις προηγούμενες συναλλαγές των μερών και την προηγούμενη συμπεριφορά τους, τις διαπραγματεύσεις, που είχαν προηγηθεί και πώς οι σχετικές δηλώσεις του ενός μέρους αναμένονταν να εκληφθούν από το άλλο. Για να συναγάγει, εξάλλου, το ερμηνευτικό του πόρισμα το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεσθεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει στοιχεία και εκτός αυτής, τα οποία θα προταθούν από τους διαδίκους. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, να λάβει υπόψη του και στοιχεία από τη μεταγενέστερη από την κατάρτιση της σύμβασης συμπεριφορά των μερών, ως ενδεικτικά του νοήματος, που είχαν προσδώσει στη σύμβαση τα μέρη, γεγονός, που υποδηλώνεται και με τις σύμφωνες με αυτό ενέργειες τους (ΑΠ 374/2013 ΤΝΠ Νόμος). Αντίθετα, η διάταξη του αρθ. 371 ΑΚ και το εξ αυτής απορρέον κριτήριο της δίκαιης κρίσης, ως μέσο συμπλήρωσης του κενού, που δημιουργείται από την ακυρότητα ενός γ.ο.σ., δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, καθώς δεν αποτελεί κατάλληλο μέσο για την προστασία του αντισυμβαλλόμενου -καταναλωτή, δεδομένου ότι η παραπάνω διάταξη εφαρμόζεται κυρίως στις ατομικές συμβάσεις και δεν μπορεί να διασφαλίσει τα συμφέροντα του καταναλωτή σε συμβάσεις, όπου οι όροι μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών δεν καθίστανται αντικείμενο διαπραγμάτευσης, όπως συμβαίνει εν προκειμένω με τους γ.ο.σ. (ΑΠ 1030/2001 ΔΕΕ 2001.1125). Έτσι, η απόφαση του Δικαστηρίου, που προβαίνει σε συμπληρωματική ερμηνεία άκυρου, κατά τα ανωτέρω, όρου, δεν είναι διαπλαστική, διότι δεν προβαίνει σε προσδιορισμό της παροχής κατά τη διάταξη του αρθ. 371 εδ. 2 ΑΚ (οπότε στην περίπτωση αυτή πράγματι θα επρόκειτο για διαπλαστική απόφαση, η οποία διαπλάσσει το περιεχόμενο ενοχικής σχέσης), παρά μόνο σε συμπλήρωση του κενού, που δημιούργησε ο άκυρος όρος, ώστε να ανταποκρίνεται στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς, ωστόσο, να τροποποιεί τη σύμβαση (ΠΠΑΘ 5257/2013, ΠΠΑΘ 3990/2013, ΠΠΑΘ 2942/2013 ΤΝΠ Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, ο ενάγων ιστορεί ότι, την …………2007, σύναψε στην Ξάνθη με την εναγόμενη, τραπεζική εταιρία, σύμβαση στεγαστικού δανείου σε συνάλλαγμα, ποσού 166.680,60 ελβετικών φράγκων. Ότι στην επίμαχη σύμβαση περιεχόταν, μεταξύ άλλων, και ο υπ” αρ. 7α όρος, σύμφωνα με τον οποίο «εφόσον το δάνειο ή οποιοδήποτε τμήμα αυτού έχει χορηγηθεί σε συνάλλαγμα, ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε EURO με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής». Ότι ενώ η ισοτιμία του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου, κατά την ημερομηνία εκταμίευσης του ανωτέρω δανείου, την 8η Ιουνίου 2007, ήταν 1,658300, στη συνέχεια, διαφοροποιήθηκε, με αποτέλεσμα, την Ι”1 Οκτωβρίου 2012, να ανέλθει στο 1,1833000, αφού το ελβετικό νόμισμα ισχυροποιήθηκε έναντι του ευρώ. Ότι η μεταβολή αυτή στην ισοτιμία των δύο νομισμάτων είχε ως αποτέλεσμα να έχουν εξανεμιστεί όλες οι καταβολές, που ο ίδιος πραγματοποίησε (σε ευρώ) έναντι του παραπάνω δανείου, με συνέπεια το αρχικό του κεφάλαιο, υπολογιζόμενο σε ελβετικά φράγκα, να έχει μεν ελαττωθεί κατά τα προβλεπόμενα στη σύμβαση, υπολογιζόμενο, όμως, σε ευρώ, να παραμένει υψηλό, έχοντας μειωθεί από το ποσό των 105.319,58 ευρώ (την 8η Ιουνίου 2007) μόλις σ” αυτό των 89.004,96 ευρώ (την 1η Οκτωβρίου 2012). Με βάση δε το ιστορικό αυτό και επικαλούμενος, παράλληλα, ο ενάγων πως ο ίδιος δεν ενημερώθηκε από τους υπαλλήλους της εναγομένης για τον συναλλαγματικό κίνδυνο, που αναλάμβανε κατά τη λήψη του επίμαχου δανείου, αλλά ούτε και για τις επιπτώσεις, που θα μπορούσε να έχει μία σοβαρή υποτίμηση του ευρώ έναντι του ελβετικού νομίσματος στο ύψος τόσο των εξοφλητικών δόσεων, όσο και του κεφαλαίου του ανωτέρω δανείου, ζητεί να κηρυχθεί άκυρος ο προαναφερόμενος όρος, αφενός μεν διότι ο ίδιος τον αγνοούσε ανυπαιτίως, αφετέρου δε διότι αυτός (όρος) τυγχάνει, ως αόριστος και ακατάληπτος, καταχρηστικός, επιφέρει δε σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των δύο συμβαλλομένων στην παραπάνω σύμβαση μερών σε βάρος του. Ζητεί, ακόμη, όπως υποχρεωθεί η εναγόμενη να υπολογίσει το παραπάνω δάνειο από τη λήψη και μέχρι την ολοσχερή αυτού εξόφληση, με βάση την ισοτιμία μεταξύ των δύο νομισμάτων, η οποία ίσχυε κατά το χρόνο της λήψης του, άλλως δε όπως το υπολογίσει εξ αρχής σε ευρώ. Ζητεί, επίσης, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση, που θα εκδοθεί, και να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική του δαπάνη. Με το εν λόγω περιεχόμενο και αίτημα, η ως άνω αγωγή παραδεκτά και αρμοδίως, καθ’ ύλην και κατά τόπον, εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (αρθ. 18 και 33 ΚΠολΔ), κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία. Είναι δε αυτή επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των αρθ. 2 παρ. 1, 6 και 7 του ν. 2251/1994, 281 ΑΚ, 70, 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τη σημείωση πως με το δεύτερο από τα αιτήματα της το Δικαστήριο εκτιμά πως ο ενάγων ζητεί ουσιαστικά να πληρωθεί το κενό, που θα δημιουργηθεί στη σύμβαση σε περίπτωση που αναγνωριστεί η τυχόν ακυρότητα του προσβαλλόμενου από αυτόν γ.ο.σ. Μετά την εν λόγω εκτίμηση, το παρεπόμενο, περί κήρυξης της εκδοθησομένης απόφασης προσωρινά εκτελεστής, αίτημα της αγωγής, τυγχάνει πλέον μη νόμιμο και, ως εκ τούτου, απορριπτέο, αφού η απόφαση, που θα εκδοθεί, σε περίπτωση ευδοκίμησης της υπό κρίση αγωγής, θα είναι αναγνωριστική. Σε αναγνωριστικού δε χαρακτήρα αποφάσεις δεν νοείται αναγκαστική εκτέλεση (ΕφΑΘ 4457/2009 ΕλλΔνη 2010.207). Πρέπει, επομένως, η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω, για να κριθεί αν είναι βάσιμη και από ουσιαστική άποψη.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων αμφοτέρων των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ” αρ. ………………….. έγγραφης σύμβασης στεγαστικού δανείου, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στην Ξάνθη την 6η Ιουνίου 2007, η εναγόμενη χορήγησε στον ενάγοντα στεγαστικό δάνειο, μέσω του οποίου ο τελευταίος θα αποπλήρωνε το τίμημα, ύψους 81.972 ευρώ, της αγοράς του κείμενου στην πόλη της Ξάνθης διαμερίσματος, που μόλις είχε αποκτήσει δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου υπ” αρ. …………………….. συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ξάνθης………………………… Το δάνειο αυτό συμφωνήθηκε σε συνάλλαγμα και ήταν ποσού 166.680,60 ελβετικών φράγκων (CHF). Η δε αποπληρωμή του ορίστηκε να γίνει σε 300 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, οι οποίες θα καταβάλλονταν την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα, αρχής γενομένης από το μήνα Αύγουστο του έτους 2007. Το επιτόκιο, που θα βάρυνε το εν λόγω δάνειο, θα ήταν κυμαινόμενο. Συγκεκριμένα, προβλέφθηκε πως, για μεν το χρονικό διάστημα από την ημέρα εκταμίευσης του δανείου και μέχρι το τέλος του μήνα εκταμίευσης, καθώς και του επόμενου, το επιτόκιο θα ισούταν με το LIBOR μηνιαίας διάρκειας, το οποίο θα ίσχυε δύο εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα εκταμίευσης του δανείου, προσαυξημένο κατά 1,10 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ για το χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της ανωτέρω περιόδου και για κάθε εφεξής μήνα, το επιτόκιο θα  αναπροσαρμοζόταν  και   θα  ισούταν  με  το  εκάστοτε  LIBOR μηνιαίας διάρκειας, το οποίο θα ίσχυε δύο εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήξη εκάστου προηγούμενου μήνα, προσαυξημένο κατά 1,10 ποσοστιαίες μονάδες. Ως LIBOR δε νοείται ο αριθμητικός μέσος όρος (στρογγυλοποιημένος προς τα άνω μέχρι τέσσερα δεκαδικά ψηφία) των επιτοκίων, που προσφέρονται στη διατραπεζική αγορά του   Λονδίνου,   στις   11.00  π.μ.   περίπου   (ώρα   Λονδίνου),   δύο εργάσιμες (για το Λονδίνο και την Αθήνα) ημέρες πριν από την ημέρα εκταμίευσης του δανείου για καταθέσεις σε ελβετικό φράγκο, ύψους αντίστοιχου με το εκτοκιζόμενο κεφάλαιο και διάρκειας ενός μήνα  (βλ.  τον 2° όρο του  από  5-6-2007  Προσαρτήματος Ι  της σύμβασης).   Περαιτέρω,  αποδείχθηκε ότι το ως άνω ποσό των 166.680,60 ελβετικών φράγκων εκταμιεύθηκε δύο ημέρες αργότερα, την 8η Ιουνίου 2007, και ενώ η ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου  ήταν  1,658300.  Ισούταν,  δηλαδή,  αυτό  με  100.512,93 ευρώ, στα οποία και μετατράπηκε πριν δοθεί στον ενάγοντα, αφού ο τελευταίος,   μετά  την  αντικατάσταση   της  δραχμής,   ως   εθνικού νομίσματος,  βάσει  του  αρθ.   1   του ν.  2842/2000,   σε  ευρώ  θα κατέβαλε, όπως και πράγματι έκανε (βλ. την υπ” αρ. ………….. πράξη της συμβολαιογράφου Ξάνθης, ……………………),     το     τίμημα    της     αγοράς    του     προαναφερόμενου διαμερίσματος. Προς εξυπηρέτηση, άλλωστε, του επίμαχου δανείου τηρήθηκε και εξακολουθεί να τηρείται από την εναγόμενη ο υπ” αρ. ………………………… λογαριασμός, στον οποίο καταχωρούνται – σε ελβετικά φράγκα – τόσο οι δεδουλευμένοι τόκοι, που, κατά διαστήματα, βαρύνουν το δάνειο, όσο και οι διάφορες καταβολές, στις οποίες ο ενάγων προβαίνει προς εξόφληση του. Οι τελευταίες, ωστόσο, στην πραγματικότητα, γίνονται σε ευρώ, αφού ο ενάγων, ως συνταξιούχος ………………., που ζει και δραστηριοποιείται στην Ελλάδα, σε ευρώ λαμβάνει τη σύνταξη του και σε ευρώ πραγματοποιεί τις συναλλαγές του. Από την άλλη πλευρά, σε ελβετικά φράγκα υπολογίζεται κάθε μία από τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις, που ο ενάγων είναι υποχρεωμένος να καταβάλει (βλ. τους σχετικούς πίνακες πληρωμών, σε συνδυασμό με το αντίγραφο της κίνησης του δανειακού λογαριασμού, που νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι). Περαιτέρω, σύμφωνα με τον υπ” αρ. 7α όρο της ως άνω σύμβασης, ο δανειολήπτης όφειλε να καταβάλει στην Τράπεζα ακριβόχρονα τις προς εξόφληση του δανείου δόσεις. Εφόσον δε το δάνειο ή οποιοδήποτε τμήμα αυτού χορηγούνταν σε συνάλλαγμα, ο οφειλέτης υποχρεούταν να εκπληρώσει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, ενώ η ισοτιμία του ευρώ προς το ελβετικό φράγκο ανερχόταν, όπως προεκτέθηκε, κατά την ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου, στο 1,658300, στη συνέχεια, διαφοροποιήθηκε. Συγκεκριμένα, σταδιακά μειώθηκε, αφού το αλλοδαπό νόμισμα ισχυροποιήθηκε έναντι του εγχώριου. Ανήλθε δε αυτή, ενδεικτικά, την 1η Αυγούστου 2007 στο 1,622200, την 1ηΑπριλίου 2008 στο 1,545500, την 1Π Δεκεμβρίου 2008 στο 1,536910, την 1η Σεπτεμβρίου 2010 στο 1,265000, την 1η Ιουνίου 2011 στο 1,200500 και την 1η Οκτωβρίου 2012 στο 1,183300. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα ο ενάγων να είναι υποχρεωμένος να καταβάλει πιο πολλά χρήματα, προκειμένου να αποπληρώνει τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις του δανείου του. Έτσι λ.χ., ενώ για μία δόση, ύψους 500,30 CHF, την  1η Αυγούστου  2007  έπρεπε  να  καταβάλει  (500,30 / 1,622200 =) 308,41 ευρώ, την 1η Οκτωβρίου 2012, για την ίδια δόση, όφειλε να καταβάλει (500,30 / 1,183300 =) 422,80 ευρώ. Το δε συνολικό υπόλοιπο της οφειλής του ενώ, την 1ηΑυγούστου 2007, ανερχόταν στα 166.347,17 CHF ή 102.544,18 ευρώ, την 1η Οκτωβρίου 2012 ανερχόταν στα 105.319,58 CHF ή 89.004,97 ευρώ, και την 1η Οκτωβρίου 2013, με ισοτιμία 1,225299, στα 100.575,38 CHF ή 82.082,25 ευρώ. Ήδη δε με την κρινόμενη αγωγή του, ο ενάγων υποστηρίζει πως ο προμνημονευόμενος υπ” αρ. 7α όρος της επίμαχης σύμβασης, ο οποίος προέβλεπε ότι ο ίδιος υποχρεούταν να εκπληρώνει τις απορρέουσες από τη σύμβαση υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής, ήταν, κατά το δεύτερο του σκέλος, αόριστος και ασαφής, με συνέπεια ο ίδιος, ο οποίος, ως συνταξιούχος αστυνομικός και τελειόφοιτος Τεχνικού Λυκείου, στερείται οικονομικών γνώσεων και πείρας περί τις συναλλαγές, να μην αντιληφθεί, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, τις συνέπειες, που θα μπορούσε να έχει αυτός (όρος), κατά τη διάρκεια της εξόφλησης του δανείου του, σε περίπτωση μεταβολής της ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου. Πράγματι, ο προαναφερόμενος όρος, που ήταν προδιατυπωμένος από την εναγόμενη και περιλαμβανόταν στους γ.ο.σ., χωρίς να έχει αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων, κατά το μέρος που ρυθμίζει την ισοτιμία, με βάση την οποία θα μετατρέπονται σε ελβετικά φράγκα οι τυχόν καταβολές σε ευρώ, που πραγματοποιεί ο ενάγων καθ” όλη τη διάρκεια αποπληρωμής του δανείου του, είναι αόριστος και ασαφής, ως εκ τούτου δε, καταχρηστικός και άκυρος. Συγκεκριμένα, με τον επίμαχο όρο παραβιάζεται από την εναγόμενη η υποχρέωση σαφήνειας και διαφάνειας των γ.ο.σ., η οποία επιτάσσει όπως οι όροι είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ούτως ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτων τη μέση αντίληψη, κατά τον σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως δε όσον αφορά στη σχέση παροχής και αντιπαροχής (ΕφΠειρ 711/2011 ΔΕΕ 2012.356). Συγκεκριμένα, με την ως άνω ρήτρα δεν παρουσιάζονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων στη σύμβαση διαδίκων, αφού δεν διατυπώνεται ευκρινώς ο τρόπος λειτουργίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας, η μέθοδος και οι ιδιαιτερότητες του μηχανισμού μετατροπής του εγχώριου νομίσματος σε ξένο νόμισμα, καθώς, επίσης, και η σχέση μεταξύ του μηχανισμού αυτού και των τυχόν άλλων, που προβλέπουν ετέρες ρήτρες σχετικά με την αποδέσμευση και την αποπληρωμή δανείων, ούτως ώστε ο καταναλωτής και, εν προκειμένω, ο ενάγων, ο οποίος από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε πως διέθετε ιδιαίτερες γνώσεις αναφορικά με τους νομισματικούς κανόνες, τις συνθήκες της αγοράς και το κόστος του χρήματος, να μπορεί να εκτιμήσει τις οικονομικές συνέπειες, που θα μπορούσε να έχει για τον ίδιο ο παραπάνω όρος, και, συγκεκριμένα, να διαγνώσει, εκ των προτέρων, τόσο το ύψος των μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, που θα καλούνταν να καταβάλει για την αποπληρωμή του δανείου του, όσο και το ύψος του ανεξόφλητου κεφαλαίου του τελευταίου, σε περίπτωση που η ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου διαφοροποιούνταν σε βάρος του πρώτου (βλ. την ανωτέρω απόφαση του ΔΕΚ, σκέψεις 73 – 75). Δεν μπορούσε, επομένως, αυτός να γνωρίζει εκ των προτέρων τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει. Και ναι μεν ο επίμαχος όρος ήταν σαφώς διατυπωμένος από γραμματική άποψη, πλην, όμως, μόνη η σαφήνεια αυτή δεν αρκεί, κατά τα διαλαμβανόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη, προκειμένου να κριθεί ως έγκυρος βάσει των κριτηρίων, που ο ν. 2251/1994 και η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ θέτουν αφού, εξαιτίας της παραπάνω αοριστίας του ως προς τις οικονομικές συνέπειες του, οδηγεί ουσιαστικά στη διάψευση των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή – πελάτη αναφορικά με την εξέλιξη της συναλλακτικής του σχέσης με την Τράπεζα (ΑΠ 1219/2001 ΔΕΕ 2001.1128). Περαιτέρω, όσον αφορά το κενό, που δημιουργείται από την ακυρότητα του προμνημονευόμενου γ.ο.σ., αυτό, κατά τα προδιαληφθέντα στη μείζονα σκέψη, θα έπρεπε, κατ” αρχήν, να καλυφθεί με την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα ενδοτικού δικαίου και, ειδικότερα, με την εφαρμογή της διάταξης του αρθ. 291 ΑΚ, η οποία ορίζει πως «όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην Ελλάδα, ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής». Ωστόσο, επειδή η ουσιαστικού δικαίου ρύθμιση, που η εν λόγω διάταξη εισάγει, ταυτίζεται με εκείνη του προμνημονευόμενου όρου, που κρίθηκε καταχρηστικός, το Δικαστήριο κρίνει πως η εφαρμογή της στη θέση του θα κατέληγε στο ίδιο αποτέλεσμα, στη διάψευση, δηλαδή, των εύλογων προσδοκιών του ενάγοντος αναφορικά με την εξέλιξη της συναλλακτικής του σχέσης με την εναγόμενη και, συνακόλουθα, στη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των μεταξύ τους δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε βάρος του ιδίου. Ως εκ τούτου, η εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, η οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι δεσμευτική, αφού δεν καθιερώνει υποχρέωση, αλλά απλό δικαίωμα του οφειλέτη να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής, θα πρέπει να αποκλειστεί. Κατά συνέπεια, το κενό, που προκαλείται στην επίμαχη σύμβαση αναφορικά με την ισοτιμία, βάσει της οποίας θα υπολογίζονται οι καταβολές σε ευρώ, που ο ενάγων πραγματοποιεί προς εξόφληση του δανείου του, θα πρέπει να πληρωθεί με συμπληρωματική, κατ” αρθ. 200 ΑΚ, ερμηνεία αυτής (σύμβασης), ούτως ώστε η τελευταία να ανταποκρίνεται πλέον στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Στο πλαίσιο της εν λόγω ερμηνείας, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη: α) τις αρχές της συναλλακτικής ευθύτητας, τις οποίες οφείλει να τηρεί κάθε χρηστός και γνωστικός συναλλασσόμενος, καθώς και τις σύμφωνες με αυτές συνήθειες των συναλλαγών, β) το είδος, τη φύση και το σκοπό της επίμαχης σύμβασης, την οποία σύναψαν οι διάδικοι, και, συγκεκριμένα, το γεγονός πως επρόκειτο για μία, καταρτισθείσα στην Ελλάδα, δανειακή σύμβαση, μέσω της οποίας ο ενάγων θα αποπλήρωνε (σε ευρώ) το τίμημα της αγοράς ενός διαμερίσματος, γ) τα συμφέροντα αμφοτέρων των διαδίκων, εκ των οποίων εκείνα της εναγομένης δεν εξαρτώνται, όπως η ίδια η μάρτυρας ανταπόδειξης και υπάλληλος της ανέφερε, κατά την ένορκη επ” ακροατηρίω κατάθεση της, από τη συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων, αλλά εξυπηρετούνται μέσω του προαναφερόμενου κυμαινόμενου επιτοκίου, με το οποίο και συμφωνήθηκε πως θα αποπληρωθεί το δάνειο, δ) τις συνθήκες, που επικρατούσαν στις χρηματαγορές μέχρι το έτος 2007, οπότε και συνήφθη η επίμαχη σύμβαση, και οι οποίες χαρακτηρίζονταν από τη σταθερότητα της ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου (βλ. την ένορκη κατάθεση της ίδιας ως άνω μάρτυρα), ε) το γεγονός πως ο ενάγων, ως υπήκοος Ελλάδας, ο οποίος ζει και δραστηριοποιείται στην ελληνική επικράτεια, δεν μπορεί παρά να χρησιμοποιεί το εγχώριο νόμισμα, και δη το ευρώ, στις συναλλαγές του, στ) το γεγονός πως η εναγόμενη, όπως με τις από 29-10-2013 προτάσεις της παραδέχεται, γνώριζε πως ο ενάγων αδυνατούσε να έχει στην κατοχή του ελβετικά φράγκα, με συνέπεια να εξοφλεί, όπως και πράγματι έκανε, ουσιαστικά σε ευρώ το δάνειο του, ζ) το γεγονός πως το χρηματικό ποσό, που χορηγήθηκε, ως δάνειο, στον ενάγοντα δυνάμει της επίμαχης σύμβασης, ναι εκταμιεύθηκε σε ελβετικά φράγκα, πλην, όμως, αμέσως μετά την την ανωτέρω σύμβαση υποχρεώσεων του, να πρέπει να υπολογίζονται από την εναγόμενη σε ελβετικά φράγκα, με βάση τη μεταξύ των δύο νομισμάτων συναλλαγματική ισοτιμία (1,658300), που ίσχυε κατά την ημέρα εκταμίευσης του δανείου (8 Ιουνίου 2007). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολο τους μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (αρθ. 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι ο υπ” αρ. 7α όρος της μνημονευόμενης στο σκεπτικό της παρούσας δανειακής σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο «…εφόσον το δάνειο ή οποιοδήποτε τμήμα αυτού έχει χορηγηθεί σε συνάλλαγμα, ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την τράπεζα … είτε σε EURO με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής», τυγχάνει καταχρηστικός και, ως εκ τούτου, άκυρος, με συνέπεια οι καταβολές, που ο ενάγων πραγματοποιεί σε ευρώ προς εκπλήρωση των απορρεουσών από τη μνημονευόμενη στο σκεπτικό της παρούσας σύμβαση υποχρεώσεων του, να πρέπει να υπολογίζονται από την εναγόμενη σε ελβετικά φράγκα, με βάση τη μεταξύ των δύο νομισμάτων συναλλαγματική ισοτιμία (1,658300), που ίσχυε κατά την ημέρα εκταμίευσης του δανείου (8 Ιουνίου 2007).

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Ξάνθη την 7η Μαΐου 2014 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, την 27η Μαΐου 2014, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                           Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

21

May

2014

ΕΙΡ.ΑΘ.966/2013:Ο ΟΡΟΣ ΠΟΥ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΑ ΑΣΚΕΙ ΔΗΛΩΣΗ ΣΥΜΨΗΦΙΣΜΟΥ ΜΟΝΟΜΕΡΩΣ,ΑΛΛΑ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΙ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΗΣ ΤΗΣ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΑΠΕΥΘΥΝΕΤΑΙ, ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΟΣ

ΕιρΑθ 966/2013: Ο όρος που επιτρέπει στην Τράπεζα να ασκεί δήλωση συμψηφισμού μονομερώς, αλλά χωρίς να κοινοποιήσει προηγούμενα τη δήλωση της βούλησής της στον αντισυμβαλλόμενο προς τον οποίο απευθύνεται είναι καταχρηστικός

21 Μαΐου, 2014

966/2013 ΕΙΡ ΑΘ

Κατάθεση χρημάτων σε Τράπεζα. Ανώμαλη παρακαταθήκη. Συμψηφισμός αμοιβαίων απαιτήσεων. Σύμβαση για έκδοση πιστωτικής κάρτας και πρόσθετη συμφωνία ανοίγματος λογαριασμού. Εφαρμοστέες διατάξεις. Σύμβαση προσχωρήσεως. Ελεγχος των προδιατυπωμένων όρων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2251/1994 «περί προστασίας καταναλωτή». Ο όρος που επιτρέπει στην Τράπεζα να ασκεί δήλωση συμψηφισμού μονομερώς, αλλά χωρίς να κοινοποιήσει προηγούμενα τη δήλωση της βούλησής της στον αντισυμβαλλόμενο προς τον οποίο απευθύνεται είναι καταχρηστικός. Η λήψη χρημάτων από τραπεζικό λογαριασμό προς συμψηφισμό, χωρίς κοινοποίηση της δήλωσης βουλήσεως εκ μέρους της Τράπεζας αποτελεί απλή βούληση, που δεν μπορεί να επιφέρει έννομα αποτελέσματα. Η εκχώρηση του δικαιώματος εκ μέρους του πιστούχου προς την τράπεζα, να ασκεί μονομερώς δήλωση βουλήσεως συμψηφισμού με απαίτησή της, χρεώνοντας οποιονδήποτε λογαριασμό του διατηρεί σε αυτήν, δεν μπορεί να περιλάβει και απαλλοτρίωση του δικαιώματός του, προς λήψη της δήλωσης βούλησης εκ μέρους της τράπεζας. Η εναγόμενη τράπεζα έκλεισε το λογαριασμό του ενάγοντα, λόγω μη εμπρόθεσμης εξυπηρέτησής του και με βάση το κατάλοιπο λογαριασμού ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής, κατά της οποίας ο ενάγων άσκησε ανακοπή και παράλληλα αίτηση αναστολής εκτέλεσης που έγινε δεκτή (μη εκκαθαρισμένη απαίτηση). Η απόφαση για την αναστολή κοινοποιήθηκε στην εναγομένη Τράπεζα, που μετά από αυτή άσκησε το δικαίωμά της μονομερούς δήλωσης βούλησης, προς συμψηφισμό και έλαβε χρήματα από το λογαριασμό ταμιευτηρίου του ενάγοντα, χωρίς να κοινοποιήσει σε αυτόν την δήλωση βουλήσεως αυτή, πριν την λήψη των χρημάτων. Η τράπεζα άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμά της. Δεκτή η αγωγή υποχρεώνει την εναγομένη να επιστρέψει το ποσό που ανέλαβε από το λογαριασμό ταμιευτηρίου του ενάγοντα και επιδικάζει χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη.

ΑΡΙΘΜΟΣ 966/2013

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Αθηνών ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗ, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την παρουσία της Γραμματέως ΣΙΔΕΡΙΑΣ ΦΙΛΗ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 7 Μαρτίου 2013 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ: ……………., κατοίκου Πάτρας, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπρόσωπα.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «…………….», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……………., αριθ. …, εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Δικηγόρο της Διονυσία Καρατζιώτου.

Ο ενάγων με την από 15/01/2012 και αριθ. Κατ. 470/2012 αγωγή του, που δικάζεται κατά τις ειδικές διατάξεις περί μικροδιαφορών των αρθρ. 466 επ Κ.Πολ.Δ ζήτησε τα κατ αυτή

Δικάσιμος για τη συζήτηση της αγωγής ορίστηκε η 16/11/12 και μετά από αναβολή αυτή, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας

Ακολούθησε συζήτηση, όπως σημειώνεται στα πρακτικά. Προσκομίστηκε δε το υπ αριθ. 17693397/11.03.13 ΔΣΑ Γραμμάτιο Προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής, για την εναγομένη, όπως και το υπ αριθ. 140852/07.03.13 σειρά Α, ποσού 6,00€ δικαστικό ένσημο, με επικολημμένα επί αυτών τα ένσημα υπέρ ΕΤΑΑ-ΤΥ-ΠΔΑ και Ταμείου Νομικών, στο οποίο υπόκειται το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής

Αφού άκουσε τους ισχυρισμούς

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 440 ΑΚ ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες. Σύμφωνα, δε, με τη διάταξη του αρθρ. 441 ιδίου κώδικα ο συμψηφισμός επέρχεται, αν ο ένας τον επικαλεστεί, με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, από τότε που συνυπήρξαν. Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 167 ΑΚ η δήλωση της βούλησης επιφέρει νομική ενέργεια, μόνο αφότου περιέλθει στο πρόσωπο, στο οποίο απαιτείται, να απευθυνθεί. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι ο κώδικας έχει υιοθετήσει την θεωρία της παραλαβής ή λήψεως της δήλωσης βούλησης, σύμφωνα με την οποία η δήλωση θεωρείται ότι συντελέστηκε και παράγει νόμιμη ενέργεια, όχι απλά από τότε που εκδηλώθηκε στην πράξη, ούτε ακόμη και από τη γνώση του περιεχομένου αυτής από εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται, αλλά από την παραλαβή της δήλωσης βούλησης, από εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται. Η παραλαβή θεωρείται ότι συντελείται κατά το νόμο και ότι η δήλωση βούλησης διαβιβάστηκε, σε εκείνον στον οποίο απευθύνεται, όταν διαβιβάστηκε με τρόπο κατά τον οποίο ο τελευταίος μπορούσε να λάβει γνώση, άσχετα αν από λόγους, που αφορούν τον ίδιο καθυστέρησε να λάβει γνώση (ΑΠ 1411/2011, ΑΠ 1579/2008, ΑΠ 1251/2007, ΑΠ 1250/2001, Νόμος- ΑΠ 1263/1996 ΕλλΔνη 1997, 1800- ΕφΠατ 382/2009, Νόμος- ΕφΑθ 644/2005, ΕλλΔνη 2006, 217). Η νόμιμη δήλωση βουλήσεως εκ μέρους του προτείναντα, εφόσον αυτή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε εκείνον που απευθύνεται, αποσβένει τις αμοιβαίες απαιτήσεις, που πρέπει να είναι ληξιπρόθεσμες και έγκυρες (γεγονός, που συνάγεται εξαιτίας της αμοιβαιότητας των απαιτήσεων, βλ. ΕφΑθ 4725/2001 ΕλλΔνη 2003, 254).

Η κατάθεση χρημάτων σε Τράπεζα έχει το χαρακτήρα της ανώμαλης παρακαταθήκης, επί της οποίας, σύμφωνα με το αρθρ. 830 παρ. 1 Α.Κ, έχουν εφαρμογή αφενός οι διατάξεις του αρθρ. 806 ΑΚ περί δανείου, σύμφωνα με την οποία η Τράπεζα έχει την κυριότητα των κατατεθειμένων χρημάτων, αφετέρου η διάταξη του αρθρ. 827 ΑΚ. Σύμφωνα με την τελευταία διάταξη ο θεματοφύλακας οφείλει να αποδώσει το πράγμα (συγκεκριμένα τα χρήματα) στον παρακαταθέτη, όταν ο τελευταίος ζητήσει αυτό, ακόμη και αν δεν παρήλθε η προθεσμία για τη φύλαξή του.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθρ. 713 επ ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των αρθρ. 25- 28 του 17- 7/13-8/1923 ν.δ «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών» συνάγεται, ότι η δημιουργούμενη από την πιστωτική κάρτα, που εκδίδεται από πιστωτικά ιδρύματα, σχέση μεταξύ του εκδότη (τράπεζας ή πιστωτικού ιδρύματος) και του κατόχου, χαρακτηρίζεται ως έμμισθη εντολή, με πρόσθετη συμφωνία ανοίγματος βεβαιωμένης ή ανέκκλητης πίστωσης. Βάσει της σχέσης αυτής ο εκδότης της κάρτας αναλαμβάνει την υποχρέωση προς τον πελάτη – κάτοχο, έναντι πληρωμής αμοιβής, να εξοφλεί τον τρίτο, έναντι του οποίου ο κάτοχος- πελάτης αναλαμβάνει υποχρέωση, βάσει δικαιολογητικών, που θα προσκομίσει ο τρίτος. Η πληρωμή γίνεται είτε μέσω διαθεσίμων, που έχει στον εκδότη ο κάτοχος, είτε με χρήματα, που αποτελούν αντικείμενο πίστωσης, που ο εκδότης ανοίγει υπέρ του πελάτη του (ΑΠ 589/2001 ΔΕΕ 2001, 1117- ΑΠ 1116/1996, ΕλλΔνη 1997, 1141- ΕφΑθ 2556/2010, ΕλλΔνη 2011, 251- ΠΠρΑθ 458/2012, Νόμος). Η σύμβαση πίστωσης τέλος, που ανοίγει ο εκδότης της κάρτας για λογαριασμό του πελάτη του αποτελεί κατά το νόμο αλληλόχρεο λογαριασμό.

Η σύμβαση μεταξύ της εκδότριας τράπεζας και του πελάτη της, για την έκδοση και χορήγηση κάρτας στον πελάτη της και άνοιγμα πίστωσης, εκτός από το νόμο ρυθμίζεται από τις μεταξύ τους συμφωνίες, που περιλήφθηκαν στην σύμβαση κατ αρθρ. 361 ΑΚ, περί ελευθερίας των συμβάσεων. Επειδή, ωστόσο, η σύμβαση αυτή αποτελεί στην πράξη σύμβαση προσχώρησης, κατά την οποία ο καταναλωτής, κάτοχος της κάρτας και πελάτης του πιστωτικού ιδρύματος, προσχωρεί σε σύμβαση, την οποία ετοίμασε το πιστωτικό ίδρυμα, που μπορεί να περιέχει προδιατυπωμένους όρους, απευθυνόμενους σε αόριστο πλήθος καταναλωτών, που θεωρούνται και είναι καταχρηστικοί, για τον πελάτη, το δικαστήριο μπορεί να ελέγξει αυτούς, μετά από αγωγή του τελευταίου, με βάση την οποία παραπονείται σχετικά με αυτούς. Για τον έλεγχο του κύρους των γενικών όρων συναλλαγής (ΓΟΣ) στις συμβάσεις, που συνάπτονται μεταξύ καταναλωτών και προμηθευτών και κυρίως της καταχρηστικότητας αυτών, ισχύουν οι διατάξεις του αρθρ. 2 του ν. 2251/1994 «Περί προστασίας των καταναλωτών», που ενσωμάτωσαν την οδηγία 93/13/ΕΟΚ της 05.04.1993 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Κατά το αρθρ. 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το αρθρ. 10 παρ. 24 εδ β του ν. 741/1999 και αντικαταστάθηκε εκ νέου με την παρ. 2 του αρθρ. 2 του ν. 3587/2007, «Γενικοί όροι συναλλαγών, που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου, ενσωματωμένου σε σύμβαση, κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών, κατά τη σύναψή της, και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβαση από την οποία αυτή εξαρτάται». Κατά δε την παρ. 7 του ιδίου αρθρ. καταχρηστικοί, κατά την ενδεικτική απαρίθμηση αυτής, είναι οι γενικοί όροι των συναλλαγών υπό τα στοιχεία «α» έως και «λβ». Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, που αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του αρθρ. 281 Α.Κ, με τα αναφερόμενα σε αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών, λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή, με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού αυτής. Πάντοτε δε στα πλαίσια της επίτευξης ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Λαμβάνονται προς αυτό υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλομένων μερών στη συγκεκριμένη σύμβαση και ερευνάται ποιες συνέπειες θα είχε η διατήρηση ή κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά. Αν η, προβλεπόμενη από τον κρινόμενο γενικό όρο, ρύθμιση είναι απλώς μη συμφέρουσα για τον καταναλωτή και η από αυτή επιβάρυνσή του δεν είναι ουσιώδης, τότε δεν επέρχεται σημαντική διατάραξη της προκείμενης ισορροπίας. Εξάλλου, ενόψει του ότι ο έλεγχος του κύρους του περιεχομένου ΓΟΣ προσανατολίζεται προς τη διάταξη του αρθρ. 281 Α.Κ, δεν απαγορεύεται με τους ΓΟΣ η απόκλιση από οποιαδήποτε διάταξη ενδοτικού δικαίου, αλλά μόνο εκείνων που φέρουν «καθοδηγητικό» χαρακτήρα ή, σε περίπτωση άτυπων συναλλακτικών μορφών, από τα ουσιώδη για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της φύσεως της σύμβασης δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών, που απηχούν πράγματι δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου έτσι διαταράσσεται, όταν, με το περιεχόμενο του ΓΟΣ, αλλάζουν εκείνα, που έχουν διαμορφωθεί, με βάση κανόνες του ενδοτικού δικαίου, για τη συγκεκριμένη συμβατική μορφή. Εξ αυτού έπεται ότι γενικοί όροι, που παραβαίνουν κανόνα δικαίου, αναγκαστικής τάξης απαγορεύεται απόλυτα. Επίσης ελέγχεται για καταχρηστικότητα ρύθμιση ΓΟΣ, με τον οποίο επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που προκύπτουν από τη φύση της σύμβασης, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να απειλείται ματαίωση του σκοπού της. Ετσι, κατά τη διαδικασία προς διαπίστωση της καταχρηστικότητας ΓΟΣ ερευνάται, αν υπάρχει τυπική διατάραξη, ως απόκλιση από τη συνηθισμένη ρύθμιση, και στη συνέχεια ερευνάται ο βαθμός έντασης της απόκλισης αυτής. Αν, δηλαδή, η απόκλιση στη συγκεκριμένη περίπτωση αφορά αξιολογικές εκτιμήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα. Εν τέλει, εξετάζεται, σε πρώτη φάση, αν συγκεκριμένος ΓΟΣ αντίκειται σε απαγορευτική ρήτρα, αν συγκαταλέγεται δηλαδή στην ενδεικτική απαρίθμηση του καταλόγου του αρθρ. 2 παρ. 7 του ν. 2251/1994. Σε περίπτωση δε αρνητικού αποτελέσματος, ελέγχεται κατά πόσο περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 1219/2001, ΕλλΔνη 42, 1603).

Περαιτέρω, στο χώρο των τραπεζικών συναλλαγών η ανάγκη προστασίας της συμβατικής ισορροπίας και διασφάλισης της δικαιοπρακτικής αυτοδιάθεσης των αντισυμβαλλόμενων των τραπεζών είναι ιδιαίτερα έκδηλη, λόγω της οικονομικής και οργανωτικής υπεροχής ή της εξουσιαστικής θέσης των τραπεζών, οι οποίες επιβάλλουν κατά κανόνα μονομερώς στους ασθενέστερους αντισυμβαλλόμενους την κατάρτιση τυποποιημένων συμβάσεων, με προδιατυπωμένους από τις ίδιες γενικούς όρους. Ενώ οι παρεχόμενες από αυτές (τράπεζες) υπηρεσίες σαφώς απευθύνονται και αφορούν ευρύ καταναλωτικό κοινό. Κατά συνέπεια, οι διατάξεις του ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών και την καταχρηστικότητα των ΓΟΣ εφαρμόζονται ευθέως και στις περιπτώσεις τραπεζικών συναλλαγών (ΕφΑθ 730/2005, ΕΕμπΔ 2005, 741- Φ Δωρή, Η εξειδίκευση της καλής πίστης στο αρθρ. 2 του ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών και η σημασία στο κοινό δίκαιο, ΝοΒ 2000, 737 επ).

Με την υπό κρίση αγωγή, εκθέτει ο ενάγων ότι: Στην εναγομένη διατηρεί τον υπ αριθ. ……………. τραπεζικό λογαριασμό. Στις 07/12/11 στον παραπάνω λογαριασμό του κατατέθηκε το ποσό των 50,00€, από τον …………….. Στις 11/01/12 η εναγομένη, με την οποία εκτός από τον παραπάνω λογαριασμό είχε και ανοικτό λογαριασμό πίστωσης και χορήγησης πιστωτικής κάρτας, χωρίς καμία ειδοποίησή του, αφαίρεσε το παραπάνω ποσό από το λογαριασμό του. Η εναγομένη ενήργησε δόλια σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη και εναντίον του δεν είχε βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση, ώστε να αποσπάσει τα παραπάνω χρήματα από το λογαριασμό του. Επιπλέον η χρέωση του λογαριασμού του με έξοδα πιστωτικής κάρτας, όπως αναφέρει η ταυτότητα της πράξης αυτής είναι παράνομη και εμπίπτει στις αδικοπραξίες του αρθρ. 914 ΑΚ. Η εναγομένη άσκησε καταχρηστικά τα δικαιώματά της και με τον τρόπο αυτό ζημίωσε την περιουσία του παράνομα και εξ αυτής υπέστη ηθική βλάβη. Επιδιώκει, τέλος, ο ενάγων να υποχρεωθεί η εναγομένη να του επιστρέψει το ποσό των 50,00€, που ανέλαβε από τον παραπάνω λογαριασμό του, νομιμότοκα από τότε που ανέλαβε το ποσό αυτό, δηλαδή στις 11/01/12, να του καταβάλλει ως αποζημίωση για την ηθική βλάβη, που υπέστη το ποσό των 1.400,00€ και να καταδικαστεί στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης.

Ετσι έχουσα η αγωγή, αρμόδια και παραδεκτά φέρεται στο δικαστήριο αυτό (αρθρ. 14 και 25 Κ.Πολ.Δ), ενώ ο ενάγων νομίμως παρέστη κατ αυτή χωρίς δικηγόρο (αρθρ. 94 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει) και επί αυτής έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των αρθρ. 466 επ Κ.Πολ.Δ, είναι βάσιμη κατά το νόμο, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθρ. 440, 441, 167, 830 παρ. 1, 806, 827, 713 επ ΑΚ, 25-28 του νδ 17-7/13-8/1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών», 2 παρ. 7, 3, 7 του Ν. 2251/1994, όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει, 361, 281, 932 ΑΚ και 176 Κ.Πολ.Δ και πρέπει να εξεταστεί και στην ουσία της

Η εναγομένη αρνείται την αγωγή για το λόγο ότι στον ενάγοντα, δυνάμει της από 04/12/98 σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας και του αντίστοιχου προσαρτήματος χορήγησε πίστωση, με χρήση πιστωτικής κάρτας MASTERCARD. Η ίδια κατήγγειλε τη σύμβαση, με την από 13/03/10 εξώδικη δήλωσή της και στη συνέχεια με αίτησή της εκδόθηκε η υπ αριθ. 1810/2010 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη, του Ειρηνοδικείου Πατρών, για ποσό 6.135,54€. Με βάση δε αυτή η ίδια προχώρησε σε συμψηφισμό του ποσού των 50,00€, από τον λογαριασμό του ενάγοντα, στις 11/01/12, διότι η σύμβαση, που είχε με τον ενάγοντα, της έδινε το δικαίωμα αυτό.

Ετσι έχουσα η αιτιολογημένη άρνηση της εναγομένης νόμιμα προβάλλεται και πρέπει να εξεταστεί και στην ουσία της

Από όλα τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τους ισχυρισμούς και ομολογίες τους, που περιλαμβάνονται στις προτάσεις τους και από όλη γενικά τη διαδικασία αποδείχτηκαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου αυτού, τα εξής:

Στις 04/12/98 μεταξύ της εναγομένης και του ενάγοντα συνάφθηκε σύμβαση για χορήγηση πιστωτικής κάρτας και ανοίγματος πίστωσης για λογαριασμό του ενάγοντα. Με βάση αυτή χορηγήθηκε στον τελευταίο εκ μέρους της εναγομένης η με αριθ. ……………. κάρτα Mastercard, που τελικά ο αριθμός της μεταβλήθηκε από το 2007 στον αριθμό …………….. Η αρχική πίστωση για την παραπάνω κάρτα ορίστηκε στο ποσό των 750.000 δρχ, στη συνέχεια αυξήθηκε προοδευτικά στις 4.000,00€. Τέλος, με βάση αίτηση του πιστούχου και το από 13/01/13 πρόσθετο σύμφωνο, χορήγησαν στον παραπάνω πρόσθετη πίστωση για την αγορά αυτ/του, με παρακράτηση κυριότητας ποσού 7.630,00€, που ήταν εξοφλητέο σε 60 ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις. Η καταβολή των δόσεων αναστάλθηκε, δυνάμει των από 13/12/07 και 10/01/08 αιτήσεων του ενάγοντα, λόγω υπαγωγής του στην πράξη νομοθετικού περιεχομένου, με αριθ. 205/29.08.07, περί σεισμόπληκτων, επί εξάμηνο. Ο ενάγων καθυστέρησε την οφειλή του προς την τράπεζα, η οποία με την από 13/03/10 εξώδικη δήλωση καταγγελία και πρόσκληση γνωστοποίησε στον ενάγοντα το κλείσιμο του λογαριασμού και τον κάλεσε να καταβάλει το σύνολο της οφειλής του. Η εξώδικη αυτή καταγγελία κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα στις 20/05/2010. Στη συνέχεια η εναγομένη υπέβαλε αίτηση στον Ειρηνοδίκη, του Ειρηνοδικείου Πάτρας, η οποία έγινε δεκτή και εκδόθηκε η υπ αριθ. 181/2010 διαταγή πληρωμής, για ποσό κεφαλαίου 6.135,54€, πλέον τόκων και εξόδων. Η παραπάνω διαταγή πληρωμής, που εκδόθηκε στις 09/09/10, κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα στις 30/09/10 και εναντίον αυτής άσκησε ο τελευταίος, νόμιμα και εμπρόθεσμα, την από 30/09/10 ανακοπή του, την οποία κοινοποίησε στην εναγομένη στις 04/10/10 (υπ αριθ. 7961/10 έκθεση επίδοσης της δικ. επιμελήτριας Πρωτοδικείου Πατρών Ελένης Σαμαντά). Ακολούθως, ο ενάγων άσκησε την από 05/10/10 αίτησή του, για αναστολή εκτέλεσης, που κοινοποίησε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην καθ ης. Δικάσιμος για την παραπάνω αίτηση ορίστηκε αρχικά η 01/11/10 και στη συνέχεια η 28/03/11, οπότε και συζητήθηκε αυτή και εκδόθηκε η υπ αριθ. 94/31.05.11 απόφαση, που ανέστειλε την εκτέλεση της παραπάνω διαταγής πληρωμής, μέχρι εκδόσεως οριστικής απόφασης, επί της ανακοπής του ενάγοντα. Αντίγραφο της παραπάνω αποφάσεως αναστολής επέδωσε, ο ενάγων, στην εναγομένη, στις 10/06/2011, όπως προκύπτει από την υπ αριθ. 11415/2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Πρωτοδικείου Αθήνας Σταματίνας Μωροπούλου. Συνεπώς, η εναγομένη γνώριζε έκτοτε (10/06/11) ότι η εκτέλεση της παραπάνω διαταγής πληρωμής είχε ανασταλεί. Στην ίδια τράπεζα ο ενάγων διατηρούσε τον με αριθ. ……………. τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, ο οποίος και δεν συνδέθηκε με την παραπάνω κάρτα. Από ότι προκύπτει, από προσκομιζόμενο αντίγραφο του λογαριασμού αυτού, από 28/01/12, ο λογαριασμός αυτός είχε, στις 16/01/12, το ποσό των 30,75€, τα οποία ανέλαβε η εναγομένη στις 11/01/12 με αιτιολογία της ανάληψης «χρεώσεις πιστ. Καρτών». Ενώ, εμφανίζεται ανακολουθία στις εγγραφές, αυτές, σε τρόπο μη συνάδοντα με τις εγγραφές. Στις 07/12/11 στον παραπάνω λογαριασμό κατατέθηκε, από τον ……………., προς τον ενάγοντα, το ποσό των 50,00€. Η εναγομένη, στις 11/01/12, όπως προκύπτει, ανέλαβε το παραπάνω ποσό, με αιτιολογία της πράξης ανάληψης «χρεώσεις πιστ. Καρτών». Ισχυρίζεται, ήδη η εναγομένη, ότι έλαβε το ποσό των 50,00€ από τον παραπάνω λογαριασμό ταμιευτηρίου του ενάγοντα, προβαίνοντας νόμιμα σε συμψηφισμό του παραπάνω διαθέσιμου ποσού, με βάση όρο της σύμβασης χορήγησης κάρτας, που της δίνει το παραπάνω δικαίωμα και με βάση την υπ αριθ. 181/2010 διαταγή πληρωμής. Από ότι προκύπτει, στον όρο 33 της παραπάνω σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας, υπάρχει ο εξής όρος: « με την παρούσα σύμβαση ο κάτοχος εξουσιοδοτεί ανέκκλητα την τράπεζα να χρεώνει μονομερώς, χωρίς καμία άλλη σύμπραξή του, οποιονδήποτε λογαριασμό καταθέσεων διατηρεί στην τράπεζα, με το ποσό τυχόν ανεξόφλητης και ληξιπρόθεσμης οφειλής του». Ωστόσο, το γεγονός, ότι ο ενάγων εκχώρησε στην τράπεζα το δικαίωμα, να χρεώνει μονομερώς οποιονδήποτε λογαριασμό του, προς εξόφληση ανεξόφλητης και ληξιπρόθεσμης οφειλής του, δεν σημαίνει ότι ο ενάγων εκχώρησε στην τράπεζα και το εκ του νόμου υπάρχον δικαίωμά του, να πληροφορείται το γεγονός αυτό, προηγούμενα. Εφόσον, δηλαδή, η εναγομένη υποστηρίζει ότι άσκησε δικαίωμα μονομερούς δήλωσης συμψηφισμού, του ποσού των 50,00€, που είχε καταθέσει τρίτος στον λογαριασμό του ενάγοντα, αφενός θα έπρεπε (σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην μείζονα πρόταση) να γνωστοποιήσει εκ των προτέρων την βούλησή της αυτή στον ενάγοντα. Αφετέρου, θα έπρεπε να αποδεικνύει την εκ μέρους της γνωστοποίηση αυτή στον ενάγοντα, με έγγραφό της, βεβαίας χρονολογίας, το οποίο και θα έπρεπε να αποστείλει στον ενάγοντα, πριν προβεί στην ανάληψη του παραπάνω ποσού από τον λογαριασμό του. Ο ενάγων αρνείται, ότι η εναγομένη τον ειδοποίησε εγγράφως ή ακόμη και προφορικά, για το γεγονός. Δεν αποδεικνύεται, δε, ότι η εναγομένη γνωστοποίησε στον ενάγοντα την ενάσκηση του παραπάνω δικαιώματός της. Σύμφωνα, δηλαδή, με τη θεωρία παραλαβής της δήλωσης βουλήσεως, που υιοθετείται από τον Α.Κ, η ενέργεια της εναγομένης και η βούλησή της, για συμψηφισμό, επιφέρει την νομική της ενέργεια, αφότου περιέλθει η δήλωση βουλήσεως στον ενάγοντα. Το εκ του νόμου δικαίωμα αυτό ο ενάγων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι απεμπολεί, με βάση τον παραπάνω όρο της σύμβασης. Το εκ της σύμβασης δικαίωμα της εναγομένης, να ασκήσει μονομερώς το δικαίωμά της συμψηφισμού, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συμπεριλαμβάνει και τη μη γνωστοποίηση της δήλωσης βούλησής της στον ενάγοντα. Κάτι τέτοιο, δεν περιλαμβάνεται στον παραπάνω όρο της σύμβασης. Ακόμη και αν περιλαμβανόταν, όμως, θα ήταν σε κάθε περίπτωση καταχρηστικός όρος. Διότι, έτσι, εκτός από την μονομερή άσκηση βουλήσεως, εκ μέρους της τράπεζας και μόνο, σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα θεωρήσει η ίδια και μόνο εύλογο, χωρίς σύμπραξη του καταναλωτή- ενάγοντα, καταργείται το εκ του νόμου ελάχιστο μέρος υποχρέωσης της, έναντι του τελευταίου, προς γνωστοποίηση. Αφού, για να αναπτύξει αυτή, η μονομερής δήλωση βούλησης της τράπεζας, τις νόμιμες ενέργειές της, πρέπει να γνωστοποιηθεί προηγούμενα και να αποδεικνύεται η γνωστοποίηση αυτή προς τον καταναλωτή πελάτη της. Διαφορετικά, δεν αποτελεί «δήλωση βουλήσεως», αλλά «απλή βούληση», που δεν μπορεί να επιφέρει έννομες συνέπειες. Παράλληλα, η υποχρέωση γνωστοποίησης στον καταναλωτή, των ενεργειών της, εκ μέρους της εναγομένης, επιβάλλεται και από άλλους νόμους, όπως και από το ν. 2251/1994 περί καταναλωτή. Περαιτέρω, όταν η τράπεζα προέβη στην παραπάνω ανάληψη χρημάτων από το λογαριασμό του ενάγοντα, με βάση την παραπάνω διαταγή πληρωμής, όπως υποστηρίζει, γνώριζε ότι η εκτέλεση της διαταγής πληρωμής είχε ήδη ανασταλεί και η απαίτησή της είχε θεωρηθεί μη εκκαθαρισμένη. Συνεπώς, δεν θα μπορούσε, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, να ασκήσει το μονομερές δικαίωμά της συμψηφισμού της απαίτησής της, με απαίτηση 50,00€, που είχε εκ μέρους της ο ενάγων, σύμφωνα με τους όρους του λογαριασμού ταμιευτηρίου και το αρθρ. 827 ΑΚ. Διότι, δεν προέκυπτε σε ποια συγκεκριμένη απαίτησή της συμψήφισε το ποσό των 50,00€, με δεδομένο ότι θα έπρεπε η απαίτησή της αυτή να είναι ληξιπρόθεσμη, βεβαία, έγκυρη και εκκαθαρισμένη και να συνυπήρξε με την παραπάνω απαίτηση του ενάγοντα κατ αυτής. Η εναγομένη, που δεν ισχυρίστηκε το παραπάνω, που δεν αποδείχτηκε, από κανένα στοιχείο, ενήργησε κατά κατάχρηση δικαιώματος και ανέλαβε το παραπάνω ποσό από το λογαριασμό του ενάγοντα, χωρίς να γνωστοποιήσει προηγούμενα σε αυτόν την παραπάνω βούλησή της, αλλά και χωρίς να προκύπτει, σε ποια απαίτησή της συμψήφισε το ποσό των 50,00€ και συνεπώς ενήργησε παράνομα και αντισυμβατικά. Θα πρέπει, δε, να υποχρεωθεί να επιστρέψει το παραπάνω ποσό των 50,00€, το οποίο άκυρα και καταχρηστικά αφαίρεσε από τον λογαριασμό του ενάγοντα, νομιμότοκα από τότε που ενήργησε την πράξη της αυτή. Διότι, γνώριζε, όταν το έπραξε, ότι η απαίτησή της δεν ήταν βέβαιη και εκκαθαρισμένη. Εκ της παραπάνω ενέργειάς της ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, δοκίμασε στενοχώρια, για την οποία και με δεδομένες τις συνθήκες, το ύψος της οφειλής, το μέγεθος της εναγομένης, την οικονομική κατάσταση του ενάγοντα θα πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη, να καταβάλλει στον ενάγοντα, το ποσό των 250,00€, ως αποζημίωση της βλάβης του. Το ποσό αυτό θεωρεί το δικαστήριο δίκαιο, εύλογο και ανάλογο των περιστάσεων και σε αυτό πρέπει να μειωθεί το από τον ενάγοντα αιτούμενο.

Κατ ακολουθία των όσων αναφέρθηκαν, θα πρέπει, απορριπτόμενων των εναντίον ισχυρισμών της εναγομένης, να γίνει δεκτή η αγωγή εν μέρει, εφόσον αποδείχτηκε και ως βάσιμη στην ουσία της, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 50,00€, που αφαίρεσε παράνομα από το λογαριασμό του, χωρίς καμία προηγούμενη έγγραφη γνωστοποίηση σε αυτόν, για την άσκηση του δικαιώματός της, νομιμότοκα από την επομένη ημέρα της αφαίρεσης, καθώς και ποσό 250,00€ ως αποζημίωση για ηθική βλάβη και συνολικά το ποσό των τριακοσίων ευρώ (50,00€ + 250,00€) και να καταδικαστεί η εναγομένη στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντα κατ αρθρ. 176 Κ.Πολ.Δ, διότι το μέρος που απορρίφθηκε, που αφορά την αποζημίωση για ηθική βλάβη, εξαρτάται από την κρίση του δικαστηρίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει, ότι κρίθηκε απορριπτέο

Δέχεται εν μέρει την αγωγήΥποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 300,00. Εξ αυτών ποσό 50,00€ νομιμοτόκως από τις 12/01/12 μέχρι εξοφλήσεως.
Καταδικάζει την εναγομένη στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντα, την οποία ορίζει στα 180,00 €.Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2013, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, ενώ απουσίαζαν οι διάδικοι.

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(A΄ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)

 

26

Mar

2014

ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΛΟΓΩ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΤΗΣ ΚΟΥΦΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΕΙΡΘΕΣ 1319/2014

 

26 Μαρτίου, 2014

1319/2014 ΕΙΡ ΘΕΣΣΑΛ 

""

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)  Για το χαρακτηρισμό μιας δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατ΄ αρθ. 178 και 179 ΑΚ απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά τρία στοιχεία α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός των συμβαλλομένων και γ) εκμετάλλευση της γνωστής σ΄ αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του συμβαλλομένου από τον αντισυμβαλλόμενο. Η ενάγουσα, πάσχουσα από βαριάς μορφής ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, κατόπιν προσκλήσεως των υπαλλήλων της εναγομένης επισκέφθηκε το κέντρο της και σύναψε συμβάσεις παροχής υπηρεσιών αισθητικής που ανέρχονται σε 5.288 €. Κρίση ότι με τις δικαιοπραξίες η εναγόμενη εκμεταλλεύτηκε την κουφότητα και την απειρία της ενάγουσας στις συναλλαγές και πέτυχε χρηματικά οφέλη τα οποία βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία με τις παροχές της. Αναγνώριση της ακυρότητας των συμβάσεων. Υποχρέωση της εναγομένης όπως επιστρέψει το σύνολο των πληρωμών ως στερουμένων νόμιμης αιτίας.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΑΚΤΙΚΗ

Αριθμός 1319/14-02-2014 TO ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Ειρηνοδίκη Γλυκερία Λαγοπούλου, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Ειρηνοδικείου και από το Γραμματέα Ευστράτιο Νικολακάκη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Οκτωβρίου 2013, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των διαδίκων:

ΕΝΑΓΟΥΣΑ: ………………….. του ……………………..κάτοικος Θεσσαλονίκης, ……………. με την οποία παραστάθηκε η πληρεξούσια δικηγόρος Μαρία Πρωτοπαπαδάκη (A.M.: 3180).

ΕΝΑΓΟΜΕΝΗ: Η ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «…………………………..Ε.Π.Ε ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε ………………………..» που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, …………….. και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος Σουζάνα Καραγιαννίδου (A.M.: 5559).

Η ΕΝΑΓΟΥΣΑ ζητά να γίνει δεκτή η από 18-6-2013 (αρ. εκθ. κατ. 11632/2013), αγωγή της που απευθύνεται προς το Δικαστήριο αυτό για όσους λόγους επικαλείται σ` αυτή.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το σχετικό πινάκιο στη σειρά της και κατά τη συζήτηση της στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιες δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 178 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά τη γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστικότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση στα χρηστά ήθη, που δημιουργεί ακυρότητα της δικαιοπραξίας κρίνεται αντικειμενικώς από το περιεχόμενο της, ενόψει όχι της μεμονωμένης αιτίας που κίνησε τους συμβαλλόμενους να τη συνάψουν ή του σκοπού στον οποίο αποβλέπουν, αλλά του συνόλου των συνθηκών και περιστάσεων που συνοδεύουν την προσβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά (ΟλΑΠ 981/2006, ΑΠ 30/2010, ΑΠ 1734/2009), με τη βοήθεια των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Ο χαρακτηρισμός της δικαιοπραξίας ως αντικείμενης στα χρηστά ήθη είναι νομικό ζήτημα, διότι ο νόμος παραπέμπει στα χρηστά ήθη ως σε νομική έννοια (ΑΠ 1618/2009 Δημ. Νόμος). Κατά το επόμενο δε άρθρο 179 ΑΚ, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση του αμέσως προηγούμενου άρθρου, άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτον, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή. Από τις διατάξεις αυτές των άρθρων 178 και 179 ΑΚ και ειδικότερα τη δεύτερη, προκύπτει ότι για το χαρακτηρισμό της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς και συνεπώς άκυρης ως αντικείμενης στα χρηστά ήθη απαιτείται αφενός μεν η συνομολήγηση ή λήψη περιουσιακών ωφελημάτων, που τελούν κατά το χρόνο της συνομολόγησης τους κατά τις περιστάσεις σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή, αφετέρου δε η επίτευξη των ωφελημάτων αυτών γίνεται με εκμετάλλευση της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας του άλλου από τους συμβληθέντες. Ετσι, για να χαρακτηριστεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής-καταπλεονεκτική, απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά τρία στοιχεία ήτοι α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός των συμβαλλομένων και γ) εκμετάλλευση της γνωστής σ` αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του συμβαλλομένου τούτου από τον αντισυμβαλλόμενο. Αν λείπει ένα από τα στοιχεία αυτά, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ακυρότητας της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς (ΑΠ 890/2011, ΑΠ 1118/2011, ΑΠ 1394/2009, ΑΠ 1112/2009, ΑΠ 1019/2007, ΑΠ 1244/2005 Δημ. Νόμος, ΑΠ 492/2004 Ελλ.Δνη 47. 452). Απειρία είναι ή έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές (ΑΠ 112/2009 ο.π, ΑΠ 868/2008, ΑΠ 1244/2005 Δημ. Νόμος, ΕφΑΘ 7955/2006 ΕλλΔνη 50. 841). Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, δηλαδή το θύμα λόγω της απερισκεψίας ή της έλλειψης επαρκούς σκέψης, η οποία μπορεί να οφείλεται και διανοητική μειονεξία, δεν αποδίδει στις πράξεις του τη στιγιασία και την αξία που έχουν αυτές, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Ειδικότερα προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο, κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό και θεμιτό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου. Η δυσαναλογία δε αυτή, διαπιστώνεται, ενόψει των περιστάσεων και της φύσης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισης της (ΑΠ 868/2008 ο.π, ΑΠ 497/1997 ΕλλΔνη 39. 100, ΑΠ 307/1993 ΕλλΔνη 35. 1295, ΕφΑΘ 7955/-2006 ο.π, ΕφΑΘ 304/2002 ΔΕΕ 2002. 997, ΕφΠατρ 133/2001 ΑχΝομ 2002 3). Εξάλλου εκμετάλλευση υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή (ΑΠ 1019/2007, ΑΠ 1244/2005 ΔημΝόμος), χωρίς να είναι απαραίτητη για να συντρέξει το στοιχείο της εκμετάλλευσης κάποια ενέργεια του εκμεταλλευτή, η οποία να εκδηλώνεται με ηθικά επιλήψιμα περιστατικά που αποσκοπούν στην επίτευξη της αισχροκέρδειας (ΑΠ 529/2001 ΕλλΔνη 42. 1569, ΑΠ 582/1993 ΕλλΔνη 1994 110.1, ΕφΑΘ 1275/2011 Δημ.Νόμος, ΕφΑΘ 7955/2006 ΕλλΔνη 2009. 841, ΕφΑΘ 304/2002 ΔΕΕ 2002 997). Αν συντρέξουν οι παραπάνω προϋποθέσεις του άρθρου 179 ΑΚ, σε κάθε ανταλλακτική σύμβαση δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της σύμβασης κατά την έννοια του άρθρου 180 ΑΚ (ΑΠ 1291/2010 Δημ.Νόμος). Αν όμως λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 ΑΚ, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη και η κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλόμενου και η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ` αυτόν καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου (ΑΠ 80/2010, ΑΠ 868/2008 Δημ. Νόμος), χωρίς όμως να αποκλείεται και στην περίπτωση αυτή ακυρότητα της δικαιοπραξίας αυτής λόγω της αντίθεσης της προς τα χρηστά ήθη, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, αν συντρέχουν στοιχεία προσδίδοντα σ` αυτήν ανήθικο χαρακτήρα (ΑΠ 1272/2004 Δημ.Νόμος ΕφΘες 502/2013).

Η ενάγουσα στην κρινόμενη αγωγή της εκθέτει ότι πάσχει από βαριάς μορφής ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, για την οποία λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και ότι λόγω της πάθησης της αυτής έχει αναγνωριστεί στο πρόσωπο της αναπηρία 67%. Οτι επειδή δεν έχει καταφέρει να αναπτύξει καμία κοινωνική δεξιότητα και δεν έχει ικανότητα αυτοσυντήρησης, βασίζεται εξ ολοκλήρου στη συνδρομή και φροντίδα της οικογένειας της. Οτι η εναγομένη διατηρεί στη Θεσσαλονίκη κέντρο αισθητικής προσώπου και σώματος με το διακριτικό τίτλο «…..». Oτι κατόπιν προσκλήσεως των υπαλλήλων της εναγομένης επισκέφθηκε το κέντρο της και ότι κατά το χρονικό διάστημα από 13-12-2011 έως 22-1-2013 συνήψε με αυτή συμβάσεις παροχής υπηρεσιών αισθητικής που ανέρχονται στο ποσό των 5.288 ευρώ. Οτι με τις παραπάνω δικαιοπραξίες η εναγομένη εκμεταλεύτηκε απολύτως την κουφότητα και της απειρία της στις συναλλαγές και πέτυχε για την ίδια χρηματικά οφέλη ύψους 5.288 ευρώ, τα οποία βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία με τις παροχές της. Οτι οι παραπάνω δικαιοπραξίες ήταν άκυρες και για το λόγο αυτό κάθε πληρωμή στην οποία προέβη στερείται νόμιμης αιτίας και πρέπει να της επιστραφεί. Ζητεί λοιπόν η ενάγουσα να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 5.288 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 13-3-2013 (ημερομηνία κοινοποίησης εξωδίκου), άλλως από της επιδόσεως της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί στα δικαστικά της έξοδα.

Η αγωγή αυτή αρμοδίως κατά τόπον και καθ` ύλην εισάγεται στο Δικαστήριο αυτό για να συζητηθεί κατά την τακτική διαδικασία (άρθρα 25 παρ. 2, 9 εδ. α`, 14 παρ. Ια του ΚΠολΔ) και παραδεκτά γίνεται η συζήτηση της εφόσον έχει καταβληθεί το απαιτούμενο με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής τέλος δικαστικού ενσήμου με τα αναλογούντα σ` αυτό ποσοστά υπέρ του ΤΝ και ΤΑΧΔΙΚ (βλ. Τα προσκομιζόμενα 621971, 621972 και 334838 αγωγόσημα). Οπως έχει η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, περαιτέρω κρίνεται νόμιμη βασιζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 178, 179, 180, 681 επ., 340, 346 του ΑΚ και 907, 908 και 176 επ. ΚΠολΔ. Συνεπώς πρέπει να ερευνηθεί αυτή ως προς την βασιμότητα της από ουσιαστική άποψη.

Η εναγομένη με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, η οποία αναπτύσσεται με τις επί της έδρας κατατεθείσες προτάσεις της, αρνήθηκε την αγωγή για τους λόγους που αναφέρει.

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα και την ανωμοτί κατάθεση της ενάγουσας που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, καθώς και από όλη τη διαδικασία αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα εξής: Η ενάγουσα πάσχει από βαριάς μορφής ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, για την οποία από το 2002 λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή με αντικαιαθληπτικά και αντιψυχωτικά φάρμακα, όπως προκύπτει από την από 18-2-2013 γνωμάτευση της ψυχιάτρου ……………………… Εξ αιτίας της πάθησης της αυτής έχει αναγνωριστεί στο πρόσωπο της αναπηρία 67%, όπως προκύπτει από την από 26-4- 2012 γνωμάτευση πιστοποίησης αναπηρίας του ΙΚΑ. Η ενάγουσα λόγω της παραπάνω ασθένειας της δεν έχει καταφέρει να αναπτύξει καμία κοινωνική δεξιότητα, δεν έχει ικανότητα αυτοσυντήρησης, δεν έχει ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο, ώστε να μπορέσει να καταστεί λειτουργική και παραγωγική και βασίζεται εξ ολοκλήρου στη συνδρομή και φροντίδα της οικογένειας της. Εξ αιτίας της φαρμακευτικής αγωγής που λαμβάνει το βάρος της αυξήθηκε σημαντικά. Η εναγομένη διατηρεί στη Θεσσαλονίκη κέντρο αισθητικής προσώπου και σώματος με το διακριτικό τίτλο «…». Η ενάγουσα κατόπιν προσκλήσεως των υπαλλήλων της εναγομένης επισκέφθηκε το κέντρο της τελευταίας και κατά το χρονικό διάστημα από 13-12-2011 έως 22-1- 2013 συνήψε με αυτή τις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών αισθητικής που αναφέρονται με λεπτομέρεια στην αγωγή και ανέρχονται στο ποσό των 5.288 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών της εναγομένης). Ειδικότερα η εναγομένη θα παρείχε στην ενάγουσα υπηρεσίες αποτρίχωσης, αισθητικής σώματος και αδυνατίσματος με μηχανήματα και υποσχέθηκε απώλεια βάρους. Η εναγομένη όμως παρείχε στην ενάγουσα αφενός μεν ελάχιστες υπηρεσίες από τις συμφωνηθείσες, αφετέρου δε αυτές δεν είχαν το αποτέλεσμα που είχε υποσχεθεί στην ενάγουσα και ειδικότερα ούτε η ριζική αποτρίχωση επήλθε, ούτε είχε την απώλεια των κιλών. Με τις παραπάνω δικαιοπραξίες η εναγομένη εκμεταλλεύτηκε την κουφότητα και της απειρία της ενάγουσας στις συναλλαγές και πέτυχε για την ίδια χρηματικά οφέλη ύψους 5.288 ευρώ, τα οποία βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία με τις παροχές της. Επομένως οι παραπάνω συμβάσεις ήταν άκυρες και για το λόγο αυτό κάθε πληρωμή στην οποία προέβη, στερείται νόμιμης αιτίας και πρέπει να της επιστραφεί. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι μία από τις παραπάνω συμβάσεις ύψους 570 ευρώ καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης και της μητέρας της ενάγουσας ……………………, εφόσον η τελευταία δεν επισκέφθηκε το κέντρο της εναγομένης. Συνεπώς η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ` ουσία και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 5.288 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 14-3-2013 (επομένη εξωδίκου οχλήσεως) μέχρι την εξόφληση. Οσον αφορά το αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι που επιβάλουν την προσωρινή εκτελεστότητα, γι` αυτό το περί τούτου αίτημα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό για το ποσό των 2.500 ευρώ. Τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας βαρύνουν την εναγομένη που χάνει τη δίκη (άρθρο 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των πέντε χιλιάδων διακοσίων ογδόντα οκτώ (5.288) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 14-3-2013 μέχρι την εξόφληση.

Κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ.

Επιβάλλει σε βάρος της εναγομένης τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας τα οποία ορίζει σε διακόσια ογδόντα (280) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 14 Φεβρουαρίου 2014, σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                                                                                      Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

19

Mar

2014

1/2014 Α.Π.(ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ-ΠΟΙΝΙΚΟ)

 

19 Μαρτίου, 2014

Φοροδιαφυγή σε βαθμό κακουργήματος, και δη υποβολή ανακριβούς δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Τροποποίηση του αντίστοιχου νόμου (ν. 2523/1997 με το ν. 3943/2011). Δυσμενέστερες δικονομικές ποινικές διατάξεις. Αναδρομικότητα εφαρμογής του.

"slider2-photo-right-topp"

1/2014 ΑΠ (ΟΛΟΜ-ΠΟΙΝ) ( 615537) 

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Πραγματικά περιστατικά. Αίτηση-προσφυγή του κατηγορουμένου για κήρυξη απαράδεκτης της ποινικής δίωξης για φοροδιαφυγή, λόγω αναδρομικής εφαρμογής της δυσμενέστερης νεότερης δικονομικής διατάξεως. Ποινική Δικονομία. Νόμος 2523/1997 και τροποποίησή του με το ν. 3943/2011. Άσκηση ποινικής δίωξης προ της ισχύος του ν. 3943/2011 και μετά την ισχύ του. Διαδικαστική προϋπόθεση για την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς και την άσκηση της ποινικής δίωξης, σύμφωνα με τον προγενέστερο ν. 2523/1997, η περάτωση της διοικητικής φορολογικής διαδικασίας. Αποσύνδεση, με το νεότερο νόμο 3943/2011, της άσκησης της ποινικής δίωξης από την περάτωση της διοικητικής φορολογικής διαδικασίας. Άμεση η άσκηση της ποινικής δίωξης και κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υποθέσεως. Δικονομική διάταξη επί της οποίας δεν εφαρμόζεται η απαγόρευση αναδρομικής εφαρμογής και επί των αξιόποινων πράξεων που είχαν τελεστεί προ της ισχύος του νόμου αυτού. Αναίρεση Εισαγγελέως κατά παρεμπίπτοντος βουλεύματος. Λόγοι. Εσφαλμένη ερμηνεία. Υπέρβαση εξουσίας. Εισήχθη στην Ολομέλεια, λόγω εξαιρετικής σημασίας του ζητήματος. Απορρίπτει αναίρεση, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν ως άνω. Βλ. και άποψη ενός μέλους του Δικαστηρίου, βάσει της οποίας δεν τίθεται θέμα αναδρομικής εφαρμογής δικονομικής διατάξεως, για το λόγο ότι η ποινική δίωξη ασκήθηκε υπό την ισχύ της παρούσης δικονομικής διατάξεως του ά. 21§2 του ν. 3943/2011. Βλ. και αντίθετη εισαγγελική πρόταση, βάσει της οποίας η αναίρεση έπρεπε να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί εν μέρει το βούλευμα, καθ΄όσον η ως άνω διάταξη είναι μεν δικονομική, ωστόσο, ως εισάγουσα δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο ρύθμιση δεν έχει αναδρομική ισχύ.

Αριθμός 1/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΠΛΗΡΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ – ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Βασίλειο Λυκούδη, Ιωάννη Σιδερή, Νικόλαο Λεοντή, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αντιπροέδρους, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Δημήτριο Μαζαράκη, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Νικόλαο Πάσσο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου- Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου, Δημήτριο Κόμη, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ασπασία Καρέλλου, Αργύριο Σταυράκη, Ιωάννα Πετροπούλου, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Δήμητρα Μπουρνάκα, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Γεώργιο Σακκά, Μαρία Βασιλάκη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Μιχαήλ Αυγουλέα, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Πάνο Πετρόπουλο, Ευγενία Προγάκη, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Μαρία Βαρελά, Γεώργιο Κοντό, Ασπασία Μαγιάκου, Αριστείδη Πελεκάνο, Βασίλειο Πέππα, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του 3441/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, η οποία εισάγεται στη Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου – Σε Συμβούλιο, με κοινό πρακτικό Προέδρου και Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τα άρθρα 513 παρ. 1 ΚΠΔ και 23 παρ. 2 Ν. 1756/1988. Με κατηγορούμενο τον Θ. Α. του Β., κάτοικο … .

Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ` αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 46 και ημερομηνία 23 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1065/13.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στη Πλήρη Ποινική Ολομέλεια που συνήλθε σε Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 225 και ημερομηνία 25 Οκτωβρίου 2013, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Εισάγοντες στο Δικαστήριο Σας κατά το άρθρο 485 Κ.Π.Δ την νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα με αριθμό 46/2013 αίτηση μας, με την οποία ζητούμε την μερική αναίρεση του υπ` αριθμ. 3441/2013 παρεμπίπτοντος βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αναφερόμαστε εξ ολοκλήρου στους λόγους τους οποίους εκθέτουμε στην άνω αίτηση μας, οι οποίοι έχουν ως εξής: Με το άρθρο 21 παρ.2 του Ν 2523/1997, όπως αυτό ίσχυε μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 12 παρ.3 του Ν 2753/1999, οριζόταν ότι η ποινική δίωξη επί των εγκλημάτων φοροδιαφυγής ασκείτο αυτεπάγγελτα και δεν άρχιζε πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που τυχόν είχε ασκηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου, ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής. Κατ` εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του ιδίου νόμου που αφορούσαν την έκδοση πλαστών ή εικονικών και την αποδοχή ή νόθευση εικονικών φορολογικών στοιχείων, η ποινική δίωξη ασκείτο άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και την μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του Ν 2343/1995. Στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, σύμφωνα με το επόμενο εδάφιο της ίδιας παραγράφου, η μηνυτήρια αναφορά υποβαλλόταν εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της απόφασης επιβολής προστίμου του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, ανεξάρτητα από το εάν κατά της απόφασης αυτής είχε ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου Με το άρθρο 40 παρ. 2 του Ν 3220/2004 (Φ.Ε.Κ Α 15/28-1-2004), προστέθηκε εδάφιο τελευταίο στην παράγραφο 2 του άρθρου 21 του Ν 2523/1997, ως εξής: «ειδικά, όταν η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων που αφορούν ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της ή για μέρος αυτής, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, δεν ακολουθείται η διαδικασία του προηγούμενου εδαφίου, αλλά η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου.». Το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 16 παρ.3 του Ν 3888/2010 (Φ.Ε.Κ. Α 175/30-9-2010), ως εξής: «ειδικά, στις περιπτώσεις: α) της παραγράφου 1 περίπτωση γ του άρθρου 18, β) της παραγράφου 5 του άρθρου 19, όταν το πλήθος των μη εκδοθέντων παραστατικών στοιχείων είναι πλέον των δέκα (10) ή υπερβαίνουν σε αξία τα πεντακόσια (500) ευρώ και γ) της περίπτωσης β της παραγράφου 1 του άρθρου 19, δεν ακολουθείται η διαδικασία του προηγούμενου εδαφίου, αλλά η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου». Η επελθούσα δηλαδή με τον Ν. 3220/2004 μεταβολή σχετικά με τις προϋποθέσεις υποβολής της μηνυτήριας αναφοράς στην περίπτωση της κακουργηματικής φοροδιαφυγής του άρθρου 19 παρ.1 εδάφιο β του Ν 2523/1997, επαναλήφθηκε στο άρθρο 16 παρ.3 του Ν 3888/2010 με την προσθήκη ότι η ίδια διαδικασία ακολουθείται και στην περίπτωση της κακουργηματικής φοροδιαφυγής για μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση Φ.Π.Α, Φ.Κ.Ε και λοιπών παρακρατούμενων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18 παρ.1 εδάφιο γ του Ν. 2523/1997), καθώς και στην περίπτωση του άρθρου 19 παρ. 5 η οποία είχε προστεθεί με το άρθρο 76 παρ. 2 του Ν 3842/2010, εφόσον το πλήθος των μη εκδοθέντων παραστατικών στοιχείων είναι πλέον των δέκα (10) ή υπερβαίνουν σε αξία τα πεντακόσια (500) ευρώ. Τέλος με το εδάφιο θ της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Ν 3943/2011 (Φ.Ε.Κ τεύχος Α 66/31-3-2011), η παράγραφος 2 του άρθρου 21 του Ν 2523/1997, αντικαταστάθηκε εκ νέου ως εξής : » 2. Η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα. Η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ή τον προϊστάμενο της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των ελεγκτικών κέντρων του άρθρου 3 του Ν. 2343/1995 (Φ Ε Κ 211 Α) ή υποβάλλεται από τον προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων της Γενικής Γραμματείας Φορολογικών και Τελωνειακών θεμάτων του Υπουργείου Οικονομικών, ως εξής: α) Η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου, ανεξάρτητα εάν έχει ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου: αα) στην περίπτωση β της παραγράφου 2 του άρθρου 17, εφόσον ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος παραγγείλει την άμεση άσκηση ποινικής δίωξης, ββ) στις περιπτώσεις α και β της παραγράφου 1 του άρθρου 18, εφόσον ο φορολογικός έλεγχος έχει διαταχθεί για την ημερομηνία που διενεργήθηκε, με ειδική εντολή ελέγχου του Υπουργού Οικονομικών γγ) στην περίπτωση γ της παραγράφου 1 του άρθρου 18, δδ) στην περίπτωση β της παραγράφου 1 του άρθρου 19 και εε) στις περιπτώσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 19, εφόσον το πλήθος των μη εκδοθέντων παραστατικών στοιχείων είναι πλέον των δέκα ή υπερβαίνουν σε αξία τα πεντακόσια (500) ευρώ. β) Η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου του Κ. Β.Σ. ή κατά της οικείας πράξης επιβολής φόρου, τέλους ή εισφοράς και ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ή της πράξης ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου: αα) στις περιπτώσεις α και β της παραγράφου 1 του άρθρου 18, εφόσον ο φορολογικός έλεγχος δεν έχει διαταχθεί με ειδική εντολή του Υπουργού Οικονομικών ββ) στην περίπτωση του πρώτου εδαφίου και την περίπτωση α της παραγράφου 1 του άρθρου 19 και γγ) στις περιπτώσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 19, εφόσον το πλήθος των μη εκδοθέντων παραστατικών στοιχείων δεν υπερβαίνει τα δέκα ή δεν υπερβαίνει σε αξία τα πεντακόσια (500) ευρώ. Η ποινική δίωξη δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής: αα) στην περίπτωση α της παραγράφου 2 του άρθρου 17 και ββ) στην περίπτωση β της παραγράφου 2 του άρθρου 17, εφόσον δεν παραγγέλθηκε η άμεση άσκηση ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος …». Με την επελθούσα κατά τα ανωτέρω τροποποίηση της παραγράφου 2 του άρθρου 21 του Ν 2523/1997, η άσκηση της ποινικής διώξεως για φοροδιαφυγή στην φορολογία εισοδήματος του άρθρου 17 και των παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων ή εισφορών του άρθρου 18, αποσυνδέθηκε πλέον από την απαίτηση της προηγούμενης περάτωσης της διοικητικής φορολογικής διαδικασίας ,και στις προβλεπόμενες μέχρι τότε περιπτώσεις των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων και εκείνες που είχαν προστεθεί με το άρθρο 16 παρ. 3 του Ν 3888/2010, που θέσπιζαν υποχρέωση των αρμόδιων φορολογικών αρχών να υποβάλλουν άμεσα μηνυτήρια αναφορά μετά το πέρας του ελέγχου, χωρίς να αναμένουν τελεσίδικη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου ή την παρέλευση της προθεσμίας για άσκηση προσφυγής κατά της οικείας πράξης καταλογισμού φόρου, προσετέθη αφ` ενός μεν η περίπτωση κακουργηματικής φοροδιαφυγής στην φορολογία εισοδήματος του άρθρου 17 παρ. 2 εδάφιο β, εφόσον ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος παρήγγειλε γι` αυτήν την άμεση άσκηση ποινικής δίωξης, αφ` ετέρου δε οι περιπτώσεις α και β της παραγράφου 1 του άρθρου 18, εφόσον ο φορολογικός έλεγχος γι` αυτές, διατάχθηκε, για την ημερομηνία που διενεργήθηκε, με ειδική εντολή ελέγχου του Υπουργού Οικονομικών, επιπροσθέτως δε διαφοροποιήθηκαν οι προϋποθέσεις για την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς στις περιπτώσεις που απαριθμούνται στο εδάφιο β της παραγράφου 2 του ως άνω άρθρου. Οι τροποποιήσεις που επέφεραν οι νόμοι 3220/2004 (άρθρο 40 παρ.2), 3888/2010 (άρθρο 16 παρ.3) και 3943/2011 (άρθρο 3 παρ.2 εδάφιο θ) και ιδίως αυτές που αποσυνέδεσαν την κίνηση της ποινικής δίωξης για τα εγκλήματα φοροδιαφυγής των άρθρων 17,18 και 19 του Ν 2523/1997 από την προηγούμενη περάτωση της διοικητικής φορολογικής διαδικασίας, στον βαθμό που με αυτές διευκολύνεται η άσκηση ποινικής δίωξης και συνεπώς τίθενται σε δυσμενέστερη θέση τα άτομα που φέρονται ως υπαίτιοι των ως άνω εγκλημάτων, θέτουν σοβαρά ζητήματα διαχρονικού δικαίου και κυρίως το ερώτημα εάν μπορούν να εφαρμοσθούν αναδρομικά και επί των εγκλημάτων που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος τους (βλ. σχετικώς την μελέτη Λ. Μαργαρίτη – Θ. Παπακυριάκου, Η δικονομική μεταχείριση των εγκλημάτων φοροδιαφυγής του Ν. 2523/199, μετά τις τροποποιήσεις των προϋποθέσεων δίωξης τους με τους νόμους 3888/2010 και 3943/2011, σε Ποινική Δικαιοσύνη 2012 σελ. 151 και επόμενες). Η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από την συστηματική ένταξη της περάτωσης της διοικητικής φορολογικής διαδικασίας, που μέχρι την δημοσίευση των διατάξεων αυτών προβλεπόταν ως όρος απαραίτητος για την υποβολή της σχετικής μηνυτήριας αναφοράς, στο πεδίο του ουσιαστικού ή του δικονομικού ποινικού δικαίου. Γιατί εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η διαδικασία αυτή εντάσσεται στο πεδίο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, ως αποτελούσα ενδεχομένως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης των περί ων ο λόγος εγκλημάτων ή εξωτερικό όρο του αξιοποίνου τους, τότε η κατάργηση της θα συνεπαγόταν αυτόματα την υπαγωγή των νέων διατάξεων στην συνταγματική απαγόρευση της αναδρομικής εφαρμογής (άρθρο 7 παρ.1 του Συντάγματος), ενώ εάν ήθελε θεωρηθεί ότι εντάσσεται στο πεδίο του δικονομικού δικαίου ως αποτελούσα θετική δικονομική προϋπόθεση για την άσκηση της ποινικής δίωξης, τότε οι νέες διατάξεις ως αμιγώς δικονομικού περιεχομένου, κατά την μάλλον επικρατήσασα, τουλάχιστον αρχικά, άποψη της θεωρίας, η οποία φαίνεται ότι υιοθετήθηκε και από την νομολογία (βλ. σχετικά Η. Γάφου Ποινική Δικονομία, τεύχος Α 6η έκδοση 1966, σελ 13 και επόμ. Χ. Δέδε Ποινική Δικονομία 10η έκδοση 1991, σελ. 28, Α. Μπουρόπουλου Ερμην. Π.Κ τ. Α έκδοση 1959, σελίδα 10 αριθμός 8, Α.Π 1571/1988 ΠοινΧρον. ΛΘ 390, Συμβ. Α.Π 55/1990 ΠοινΧρον Μ 951 με αντίθετη εισαγγελική πρόταση, Συμβ. Α.Π 246/1992 ΠοινΧρον MB 419 με αντίθετη εισαγγελική πρόταση), εφαρμόζονται αναδρομικά Γιατί, κατά την άποψη αυτή, η συνταγματικά κατοχυρωμένη απαγόρευση της αναδρομικής ισχύος των δικονομικών ποινικών διατάξεων, δεν καταλαμβάνει τους κανόνες του ποινικού δικονομικού δικαίου. Οι κανόνες αυτοί, επομένως, εφόσον ο νομοθέτης δεν ορίζει κάτι διαφορετικό, εφαρμόζονται αδιάκριτα και σε αξιόποινες συμπεριφορές που έλαβαν χώρα πριν την θέσπιση τους και άγονται προς εκδίκαση, καθ` ον χρόνο αυτοί έχουν τεθεί σε ισχύ. Πάντως, ο Άρειος Πάγος με την υπ` αριθμ. 1282/1992 απόφαση της Ολομέλειας του (βλ αυτήν σε ΠοινΧρον MB 921) και με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 596 παρ.1 και 601 παρ.1 εδάφιο β του Κ.Π.Δ, καθώς και εκείνης του άρθρου 2 παρ.1 του Αστικού Κώδικα, αρνήθηκε την αναδρομική εφαρμογή της αναμφίβολα δικονομικού περιεχομένου διάταξης του άρθρου 8 παρ.8 του Ν 1941/1991 με την οποία είχε καταργηθεί ως λόγος απόλυτης ακυρότητας η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, η οποία in concreto ήταν ευμενέστερη για τον αναιρεσειοντα (κατηγορούμενο), με την αιτιολογία ότι το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων και τα σφάλματα της απόφασης ή του βουλεύματος, κρίνονται σύμφωνα με τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή εκδόσεως του βουλεύματος, ενώ με τις υπ` αριθμ. 1529/1993, ΠοινΧρον ΜΓ 1286, με αντίθετη μειοψηφία και 1817/1993, ΠοινΧρον ΜΔ 177 αποφάσεις του (σε Συμβούλιο), έκρινε ότι οι δικονομικοί νόμοι, αν δεν ορίζεται αλλιώς, δεν έχουν αναδρομική δύναμη, αλλά αφορούν μόνο το διαδικαστικό τμήμα της ποινικής δίκης, που έπεται της θέσης τους σε ισχύ. Τέλος με σειρά αποφάσεων του (.Α.Π 1458/1996 σε ΠοινΧρον ΜΖ.847, Α.Π 272/1997 σε ΠοινΧρον ΜΗ 44, Α.Π 288/1997 σε Αρχ.Ν 1997.721, και 901/1997 σε ΝοΒ 1997.1031), αρνήθηκε ουσιαστικά την αναδρομική εφαρμογή της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 2 παράγραφος 19 εδάφιο δ του Ν 2408/1996, με την οποία οριζόταν ότι εφέσεις και αντεφέσεις που είχαν ασκηθεί από τον Εισαγγελέα ή τον δημόσιο κατήγορο, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 486 και 494 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αυτές τροποποιούνταν με τα εδάφια β και γ της αυτής ως άνω παραγράφου, και, κατά τη δημοσίευση του νόμου τούτου, εκκρεμούσαν, κηρύσσονταν απαράδεκτες, με την αιτιολογία ότι η θεσπιζόμενη με την διάταξη αυτή αναδρομικότητα αφορούσε μόνο τις ουσιαστικές προϋποθέσεις, οι οποίες θεμελίωναν το δικαίωμα του εισαγγελέα για άσκηση εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως ή αντεφέσεως, όχι δε και τις τυπικές προϋποθέσεις της εγκυρότητας της έκθεσης με την οποία είχε ασκηθεί η έφεση ή η αντέφεση, προτού αρχίσει η ισχύς του νόμου τούτου, κρίνοντας ότι οι εν λόγω τυπικές προϋποθέσεις θα κρίνονταν κατά τις δικονομικές διατάξεις, οι οποίες ίσχυαν κατά το χρόνο που ασκήθηκε η έφεση, τότε δηλαδή που ο Κ.Π.Δ δεν απαιτούσε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την άσκηση της. Στην παλαιότερη βιβλιογραφία, αποκλίνουσες από την κατά τα ανωτέρω κρατούσα άποψη σκέψεις, είχε διατυπώσει στο σύγγραμμα του ο Ζησιάδης (βλ. Ι. Ζησιάδη. Ποινική Δικονομία, Β έκδοση 1964, τόμος Α, σελίδα 26), ο οποίος, μεταξύ των άλλων, σημείωνε και τα εξής: «Εις την περίπτωσιν, καθ` ην δια την δίωξιν μιας πράξεως απαιτείται η εκπλήρωσις μιας προϋποθέσεως, λ.χ.άδεια της αρχής, έγκλησις εκ μέρους του παθόντος, μετά δε την εκτέλεσιν της πράξεως νόμος τις δικονομικός θεσπίσει, ότι δεν απαιτείται προηγούμενη άδεια, ή ότι η πράξις διώκεται αυτεπαγγέλτως, το Γερμανικό ακυρωτικό έστη επί της αντιλήψεως, ότι πρόκειται περί δικονομικής προϋποθέσεως, και ως εκ τούτου, εδέχθη, ότι ο σχετικός νόμος έχει αναδρομικήν δύναμιν. Το Γαλλικό ακυρωτικό όμως απέκρουσε την αναδρομικήν δύναμιν του τοιούτου νόμου, επί τω λόγω, ότι δεν δύναται να θίξει κεκτημένα δικαιώματα», παραπέμποντας στον Donnentieu De Vabres (Traite elementaire de droit criminel et de legislation comparee, deuxieme partie, procedure penale, 3eme edition 1947, § 1602, σελ 915), ο οποίος θεωρούσε τις προϋποθέσεις αυτές ως ουσιαστικές, και συνεπώς για την αναδρομική ή μη εφαρμογή των διατάξεων που περιέχουν όρους της ποινικής διώξεως, θα έπρεπε κάθε φορά να εξετάζεται αν αυτοί καλυτέρευαν ή επιδείνωναν την θέση του κατηγορουμένου. Στην σύγχρονη βιβλιογραφία κατέχει δεσπόζουσα θέση, η άποψη ότι η απαγόρευση της αναδρομικότητας στο πεδίο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, πρέπει να επεκταθεί και σε διατάξεις του ποινικού δικονομικού δικαίου, όταν αυτές περιέχουν προβλέψεις που θίγουν ουσιώδη συμφέροντα και δικαιώματα του κατηγορουμένου (βλ σχετ. Ανδρουλάκη, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, αριθμός περιθ. 22, 28 και 29, Α Καρρά, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, έκδοση τρίτη 2007 σελίδα 11, Μαργαρίτη Ποινική Δικονομία Ένδικα Μέσα Ι δεύτερη έκδοση 2000, σελίδα 54, Χ. Μυλωνόπουλου Ποινικό Δίκαιο Γενικό Μέρος έκδοση 2007, σελίδα 80, Α. Χαραλαμπάκη Σύνοψη Ποινικού Δικαίου, Γενικό Μέρος Ι, σελίδες 166-167, Μ Καϊάφα-Γκμπάντι, Εμβάθυνση στην Ποινική Νομολογία, 2006, σελίδα 43, Α. Παπαδαμάκη Ποινική Δικονομία, πέμπτη έκδοση 2011, σελίδα 6, Γ. Μπέκα, Η χρονική επέκταση της ισχύος των ουσιαστικών ποινικών νόμων, 1992, σελ. 131- και επόμενες, 165-166, Α Ζαχαριάδη, ο Ν 1608/1950, έκδοση 1995, σελ.69, 170, Γ Τριαντάφυλλου, Αναδρομικοί ποινικοί δικονομικοί νόμοι και μέτρα δικονομικού καταναγκασμού, Δίκη 1990, 753 και επόμ. και διεξοδικά Φυτράκη, Η απαγόρευση της αναδρομικότητας στην ποινική δικονομία, 1998, σελ. 249 και επόμ.). Το ζήτημα της αναδρομικής εφαρμογής διατάξεων που τροποποίησαν κατά καιρούς τις προϋποθέσεις άσκησης της ποινικής δίωξης στα εγκλήματα φοροδιαφυγής, αντιμετωπίστηκε από την νομολογία πολύ ενωρίς, ήδη υπό το καθεστώς της ισχύος του Ν 1591/1986. Ειδικότερα ο Αρειος Πάγος με την υπ` αριθμ. 469/1995 απόφαση το (βλ αυτήν σε ποινικά χρονικά ΜΕ 778) και με την επίκληση εφαρμογής του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ, δέχθηκε ότι η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής και η εν συνεχεία υποβολή μηνυτήριας αναφοράς από συγκεκριμένα πρόσωπα για την δίωξη του εγκλήματος της έκδοσης και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, προϋποθέσεις που προβλέφθηκαν το πρώτον για την δίωξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων με την υπ` αριθμ. 1105135/9049/0009/3-10-1989 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που κυρώθηκε με το άρθρο 51 παρ. 2 του Ν 1882/1990, η οποία (απόφαση) είχε τροποποιήσει το άρθρο 32 του Ν 1591/1986, ήταν εφαρμοστέα αναδρομικώς και για πράξεις που είχαν τελεσθεί πριν από την ισχύ της, ως περιέχουσα ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο ρύθμιση, έναντι των προβλέψεων του άρθρου 32 του ιδίου νόμου, όπως ίσχυε μέχρι τότε, το οποίο προέβλεπε ότι η δίωξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων γινόταν αυτεπάγγελτα (χωρίς την υποβολή μηνυτήριας αναφοράς) και χωρίς να απαιτείται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Με την ίδια απόφαση του ο Άρειος Πάγος απέκλεισε την εφαρμογή στην συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης του άρθρου 41 παρ.1 του μεθεπόμενου Ν 1884/1990, με την οποία οριζόταν ότι η δίωξη των εγκλημάτων έκδοσης ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, γινόταν ευθύς μετά την διαπίστωση του εγκλήματος και μετά από υποβολή σχετικής μηνυτήριας αναφοράς,χωρίς να απαιτείται οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, κρίνοντας (προδήλως) ότι η διάταξη αυτή ήταν δυσμενέστερη. Κατά το σκεπτικό της απόφασης, η διάταξη αυτή δεν είχε εφαρμογή στην κριθείσα περίπτωση, γιατί «υπέκειτο προς κρίση φορολογική παράβαση τελεσθείσα προ της ισχύος της διατάξεως αυτής». Η ιδία άποψη, με την επίκληση μάλιστα του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ, επαναλήφθηκε στις αποφάσεις που ακολούθησαν υπό το καθεστώς του και ήδη ισχύοντος Ν 2523/1997 αναφορικά με την ρύθμιση του άρθρου 21 παρ.2 του νόμου τούτου. Ειδικότερα με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 21 παρ.2 του Ν 2523/1997, η οποία εισήγαγε γενικώς την προϋπόθεση της οριστικοποίησης της φορολογικής εγγραφής για την δίωξη όλων των πράξεων φοροδιαφυγής ( των άρθρων 17,18 και 19) του ιδίου νόμου, ήταν ευμενέστερη έναντι των προηγούμενων ρυθμίσεων και συνεπώς ήταν εφαρμοστέα αναδρομικώς, καταλαμβάνουσα και τις πράξεις που είχαν τελεσθεί υπό το προηγούμενο δίκαιο, για την δίωξη των οποίων δεν απαιτείτο οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής (βλ. σχετικά Α.Π. 1838/2001 Ποιν.Χρον. ΝΒ 644, Α.Π 873/2004 Ποιν.Χρον ΝΕ 413, Α.Π 1786/2003 Πραξ.Λογ. 2003.438, Α.Π. 5/2009 Τ.Ν.Π. ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ και ΝΟΜΟΣ ). Η επίκληση μάλιστα στις υπ` αριθμ. 469/1995, 1838/2001 και 1786/2003 αποφάσεις της διάταξης του άρθρου 2 παρ.1 του Π.Κ, δεν μπορεί να σήμαινε άλλο τι, ειμή μόνο ότι ο Αρειος Πάγος αξιολογούσε την περάτωση της διοικητικής φορολογικής διαδικασίας ως προσεγγίζουσα περισσότερο το ουσιαστικό παρά το δικονομικό ποινικό δίκαιο. Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι με την υπ` αριθμ. 1838/2001 απόφαση του, έκρινε ότι η προϋπόθεση της οριστικοποίησης της φορολογικής εγγραφής αποτελούσε πρόσθετο στοιχείο και αναγκαίο όρο για την ποινική δίωξη του εγκλήματος της μη απόδοσης Φ.Π.Α που αποτελούσε και το αντικείμενο την ένδικης υπόθεσης, αναίρεσε δε την καταδικαστική απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 21 παρ.2 του Ν 2523/1997, κάτι το οποίο δεν θα μπορούσε να κάνει εάν θεωρούσε ότι η διάταξη ήταν δικονομική, αφού δεν προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή δικονομικής διάταξης. Ρήγμα στην νομολογία αυτή, φαίνεται ότι επέφεραν οι μεταγενέστερες υπ` αριθμ. 440/2008, 1805/2008 και 1795/2009 αρεοπαγιτικές αποφάσεις (η πρώτη χωρίς κάποια ιδιαίτερη αιτιολογία), με τις οποίες κρίθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 40 παρ.2 του Ν 3220/2004 που αποσυνέδεσε (εν μέρει) την περάτωση της διοικητικής φορολογικής διαδικασίας (με την μορφή της παρέλευσης άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς) που μέχρι τότε απαιτείτο για την δίωξη των εγκλημάτων της έκδοσης ή αποδοχής πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, από την δίωξη των εγκλημάτων αυτών και παρέσχε την δυνατότητα άμεσης υποβολής της μηνυτήριας αναφοράς μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου, με αίτημα την κατά προτεραιότητα εκδίκαση της πράξης στην κακουργηματική της μορφή, ήταν δικονομική και ως τέτοια αναδρομικώς εφαρμοστέα, με την αιτιολογία ότι η αναδρομική εφαρμογή αυτής δεν προσέκρουε στην από την διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 του Συντάγματος καθιερωμένη αρχή της μη αναδρομικότητας του δυσμενέστερου ποινικού νόμου, ούτε στην διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του Π.Κ που επιβάλλει την αναδρομική εφαρμογή του ηπιότερου νόμου, γιατί με αυτήν δεν θεσπίζονταν νέα εγκλήματα, ούτε επαυξάνονταν οι ποινές για ήδη προβλεπόμενα τοιαύτα. Οι αντίθετες αυτές αποφάσεις, δεν σηματοδοτούν απαραίτητα, κατά την εκτίμηση μας, και απομάκρυνση του ακυρωτικού από την προηγούμενη νομολογία του. Και τούτο γιατί η αποσύνδεση της διοικητικής φορολογικής διαδικασίας, από τον τρόπο δίωξης των εγκλημάτων του άρθρου 19, είναι ζήτημα σημαντικά υποδεέστερο εκείνου της προϋπόθεσης οριστικοποίησης της φορολογικής εγγραφής, η εισαγωγή της οποίας με το άρθρο 21 παρ.2 του Ν 2523/1997 είχε αποτελέσει την αφορμή για την δημιουργία της προηγούμενης νομολογίας, η κατάργηση της δε με τον νόμο 3943/2011, έχει εντελώς ιδιάζουσα σημασία και συνέπειες για την δίωξη των εγκλημάτων των άρθρων 17 και 18 του ιδίου νόμου. Γιατί η συνάφεια μεταξύ των πράξεων των οργάνων της διοικητικής διαδικασίας και της προσβαλλόμενης in concreto αξίωσης του Δημοσίου, όπως σημειώνουν χαρακτηριστικά οι Λ. Μαργαρίτης και Θ. Παπακυριάκου στην μελέτη τους (ενθ. ανωτ. Ποινική Δικαιοσύνη 2012 σελ. 151 και επόμενες) είναι χαρακτηριστικό «που εμφανίζεται κυρίως στα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 και όχι στα αδικήματα του άρθρου 19, που έτσι όπως τυποποιούνται (χωρίς αναφορά στην διαφυγή ή έστω στον σκοπό διαφυγής συγκεκριμένου ποσού φόρου), εμφανίζονται ως παραβατικές συμπεριφορές που έχουν αξιολογηθεί από τον νομοθέτη ως γενικά επικίνδυνες, χωρίς σύνδεση με φορολογικές αξιώσεις του δημοσίου.Η περάτωση συνεπώς της διοικητικής φορολογικής διαδικασίας, αν τυχόν προβλεπόταν ως όρος για την δίωξη των αδικημάτων του άρθρου 19, δεν θα εμφάνιζε την εγγύτητα προς τον χώρο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, που εμφανίζει για την δίωξη των αδικημάτων των άρθρων 17 και 18, αφού οι πράξεις των οργάνων της διοικητικής διαδικασίας στην περίπτωση του άρθρου 19, δεν εξατομικεύουν κάποια φορολογική αξίωση του δημοσίου, αλλά εξαντλούνται κατά περιεχόμενο στην επιβολή κύρωσης για την διαπραχθείσα παράβαση». Εξάλλου, η κατάργηση της διοικητικής φορολογικής διαδικασίας ως προϋπόθεσης για την δίωξη των εγκλημάτων αυτών, αν δεν ακυρώνει, πάντως περιορίζει σημαντικά την έκταση εφαρμογής της παραγράφου 3 του άρθρου 21, η οποία, σημειωθήτω, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά τον Ν. 3943/2011, συνέπεια η οποία εκμηδενίζεται στην περίπτωση του άρθρου 19. Μια επιβεβαίωση, συνεπώς, της νομολογίας που είχε δημιουργηθεί υπό την προϊσχύσασα μορφή του άρθρου 21 παρ.2 του Ν 2523/1997 σχετικά με τον τρόπο δίωξης των εγκλημάτων των άρθρων 17 και 18 του νόμου τούτου, και μετά τις τροποποιήσεις που επήλθαν με το άρθρο 3 παρ.2 εδάφιο θ του Ν 3943/2011 και αφορούν τον τρόπο δίωξης των ιδίων εγκλημάτων, δεν φαίνεται να είναι ασύμβατη με τις αποφάσεις που έκριναν το ζήτημα της αναδρομικής ισχύος της διάταξης του άρθρου 40 παρ.2 του Ν 3220/2004.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν της υπ` αριθμ. Α.ΟΙ.Ε /8/57/4-12-2012 παραγγελίας του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ασκήθηκε από τον τελευταίο ποινική δίωξη κατά του Θ. Α. του Β., δημοσιογράφου, …, για φοροδιαφυγή σε βαθμό κακουργήματος (άρθρο 17 παρ. 2β του Ν. 2523/1997) και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (άρθρο 45 του Ν. 3691/2008), παραγγέλθηκε δε κυρία ανάκριση επί της υποθέσεως, η οποία ήδη διενεργείται από τον Ανακριτή του 13ου τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αναφερόμενη στο θέμα ποινική δίωξη κινήθηκε μα αφορμή την με αριθμό πρωτ. 21935/9-11-2012 μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της ΙΓ Δ.Ο.Υ. Αθηνών, με την οποία καταγγέλθηκε ότι ο καθ` ου η αναφορά Θ. Α. του Β., δημοσιογράφος, κατά το οικονομικό έτος 2008 (διαχειριστική περίοδος 1-1-2007 έως 31-12-2007) υπέβαλε ανακριβή δήλωση φορολογίας εισοδήματος, αποκρύπτοντας καθαρά εισοδήματα στα οποία ο φόρος που αναλογούσε ανερχόταν στο ποσό των 1.631.655,20 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων. Η μηνυτήρια αυτή αναφορά υποβλήθηκε ευθύς μετά το πέρας του φορολογικού ελέγχου και πριν από οποιαδήποτε περάτωση της διοικητικής φορολογικής διαδικασίας που θα μπορούσε να επέλθει είτε με την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου στην περίπτωση άσκησης προσφυγής κατά του φύλλου ελέγχου, είτε με την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας για την άσκηση μιας τέτοιας προσφυγής.

Ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος στον οποίο και υποβλήθηκε η εν λόγω αναφορά, παρήγγειλε κατά το άρθρο 21 παρ.2 εδάφιο α περίπτωση αα του Ν. 2523/1997, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 3 παρ.2 εδάφιο θ του Ν 3943/2011, την άμεση άσκηση ποινικής δίωξης, θεωρώντας προδήλως ότι η διάταξη αυτή εφαρμοζόταν άμεσα και για πράξεις φοροδιαφυγής στην φορολογία εισοδήματος (σε βαθμό κακουργήματος) που είχαν τελεσθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου τούτου. Διαρκούσης της κυρίας ανακρίσεως ο κατηγορούμενος με την από 26-2-2013 (ημερομηνία κατάθεσης 1-3-2013) αίτηση του προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, ζήτησε σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ.1, 173 παρ.2 και 176 παρ. 1 1Κ.Π.Δ να κηρυχθεί άκυρη η ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του για την πράξη της φοροδιαφυγής, (καθώς και για εκείνη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα), ισχυριζόμενος ότι η δίωξη για την πράξη της φοροδιαφυγής ασκήθηκε χωρίς να συντρέχουν οι προς τούτο νόμιμες προϋποθέσεις, καθόσον ασκήθηκε πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το εκδοθέν σχετικώς υπ` αριθμ. 3441/2013 βούλευμα του, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ` αυτό πρόταση του εισαγγελέα, δέχθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 21 παρ.2 εδάφιο β περίπτωση αα του Ν 2523/1997, όπως αυτή ίσχυε μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 3 παρ.2 εδάφιο θ του Ν 3943/2011, με την οποία χορηγείτο το δικαίωμα στον Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος να παραγγέλλει την άμεση άσκηση της ποινικής δίωξης σε περιπτώσεις κακουργηματικής φοροδιαφυγής στην φορολογία εισοδήματος, ήταν δικονομική και ως τέτοια είχε αναδρομική εφαρμογή και επί περιπτώσεων που είχαν τελεσθεί πριν από την ισχύ του Ν. 3943/2011, ανεξάρτητα από το εάν με αυτήν θεσπίζονταν δυσμενέστερες ή ευμενέστερες προϋποθέσεις για την δίωξη των εγκλημάτων αυτών. Με το σκεπτικό αυτό το εκδόν το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβούλιο, απέρριψε ως αβάσιμη την αίτηση-προσφυγή του κατηγορουμένου για ακύρωση της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε σε βάρος του για την πράξη της φοροδιαφυγής. Κρίνοντας έτσι το Συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, εσφαλμένα ερμήνευσε την διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδάφιο α περίπτωση αα του Ν 2523/1997, όπως ισχύει νυν, ακολούθως δε υπερέβη αρνητικά την εξουσία του μη κηρύσσοντας άκυρη της ποινική δίωξη για την πράξη της φοροδιαφυγής και τις άμεσα συναρτώμενες με αυτήν πράξεις – διάταξη του βουλεύματος ως προς την οποία και περιορίζεται η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως – λόγω μη συνδρομής της απαιτούμενης για την έγκυρη υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς προηγούμενης οριστικοποίησης της φορολογικής εγγραφής. Διότι ανεξάρτητα από την φύση της πιο πάνω διάταξης, η οποία είναι πράγματι δικονομική, αυτή ως εισάγουσα δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο ρύθμιση σε σχέση με ότι ίσχυε προηγουμένως σχετικά με την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς για την δίωξη της συγκεκριμένης πράξης, δεν είχε αναδρομική ισχύ, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω. Ύστερα από όλα αυτά, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 484 παρ.1 εδάφιο στ, 485 παρ.1 και 517 παρ.1 του Κ.Π.Δ, να ακυρωθεί εν μέρει το υπ` αριθμ. 3441/2013 βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών Αθηνών και να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Θ. Α. του Β., δημοσιογράφου, κατοίκου .. , για την πράξη της φοροδιαφυγής και μόνο (άρθρο 17 παρ.1 Ν. 2523/1997), πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε από αυτόν στην Αθήνα κατά τον αναφερόμενο στο ιστορικό της παρούσας μου χρόνο.

Για τους λόγους αυτούς Προτείνουμε: Να γίνει δεκτή η ασκηθείσα από εμάς αίτηση αναιρέσεως. Να αναιρεθεί εν μέρει το προσβαλλόμενο βούλευμα και ακολούθως να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Θ. Α. του Β., δημοσιογράφου, κατοίκου …, για την πράξη της φοροδιαφυγής και μόνο (άρθρο 17 παρ.1 Ν. 2523/1997), πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε από αυτόν στην Αθήνα κατά τον αναφερόμενο στο ιστορικό της παρούσας μου χρόνο.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου

Νικόλαος Παντελής».

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπ` αριθ. 141/11 Οκτωβρίου 2013 κοινή πράξη του Προέδρου και της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου εισάγεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 εδ. γ του ν. 1756/1988 «Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων …», όπως ισχύει, στην πλήρη Ολομέλεια (ποινική) η υπ` αριθ. εκθ. 46/23.9.2013 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση του 3441/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατά το σκέλος, με το οποίο απορρίφθηκε η από 26.2.2013 αίτηση – προσφυγή του Θ. Α., με την οποία ζητούσε αυτός να κηρυχθεί απαράδεκτη η κατ` αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη για φοροδιαφυγή, λόγω της εξαιρετικής σημασίας του ζητήματος, που κρίθηκε με το ανωτέρω βούλευμα, ως συναπτόμενου με την αναδρομική ή μη εφαρμογή δικονομικών διατάξεων που θίγουν ουσιώδη συμφέροντα του κατηγορουμένου, αφού εισάγουν δυσμενέστερη ρύθμιση σε σχέση με ό,τι ίσχυε προηγουμένως ως προς τις προϋποθέσεις της ασκήσεως της ποινικής διώξεως για τη συγκεκριμένη πράξη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, «αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δυο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις». Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς κανόνες και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι, οι οποίοι αποβλέπουν στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, έχουν αναδρομική δύναμη και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο εκδόσεως αυτών, μέρος αυτών, εκτός αν άλλως ορίζουν. Το γεγονός ότι οι δυσμενέστερες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του νεοτέρου νόμου δεν μπορούν να εφαρμόζονται στις πράξεις που είχαν τελεστεί προ της ισχύος αυτού, δεν επηρεάζει την επί των αυτών εγκλημάτων εφαρμογή των δικονομικών διατάξεων εφόσον η εφαρμογή των τελευταίων ρητά επιβάλλεται από το νόμο (ΟλΑΠ 390/1992). Δεν μπορεί δε να συνιστά κριτήριο της αναδρομικής εφαρμογής ή όχι μιας δικονομικού περιεχομένου διατάξεως το αν αυτή έχει ή όχι, κατά το μέρος της δίκης που δεν έχει, ακόμη, περατωθεί, δυσμενέστερες συνέπειες για τον κατηγορούμενο από αυτές που είχαν οι διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, γιατί, έτσι, θα αναιρείτο ο χαρακτήρας της διατάξεως αυτής ως δικονομικής, με αποτέλεσμα να μη υπάρχει ασφάλεια δικαίου. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1 και 2 του ν. 2523/1997 «Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις», όπως ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με το άρθρο 2 του ν. 3943/2011, «1. Αδίκημα φοροδιαφυγής στην φορολογία εισοδήματος διαπράττει όποιος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος παραλείπει να υποβάλλει δήλωση ή υποβάλλει ανακριβή δήλωση, αποκρύπτοντας καθαρά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή εισοδήματος. … 2. Ο δράστης του αδικήματος αυτού τιμωρείται: α) με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και β) με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ». Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. α του ίδιου ν. 2523/1997, όπως και αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με την παρ. 2 θ του άρθρου 3 του ν. 3943/2011, «Η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα. Η ποινική δίωξη δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής». Μετά την έκδοση του νεότερου ν. 3943/2011, οι ως άνω διατάξεις του ν. 2523/1997, ως ίσχυαν μέχρι τότε, έχουν ως εξής: «Άρθρο 17: 1. Όποιος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, αποκρύπτει καθαρά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή, παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση, τελεί αδίκημα φοροδιαφυγής στη φορολογία εισοδήματος … 2. Ο δράστης του αδικήματος αυτού τιμωρείται: α) με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και β) με κάθειρξη, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κά8ε διαχειριστική περίοδο το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Άρθρο 21: 2. Η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα. Η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ή τον Προϊστάμενο της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των ελεγκτικών κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995 (ΦΕΚ 211 Α`) ή υποβάλλεται από τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων της Γενικής Γραμματείας Φορολογικών και Τελωνειακών θεμάτων του Υπουργείου Οικονομικών, ως εξής: α) Η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου, ανεξάρτητα εάν έχει ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου: αα) στην περίπτωση β` της παραγράφου 2 του άρθρου 17, εφόσον ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος παραγγείλει την άμεση άσκηση ποινικής δίωξης». Με την επελθούσα δηλαδή με το ν. 3943/2011 τροποποίηση της παραγράφου 2 του άρθρου 21 του ν.2523/1997 διευκολύνθηκε, για τα εγκλήματα της φοροδιαφυγής του άρθρου 17 παρ. 2 περ. β του ν. 2523/1997, η κίνηση της ποινικής διώξεως, αφού αποσυνδέθηκε αυτή από την περάτωση της διοικητικής φορολογικής διαδικασίας η οποία πριν από την ισχύ του ν.3943/2011 αποτελούσε απαραίτητη διαδικαστική προϋπόθεση για την υποβολή της σχετικής μηνυτήριας αναφοράς και την συνακόλουθη άσκηση ποινικής διώξεως για τα ως άνω εγκλήματα ης φοροδιαφυγής. Οι φερόμενοι, λοιπόν, ως δράστες των εν λόγω εγκλημάτων, τα οποία τελέσθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αλλά η κατ` αυτών ποινική δίωξη ασκήθηκε μεταγενεστέρως, είναι σε δυσμενέστερη θέση αναφορικά με τον τρόπο ασκήσεως εναντίον τους της ποινικής διώξεως από εκείνους, η κατά των οποίων ποινική δίωξη είχε ασκηθεί υπό το κράτος του προγενέστερου ν. 2523/1997. Όμως, η διαδικασία ασκήσεως ποινικής διώξεως για κάποια αξιόποινη πράξη αναμφιβόλως φέρει δικονομικό χαρακτήρα και δεν εντάσσεται στο πεδίο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Οπότε, έχει άμεση εφαρμογή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, και σε πράξεις, οι οποίες φέρονται ότι τελέστηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3943/2011, για τις οποίες δεν είχε ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη, έστω και αν είναι δυσμενέστερη για τον υπαίτιο. Η ρύθμιση αυτή δεν προσκρούει στην από το άρθρο 7 παρ. 1 του Συντάγματος καθιερωμένη αρχή της μη αναδρομικότητας του ποινικού νόμου, γιατί και αυτή αφορά στις ουσιαστικές και όχι στις δικονομικές ποινικές διατάξεις. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας απαντάται είτε ως θετική είτε ως αρνητική. Θετική υπέρβαση υπάρχει όταν το συμβούλιο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, όπως, π.χ., όταν εσφαλμένως δεν κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου, λόγω μη νόμιμης ασκήσεως της ποινικής διώξεως, και προχώρησε στην απόρριψη της προσφυγής του για ακύρωση αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Κατόπιν της υπ` αριθμ. Α.ΟΙ.Ε /8/57/4.12.2012 παραγγελίας του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ασκήθηκε από τον τελευταίο ποινική δίωξη κατά του Θ. Α. του Β., δημοσιογράφου, κατοίκου ……….., για φοροδιαφυγή σε βαθμό κακουργήματος (άρθρο 17 παρ1β του ν. 2523/1997) και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (άρθρο 45 του ν. 3691/2008), παραγγέλθηκε δε κυρία ανάκριση επί της υποθέσεως, η οποία ήδη διενεργείται από τον Ανακριτή του 13ου τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών. Η ποινική αυτή δίωξη κινήθηκε με αφορμή την υπ` αριθ. πρωτ. 21935/9.11.2012 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της ΙΓ` Δ.Ο.Υ. Αθηνών, με την οποία καταγγέλθηκε ότι ο καθ` ου η αναφορά Θ. Α., κατά το οικονομικό έτος 2008 (διαχειριστική περίοδος 1-1-2007 έως 31- 12-2007) υπέβαλε ανακριβή δήλωση φορολογίας εισοδήματος, αποκρύπτοντας καθαρά εισοδήματα, στα οποία ο φόρος που αναλογούσε ανερχόταν στο ποσό των 1.631.655,20 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων. Η μηνυτήρια αυτή αναφορά υποβλήθηκε, μετά την έναρξη ισχύος του (νεότερου) ν. 3943/2011, αμέσως μετά το πέρας του φορολογικού ελέγχου και πριν από οποιαδήποτε περάτωση της διοικητικής φορολογικής διαδικασίας, η οποία θα μπορούσε να επέλθει είτε με την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως του διοικητικού δικαστηρίου στην περίπτωση ασκήσεως προσφυγής κατά του φύλλου ελέγχου, είτε με την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής. Ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος, στον οποίο και υποβλήθηκε η εν λόγω αναφορά, παρήγγειλε, κατά το άρθρο 21 παρ. 2 εδάφιο α περίπτωση αα του Ν. 2523/1997, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 3 παρ.2 εδάφιο θ του Ν 3943/2011, την άμεση άσκηση ποινικής διώξεως, θεωρώντας ότι η διάταξη αυτή εφαρμοζόταν άμεσα και για τις πράξεις φοροδιαφυγής στην φορολογία εισοδήματος (σε βαθμό κακουργήματος) που είχαν τελεσθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου τούτου. Κατά τη διάρκεια της κυρίας ανακρίσεως, ο κατηγορούμενος, με την από 26.2.2013 (ημερομηνία καταθέσεως 1.3.2013) αίτηση – προσφυγή του προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, ζήτησε να κηρυχθεί, κατά τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 1, 173 παρ.2 και 176 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, άκυρη η ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του για την πράξη της φοροδιαφυγής (και για εκείνη της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα), ισχυριζόμενος ότι αυτή ασκήθηκε χωρίς να συντρέχουν οι προς τούτο νόμιμες προϋποθέσεις, καθόσον ασκήθηκε πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο 3441/2013 βούλευμά του, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ` αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 21 παρ.2 εδάφιο α περίπτωση αα του ν. 2523/1997, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 3 παρ.2 εδάφιο θ του ν. 3943/2011, με την οποία χορηγείται το δικαίωμα στον Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος να παραγγέλλει την άμεση άσκηση της ποινικής διώξεως σε περιπτώσεις κακουργηματικής φοροδιαφυγής στη φορολογία εισοδήματος, ήταν δικονομική και, ως τέτοια, είχε αναδρομική εφαρμογή και επί των αξιοποίνων πράξεων που είχαν τελεσθεί πριν από την ισχύ του ν. 3943/2011, ανεξαρτήτως αν με αυτήν θεσπίζονται, για τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο, δυσμενέστερες προϋποθέσεις για τη δίωξη των εγκλημάτων αυτών, στη συνέχεια δε απέρριψε την προσφυγή. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών ορθώς, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ερμήνευσε τις ως άνω, δικονομικού περιεχομένου, διατάξεις, και έκρινε ότι οι δυσμενέστερες για τον κατηγορούμενο προϋποθέσεις για την άσκηση ποινικής διώξεως για τα εγκλήματα κακουργηματικής φοροδιαφυγής, που θεσπίστηκαν με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 εδ. θ του ν. 3943/2011, με την οποία αντικαταστάθηκε αυτή του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. α περ. αα του ν. 2523/1997, έχουν εφαρμογή και επί εγκλημάτων που φέρονται ότι τελέσθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του τελευταίου νόμου, με το να απορρίψει δε, κατόπιν της κρίσεώς του αυτής, την αίτηση – προσφυγή του προσφεύγοντος – κατηγορουμένου για ακύρωση της ποινικής διώξεως, όσον αφορά το έγκλημα της φοροδιαφυγής, η οποία ασκήθηκε με βάση την ως άνω διάταξη του ν. 3943/2011, δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του. Επομένως, ο, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη γνώμη του μέλους του Δικαστηρίου Νικολάου Λεοντή, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, δεν τίθεται θέμα αναδρομικής εφαρμογής δικονομικής διατάξεως. Και τούτο για το λόγο ότι η ελεγχόμενη για το παραδεκτό της ποινική δίωξη ασκήθηκε υπό την ισχύ της δικονομικού χαρακτήρα διατάξεως του άρθρου 21 παρ. 2 του νεότερου ν. 3943/2011, αιτιολογία με βάση την οποία προεχόντως πρέπει να απορριφθεί ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως ως αβάσιμος. Αξιολογείται ως απρόσφορη η σύνδεση του φερόμενου χρόνου τελέσεως της αποδιδόμενης αξιόποινης πράξεως με το κατά το χρόνο εκείνο ισχύον άρθρο 21 παρ. 2 του προγενέστερου ν. 2523/1997, δοθέντος ότι η προβλεπόμενη από το εν λόγω άρθρο προϋπόθεση της τελεσίδικης κρίσεως του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής ή της άπρακτης παρελεύσεως της οριζόμενης για την άσκηση προσφυγής προθεσμίας για την άσκηση ποινικής διώξεως για την αξιόποινη πράξη της φοροδιαφυγής στην φορολογία εισοδήματος δεν αποτελεί εξωτερικό όρο του αξιοποίνου του εν λόγω εγκλήματος, αλλά απλή διαδικαστική προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής διώξεως για το εν λόγω αδίκημα.

Κατ` ακολουθίαν, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ` αριθ. εκθ. 46/23 Σεπτεμβρίου 2013 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση του 3441/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2014.

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

 

 

16

Mar

2014

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΡΑΞΗΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΜΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΧΡΕΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ,ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΕ ΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΦΠΑ, ΚΑΙ ΣΤΗ ΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ ΠΟΣΩΝ ΦΠΑ -ΑΠ 357/2013


 

""

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Παραβίαση δεδικασμένου. Προϋποθέσεις δεδικασμένου. Ταυτότητα πράξεως. Καταδίκη για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία χρέη αφορούσαν σε μη απόδοση ΦΠΑ. Καταδίκη με έτερη απόφαση για μη απόδοση των ιδίων ποσών ΦΠΑ στο Δημόσιο. Πρόκειται για την ίδια πράξη, αλλά υπό το νομικό χαρακτηρισμό της μη αποδόσεως ΦΠΑ. Αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 27858/2012 απόφαση του Τριμ. Πλημμ. Αθηνών για τον ως άνω λόγο.

Αριθμός 357/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε` ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου – Κατσαβριά – Εισηγήτρια και Δήμητρα Λεοντάρη – +Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Β. Δ. του Ν., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Νικολετόπουλο, για αναίρεση της υπ` αριθ. 27858/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ` αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1007/2012.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, λόγω δεδικασμένου και να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη κατά του ανωτέρω αναιρεσείοντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 57 παρ. 1 και 3 του ΠΚ «αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ` αυτή διαφορετικός νομικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν: 1) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μία αξιόποινη πράξη, 2) ταυτότητα προσώπου και 3) ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την 23722/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη, σύμφωνα με το 98/13/31/1/2013 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων Β. Δ., καταδικάστηκε, κατ` έφεση, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, κατ` εξακολούθηση (άρθρα 98 του ΠΚ, 25 του Ν. 1882/1990) σε φυλάκιση δέκα (10) μηνών, η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια. Η καταδικαστική αυτή απόφαση περιελάμβανε και δύο (2) μερικότερες πράξεις, οι οποίες αφορούσαν μη απόδοση ΦΠΑ προς το Δημόσιο και συγκεκριμένα 21.882,45 ευρώ για την χρονική περίοδο από 1/1/1997 έως 31/12/1997 και 11.903,15 ευρώ για την χρονική περίοδο από 1/1/1998 έως 31/12/1998. Η οριστική βεβαίωση τούτων έλαβε χώρα από την ΙΖ Δ.Ο.Υ Αθηνών την 16/2/2007. Με την προσβαλλόμενη 27858/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου, που εκδόθηκε κατ` έφεση, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε και πάλι για τις ίδιες ως άνω δύο μερικότερες πράξεις της μη απόδοσης των ίδιων ως άνω ποσών ΦΠΑ στο Δημόσιο κατά τις ίδιες χρονικές περιόδους, αλλά υπό τον νομικό χαρακτηρισμό της μη αποδόσεως ΦΠΑ προς το Δημόσιο, κατ` εξακολούθηση (άρθρα 98 του ΠΚ και 18 του Ν. 2523/1997), σε φυλάκιση ενός (1) έτους, η οποία μετατράπηκε προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως. Τοιουτοτρόπως, το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, καταδικάζοντας τον αναιρεσείοντα με την προσβαλλόμενη 27858/2012 απόφαση του, για πράξη για την οποία προηγουμένως είχε καταδικαστεί αμετακλήτως με την 23722/2011 απόφαση, παραβίασε τις περί δεδικασμένου διατάξεις του άρθρου 57 του ΚΠΔ και αναιρετέα κατέστησε την απόφαση του, κατά τον από την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατ` εφαρμογή του άρθρου 511 του ΚΠΔ. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για την πράξη για την οποία καταδικάστηκε (άρθρο 57 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 27858/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.

Κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη κατά του Β. Δ. του Ν., για την πράξη της μη απόδοσης ΦΠΑ στο Δημόσιο, κατ` εξακολούθηση (άρθρο 98 του ΠΚ και 18 του Ν. 2523/1997), που φέρεται ότι τελέστηκε από αυτόν στην Αθήνα στις 21/2/1998 και 21/2/1999, η οποία οριστικοποιήθηκε στις 16/2/2007 από την ΙΖ Δ.Ο.Υ .. .

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

 

16

Mar

2014

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ Η ΑΣΤΑΘΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΜΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ ΠΛΕΙΟΔΟΤΩΝ ΣΤΟΥΣ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥΣ -ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΜΕΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ Α ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ-ΜΠΘ 14844/2012

 

16 Μαρτίου, 2014

"slider2-photo-left-top"

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Πλειστηριασμός ακινήτου με αντικειμενική αξία 1.270.384,25€. Αρχική εκτίμηση στο ποσό του 1.050.000 € και προσδιορισμός τιμής πρώτης προσφοράς στο ποσό των 700.000 €. Διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης κατόπιν άσκησης ανακοπής ως προς την αξία και την τιμή της πρώτης προσφοράς σε 1.400.000 € και 1.270.384,25 € αντίστοιχα. Ακολούθησαν δύο ματαιώσεις και στη συνέχεια η τιμή πρώτης προσφοράς διαμορφώθηκε στις 800.000 € κατόπιν αιτήσεως της επισπεύδουσας. Μετά και την τέταρτη ματαίωση, νέα αίτηση της δανείστριας τράπεζας για περαιτέρω μείωση της τιμής πρώτης προσφοράς. Ανατίτηση της καθ΄ ης. Δεκτή η ανταίτηση για διατήρηση της ίδιας τιμής καθόσον πιθανολογήθηκε ότι η μη προσέλευση πλειοδοτών δεν οφείλεται στο ύψος της τιμής αυτής, αλλά σε άλλες συγκυρίες όπως η εν γένει οικονομική κρίση και αστάθεια που υπάρχει στην αγορά των ακινήτων, χωρίς να αποκλείεται και η προσδοκία τους για περαιτέρω μείωση της τιμής πρώτης προσφοράς.

Αριθμός απόφασης 14844/2012

(αριθμός κατάθεσης αίτησης 10.800/2012)

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Αρίστη Ελένη Χαμπεροπούλου που ορίστηκε με κλήρωση σύμφωνα με το νόμο.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στη στο ακροατήριο του (223 γραφείο Δικ. Μεγάρου Θεσσαλονίκης) στη Θεσσαλονίκη στις 31-5-2012 χωρίς τη σύμπραξη γραμματέως για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΑΙΤΟΥΣΑΣ- ΚΑΘ ΉΣ Η ΑΝΤΑΙΤΗΣΗ: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ …………………………………ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» (Τράπεζα …………………….. Ανώνυμη Εταιρία), με αριθμό μητρώου Α.Ε. ………/06/Β/86/07, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Ηλία Ανδρέου (AM 2429) που κατέθεσε σημείωμα.

ΚΑΘΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ-ΑΝΤΑΙΤΟΥΣΑΣ: Ετερόρρυθμου εταιρίας με την επωνυμία «………………….ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.», που εδρεύει στο …… χλμ. …………………………….. και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας της δικηγόρου Μαρίας Πρωτοπαπαδάκη (AM 3180) που κατέθεσε σημείωμα. Συμπαραστάθηκε και η ασκούμενη δικηγόρος Μαρία Φαίδρα Βαλασσά (AM 16212011).

Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 28-3-2012 αίτηση της που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό 10.800/2012 και η συζήτηση της προσδιορίστηκε για την ανωτέρω αναφερόμενη δικάσιμο. Η καθής η αίτηση άσκησε, δια της πληρεξούσιας της δικηγόρου, προφορική ανταίτηση στο ακροατήριο και πριν την έναρξη της συζήτησης και ζήτησε να γίνει αυτή δεκτή.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης και της προφορικώς ασκηθείσας ανταίτησης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 966 παρ. 2 του ΚΠολΔ, εάν δεν παρουσιασθούν πλειοδότες, το πράγμα που εκπλειστηριάζεται κατακυρώνεται στην τιμή της πρώτης προσφοράς σ` εκείνον, υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση, εάν αυτός το ζητήσει. Εάν δεν υποβληθεί αίτηση, γίνεται νέος πλειστηριασμός εντός σαράντα (40) ημερών. Κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου, ως άνω, άρθρου, εάν στο νέο πλειστηριασμό δεν γίνει και πάλι κατακύρωση, το αρμόδιο, κατ` άρθρο 933 παρ. 1 του ΚΠολΔ Δικαστήριο της περιφερείας του τόπου της εκτελέσεως, ήτοι το Ειρηνοδικείο, αν ο εκτελεστός τίτλος, στον οποίο βασίζεται η εκτέλεση, είναι του Ειρηνοδικείου και το Μονομελές Πρωτοδικείο σε κάθε άλλη περίπτωση, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να διατάξει να γίνει νέος πλειστηριασμός, μέσα σε τριάντα ημέρες, με την ίδια ή κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς ή να επιτρέψει, μέσα στην ίδια προθεσμία, να πουληθεί ελεύθερα το πράγμα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού σ` εκείνον υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση ή σε τρίτον, με τίμημα που ορίζεται από το Δικαστήριο, το οποίο μπορεί και να ορίζει να πληρωθεί με δόσεις μέρος του τιμήματος. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του αυτού άρθρου, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 4 παρ. 14 του Ν. 2298/1995, εάν και ο νέος πλειστηριασμός έμεινε χωρίς αποτέλεσμα ή δεν κατορθώθηκε η ελεύθερη εκποίηση, το Δικαστήριο μπορεί να άρει την κατάσχεση ή να διατάξει να γίνει αργότερα νέος πλειστηριασμός, με την ίδια ή κατώτερη τιμή της πρώτης προσφοράς. Από την, ως άνω, διάταξη συνάγεται, ότι σκοπός του νομοθέτη είναι η κατά το δυνατόν συντομότερη περαίωση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως και η αποφυγή συνεχών πλειστηριασμών, που αποβαίνουν άκαρποι από τη μη εμφάνιση πλειοδοτών. Προς το σκοπό αυτόν ο νομοθέτης με τη διάταξη αυτή, η ρύθμιση της οποίας είναι ειδική, θέτει ορισμένες προϋποθέσεις, τη συνδρομή των οποίων ελέγχει το Δικαστήριο. Eτσι, εάν μετά και το δεύτερο πλειστηριασμό δεν επιτευχθεί κατακύρωση, είτε στον πλειοδοτήσαντα είτε στον επισπεύδοντα, παρεμβαίνει το αρμόδιο, κατ` άρθρο 933 του ΚΠολΔ, Δικαστήριο, ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον και κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, το οποίο έχει τη διαζευκτική ευχέρεια να διατάξει, α) 7 είτε τη διενέργεια νέου πλειστηριασμού, εντός τριάντα ημερών, με την ίδια η κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς, β) είτε την, εντός τριάντα ημερών, ελεύθερη εκποίηση του πράγματος από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού στον υπέρ ου η εκτέλεση ή τρίτον, με τίμημα καθοριζόμενο από το ίδιο. Σε περίπτωση που διατάχθηκε νέος (τρίτος) πλειστηριασμός και αυτός αποβεί και πάλι χωρίς αποτέλεσμα, το ίδιο, ως άνω, Δικαστήριο και με την αυτή διαδικασία των άρθρων 686 επ. του ΚΠολΔ μπορεί να διατάξει τη διενέργεια τετάρτου πλειστηριασμού σε απώτερο χρονικό σημείο, το οποίο δεν προσδιορίζεται από το νόμο, προδήλως για να εξευρίσκεται εκάστοτε ο προσφορότερος για την ενέργεια του και επιτυχή αυτού έκβαση χρόνος, με την ίδια ή κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς. Και ο τέταρτος πλειστηριασμός θα διεξαχθεί κατά τις διατυπώσεις και όρους των άρθρων 959-960 ΚΠολΔ για τον προσδιορισμό δε αυτού πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η προθεσμία του άρθρου 1019 του ιδίου κώδικα (Ι. Μπρίνια, Αναγκ. Εκτέλεσις, τομ. Β` παρ. 365, Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, υπ` άρθρο 966, αριθ. 6 και 8). Ως «τιμή πρώτης προσφοράς» δε, στην περίπτωση αυτή, νοείται όχι εκείνη που ορίστηκε με την αρχική περίληψη της κατασχετηρίου εκθέσεως, αλλά αυτή που ορίσθηκε αργότερα, είτε με την κατ` άρθρο 954 ΚΠολΔ παρέμβαση του Δικαστηρίου, είτε με την τυχόν μείωση αυτής από το Δικαστήριο κατ` άρθρο 966 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή με αφετηρία την τιμή πρώτης προσφοράς του προηγουμένου πλειστηριασμού (ΜΠρΛαρ 1372/2004 Δικογραφία 2005. 151, Βαθρακοκοίλης ο.π.).

Με την υπό κρίση αίτηση η αιτούσα, η οποία επισπεύδει τη διαδικασία εις βάρος της καθής η αίτηση αναγκαστικής εκτέλεσης, στα πλαίσια της οποίας κατασχέθηκε και οδηγήθηκε σε δημόσια αναγκαστικό πλειστηριασμό το περιγραφόμενο σε αυτήν ακίνητο, ζητεί να διαταχθεί η διενέργεια νέου πλειστηριασμού του εν λόγω ακινήτου, με μείωση της ορισθείσας τιμής πρώτης προσφοράς και εντός τριάντα ημερών από την κατάθεση της απόφασης που θα εκδοθεί στην υπάλληλο του πλειστηριασμού αρμόδια συμβολαιογράφο, επειδή οι προηγούμενοι τρεις πλειστηριασμοί ματαιώθηκαν λόγω μη προσέλευσης πλειοδοτών και να καταδικαστεί η καθής στα δικαστικά της έξοδα. Επίσης η τελευταία (καθής η αίτηση) με ανταίτηση που άσκησε προφορικά στο ακροατήριο πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και αναπτύσσεται εκτενέστερα στο σημείωμα που κατέθεσε ζητεί , εκθέτοντας το αυτό ως άνω ιστορικό, να προσδιορισθεί νέος πλειστηριασμός με την ίδια τιμή πρώτης προσφοράς μετά την 31-12-2012 για τους λογούς που αναλυτικότερα εκθέτει και να καταδικαστεί η καθής στη δικαστική της δαπάνη Η αίτηση και ανταίτηση αρμοδίως εισάγονται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προκειμένου να συζητηθούν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682,686 επομ., 933 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι νόμιμες στηριζόμενες στις προεκτεθείσες διατάξεις. Επομένως πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ` ουσίαν.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων …………………… και ……………, κατοίκων Θεσσαλονίκης, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και των εγγράφων που προσκομίζονται από τους διαδίκους, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της με αριθμό 4521/11-4-2011 έκθεσης κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Βασιλείου Κιτσούλη κατασχέθηκε αναγκαστικά με επίσπευση της αιτούσας-καθής η ανταίτηση ένα ενιαίο αγροτεμάχιο μετά των επ` αυτού κτισμάτων, συστατικών και παραρτημάτων, που βρίσκεται στην εποικισθείσα περιοχή του αγροκτήματος Λαγκαδά

[…]

Το κατασχεθέν ακίνητο εκτιμήθηκε αντί του ποσού του 1.050.000 ευρώ και τιμή πρώτης προσφοράς ορίστηκε το ποσό των 700.000 ευρώ, μεγαλύτερο της αντικειμενικής του αξίας, εκδόθηκε δε η με αριθμό 4540/20-4-2011 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή και ορίσθηκε ημερομηνία πλειστηριασμού η 8-6-2011, πλην όμως ο πλειστηριασμός δεν πραγματοποιήθηκε καθόσον η καθής η αναγκαστική εκτέλεση άσκησε ανακοπή με αίτημα τη διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης ως προς την αξία του ακινήτου και την τιμή πρώτης προσφοράς αυτού. Επ` αυτής (ασκηθείσας ανακοπής) εκδόθηκε με αριθμό 15.770/2011 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου η οποία, αφού έκανε δεκτό ότι εντός του ενιαίου αγροτεμαχίου έχουν ανεγερθεί και υφίστανται α) με βάση τη με αριθμό 66/1996 οικοδομική άδεια του τμήματος πολεοδομίας Επαρχείου Λαγκαδά, ένα βιομηχανικό κτίριο αποτελούμενο από υπόγειο, ισόγειο και όροφο, συνολικού εμβαδού 364 τ.μ. που χρησιμοποιούνται ως αποθηκευτικοί χώροι και γραφεία αντίστοιχα και είναι κατασκευασμένα από οπλισμένο σκυρόδεμα, και από ένα ισόγειο βιομηχανοστάσιο-χώρο παραγωγής, εμβαδού 830 τ.μ., που αποτελεί μεταλλική κατασκευή, συνολικής δε επιφανείας του όλου συγκροτήματος 1.194 τ.μ. και β) με βάση την 379/2001 άδεια οικοδομής και μετά την αναθεώρηση της, ένα βιομηχανικό κτίριο, συνολικού εμβαδού 2.185 τ.μ., που αποτελείται από υπόγειο χώρο εμβαδού 675 τ.μ., κατασκευασμένο από οπλισμένο σκυρόδεμα, από ισόγειο και όροφο εμβαδού 720 τ.μ. ο καθένας και συνολικά 1.440 τ.μ., που είναι κατασκευασμένοι με μεταλλική κατασκευή, ενώ έξω από το βιομηχανοστάσιο έχει ανεγερθεί με την ίδια άδεια, ένας χώρος από οπλισμένο σκυρόδεμα εμβαδού 70 τ.μ., που αντιστοιχεί στο λεβητοστάσιο και στο αντλιοστάσιο, το όλο βιομηχανικό συγκρότημα δε, είναι πολύ καλής κατασκευής και βρίσκεται σε πολύ καλή κατάσταση, οι χώροι των γραφείων είναι άκρως επιμελούς κατασκευής, ότι το πρώτο κτήριο διαθέτει εξωτερικό ανελκυστήρα, ο αύλειος χώρος είναι ασφαλτοστρωμένος ενώ περιμετρικά του κτιρίου υφίσταται καλής ποιότητας περίφραξη με συστήματα ελέγχου, καθώς και ότι η αντικειμενική αξία του όλου (αγροτεμαχίου και κτιρίων) ακινήτου ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 1.270.384,25 ευρώ, διέταξε τη διόρθωση της ως άνω κατασχετήριας έκθεσης όσο αφορά την αξία του κατασχεθέντος στο ποσό του 1.400.000 ευρώ και όσο αφορά την τιμή πρώτης προσφοράς γι` αυτό στο ποσό των 1.270.384,25 ευρώ.

Ακολούθησε α) η έκδοση της με αριθμό, 4574/14-6-2011 Α` επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης του προαναφερθέντος δικαστικού επιμελητή με την οποία ορίστηκε ως χρόνος πλειστηριασμού η 27η-7-2011, οπότε ο τελευταίος ματαιώθηκε λόγω μη προσέλευσης πλειοδοτών και β) η έκδοση της με αριθμό 4596/1-9-2011 Β` επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης του αυτού δικαστικού επιμελητή, δυνάμει της ορίστηκε ως ημερομηνία πλειστηριασμού η 19-10-2011, πλην όμως ο πλειστηριασμός δεν διενεργήθηκε επίσης λόγω μη προσέλευσης πλειοδοτών. Στη συνέχεια ασκήθηκε από την αιτούσα-καθής η ανταίτηση η με αριθμό κατάθεσης 42.820/2011 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1434/2012 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) δυνάμει της οποίας διατάχθηκε, κατ` άρθρο 966 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η διενέργεια τρίτου πλειστηριασμού του ως άνω ακινήτου, εντός προθεσμίας (30) ημερών από την κατάθεση της απόφασης στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, με τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 800.000 ευρώ. Εκδόθηκε δε η με αριθμό 4754/20-2-2012 Γ` επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του ως άνω δικαστικού επιμελητή και ορίσθηκε ημερομηνία πλειστηριασμού η 21-3-2012, πλην όμως και αυτός ο πλειστηριασμός δεν διενεργήθηκε λόγω μη προσέλευσης πλειοδοτών. Τέλος να σημειωθεί ότι ως πιθανολογήθηκε το ως άνω ακίνητο -εκτός τμήματος εμβαδού 65 τ.μ. το οποίο βρίσκεται στο ισόγειο του κτιρίου- είναι μισθωμένο δυνάμει του από 1-10-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης στην εταιρία «…………… Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε.» έναντι μηνιαίου μισθώματος ποσού 1.200 ευρώ, για τα δύο πρώτα έτη της μίσθωσης και τις αναφερόμενες στο σχετικό μισθωτήριο αναπροσαρμογές αυτού για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της μίσθωσης, και με διάρκεια μίσθωσης εννέα ετών. Βέβαια ο μάρτυρας της καθής η αίτηση- ανταιτούσας κατέθεσε ότι η εν λόγω μίσθωση θα λυθεί μέχρι τα τέλη Αυγούστου, γεγονός όμως, που ως μελλοντικό και αβέβαιο, δεν πιθανολογείται και ως ουσία βάσιμο. Επομένως συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 966 παρ4 ΚΠολΔ και θα πρέπει να διαταχθεί η διενέργεια τετάρτου στη σειρά πλειστηριασμού, στην ίδια όμως ως άνω καθορισθείσα τιμή πρώτη προσφοράς (800.000 ευρώ), καθόσον πιθανολογήθηκε ότι η μη προσέλευση πλειοδοτών δεν οφείλεται στο ύψος της τιμής αυτής, η οποία είναι ελκυστική για τους τυχόν ενδιαφερόμενους πλειοδότες, ακόμα και υφιστάμενης της προαναφερθείσης μίσθωσης, αφού είναι ήδη μειωμένη αναφορικά με την αντικειμενική αξία του κατασχεθέντος ακινήτου και της πολύ καλής κατάστασης που αυτό βρίσκεται, αλλά οφείλεται σε άλλες συγκυρίες όπως η εν γένει οικονομική κρίση και αστάθεια που υπάρχει στην αγορά των ακινήτων, χωρίς ν` αποκλείεται και η προσδοκία τους για περαιτέρω μείωση της τιμής πρώτης προσφοράς. Μετά ταύτα, δεκτών γενομένων εν μέρει ως ουσία βάσιμων της αιτήσεως και της ανταιτήσεως, πρέπει να διαταχθεί η διενέργεια νέου πλειστηριασμού σε χρόνο όχι μεγαλύτερο των τριάντα (30) ημερών από την κατάθεση της παρούσας απόφασης στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, λαμβανομένου υπόψη και της προθεσμίας της διατάξεως του άρθρου 1019 ΚΠολΔ, τα δε δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών, ως ειδικότερα ορίζεται και στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων τις ασκηθείσες αίτηση και ανταίτηση.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει αυτές.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη διενέργεια νέου, εντός τριάντα (30) ημερών από της κατάθεσης της παρούσας απόφασης στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, πλειστηριασμού του αναφερομένου στο σκεπτικό της παρούσας ακινήτου με τιμή πρώτης προσφοράς την ίδια (800.000 ευρώ).

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση αυτού στη Θεσσαλονίκη στις 7-6-2012 παρουσία και της γραμματέας Παναγιώτας Κουτζιάμπαση

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο/Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Ν.Σ.

ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

 

16

Mar

2014

ΑΚΥΡΩΣΗ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΩΣ ΠΡΟΩΡΩΣ ΑΣΚΗΘΕΙΣΑΣ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΕΝΕΡΓΟΥ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΟΦΕΙΛΗΣ -ΕΦΘ 92/2013

 

16 Μαρτίου, 2014

"slider2-photo-right-topp"

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Εμφάνιση επιταγών και μη πληρωμή λόγω ελλείψεως υπολοίπου. Υποβολή στην Τράπεζα αιτήματος – πρότασης για διακανονισμό της οφειλής από τις επιταγές με τμηματικές καταβολές. Αποδοχή του αιτήματος εκ μέρους της Τράπεζας και έναρξη καταβολής των δόσεων από την πλευρά του οφειλέτη. Εκδοση Διαταγής Πληρωμής σε βάρος του οφειλέτη ενόσω ήταν ενεργής η περί διακανονισμού συμφωνία και παρήγαγε έννομα αποτελέσματα. Το δικαίωμα που άσκησε η Τράπεζα για την ικανοποίηση της απαίτησής της εκδίδοντας τη Διαταγή Πληρωμής, ασκήθηε πρόωρα διότι κατά το κρίσιμο διάστημα υποβολής της αίτησης και έκδοσης της διαταγής πληρωμής δεν είχε εκπνεύσει η προθεσμία, προς πληρωμή του χρέους.

Αριθμός 92/2013 ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΜΗΜΑ Ε`

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Παναγιώτη Θεοδωρόπουλο, Πρόεδρο Εφετών, Νικόλαο Τσάκο και Βασιλική Πούρα, Εισηγήτρια, Εφέτες και τη Γραμματέα Χαραλαμπία Στάθη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 26 Ιανουαρίου 2012 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ – ΚΑΘ` ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: Ανωνύμου Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «……………» και τον διακριτικό τίτλο «……………» που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Μιχαήλ Αγγελόπουλος (Α.Μ.Δ.Σ.Θ. 7581).

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ – ΑΝΑΚΟΠΤΟΥΣΑΣ: Μονοπρόσωπης Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «……………» και διακριτικό τίτλο «……………» που εδρεύει στη Θέρμη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκε η πληρεξούσια δικηγόρος της Μαρία Πρωτοπαπαδάκη (Α.Μ.Δ.Σ.Θ. 3180).

Η ανακόπτουσα με την ανακοπή της κατά της καθ` ης η ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (αριθμός έκθεσης κατάθεσης 38 602/24.9.2009) ζήτησε ό,τι αναφέρει σ` αυτή. Το Δικαστήριο, με την οριστική απόφαση 25432/2010, δέχθηκε την ανακοπή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ήδη η καθ` ης η ανακοπή με την έφεση της (αριθμός έκθεσης κατάθεσης 4217/2.11.2010).

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατά την εκφώνηση της από το σχετικό πινάκιο στη σειρά της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων που παραστάθηκαν στο ακροατήριο αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου εκκρεμεί η από 27-10-2010 έφεση (αρ. εκθ. κατ. 4217/2-11- 2010) της καθ` ης η ανακοπή κατά της υπ` αρ. 25432/2010 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους (άρθρο 635 επ. ΚΠολΔ) . Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η με αρ. εκθ. κατ. 38602/2009 ανακοπή κατά της υπ` αριθμ. 20825/2009 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η έφεση έχει ασκηθεί νομοτύπως με την κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του ανωτέρω δικαστηρίου και εμπροθέσμως, δεδομένου ότι ουδείς των διαδίκων επικαλείται, αλλά ούτε και από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης, ενώ από τη δημοσίευση της, ήτοι από 27-8- 2010 και μέχρι την κατάθεση της εφέσεως, δεν έχει παρέλθει τριετία (άρθρα 495 παρ. 1, 499, 500, 511, 513, 516, 517, 518 παρ. 2, 520 και 654 ΚΠολΔ), αρμοδίως δε φέρεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο τούτο. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με την από 24-9-2009 (αρ. εκθ. κατ. 38602/2009) ανακοπή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη ζήτησε να ακυρωθεί η υπ` αρ. 20825/2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτή υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ` ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα το ποσό των 48.250 ευρώ, από πέντε επιταγές εκδόσεως της ανακόπτουσας. Με την εκκαλούμενη απόφαση έγινε δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η καθ` ης η ανακοπή με την έφεση της, για τους αναφερόμενους σ` αυτήν λόγους, ζητεί δε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης ώστε να απορριφθεί η ανακοπή και να επικυρωθεί η διαταγή πληρωμής.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τα οποία νομότυπα μετ` επικλήσεως προσκομίζονται, εκτιμώμενες (οι καταθέσεις) καθεμία χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, ανάλογα με τον τρόπο γνώσεως και το βαθμό αξιοπιστίας καθενός από αυτούς (μάρτυρες), από όλα τα έγγραφα, που παραδεκτά και νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, που είναι όμως ισοδύναμα, και ως προεκτέθηκε, όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσεως (ΑΠ 1068/2002 ΑρχΝ 2004,70, ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔ 2004723), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά Επί της από 19-6-09 αιτήσεως της καθ` ης η ανακοπή που κατατέθηκε την 1-7-09 στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης εκδόθηκε η με αρ ……../09 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία υποχρέωσε την ανακόπτουσα να καταβάλει στην αντίδικο της το ποσό των 48 250 Ε, νομιμοτόκως από την επομένη της εμφανίσεως προς πληρωμή κάθε επιταγής, που αναφέρεται σ` αυτήν, μέχρι την εξόφληση, πλέον τόκων και εξόδων Συγκεκριμένα, πρόκειται για πέντε (5) μεταχρονολογημένες επιταγές, που εξέδωσε η ανακόπτουσα στη Θεσσαλονίκη με αριθμούς ……………, ……………, ……………, ……………, …………… αντίστοιχα, φέρουν ημερομηνίες έκδοσης την 31-12-08, 15-1-09, 28-2-09, 28-2-09 και 15-3-09, αντίστοιχα, ποσού 9850, 9950, 9250, 9550 και 9650 αντίστοιχα, πληρωτέες σε διαταγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………» από την …………… οι δύο πρώτες και από την Τράπεζα …………… οι άλλες τρεις, σε χρέωση του με αρ. …………… λογαριασμού της εκδότριας στην …………… όσον αφορά στις δύο πρώτες επιταγές και του με αρ …………… λογαριασμού της εκδότριας στην Τράπεζα …………… σχετικά με τις υπόλοιπες. Τις ανωτέρω επιταγές η προαναφερόμενη λήπτρια εταιρεία μεταβίβασε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στην καθ` ης η ανακοπή τράπεζα, αυτές, όμως δεν πληρώθηκαν κατά τη νομότυπη και εμπρόθεσμη (την 31-12- 08, 15-1-09, 3-3-09, 3-3-09 και 16-3-09, αντίστοιχα) εμφάνιση τους λόγω έλλειψης υπολοίπου στους τηρούμενους κατά τα ανωτέρω λογαριασμούς της εκδότριας (βλ τις από 5-1-09, 19-1-09, 5- 3-09, 5-3-09 και 18-3-09, αντίστοιχα βεβαιώσεις της καθ` ης στο σώμα της κάθε επιταγής, κατόπιν ρητής εξουσιοδοτήσεως της κάθε πληρώτριας τράπεζας). Περαιτέρω, όμως αποδείχθηκε ότι η ανακόπτουσα είχε υποβάλει προς την καθ` ης και στο υπ` αρ. … επί της οδού …………… στη Θεσσαλονίκη κατάστημα της στις 3-4-09 αίτημα-πρόταση για διακανονισμό της οφειλής της από τις πιο πάνω απαριθμούμενες επιταγές, προτείνοντας τμηματική καταβολή του αρχικού συνολικού ποσού της οφειλής (48.650 €) με την καταβολή ποσού 800 Ε εβδομαδιαίως. Η καθ` ης αποδέχθηκε την πρόταση αυτή για διακανονισμό της οφειλής με απόφαση του συμβουλίου της, αξιώνοντας την άμεση καταβολή ποσού 2.300 € και κατόπιν την εβδομαδιαία καταβολή ποσού 800 €, όπως αποδεικνύεται από την από 22-6-09 έγγραφη απάντησή της, η οποία κοινοποιήθηκε στην ανακόπτουσα την αμέσως επόμενη ημέρα (βλ. σχετική σημείωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Β. Σιδηρόπουλου επί του εγγράφου αυτού) τάσσοντας της συγχρόνως πενθήμερη προθεσμία για να υλοποιηθεί η έγκριση του διακανονισμού, διαφορετικά θα προχωρούσε σε έναρξη δικαστικών ενεργειών, η αποτροπή των οποίων επιδιώκονταν με τη σύναψη της συμφωνίας του διακανονισμού. Μέσα στην προαναφερόμενη προθεσμία ολοκληρώθηκε η συμφωνία μεταξύ των μερών, για τη ρύθμιση του χρέους και στα πλαίσια αυτής και προς υλοποίηση των όρων της η ανακόπτουσα εταιρεία συμμορφούμενη απολύτως σ` αυτούς κατέβαλε στις 2-7-09 το ποσό των 2300 Ε, το οποίο έλαβε χωρίς επιφύλαξη η καθ` ης τράπεζα, γεγονός από το οποίο συνάγεται σαφώς ότι ήθελε να εμμείνει στην τήρηση της συμφωνίας και τα αποτελέσματα της, παρά την ολιγοήμερη καθυστέρηση (εννέα ημέρες αντί της ταχθείσας εκ μέρους της πενθήμερης προθεσμίας) αφού ούτως ή άλλως η συμφωνία είχε μεταξύ των διαδίκων μερών «κλείσει» προγενέστερα.

Στη συνέχεια η ανακόπτουσα κατέβαλλε σε τακτά χρονικά διαστήματα το ποσό το 800 Ε, δόσεις τις οποίες εισέπραττε κάθε φορά η καθ` ης αδιαμαρτύρητα και χωρίς επιφύλαξη. Παρά ταύτα, η καθ` ης κατά παράβαση των συμφωνηθέντων κατέθεσε την 1-7-09 την από 19-6-09 αίτηση, με βάση την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής ενόσω δηλ. η περί διακανονισμού συμφωνία ήταν ενεργής και παρήγαγε έννομα αποτελέσματα και κατά τη διάρκεια των περιοδικών καταβολών εκ μέρους της ανακόπτουσας, αφού αυτή την τελευταία δόση την κατέβαλε στις 20-8- 09, αγνοώντας ότι είχε ήδη εκδοθεί η ανακοπτομένη, καθώς όπως καταθέτει ο μάρτυράς της – σύζυγος της νομίμου εκπροσώπου της ανακόπτουσας, έλαβε γνώση για πρώτη φορά με την επίδοση της προς αυτήν (3-9-09) σε αντίθεση με την κατάθεση της μάρτυρος της καθ` ης- υπαλλήλου της, η οποία αορίστως αναφέρει ότι η ανακόπτουσα ήταν ήδη ενημερωμένη για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, χωρίς να καταθέτει παράλληλα και το ακριβές χρονικό σημείο της πληροφόρησης της. Επομένως, το δικαίωμα που άσκησε η καθ` ης προς ικανοποίηση της απαίτησης της από τις προαναφερόμενες επιταγές με την υποβολή της αίτησης προς έκδοση της ανακοπτομένης ασκήθηκε εκ μέρους της πρόωρα, διότι κατά τον κρίσιμο χρόνο (1-7-09) υποβολής της αίτησης αλλά και έκδοσης της διαταγής πληρωμής (3-7-09) δεν είχε εκπνεύσει η προθεσμία, που παρείχε στην ανακόπτουσα προς πληρωμή του χρέους εξ αυτών, αντίθετα ήταν σε ισχύ παράγουσα έννομα αποτελέσματα η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για τη μη δικαστική επιδίωξη τους, αποκλείοντας αυτήν από τη δυνατότητα δικαστικής επιδίωξης είσπραξης των επίδικων επιταγών. Δε διαφοροποιεί εξάλλου την κρίση του Δικαστηρίου ο ισχυρισμός της ότι όσον αφορά στις πρώτες τουλάχιστον των ανωτέρω επιταγών ελλόχευε ο κίνδυνος της παραγραφής, τον οποίον όφειλε να είχε συνεκτιμήσει η ίδια κατά την κατάρτιση της συμφωνίας και των όρων της περί σταδιακής εξόφλησης του χρέους, πλέον του ότι ο χρόνος παραγραφής διακόπτονταν με την αναγνώριση της οφειλής δια της καταβολής των περιοδικών δόσεων, ενώ σε κάθε περίπτωση διατηρεί το δικαίωμα ικανοποίησης της απαίτησης της με τακτική αγωγή από αδικοπραξία. Εφόσον επομένως αποδείχθηκε ότι η ανακόπτουσα παραβίασε τους όρους της περί διακανονισμού συμφωνίας καταθέτοντας την πιο πάνω αίτηση και πέτυχε την έκδοση της ανακοπτομένης, είναι ουσιαστικά βάσιμος ο πρώτος λόγος ανακοπής. Το πρωτοβάθμιο συνεπώς, δικαστήριο, που εκτιμώντας τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά κατέληξε στην ίδια κρίση, δεν έσφαλε στην ερμηνεία του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως υποστηρίζεται με το σχετικό λόγο έφεσης, ο οποίος μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ` ουσίαν. Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως κατ ουσίαν αβάσιμη στο σύνολο της, χωρίς το Δικαστήριο να χωρήσει στην έρευνα των λοιπών ισχυρισμών που περιέχονται στο εφετήριο, αφού αυτοί αφορούν στους λοιπούς λόγους ανακοπής, οι οποίο ερευνητέοί θα ήταν μόνον στην περίπτωση, που θα κρίνονταν ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ανωτέρω πρώτος λόγος, να επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας σε βάρος της εκκαλούσας (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση ως κατ` ουσίαν αβάσιμη

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την καθ` ης η ανακοπή-εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου της του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε, στη Θεσσαλονίκη, στις 18 Ιανουαρίου 2013 από τη σύνθεση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2013 από τη σύνθεση που αναφέρεται στο πρακτικό δημοσίευσης.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ε.Φ.

ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

 

16

Mar

2014

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΕΝ ΕΠΙΔΙΚΙΑ ΛΟΓΩ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΕΠΙΔΟΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΤΩΝ ΕΞΙ ΜΗΝΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ Α ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ -ΜΠΘ 7968/2013

 

16 Μαρτίου, 2014

(Α ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Διαταγή πληρωμής από επιταγή. Ανακοπή 933 ΚΠολΔ κατά της εκτέλεσης. Επίδοση αντιγράφου εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού διαταγής πληρωμής μετ΄ επιταγής προς πληρωμή. Εκ νέου επίδοση της διαταγής πληρωμής μετά από διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών. Ακύρωση της δεύτερης επιταγής για το λόγο ότι η αξίωση της επιταγής έχει υποπέσει σε παραγραφή δεδομένου ότι από την επίδοση της διαταγής μετ΄ επιταγής μέχρι την ημερομηνία της εκ νέου επίδοσης της διαταγής πληρωμής παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον των έξι μηνών. Η ανακοπή του άρ. 933 ΚΠολΔ ασκείται εμπρόθεσμα μετά την εκ νέου επίδοση της διαταγής πληρωμής εφ΄ όσον δεν αποδεικνύεται η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακυρώσεως.

"slider2-photo-left-top"

ΜΠΘ 7968/2013

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΤΙΤΛΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Πρωτοδίκη Διονύσιο Γιαννούλη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και από τη Γραμματέα Μαρία Σαρίδου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια και στο ακροατήριο του στις 20.03.2013, για να δικάσει την ανακοπή με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 6.474/25.02.2011, μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΟΣ: ……………………………………….του ……………., κατοίκου Δήμου θέρμης του Ν. Θεσσαλονίκης (οδός …………………., αριθμός ….Πλαγιάρι), ο οποίος παραστάθηκε στο δικαστήριο διά της πληρεξούσιας δικηγόρου αυτού, Μαρίας Πρωτοπαπαδάκη (Α.Μ.Δ.Σ.Θ. 3.180), η οποία κατέθεσε προτάσεις επί της έδρας.

ΤΗΣ ΚΑΘ` ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: Ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………….. Α.Ε.» και το διακριτικό τίτλο «…………………….», η οποία εδρεύει στο Δήμο Αθηναίων του Ν. Αττικής (οδός …………………., αριθμός ……) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στο δικαστήριο διά της πληρεξούσιας δικηγόρου αυτής, Γεωργίας Σ. Βάμβακα (Α.Μ.Δ.Σ.Θ. 9131), η οποία κατέθεσε προτάσεις επί της έδρας.

Ο ανακόπτων ζητεί να γίνει δεκτή η από 25.02.2011 ανακοπή, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 6.474/25.02.2011 και προσδιορίστηκε να δικασθεί στη δικάσιμο της 05.10.2011. Κατά την ως άνω δικάσιμο, η συζήτηση επί της ανακοπής αναβλήθηκε στην δικάσιμο της 05.03.2012. Κατά την ως άνω δικάσιμο, η συζήτηση επί της ανακοπής αναβλήθηκε εκ νέου στη δικάσιμο της 10.10.2012. Κατά την ως άνω δικάσιμο, η συζήτηση επί της ανακοπής αναβλήθηκε στην παρούσα ως άνω δικάσιμο.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της ανακόπτουσας, παρασταθείς ως αναφέρθηκε, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η άσκηση ανακοπής κατ` αρθρ. 632 Κ.Πολ.Δ. δεν αποκλείει την άσκηση μετά από την έναρξη της εκτελέσεως κατά του οφειλέτη, και ανακοπής του αρθρ. 933 Κ.Πολ.Δ. εναντίον των πράξεων εκτελέσεως, ακόμη και αν η τελευταία βασίζεται στους ίδιους λόγους που προβλήθηκαν ήδη με την ανακοπή του αρθρ. 632 Κ.Πολ.Δ.. Η δυνατότητα σώρευσης των δύο ανακοπών στο ίδιο δικόγραφο συνήθως αποκρούεται επειδή οι δύο ανακοπές δεν υπάγονται στο ίδιο καθ` ύλην αρμόδιο δικαστήριο (πλέον δεν τίθεται ζήτημα υπαγωγής σε διάφορο είδος διαδικασίας κατά τα οριζόμενα κατωτέρω). Από την άλλη πλευρά, η παράλληλη επίκληση των ίδιων λόγων και ως αντιρρήσεων κατά της εκτελέσεως δε φαίνεται να αποκλείεται ούτε από το συνδυασμό των άρθρων 269 και 935 Κ.Πολ.Δ.. Οταν ενόσω εκκρεμεί η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής ο ανακόπτων ασκεί συγχρόνως για τους ίδιους λόγους και ανακοπή του άρθ. 933, ζήτημα σύγχυσης ή εκκρεμοδικίας δεν τίθεται. Διότι τα αντικείμενα των δύο δικών δεν συμπίπτουν λόγω της διαφοράς των αιτημάτων των δύο ανακοπών (ΜονΠρωτΑΘ 227/2011 ΤΝΠ Νόμος, ΜονΠρωτΧαλκ 1135/2009 ΑΡΧΝ 2010.321, ΜονΠρωτΛαρ 2854/2004 ΑρχΝ 2005.66). Η ταυτότητα όμως των προβαλλομένων λόγων ενδέχεται να καθιστά σκόπιμη την εφαρμογή του αρθρ. 249 Κ.Πολ.Δ. (ΕφΑΘ 7369/2004 ΝοΒ 53.1447, ΕφΑΘ 5131/2004 ΤΝΠ Νόμος, Εφθεσ 63/1997 Αρμ 1999.250, ΜονΠρωτΧαλκ 1135/2009 ΑΡΧΝ 2010.321, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας ΕρμΚΠολΔ έκδ.2000, τόμ.ΙΙ, σελ.1190-1191, Μελέτη Ε.Κιουπτσίδου, Ζητήματα από τις ανακοπές των άρθρων 632 και 933, Αρμ ΝΖ, 1243). Περαιτέρω, η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής (632 επ. Κ.Πολ.Δ.) που εκδόθηκε για απαίτηση απορρέουσα από επιταγή εκδικάζεται από το αρμόδιο καθ` ύλην λόγω ποσού δικαστήριο (632 § 1 εδ. 1, 636 Κ.Πολ.Δ.) και κατά την διαδικασία των πιστωτικών τίτλων κατ` αρθρ. 632 § 3 Κ.Πολ.Δ. (για τις ανακοπές που έχουν εγερθεί προ της θέση σε ισχύ του Ν. 4055/2012). Περαιτέρω η ανακοπή που ασκείται κατ` άρθ. 933 ΚΠολΔ εισάγεται, κατ` αρχήν, και εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, με τις αποκλίσεις που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 583 επ. και 933 ΚΠολΔ. Αν, όμως, για τη διάγνωση της εκτελεστέας αξίωσης εφαρμόζεται κάποια ειδική διαδικασία με τους κανόνες της οποίας εκδόθηκε η επί της κύριας αξίωσης εκτελούμενη απόφαση, η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται και κατά την εκδίκαση της παραπάνω ανακοπής του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ. (για τις ανακοπές που έχουν εγερθεί προ της θέση σε ισχύ του Ν. 4055/2012). Η διάκριση ως προς την εφαρμοζόμενη διαδικασία γίνεται και όταν ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής, οπότε για την εκδίκαση της ανακοπής τηρούνται οι κανόνες της διαδικασίας κατά την οποία δικάζεται η εναντίον της διαταγής ανακοπή (ΑΠ 337/2006 ΕλλΔνη 47.779, ΕφΑΘ 547/2008 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 4711/2002 ΕλλΔνη 44.528, ΕφΠειρ 144/2000 ΑρχΝ 2001.105, ΜονΠρωτΑΘ 227/2011 ΤΝΠ Νόμος, ΜονΠρωτΘηβ 160/2009 ΤΝΠ Νόμος, ΜονΠρωτΣερ 98/2007 Νόμος). Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623, 626 §§ 1 και 2, 628 § 1 α`, 629 εδ. α και 633 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το αντικείμενο της δίκης, η οποία ανοίγεται με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, είναι το έγκυρο ή μη της έκδοσης της τελευταίας. Συνεπώς, ισχυρισμοί που ανάγονται σε επιγενόμενο της έκδοσης της διαταγής πληρωμής χρόνο (και τέτοιοι είναι συνήθως αποσβεστικοί της ενοχής λόγοι), δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγους της ανακοπής αυτής, ούτε να προταθούν καθ` οιονδήποτε τρόπο στη σχετική δίκη, αφού εξ ορισμού δεν υπήρχαν κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής και συνεπώς δε δύνανται να επιδρούν στο έγκυρο της εκδόσεως της (ΑΠ 1366/2008 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1538/2007 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 667/2007 ΕλλΔνη 2007.789, ΑΠ 1568/2002 ΝοΒ 51.1198, ΕφΑΘ 5483/2008 ΕλλΔνη 2009.834, ΕφΠατρ 834/2008 ΑχΝομ 2009.468. Εφθεσ 1340/2001 Αρμ ΝΖ.42, ΜονΠρωτΛαμ 20/2010 ΕπισκΕμπΔ 2010.285, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ. Εκδ. 2000 Τόμος 2°ς σελ. 1186), ειμή μόνο να προταθούν στα πλαίσια της αναγκαστικής εκτέλεσης με άσκηση ανακοπής κατ` αρθρ. 933 Κ.Πολ.Δ (ΟλΑΠ 30/1987 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1538/2007 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 337/2006 ΤΝΠ Νόμος) ή ενδεχομένως με αναγνωριστική της ανυπαρξίας της οφειλής αγωγή (Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ. Εκδ. 2000 Τόμος 2°ς σελ. 1187. Επιπλέον, κατά το άρθρο 52 του Ν. 5960/1933 «περί επιταγής», οι αξιώσεις του κομιστή της επιταγής κατά των οπισθογράφων, κατά του εκδότη και κατά των άλλων υπόχρεων παραγράφονται μετά έξι μήνες από τη λήξη της προθεσμίας προς εμφάνιση, η οποία είναι οκτώ ημερών από την έκδοση της επιταγής (άρθρο 29 εδ. α` Ν. 5960/1933). Κατά το άρθρο 61 του ίδιου νόμου οι λόγοι διακοπής και αναστολής της παραγραφής (καθώς και των άλλων παραγραφών που προβλέπονται απ` αυτόν) διέπονται από τις διατάξεις του κοινού δικαίου, που αφορούν την παραγραφή και τη βραχυπρόθεσμη παραγραφή. Κατά συνέπεια, και ειδικότερα, την παραγραφή αυτή διακόπτει α) η έγερση της αγωγής (άρθρο 261 Α.Κ.), β) η επίδοση της επιταγής πληρωμής κάτω από εκτελεστό δικαιόγραφο (άρθρο 264 Α.Κ.), γ) η με οποιονδήποτε τρόπο αναγνώριση της αξίωσης από τον οφειλέτη (άρθρο 260 Α.Κ.) και η επίδοση διαταγής πληρωμής (αρθρ. 634 § 1 Κ.Πολ.Δ.), σε κάθε δε περίπτωση διακοπής, ο χρόνος που πέρασε έως τότε δεν υπολογίζεται και αφότου περατώθηκε η διακοπή αρχίζει νέα παραγραφή (άρθρο 270 § 1 Α.Κ.). Ειδικότερα δε ως προς την διακοπή της παραγραφής με την επίδοση της διαταγής πληρωμής, κατά το άρθρο 634 § 1 και 2 Κ.Πολ.Δ., η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία (§ 1), αν δε ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής η παραγραφή ή η αποσβεστική προθεσμία θεωρείται ότι έχει ανασταλεί από την επίδοση της διαταγής πληρωμής, ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή (§ 2). Με το ανωτέρω άρθρο 634 § 2 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται η άσκηση της ανακοπής ως ειδικό ανασταλτικό γεγονός του χρόνου νέας παραγραφής της αξιώσεως, ο οποίος διαφορετικά θα άρχιζε αμέσως μετά τη διακοπή που επέρχεται με την επίδοση της διαταγής πληρωμής και είναι, αν η διαταγή στηρίζεται σε αξιόγραφο, η βραχυπρόθεσμη για την αντίστοιχη αξίωση παραγραφή (ΟλΑΠ 30/1987 ΝοΒ 1988.96). Το ανασταλτικό αυτό αποτέλεσμα εξακολουθεί από του ανωτέρω σημείου διακοπής και για όσο διαρκεί η δίκη της ανακοπής, αποκλείοντας την παραγραφή της αξιώσεως, που στηρίζει τη διαταγή, εν επιδικία και μάλιστα, όχι μόνο στην περίπτωση που ακυρωθεί η διαταγή, όπως ρητώς ορίζεται στο νόμο, αλλά προδήλως και δη κατά μείζονα λόγο, και όταν απορριφθεί η ανακοπή, δηλονότι σε κάθε περίπτωση κατά τη διάρκεια της δίκης επί της ανακοπής και μέχρι περατώσεως της με τελεσίδικη απόφαση δεν κινείται η με την επίδοση της διαταγής διακοπείσα παραγραφή (ΟλΑΠ 12/2001 ΕλλΔνη 42.896, ΑΠ 757/2006 ΝοΒ 2007.333, ΑΠ 443/2006 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1538/2004 ΕλλΔνη 46.761, ΑΠ 870/2004 ΕλλΔνη 45.445). Με την τελεσίδικη απόρριψη της ανακοπής η κατά τα άνω διακοπείσα παραγραφή της αξίωσης που επιδικάζεται με τη διαταγή πληρωμής, αν είναι μικρότερη των 20 ετών, όπως συμβαίνει με την παραγραφή της αξίωσης από την επιταγή που είναι εξάμηνη κατ` άρθρο 52 § 1 Ν. 5960/1933, επιμηκύνεται σε 20 έτη (ΟλΑΠ 30/1987 ΝοΒ 1988.96, ΑΠ 870/2004 ό.π.), δεδομένου ότι η διαταγή πληρωμής, η οποία έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ασκηθείσας ανακοπής, ή σε περίπτωση μη ασκήσεως ανακοπής, μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας ασκήσεως της ανακοπής του άρθρου 633 § 3 Κ.Πολ.Δ., ισοδυναμεί πλέον με τελεσίδικη απόφαση (ΑΠ 111/2012 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 53/2004 Δίκη 2004.968, ΕΕμπΔ. 2005.782, ΑΠ 133/2004 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 1220/2009 ΕπισκΕμπΔ 2009.535, ΔΕΕ 2010.706, ΕφΔωδ 168/2009 ΤΝΠ Νόμος). Εάν, ωστόσο, επιδοθεί δύο φορές η διαταγή πληρωμής κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 632 και 633 Κ.Πολ.Δ. και δεν ασκηθεί ανακοπή κατ` αυτής κατά τα ανωτέρω είναι δυνατή η εν επιδικία παραγραφή της αξίωσης, για την οποία εκδόθηκε και ακολούθως επιδόθηκε η διαταγή πληρωμής, εάν μεταξύ της πρώτης επιδόσεως και του χρονικού σημείου της τελεσιδικίας της διαταγής πληρωμής παρήλθε ο χρόνος παραγραφής της αξιώσεως, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατή δια της τελεσιδικίας και της μη εφαρμογής σε τοιαύτη περίπτωση της ρύθμισης του άρθρου 634 § 2 Κ.Πολ.Δ., που προϋποθέτει την άσκηση ανακοπής, να αναβιώσει αποσβεσθείσα απαίτηση (ΟλΑΠ 23/2003 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1503/2000 ΕλλΔνη 42.134, ΕφΛαρ 673/2003 Δικογραφία 2004.135, ΔΙΚΗ 2004.659). Τέλος, ο ισχυρισμός περί διακοπής ή αναστολής της παραγραφής, αποτελεί αντένσταση στον ισχυρισμό περί παραγραφής της απαίτησης, και ο επικαλούμενος τα διακόπηκα ή ανασταλτικά της παραγραφής περιστατικά οφείλει και να τα αποδείξει και δεν επιτρέπεται στο δικαστήριο να τα λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως (βλ. ΑΠ 18/1998 ΕλλΔνη 39.590, ΝοΒ 47.40, ΕφΘεσ 2852/2004 Αρμ ΝΘ.571, ΕφΠειρ 39/2004 ΠειρΝομ 2004.72, ΕΤρΑξΧρΔ 2005.171, ΕφΘεσ 1732/2003 Αρμ ΝΗ.1396, ΕφΘεσ 1646/2003 Αρμ ΝΘ.1975).

Ο ανακόπτων, με την υπό κρίση από 25.02.2011 και με αριθμό καταθέσεως 6.474/25.02.2011 ανακοπή, εκθέτει ότι εκδόθηκε κατ` αυτού, η υπ` αριθμ. ………/01.03.2010 Διαταγή Πληρωμής της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ` ης η ανακοπή το ποσό των 5.000,00 Ευρώ, για ισόποση απαίτηση της τελευταίας, απορρέουσα από την υπ` αριθμ. …………………../30.09.2009 επιταγή της ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…….. A.E.», την οποία εξέδωσε ο ανακόπτων εις διαταγήν του ……………. και η οποία οπισθογραφήθηκε λόγω ενεχύρου υπέρ της καθ` ης, ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ««…………….», εμφανίσθηκε εμπροσθέσμως προς πληρωμή και δεν πληρώθηκε, ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό του εκδότη επί του οποίου εσύρετο, γεγονός το οποίο βεβαιώθηκε με σχετική μνεία επί του αξιόγραφου από υπαλλήλους της πληρώτριας τράπεζας, νομιμοτόκως από την επομένη της εμφανίσεως της επιταγής, με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτομένη, πλέον δικαστικών εξόδων ποσού 87,00 Ευρώ. Οτι η καθ` ης η ανακοπή του επέδωσε στις 16.03.2010 αντίγραφο εξ απογράφου πρώτο εκτελεστό της ως άνω διαταγής πληρωμής μετ` επιταγής προς πληρωμή, δια της οποίας επιτάσσεται να καταβάλει στην καθ` ης (α.) ποσό 5.000,00 Ευρώ, ως κεφάλαιο κατά τα ανωτέρω, (β.) ποσό 179,79 Ευρώ, ως σύνολο των οφειλομένων τόκων, (γ.) ποσό 87,00 Ευρώ, ως επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, (δ.) 100,00 Ευρώ, για απόγραφο, αντίγραφο, νομική συμβουλή και σύνταξη επιταγής. Ζητεί δε, κατ` εκτίμηση του δικογράφου, να εκδοθεί απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία να ακυρωθεί η επιδοθείσα επιταγή προς πληρωμή, για το διαλαμβανόμενο στο δικόγραφο της ανακοπής λόγο, ο οποίος συνίστανται στο ότι η αξίωση εκ της ως άνω επιταγής, έχει υποπέσει σε παραγραφή, δεδομένου ότι από την επίδοση της διαταγής μετ` επιταγής προς πληρωμής στις 16.03.2010 έως τις 19.10.2010, οπότε της επιδόθηκε εκ νέου η διαταγή πληρωμής, παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον των έξι μηνών. Τέλος ζητεί την καταδίκη της καθ` ης στη δικαστική της δαπάνη. Με το ως άνω περιεχόμενο, η από 25.02.2011 και με αριθμό καταθέσεως 6.474/25.02.2011 ανακοπή παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (αρθρ. 933 § 1, 934 § 1 περ. α Κ.Πολ.Δ.), το οποίο είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (933 §§ 1 και 2, 584 Κ.Πολ.Δ.), δεδομένου ότι ο τίτλος με τον οποίο επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση δεν είναι απόφαση του Ειρηνοδικείου, ενόψει της γενικής αρχής διαχρονικού δικονομικού δικαίου που δύναται να συναχθεί από τη διάταξη του άρθρου 9 § 2 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. ενόψει και της έλλειψης μεταβατικής διατάξεως στο Ν. 4055/2012, ΦΕΚ Α 51/12.3.2012 σε σχέση με την τροποποίηση του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ., κατά τη διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, εφόσον η απαίτηση με βάση προς ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται εκτέλεση απορρέει από πιστωτικό τίτλο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη η οποία προηγήθηκε και έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα κατ` αρθρ. 934 § 1 περ. β Κ.Πολ.Δ., εφόσον δεν αποδεικνύεται η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακυρώσεως. Ο ως άνω δε λόγος ανακοπής παραδεκτώς προβάλλεται και είναι νόμιμος, ερειδόμενος στις προεκτεθείσες στη μείζονα σκέψη διατάξεις. Πρέπει, συνεπώς, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Από και τα έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη, άλλα δε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω, χωρίς όμως κάποιο από αυτά να παραλειφθεί κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, αποδεικνύονται τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά στην υπόθεση αυτή: Ο ανακόπτων, ……………….. του …………………, εξέδωσε εις διαταγήν του …………………… την υπ` αριθμ. …………………./30.09.2009 επιταγή της ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………….. A.E.», ποσού 5.000,00 Ευρώ. Η ως άνω επιταγή οπισθογραφήθηκε λόγω ενεχύρου υπέρ της ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ««…………………………………………….. A.E.», εμφανίσθηκε εμπροθέσμως και νομοτύπως προς πληρωμή στις 02.10.2009, πλην όμως δεν πληρώθηκε, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων προς τούτο στον υπ` αριθμ. ………………………………………………….. που ο εκδότης διατηρούσε στην πληρώτρια τράπεζα, γεγονός το οποίο βεβαιώθηκε με σχετική μνεία επί του αξιόγραφου από υπαλλήλους της κατ` εξουσιοδότηση τράπεζας πληρώτριας τράπεζας κατ` αρθρ. 88 του Ν. 1961/1991. Ακολούθως, ο καθ` ου, αιτήθηκε και πέτυχε να εκδοθεί σε βάρος του ανακόπτοντος η υπ` αριθμ. ………../01.03.2010 Διαταγή Πληρωμής της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ` ης η ανακοπή το ποσό των 5.000,00 Ευρώ, για ισόποση απαίτηση της τελευταίας, απορρέουσα από την ως άνω επιταγή, νομιμοτόκως από την επομένη της εμφανίσεως της επιταγής, με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτομένη, πλέον δικαστικών εξόδων ποσού 87,00 Ευρώ. Στη συνέχεια και δη στις 16.03.2010 η καθ` ης του επέδωσε αντίγραφο εξ απογράφου πρώτο εκτελεστό (2.855/02.03.2010) της ως άνω διαταγής πληρωμής μετ` επιταγής προς πληρωμή, δια της οποίας επιτάσσεται ο ανακόπτων να καταβάλει στην καθ` ης (α.) ποσό 5.000,00 Ευρώ, ως κεφάλαιο κατά τα ανωτέρω, (β.) ποσό 179,79 Ευρώ, ως σύνολο των οφειλομένων τόκων, (γ.) ποσό 87,00 Ευρώ, ως επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, (δ.) 100,00 Ευρώ, για απόγραφο, αντίγραφο, νομική συμβουλή, σύνταξη επιταγής, ειδάλλως θα υποστεί την εκτέλεση του ανωτέρω τίτλου. Η επιταγή αυτή συνιστά επιταγή προς εκτέλεση με την έννοια του άρθρου 924 εδ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ. Εκδ. 2000 Τόμος 2ος σελ. 1755, Μπρίνιας Αναγκαστική Εκτέλεση Εκδ. Β 1978 Τόμος 1°ς σελ. 301) και όσα περί του αντιθέτου διατείνεται η καθ` ης είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι από την πρώτη επίδοση του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ` αριθμ. ……/01.03.2010 Διαταγή Πληρωμής της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης μετ` επιταγής προς πληρωμή στις 16.03.2010 έως τις 19.10.2010, οπότε έλαβε χώρα δεύτερη επίδοση, παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον των έξι μηνών κατ` αρθρ. 52 § 1 Ν. 5960/1933, 247 και 249 Α.Κ., με αποτέλεσμα η αξίωση της καθ` ης, να έχει υποπέσει σε παραγραφή και να έχει καταστεί ατελής ή φυσική ενοχή και να δικαιούται μετά ταύτα ο ανακόπτων να αρνηθεί να καταβάλει, το αυτό δε ισχύει και ως προς του τόκους και τις δαπάνες του παραγραφέντος ως άνω μέρους του κεφαλαίου κατ` αρθρ. 274 Α.Κ.. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτή ως και κατ` ουσίαν βάσιμος ο μοναδικός λόγος ανακοπής και κατ` ακολουθίαν η ανακοπή, να ακυρωθεί η επιδοθείσα στις 16.03.2010 από 02.03.2010 επιταγή και να καταδικασθεί η καθ` ης στη δικαστική δαπάνη του ανακόπτοντος, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του τελευταίου, λόγω της ήπας της (176, 191 § 2 Κ.ΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ` αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την ανακοπή.

ΑΚΥΡΩΝΕΙ την επιδοθείσα στις 16.03.2010 από 02.03.2010 επιταγή στο σύνολο της.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στη Θεσσαλονίκη, στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξούσιων δικηγόρων τους στις 15 Απριλίου 2013.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ν.Σ.

ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

 

16

Mar

2014

ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΜΕΙΩΣΗΣ ΤΙΜΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΥΟ ΜΑΤΑΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ -ΜΠΘ 4632/2013

 

16 Μαρτίου, 2014
Αίτηση για μείωση της τιμής πρώτης προσφοράς ακινήτου μετά από δύο ματαιώσεις του πλειστηριασμού. Τιμή πρώτης προσφοράς ίση με την αντικειμενική αξία του ακινήτου. Πιθανολόγηση ότι η τιμή δεν είναι υψηλή. Περαιτέρω μείωσή του δεν πρόκειται να προσελκύσει πλειοδότες, αφού ο λόγος μη ύπαρξης ενδιαφέροντος, δεν είναι το ύψος της τιμής πρώτης προσφοράς του, αλλά κατά κύριο λόγο η έλλειψη ρευστότητας γενικά. Δεκτό το αίτημα για διενέργεια νέου πλειστηριασμού αλλά με την ίδια τιμή πρώτης προσφοράς.

4632/2013 ΜΠΡ ΘΕΣΣΑΛ ( 592668) 

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Αίτηση για μείωση της τιμής πρώτης προσφοράς ακινήτου μετά από δύο ματαιώσεις του πλειστηριασμού. Τιμή πρώτης προσφοράς ίση με την αντικειμενική αξία του ακινήτου. Πιθανολόγηση ότι η τιμή δεν είναι υψηλή. Περαιτέρω μείωσή του δεν πρόκειται να προσελκύσει πλειοδότες, αφού ο λόγος μη ύπαρξης ενδιαφέροντος, δεν είναι το ύψος της τιμής πρώτης προσφοράς του, αλλά κατά κύριο λόγο η έλλειψη ρευστότητας γενικά. Δεκτό το αίτημα για διενέργεια νέου πλειστηριασμού αλλά με την ίδια τιμή πρώτης προσφοράς.

Αριθμός απόφασης 4632/2013

Αριθμός κατάθεσης αίτησης 22455/2012

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Ευαγγελία Μήλιου, Πρόεδρος Πρωτοδικών, που ορίσθηκε με κλήρωση σύμφωνα με το Νόμο. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Δεν ορίσθηκε.

ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ: Της 31ης Ιανουαρίου 2013.

ΑΙΤΩΝ: Αγροτικός Συνεταιρισμός με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ………………….», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη Ζαγορά του Δήμου Ζαγοράς- Μουρεσίου, που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας του δικηγόρου Ελένης Μπεκιάρη (A.M. 6777), η οποία κατέθεσε σημείωμα.

ΚΑΘΌΥ Η ΑΙΤΗΣΗ: ………………….. του …………., κάτοικος Θεσσαλονίκης, …………. χλμ της οδού …………………………………, που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας του δικηγόρου ΜαρίαςΠρωτοπαπαδάκη (A.M. 3180), η οποία κατέθεσε σημείωμα.

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΑΙΤΗΣΗΣ: 20-6-2012. ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ: 22455/11-7-2012.

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΔΙΚΗΣ: Διενέργεια νέου πλειστηριασμού, μείωση τιμής πρώτης προσφοράς. Η συζήτηση έγινε δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο αιτών που επισπεύδει πλειστηριασμό σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του καθού οφειλέτη της, με την κρινόμενη αίτηση ζητά να διαταχθεί η διενέργεια νέου πλειστηριασμού της πλειστηριαζομένης περιουσίας του, με κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς από την ορισθείσα, για το λόγο ότι απέβησαν άκαρποι οι δυο προηγούμενοι πλειστηριασμοί. Η αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 966 παρ. 3 ΚΠολΔ, αρμοδίως δε και παραδεκτώς φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 966 παρ. 3 και 933 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ) με την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν.

Από την κατάθεση του μάρτυρα του αιτούντος και τα έγγραφα, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, από τους ισχυρισμούς των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, που ανέπτυξαν στο ακροατήριο και με τα έγγραφα σημειώματα τους και από όλη γενικώς τη διαδικασία, πιθανολογήθηκαν τα εξής: Με επίσπευση της αιτούσας, δυνάμει της υπ` αριθμ. 2606Β/2012 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή σ` αυτό το Πρωτοδικείο Χ. Ρωμανού, κατασχέθηκε αναγκαστικά ένα ισόγειο κατάστημα πολυώροφης οικοδομής, επί της οδού ……………… αρ. ……. στην Θεσσαλονίκη, εμβαδού 63,30 τ.μ.. Η αντικειμενική του αξία και η τιμή πρώτης προσφοράς του ορίστηκε στο ποσό των 55.520,64 ευρώ. Ως ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού ορίσθηκε, η 22-2-12, όμως ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε, επειδή δεν εμφανίστηκαν πλειοδότες. Κατόπιν τούτου με την υπ` αριθμ. 2757Β/12 Α` επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας εκθέσεως ορίσθηκε νέα ημέρα πλειστηριασμού η 23-5-12, όμως ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε και πάλι λόγω μη εμφανίσεως πλειοδοτών. Η αιτούσα έχει έννομο συμφέρον, ως επισπεύδουσα τον πλειστηριασμό, να ζητήσει να ορισθεί νέος πλειστηριασμός. Πιθανολογήθηκε όμως ότι η τιμή πρώτης προσφοράς του ακινήτου δεν είναι υψηλή. Περαιτέρω δε μείωση του, δεν πρόκειται να προσελκύσει πλειοδότες, αφού ο λόγος μη ύπαρξης ενδιαφέροντος, δεν είναι το ύψος της τιμής πρώτης προσφοράς του, αλλά κατά κύριο λόγο η έλλειψη ρευστότητας γενικά. Πρέπει επομένως, να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να διαταχθεί η διενέργεια νέου πλειστηριασμού εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την έκδοση της παρούσας και την κατάθεση αυτής στην, επί του πλειστηριασμού, υπάλληλο, με τιμές πρώτης προσφοράς τις ανωτέρω ορισθείσες. Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων στο σύνολο της, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αίτηση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη διενέργεια νέου πλειστηριασμού του ακινήτου που αναφέρεται στο σκεπτικό καθώς και στην υπ` αριθμ. 2606Β/12 κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή αυτού του Πρωτοδικείου Χ. Ρωμανού, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την έκδοση της παρούσας και την κατάθεση της στην, επί του πλειστηριασμού, υπάλληλο, με τιμές πρώτης προσφοράς αυτές που αναφέρονται στο αιτιολογικό της παρούσας και στην προαναφερόμενη κατασχετήρια έκθεση, κ α ι

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων στο σύνολο της.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του, στη Θεσσαλονίκη, στις 1 Μαρτίου 2013, παρουσία και της γραμματέως Παναγιώτας Κουτζιάμπαση.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ν.Σ.

 

 

Category

Recent

Archive