Case Law

14

Jul

2015

Δικαστική μείωση μισθώματος κατʼ άρθρο 288ΑΚ

Ειρ.Θεσ/νίκης 3244/18-05-2015: Όταν η διαφορά  μεταξύ του συμφωνηθέντος μισθώματος και αυτού που προκύπτει από την πραγματική μισθωτική αξία του μισθίου υπερβαίνει καταφανώς τον κίνδυνο που ανέλαβε ο μισθωτής , η δε εμμονή του εκμισθωτή  στην πληρωμή του μισθώματος, που προκύπτει από το συναφθέν ιδιωτικό συμφωνητικό, αντίκειται στην απαιτούμενη στις συναλλαγές ευθύτητα και εντιμότητα, καθίσταται αναγκαία η μείωση του συμφωνημένου μισθώματος, προκειμένου η παροχή του μισθωτή ν’  ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά τον χρόνο της εκπλήρωσης, ώστε να επέλθει εξίσωση των εκατέρωθεν παροχών.Μείωση του μηνιαίου μισθώματος καταστήματος από το ποσό των 460€ στο ποσό των 350€.

 

12

Jun

2015

Η επιβολή διοικητικών προστίμων σε όσους έχουν αθωωθεί αμετάκλητα σε ποινική δίκη για την ίδια παράβαση συνιστά παράβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Με την απόφαση του στην υπόθεση Καπετάνιος κ.α. κατά Ελλάδος το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι η επιβολή διοικητικού προστίμου για τις ίδιες πράξεις για τις οποίες οι προσφεύγοντες είχαν αθωωθεί αμετάκλητα από το ποινικό Δικαστήριο, συνιστά παράβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων.Η υπόθεση αφορούσε την επιβολή μεγάλων διοικητικών προστίμων  για υποθέσεις λαθρεμπορίας , για τα οποία πρόστιμα είχαν ασκηθεί ένδικα μέσα τα οποία απορρίφθηκαν ενώ τα άτομα που κατηγορούνταν για το λαθρεμπόριο  είχαν αθωωθεί προγενέστερα  αμετάκλητα για το αντίστοιχο ποινικό αδίκημα.

Το Δικαστήριο έκρινε ειδικότερα πως το γεγονός ότι επιβλήθηκαν διοικητικά πρόστιμα σε βάρος των προσώπων, παρά το γεγονός ότι είχαν αθωωθεί από τα ποινικά δικαστήρια για την ίδια  παράβαση σε σχέση με το ίδιο σύνολο πραγματικών περιστατικών ,ήταν αντίθετο τόσο προς το δικαίωμα του τεκμηρίου της αθωότητας όσο και με το δικαίωμα να μην δικάζεται ή να μην τιμωρείται κανείς ποινικά δύο φορές (ne bis in idem).Η ίδια απόφαση περιέχει και μια ακόμα ενδιαφέρουσα κρίση: Δε θα υπήρχε θέμα παράβασης αν διοικητική και ποινική δίκη αποτελούσαν ένα ενιαίο σύνολο ή αν η ποινική δίκη αναστέλλονταν μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας.  

 

10

Jun

2015

ΠΠρΛαμίας 6/2015: Απόρριψη αγωγής διαρρήξεως κατά εγγυητή δανείου που προέβη σε δωρεά προς εγγονό δεδομένου ότι κατά το χρόνο της επίδικης απαλλοτρίωσης η Τράπεζα δεν είχε προβεί σε κλείσιμο του αλληλοχρέου λογαριασμού του πιστούχου.

  

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΜΙΑΣ ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός Απόφασης 6/2015

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΜΙΑΣ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Αλέξανδρο Οικονόμου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ιωάννη Μπαντίδη, Πρωτοδίκη, Βασιλική Παπαγιάννη, Πρωτοδίκη – Εισηγήτρια και από την Γραμματέα Ευαγγελία Κάλτσα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 17 Οκτωβρίου 2014, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ – ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….» και τον διακριτικό τίτλο «………….», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …………. αρ. … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αθανάσιου Τσόγκα.

ΤΩΝ ΚΑΘ ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) …………. συζ. …………., κατοίκου Λιανοκλαδίου Λαμίας και 2) …………., κατοίκου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, οδός …………. αρ. …., οι οποίοι παραστάθηκαν διά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Ανδρονίκης Καντερέ.

Η καλούσα – ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 04.06.2014 κλήση της που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 04.06.2014, προσδιορίστηκε για την δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή νης παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, με την οποία επαναφέρει προς συζήτηση την από 07.10.2013 αγωγή της, που απευθύνεται στο Δικαστήριο αυτό και έχει κατατεθεί νόμιμα με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1724/ΤΠ/110/14.10.2013.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 04.06.2014 αίτηση – κλήση της καλούσας – ενάγουσας, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 04.06.2014 νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, η από 07.10.2013 αγωγή της, η οποία απευθύνεται στο Δικαστήριο τούτο και έχει κατατεθεί νόμιμα στη Γραμματεία του, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1724/ΤΠ/110/14.10.2013.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ για τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξεως, απαιτείται: 1) αυτή να έγινε από τον οφειλέτη 2) με πρόθεση βλάβης του δανειστή, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει όταν αυτός γνωρίζει ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία, που του απομένει να μην αρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή, 3) να υπάρχει βλάβη των δανειστών, η οποία υφίσταται όταν η υπολειπόμενη περιουσία του δανειστή δεν αρκεί για την ικανοποίηση του ενάγοντος δανειστή, οπότε η αφερεγγυότητα του οφειλέτη, που αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής όταν η διάρρηξη ζητείται για την πράξη της απαλλοτρίωσης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη προς βλάβη του δανειστή του έχει απαρχής μόνο χρηματική απαίτηση κατ` εκείνου πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο έγερσης (επίδοσης) της αγωγής που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή, ενώ ο ισχυρισμός του οφειλέτη ή του από αυτόν αποκτήσαντος τρίτου περί υπάρξεως άλλης εμφανούς περιουσίας του απαλλοτριώσαντος οφειλέτη, ικανής προς ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή, βάλλει κατά του στοιχείου της αφερεγγυότητας και αποτελεί ένσταση, για το ορισμένο της οποίας πρέπει να αναφέρονται τα περιουσιακά στοιχεία και η αξία αυτών, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στον ενάγοντα δανειστή να αμυνθεί και να μπορεί να κριθεί αν η υπολειπόμενη αυτή εμφανής περιουσία, εν όψει της αξίας αυτής και της απαίτησης του δανειστή, είναι ικανή για την ικανοποίηση του (ΑΠ 1824/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1001/2007 ΝΟΜΟΣ) και 4) γνώση του τρίτου (προς τον οποίο έγινε η απαλλοτρίωση), της προθέσεως του απαλλοτριώσαντος προς βλάβη του δανειστή του, που τεκμαίρεται ότι υπάρχει όταν ο τρίτος έχει μία από τις ιδιότητες και συγγενικές σχέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 941 παρ. 2 του ΑΚ εφόσον όμως δεν παρήλθε έτος από την απαλλοτρίωση μέχρι την άσκηση της αγωγής, επιτρέπεται δε η κατάρριψη του τεκμηρίου με ανταπόδειξη, ενώ το στοιχείο της γνώσης δεν απαιτείται σε απαλλοτρίωση από χαριστική αιτία (δωρεά) κατά το άρθρο 942 του ΑΚ (ΑΠ 1937/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1796/2006, ΑΠ 602/2005, ΑΠ 1482/2004 ο.π., ΕφΑθ 120/2014 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, στοιχείο της περί διαρρήξεως αγωγής (παυλιανής) είναι να έχει καταστεί η απαίτηση του δανειστή απαιτητή και ληξιπρόθεσμη, που σε περίπτωση απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού επέρχεται με το οριστικό κλείσιμο αυτού, το οποίο να έχει λάβει χώρα πριν από τήν άσκηση της αγωγής, χωρίς να απαιτείται να εκτίθενται σ` αυτήν τα κατ` ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού, επί πλέον δε να εκτίθεται σαφώς ότι η υπολειπόμενη μετά την απαλλοτρίωση περιουσία των εναγομένων δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών (ΑΠ 805/2013, ΑΠ 1796/2006, ΕφΠειρ 344/2011, ΠΠρΛαρ 193/2012, ΠΠΡΠειρ 2520/2011 ΝΟΜΟΣ).

Με την υπό κρίση αγωγή της η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δυνάμει της υπ` αριθμ. …………/08.04.2008 σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τπς πρόσθετης πράξης αυτής, χορήγησε στην …………. πίστωση συνολικού ποσού 15.000 ευρώ, ότι η πρώτη εναγομένη συμβλήθηκε στις ως άνω συμβάσεις ανεπιφύλακτα, ως εγγυήτρια και ότι στις 20.06.2013, επειδή η πιστούχος αλλά και η εγγυήτρια δεν ήταν συνεπείς στις καταβολές τους, προέβη στο οριστικό κλείσιμο του ως άνω λογαριασμού με χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 29.076,25 ευρώ. Τέλος, ισχυρίζεται ότι στις 18.05.2012 η πρώτη εναγόμενη προέβη στη μεταβίβαση, λόγω δωρεάς εν ζωή, του αναλυτικά περιγραφόμενου στο αγωγικό δικόγραφο ακινήτου πλήρους κυριότητας της προς τον δεύτερο εναγόμενο, εγγονό της, με σκοπό να αποφύγει την αποπληρωμή του ανωτέρω χρέους της, καθόσον το έτερο περιουσιακό στοιχείο αυτής δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της ενάγουσας. Με βάση αυτό το ιστορικό ζητεί να διαρρηχθεί η μεταξύ των εναγομένων δικαιοπραξία που καταρτίστηκε με το υπ` αριθμ. ………../18.05.2012, νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Λαμίας, …………. και να καταδικαστούν αυτοί στη δικαστική της δαπάνη. Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, παραδεκτώς και αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, (αρθρ. 7, 9, 18 και 22 ΚΠολΔ) να την εκδικάσει κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία, είναι ορισμένη, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, απορριπτόμενης της σχετικής ένστασης των εναγομένων και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 939 επ., 942, 943, 847 επ., 857 ΑΚ και 176 ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν, δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής περίληψη της έχει εγγραφεί στα βιβλία Διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Λαμίας (βλ. το υπ` αριθμ. 2384/15.10.2013 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Λαμίας).

Για την περίπτωση της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ο ισχυρισμός του εναγομένου οφειλέτη ή του από αυτόν αποκτήσαντος τρίτου, προς απόκρουση της εις βάρος του αγωγής του δανειστή με την οποία ζητείται η διάρρηξη δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής, ότι ο απαλλοτριώσας οφειλέτης έχει άλλη εμφανή περιουσία, ικανή προς ικανοποίηση των δανειστών του οφειλέτη, αποτελεί ένσταση και για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρονται τα περιουσιακά στοιχεία και η αξία αυτών, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στον ενάγοντα δανειστή να αμυνθεί και να μπορεί να κριθεί αν η υπολειπόμενη αυτή εμφανής περιουσία, εν όψει της αξίας αυτής και της απαίτησης του δανειστή, είναι ικανή για την ικανοποίηση του δανειστή (ΑΠ 1824/2012 ΝΟΜΟΣ). Κρίσιμος χρόνος για να κριθεί η ανεπάρκεια της υπόλοιπης περιουσίας είναι ο χρόνος ασκήσεως της αγωγής (ΕφΑθ 5062/2004 ΝΟΜΟΣ), ενώ επιπλέον η ανεπάρκεια πρέπει και να υφίσταται κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής (ΑΠ 805/2013 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2120/2014 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές, συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΟλΑΠ. 17/95, ΟλΑΠ. 62/90 ΝΟΜΟΣ). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του (ΕφΑθ 2120/2014 ό.π). Με τις νομίμως κατατεθειμένες προτάσεις τους οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα δεν υφίσταται βλάβη από την ως άνω απαλλοτριωτική δικαιοπραξία διότι η πρώτη εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα της επίδικης μεταβίβασης και μέχρι και σήμερα έχει στην ιδιοκτησία της έτερο ακίνητο και δη το περιγραφόμενο στο υπ` αριθμ. ………./2003 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Λαμίας …………., του οποίου η εμπορική αξία ανέρχεται στο ποσό των 50.000 ευρώ και στο οποίο η ενάγουσα έχει εγγράψει υποθήκη για το ποσό των 37.800 ευρώ, περιουσιακό στοιχείο δηλαδή ικανό να ικανοποιήσει την απαίτησή της. Ο ισχυρισμός αυτός, δεόντως εκτιμώμενος, θεμελιώνει την ένσταση περί του ότι ο απαλλοτριώσας οφειλέτης έχει άλλη εμφανή περιουσία ικανή προς ικανοποίηση των δανειστών του, σύμφωνα, με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα πρόταση που προηγήθηκε και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα αδιαφόρησε για την έκβαση της χορηγηθείσας πίστωσης προβαίνοντας στο κλείσιμο του αλληλοχρέου λογαριασμού πέντε (5) χρόνια μετά την μη εξυπηρέτηση αυτού επιτείνοντας μ` αυτό τον τρόπο την προκληθείσα ζημία της από δικό της πταίσμα. Ο ισχυρισμός αυτός, όμως των εναγομένων αλυσιτελώς προβάλλεται καθόσον και αληθής υποτιθέμενος δεν άγει σε κατάλυση της αξίωσης της ενάγουσας προς διάρρηξη των επίδικων απαλλοτριώσεων. Τέλος, προβάλλουν την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, καθόσον η ίδια (ενάγουσα) δεν μερίμνησε για την προστασία των συμφερόντων της, δεν επικοινώνησε προσωπικά με την πρώτη εναγομένη για να την ενημερώσει για την κακή έκβαση της πίστωσης, τουναντίον δημιούργησε την πεποίθηση της καλής και χρηστής συναλλαγής αφήνοντας να παρέλθει το χρονικό διάστημα των πέντε (5) ετών. Η ένσταση αυτή δεν είναι νόμιμη, καθόσον υπό τα επικαλούμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, η άσκηση του δικαιώματος από την ενάγουσα δεν καθίσταται καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, σύμφωνα και με τη μείζονα σκέψη που, προηγήθηκε (πρβλ ΑΠ 1130/2011 ΝΟΜΟΣ).

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, εξετασθέντων στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως, και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ` αριθμ. …………./08.04.2008 σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, την οποία συνήψε η ενάγουσα με την πιστούχο …………. και της από 08.04.2008 πρόσθετης πράξης, χορηγήθηκε σ` αυτήν πίστωση με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του ποσού των 15.000 ευρώ. Η πρώτη εναγομένη, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη, τόσο στην αρχική υπ` αριθμ. …………./08.04.2008 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, όσο και στην ως άνω πρόσθετη πράξη, εγγυήθηκε ανεπιφύλακτα την οφειλή της ως άνω αναφερόμενης πιστούχου, μέχρι του συνολικού ποσού αυτής, ενεχόμενος εις ολόκληρον με αυτήν και ως αυτοφειλέτης, παραιτούμενη του ευεργετήματος διζήσεως. Στις 20.06.2013 η ενάγουσα προέβη στο οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού της ως άνω πίστωσης της πρωτοφειλέτριας, το υπόλοιπο της οποίας ανερχόταν στο ποσό των 29.076,25 ευρώ. Το γεγονός αυτό το γνωστοποίησε στην πρώτη εναγομένη με την από 15.07.2013 επιστολή της που της επιδόθηκε στις 18.07.2013, καλώντας την συγχρόνως να προβεί στην εξόφληση της ως άνω οφειλής, ως εγγυήτρια αυτοφειλέτης της απαίτησης. Για την παραπάνω απαίτηση της η ενάγουσα στη συνέχεια ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ` αριθμ. 401/2013 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία υποχρεώθηκε η πρώτη εναγομένη εις ολόκληρον με τους λοιπούς συνοφειλέτες να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 29.076,25 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας από 21.06.2013 και εξόδων, η οποία επιδόθηκε στην πρώτη εναγομένη στις 26.07.2013, χωρίς να έχει ασκηθεί εκ μέρους της ανακοπή. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι στις 18.05.2012 δυνάμει του υπ` αριθμ. ………../2012 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Λαμίας …………., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο …… και αριθμό ….., η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε, λόγω δωρεάς εν ζωή, στον δεύτερο εναγόμενο, εγγονό της, κατά πλήρη κυριότητα, ένα τμήμα οικοπέδου αποκλειστικής χρήσης, το οποίο αποτελεί αυτοτελή, ανεξάρτητη και διακεκριμένη οριζόντια κατ` επιφάνεια ιδιοκτησία, επιφάνεια 86,48 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου των 414,24 τ.μ.. 209/1000 εξ αδιαιρέτο, κείμενο εντός των ορίων οικισμού Λιανοκλαδίου Δήμου Λαμιέων και δη το νοτιοανατολικό τμήμα του όλου οικοπέδου εντός του οποίου υπάρχει διώροφη οικία με δώμα στην απόληξη, εμβαδού 45 τ.μ. σε κάθε όροφο και το οποίο συνορεύει ανατολικά με πλευρά ΑΖ μήκους 5,84 μ. με κοινοτικό δρόμο πλάτους 8 μ., δυτικά με πλευρά ΚΘ μήκους 5,60 μ. με άλλο αυτοτελές τμήμα του όλου οικοπέδου ιδιοκτησίας …………., βόρεια με πλευρά ΖΗΘ συνολικού μήκους 14,92 μ, με άλλο αυτοτελές τμήμα του όλου οικοπέδου ιδιοκτησίας …………. και νότια με πλευρά ΑΚ μήκους μέτρων με ιδιοκτησία ………….. Το όλο οικόπεδο εμβαδού 414,24 τ.μ. συνορεύει ανατολικά με πλευρά ΑΒ μήκους 18,40 μ. με κοινοτικό δρόμο πλάτους 8 μ., δυτικά με πλευρά ΓΔ μήκους 16 μ. με ιδιοκτησία …………., βόρεια με πλευρά ΒΓ μήκους 23,54 μ. με ιδιοκτησία …………. και νότια με πλευρά τεθλασμένη ΑΕΔ συνολικού μήκους 24,30 μ, με ιδιοκτησία ………….. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι η πρώτη εναγομένη προέβη στην μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου προς τον δεύτερο εναγόμενο – εγγονό της μη έχοντας πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, χωρίς να γνωρίζει δηλαδή ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού της αυτού στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που της απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση της. Και τούτο διότι, αποδείχτηκε ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα κατά το οποίο ερευνάται το στοιχείο του δόλου του οφειλέτη, ήτοι κατά τον χρόνο πραγματοποίησης της επίδικης απαλλοτρίωσης στις 18.05.2012, η ενάγουσα δεν είχε προβεί εισέτι ούτε στο οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού της πιστούχου …………. – θυγατέρας της πρώτης εναγομένης, ούτε στην όχληση της πρώτης εναγομένης με την κοινοποίηση σ` αυτήν, με την ιδιότητα της ως εγγυήτριας, εξωδίκου εγγράφου με το οποίο να της γνωστοποιεί την πρόθεση της να προβεί στην καταγγελία και το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού που είχε ανοιχθεί υπέρ της ως άνω πιστούχου, γεγονότα άλλωστε που έλαβαν χώρα ένα χρόνο μετά την φερόμενη ως καταδολιευτική δικαιοπραξία από την πρώτη εναγομένη. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι οι σχέσεις της πρώτης εναγομένης και της πιστούχου θυγατέρα της …………. μετά την σύναψη της ως άνω σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό είχαν ψυχρανθεί λόγω έτερων οικογενειακών και οικονομικών προβλημάτων με αποτέλεσμα η πρώτη εναγομένη να μην γνωρίζει ότι η πιστούχος και πρωτοφειλέτρια κόρη της έχει σταματήσει τις καταβολές, δεν εξυπηρετεί τον αλληλόχρεο λογαριασμό της ως άνω πιστώσεως και ότι υπάρχει παθητικό υπόλοιπο εναντίον της καθώς και το ακριβές ύψος αυτού. Οσον αφορά δε στο από 18.04.2011 έγγραφο-ειδοποίηση της ενάγουσας προς την πιστούχο, το οποίο κοινοποιήθηκε διά θυροκολλήσεως και στην πρώτη εναγομένη, ως εγγυήτρια, στις 27.04.2011 οτην διεύθυνση κατοικίας της στην Αθήνα και συγκεκριμένα στην οδό …………. αρ. … και …………., αυτή (πρώτη εναγομένη) δεν έλαβε ποτέ πραγματική γνώση του περιεχομένου αυτού. Ας σημειωθεί, δε, ότι το εν λόγω έγγραφο της κοινοποιήθηκε με τον ως άνω τρόπο ένα έτος πριν την φερόμενη ως καταδολιευτική δικαιοπραξία και συνεπώς εάν υφίστατο πρόθεση βλάβης της ενάγουσας εκ μέρους της πρώτης εναγομένης και ο σκοπός, της επίδικης μεταβίβασης ήταν καταδολιευτικός θα προέβαινε οτην κατάρτιση αυτής σε πιο σύντομο χρονικό διάστημα και δεν θα άφηνε να παρέλθει χρονικό διάστημα ενός ολόκληρου έτους. Τέλος, αποδείχτηκε ότι η επίδικη δικαιοπραξία μεταβίβασης λόγω δωρεάς εν ζωή από την πρώτη εναγομένη στον δεύτερο εναγόμενο – εγγονό της έγινε για λόγους ηθικής υποχρέωσης αυτής προς τον τελευταίο, καθόσον η ίδια (πρώτη εναγομένη) είχε ήδη εκπληρώσει το ηθικό καθήκον της ως γιαγιά προς τα υπόλοιπα εγγόνια που έχει αποκτήσει από την έτερη κόρη της και θεία του δεύτερου εναγομένου …………., αφού από το έτος 2003 είχε μεριμνήσει να περιέλθει σε αυτά n ψιλή κυριότητα ενός οικοπέδου εμβαδού 760,06 τ.μ. με τις υπάρχουσες σ` αυτό παλιές αποθήκες εμβαδού 89,60 τ.μ., κείμενο στο Λιανοκλάδι Φθιώτιδας. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν προέκυψε πρόθεση βλάβης της ενάγουσας εκ μέρους της πρώτης εναγομένης κατά την κατάρτιση της φερόμενης ως καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, που αποτελεί μία εκ των προϋποθέσεων για τη διάρρηξη αυτής, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί, ως κατ` ουσίαν αβάσιμη, παρέλκει, δε, η εξέταση της ένστασης των εναγομένων περί ύπαρξης στο πρόσωπο της πρώτης εναγομένης έτερου περιουσιακού στοιχείου ικανού να ικανοποιήσει την απαίτηση της ενάγουσας. Τέλος, η ενάγουσα πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των εναγομένων, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ` αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ενάγουσα τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στη Λαμία στις 08.01.2015 και

Δημοσιεύτηκε στον ίδιο τόπο σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, με την εξής σύνθεση: Σοφία – Αλεξάνδρα Ζήκου Πρόεδρο Πρωτοδικών, λόγω μετάθεσης του Προέδρου Πρωτοδικών Αλέξανδρου Οικονόμου, Ιωάννη Μπαντίδη Πρωτοδίκη και Βασιλική Παπαγιάννη Πρωτοδίκη- Εισηγήτρια, στις 29 Ιανουαρίου 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α΄ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ

10

Jun

2015

ΜΕφΑθ 1403/2015 :Αδικοπρακτική ευθύνη της τράπεζας λόγω παράβασης δια των υπαλλήλων της της υποχρέωσης πίστης και προστασίας των συμφερόντων της κληρονόμου του πιστούχου που χρηματοδότησε

Μια πολύ ενδιαφέρουσα απόφαση που αναγνωρίζει υποχρέωση αποζημίωσης για υλική ζημία αλλά και για χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη υπέρ της κληρονόμου θανόντος  πιστούχου  ,την οποία η Τράπεζα δια των προστηθέντων υπαλλήλων της , παρέλειψε να ενημερώσει για την ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης για το χρεωστικό υπόλοιπο των πιστωτικών καρτών του θανόντος   σε περίπτωση θανάτου του, με αποτέλεσμα να απωλεσθεί η 30ήμερη προθεσμία υποβολής σχετικής αιτήσεως προς την τράπεζα.

Αριθμός 1403/2015

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 15ο ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή, Μαρία Γιαννούλη, Εφέτη που ορίστηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου και από τη Γραμματέα, Ελένη Καρρά.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2015, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση, μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: …………… θυγ …………… χήρας …………, κατοίκου Αγίας Παρασκευής Λαμίας, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Ιωάννη Καραγιαννόπουλου.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ …………… Α.Ε», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Λουκά Στεφάνου.

Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, με την από 1/11/2008 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 11188/2008 αγωγή της κατά της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, που απευθύνεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτή.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε τη με αριθμό 1611/2013 οριστική του απόφαση, με την οποία δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, με την από 16 Σεπτεμβρίου 2013 έφεσή της, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό 5167/2013, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 8η Μαΐου 2014 και μετά από αναβολή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Κατά τη συζήτηση αυτής στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν, όπως αναφέρεται παραπάνω και αναφέρθηκαν στις προτάσεις τους.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο

Η κρινόμενη από 16 Σεπτεμβρίου 2013 με αριθμό κατάθ 5167/2013 έφεση της ενάγουσας, κατά της με αριθμό 1611/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη, αφού από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει το αντίθετο. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη από 1η Νοεμβρίου 2008 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 11188/2008 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, ιστορούσε κατά τη δέουσα εκτίμηση του δικογράφου και του αιτήματος ότι ο ήδη αποβιώσας την 18/3/2006 σύζυγός της …………… ήταν κάτοχος εν ζωή των αναφερόμενων στο δικόγραφο δύο πιστωτικών καρτών εκδόσεως της εναγομένης με χρεωστικό υπόλοιπο των καρτών στο χρόνο θανάτου του τα ποσά των 988,06 ευρώ και 2.597,85 ευρώ. Οτι η εναγομένη δια των προστηθέντων υπαλλήλων της και κάτω από τις αναλυτικότερα περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες απαίτησε και εισέπραξε με καταβολές της ενάγουσας, η οποία υπεισήλθε στην κληρονομία του αποβιώσαντος ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος μαζί με την ανήλικη θυγατέρα της ……………, τα ανωτέρω ποσά συνολικού ύψους 3.950 ευρώ χωρίς να την ενημερώσει, ως όφειλε ότι οι πιστωτικές κάρτες ήταν ασφαλισμένες για το χρεωστικό τους υπόλοιπο σε περίπτωση θανάτου του πιστούχου από ατύχημα, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να χάσει την 30ήμερη προθεσμία υποβολής σχετικής αιτήσεως προς την τράπεζα. Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 3.950 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταβολής κάθε επιμέρους ποσού άλλως από 28/3/2008 οπότε συντελέστηκε σχετική όχλησή της με την από 14/3/2008 εξώδικη δήλωσή της προς την εναγομένη άλλως από την επίδοση της αγωγής καθώς και ποσό 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής ήτοι συνολικά το ποσό των 33.950 ευρώ. Ακολούθως, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της εκκαλουμένης, όπως εκτιμάται η δήλωση αυτή από το δικαστήριο, το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής για το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης τράπηκε νομότυπα (βλ ΑΠ 1893/2013, Α.Π. 1314/2009, Α.Π. 315/2010, Α.Π. 947/2009 δημ ΝΟΜΟΣ) σε εν μέρει αναγνωριστικό για το ποσό των 25.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχτηκε την αγωγή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 3.950,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 28/3/2008. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ενάγουσα, με την κρινόμενη έφεση, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, προκειμένου να γίνει δεκτή η κρινόμενη αγωγή στο σύνολό της. Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι το δικόγραφο της έφεσης είναι αόριστο γιατί δεν διατυπώνονται με σαφήνεια και πληρότητα ποιες είναι οι παραδρομές και τα σφάλματα που αποδίδονται στην εκκαλούμενη απόφαση πρέπει ν` απορριφθεί γιατί όταν οι λόγοι της έφεσης ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων δεν είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων. Αρκεί η μνεία ότι από το σφάλμα αυτό το δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό (ΑΠ 155/1996 Δνη. 1996. 1346, ΑΠ 408/1996. Δνη. 1997. 97-98, Εφ Δωδ 30/2007 δημ ΝΟΜΟΣ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Ετσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε – με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητός του – θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Την ευθύνη για αποζημίωση ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ. 1), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 2 εδ. β`), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ. α`), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ. 4 εδ. β`) και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ. 5). Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δύναται να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος. Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι οι παρακάτω: α) παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της ύπαρξης υπαιτιότητας αναφέρονται στο νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) παράνομο. Η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει ν` ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του, δ) ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας. Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ευθύνης απαιτείται όπως προεκτέθηκε παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας"). Ετσι, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια. Ενόψει δε της καθιερούμενης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξεώς του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του. (ΑΠ 535/2012 δημ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1382/2009 ΝοΒ 2010, 919, ΑΠ 589/2001, ΔΕΕ 2001, 1117).

Ειδικότερα οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των πιστωτών που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι` αυτούς συνέπειες. (πρβλ ΑΠ 1352/2011 δημ ΝΟΜΟΣ)

Υπό τις ανωτέρω νομικές παραδοχές και επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στην κρίση του για τη νομική βασιμότητα της αγωγής διέλαβε ότι αυτή στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 288, 297, 298, 299, 330, 340, 345, 346, 914, 922 και 932 ΑΚ και δεν παρέθεσε και την εν προκειμένω εφαρμοστέα επίσης διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, το Δικαστήριο τούτο, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, εφόσον πρόκειται για πλημμελή εφαρμογή του νόμου, θα χωρήσει σε απλή αντικατάσταση της σχετικής αιτιολογίας με την ορθή, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, αφού στο στάδιο αυτό δεν προκύπτει αν το διατακτικό της είναι ορθό (534 ΚΠολΔ) και επομένως σφάλμα της σε σχέση με την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, η οποία πρέπει να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν στα πλαίσια και της ανωτέρω διάταξης. ( βλ και ΑΠ 1436/2002 ΕλλΔνη 2004,775, ΕφΑθ 1162/2006 ΔΕΕ 2006. 1073, ΕφΑθ 5469/2003 ΑρχΝ 2005. 100, ΕφΘεσσ 1038/2009 οπ, ΕφΘεσσ 1526/2003 δημοσίευση στη Νόμος, ΕφΛαρ 58/2002 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2002. 78).

Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων (ένας από κάθε πλευρά), στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης εκείνου του Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο σύζυγος της ενάγουσας ……………, ο οποίος στις 18/3/2006 απεβίωσε μετά από αυτοκινητικό ατύχημα καταλείποντας μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους την ενάγουσα και την ανήλικη θυγατέρα τους ……………, ήταν κάτοχος δύο πιστωτικών καρτών εκδόσεως της εναγομένης τράπεζας και συγκεκριμένα: 1) της υπ` αριθ. …………… πιστωτικής κάρτας "……………", με πιστωτικό όριο ευρώ 1.000 και 2) της υπ` αριθ. …………… πιστωτικής κάρτας "……………" , με πιστωτικό όριο ευρώ 2.600. Οι ανωτέρω πιστωτικές κάρτες είχαν εκδοθεί κατόπιν αιτήσεως του αποβιώσαντος και χρησιμοποιούνταν απ` αυτόν μέχρι τον θάνατό του, το δε χρεωστικό υπόλοιπο των καρτών κατά την ημέρα θανάτου του ανερχόταν: 1) για την υπ` αριθ. …………… κάρτα σε 988,06 ευρώ, σύμφωνα με τον από 13.3.2006 λογαριασμό της εναγομένης και 2) για την υπ` αριθ. …………… κάρτα σε 2.597,85, ευρώ σύμφωνα με τον από 21.3.2006 λογαριασμό της εναγομένης. Αποδείχθηκε ότι το χρεωστικό υπόλοιπο των πιστωτικών καρτών ήταν ασφαλισμένο σε περίπτωση θανάτου του πιστούχου από ατύχημα μέχρι του ποσού των 30.000 ευρώ υπό τον συμβατικό όρο με τη συνεργαζόμενη ασφαλιστική εταιρία, ότι το περιστατικό του ανωτέρω ασφαλιστικού κινδύνου έπρεπε να γνωστοποιηθεί στην εναγομένη με γραπτό αίτημα των πλησιέστερων συγγενών του και με την υποβολή όλων των απαραίτητων αποδεικτικών στοιχείων εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία του συμβάντος. Η κρίση του δικαστηρίου για την προαναφερόμενη ασφάλιση και τις προϋποθέσεις και τους όρους της καλύψεως στηρίζεται στο από 16/3/2007 έγγραφο εκδόσεως της εναγομένης, που υπογράφει η ……………, υπάλληλος της εναγομένης στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών καρτών σε συνδυασμό με το από 12/6/2007 έγγραφο της εναγομένης, που υπογράφει η ίδια υπάλληλος. Τα παραπάνω άλλωστε πραγματικά περιστατικά δεν αμφισβητούνται ειδικά από την εναγομένη και το Δικαστήριο συνάγει έμμεση ομολογία της ως προς αυτά (ΑΠ 369/2008 ΕΔΠΟΛ 2008.563). Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα περί τις αρχές Απριλίου του 2006 επισκέφτηκε το ευρισκόμενο επί της οδού …………… αριθ. … στη Λαμία κατάστημα της εναγομένης και ζήτησε να πληροφορηθεί για το υπόλοιπο των οφειλών από τις πιστωτικές κάρτες του θανόντος συζύγου της, ενημερώνοντας προφορικά την αρμόδια υπάλληλο της τράπεζας ονόματι …………… για το θάνατο του συζύγου της από ατύχημα. Η ανωτέρω προστηθείσα υπάλληλος της εναγομένης, όφειλε να γνωρίζει την συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων της ασφαλιστικής καλύψεως του πιστωτικού υπολοίπου των καρτών συνεπεία θανάτου του πιστούχου από ατύχημα, όπως εν προκειμένω και ακολούθως όφειλε, όπως επιτάσσει η εκτέλεση των καθηκόντων της με βάση τη συναλλακτική καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να ενημερώσει σχετικά την ενάγουσα προκειμένου η τελευταία να προβεί σε όλες τις διαδικαστικές ενέργειες προς απαλλαγή της (υπό την ιδιότητα του κληρονόμου), από την καταβολή του υπολοίπου των καρτών. Αποδείχθηκε όμως ότι η ως άνω προστηθείσα υπάλληλος της εναγομένης όχι μόνο παρέλειψε να προβεί σε οποιαδήποτε σχετική ενημέρωση της ενάγουσας αλλά επιπροσθέτως απαίτησε από την ενάγουσα την καταβολή του υπολοίπου των καρτών, όπως ορθά δέχθηκε στο σκεπτικό της η εκκαλουμένη. Η ίδια μάλιστα υπάλληλος υπενθύμισε στην ενάγουσα, ότι η μη τακτοποίηση των οφειλών εκ μέρους της ενάγουσας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του θανόντος θα είχε ως συνέπεια την κίνηση των νόμιμων διαδικασιών για την αναγκαστική είσπραξη του υπολοίπου των καρτών. Η κρίση αυτή στηρίζεται στη σαφή κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης και δεν αναιρείται από το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό της προκείμενης δικογραφίας. Σε ακόλουθες επισκέψεις της ενάγουσας στο ίδιο κατάστημα, οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης τη διαβεβαίωναν ότι δεν υφίσταται ζήτημα ασφαλιστικής κάλυψης και η ενάγουσα πειθόμενη από τις εν λόγω διαβεβαιώσεις κατέβαλε κάθε μήνα διάφορα χρηματικά ποσά έναντι της οφειλής των καρτών. Οταν ακολούθως η ίδια (ενάγουσα) πληροφορήθηκε από τον κοινωνικό της κύκλο ότι οι πιστωτικές κάρτες ασφαλίζονται σε περίπτωση θανάτου του κατόχου τους από ατύχημα, επισκέφθηκε εκ νέου το προαναφερθέν κατάστημα και έλαβε εκ νέου τις ίδιες παραπειστικές πληροφορίες ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει και ότι ήταν υποχρεωμένη να συνεχίσει την εξόφληση των δόσεων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πιστούχου με αποτέλεσμα η ενάγουσα, που δεν διέθετε γνώσεις περί τα τραπεζικά πράγματα, να εξοφλήσει πλήρως το χρεωστικό υπόλοιπο και των δύο καρτών στις 29-11-2006, ανερχόμενο στο ποσό των 3.950,00 ευρώ. Η εκ μέρους της ενάγουσας εξόφληση του παραπάνω πιστωτικού υπολοίπου έγινε με την οικονομική βοήθεια του οικογενειακού της περιβάλλοντος καθώς η ίδια βρίσκονταν σε κακή οικονομική κατάσταση μετά τον αιφνίδιο θάνατο του συζύγου της, ο οποίος εν ζωή έφερε αποκλειστικά τα οικονομικά βάρη της οικογένειας και σε εποχή που η ενάγουσα όφειλε να μεριμνήσει μόνη για την ανατροφή του ανήλικου τέκνου της σε κατάσταση πένθους και βαθιάς θλίψης λόγω θανάτου του συζύγου της από αυτοκινητικό ατύχημα σε ηλικία 39 ετών. Εν τέλει και μετά από εκ νέου επίμονη επίσκεψη της ενάγουσας στο ανωτέρω κατάστημα, της προτάθηκε να απευθυνθεί στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών της εναγομένης στην Αθήνα και μετά από τηλεφωνική επικοινωνία η ενάγουσα έλαβε θετική πληροφόρηση ότι υφίστατο ασφαλιστική κάλυψη του υπολοίπου των καρτών σε περίπτωση θανάτου του κατόχου από ατύχημα. Σε εκ νέου επίσκεψη της ενάγουσας στο ως άνω κατάστημα της Λαμίας της προτάθηκε να υποβάλει σχετική αίτηση, όπως και έπραξε, λαμβάνοντας εγγράφως την από 16/3/2007 απάντηση που υπογράφει η υπάλληλος της εναγομένης Ιωάννα Μιχαλάκου σύμφωνα με την οποία για την εν λόγω κάλυψη και με βάση συμβατικό όρο με τη συνεργαζόμενη ασφαλιστική εταιρία, το περιστατικό του ασφαλιστικού κινδύνου έπρεπε να γνωστοποιηθεί στην εναγομένη με γραπτό αίτημα των πλησιέστερων συγγενών και με την υποβολή όλων των απαραίτητων αποδεικτικών στοιχείων εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία του συμβάντος. Η ενάγουσα απώλεσε την ανωτέρω 30ημερη προθεσμία και εν τω μεταξύ είχε εξοφλήσει στις 29/11/2006 τα χρεωστικά υπόλοιπα των επίδικων πιστωτικών καρτών. Ακολούθως, όπως προκύπτει από την υπ` αριθμ. 8748 Δ` έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ιωάννη Ζήσιμου, η ενάγουσα, επέδωσε στην εναγομένη στις 24-03-2008 την από 14-03-2008 όχλησή της, με την οποία ζήτησε να της καταβάλει το ποσό των 3.950,00 ευρώ, εντός τριών ημερών από την επίδοση της οχλήσεως πλην όμως η εναγομένη ουδέν έπραξε.

Υπό τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές η συμπεριφορά των προστηθέντων της παρέχουσας υπηρεσίες εναγομένης είναι παράνομη και συνιστά αδικοπραξία, όπως ορθά δέχθηκε και η εκκαλουμένη, καθ` όσον η εναγομένη με την παραπειστική συμπεριφορά των υπαλλήλων της, κατά παράβαση των απορρεόντων από τα άρθρα 281 και 288 του ΑΚ αρχών της καλής πίστης, που επιβάλλει στα εντεταλμένα όργανα της Τράπεζας την ενδεδειγμένη θετική ενέργεια προς αποτροπή της ζημίας της ενάγουσας και επιπροσθέτως κατά παράβαση της υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας που όφειλε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2251/1994 «περί προστασίας καταναλωτών», δεν ενημέρωσε ως όφειλε την ενάγουσα για την ύπαρξη ασφαλιστικής καλύψεως των επίδικων πιστωτικών καρτών συνεπεία συνδρομής των όρων καλύψεως στην περίπτωσή της ως κληρονόμου εξ αδιαθέτου του πιστούχου αποβιώσαντος συζύγου της ούτε ενημέρωσε ως όφειλε για την ακολουθητέα διαδικασία απαλλαγής της. Τούτα δε όλα παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα ενημέρωσε έγκαιρα για το θάνατο του πιστούχου από ατύχημα και πραγματοποίησε αλλεπάλληλες επισκέψεις στο ανωτέρω κατάστημα της εναγομένης στη Λαμία επισημαίνοντας την πραγμάτωση της ασφαλιστικής περίπτωσης, χωρίς ωστόσο να της υποδειχθεί εγκαίρως τόσο το πραγματικό γεγονός της ύπαρξης ασφαλιστικής κάλυψης των καρτών λόγω θανάτου του κληρονομουμένου πιστούχου από ατύχημα όσο και το είδος της (γραφειοκρατικής) διαδικασίας που έπρεπε να ακολουθήσει προκειμένου να τύχει της απαλλαγής από την καταβολή του χρεωστικού υπολοίπου, το οποίο κατέβαλε εξ ιδίων καθώς απώλεσε την ως άνω 30ήμερη προθεσμία. Συνεπώς η εναγομένη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού της έργου ως εκδότρια των επίδικων καρτών αν και όφειλε να μεριμνά για τα συμφέροντα της ενάγουσας κληρονόμου του πιστούχου που χρηματοδότησε, στα πλαίσια της διαρκούς αυτής ενοχικής σχέσης παραβίασε δια των προστηθέντων υπαλλήλων της του καταστήματος Λαμίας την υποχρέωση πίστης και προστασίας των συμφερόντων ενάγουσας, και δεν απέτρεψε την αποφυγή υπέρμετρα επαχθών γι` αυτή συνεπειών, όπως ήταν η εκ μέρους της ενάγουσας πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου των πιστωτικών καρτών του θανόντος, θέτοντας με την ανωτέρω συμπεριφορά των προστηθέντων της σε κίνδυνο και βλάπτοντας τα συμφέροντα της ενάγουσας και επίσης την ακεραιότητα της πίστης και της ασφαλούς παροχής υπηρεσιών. Να σημειωθεί ότι η υπαιτιότητα της εναγομένης τεκμαίρεται, η δε τελευταία δεν επικαλέστηκε, ούτε και απέδειξε συγκεκριμένα περιστατικά ελλείψεως της. Συνακόλουθα, η ενάγουσα εξαιτίας της ως άνω παράνομης και υπαίτιας σε βάρος της συμπεριφοράς των προστηθέντων της εναγομένης που επέδειξαν βαριά αμέλεια ζημιώθηκε και δικαιούται να λάβει προς αποκατάσταση της θετικής της ζημίας το ποσό των 3.950,00 ευρώ κατά τις ορθές παραδοχές της εκκαλουμένης που δεν πλήττονται με λόγο έφεσης. Περαιτέρω, εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, λόγω της στεναχώριας που δοκίμασε και της ταλαιπωρίας στην οποία υποβλήθηκε, για την αποκατάσταση της οποίας το Δικαστήριο κρίνει ότι εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποίησης είναι το ποσό των 4.000 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό της αμέλειας που η εναγόμενη επέδειξε σε βάρος της ενάγουσας, τις συνθήκες υπό τις οποίες τέλεσε την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια πράξη της, το μέγεθος της ζημίας της ενάγουσας καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων. Η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι η ενάγουσα πέραν της υλικής ζημίας δεν υπέστη ηθική βλάβη από την κακόπιστη συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Κρίνοντας όμως έτσι δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις, κατά τον εν μέρει βάσιμο μόνο λόγο της έφεσης της ενάγουσας, που πρέπει να γίνει δεκτός και από ουσιαστική άποψη.

Ενόψει αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη η από 16 Σεπτεμβρίου 2013 έφεση της ενάγουσας, κατά παραδοχή του προαναφερθέντος λόγου της και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της, όμως, για το ενιαίο της εκτέλεσης (βλ ΕφΑθ 1100/2006 και 2538/2005 αδημ), αναγκαίως δε και κατά τη διάταξη των δικαστικών εξόδων που θα καθοριστούν εξαρχής. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση, από το παρόν Δικαστήριο (αρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ερευνηθεί εκ νέου η από 1-11-2008 αγωγή, πρέπει αυτή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, για το συνολικό ποσό των 7.950 ευρώ (3.950+4.000), που οφείλει να καταβάλει η εναγομένη στην ενάγουσα με το νόμιμο τόκο για το επιμέρους ποσό των 3.950 ευρώ από 28/3/2008 και για το υπόλοιπο ποσό των 4.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας βαρύνουν την εναγόμενη, κατά την έκταση όμως της ήττας της (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος πρέπει να επιστραφεί το παράβολο εκ ποσού 200 ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση κατάθεσης του δικογράφου της έφεσης, στην εκκαλούσα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. δ Κ.Πολ.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της με αρ 1611/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την επιστροφή του εκ ποσού διακοσίων (200) ευρώ παραβόλου στην εκκαλούσα.

Εξαφανίζει την με αρ 1611/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την από 1/11/2008 (αριθμ. καταθ. δικογράφου 11188/2008) αγωγή.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των επτά χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα ευρώ (7.950,00 ευρώ), με το νόμιμο τόκο για το ποσό των τριών χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα ευρώ (3.950 ευρώ) από 28/3/2008 και για το υπόλοιπο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (4.000,00) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Καταδικάζει την εναγομένη στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2015, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α Δημοσίευση Νόμος

30

Apr

2015

4554/2014 ΔΠΡ ΑΘ Κάθε παροχή που καταβλήθηκε αχρεώστητα από το ΙΚΑ επιστρέφεται εντόκως. Αντίκειται στην αρχή της χρηστής διοίκησης η αναζήτηση περιοδικών ασφαλιστικών εισφορών μετά την πάροδο ευλόγου χρόνου από την είσπραξή τους, που δεν μπορεί να είναι μικρότερος της πενταετίας, εκτός αν κριθεί αιτιολογημένα ότι ο ασφαλισμένος τελούσε κατά την είσπραξή τους σε δόλο

Κάθε παροχή που καταβλήθηκε αχρεώστητα από το ΙΚΑ επιστρέφεται εντόκως. Αντίκειται στην αρχή της χρηστής διοίκησης η αναζήτηση περιοδικών ασφαλιστικών εισφορών μετά την πάροδο ευλόγου χρόνου από την είσπραξή τους, που δεν μπορεί να είναι μικρότερος της πενταετίας, εκτός αν κριθεί αιτιολογημένα ότι ο ασφαλισμένος τελούσε κατά την είσπραξή τους σε δόλο. Αν η αναζήτηση στρέφεται κατά προσώπου διαφορετικού από τον εισπράξαντα, ο δόλος πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο αυτού. Ποια ενέργεια του ασφαλισμένου νοείται δόλια. Ο αποβιώσας σύζυγος της προσφεύγουσας ελάμβανε το κατώτατο όριο σύνταξης από το ΙΚΑ αν και ήταν συνταξιούχος και του ΤΕΒΕ, όμως δεν τον βαρύνει δόλος, ενώ η προσφεύγουσα αυτοβούλως γνωστοποίησε στο ΙΚΑ την ύπαρξη δύο συντάξεων. Η αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την πενταετία αντίκειται στις αρχές της χρηστής διοίκησης, ενώ για το διάστημα των τελευταίων πέντε ετών δεν αποδεικνύεται ότι η επιστροφή του ενδίκου ποσού θα έχει απρόβλεπτες και δυσμενείς επιπτώσεις για τη διαβίωση της προσφεύγουσας. Περιστατικά που αποδεικνύουν τη μη ύπαρξη δόλου στο πρόσωπο της προσφεύγουσας. Μερικά δεκτή η προσφυγή.


 

Αριθμός απόφασης 4554/2014 ΓΑΚ 7837/2008

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Μονομελές 17ο Τμήμα

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 8 Οκτωβρίου 2013, με δικαστή τη Θεοδώρα Γκούφα Πρωτόδικη Δ.Δ. Γραμματέας η Παγώνα Χρηστούδη, δικαστική υπάλληλος

γ ι α να δικάσει την προσφυγή με χρονολογία κατάθεσης 28-2-2008

της … , κατοίκου Αγίας Παρασκευής, οδός .. αρ.. , η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας της δικηγόρου Αρετής Προκόπη, που διόρισε με την από 2-10-2013 εξουσιοδότηση

κ α τ ά του νπδδ με την επωνυμία «Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων- Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)», που εκπροσωπείται από το Διευθυντή του υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αγίας Παρασκευής, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο αλλά παραστάθηκε με δήλωση κατ` άρθρο 133 παρ. 2 εδ. β` ΚΔΔ του δικαστικού Αντιπροσώπου του ΝΣΚ, Πέτρου Τριανταφυλλίδη.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία


Σκέφθηκε κατά το νόμο

1. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. τα σειράς Α 2803263, 3126755, 1145099 και 2728890 ειδικά έντυπα παραβόλου) η προσφεύγουσα ζητεί, παραδεκτώς, να ακυρωθεί η 799/3-10-2007 απόφαση της Διευθύντριας της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Αγίας Παρασκευής, με την οποία απορρίφθηκε η 6745/17-4-2007 ένστασή της κατά της 6/23-1-2007 αποφάσεως της Διευθύντριας του ίδιου Υποκαταστήματος. Με την τελευταία αυτή απόφαση καταλογίσθηκε σε βάρος της προσφεύγουσας, το συνολικό ποσό των 22.376,21 ευρώ, που εισέπραξε αχρεωστήτως, κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/1997 μέχρι 31/3/2006, ο, ήδη αποβιώσας στις 8-3-2006, σύζυγός της, συμπεριλαμβανομένου και του ποσού των τόκων 5% (κεφάλαιο 17.901,33 ευρώ + τόκοι 4.474,8 ευρώ), με παρακράτηση του 1/4 της μηνιαίας σύνταξής της.

2. Επειδή, στην παρ. 14 του άρθρου 29 του Α Ν. [1846/1951, όπως αυτή προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 825/1978 (Α` 189) και αντικαταστάθηκε τελικά με την παρ. 3 του άρθρου 29 του ν. 1902/1990 (Α` 138)], ορίζεται ότι: «α. Τα κατώτατα όρια συντάξεων ορίζονται στα ποσά, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί στις 30.9.90 κατά κατηγορία δικαιούχων. Εφεξής τα κατώτατα αυτά όρια αναπροσαρμόζονται σύμφωνα με την παρ. 9 αυτού του άρθρου με το ίδιο ποσοστό και από την ίδια ημερομηνία, β. Τα κατά το προηγούμενο εδάφιο κατώτατα ποσά συντάξεων, υπό τις προϋποθέσεις των διατάξεων της παρ. 3 του παρόντος άρθρου, προσαυξάνονται με τα επιδόματα για τη σύζυγο και για κάθε παιδί… γ. … δ. Δεν δικαιούνται τα κατά την παρούσα παράγραφο κατώτατα όρια συντάξεων οι συνταξιούχοι ή βοηθηματούχοι τύπου συντάξεως, οι οποίοι λαμβάνουν και άλλη σύνταξη από το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ., το ΙΚΑ ή άλλο φορέα κύριας ασφάλισης, εκτός αν το άθροισμα των συντάξεων αυτών υπολείπεται του κατώτατου ορίου σύνταξης, πλήρους ή μειωμένου, το οποίο θα εδικαιούτο ο συνταξιούχος από το ΙΚΑ, προσαυξημένου κατά 25%, οπότε καταβάλλεται από αυτό η διαφορά … ε……" Εξάλλου, το άρθρο 28 παρ. 1 και 6 του Α.Ν. 1846/1951 [όπως οι παράγραφοι αυτοί ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ήτοι μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 27 παρ. 1 και 6 του ν. 1902/1990 (Α` 138)] ορίζεται ότι: «1 .α) Ο ασφαλισμένος στο Ιδρυμα δικαιούται σύνταξη λόγω γήρατος, εάν κατά την υποβολή της αιτήσεως έχει συμπληρώσει το 65ό έτος της ηλικίας του ή η ασφαλισμένη το 60ό και πραγματοποίησε τέσσερις χιλιάδες πενήντα (4.050) τουλάχιστον ημέρες εργασίας. Το ως άνω όριο ημερών εργασίας αυξάνεται προοδευτικά σε τέσσερις χιλιάδες πεντακόσιες (4.500) ημέρες εργασίας, με την προσθήκη στις τέσσερις χιλιάδες πενήντα (4.050) ανά εκατόν πενήντα (150) ημερών κατά μέσο όρο για καθένα επόμενο ημερολογιακό έτος, αρχής γενομένης από της 1ης Ιανουαρίου 1992 ….. 6. Σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου λόγω γήρατος ή αναπηρίας οποιοσδήποτε βαθμίδας, ή επιδοματούχου λόγω αναπροσαρμογής ή ασφαλισμένου που έχει πραγματοποιήσει τουλάχιστον χίλιες πεντακόσιες (1.500) ημέρες εργασίας, από τις οποίες τριακόσιες (300) τουλάχιστον κατά τα πέντε (5) έτη που προηγούνται άμεσα του έτους που επήλθε ο θάνατος, ή ασφαλισμένου που έχει πραγματοποιήσει τον απαιτούμενο κατά περίπτωση από την παράγραφο 4 εδάφιο α` αριθμό ημερών εργασίας, έχουν δικαίωμα για σύνταξη κατά τα επόμενα εδάφια: α) Η χήρα ή ο χήρος, του οποίου η συντήρηση εβάρυνε κυρίως τη θανούσα και εφ` όσον είναι ανάπηρος κατά την έννοια της παραγράφου 5 εδάφιο β` του παρόντος».

3. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρ. 40 παρ. 4 εδ. α` του ιδίου ως άνω Α.Ν. 1846/1951 (Α` 179) ορίζεται ότι "πάσα παροχή εις χρήμα αχρεωστήτως καταβληθείσα υπό του ΙΚΑ ως και η αξία των εις είδος τοιούτων … επιστρέφονται εντόκως προς 5%, αναζητούνται δε κατά τας διατάξεις περί αναγκαστικής εισπράξεως των καθυστερουμένων εισφορών του Ιδρύματος".

4. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951 (Α` 179), κάθε παροχή που καταβλήθηκε αχρεωστήτως από το ΙΚΑ επιστρέφεται σ’ αυτό εντόκως. Εξάλλου, αντίκειται στην αρχή της χρηστής διοικήσεως – γενική αρχή που ισχύει στο δίκαιο της κοινωνικής ασφαλίσεως και συμπορεύεται με τη διάταξη αυτή – η αναζήτηση από τον ασφαλιστικό οργανισμό περιοδικών ασφαλιστικών παροχών μετά την πάροδο εύλογου χρόνου από την είσπραξή τους, ο οποίος κρίνεται εκάστοτε αναλόγως των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης και πάντως, ελλείψει αντίθετης ρητής διάταξης, δεν μπορεί να είναι μικρότερος των πέντε ετών (πρβλ. ΣτΕ 2586/2007), αν οι παροχές αυτές έχουν μεν καταβληθεί αχρεωστήτως από τον ασφαλιστικό οργανισμό, ο ασφαλισμένος, όμως, τις έχει εισπράξει καλοπίστως. Η αναζήτηση των παροχών αυτών επιτρέπεται μόνο εφόσον κριθεί ότι αυτός που έχει εισπράξει τα αναζητούμενα ποσά τελούσε κατά την είσπραξή τους σε δόλο έναντι του οργανισμού, η κρίση δε για τη συνδρομή του δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς (Σ.τ.Ε. 814/2012, 1619/2006 επταμ.,1601, 1835/2007, 154/2008, 2291/2009, 2070/2010). Αντίθετα, κατά την έννοια της αυτής διατάξεως, επιβάλλεται η αναζήτηση από το ΙΚΑ των ποσών αυτών αν το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της εισπράξεως και της αναζητήσεως είναι μικρό, εκτός αν αυτός που έχει εισπράξει, παρανόμως, πλην καλοπίστως, τις χρηματικές ασφαλιστικές παροχές, έχει επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η επιστροφή τους στο Ι.Κ.Α. θα επιφέρει σε βάρος του απρόβλεπτες και δυσμενείς για τη διαβίωσή του συνέπειες (Σ.τ.Ε. 6/2011,2911/2007, 525/2006, 987/1993). Ο δόλος, που αποτελεί τη νομική βάση της αναζήτησης και που πρέπει να βεβαιώνεται με πλήρως αιτιολογημένη κρίση, πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπο του εισπράξαντος, από τον οποίο αναζητείται κατ` αρχήν η αχρεωστήτως καταβληθείσα παροχή. Εάν, όμως, η αναζήτηση στρέφεται κατά τρίτου προσώπου διαφορετικού από τον εισπράξαντα, ο δόλος πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο αυτού και, ειδικότερα, πρέπει να αποδεικνύεται ότι αυτός γνώριζε, επεδίωκε και συμμετείχε στην παράνομη είσπραξη της παροχής (ΔΕφΘεσ. 900/2004 ΕΔΚΑ 2005, 700). Εξάλλου, δόλια ενέργεια νοείται και η εκ μέρους του ασφαλισμένου αποσιώπηση ουσιώδους πραγματικού γεγονότος, που θεμελιώνει την διακοπή της περαιτέρω καταβολής των χορηγούμενων παροχών (βλ Σ.τ.Ε. 2070/2010,1835/2007, 1427/1979, ΔΕφΑ 1275/2009).

5. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με την υπ’ αριθμ 8286/22-3-1983 απόφαση του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Συντάξεων Αθηνών χορηγήθηκε στο σύζυγο της προσφεύγουσας , ………. , σύνταξη γήρατος, με βάση το τεκμαρτό ημερομίσθιο της 6ης ασφαλιστικής κλάσης, από 10-1-1983. Ο ανωτέρω ασφαλισμένος απεβίωσε στις 8-3-2006. Με την 6992/30-3-2006 αίτησή της η προσφεύγουσα, χήρα του ανωτέρω ασφαλισμένου, ζήτησε να της χορηγηθεί σύνταξη λόγω θανάτου του συζύγου της από το ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι έχει υποβάλει αίτηση για χορήγηση σύνταξης λόγω θανάτου και στο ΤΕΒΕ αφού ο σύζυγός της λάμβανε σύνταξη από τον φορέα αυτό από 1-2-1983. Με την 14474/29-5-2006 απόφαση του Διευθυντή ΙΚΑ Συντάξεων Αθηνών χορηγήθηκε στην προσφεύγουσα από 1-4-2006 πλήρη σύνταξη γήρατος, το ύψος της οποίας υπολογίστηκε με βάση τα ημερομίσθια της 6ης ασφαλιστικής κλάσης, στο πλήρες κατώτατο όριο των 400,82 ευρώ. Ακολούθως, ο ίδιος ως άνω Διευθυντής, αφού έλαβε υπόψη ότι ο σύζυγος της προσφεύγουσας ασφαλιζόταν στο ΤΕΒΕ από τον Φεβρουάριο του έτους 1983 παράλληλα με την ασφάλισή του στο ΙΚΑ και συνέχισε να ασφαλίζεται για όλο το χρονικό διάστημα της συνταξιοδότησής του από το ΙΚΑ, με την 18173/6-7-2006 απόφασή του, αναθεώρησε την 14474/29-5-2006 προγενέστερη απόφασή του, ως προς το καταβαλλόμενο ποσό σύνταξης της προσφεύγουσας και όρισε αυτό στο ποσό των οργανικών διατάξεων. Στη συνέχεια, με την 6/23-1-2007 απόφαση της Διευθύντριας του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Αγίας Παρασκευής καταλογίσθηκε σε βάρος της προσφεύγουσας, το συνολικό ποσό των 22.376,21 ευρώ, που εισέπραξε αχρεωστήτως, κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/1997 μέχρι 31/3/2006, ο, αποβιώσας σύζυγός της, συμπεριλαμβανομένου και του ποσού των τόκων 5% (κεφάλαιο 17.901,33 ευρώ + τόκοι 4.474,8 ευρώ), με παρακράτηση του 1/4 της μηνιαίας σύνταξής της. Κατά της αποφάσεως της Διευθύντριας του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Αγίας Παρασκευής η προσφεύγουσα άσκησε την 6745/16- 3-2007 αίτηση θεραπείας (ένσταση) ενώπιον της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του ίδιου Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α., ισχυριζόμενη ότι ο σύζυγός της κατά την υποβολή της από 10-1-1983 αίτησής του στο ΙΚΑ για χορήγηση σύνταξη γήρατος δεν ενέπιπτε στις διατάξεις περί διπλοσυνταξιούχων αφού η απόφαση του ΤΕΒΕ με την οποία του χορηγήθηκε σύνταξη γήρατος εκδόθηκε στις 16-4-1983, για το λόγο δε αυτό απάντησε αρνητικά στην σχετική με αριθμό 5 ερώτηση του εντύπου. Περαιτέρω, η προσφεύγουσα προέβαλε ότι η παράλειψη του συζύγου της να δηλώσει τη μεταγενέστερη λήψη σύνταξης από το ΤΕΒΕ, δεν οφείλεται σε δόλο αλλά σε άγνοια αφού, ενόψει και του ότι δεν είχε τελειώσει ούτε το δημοτικό σχολείο, δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι ελάμβανε από το διάδικο Ιδρυμα ποσό σύνταξης μεγαλύτερο από αυτό που δικαιούται. Επίσης, η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε, ότι η σημείωση που υπάρχει στο απόκομμα – ειδοποιητήριο της μηνιαίας σύνταξης του ΙΚΑ, με την οποία καλείται ο συνταξιούχος να ενημερώσει το Ίδρυμα για κάθε μεταβολή στην προσωπική του κατάσταση είναι αόριστη και ήταν δυνατό να αξιολογηθεί σωστά από έναν άνθρωπο που δεν είχε ούτε τις στοιχειώδης γραμματικές γνώσεις. Τέλος, με την ένστασή της η προσφεύγουσα προέβαλε ότι η ίδια ήταν καλόπιστη αφού δεν απέκρυψε τη συνταξιοδότηση του συζύγου της από ΤΕΒΕ, όπως αποδεικνύεται από την 6292/30-3-2006 αίτησή της. Η ΤΔΕ με την υπ αριθ 799/3-10-2007 απόφασή της (προσβαλλόμενη) απέρριψε την ένσταση της ασφαλισμένης, με την αιτιολογία ότι αφού ο αποβιώσας σύζυγος παρέλειψε να δηλώσει τη λήψη σύνταξης από το ΤΕΒΕ, τα ποσά που εισέπραξε πρέπει να αναζητηθούν και να επιστραφούν.

6. Επειδή, ήδη, με την κρινόμενη προσφυγή και το νομοτύπως κατατεθέν υπόμνημα, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και ζητεί την ακύρωσή της, ισχυριζόμενη όσα και με την ένστασή της, καθώς και ότι η αναζήτηση του εν λόγω ποσού, ενόψει και της ηλικίας της (85 ετών, γεννηθείσα το έτος 1929) θα έχει απρόβλεπτες οικονομικές συνέπειες και θα θέσει σε κίνδυνο τα μέσα βιοπορισμού της αφού οι μηνιαίες της απολαβές δεν ξεπερνούν τα 626,53 ευρώ (κύρια σύνταξη ΙΚΑ ποσού 197,61 ευρώ, επικουρική ποσού 116,92 ευρώ και σύνταξη ΤΕΒΕ 213 ευρώ). Προς απόδειξη του ισχυρισμού της, προσάγει και επικαλείται, ενιαίο εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτος 2013, από το οποίο προκύπτει ότι το εισόδημά της από συντάξεις ανέρχεται στο ποσό των 19.570,29 ευρώ. Εξάλλου, το διάδικο Ίδρυμα με την από 26-9- 2013 έκθεση απόψεών του ισχυρίζεται ότι ορθά με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η ένσταση της προσφεύγουσας αφού στο τρίμηνο ενημερωτικό σημείωμα που ελάμβανε ο αποβιώσας σύζυγός της ρητά αναγράφεται η υποχρέωσή του προς ενημέρωση της υπηρεσίας για οποιαδήποτε μεταβολή επιφέρει μείωση ή διακοπή της σύνταξής του.


7. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και ενόψει των διατάξεων που προεκτέθηκαν, όπως αυτές ερμηνεύτηκαν σε προηγούμενη σκέψη, λαμβάνοντας υπόψη ότι 1) ο αποβιώσας σύζυγος της προσφεύγουσας, λάμβανε από τις 10-1-1983 το κατώτατο όριο σύνταξης από το καθού Ίδρυμα και παραλλήλως την 1-2-1982 έλαβε σύνταξη γήρατος από το ΤΕΒΕ και ότι το άθροισμα των δύο αυτών συντάξεων υπερβαίνει τον περιορισμό της παρ. 14 περ.δ του άρθρου 29 του αν 1846/1951, όπως ισχύει τελικώς μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 3 του άρθρου 29 του ν. 1902/90, 2) ότι η γενική υπόμνηση που αναφέρεται στο τρίμηνο ενημερωτικό σημείωμα της υπηρεσίας για τους λόγους διακοπής της σύνταξης, δεν μπορεί να οδηγήσει, μόνη αυτή, στο συμπέρασμα ότι ο ως άνω ασφαλισμένος τελούσε σε κακοπιστία και δολίως ελάμβανε παραλλήλως με τη σύνταξη του ΤΕΒΕ την ανωτέρω σύνταξη του ΙΚΑ, 3) ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι το διάδικο ΙΚΑ ζήτησε από τον αποβιώσαντα ασφαλισμένο να δηλώσει, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο μετά τη συνταξιοδότησή του από το ΤΕΒΕ, αν λαμβάνει άλλη σύνταξη και, συνεπώς, αν αυτός κατέστη διπλοσυνταξιούχος κατά την έννοια του νόμου και 4) ότι κατά τα κοινώς γνωστά, ενόψει της πολυπλοκότητας και της εκτεταμένης περιπτωσιολογίας των διάσπαρτων διατάξεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας καθίσταται δυσχερές, αν όχι αδύνατο σε πολλές περιπτώσεις, στον ασφαλισμένο να διακρίνει και να εντοπίσει από μόνος του το είδος και μέγεθος του ασφαλιστικού του δικαιώματος ή τις συνέπειες παράλειψης ενεργειών του, στις οποίες πιθανόν δεν γνώριζε ότι θα έπρεπε να είχε προβεί (ΣτΕ 154/2008, ΔΕφΑ 2362/1995), το Δικαστήριο κρίνει ότι στο πρόσωπο του αποβιώσαντος συζύγου της προσφεύγουσας, κατά το επϊδικο χρονικό διάστημα (1-1-1997 μέχρι 31-3-2006), δεν συνέτρεχε το στοιχείο του δόλου, η συνδρομή του οποίου αποτελεί, σε κάθε περίπτωση, νόμιμη βάση αναζήτησης, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά ανωτέρω ως αχρεωστήτως καταβληθεισών περιοδικών χρηματικών παροχών. Ενόψει αυτών, λαμβάνοντας υπόψη και ότι η προσφεύγουσα αυτοβούλως γνωστοποίησε στο διάδικο Ιδρυμα την ύπαρξη δύο συντάξεων (με την από την 6292/30-3-2006 αίτησής της, ενώ από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι έχει προβεί σε άλλη δόλια ενέργεια κατά του ΙΚΑ, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αναζήτηση από την προσφεύγουσα για πρώτη φορά κατά το έτος 2007, με την 6/23- 1-2007 απόφαση της Διευθύντριας του υποκαταστήματος ΙΚΑ Αγίας Παρασκευής, των συντάξεων που έλαβε αχρεωστήτως, πλην καλοπίστως, ο σύζυγός της κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 έως 31.12.2001, δηλαδή μετά την πάροδο από την είσπραξή τους χρονικού διαστήματος, που κρίνεται ικανό, εφόσον υπερβαίνει την πενταετία, αντίκειται στις αρχές της εύρυθμης και χρηστής Διοίκησης. Περαιτέρω, όσον αφορά τις συντάξεις που εισπράχθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 έως 31.3.2006, δηλαδή σε χρονικό διάστημα που δεν αφίσταται πολύ από το χρόνο αναζήτησής τους, ενόψει του ότι όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο εκκαθαριστικό σημείωμα η προσφεύγουσα έχει μέσο μηνιαίο εισόδημα 1.630 ευρώ και δεν προσκομίζει συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται πως η επιστροφή του ένδικου ποσού θα έχει απρόβλεπτες και δυσμενείς για την διαβίωσή της συνέπειες, το Δικαστήριο κρίνει ότι νομίμως διατάχθηκε η εν λόγω επιστροφή, με παρακράτηση μάλιστα του 1/4 της καταβαλλόμενης από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ μηνιαίας σύνταξής της, το οποίο εξάλλου, ενόψει του περιορισμένου ποσού τη σύνταξης αυτής, δεν είναι ικανό να επηρεάσει σημαντικά τη διαβίωση της προσφεύγουσας. Επομένως, η Τοπική Διοικητική Επιτροπή, κατά το μέρος που με την προσβαλλόμενη απόφασή της κρίθηκε νόμιμος ο καταλογισμός, με την 6/23-1-2007 απόφαση της Διευθύντριας του υποκαταστήματος ΙΚΑ Αγίας Παρασκευής, σε βάρος της προσφεύγουσας επιπλέον συντάξεων που έλαβε ο αποβιώσας σύζυγός της, κατά την χρονική περίοδο από 1.1.1997 έως 31.12.2001, εσφαλμένα ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, για το λόγο δε αυτόν η προσβαλλόμενη απόφασή της πρέπει να τροποποιηθεί, κατά το βάσιμο σχετικό λόγο της κρινόμενης προσφυγής.

8. Επειδή, κατ` ακολουθία η προσφυγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση της ΤΔΕ κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Περαιτέρω, πρέπει να επιστραφεί στην προσφεύγουσα μέρος του καταβληθέντος παραβόλου ύφους 15 ευρώ (άρθρο 277 παρ. 9 του Κ.Διοικ.Δικ.) και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων κατ` άρθρο 275 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα.

ΔΙΑ ΤΑΥΤA

Δέχεται εν μέρει την προσφυγή.


Ακυρώνει την 799/3-10-2007 απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Αγίας Παρασκευής, κατά το μέρος της που με αυτή κρίθηκε νόμιμος ο καταλογισμός, με την 6/23-1-2007 απόφαση της Διευθύντριας του υποκαταστήματος ΙΚΑ Αγίας Παρασκευής, σε βάρος της προσφεύγουσας επιπλέον συντάξεων που έλαβε ο αποβιώσας σύζυγός της, κατά την χρονική περίοδο από 1.1.1997 έως 31.12.2001,

Διατάζει την επιστροφή στην προσφεύγουσα μέρους του καταβληθέντος παραβόλου ύψους δέκα πέντε (15) ευρώ.


Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Η απόφαση δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου 31/3/2014.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 ΘΕΟΔΩΡΑ ΓΚΟΥΦΑ              ΠΑΓΩΝΑ ΧΡΗΣΤΟΥΔΗ


(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)

 

****ΠΡΟΣΟΧΗ – ΔΕΙΤΕ ΝΕΩΤΕΡΗ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ -ΑΛΛΑΓΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΑΡ 103 ΤΟΥ Ν.4387/12.5.2016

 

 

13

Dec

2014

ΜΠΘ 17715/2014 : 5000 ευρώ ανά εργαζόμενο για την ικανοποίηση της προκληθείσας ηθικής βλάβης λόγω της μη καταβολής των δεδουλευμένων, της απαξιωτικής συμπεριφοράς έναντι τους και του εμπαιγμού σχετικά με την εξόφληση τους.Νόμιμη και μη καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας.

13  Δεκεμβρίου 2014

Η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης των εναγόντων-εργαζομένων δε θεωρείται καταχρηστική, αφού οι ενάγοντες, πριν ασκήσουν το εν λόγω δικαίωμα, εξάντλησαν κάθε άλλο μέσο για τη διεκδίκηση των δεδουλευμένων τους, και δη δέχθηκαν μείωση των αποδοχών τους και εκ περιτροπής εργασία, υπέμειναν επί δύο περίπου έτη τις μερικές καταβολές των δεδουλευμένων αποδοχών τους σε άτακτα χρονικά διαστήματα, επικοινώνησαν επανειλημμένους με τους νόμιμους εκπροσώπους της εργοδότριας εταιρίας, προκειμένου να τους καταβληθούν οι οφειλόμενες αποδοχές, γνωστοποιώντας τους τη δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει εξαιτίας αυτού, αφού η εργασία τους ήταν η μοναδική πηγή βιοπορισμού τους, ενώ έδιναν συνεχώς νέες προθεσμίες για την καταβολή των οφειλομένων, αποδεχόμενοι τις υποσχέσεις της εργοδότριας εταιρίας για εξόφληση στο μέλλον-Περαιτέρω, η άρνηση της καταβολής των ανωτέρω δεδουλευμένων αποδοχών στους ενάγοντες, υπό τις περιστάσεις που έλαβε χώρα, , και ιδίως λόγω της άνισης μεταχείρισής τους έναντι των λοιπών εργαζόμενων της επιχείρησης, στους οποίους συνεχιζόταν η καταβολή της μισθοδοσίας τους, του συνεχιζόμενου εμπαιγμού τους από τους εναγόμενους, οι οποίοι τους υπόσχονταν την εξόφληση των δεδουλευμένων τους στο μέλλον, προκειμένου να συνεχίσουν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην επιχείρηση, χωρίς ωστόσο να τηρούν τις σχετικές συμφωνίες, και των προσπαθειών των εναγομένων να μεταβιβάσουν τα πάγια στοιχεία της επιχείρησης, έτσι ώστε να μην μπορέσουν οι ενάγοντες να ικανοποιηθούν, ήταν ιδιαίτερα προσβλητική για την προσωπικότητά τους, και ιδίως για την επαγγελματική τους αξία και υπόληψη, και οδήγησε στην ηθική και κοινωνική τους απαξίωση, με αποτέλεσμα οι ίδιοι να υποστούν ηθική βλάβη από τη συνολική συμπεριφορά των εναγομένων, για τη χρηματική ικανοποίηση της οποίας πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν εις ολόκληρον το συνολικό ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ στον καθένα.

 

Αριθμός Απόφασης: 17715/2014 ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
(Ειδική Διαδικασία Εργατικών Διαφορών) ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Δικαστή Δήμητρα Στεργιούδα, Πρωτόδικη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και από τη Γραμματέα Κωνσταντινιά Κοκολοπούλου. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 17η Σεπτεμβρίου 2014, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ:    1) ……………………, 2) …………………….., 3) …………………….., 4) ……………………………….., 5) …………………………, 6) ……………………….., 7) ……………………………………, 8) ……………………………, 9) ……………………………, 10) ………………………………., 11) …………………., 12) ……………………………….. και 13) …………………………., οι οποίοι παραστάθηκαν οι 1ος, 2ος, 4ος, 5η, 6ος, 8ος, και 12ος διά και οι λοιποί μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Θεοδώρας Θεοδώρου, μέλους του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (AM: 6874), που κατέθεσε προτάσεις, με την οποία συμπαραστάθηκε και η ασκούμενη δικηγόρος Ιωάννα – Μαρία Γιαννακάρα. ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……………..» και το διακριτικό τίτλο «……………», που εδρεύει στο ………………… της Δημοτικής Ενότητας …………., του Δήμου …………, στο ………… χλμ ……………, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ………………………………………………….., οι οποίοι παραστάθηκαν διά του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Γεώργιου Καραγιάννη, μέλους του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (AM: 8011), που κατέθεσε προτάσεις. Οι ενάγοντες κατέθεσαν στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου την από 03.03.2014 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./20.03.2014 αγωγή τους με αντικείμενο εργατική διαφορά. Η συζήτηση της υπόθεσης προσδιορίστηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο και εγγράφηκε στο πινάκιο (αρ. ………….). Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω αναφέρεται, και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν. ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στο πλαίσιο της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, εάν ο εργαζόμενος έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την οφειλόμενη από αυτόν παροχή εργασίας (κατ” εξοχήν για την καταβολή του μισθού, αλλά και για την παράβαση εργοδοτικού διευθυντικού δικαιώματος), δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι ο εργαζόμενος, παρόλο που παύει να παρέχει την εργασία του, δεν καθίσταται ο ίδιος υπερήμερος, αλλά ο εργοδότης του, ο οποίος έχει την υποχρέωση, όσο διαρκεί η υπερημερία του, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά (ΑΠ 790/2014 Νόμος, ΑΠ 1502/2010 Νόμος, ΑΠ 1153/2009 ΧρΙΔ 2010.729, ΕφΑΘ 5940/2012 ΕλλΔνη 2013.759, ΕφΔωδ 173/2012 Νόμος). Η υπερημερία του εργοδότη παύει είτε με την καταβολή των οφειλομένων ή την εκπλήρωση του ουσιώδους όρου της σύμβασης, είτε ύστερα από συμφωνία με τον εργαζόμενο (ΕφΑΘ 5940/2012 ΕλλΔνη 2013.759, ΕφΑΘ 8264/2005 ΕλλΔνη 2006.565). Το δικαίωμα επίσχεσης ασκείται κατ” αρχήν ατύπως. Για να είναι, όμως, η σχετική περί επίσχεσης εργασίας δήλωση πλήρης και να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματα της, πρέπει να είναι σαφής, αναφορικά με τη βούληση του εργαζομένου να ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης, να συναρτάται ρητά με ληξιπρόθεσμη υποχρέωση του υπερήμερου εργοδότη, στην εκπλήρωση της οποίας αποσκοπεί, και να απορρέει από έγκυρη εργασιακή σύμβαση. Απλή άρνηση εργασίας, χωρίς να συνοδεύεται από την εν λόγω ρητή δήλωση, όχι μόνο δεν επιφέρει τα έννομα αποτελέσματα της επίσχεσης, αλλά, αντιθέτως, είναι δυνατόν να εκληφθεί ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργαζομένου (ΕφΑΘ 5940/2012 ΕλλΔνη 2013.759, ΕφΑΘ 5882/2007 ΕλλΔνη 2008.261, ΕφΘεσ 1828/2007 Αρμ 2007.1958, ΕφΑΘ 4682/2004 ΕλλΔνη 2006.1694). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 299, 914 και 932 ΑΚ και του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945 προκύπτει ότι η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρέωσής του για πληρωμή του μισθού που απορρέει από τη σύμβαση εργασίας αποτελεί ποινικό αδίκημα. Με την παράλειψη, όμως, της πληρωμής αυτού (ολικά ή εν μέρει) ο εργαζόμενος δεν χάνει τις καθυστερούμενες αποδοχές, ώστε να προκαλείται σε αυτόν ισόποση με τις αποδοχές του ζημία, που να έχει αιτία την παράνομη, σε σχέση με τον α.ν. 690/1945, συμπεριφορά του εργοδότη. Επομένως, η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρέωσής του για την καταβολή των οφειλόμενων, από τη σύμβαση και το νόμο, αποδοχών και η παρακράτησή τους από αυτόν, δεν συνιστά αδικοπραξία και, συνεπώς, δεν θεμελιώνει ούτε αξίωση για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω προσβολής της προσωπικότητας, διότι κι αυτή προϋποθέτει αδικοπραξία (ΑΠ 1114/2013 ΝοΒ 2013.2708, ΑΠ 1017/2008 ΧρΙΔ 2009.370, ΑΠ 574/2007 Νόμος, ΕφΘεσ 1877/2012 Νόμος, ΕφΑΘ 4910/2009 ΕλλΔνη 2011.551, ΕφΠατρ 353/2009 ΑχαΝομ 2010.479). Έτσι, η παραβίαση των διατάξεων του α.ν. 690/1945 μπορεί να θεμελιώσει αξίωση του εργαζομένου προς αποζημίωση, κατά τα άρθρα 914, 927 και 298 ΑΚ, μόνο για τη ζημία, που υπέστη από το ως άνω αδίκημα, δηλαδή από την υπαίτια καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών του -η οποία καλύπτεται καταρχήν από τους οφειλόμενους, σε κάθε περίπτωση, τόκους υπερημερίας (άρθρο 346 ΑΚ)- και όχι για την πληρωμή των ίδιων αποδοχών, έστω και αν ζητούνται ως αποζημίωση (ΑΠ 1436/2002 Νόμος, ΕφΠατρ 167/2009 ΑχαΝομ 2010.471, ΕφΑΘ 2685/2006 ΔΕΕ 2007.477, ΕφΙωαν 264/2006 ΕΕργΔ 2007.93), εκτός κι αν συντρέχουν κι άλλα περιστατικά που επιφέρουν την ηθική μείωση του εργαζομένου (ΕφΑΘ 767/2005 ΔΕΕ 2005.1329). Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914 και 932 ΑΚ, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ο μισθωτός έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον εργοδότη του χρηματική ικανοποίηση για προσβολή της προσωπικότητάς του, όταν πρόκειται είτε για παράνομη πράξη του τελευταίου, δηλαδή για πράξη, που βρίσκεται έξω από τα όρια του διευθυντικού του δικαιώματος (άρθρο 652 ΑΚ) και είναι αντίθετη προς το νόμο, είτε πρόκειται για καταχρηστική άσκηση του άνω δικαιώματος, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, και επιπρόσθετα η πράξη αυτή προσβάλλει την προσωπικότητά του, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την επαγγελματική αξία και υπόληψή του (ΕφΑΘ 1536/2008 Νόμος, ΕφΑΘ 767/2005 ΔΕΕ 2005.1329, ΕφΑΘ 6259/2003 ΕλλΔνη 2004.870). Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 71 του ΑΚ, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται από τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Στην περίπτωση δε που η πράξη ή παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, τότε ευθύνεται και αυτό εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο. Δηλαδή, το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη όμως αυτής του νομικού προσώπου. Ειδικότερα επί ανώνυμης εταιρίας, οι διοικούντες αυτήν δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για τα χρέη της εταιρίας, είναι όμως δυνατή η ευθύνη των διοικούντων την εταιρία προσωπικά από αδικοπραξία κατά το  914 ΑΚ, αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρία κάμπτεται και δεν ισχύει, όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, οπότε υφίσταται ευθύνη (ΑΠ 22/2009 Αρμ 2009.1873, ΑΠ 263/2008 Νόμος, ΑΠ 117/2007 Μόμος, ΑΠ 29/2006 ΔΕΕ 2006.503). Εν προκειμένω, με την υπό κρίση αγωγή οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι προσλήφθηκαν από την πρώτη εναγόμενη εταιρεία, νόμιμοι εκπρόσωποι της οποίας είναι οι λοιποί εναγόμενοι, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά τις ημερομηνίες που αναφέρουν αναλυτικά στην αγωγή τους, προκειμένου να εργαστούν με τις ειδικότητες που αναφέρονται συγκεκριμένα για τον καθένα, με βάση το νόμιμο καθεστώς εργασίας και αντί συγκεκριμένων μηνιαίων αποδοχών, που συμφωνήθηκαν για τον καθένα. Ότι, αν και προσέφεραν ανελλιπώς και προσηκόντως τις υπηρεσίες τους, από το έτος 2011 η εργοδότρια εταιρία άρχισε να καθυστερεί τις καταβολές των δεδουλευμένων αποδοχών τους, με αποτέλεσμα την 18.02.2013 να προβούν σε δήλωση επίσχεσης της εργασίας τους μέχρι την καταβολή των ληξιπρόθεσμων ήδη αποδοχών τους των επτά τελευταίων μηνών. Ότι έκτοτε η εναγόμενη εταιρία δεν τους κατέβαλε κανένα ποσό έναντι της οφειλής της, τους έθεσε δε σε εκ περιτροπής εργασία κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, ενώ κατήγγειλε διά των νομίμων εκπροσώπων της τις συμβάσεις εργασίας τους, κατά το χρόνο που αναφέρεται ειδικότερα για τον καθένα, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Ότι η πρώτη εναγομένη τους οφείλει ήδη δεδουλευμένους μισθούς για το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο 2012 έως τον Ιανουάριο 2013, για τη διεκδίκηση των οποίων κατέθεσαν προγενέστερη αγωγή ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας (λόγω της άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης) για το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του 2013 έως την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και επίδομα αδείας για το έτος 2013, καθώς και αποζημίωση απόλυσης. Ότι η μη καταβολή των συμφωνημένων αποδοχών τους από τους εκπροσώπους της εργοδότριας εταιρίας ήταν υπαίτια και εκδικητική σε βάρος τους, λόγω της διεκδίκησης των δεδουλευμένων τους, καθόσον οι εναγόμενοι συνέχισαν να καταβάλλουν τη μισθοδοσία των λοιπών εργαζομένων της επιχείρησης, ενώ ταυτόχρονα προέβαιναν σε ενέργειες, προκειμένου να ματαιώσουν με κάθε τρόπο την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους, με τη μεταβίβαση των παγίων της επιχείρησης και τη συνέχιση της δραστηριότητάς τους στο όνομα νέων εταιριών στην έδρα της πρώτης εναγομένης, συμπεριφορά που ενέχει στοιχεία αδικοπραξίας, η οποία τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με τη ζημία τους. Ότι οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτη των εναγομένων οφείλουν, λόγω της αδικοπρακτικής τους συμπεριφοράς, να αποκαταστήσουν τη ζημία που προκάλεσαν στους ενάγοντες με την καταβολή αποζημίωσης ισόποσης με τις αποδοχές τους, καθώς και χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που έχουν υποστεί, εξαιτίας της προσβολής της προσωπικότητάς τους και της επαγγελματικής τους αξίας και υπόληψής από τις παράνομες μεθοδεύσεις τους, ύψους 5.000 ευρώ. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, και κατόπιν νόμιμου περιορισμού μέρους των αγωγικών κονδυλίων από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και επαναλαμβάνεται στις προτάσεις που κατέθεσε επί της έδρας (άρθρα 223, 297 ΚΠολΔ), έτσι ώστε να παραμένει καταψηφιστικό μόνο το αίτημα καταβολής αποζημίωσης απόλυσης στον καθέναν από αυτούς, οι ενάγοντες ζητούν Α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν εις ολόκληρον για την αποζημίωση απόλυσής τους στον πρώτο από αυτούς το ποσό των 6.561,44 ευρώ, στον δεύτερο το ποσό των 17.655,50 ευρώ, στον τρίτο το ποσό των 6.555,50 ευρώ, στον τέταρτο το ποσό των 4.141,20 ευρώ, στην πέμπτη το ποσό των 4.395,08 ευρώ, στον έκτο το ποσό των 12.693,33 ευρώ, στον έβδομο το ποσό των 30.280,49 ευρώ, στον όγδοο το ποσό των 3.758,40 ευρώ, στον ένατο το ποσό των 9.130,65 ευρώ, στον δέκατο το ποσό των 24.189,49 ευρώ, στον εντέκατο το ποσό των 1.498,35 ευρώ, στον δωδέκατο το ποσό των 7.356 ευρώ, και στον δέκατο τρίτο το ποσό των 4.165,93 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, Β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να τους καταβάλουν επιπλέον εις ολόκληρον για δεδουλευμένους και μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από τον Φεβρουάριου 2013 έως την καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους, για επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας έτους 2013, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στον πρώτο από αυτούς το συνολικό ποσό των 9.888,79 ευρώ, στον δεύτερο το συνολικό ποσό των 9.565,02 ευρώ, στον τρίτο το συνολικό ποσό των 9.951,61 ευρώ, στον τέταρτο το συνολικό ποσό των 13.215,66 ευρώ, στην πέμπτη το συνολικό ποσό των 9.213,75 ευρώ, στον έκτο το συνολικό ποσό των 9.602,05 ευρώ, στον έβδομο το συνολικό ποσό των 9.963,11 ευρώ, στον όγδοο το συνολικό ποσό των 9.889,76 ευρώ, στον ένατο το συνολικό ποσό των 9.917,86 ευρώ, στον δέκατο το συνολικό ποσό των 10.738,83 ευρώ στον εντέκατο το συνολικό ποσό των 9.112,75 ευρώ , στον δωδέκατο το συνολικό ποσό των 10.137,49 ευρώ και στον δέκατο τρίτο το συνολικό ποσό των 8.184,64 ευρώ, νομιμοτόκως με βάση τις ειδικότερες διακρίσεις της αγωγής τους, και δη η πρώτη εναγόμενη κυρίως μεν δυνάμει του νόμου και των συμβάσεων εργασίας τους, αλλά και λόγω της αδικοπραξίας των εκπροσώπων της, επικουρικά δε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας τους, ενώ οι λοιποί εναγόμενοι λόγω της αδικοπραξίας τους, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινώς εκτελεστή, να απειληθεί προσωπική κράτηση ενός έτους κατά του δεύτερου, τρίτου και τέταρτης των εναγομένων ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της εκδοθησομένης απόφασης λόγω της αδικοπραξίας τους, και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά τους έξοδα. Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή αρμοδίως καθ” ύλην και κατά τόπο εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 7, 9, 14 παρ.2, 16 αρ.2, 25 αρ.2 του ΚΠολΔ), κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 ΚΠολΔ). Επιπλέον, αναφορικά με το αίτημα αυτής περί επιδίκασης αποζημίωσης απόλυσης, ασκήθηκε παραδεκτά εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955 εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, δεδομένου ότι η επικαλούμενη καταγγελία των επίδικων συμβάσεων εργασίας των εναγόντων έλαβε χώρα την 31.10.2013, την 30.11.2013 και την 02.12.2013, ενώ η επίδοση της κρινόμενης αγωγής στους εναγόμενους (με την οποία ολοκληρώθηκε, κατ” άρθρον 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, η άσκηση της) έλαβε χώρα την 25.04.2014, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες μετ” επικλήσεως με αριθμούς 4317P, 4320Π, 4318Ρ και 4319Γ725.04.2014 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Αστέριου Γεωργούδα. Περαιτέρω, η κρινόμενη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη κατά την κύρια βάση της, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 71, 281, 288, 297, 299, 325, 353, 361, 481, 482, 648 επ„ 914, 340, 341, 345, 346, ΑΚ, 1 και 3 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 1,2 και 5 του ν. 3198/1955, 16/18.07.1920 (αποζημίωση απόλυσης υπαλλήλων και εργατοτεχνιτών), 1 του ν. 1082/1980, 1 επ. της Υπ. Απ. 19040/1981 (επιδόματα εορτών), 1 επ. του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, 1 παρ.2 του ν.δ. 4547/1966 και 4 και 6 της από 26.1.1977 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως, που μετά την κύρωση της με το άρθρο 7 του ν. 549/1977, έχει ισχύ νόμου (επίδομα αδείας), 68, 70, 176, 191 παρ.2, 907 και 908 του ΚΠολΔ, εκτός από το αίτημα των εναγόντων να καταδικαστούν ο δεύτερος, ο τρίτος και η τέταρτη των εναγομένων στην καταβολή ως αποζημίωσης των διεκδικούμενων με την αγωγή τους ποσών για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του 2013 έως την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, για επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και επίδομα αδείας για το έτος 2013, καθώς και για αποζημίωση απόλυσης, το οποίο είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, διότι, παρά την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τους, όπως αυτή περιγράφεται στην κρινόμενη αγωγή, η οποία μάλιστα δεν θεμελιώνεται μόνο στην παράβαση από μέρους τους της διάταξης του άρθρου 1 του α.ν. 690/1945, αλλά εκτίθενται περιστατικά που περιγράφουν συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη, οι ενάγοντες δεν απώλεσαν οριστικά, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, τις παραπάνω καθυστερούμενες αποδοχές, ώστε να προκληθεί σε αυτούς ισόποση υλική ζημία, προϋπόθεση απαραίτητη για την επιδίκαση του διεκδικούμενου ποσού ως αποζημίωση κατ” άρθρο 914 ΑΚ, αφού παραμένει η αξίωσή τους έναντι της πρώτης εναγομένης, από την οποία μπορούν να ικανοποιηθούν, παρά τις προσπάθειες των εκπροσώπων της για το αντίθετο. Εξάλλου, οι ενάγοντες δεν ζητούν αποζημίωση για ζημία που υπέστησαν από την υπαίτια καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών τους, ούτε και επικαλούνται ότι υπέστησαν ζημία από την καθυστέρηση αυτή. Ωστόσο, η παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δεύτερου, του τρίτου και της τέταρτης των εναγομένων, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν προκάλεσε περιουσιακή ζημία στους ενάγοντες, θεμελιώνει ευθύνη τους για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης των εργαζομένων, λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς τους και της επαγγελματικής τους αξίας και υπόληψης, απορριπτομένης ως αβάσιμης της ένστασης έλλειψης παθητικής τους νομιμοποίησης, την οποία προέβαλαν οι εναγόμενοι με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά. Σημειωτέον, ότι το παρεπόμενο αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής είναι νόμιμο μόνο όσον αφορά το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, δεδομένου ότι προσωρινά εκτελεστές κηρύσσονται μόνο οι καταψηφιστικές αποφάσεις, ενώ το αίτημα περί καταδίκης του δεύτερου, του τρίτου και της τέταρτης των εναγομένων σε προσωπική κράτηση λόγω της αδικοπραξίας τους, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, κατέστη ήδη μη νόμιμο, καθόσον η προσωπική κράτηση προϋποθέτει εκτελεστό τίτλο και τέτοιο δεν αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 904 του ΚΠολΔ, οι αποφάσεις που προβαίνουν σε αναγνώριση. δικαιώματος, εν προκειμένω δε η μοναδική νόμιμη αξίωση σε βάρος των εν λόγω εναγομένων (καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης) ετράπη σε αναγνωριστική. Περαιτέρω, τόκος οφείλεται όσον αφορά τις δεδουλευμένες αποδοχές και τους μισθούς υπερημερίας από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση (άρθρα 655, 341 παρ.1, 345 εδ.α” του ΚΠολΔ, βλ. και ολΑΠ 40/2002 ΕΕργΔ 2002.1478, ΑΠ 201/2008 Νόμος), ενώ όσον αφορά τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων από την επομένη της 30ης Απριλίου και της 31ης Δεκεμβρίου αντίστοιχα κάθε έτους, για το οποίο αυτά οφείλονται (άρθρο 10 της με αριθμό 19040/81 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, που εκδόθηκε κατ” εξουσιοδότηση του ν. 1082/80, βλ. και ΟλΑΠ 40/2002 ό.ττ., ΑΠ 602/2014 Νόμος, ΑΠ 1649/2012 Νόμος, ΑΠ 1134/2010 Νόμος). Τέλος, για το επίδομα αδείας τάσσεται από το νόμο (άρθρ. 4 παρ.1 του α.ν. 539/1945 και 1 παρ.3 του ν.δ. 4547/1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους, η οποία αποτελεί δήλη ημέρα υπό την έννοια του άρθρου 341 παρ.1 του ΑΚ (ΟλΑΠ 40/2002, ΑΠ 602/2014 Νόμος, ΑΠ 1649/2012 Νόμος, ΑΠ 1134/2010 Νόμος), πλην όμως σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας με οποιονδηποτε τρόπο, πριν ο μισθωτός λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται, ο μισθωτός αυτός δικαιούται να λάβει τις αποδοχές και το επίδομα αδείας κατά το χρόνο λύσης της σχέσης εργασίας, που αποτελεί δήλη ημέρα πληρωμής, από την οποία και οφείλεται τόκος υπερημερίας (άρθρο 341, 345 ΑΚ, βλ. και ΑΠ 1649/2012 Νόμος, ΑΠ 796/2011 Νόμος). Επομένως, το παρεπόμενο αίτημα της αγωγής για καταβολή τόκων από την επίδοση της αγωγής όσον αφορά τα επιδόματα εορτών και αδείας είναι νόμιμο μόνο για τους μεταγενέστερους χρόνους που αναφέρονται ανωτέρω, καθόσον το αίτημα για επιδίκαση τόκων υπερημερίας από το ως άνω προγενέστερο χρονικό σημείο ως μείζον εμπεριέχει το έλασσον, ήτοι την επιδίκαση τόκων υπερημερίας από την 01.05.2013 όσον αφορά το επίδομα εορτών Πάσχα, από την 01.01.2014 όσον αφορά το επίδομα εορτών Χριστουγέννων και από τη λύση της σύμβασης εργασίας των εναγόντων όσον αφορά το επίδομα αδείας. Επομένως, η κρινόμενη αγωγή, στο βαθμό που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για να κριθεί αν είναι βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το απαιτούμενο για το καταψηφιστικό της αίτημα και για το ποσό που υπερβαίνει την καθ” ύλην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου (άρθρο 71 ΕισΝΚΠολΔ) τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το με αριθμό 14361583/19.09.2014 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Α” Θεσσαλονίκης, τη με αριθμό 56/19.09.2014 απόδειξη είσπραξης της Ε.Τ.Ε. και το με αριθμό 55/19.09.2014 γραμμάτιο είσπραξης της Ε.Τ.Ε., που προσκομίζουν οι ενάγοντες). Το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ. Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για το οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη (ΑΠ 790/2014 Νόμος, ΑΠ 1502/2010 Νόμος, ΑΠ 1153/2009 ΧρΙΔ 2010.729). Ως  , καταχρηστικώς δε ασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραγία του ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 1586/2010 ΝοΒ 2011.776, ΑΠ 1153/2009 ΧρΙΔ 2010.729, ΕφΑΘ 5940/2012 ΕλλΔνη 2013.759). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 του ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4558/1930, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 188 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του για λόγο που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχεία ή στην κατά το ν. 3514/1928 στράτευση αυτού, αλλά σε άλλη αιτία το δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, την αιτία και τη χρονική διάρκεια αυτής, καθώς και την υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα του μισθωτού, κρίνει, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αν η αποχή αυτή, κατά κρίση αντικειμενική και ανεξάρτητα από την πρόθεση του μισθωτού να λύσει ή όχι την εργασιακή σύμβαση, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρή δήλωση βούλησής του να λύσει τη σύμβαση εργασίας του, δηλαδή ως σιωπηρή εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής σύμβασης (ολΑΠ 32/1988 ΕλλΔνη 1989.535, ΑΠ 2238/2013 Νόμος, ΑΠ 420/2010 ΧρΙΔ 2011.224, ΑΠ 182/2008 Νόμος). Εν προκειμένω, οι εναγόμενοι προέβαλαν με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναπτύσσεται εκτενέστερα στις προτάσεις που κατέθεσαν επί της έδρας,  ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης των εναγόντων  ισχυριζόμενοι ότι η καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών τους, όπως συνέβη και σε άλλους εργαζόμενους, οφειλόταν όχι σε υπαιτιότητα ή δυστροπία της  εργοδότριας εταιρίας, αλλά στην ιδιαίτερα δυσχερή οικονομική κατάσταση αυτής, η οποία μάλιστα οδήγησε, λίγους μήνες αργότερα, στην παύση της δραστηριότητάς της και στη θέση αυτής υπό εκκαθάριση. Ότι η εναγόμενη εταιρία κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για οικονομική ανάκαμψη, με κλείσιμο υποκαταστημάτων της, μείωση των πάγιων εξόδων της, απολύσεις εργαζομένων, μείωση της μισθοδοσίας τους και θέση αυτών υπό καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας, προκειμένου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους εργαζομένους και τρίτους, γεγονός που ήταν γνωστό στους ενάγοντες. Ότι για το λόγο αυτό, οι ενάγοντες περιήλθαν σε υπερημερία ως προς την προσφορά της εργασίας τους και δεν δικαιούνται μισθούς υπερημερίας λόγω επίσχεσης εργασίας, ούτε και αποζημίωση απόλυσης, καθώς η άρνηση προσφοράς της εργασίας τους συνιστά οικειοθελή εκ μέρους τους αποχώρηση από την επιχείρηση. Οι ανωτέρω ενστάσεις και ισχυρισμοί είναι νόμιμοι, στηριζόμενοι στις διατάξεις που αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, και πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω κατ” ουσίαν. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 262 παρ.1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 416 επ. ΑΚ προκύπτει ότι για το ορισμένο της ένστασης απόσβεσης της ενοχής με καταβολή απαιτείται να αναφέρεται ο τρόπος, το μέσον και ο χρόνος της καταβολής (ΕφΙωαν 158/2006 ΝοΒ 2007.103, ΕφΙωαν 280/2004 ΕλλΔνη 2006.249, ΕφΑΘ 435/87 ΕλλΔνη 28.1454). Ο δε οφειλέτης αρκεί να ισχυρισθεί και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδείξει τη γενόμενη καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι αυτή αφορά το επίδικο χρέος, εκτός εάν ο δανειστής αντιλέγει με αντένσταση στην ως άνω ένσταση εξόφλησης, ισχυριζόμενος ότι η προβαλλόμενη καταβολή αφορά όχι το επίδικο, αλλά άλλο χρέος του οφειλέτη προς αυτόν, αναφέροντας και τα παραγωγικά τούτου γεγονότα (βλ. ΑΠ 1439/2005 ΕλλΔνη 2006.157, ΑΠ 594/1999 ΕλλΔνη 2000.108, ΕφΘεσ 422/2008 Αρμ 2009:1882, ΕφΑΘ 973/2003 ΕλλΔνη 2005.524). Εν προκειμένω, οι εναγόμενοι προέβαλαν με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναπτύσσεται εκτενέστερα στις προτάσεις που κατέθεσαν επί της έδρας, ένσταση μερικής καταβολής της οφειλόμενης στον πρώτο και στην πέμπτη των εναγομένων αποζημίωσης απόλυσης, αναφέροντας ειδικότερα ότι η πρώτη από αυτούς κατέβαλε στον τραπεζικό τους λογαριασμό το ποσό των 500 ευρώ στον πρώτο και το συνολικό ποσό των 1.200 ευρώ στη δεύτερη κατά τις εκεί αναφερόμενες ημερομηνίες. Η ένσταση αυτή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις, και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ” ουσίαν, όπως και η αντένσταση των εναγόντων ότι η καταβολή αυτή αφορά προγενέστερη οφειλή των εναγομένων για δεδουλευμένες αποδοχές, που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες πριν από το επίδικο χρονικό διάστημα, για τις οποίες ασκήθηκε προγενέστερη αγωγή. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς επίσης και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδικότερη μνεία κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη εναγομένη είναι ανώνυμη εμπορική εταιρεία που δραστηριοποιείται από το έτος 1983 στην παραγωγή, κατασκευή και πώληση προϊόντων και κουφωμάτων αλουμινίου (θυρών και παραθύρων) και λοιπών παρεμφερών ειδών, τα οποία διαθέτει τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στην αλλοδαπή υπό την επωνυμία ……………, που αποτελεί και το διακριτικό γνώρισμα των παραγόμενων και πωλούμενων προϊόντων της. Από το έτος 1996, μάλιστα, διεύρυνε το αντικείμενο δραστηριότητάς της, επεκτεινόμενη στην πώληση ξύλινων κουφωμάτων, ενώ από το έτος 2006 άρχισε την παραγωγή και πώληση διέλασης αλουμινίου. Ο δεύτερος εναγόμενος είναι πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, Διευθύνων Σύμβουλος και εκπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας, ο τρίτος εναγόμενος είναι αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και εκπρόσωπος της εν λόγω εταιρίας, ιδίως σε θέματα που αφορούν στις εργασιακές σχέσεις, ενώ η τέταρτη εναγομένη είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας και Οικονομική Διευθύντρια αυτής, αρμόδια μεταξύ άλλων για την επίβλεψη των εργασιών του λογιστηρίου και τον έλεγχο των οικονομικών της καταστάσεων. Οι δε ενάγοντες προσλήφθηκαν από την εναγομένη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά το χρονικό διάστημα από την 05.11.1986 έως την 03.05.2006, προκειμένου να εργαστούν υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ήτοι επί πενθήμερο και οκτάωρη ημερήσια απασχόληση (07:45 – 15:45), και δη ο πρώτος από αυτούς την 01.10.2001 ως υπεροδηγός στο τμήμα διέλασης, με μικτές μηνιαίες αποδοχές που διαμορφώθηκαν στο ποσό των 1.406,02 ευρώ, ο δεύτερος την 10.09.2001 ως εργοδηγός στο τμήμα «μητράδικο» της επιχείρησης, με μικτές μηνιαίες αποδοχές που διαμορφώθηκαν στο ποσό των^ 1.891,67 ευρώ, ο τρίτος την 02.07.1997 ως εργατοτεχνίτης αλουμινίου και ήδη από το έτος 2011 ως βοηθός χειριστή ανυψωτικού μηχανήματος στο «τμήμα διέλασης, με ημερομίσθιο που διαμορφώθηκε στο ποσό των 56,19 ευρώ, ο τέταρτος την 15.01.2002 ως εργατοτεχνίτης αλουμινίου και ήδη από την 07.04.2003 ως βοηθός χειριστή ανυψωτικού μηχανήματος στο τμήμα διακίνησης προφίλ, με ημερομίσθιο που διαμορφώθηκε στο ποσό των 59,16 ευρώ, η Πέμπτη την 01.09.2005 ως υπάλληλος γραφείου και ήδη από την 01.09.2008 ως βοηθός λογιστή στο τμήμα προγραμματισμού παραγωγής διέλασης, με μικτές μηνιαίες αποδοχές που διαμορφώθηκαν στο ποσό των 1.506,88 ευρώ, ο έκτος την 28.07.2001 ως ηλεκτροτεχνίτης βιομηχανίας με μικτές μηνιαίες αποδοχές που διαμορφώθηκαν στο ποσό των 1.360 ευρώ, ο έβδομος την 26.04.1989 ως εργατοτεχνίτης αλουμινίου με μικτές μηνιαίες αποδοχές που διαμορφώθηκαν στο ποσό των 1.366,04 ευρώ, ο όγδοος την 03.12.2001 ως εργάτης – εργατοτεχνίτης αλουμινίου στο τμήμα διέλασης, με ημερομίσθιο που διαμορφώθηκε στο ποσό των 53,69 ευρώ, ο ένατος την 05.11.1986 ως εργάτης – εργατοτεχνίτης αλουμινίου στο τμήμα διέλασης, με ημερομίσθιο που διαμορφώθηκε στο ποσό των 53,97 ευρώ, ο δέκατος την 01.02.1995 ως εργάτης – εργατοτεχνίτης σιδηροβιομηχανίας, με μικτές μηνιαίες αποδοχές που διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.594,91 ευρώ, ο εντέκατος την 04.05.2005 ως εργάτης – εργατοτεχνίτης σιδηροβιομηχανίας, με ημερομίσθιο που διαμορφώθηκε στο ποσό των 42,81 ευρώ, ο δωδέκατος την 23.01.1991 ως εργάτης – εργατοτεχνίτης σιδηροβιομηχανίας, με ημερομίσθιο που διαμορφώθηκε στο ποσό των 52,54 ευρώ, και ο δέκατος τρίτος την 03.05.2006 ως υπάλληλος γραφείου στην οικονομική διεύθυνση της επιχείρησης με μικτές μηνιαίες αποδοχές που διαμορφώθηκαν στο ποσό των 892,70 ευρώ. Οι ενάγοντες, καθ” όλη τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης, παρείχαν τις υπηρεσίες τους με ζήλο και εργατικότητα, εκτελώντας τις απορρέουσες από τη σύμβαση και το νόμο υποχρεώσεις τους με επιμέλεια, πίστη και αφοσίωση στα συμφέροντα της εταιρίας, διατηρώντας άριστες σχέσεις τόσο με τους εκπροσώπους αυτής όσο και με τους λοιπούς συναδέλφους τους. Ωστόσο, από το έτος 2011 η πρώτη εναγόμενη εταιρία άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους. Για το λόγο αυτό, την 18.10.2012 οι ενάγοντες απέστειλαν, μαζί με άλλους εργαζόμενος της επιχείρησης, την από 15.10.2012 εξώδικη δήλωσή τους προς την πρώτη εναγομένη, διαμαρτυρόμενοι για την καθυστέρηση καταβολής των, αναγκαίων για την αντιμετώπιση των βιοτικών τους αναγκών, δεδουλευμένων αποδοχών τους, οι οποίες ανέρχονταν ήδη σε ποσά άνω των 5.000 ευρώ για τον καθένα, καλώντας την ταυτόχρονα να έρθει σε επικοινωνία με την πληρεξούσια δικηγόρο τους, ώστε να προβούν από κοινού σε ρύθμιση του τρόπου καταβολής των οφειλών της. Ωστόσο, επειδή δεν υπήρξε καμία ανταπόκριση στο αίτημα των εργαζομένων και παρέμεναν ανεξόφλητες οι δεδουλευμένες αποδοχές επτά μηνών, την 20.11.2012 αποφασίστηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο του Συνδικάτου Συγκολλητών Εργατοτεχνιτών και Υπαλλήλων Μετάλλου Μακεδονίας – Θράκης η κήρυξη 48ωρης απεργίας στο εργοστάσιο της πρώτης εναγόμενης, και δη από την 22.11.2012 έως την 24.11.2011, με αίτημα την άμεση καταβολή των δεδουλευμένων. Η απεργία ανεστάλη, διότι την 21.11.2012 συμφωνήθηκε μεταξύ των εκπροσώπων των εργαζομένων και της πρώτης εναγόμενης εταιρίας, όπως εκπροσωπούνταν νόμιμα από την τέταρτη εναγομένη, ο τρόπος καταβολής των δεδουλευμένων τους, ο οποίος θα γινόταν με σταθερές εβδομαδιαίες καταβολές, έτσι ώστε αφενός να εξοφληθούν οι μισθοδοσίες των μηνών Μάίου και Ιουνίου 2012, καθώς και το δώρο Χριστουγέννων 2012 έως την 12.01.2013 και αφετέρου να καταβάλλεται εβδομαδιαίως ένα επιπλέον ποσό ύψους από 2.000 έως 4.000 ευρώ, προκειμένου να εξοφληθεί σταδιακά το χρέος της εταιρίας από τις ήδη ληξιπρόθεσμες δεδουλευμένες αποδοχές των εργαζομένων (βλ. το από Πρακτικό Συνάντησης). Ωστόσο, η εναγόμενη εταιρία δεν υπήρξε συνεπής στην ανωτέρω συμφωνία, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να προβούν την σε δήλωση επίσχεσης της εργασίας τους μέχρι την καταβολή των οφειλόμενων αποδοχών τους με την από 15.02.2013 εξώδικη δήλωσή τους, την οποία επέδωσαν στην πρώτη εναγόμενη εταιρία την 18.02.2013 (βλ. τη με αριθμό 2826Γ718.02.2013 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Αστέριου Γεωργούδα). Το ανωτέρω δικαίωμα των εναγόντων ασκήθηκε νόμιμα με σαφή δήλωσή τους προς την εργοδότρια εταιρία και με σκοπό την εξασφάλιση της ικανοποίησης των ληξιπρόθεσμων αξιώσεών τους. Ειδικότερα, κατά το χρονικό αυτό σημείο, είχαν καταστεί ήδη ληξιπρόθεσμες οι δεδουλευμένες αποδοχές τους για το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο, .του 2012 έως και τον Ιανουάριο του 2013 όσον αφορά την πέμπτη και τον δέκατο τρίτο των εναγόντων, και από τον Ιούλιο του 2012 έως και τον Ιανουάριο του 2013 όσο αφορά τους λοιπούς ενάγοντες, με αποτέλεσμα η πρώτη εναγόμενη να οφείλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 6.142,95 ευρώ, στον δεύτερο τσ ποσό” των 7.829,91 ευρώ, στον τρίτο το ποσό των 7.030 ευρώ, στον τέταρτο το ποσό των 6.929,63 ευρώ, στην πέμπτη το ποσό των 7.042,43 ευρώ, στον έκτο το ποσό των 7.010,97 ευρώ, στον έβδομο το ποσό των 6.928 ευρώ, στον όγδοο το ποσό των 6.752,32 ευρώ, στον ένατο το ποσό των 5.873 ευρώ, στον δέκατο το ποσό των 5.615,83 ευρώ, στον εντέκατο το ποσό των 5.816,32 ευρώ, στον δωδέκατο το ποσό των 10.252,67 ευρώ και στον δέκατο τρίτο το ποσό των 3.966,05 ευρώ, όπως αναφέρεται ρητά στην ως άνω από 15.02.2013 εξώδικη δήλωση τους. Για την επιδίκαση των ανωτέρω ποσών οι ενάγοντες κατέθεσαν στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου την από 20.05.2013 αγωγή τους, η οποία έλαβε αριθμό έκθεσης κατάθεσης 13988/2013 και η συζήτηση της οποίας ήδη εκκρεμεί. Ακολούθως, η εναγόμενη εταιρία με την από 20.02.2013 εξώδικη δήλωσή της, την οποία απέστειλε στους ενάγοντες, τους κάλεσε να επιστρέφουν στην εργασία τους, θεωρώντας καταχρηστική την εκ μέρους τους άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας, ισχυρισμό τον οποίο προέβαλε και στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, κατά τα προαναφερθέντα, με την αιτιολογία ότι η καθυστέρηση στην καταβολή της μισθοδοσίας τους δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα ή δυστροπία της, αλλά στην ιδιαίτερα δυσχερή οικονομική κατάσταση, στην οποία περιήλθε η εταιρία τα τελευταία χρόνια λόγω της ραγδαίας πτώσης των εργασιών της και παρά τις επίμονες προσπάθειές της για ανάκαμψη. Πράγματι, από το έτος 2008, μέχρι το οποίο τα ακαθάριστα έσοδα της εταιρίας από τις ετήσιες πωλήσεις εμφάνιζαν σταθερή ανοδική πορεία, φτάνοντας το έτος 2007 στο ποσό των 29.452.183,69 ευρώ, άρχισε σταδιακά η μείωση του κύκλου εργασιών της και η πτώση των ετήσιων πωλήσεων, οι οποίες μειώθηκαν στο ποσό των 8.936.822,52 ευρώ το έτος 2011 και στο ποσό των 5.073.083,95 ευρώ το έτος 2012. Από το έτος 2009 μειώθηκαν κατακόρυφα οι δαπάνες της εταιρίας για επενδύσεις και διαφήμιση των προϊόντων της, ενώ κατά το ίδιο διάστημα η πρώτη εναγομένη προέβη σε σειρά ενεργειών για την περιστολή των λειτουργικών εξόδων της επιχείρησης, με σκοπό τη διάσωσή της. Ειδικότερα, κατά το έτος 2010 προέβη, κατόπιν συμφωνίας με τους εργαζομένους, σε μείωση των αποδοχών εκείνων που λάμβαναν μισθούς υπέρτερους των νομίμων, ενώ προέβη και στην εφαρμογή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας, διέκοψε την αμοιβή των μελών του διοικητικού της συμβουλίου, έκλεισε καταστήματα που διατηρούσε στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη και διαπραγματεύτηκε τη μείωση των μισθωμάτων στα καταστήματα, η λειτουργία των οποίων συνεχίστηκε. Επιπλέον, προέβη και στη μείωση του προσωπικού της, ο αριθμός του οποίου κατά το έτος 2007 ανερχόταν στους 265 εργαζόμενους και μειώθηκε στους 90 κατά το έτος 2012.

Ωστόσο, η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης των εναγόντων δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική, αφού αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, πριν ασκήσουν το εν λόγω δικαίωμα, εξάντλησαν κάθε άλλο μέσο για τη διεκδίκηση των δεδουλευμένων τους, και δη δέχθηκαν μείωση των αποδοχών τους και εκ περιτροπής εργασία, υπέμειναν επί δύο περίπου έτη τις μερικές καταβολές των δεδουλευμένων αποδοχών τους σε άτακτα χρονικά διαστήματα, επικοινώνησαν επανειλημμένους με τους νόμιμους εκπροσώπους της εργοδότριας εταιρίας, προκειμένου να τους καταβληθούν οι οφειλόμενες αποδοχές, γνωστοποιώντας τους τη δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει εξαιτίας αυτού, αφού η εργασία τους ήταν η μοναδική πηγή βιοπορισμού τους, ενώ έδιναν συνεχώς νέες προθεσμίες για την καταβολή των οφειλομένων, αποδεχόμενοι τις υποσχέσεις της εργοδότριας εταιρίας για εξόφληση στο μέλλον. Αντιθέτως, η πρώτη εναγομένη δεν κατέβαλε στους ενάγοντες ούτε μέρος των οφειλομένων, σε ένδειξη καλής θέλησης και προσπάθειας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, έχοντας την απαίτηση να εξακολουθούν οι εργαζόμενοι – ενάγοντες να παρέχουν την εργασία τους χωρίς να πληρώνονται, καλύπτοντας, με τον τρόπο αυτό τις ανάγκες της σε εργατικό προσωπικό, ώστε να μπορεί αυτή να συνεχίζει την εμπορική της δραστηριότητα. Εξάλλου, η εναγόμενη εταιρία είχε τη δυνατότητα να καταβάλει μέρος, έστω, των οφειλόμενων αποδοχών των εναγόντων, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι συνέχισε να πληρώνει τη μισθοδοσία των λοιπών εργαζόμενων της επιχείρησης, οι οποίοι συνέχισαν να παρέχουν την εργασία τους, επιδεικνύοντας περαιτέρω ανοχή στη συμπεριφορά της εργοδότριας εταιρίας. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι επέλεξαν, μετά την ανωτέρω δήλωση επίσχεσης εργασίας και ωθούμενοι από εκδικητικά κίνητρα, να σταματήσουν οποιαδήποτε καταβολή προς τους ενάγοντες έναντι των οφειλόμενων αποδοχών τους. Με τον τρόπο αυτό επέδειξαν ιδιαίτερη απαξίωση προς τους εν λόγω εργαζόμενους, παρόλο που οι τελευταίοι επί μήνες, και μέχρι να φτάσουν στο έσχατο σημείο οικονομικής ανέχειας, παρείχαν την εργασία τους χωρίς αντίστοιχη αμοιβή, συμπαραστεκόμενοι στις επιχειρηματικές επιλογές της εργοδότριας εταιρίας. Δημιούργησαν, έτσι, κλίμα εκφοβισμού στην επιχείρηση, καθόσον κατέστησαν σαφείς τις προθέσεις τους να μην καταβάλουν κανένα ποσό σε αυτούς που θα επέλεγαν να διεκδικήσουν με παρόμοιο τρόπους  δεδουλευμένες αποδοχές τους. Η πρόθεσή τους να μην καταβάλουν τα . οφειλόμενα ποσά αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι την 16.06.2013, οι εναγόμενοι, ενεργώντας κατά παράβαση της με αριθμό ………../2013 προσωρινής διαταγής του Δικαστή αυτού του Πρωτοδικείου, με την οποία απαγορεύτηκε η μεταβολή της νομικής και πραγματικής κατάστασης κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της εταιρίας, μεταβίβασαν πάγια περιουσιακά της στοιχεία στην εταιρία …………….με τόπο παράδοσης την έδρα της πρώτης εναγομένης (βλ. το με αριθμό 20/28.06.2013 τιμολόγιο πώλησης εξοπλισμού ύψους 40.602.30 ευρώ, της πρώτης εναγομένης), παρόλο που ισχυρίζονταν ενώπιον δικαστηρίων ότι η απαίτηση των εναγόντων ήταν εξασφαλισμένη λόγω της μεγάλης αξίας της κινητής περιουσίας και του εξοπλισμού της εταιρίας, και ότι για το λόγο αυτό έπρεπε να απορριφθεί τόσο η αίτηση των εναγόντων για χορήγηση προσωρινής διαταγής όσο και η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../2013 αίτησή τους ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για συντηρητική κατάσχεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους. Οι δε εναγόμενοι, παρά την εκποίηση των πάγιων στοιχείων της εταιρίας, μέσω της οποίας θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις των εναγόντων, δεν κατέβαλαν σε αυτούς κανένα ποσό έναντι της οφειλής τους. Ενδεικτικό της δυστροπίας τους στην πληρωμή των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων των εναγόντων είναι και το γεγονός ότι ενώ η πρώτη εναγομένη σταμάτησε την εμπορική της δραστηριότητα την 31.12.2013, οι λοιποί εναγόμενοι εξακολουθούν την ίδια δραστηριότητα στον ίδιο χώρο ως διευθύνοντα μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων της εταιρίας με την επωνυμία «………………………………………………………» και το διακριτικό τίτλο «……….», η οποία την 07.06.2013 μετέφερε την έδρα της στην έδρα της πρώτης εναγομένης (βλ. το με αρ. φύλ. …………….ΦΕΚ, τεύχος Α.Ε., ΕΠΕ και ΓΕΜΗ), και της εταιρίας με την επωνυμία «…………………………………………… ………………………….» και το διακριτικό τίτλο «…………., η οποία μετέφερε επίσης την έδρα της στην έδρα της πρώτης εναγομένης την 15.10.2013 (βλ. το με αρ. φύλ …………… ΦΕΚ, τεύχος Α.Ε., ΕΠΕ και ΓΕΜΗ).

Επομένως, η ασκηθείσα από τους εναγόμενους ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων για επίσχεση της εργασίας τους, κρίνεται απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω, αποτέλεσμα της δηλωθείσας από τους ενάγοντες επίσχεσης της εργασίας τους ήταν να περιέλθει η εναγομένη σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την καταβολή των αποδοχών τους, και δη για το χρονικό διάστημα από την .ως την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, η οποία έλαβε χώρα την 31.10.2013 όσον αφορά την πέμπτη ενάγουσα, την 30.11.2013 όσον αφορά τον πρώτο, τον έκτο, τον έβδομο, τον όγδοο, τον ενδέκατο, τον δωδέκατο και τον δέκατο τρίτο των εναγόντων και την 02.12.2013 όσον αφορά τον δεύτερο, τον τρίτο, τον τέταρτο, τον ένατο και τον δέκατο από αυτούς, και δη χωρίς την τήρηση των νόμιμων προϋποθέσεων, ιδίως δε χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Εξάλλου, η αποχή των εναγόντων από την εργασία τους δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως σιωπηρή δήλωση βούλησής τους να λύσουν τις συμβάσεις εργασίας τους, δηλαδή ως σιωπηρή εκ μέρους τους καταγγελία των εργασιακών τους συμβάσεων, εφόσον η αποχή αυτή έγινε κατόπιν νόμιμης άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας τους, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, απορριπτομένου ως αβάσιμου κατ” ουσίαν του ισχυρισμού των εναγόμενων περί οικειοθελούς αποχώρησης των εναγόντων από την εργασία τους. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα, η πρώτη εναγομένη ως εργοδότρια οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες τα παρακάτω χρηματικά ποσά, με δεδομένο ότι τέθηκαν σε εκ περιτροπής εργασία από την 17.01.2013 έως την 26.04.2013 και από την  έως την 29.10.2013 με μία ημέρα εργασίας, και δη την Τετάρτη με ωράριο 7:15 έως 15:45. Ειδικότερα, 1) ο πρώτος ενάγων δικαιούται να λάβει α) για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 01.02.2013 έως 31.11.2013, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του, το ποσό των 444,59 ευρώ για τον Φεβρουάριο, το ποσό των 211,73 ευρώ για τον Μάρτιο, το ποσό των 383,51 ευρώ για τον Απρίλιο, το ποσό των 672,44 ευρώ για τον Μάιο, το ποσό των 216,10 ευρώ για τον Ιούνιο, το ποσό των 270,12 ευρώ για τον Ιούλιο, το ποσό των 216,10 ευρώ για τον Αύγουστο, το ποσό των 216,10 ευρώ για τον Σεπτέμβριο, το ποσό των 216,10 ευρώ για τον Οκτώβριο και το ποσό των 1.018,11 ευρώ για τον Νοέμβριο, και συνολικά το ποσό των 3.864,90 ευρώ, που αποτελεί τις καθαρές μηνιαίες αποδοχές του για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, β) για αποζημίωση απόλυσης, με δεδομένο ότι προσλήφθηκε την 01.10.2001 και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έγινε κατόπιν προειδοποίησης την . 31.07.2013, προκειμένου να ισχύσει μετά την πάροδο τεσσάρων μηνών, ήτοι την 30.11.2013 (χρόνος υπηρεσίας άνω των 12 ετών), το ποσό των 6.561,44 ευρώ [(1.406,02 ευρώ μικτές μηνιαίες αποδοχές X 4 μήνες) + 1/6 προσαύξηση], γ) για επίδομα εορτών Πάσχα 2013 το ποσό των 383,79 ευρώ, για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2013 το ποσό των 324,08 ευρώ και για επίδομα αδείας το ποσό των 316,02 ευρώ, και συνολικά το καθαρό ποσό των 1.023,89 ευρώ. 2) Ο δεύτερος ενάγων δικαιούται να λάβει α) για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 01.02.2013έως 02.12.2013 οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του, το ποσό των 672:98 _ ευρώ για τον Φεβρουάριο, το ποσό των 284,87 ευρώ για τον Μάρτιο, το ποσό των 343,91 ευρώ για τον Απρίλιο, το ποσό των 863,90 ευρώ για τον Μάιο, το ποσό των 216,10 ευρώ για τον Ιούνιο, το ποσό των 270,12 ευρώ για τον Ιούλιο, το ποσό των 216,10 για τον Αύγουστο, το ποσό των 216,10 ευρώ για τον Σεπτέμβριο, το ποσό των 216,10 ευρώ για τον Οκτώβριο και το ποσό των 1.018,11 ευρώ για τον Νοέμβριο, και συνολικά το ποσό των 4.318,29 ευρώ (παρόλο που εκ παραδρομής και λόγω εσφαλμένου μαθηματικού υπολογισμού αναφέρεται στην υπό κρίση αγωγή ως συνολικό το ποσό των 3.541,13 ευρώ, χωρίς να τίθεται εν προκειμένω ζήτημα επιδίκασης πλέον του αιτηθέντος, εφόσον τα ποσά που διεκδικούνται ,αναφέρονται αναλυτικά στο κρινόμενο δικόγραφο), που αποτελεί τις καθαρές μηνιαίες αποδοχές του, β) για αποζημίωση απόλυσης, με δεδομένο ότι προσλήφθηκε την 10.09.2001 και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έγινε χωρίς προειδοποίηση την 02.12.2013 (χρόνος υπηρεσίας άνω των 12 ετών), το ποσό των 17.655,50 ευρώ [(1.891,67 ευρώ μικτές μηνιαίες αποδοχές X 8 μήνες) + 1/6 προσαύξηση], γ) για επίδομα εορτών Πάσχα 2013 το ποσό των 383,79 ευρώ, για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2013 το ποσό των 324,08 ευρώ και για επίδομα αδείας το ποσό των 316,02 ευρώ, και συνολικά το καθαρό ποσό των 1.023,89 ευρώ. 3) Ο τρίτος ενάγων δικαιούται να λάβει α) για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 01.02.2013 έως οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του, το ποσό των 426,42 ευρώ για τον Φεβρουάριο, το ποσό των 213,20 ευρώ για τον Μάρτιο, το ποσό των 404,57 ευρώ για τον Απρίλιο, το ποσό των 741,71 ευρώ για τον Μάιο, το ποσό των 191,84 ευρώ για τον Ιούνιο, το ποσό των 191,84 ευρώ για τον Ιούλιο, το ποσό των 239,81 για τον Αύγουστο, το ποσό των 191,84 ευρώ για τον Σεπτέμβριο, το ποσό των 191,84 ευρώ για τον Οκτώβριο και το ποσό των 1.052,11 ευρώ για τον Νοέμβριο, και συνολικά το ποσό των 3.845,18 ευρώ, που αποτελεί τις καθαρές μηνιαίες αποδοχές του, β) για αποζημίωση απόλυσης, με δεδομένο ότι προσλήφθηκε την 02.07.1997 και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έγινε χωρίς προειδοποίηση την 02.12.2013 (χρόνος υπηρεσίας άνω των 16 ετών), το ποσό των 6.555,50 ευρώ [(56,19 ευρώ ημερομίσθιο X 100 ημερομίσθια) + 1/6 προσαύξηση], και όχι το μικρότερο ποσό των 5.919,67 ευρώ, όπως εσφαλμένως υπολογίζουν οι εναγόμενοι, θεωρώντας ότι το ημερομίσθιο του τρίτου ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 50,74 ευρώ (βλ. την αναλυτική του μισθοδοσία των μηνών από τον Φεβρουάριο έως τον Μάιο 2013, που προσκομίζουν με επίκληση οι ενάγοντες), γ) για επίδομα εορτών Πάσχα 2013 το ποσό των 470,91 ευρώ, για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2013 το ποσό των 319,39 ευρώ και για επίδομα αδείας το ποσό των 316,13 ευρώ, και συνολικά το καθαρό ποσό των 1.106,43 ευρώ. 4) Ο τέταρτος ενάγων δικαιούται να λάβει α) για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 01.02.2013 έως οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του, το ποσό των 485,90 ευρώ για τον Φεβρουάριο, το ποσό των 215,96 ευρώ για τον Μάρτιο, το ποσό των 425,95 ευρώ για τον Απρίλιο, το ποσό των 779,68 ευρώ για τον Μάιο, το ποσό των 200,79 ευρώ για τον Ιούνιο, το ποσό των 250,99 ευρώ για τον Ιούλιο, το ποσό των 200,79 για τον Αύγουστο, το ποσό των 200,79 ευρώ για τον Σεπτέμβριο, του  ποσό των 200,79 ευρώ για τον Οκτώβριο και το ποσό των 1.099,92 ευρώ για τον Νοέμβριο, και συνολικά το ποσό των 4.061,56 ευρώ, που αποτελεί τις καθαρές μηνιαίες αποδοχές του, β) για αποζημίωση απόλυσης, με δεδομένο ότι προσλήφθηκε την 15.01.2002 και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έγινε χωρίς προειδοποίηση την 02.12.2013 (χρόνος υπηρεσίας άνω των 11 ετών), το ποσό των 4.141,20 ευρώ [(59,16 ευρώ ημερομίσθιο X 60 ημερομίσθια) + 1/6 προσαύξηση], και όχι το μικρότερο ποσό των 3.815 ευρώ, όπως εσφαλμένως υπολογίζουν οι εναγόμενοι, θεωρώντας ότι το ημερομίσθιο του τέταρτου ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 54,50 ευρώ (βλ. την αναλυτική του μισθοδοσία των μηνών από τον Φεβρουάριο έως τον Μάιο 2013, που προσκομίζουν με επίκληση οι ενάγοντες), γ) για επίδομα εορτών Πάσχα 2013 το ποσό των 486,40 ευρώ, για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2013 το ποσό των 333,90 ευρώ και για επίδομα αδείας το ποσό των 333,80 ευρώ, και συνολικά το καθαρό ποσό των 1.154,10 ευρώ. 5) Η πέμπτη ενάγουσα δικαιούται να λάβει α) για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 01.02.2013 έως οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της, το ποσό των 479,19 ευρώ για τον Φεβρουάριο, το ποσό των 228,18 ευρώ για τον Μάρτιο, το ποσό των 410,97 ευρώ για τον Απρίλιο, το ποσό των 720,68 ευρώ για τον Μάιο, το ποσό των 241,58 ευρώ για τον Ιούνιο, το ποσό των 301,98 ευρώ για τον Ιούλιο, το ποσό των 241,58 ευρώ για τον Αύγουστο, το ποσό των 241,58 ευρώ για τον Σεπτέμβριο και το ποσό των 241,58 ευρώ για τον Οκτώβριο, και συνολικά το ποσό των 3.107,32 ευρώ, που αποτελεί τις καθαρές μηνιαίες αποδοχές της για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, β) για αποζημίωση απόλυσης, με δεδομένο ότι προσλήφθηκε την 01.09.2005 και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της έγινε κατόπιν προειδοποίησης την 31.07.2013, προκειμένου να ισχύσει μετά την πάροδο τριών, μηνών, ήτοι την 31.10.2013 (χρόνος υπηρεσίας άνω των 8 ετών), το ποσό των 4.395,07 ευρώ [(1.506,88 ευρώ μικτές μηνιαίες αποδοχές X 2,5 μήνες) + 1/6 προσαύξηση], γ) για επίδομα εορτών Πάσχα 2013 το ποσό των 422,94 ευρώ, για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2013 το ποσό των 210,26 ευρώ και για επίδομα αδείας το ποσό των 473,23 ευρώ, και συνολικά το καθαρό ποσό των 1.106,43 ευρώ. 6) Ο έκτος ενάγων δικαιούται να λάβει α) για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 01.02.2013 έως 30.11.2013, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του, το ποσό των 218,04 ευρώ για τον Φεβρουάριο, το ποσό των 218,04 ευρώ για τον Μάρτιο, το ποσό των 218,04 ευρώ για τον Απρίλιο, το ποσό των 745,50 ευρώ για τον Μάιο, το ποσό των 218,04 ευρώ για τον Ιούνιο, το ποσό των 272,54 ευρώ για τον Ιούλιο, το ποσό των 218,04 για τον Αύγουστο, το ποσό των 218,04 ευρώ για τον Σεπτέμβριο, το ποσό των 218,04 ευρώ για τον Οκτώβριο και το ποσό των 1.025,91 ευρώ για τον Νοέμβριο, και συνολικά το ποσό των 3.570,23 ευρώ, που αποτελεί τις καθαρές μηνιαίες αποδοχές του, β) για αποζημίωση απόλυσης, με δεδομένο ότι προσλήφθηκε την 28.07.2001 και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έγινε χωρίς προειδοποίηση την 30.11.2013 (χρόνος υπηρεσίας άνω των 12 ετών), το ποσό των 12.693,33 ευρώ [(1.360 ευρώ μικτές μηνιαίες αποδοχές X 8 μήνες) + 1/6 προσαύξηση], και όχι το μικρότερο ποσό των 10.238,11 ευρώ, όπως εσφαλμένως υπολογίζουν οι εναγόμενοι, θεωρώντας ότι οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του έκτου ενάγοντος ανέρχονται στο ποσό των 1.096,94 ευρώ (βλ. την αναλυτική του μισθοδοσία των μηνών από τον Φεβρουάριο έως τον Μάιο 2013, που προσκομίζουν με επίκληση οι ενάγοντες), γ) για επίδομα εορτών Πάσχα 2013 το ποσό των 386,81 ευρώ, για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2013 το ποσό των 326,57 ευρώ και για επίδομα αδείας το ποσό των 318,44 ευρώ, και συνολικά το καθαρό ποσό των 1.031,82 ευρώ. 7) Ο έβδομος ενάγων δικαιούται να λάβει α) για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από έως 30.11.2013, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του, το ποσό των 507,14 ευρώ για τον Φεβρουάριο, το ποσό των 214,69 ευρώ για τον Μάρτιο, το ποσό των 372,60 ευρώ για τον Απρίλιο, το ποσό των 653,32 ευρώ για τον Μάιο, το ποσό των 219 ευρώ για τον Ιούνιο, το ποσό των 273,75 ευρώ για τον Ιούλιο, το ποσό των 219 για τον Αύγουστο, το ποσό των 219 ευρώ για τον Σεπτέμβριο, το ποσό των 219 ευρώ για τον Οκτώβριο και το ποσό των 1.029,80 ευρώ για τον Νοέμβριο, και συνολικά το ποσό των 3.927,30 ευρώ, που αποτελεί τις καθαρές μηνιαίες αποδοχές του, β) για αποζημίωση απόλυσης, με δεδομένο ότι προσλήφθηκε την 26.04.1989 και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έγινε χωρίς προειδοποίηση την 30.11.2013 (χρόνος υπηρεσίας άνω των 24 ετών), το ποσό των 30.280,50 ευρώ [(1.366,04 ευρώ μικτές μηνιαίες αποδοχές X 19 μήνες) + 1/6 προσαύξηση], γ) για επίδομα εορτών Πάσχα 2013 το ποσό των 388,33 ευρώ, για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2013 το ποσό των 327,82 ευρώ και για επίδομα αδείας το ποσό των 319,66 ευρώ, και συνολικά το καθαρό ποσό των 1.035,81 ευρώ. 8) Ο όγδοος ενάγων δικαιούται να λάβει α) για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από έως 30.11.2013, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του το ποσό των 425,23 ευρώ για τον Φεβρουάριο, το ποσό των 212,61 ευρώ για τον Μάρτιο, το ποσό των 386,57 ευρώ για τον Απρίλιο, το ποσό των 708,71 ευρώ για/ τον Μάιο, το ποσό των 191,29 ευρώ για τον Ιούνιο, το ποσό των 191,29 ευρώ για τον Ιούλιο, το ποσό των 239,11 για τον Αύγουστο, το ποσό των 191,29 ευρώ για τον Σεπτέμβριο, το ποσό των 191,29 ευρώ για τον Οκτώβριο και το ποσό των 1.049,11 ευρώ για τον Νοέμβριο, και συνολικά το ποσό των 3.786,50 ευρώ, που αποτελεί τις καθαρές μηνιαίες αποδοχές του, β) για αποζημίωση απόλυσης, με δεδομένο ότι προσλήφθηκε την 03.12.2001 και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έγινε χωρίς προειδοποίηση την 30.11.2013 (χρόνος υπηρεσίας άνω των 11 ετών), το ποσό των 3.758,30 ευρώ [(53,69 ευρώ ημερομίσθιο X 60 ημερομίσθια) + 1/6 προσαύξηση], γ) για επίδομα εορτών Πάσχα 2013 το ποσό των 469,53 ευρώ, για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2013 το ποσό των 318,49 ευρώ και για επίδομα αδείας το ποσό των 315,24 ευρώ, και συνολικά το καθαρό ποσό των 1.103,26 ευρώ. 9) Ο ένατος ενάγων δικαιούται να λάβει α) για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από έως 02.12.2013, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του, το ποσό των 374,02 ευρώ για τον Φεβρουάριο, το ποσό των 267,15 ευρώ για τον Μάρτιο, το ποσό των 388,58 ευρώ για τον Απρίλιο, το ποσό των 712,40 ευρώ για τον Μάιο, το ποσό των 192,18 ευρώ για τον Ιούνιο, το ποσό των 192,18 ευρώ για τον Ιούλιο, το ποσό των 240,21 για τον Αύγουστο, το ποσό των 192,18 ευρώ για τον Σεπτέμβριο, το ποσό των 192,18 ευρώ για τον Οκτώβριο και το ποσό των 1.053,81 ευρώ για τον Νοέμβριο, και συνολικά το ποσό των 3.804,89 ευρώ, που αποτελεί τις καθαρές μηνιαίες αποδοχές του, β) για αποζημίωση απόλυσης, με δεδομένο ότι προσλήφθηκε την 05.11.1986 και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έγινε χωρίς προειδοποίηση την 02.12.2013 (χρόνος υπηρεσίας άνω των 27 ετών), το ποσό των 9.129,93 ευρώ [(53,97 ευρώ ημερομίσθιο X 145 ημερομίσθια) + 1/6 προσαύξηση], γ) για επίδομα εορτών Πάσχα 2013 το ποσό των 473,25 ευρώ, για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2013 το ποσό των’319,91 ευρώ και για επίδομα αδείας το ποσό των 319,81 ευρώ, και συνολικά το καθαρό ποσό των 1.112,97 ευρώ. 10) Ο δέκατος ενάγων δικαιούται να λάβει α) για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από έως 02.12.2013, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του, το ποσό των 592,16 ευρώ για τον Φεβρουάριο, το ποσό των 250,66 ευρώ για τον Μάρτιο, το ποσό των 435,03 ευρώ για τον Απρίλιο, το ποσό των 762,20 ευρώ για τον Μάιο, το ποσό των 255,69 ευρώ για τον Ιούνιο, το ποσό των 255,69 ευρώ για τον Ιούλιο, το ποσό των 319,62 για τον Αύγουστο, το ποσό των 255,69 ευρώ για τον Σεπτέμβριο, το ποσό των 255,69 ευρώ για τον Οκτώβριο και το ποσό των 1.177,59 ευρώ για τον Νοέμβριο, και συνολικά το ποσό των 4.560,02 ευρώ, που αποτελεί τις καθαρές μηνιαίες αποδοχές του, β) για αποζημίωση απόλυσης, με δεδομένο ότι προσλήφθηκε την 01.02.1995 και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έγινε χωρίς προειδοποίηση την 02.12.2013 (χρόνος υπηρεσίας άνω των 18 ετών), το ποσό των 24.189,47 ευρώ [(1.594,91 ευρώ μικτές μηνιαίες αποδοχές X 13 μήνες) + 1/6 προσαύξηση], γ) για επίδομα εορτών Πάσχα 2013 το ποσό των 436,16 ευρώ, για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2013 το ποσό των 375,14 ευρώ και για επίδομα αδείας το ποσό των 365,53 ευρώ, και συνολικά το καθαρό ποσό των 1.176,83 ευρώ. 11) 0 εντέκατος ενάγων δικαιούται να λάβει α) για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 01.02.2013 έως 30.11.2013, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του, το ποσό των 466,20 ευρώ για τον Φεβρουάριο, το ποσό των 169,53 ευρώ για τον Μάρτιο, το ποσό των 308,23 ευρώ για τον Απρίλιο, το ποσό των 565,09 ευρώ για τον Μάιο, το ποσό των 157,13 ευρώ για τον Ιούνιο, το ποσό των 196,42 ευρώ για τον Ιούλιο, το ποσό των 157,13 για τον Αύγουστο, το ποσό των 157,13 ευρώ για τον Σεπτέμβριο, το ποσό των 157,13 ευρώ για τον Οκτώβριο και το ποσό των 866,47 ευρώ για τον Νοέμβριο, και συνολικά το ποσό των 3.200,46 ευρώ, που αποτελεί τις καθαρές μηνιαίες αποδοχές του, β) για αποζημίωση απόλυσης, με δεδομένο ότι προσλήφθηκε την 04.05.2005 και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έγινε χωρίς προειδοποίηση την 30.11.2013 (χρόνος υπηρεσίας άνω των 8 ετών), το ποσό των 1.498,35 ευρώ [(42,81 ευρώ ημερομίσθιο X 30 ημερομίσθια) + 1/6 προσαύξηση], γ) για επίδομα εορτών Πάσχα 2013 το ποσό των 386,31 ευρώ, για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2013 το ποσό των 263,02 ευρώ και για επίδομα αδείας το ποσό των 262,96 ευρώ, και συνολικά το καθαρό ποσό των 912,29 ευρώ. 12) Ο δωδέκατος ενάγων δικαιούται να λάβει α) για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από έως 30.11.2013, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του, το ποσό των 572,16 ευρώ για τον Φεβρουάριο, το ποσό των 208,06 ευρώ για τον Μάρτιο, το ποσό των 378,29 ευρώ για τον Απρίλιο, το ποσό των 693,53 ευρώ για τον Μάιο, το ποσό των 187,68 ευρώ για τον Ιούνιο, το ποσό των 234,60 ευρώ για τον Ιούλιο, το ποσό των 187,68 για τον Αύγουστο, το ποσό των 187,68 ευρώ για τον Σεπτέμβριο, το ποσό των 187,68 ευρώ για τον Οκτώβριο και το ποσό των 1.029,80 ευρώ για τον Νοέμβριο, και συνολικά το ποσό των 3.867,16 ευρώ, όχι των 4.054,84 ευρώ, όπως εσφαλμένως υπολογίζεται στην κρινόμενη αγω που αποτελεί τις καθαρές μηνιαίες αποδοχές του, β) για αποζημίωση απόλυσης, με δεδομένο ότι προσλήφθηκε την 23.01.1991 και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έγινε χωρίς προειδοποίηση την 30.11.2013 (χρόνος υπηρεσίας άνω των 22 ετών), το ποσό των 7.355,60 ευρώ [(52,54 ευρώ ημερομίσθιο X 120 ημερομίσθια) + 1/6 προσαύξηση], γ) για επίδομα εορτών Πάσχα 2013 το ποσό των 460,59 ευρώ, για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2013 το ποσό των 312,63 ευρώ και για επίδομα αδείας το ποσό των 309,43 ευρώ, και συνολικά το καθαρό ποσό των 1.082,65 ευρώ, 13) Ο δέκατος τρίτος ενάγων δικαιούται να λάβει α) για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από έως 30.11.2013, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του, το ποσό των 143,12 ευρώ για τον Φεβρουάριο, το ποσό των 143,12 ευρώ για τον Μάρτιο, το ποσό των 178,90 ευρώ για τον Απρίλιο, το ποσό των 500,91 ευρώ για τον Μάιο, το ποσό των 143,12 ευρώ για τον Ιούνιο, το ποσό των 178,90 ευρώ για τον Ιούλιο, το ποσό των 143,12 για τον Αύγουστο, το ποσό των 143,12 ευρώ για τον Σεπτέμβριο, το ποσό των 143,12 ευρώ για τον Οκτώβριο και το ποσό των 731,62 ευρώ για τον Νοέμβριο, και συνολικά το ποσό των 2.449,05 ευρώ, που αποτελεί τις καθαρές μηνιαίες αποδοχές του, β) για αποζημίωση απόλυσης, με δεδομένο ότι προσλήφθηκε την 03.05.2006 και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έγινε χωρίς προειδοποίηση την 30.11.2013 (χρόνος υπηρεσίας άνω των 7 ετών), το ποσό των 4.165,93 ευρώ [(892,70 ευρώ μικτές μηνιαίες αποδοχές X 4 μήνες) + 1/6 προσαύξηση], γ) για επίδομα εορτών Πάσχα 2013 το ποσό των 273,79 ευρώ, για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2013 το ποσό των 232,36 ευρώ– και για επίδομα αδείας το ποσό των 229,44 ευρώ, και συνολικά το καθαρό ποσό των 735,59 ευρώ. Σημειωτέον, ότι οι ανωτέρω υπολογισμοί, όπως αυτοί πραγματοποιούνται στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής, πλην της αποζημίωσης απόλυσης του τρίτου, του τέταρτου και του έκτου των εναγόντων,” όπως ανωτέρω υπογραμμίστηκε, δεν αμφισβητούνται από τους εναγόμενους, οι οποίο μάλιστα υπολογίζουν τα ανωτέρω διεκδικούμενα ποσά σε μεγαλύτερο” ύψος.

Περαιτέρω, η άρνηση της καταβολής των ανωτέρω δεδουλευμένων αποδοχών στους ενάγοντες, υπό τις περιστάσεις που έλαβε χώρα, όπως αυτές ανωτέρω αναφέρθηκαν, και ιδίως λόγω της άνισης μεταχείρισής τους έναντι των λοιπών εργαζόμενων της επιχείρησης, στους οποίους συνεχιζόταν η καταβολή της μισθοδοσίας τους, του συνεχιζόμενου εμπαιγμού τους από τους εναγόμενους, οι οποίοι τους υπόσχονταν την εξόφληση των δεδουλευμένων τους στο μέλλον, προκειμένου να συνεχίσουν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην επιχείρηση, χωρίς ωστόσο να τηρούν τις σχετικές συμφωνίες, και των προσπαθειών των εναγομένων να μεταβιβάσουν τα πάγια στοιχεία της επιχείρησης, έτσι ώστε να μην μπορέσουν οι ενάγοντες να ικανοποιηθούν, ήταν ιδιαίτερα προσβλητική για την προσωπικότητά τους, και ιδίως για την επαγγελματική τους αξία και υπόληψη, και οδήγησε στην ηθική και κοινωνική τους απαξίωση, με αποτέλεσμα οι ίδιοι να υποστούν ηθική βλάβη από τη συνολική συμπεριφορά των εναγομένων, για τη χρηματική ικανοποίηση της οποίας πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν εις ολόκληρον το συνολικό ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ στον καθένα.

Τέλος, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη εταιρία κατέβαλε στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 500 ευρώ την 11.12.2013 και στην πέμπτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 1.200 ευρώ, και δη το ποσό των 700 ευρώ την 08.11.2013 και το ποσό των 500 ευρώ την 19.11.2013. Ωστόσο, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι τα ποσά αυτά δόθηκαν προς μερική εξόφληση της αποζημίωσης απόλυσής τους, δεδομένου μάλιστα ότι η εταιρία αρνείται μέχρι σήμερα την υποχρέωση αυτή, ισχυριζόμενη ότι οι ενάγοντες αποχώρησαν οικειοθελώς από την επιχείρηση. Αντιθέτως, τα ποσά αυτά, σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθούσε η εταιρία τα τελευταία έτη, δόθηκαν προκειμένου να καταλογιστούν στα προγενέστερα χρέη της εταιρίας έναντι των εν λόγω εναγόντων, στους οποίους όφειλε κατά το χρόνο αυτό ληξιπρόθεσμες αποδοχές ήδη από τον Ιούλιο του 2012, για τη διεκδίκηση των οποίων οι ενάγοντες άσκησαν την προγενέστερη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../03.06.2013 αγωγή, κατά τα προαναφερθέντα. Επομένως, το ποσό που δόθηκε στον πρώτο ενάγοντα καταλογίστηκε στις οφειλόμενες αποδοχές του μηνός Ιουλίου 2012, συνολικού ύψους 938,66 ευρώ, ενώ το ποσό που δόθηκε στην πέμπτη ενάγουσα καταλογίστηκε εν μέρει στις οφειλόμενες αποδοχές του μηνός Ιουλίου 2012, ύψους 995,59 ευρώ, και εν μέρει στις οφειλόμενες αποδοχές του μηνός Αυγούστου 2012, ύψους 1.119,07 ευρώ, δεκτής γενομένης ως βάσιμης κατ” ουσίαν της σχετικής αντένστασης των εναγόντων. Κατ” ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ” ουσίαν και Α) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να καταβάλει ως αποζημίωση απόλυσης 1) στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 6.561,44 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 30.11.2013, 2) στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 17.655,50 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 02.12.2013, 3) στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 6.555,50 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 02.12.2013 ,4) στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 4.141,20 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 02.12.2013, 5) στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 4.395,07 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 31.10.2013, 6) στον έκτο ενάγοντα το ποσό των 12.693,33 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 30.11.2013, 7) στον έβδομο ενάγοντα το ποσό των 30.280,49 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 30.11.2013, 8) στον όγδοο ενάγοντα το ποσό των 3.758,30 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 30.11.2013, 9) στον ένατο ενάγοντα το ποσό των 9.129,93 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 02.12.2013, 10) στον δέκατο ενάγοντα το ποσό των 24.189,47 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 11) στον εντέκατο ενάγοντα το ποσό των 1.498,35 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 30.11.2013, 12) στον δωδέκατο ενάγοντα το ποσό των 7.355,60 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 30.11.2013 και 13) στον δέκατο τρίτο ενάγοντα το ποσό των 4.165,93 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 30.11.2013, Β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της πρώτης εναγομένης να καταβάλει επιπλέον 1) στον πρώτο ενάγοντα α) για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας το ποσό των 3.864,90 ευρώ και β) για επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας 2013 το ποσό των 1.023,89 ευρώ, 2) στον δεύτερο ενάγοντα α) για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας το ποσό των 4.318,29 ευρώ και β) για επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας 2013 το ποσό των 1.023,89 ευρώ, 3) στον τρίτο ενάγοντα α) για το ποσό των 1.023,89 ευρώ, 3) στον τρίτο ενάγοντα α) για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας το ποσό των3.845,18 ευρώ και β) για επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας 2013 το ποσό των 1.106,43 ευρώ, 4) στον τέταρτο ενάγοντα   α) για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας το ποσό των 4.061,56 ευρώ και β) για επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας 2013 το ποσό των 1.154,10 ευρώ, 5) στην πέμπτη ενάγουσα α) για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας το ποσό των 3.107,32 ευρώ και β) για επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας 2013 το ποσό των 1.106,43 ευρώ, 6) στον έκτο ενάγοντα α) για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας ποσό των 3.570,23 ευρώ και β) για επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας 2013 το ποσό των 1.031,82 ευρώ, 7) στον έβδομο ενάγοντα α) για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας το ποσό των 3.927,30 ευρώ και β) για επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας 2013 το ποσό των 1.035,81 ευρώ, 8) στον όγδοο ενάγοντα α) για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας το ποσό των 3.786,50 ευρώ και β) για επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας 2013 το ποσό των 1.103,26 ευρώ, 9) στον ένατο ενάγοντα α) για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας το ποσό των 3.804,89 ευρώ και β) για επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας 2013 το ποσό των 1.112,97 ευρώ, 10) στον δέκατο ενάγοντα α) για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας το ποσό των 4.560,02 ευρώ και β) για επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας 2013 το ποσό των 1.176,83 ευρώ, 11) στον εντέκατο ενάγοντα α) για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας το ποσό των 3.200,46 ευρώ και β) για επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας 2013 το ποσό των 912,29 ευρώ, 12) στον δωδέκατο ενάγοντα α) για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας το ποσό των 3.867,16 ευρώ και β) για επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας 2013 το ποσό των 1.082,65 ευρώ, και 13) στον δέκατο τρίτο ενάγοντα α) για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας το ποσό των 2.449,05 ευρώ και β) για επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας 2013 το ποσό των 735,59 ευρώ, και δη με το νόμιμο τόκο, όσον αφορά τις δεδουλευμένες αποδοχές και τους μισθούς υπερημερίας από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση, όσον αφορά τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων από την 01.05.2013 και την 01.01.2014 αντίστοιχα, και όσον αφορά το επίδομα αδείας από το χρόνο λύσης της σχέσης εργασίας κάθε ενάγοντος, και Γ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 5.000 ευρώ σε κάθε ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ήτοι από την 26.04.2014. Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι δυνατόν από την καθυστέρηση της εκτέλεσης της απόφασης αυτής να προκληθεί σημαντική ζημία στους ενάγοντες, και για το λόγο αυτό η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί ολικώς προσωρινώς εκτελεστή ως προς την καταψηφιστική της διάταξη, κατά αποδοχή του σχετικού παρεπόμενου αιτήματος των εναγόντων ως και ουσιαστικά βάσιμου, λόγω και της φύσης των επιδικαζόμενων κονδυλίων ως εργατικών απαιτήσεων (άρθρα 907 και 908 παρ.1 εδ.ε” ΚΠολΔ). Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, κατόπιν σχετικού τους αιτήματος, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των εναγομένων, ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας τους (άρθρα 176 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων. ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την πρώτη εναγόμενη να καταβάλει 1) στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των έξι χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα ενός ευρώ και σαράντα τεσσάρων λεπτών (6.561,44 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την 30.11.2013,  στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των δέκα επτά χιλιάδων εξακοσίων πενήντα πέντε ευρώ και πενήντα λεπτών (17.655,50 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την 3) στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των έξι χιλιάδων πεντακοσίων πενήντα πέντε ευρώ και πενήντα λεπτών (6.555,50 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την 02.12.2013, 4) στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εκατόν σαράντα ενός ευρώ και είκοσι λεπτών (4.141,20 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την 02.12.2013, 5) στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τριακόσιων ενενήντα πέντε ευρώ και επτά λεπτών (4.395,07 ευρώ) με το νόμιμο  τόκο από την 31.10.2013, 6) στον έκτο ενάγοντα το ποσό των δώδεκα χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα τριών ευρώ και τριάντα τριών λεπτών (12.693,33 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την 30.11.2013, 7) στον έβδομο ενάγοντα το ποσό των τριάντα χιλιάδων διακοσίων ογδόντα ευρώ και σαράντα εννέα λεπτών (30.280,49 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την 30.11.2013, 8) στον όγδοο ενάγοντα το ποσό των τριών χιλιάδων επτακοσίων πενήντα οκτώ ευρώ και τριάντα λεπτών (3.758,30 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την 30.11.2013, 9) στον ένατο ενάγοντα το ποσό των εννέα χιλιάδων εκατόν είκοσι εννέα ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών (9.129,93 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την 02.12.2013, 10) στον δέκατο ενάγοντα το ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων εκατόν ογδόντα εννέα ευρώ και σαράντα επτά λεπτών (24.189,47 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την 02.12.2013, 11) στον εντέκατο ενάγοντα το ποσό των χιλίων τετρακοσίων ενενήντα οκτώ ευρώ και τριάντα πέντε λεπτών (1.498,35 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την 30.11.2013, 12) στον δωδέκατο ενάγοντα το ποσό των επτά χιλιάδων τριακόσιων πενήντα πέντε ευρώ και εξήντα λεπτών (7.355,60 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την” 30.11.2013 και 13) στον δέκατο τρίτο ενάγοντα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων άκατόν  εξήντα πέντε ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών (4.165,93 ευρώ) με to νόμιμο τόκο από την 30.11.2013 ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη προσωρινώς εκτελεστή. ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση της πρώτης εναγομένης να καταβάλει επιπλέον 1) στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων οκτακόσιων ογδόντα οκτώ ευρώ και εβδομήντα εννέα λεπτών (4.888,79 ευρώ), 2) στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων τριακόσιων σαράντα δύο ευρώ και δέκα οκτώ λεπτών (5.342,18 ευρώ), 3) στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα ενός ευρώ και εξήντα ενός λεπτών (4.951,61 ευρώ), 4) στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων διακοσίων δεκαπέντε ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (5.215,66 ευρώ), 5) στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων δεκατριών ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (4.213,75 ευρώ), 6) στον έκτο ενάγοντα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων δύο ευρώ και πέντε λεπτών (4.602,05 ευρώ), 7) στον έβδομο ενάγοντα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα τριών ευρώ και έντεκα λεπτών (4.963,11 ευρώ), 8) στον όγδοο ενάγοντα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων οκτακόσιων ογδόντα εννέα ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (4.889,76 ευρώ), 9) στον ένατο ενάγοντα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων δέκα επτά ευρώ και ογδόντα έξι λεπτών (4.917,86 ευρώ), 10) στον δέκατο ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων επτακοσίων τριάντα έξι ευρώ και ογδόντα πέντε λεπτών (5.736,85 ευρώ), 11) στον εντέκατο ενάγοντα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εκατόν δώδεκα ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (4.112,75 ευρώ), 12) στον δωδέκατο ενάγοντα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα εννέα ευρώ και ογδόντα ενός λεπτών (4.949,81 ευρώ) και 13) στον δέκατο τρίτο ενάγοντα το ποσό των τριών χιλιάδων εκατόν ογδόντα τεσσάρων ευρώ και εξήντα τεσσάρων λεπτών (3.184,64 ευρώ), και δη όλα τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης. ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον σε κάθε ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000), με το νόμιμο τόκο από την 26.04.2014. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εναγόμενους στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των επτά χιλιάδων πεντακοσίων (7.500) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του στη Θεσσαλονίκη, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους την 22η Οκτωβρίου 2014 Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

29

Nov

2014

ΕιρΘεσ/νίκης 7024/2014 Διαδικασία υπερχρεωμένων νοικοκυριών .Συνταξιούχος καθαρίστρια με συνολικές οφειλές 110.961,87 Ρύθμιση του χρέους με μηνιαίες καταβολές ποσού 50 προς την πιστώτρια τράπεζα επί 36 μήνες, εξαίρεση εκποίησης της κύριας κατοικίας , επιβολή υποχρέωσης καταβολής μηνιαίων δόσεων επί 180 μήνες ποσού 166,80 για τη διάσωση της κύριας κατοικίας

Δικαστική διαδικασία υπερχρεωμένων νοικοκυριών.Συνταξιούχος καθαρίστρια με συνολικές οφειλές 110.961,87€- υπαγωγή στη ρύθμιση και προστασία, Απόρριψη του ισχυρισμού της καθ” ης τράπεζας ότι η αιτούσα περιήλθε με δική της υπαιτιότητα σε αδυναμία πληρωμής διότι γνώριζε όταν έλαβε τα δάνεια κατά το έτος 2008 ότι δύο χρόνια αργότερα πρόκειται να συνταξιοδοτηθεί. Κρίση του Δικαστηρίου ότι υποβάλλοντας την αίτηση για συνταξιοδότησή της κατά το έτος 2010, δεν ήταν σε θέση, μολονότι αιτήθηκε την καταβολή μειωμένης σύνταξης, να γνωρίζει ότι θα λάβει ποσό σύνταξης μειωμένο τόσο, ώστε να μην μπορεί να εξυπηρετεί τα δάνειά της, αφού όπως είναι γνωστό και στο Δικαστήριο από τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά το έτος 2011 που έλαβε τη σύνταξή της, είχαν ήδη αρχίσει μεσούσης της οικονομικής κρίσης, οι περικοπές των συντάξεων.Ρύθμιση του χρέους με μηνιαίες καταβολές ποσού 50€ προς την πιστώτρια τράπεζα επί 36 μήνες, εξαίρεση εκποίησης της κύριας κατοικίας , επιβολή υποχρέωσης καταβολής μηνιαίων δόσεων επί 180 μήνες ποσού 166,80€ για τη διάσωση της κύριας κατοικίας. Παρά τις μικρές καθοριζόμενες δόσεις το Δικαστήριο δεν θα προβεί σε επανασυζήτηση της υπόθεσης καθώς δεν υπάρχει προοπτική βελτίωσης των οικονομικών δεδομένων της αιτούσας

29 Νοεμβρίου, 2014

Αριθμός 7024/2014

ΕΚΟΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Ειρηνοδίκη Ευδοκία Σελησίου, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Ειρηνοδικείου και από τη Γραμματέα Χριστίνα Μαραγκάκη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 17η Μαρτίου 2014, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των διαδίκων:

ΑΙΤΟΥΣΑΣ:    …………….. του ……………..κατοίκου Θεσσαλονίκης (οδός ……………………….), η οποία παραστάθηκε μαζί με την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Θεοδώρου (Α.Μ: 6874).

ΤΗΣ ΜΕΤΕΧΟΥΣΑΣ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΡΙΑΣ, η οποία κατέστη διάδικος μετά τη νόμιμη κλήτευσή της (άρθρα 5 Ν.3869/2010 και 748 παρ.2 ΚΠολΔ) και παρίσταται ως εξής: Της …………………………………………. με την επωνυμία ……………………………… όπως μετονομάστηκε η τράπεζα με την επωνυμία …………………………….., καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………………………..η οποία δεν εμφανίστηκε, ενώ στη θέση της εμφανίστηκε ως ειδική διάδοχος η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «…………………, που εδρεύει στην ……(οδός ……………..) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ελένης Νιαουνάκη (A.Μ: 1435), ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΕ ΚΥΡΙΑ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ.

Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή, η από 19-3-2012 και με αριθμ. έκθ. κατάθ. 5687/11-4-2012 αίτησή της που απευθύνεται προς το Δικαστήριο αυτό, για όσους λόγους επικαλείται σ’ αυτή.Κατά την εκφώνηση των υποθέσεων από το σχετικό πινάκιο στη σειρά τους και κατά τη συζήτησή τους στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την με αριθμ. 1613Γ’/ 24.4.2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Αστέριου Γεωργούδα που προσκομίζει και επικαλείται η αιτούσα, επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτησή της για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα (άρθρ.122, 126 παρ.1δ’,129 παρ.1 ΚΠολΔικ) και εμπρόθεσμα (άρθρ. 5 παρ.1 του Ν.3869/2010), στην καθ’ ης πιστώτρια. Η τελευταία όμως δεν παραστάθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο και συνεπώς πρέπει να δικαστεί ερήμην, ωστόσο η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 754 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη αίτησή της, η αιτούσα, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς την αναφερόμενη σ’ αυτή(αίτηση) πιστώτριά της, ζητεί, όπως σαφώς συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της αίτησης, τη ρύθμιση αυτών, με την εξαίρεση της κύριας κατοικίας της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλει, με σκοπό την κατά ένα μέρος απαλλαγή της από αυτά.Με το παραπάνω περιεχόμενο η αίτηση, αρμόδια φέρεται για συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό, κατά τη διαδικασία της εκούσιας διαδικασίας των άρθρων 741 επ. ΚΠολΔ (άρθρο 3 Ν. 3869/2010). Για το παραδεκτό της α) τηρήθηκε το στάδιο του εξωδικαστικού συμβιβασμού που προβλεπόταν από την παρ.2 του άρθρου 4 του Ν.3869/2010 που εξακολουθεί να ισχύει όμως για τις εκκρεμούσες αιτήσεις (άρθρ. 19 παρ. 3 Ν. 4161/2013), με τη διαμεσολάβηση προσώπων απ’ αυτά που έχουν τη σχετική εξουσία από το νόμο (βλ. άρθρο 2 Ν. 3869/2010), ο οποίος απέτυχε, (βλ. την από 30-3-2012 βεβαίωση αποτυχίας της διαμεσολαβήτριας δικηγόρου Θεσσαλονίκης Θεοδώρας Θεοδώρου) β) κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 από την αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού και γ) δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση της απούσας για τη ρύθμιση των χρεών της στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτησή της για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ’ άρθρο 13 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 (βλ. σχετικές βεβαιώσεις του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, καθώς και της Γραμματέως του παρόντος Δικαστηρίου). Παραδεκτά εισάγεται για συζήτηση μετά: α) την εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση της μετέχουσας πιστώτριας με την επίδοση σε αυτήν αντιγράφου της αίτησης με την πράξη ορισμού δικασίμου (άρθρ. 5 παρ. 1 Ν. 3869/2010 όπως τροπ. με άρθρο 85 Ν. 3996/2011), β) την εμπρόθεσμη κατάθεση στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού των εγγράφων του άρθρου 4 παρ. 2 και 4 Ν.3869/2010 (βεβαίωση αποτυχίας εξωδικαστικού συμβιβασμού, υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων κλπ.), γ) την αποτυχία του δικαστικού συμβιβασμού. Η αίτηση είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα κατά νόμο (άρθ. 4 παρ. 1 Ν.3869/2010) στοιχεία, ήτοι:   1) μόνιμη αδυναμία πληρωμής τωνληξιπρόθεσμων οφειλών της αιτούσας-φυσικού προσώπου, 2) κατάσταση της περιουσίας της και των εισοδημάτων της, 3) κατάσταση των πιστωτριών της και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, 3) σχέδιο διευθέτησης των οφειλών της, και 4) αίτημα ρύθμισης αυτών με σκοπό την προβλεπόμενη από το νόμο απαλλαγή τους (Ε. Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη, Αρμεν. 64-Ανάτυπο, σελ. 1477), απορριπτομένων των σχετικών αναφορικά με θέματα πέραν των ως άνω απαιτουμένων για το ορισμένο της αιτήσεως ισχυρισμών της πιστώτριας περί αοριστίας της (αιτήσεως), τα οποία αφορούν την αποδεικτική διαδικασία. Περαιτέρω, η αίτηση είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 8, 9 και 11 του Ν. 3869/2010, όπως ισχύει σήμερα μετά την τελευταία τροποποίησή του με το νόμο 4161/2013. Εφόσον δε, δεν επιτεύχθηκε δικαστικός συμβιβασμός μεταξύ της απούσας και της πιστώτριάς της, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «……………………………..», που εδρεύει στην ….. (οδός ………………..και εκπροσωπείται νόμιμα, με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ελένης Νιαουνάκη (Α.Μ: 1435), που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, δικαιολογώντας το έννομο συμφέρον της, δήλωσε ότι παρεμβαίνει κυρίως στην δίκη, ως ειδική διάδοχος, της …………………………………………. με την επωνυμία «……………………………», όπως μετονομάστηκε η τράπεζα με την επωνυμία «…………………………….. καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία«………………………………..»Α.Ε». Η εν λόγω παρέμβαση ασκήθηκε παραδεκτά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 54 παρ. 1 εδ. β’ του ΠτΚ, που πρέπει να εφαρμοσθεί κατ’ άρθρ. 15 του Ν. 3869/2010 (βλ. Αθ. Κρητικός, Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, δεύτερη έκδ. (2012), σελ. 83-86, αριθ. 7-11, ΕιρΑΘ 48/2011, ΕιρΑΘ 68/2011), κατά παράκαμψη της αντίστοιχης διατάξεως του άρθρου 752 παρ.1 ΚΠολΔ. (Π. Αρβανιτάκης, Η Εκούσια Δικαιοδοσία ως διαδικαστικό πλαίσιο του Ν.3869/2010 για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), είναι νόμιμη, και πρέπει συνεκδικαζόμενη με την αίτηση, να ερευνηθεί κατ’ ουσία.

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της απούσας, στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου (η μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια δεν πρότεινε και δεν εξέτασε μάρτυρα), η οποία εκτιμάται καθ’ εαυτή, αλλά και σε συνδυασμό προς τις λοιπές αποδείξεις, από τα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε προκειμένου να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρ.336 παρ. 3 και 395 του ΚΠολΔ.), από τις ομολογίες των διαδίκων που προκύπτουν από τους ισχυρισμούς (άρθρ.261, 352, 339 του ΚΠολΔικ), και από τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία λαμβάνει αυτεπαγγέλτως το Δικαστήριο υπόψιν και χωρίς απόδειξη, (άρθρ.336 παρ.1 και 4 του ΚΠολΔικ) αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η αιτούσα…………….., είναι 60 ετών, είναι διαζευγμένη κι έχει δύο ενήλικα τέκνα, μη προστατευόμενα μέλη. Εργαζόταν επί σειρά ετών ως καθαρίστρια, έως ότου το έτος 2010 υπέβαλλε τα απαιτούμενα δικαιολογητικά προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί, κι έτσι, σήμερα, είναι συνταξιούχος του Ι.Κ.Α, από το οποίο λαμβάνει μειωμένη σύνταξη γήρατος, ύψους μηνιαίως 420,49 ευρώ, που αποτελεί και το μοναδικό της εισόδημα επί του παρόντος, καθώς έχει προσδοκία συνταξιοδότησης από τη Γερμανία όπου είχε εργαστεί επί πενταετία, πλην όμως τη σύνταξη που δικαιούται, ύψους 198,10 ευρώ, πρόκειται να τη λάβει μετά την 17-5-2020. Οι οικογενειακές της δαπάνες, ανέρχονται σ’ αυτές που απαιτούνται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της ιδίας. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, η αιτούσα είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένα, κι ο εκτοκισμός τους συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθ. 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010), για τα οποία υφίστανται οφειλές και συγκεκριμένα οι εξής: α) από στεγαστικό δάνειο, το οποίο έχει ήδη καταγγελθεί, η αιτούσα οφείλει στην καθ’ ης πιστώτρια, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα την 10-3-2014, το ποσό των 67.929,86 ευρώ, και β) από επισκευαστικό δάνειο το οποίο έχει ήδη καταγγελθεί, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα, την 10-3- 2014, το ποσό των 38.375,11 ευρώ. Οι απαιτήσεις της άνω τράπεζας από τα δάνεια αυτά είναι εξασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με προσημείωση στην κύρια κατοικία της απούσας, για την οποία θα γίνει λόγος εκτενώς κατωτέρω, πλην όμως δεν προσκομίστηκαν στοιχεία για το επιτόκιο ενήμερης οφειλής ώστε να υπολογιστεί η τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης, αφού μέχρι τότε συνεχίζουν να εκτοκίζονται (άρθ. 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010). Επομένως, η αιτούσα οφείλει συνολικά στην πιστώτριά της, το ποσό των 106.304,97 ευρώ.

Στο σημείο αυτό, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Οι οφειλές της απούσας στην πιστώτριά της, όπως κατά τα ως άνω έχουν πλέον διαμορφωθεί, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, σύμφωνα με την από 16-11-2011 αναλυτική κατάσταση που της είχε χορηγηθεί από την καθ’ ης, ήταν:        α) υπόλοιπο από στεγαστικό δάνειο εμπραγμάτως ασφαλισμένο, ύψους μαζί με τους τόκους 72.733,14 ευρώ, β) υπόλοιπο από επισκευαστικό δάνειο εμπραγμάτως ασφαλισμένο, ύψους μαζί με τους τόκους 34.100,64 ευρώ, και γ) υπόλοιπο από τη χρήση μιας πιστωτικής κάρτας, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα, ύψους 4.128,09 ευρώ. Ήτοι η συνολική οφειλή της στην πιστώτριά, ανέρχονταν στα 110.961,87 ευρώ. Η ειδική διάδοχος της καθ’ ης, όπως δήλωσε και δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της στο ακροατήριο, δεν διατηρεί πλέον απαίτηση από την πιστωτική κάρτα, καθώς όπως προκύπτει και από την από 1-10-2012 εξώδικη δήλωση συμψηφισμού – γνωστοποίηση που επιδόθηκε στην αιτούσα, δυνάμει ρητού όρου της σύμβασης της πιστωτικής κάρτας, η τράπεζα είχε το δικαίωμα απεριορίστου συμψηφισμού των απαιτήσεών της από τη σύμβαση αυτή προς οποιαδήποτε ανταπαίτηση της απούσας και επειδή αυτή τηρούσε λογαριασμό ταμιευτηρίου ως συνδικαιούχος με τη μητέρα της ……………………………….., στις 14-5-2012 έκλεισε τον λογαριασμό και στις 29-8-2012 προέβη σε συμψηφισμό μέρους του λογαριασμού ταμιευτηρίου, που η αιτούσα τηρούσε στην τράπεζα, ύψους 4.678,97 ευρώ, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της απαίτησης από τη σύμβαση της πιστωτικής κάρτας. Ομοίως για τους ανωτέρω λόγους και κατόπιν εφαρμογής του σχετικού όρου της συμβάσεως του πρώτου στεγαστικού δανείου, όπως προκύπτει από την προσαγόμενη από 1-10-2012 εξώδικη δήλωση συμψηφισμού και καταγγελία σύμβασης που επιδόθηκε στην αιτούσα, η τράπεζα στις 14-5- 2012 έκλεισε το λογαριασμό με υπόλοιπο 73.721,18 ευρώ και στις 29-8-2012 προέβη σε συμψηφισμό του κατά τα ως άνω λογαριασμού ταμιευτηρίου της απούσας, μέρους της απαίτησής της, ύψους 10.866,87 ευρώ, σε μερική εξόφληση της απαίτησης από τη σύμβαση στεγαστικού δανείου, καταγγέλοντας συγχρόνως αυτή, καλώντας την αιτούσα να καταβάλει το υπόλοιπο, όπως είχε διαμορφωθεί μετά το συμψηφισμό. Έτσι, οι οφειλές της απούσας στην καθ’ ης πιστώτριά της, έχουν διαμορφωθεί ως ανωτέρω, απορριπτομένου του ισχυρισμού της ότι το συνολικό ποσό ύψους 15.545,84 ευρώ που συμψηφίστηκε έπρεπε να συνυπολογιστεί στις οφειλές της και να αφαιρεθεί μετά τη ρύθμιση των χρεών της από το ποσό του 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας της που θα καλούνταν να καταβάλει. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η απούσα, έχει πάψει να εξυπηρετεί τα δάνειά της, και έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές της, στην κατάσταση δε αυτή περιήλθε, λόγω του μειωμένου εισοδήματος προερχόμενο από τη σύνταξη που λαμβάνει, το οποίο δεν της επιτρέπει να καλύπτει της ανάγκες της διαβίωσής της και τις δανειακές της υποχρεώσεις ταυτοχρόνως.

Ο ισχυρισμός της παρεμβαίνουσας πιστώτριας ότι η αιτούσα περιήλθε με δική της υπαιτιότητα σε αδυναμία πληρωμής, διότι γνώριζε όταν έλαβε τα δάνεια κατά το έτος 2008, ότι δύο χρόνια αργότερα πρόκειται να συνταξιοδοτηθεί με μειωμένη σύνταξη, οπότε και δεν θα μπορούσε να καλύψει τις δόσεις τους, είναι ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς όπως αποδείχθηκε, τα δύο στεγαστικά δάνεια ελήφθησαν από την αιτούσα από άλλο πιστωτικό ίδρυμα, κατά το έτος 2001 οπότε και προέβη στην αγορά της κύριας κατοικίας της, ενώ το 2008, έγινε η εκταμίευση των δανείων αυτών από την καθ’ ης, προς εξόφληση των δανείων και μεταφορά τους στην τελευταία, όπως προκύπτει από τις καρτέλες καταγγελίας των συμβάσεων που η ειδική διάδοχος της καθ’ ης η αίτηση «………………»προσκομίζει. Άλλωστε, η αιτούσα εξυπηρετούσε τα δάνειά της μέχρις ότου συνταξιοδοτηθεί, υποβάλλοντας δε την αίτηση για συνταξιοδότησή της κατά το έτος 2010, δεν ήταν σε θέση, μολονότι αιτήθηκε την καταβολή μειωμένης σύνταξης, να γνωρίζει ότι θα λάβει ποσό σύνταξης μειωμένο τόσο, ώστε να μην μπορεί να εξυπηρετεί τα δάνειά της, αφού όπως είναι γνωστό και στο Δικαστήριο από τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά το έτος 2011 που έλαβε τη σύνταξή της, είχαν ήδη αρχίσει μεσούσης της οικονομικής κρίσης, οι περικοπές των συντάξεων.

Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι στην αιτούσα, ανήκει το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας, επί ενός διαμερίσματος του τρίτου ορόφου πολυκατοικίας, που βρίσκεται επί της οδού ……………………………. Θεσσαλονίκης, εμβαδού μικτού 86 τ.μ και καθαρού 58,81 τ.μ, αποτελούμενο από δύο δωμάτια, κουζινοτραπεζαρία – καθιστικό και μπάνιο, μαζί με το παρακολούθημα αυτού, ήτοι μία υπόγεια αποθήκη, με αριθμ. 3, εμβαδού 6,45 ι.μ., αντικειμενικής αξίας (του διαμερίσματος μαζί με την αποθήκη) 37.531,77 ευρώ (βλ. φύλλα υπολογισμού, αξίας διαμερίσματος και αποθήκης). Το διαμέρισμα αυτό αποτελεί την κύρια κατοικία της απούσας, και η αξία της δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή της από την εκποίηση. Για τη διάσωση λοιπόν της κύριας κατοικίας της η αιτούσα πρέπει να καταβάλει μέχρι το 80% της αντικειμενικής αξίας της, κατ’ άρθρ.9 παρ.2 του Ν.3869/2010, όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής (παρ.2) αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρ. 17 του Ν.4161/2013 σε συνδυασμό με την παρ.3 του άρθρ. 19 του ίδιου νόμου, δηλαδή ποσό μέχρι αυτό των 30.025,41 ευρώ. Περαιτέρω, περιουσιακό στοιχείο της απούσας, είναι ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, επί ενός οικοπέδου με αριθμ. 9, που βρίσκεται στο Ο.Τ 2 της ………………………, της ……………………………………………………………………………Περιφέρειας ………………, αντικειμενικής αξίας (του ποσοστού αυτού) 5.075,48 ευρώ, και εμπορικής που δεν υπερβαίνει τα 5.000 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω συντρέχουν στο πρόσωπο της απούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στην ρύθμιση του νόμου 3869/2010 και ειδικότερα των άρθρων 8 παρ.2 και 9 παρ. 1 και 2, καθώς όπως προαναφέρεται, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας της. Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρυθμίσεως, όπως προαναφέρθηκε, το εισόδημα της απούσας, προερχόμενο από τη σύνταξή της, ανέρχεται σε 420,49 ευρώ, ενόψει δε αυτού, το προς διάθεση στην πιστώτριά της ποσό, που πρέπει να καταβάλει η απούσα, δεδομένου και του ύψους των χρεών της ανέρχεται στο ποσό των 50 ευρώ, καθώς το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας το γεγονός ότι η ίδια κατά τα αναφερόμενα στην αίτησή της δύναται να καλύψει τα έξοδα διαβίωσής της με το ποσό των 400 ευρώ και προτείνει στην πιστώτριά της ποσό 20 ευρώ, κρίνει ότι στην παρούσα φάση, η αιτούσα είναι σε θέση να διαθέσει το ποσό αυτό από το εισόδημά της για την ικανοποίηση μέρους των απαιτήσεων της πιστώτριάς της. Η ρύθμιση των χρεών της θα γίνει με μηνιαίες καταβολές ποσού πενήντα (50) ευρώ απευθείας στην πιστώτριά της ……………………….(κυρίως παρεμβαίνουσα ως ειδική διάδοχος της κατά τα ως άνω αρχικής της πιστώτριάς), επί τριετία (36 ισόποσες δόσεις), που θα αρχίζουν ένα μήνα μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, κατ’ αρθ. 8 παρ 2 Ν 3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 παρ.2 του Ν.4161/2013), ενώ μολονότι ορίζονται μικρού ύψους καταβολές, το Δικαστήριο δεν θα προβεί κατ’ άρθρο 8 παρ. 5 Ν. 3869/2010 σε επανασυζήτηση της υπόθεσης, καθώς δεν υπάρχει καμία προοπτική βελτίωσης των οικονομικών δεδομένων της απούσας. Το συνολικό ποσό των οφειλών της απούσας στην καθ’ ης πιστώτριά, ανέρχεται στα 106.304,97 ευρώ και μετά το τέλος της τριετίας, θα έχει καταβάλει ποσό 1.800 ευρώ, απομένοντας υπόλοιπο 104.504,97 ευρώ. Η ικανοποίηση των υπολοίπων απαιτήσεων της πιστώτριάς θα γίνει με περαιτέρω καταβολές προς διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσας, που σύμφωνα με το νόμο μπορεί να ανέλθει μέχρι το 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, δηλαδή μέχρι του ποσού των 30.025,41 ευρώ [το 80% της αντικειμενικής αξίας των 37.531,77 ευρώ). Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο τηςαποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Θα ξεκινήσει τρία χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, ο δε χρόνος εξόφλησής του πρέπει να οριστεί σε 15 χρόνια, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των χρεών της απούσας, της οικονομικής της δυνατότητας και της ηλικίας της. Οι μηνιαίες δόσεις που Θα καταβάλει η αιτούσα στα πλαίσια της ρύθμισης αυτής ανέρχονται στο παρακάτω μηνιαίο ποσό. Το αντιστοιχούν μηνιαίο ποσό προς κάλυψη του ποσού των 30.025,41 (το 80%) ανέρχεται στο ποσό των 166,80 ευρώ (30.025,41/ 180 μήνες), το οποίο θα καταβάλει η αιτούσα με συνεχείς 180 μηνιαίες καταβολές, (καταβολές 15 ετών). Οι παραπάνω ρυθμίσεις, θα συνδυαστούν, όπως προαναφέρεται, μ’ αυτή του άρθρου 9 παρ. 1 με την εκποίηση του προαναφερομένου ακινήτου της απούσας, καθόσον κρίνεται, ενόψει και της προαναφερόμενης αξίας του, ότι μπορεί να αποφέρει αξιόλογο τίμημα για την εν μέρει ικανοποίηση της πιστώτριάς της (άρθρο 9 παρ. 1 του νόμου). Για το σκοπό αυτό πρέπει να ορισθεί εκκαθαριστής από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων τον προβλεπόμενο στο άρθρο 371 ΚΠολΔ κατά το διατακτικό, και συγκεκριμένα η Δικηγόρος Θεσσαλονίκης, Ραφτοπούλου Σταυρούλα, οδός Φράγκων, αριθμ. 3, (Α.Μ:5804), η οποία αφού ειδοποιηθεί από τη γραμματεία του Δικαστηρίου με σχετική σημείωση στο αλφαβητικό ευρετήριο του άρθρου 13 του Ν. 3869/2010, θα προβεί στην ελεύθερη εκποίηση κατά τον πλέον πρόσφορο τρόπο, όπως π.χ. αγγελία στο διαδίκτυο, μια προσφορά στην πιστώτρια ή οποιοδήποτε μέσο κρίνει πρόσφορο, με ελάχιστο τίμημα το ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο είτε θα καταβληθεί εφάπαξ με την υπογραφή του μεταβιβαστικού συμβολαίου, είτε τούτο θα αποτελέσει προϊόν δανείου από κάποιο πιστωτικό ίδρυμα με διασφαλισμένους όρους, είτε τέλος με την πίστωση του τιμήματος υπό τον όρο της διαλυτικής αίρεσης μεταβίβασης της κυριότητας μέχρι την εξόφληση αυτού (τιμήματος). Επίσης η εν λόγω εκκαθαριστής κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 9 του Πτωχ. Κώδικα πρέπει να επιμεληθεί την εγγραφή της παραπάνω απόφασης στο οικείο Υποθηκοφυλακείο του τόπου του ακινήτου. Στη συνέχεια κατ’ αναλογική εφαρμογή των αναφερομένων παρακάτω διατάξεων του πτωχευτικού κώδικα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 του Ν. 3869/2010 και σε περίπτωση ανεύρεσης αγοραστή, ο οποίος θα προσφέρει το παραπάνω τίμημα και θα δύναται να τηρήσει και τους προαναφερόμενους όρους ως προς την καταβολή αυτού θα καταρτίσει το σχετικό συμβόλαιο μεταβίβασης. Στη συνέχεια, αφού επιδώσει στο Δημόσιο είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν την κατάρτιση του παρακάτω αναφερομένου πίνακα διανομής και προβεί στη δημοσίευση στο Δελτίο Δικαστικών δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν του εν λόγω πίνακα διανομής ανακοίνωσης αφ’ ενός περί επίτευξης του σχετικού τιμήματος από την εκποίηση του ακινήτου και αφ’ ετέρου ότι μετά την παρέλευση των παραπάνω προθεσμιών, θα προβεί στην κατάρτιση του πίνακα διανομής (άρθρο 161 Πτωχ. Κώδικα), ο οποίος θα τοιχοκολληθεί στο παρόν Ειρηνοδικείο και ότι εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την εν λόγω τοιχοκόλληση θα έχουν δικαίωμα να υποβάλλουν ανακοπή κατ’ αυτού τόσο η μετέχουσα στη ρύθμιση πιστώτρια όσο και οι εξαιρούμενοι αυτής αναφερόμενοι στην παρ.2 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, καθόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι οι εν λόγω πιστωτές (του άρθρου 1 παρ.2) πρέπει να ικανοποιηθούν από το τίμημα της εν λόγω εκποιήσεως, αφού ο νομοθέτης εξαίρεσε αυτούς της ρύθμισης του άρθρου 4 του Ν. 3869/2010 προς όφελος τους, το οποίο (όφελος) πραγματώνεται με την εν λόγω ρύθμιση. Στη συνέχεια θα προβεί στην κατάρτιση του πίνακα διανομής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 154, 155 επ. του Πτωχ. Κώδικα σε συνδυασμό με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 του Ν. 3869/2010 και μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δεκαπέντε (15) ημερών από την τοιχοκόλληση στο Ειρηνοδικείο του πίνακα διανομής θα προβεί στη διανομή του ποσού της εκποίησης εφόσον όμως δεν ασκηθούν ανακοπές κατ’ αυτού. Προκειμένου δε να αντιμετωπισθούν τα πρώτα έξοδα της εκποιήσεως κρίνεται απαραίτητο από το Δικαστήριο, κατά αναλογική εφαρμογή των διατάξεων της παρ 4 του άρθρου 5 του πτωχευτικού κώδικα, η οποία προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 15 του Ν.3869/2010, να υποχρεωθεί η αιτούσα εντός μηνός από τη δημοσίευση της παρούσας, να καταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό των 100 ευρώ, και να προσκομίσει στη συνέχεια στη γραμματεία του Δικαστηρίου το σχετικό γραμμάτιο, το οποίο θα παραλάβει η εκκαθαριστής μόλις αναλάβει τα καθήκοντά της. Κατόπιν τούτων η κρινόμενη αίτηση και η κύρια παρέμβαση πρέπει να γίνουν δεκτές ως  βάσιμες και κατ’ ουσία και να ρυθμιστούν οι οφειλές της αιτούσας σύμφωνα με το διατακτικό. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 6 του Ν. 3869/2010.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της καθ’ ης πιστώτριας και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, την αίτηση και την προφορικά ασκηθείσα κύρια παρέμβαση.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.

ΔΕΧΕΤΑΙ την κύρια παρέμβαση.

ΡΥΘΜΙΖΕΙ τα χρέη της αιτούσας με μηνιαίες καταβολές ποσού πενήντα (50,00) ευρώ προς την πιστώτριά της, επί τριάντα έξι (36) συνεχείς μήνες, οι οποίες θα αρχίζουν ένα μήνα μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης.

ΕΞΑΙΡΕΙ της εκποίησης την κύρια κατοικία της αιτούσας, ήτοι ένα διαμέρισμα του τρίτου ορόφου πολυκατοικίας, που βρίσκεται επί της οδού ……………….. στ……….Θεσσαλονίκης, εμβαδού μικτού 86 τ.μ και καθαρού 58,81 τ.μ, αποτελούμενο από δύο δωμάτια, κουζινοτραπεζαρία – καθιστικό και μπάνιο, μαζί με το παρακολούθημα αυτού, ήτοι μία υπόγεια αποθήκη, με αριθμ. 3, εμβαδού 6,45 τ.μ.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αιτούσα την υποχρέωση να καταβάλει μηνιαίως και επί εκατόν ογδόντα (180) συνεχείς μήνες στην πιστώτριά της για τη διάσωση της κατοικίας της, το ποσό των εκατόν εξήντα έξι ευρώ και ογδόντα λεπτών (166,80). Η καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων θα ξεκινήσει την 1η ημέρα του πρώτου μήνα τρία χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης και θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής,

σύμφωνα με ίο στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την αιτούσα να καταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό των 100 ευρώ και να καταθέσει το σχετικό γραμμάτιο στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την ελεύθερη εκποίηση με τον πλέον πρόσφορο τρόπο του περιουσιακού στοιχείου της απούσας που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας με τουλάχιστον το ελάχιστο τίμημα και τους όρους που επίσης αναφέρονται στο ιστορικό της παρούσας.

ΟΡΙΖΕΙ εκκαθαριστή η οποία θα προβεί στην κατά τα ως άνω εκποίηση, την Δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ραφτοπούλου Σταυρούλα, οδός Φράγκων, αριθμ. 3, (Α.Μ:5804).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, στη Θεσσαλονίκη στις 2 Οκτωβρίου 2014, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

23

Nov

2014

ΕιρΘεσ/νίκης 7023/2014 Ν. 3869/2010 -υπερχρεωμένα νοικοκυριά-μηδενικές καταβολές στη σύζυγο και καταβολές μηνιαίων δόσεων από 50 ευρώ στο σύζυγο λόγω πραγματικής αδυναμίας. Εξαίρεση εκποίησης κύριας κατοικίας .

Σε περιπτώσεις πραγματικής αδυναμίας καταβολών το Δικαστήριο μπορεί ,κατά τη συζήτηση αιτήσεως περί υπαγωγής στο ν.περί υπερχρεωμένων νοικοκυριών, να καθορίσει μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές ακόμα ,ορίζοντας νέα δικάσιμο για τον επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών.Στην συγκεκριμένη περίπτωση καθόρισε μηδενικές καταβολές για τη σύζυγο και μηνιαίες καταβολές 50 ευρώ για το σύζυγο, εξαίρεσε την εκποίηση της κύριας κατοικίας τους και αποφάνθηκε ότι δεν θα προβεί στην εκποίηση ποσοστού αγροτεμαχίου και ενός παλαιού ΙΧ του συζύγου καθώς το μεν πρώτο είναι χαμηλής αξίας το δε δεύτερο χρησιμοποιείται για τις ανάγκες της οικογένειας ,σε κάθε δε περίπτωση δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον .

23 Νοεμβρίου, 2014

ΕΚΟΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

Αριθμός 7023/02-10-2014

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Ειρηνοδίκη Ευδοκία Σελησίου, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσσης του Ειρηνοδικείου και από τη Γραμματέα Χριστίνα Μαραγκάκη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2014, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των διαδίκων:

ΑΙΤΟΥΝΤΟΝ: 1) ………………………………..2) ………………………………………………………………………………….., από τους οποίους ο μεν πρώτος παραστάθηκε μετά, η δε δεύτερη δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Θεοδώρας Θεοδώρου (Α.Μ.: 6874).

ΤΟΝ ΠΙΣΤΩΤΡΙΩΝ ΠΟΥ ΜΕΤΕΧΟΥΝ ΣΤΗ ΔΙΚΗ, οι οποίς κατέστησαν διάδικοι μετά τη νόμιμη κλήτευσή τους (άρθρ. 5 του Ν. 3869/2010 και 748 παρ. 2 ΚΠολΔ): 1) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………………………….», που εδρεύει στην Αθήνα, ………………και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευθαλία Νάστα (Α.Μ.: 9856), 2) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………………………..», που εδρεύει στην Αθήνα, ………………………….., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Γάτσιου (Α.Μ.: 8314), 3) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………………………………», που εδρεύει σιην Αθήνα, …………………και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μεταξία Βαβρίτσα (Α.Μ.: 7359) και 4) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία “……………………….», που εδρεύει στην Αθήνα, ……………………..και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντία Παναγιωτίδου (Α.Μ.: 8555) .

Οι αιτούντες ζητούν να γίνει δεκτή η με αρ. έκθ. κατάθ. 5686/11-4-2012 αίτησή τους που απευθύνεται προς το Δικαστήριο αυτό για όσους λόγους επικαλούνται σ’ αυτή.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το σχετικό πινάκιο στη σειρά της και κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτησή τους όπως παραδεκτά συμπλήρωσαν και διόρθωσαν αυτήν (άρθρ. 741 ΚΠολΔ σε συνδ. με τα άρθρ. 591 παρ. 1 και 745 του ίδιου Κώδικα) κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου (βλ. ταυτάριθμα πρακτικά), οι αιτούντες, επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και ότι έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους προς τις πιστρώτριες που αναφέρονται στην περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση ,ζητούν,όπως σαφώς συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της αίτησης ,τη διευθέτησή τους από το Δικαστήριο, με την εξαίρεση από την  εκποίηση της κύριας κατοικίας τους, ώστε να επέλθει ολική ή μερική απαλλαγή τους από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών τους, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλουν με σκοπό την απαλλαγή τους απ’ αυτά. Με το παραπάνω περιεχόμενο η αίτηση, αρμόδια φέρεται για συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό, κατά τη διαδικασία της εκούσιας διαδικασίας των άρθρων 741 επ. ΚΠολΔ (άρθρο 3 Ν. 3869/2010). Για το παραδεκτό της α) τηρήθηκε το στάδιο του εξωδικαστικού συμβιβασμού που προβλεπόταν από την παρ.2 του άρθρου 4 του Ν.3869/2010 που εξακολουθεί να ισχύει όμως για τις εκκρεμούσες αιτήσεις (άρθρ. 19 παρ. 3 Ν. 4161/2013), με τη διαμεσολάβηση προσώπων απ’ αυτά που έχουν τη σχετική εξουσία από το νόμο (βλ. άρθρο 2 Ν. 3869/2010), ο οποίος απέτυχε, (βλ. τις από 30-3-2012 βεβαιώσεις αποτυχίας της διαμεσολαβήτριας δικηγόρου Θεσσαλονίκης Θεοδώρας Θεοδώρου) β) κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 από την αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού και γ) δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση των αιτούντων για τη ρύθμιση των χρεών τους στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτησή τους για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ’ άρθρο 13 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 (βλ. σχετικές βεβαιώσεις του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, καθώς και της Γραμματέως του παρόντος Δικαστηρίου). Παραδεκτά εισάγεται για συζήτηση μετά:   α) την εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση των μετεχουσών πιστωτριών με την επίδοση σε αυτές αντιγράφου της αίτησης με την πράξη ορισμού δικασίμου (άρθρ. 5 παρ. 1 Ν. 3869/2010 όπως ιροπ. με άρθρο 85 Ν. 3996/2011), β) χην| εμπρόθεσμη κατάθεση στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού των εγγράφων του άρθρου 4 παρ. 2 και 4 Ν.3869/2010  (βεβαίωση αποτυχίας εξωδικαστικού συμβιβασμού, υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων κλπ.), γ) την αποτυχία του δικαστικού συμβιβασμού. Η αίτηση είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα κατά νόμο (άρθ. 4 παρ. 1 Ν.3869/2010) στοιχεία, ήτοι:  1) μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών των αιτούντων-φυσικών προσώπων, 2) κατάσταση της περιουσίας τους και των εισοδημάτων τους, 3) κατάσταση των πιστωτριών τους και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, 3) σχέδιο διευθέτησης των οφειλών τους, και 4) αίτημα ρύθμισης αυτών με σκοπό την προβλεπόμενη από το νόμο απαλλαγή τους (Ε. Κιουπτσίδου- Στρατουδάκη, Αρμεν. 64-Ανάτυπο, σελ. 1477), απορριπτομένων των σχετικών αναφορικά με θέματα πέραν των ως άνω απαιτουμένων για το ορισμένο της αιτήσεως ισχυρισμών των πιστωτριών περί αοριστίας της (αιτήσεως), τα οποία αφορούν την αποδεικτική διαδικασία. Περαιτέρω, η αίτηση είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 8, 9 και 11 του Ν. 3869/2010, όπως ισχύει σήμερα μετά την τελευταία τροποποίησή του με το νόμο 4161/2013. Εφόσον δε, δεν επιτεύχθηκε δικαστικός συμβιβασμός μεταξύ των αιτούντων και των πιστωτριών τους, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος των αιτούντων, στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου (οι μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες δεν πρότειναν και δεν εξέτασαν μάρτυρα), η οποία εκτιμάται καθεαυτή, αλλά και σε συνδυασμό προς τις λοιπές αποδείξεις, από τα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε προκειμένου να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρ.336 παρ. 3 και 395 του ΚΠολΔ.), από τις ομολογίες των διαδίκων που προκύπτουν από τους ισχυρισμούς τους (άρθρ.261, 352, 339 του ΚΠολΔικ), και από τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία λαμβάνει αυτεπαγγέλτως το Δικαστήριο υπ’ όψιν και χωρίς απόδειξη, (άρθρ.336 παρ. 1 και 4 του ΚΠολΔικ) αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ο αιτών……………………….., που έχει γεννηθεί το έτος 1971, και η αιτούσα …………………………, που έχει γεννηθεί το έτος 1982, είναι σύζυγοι και από το γάμο τους έχουν αποκτήσει δύο τέκνα, τα οποία είναι ανήλικα, ηλικίας σήμερα 9 και 2 ετών αντίστοιχα. Ο αιτών, από τον πρώτο γάμο του έχει άλλα δύο ανήλικα τέκνα, ηλικίας 16 και 13 ετών αντίστοιχα, προς τα οποία καταβάλει μηνιαίως ως διατροφή το ποσό των 300 ευρώ. Ο ίδιος, εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος στην εταιρία …………………..», και οι αποδοχές του, από το ποσό των 1.700 ευρώ που ανέρχονταν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, ανέρχονται πλέον στα 1.000 ευρώ. Η σύζυγός του δεύτερη αιτούσα, δεν εργάζεται, ασχολούμενη αποκλειστικά με την ανατροφή των ανήλικων παιδιών της, ούτε εργαζόταν στο παρελθόν, εισόδημά της δε έως και το έτος 2009 αποτελούσαν τα μισθώματα που εισέπραττε από την εκμίσθωση ποσοστού συνιδιοκτησίας της επί ενός κληρονομιαίου ακινήτου στη ……………., το οποίο όμως έχει ήδη πωληθεί, κι έτσι πλέον το εισόδημά της από οποιαδήποτε πηγή, είναι μηδενικό. Οι απαιτούμενες οικογενειακές τους δαπάνες περιλαμβάνουν την κάλυψη των βιοτικών αναγκών των ιδίων, και των ανηλίκων τέκνων τους, στις οποίες πρέπει νά  συμπεριληφθεί το ποσό των 300 ευρώ που καταβάλει κατά τα ως άνω ο πρώτος των αιτούντων, ως διατροφή των ανηλίκων τέκνων του από τον πρώτο του γάμο. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους, οι αιτούντες, είχαν αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία τόσο αυτά προς τους ανέγγυους όσο και αυτά και προς τους ενέγγυους πιστωτές, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, με εξαίρεση τα παρακάτω εμπραγμάτως ασφαλισμένα στεγαστικά δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθ. 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010), και από τα οποία υφίστανται οφειλές των αιτούντων και συγκεκριμένα οι εξής: 1) Προς την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «……………………», οφείλουν ως συνοφειλέτες α) από στεγαστικό δάνειο, μαζί με τους τόκους (έξοδα δεν υπάρχουν), την 18-1-2012, 97.990,64 ευρώ και β) από επισκευαστικό δάνειο, μαζί με τους τόκους (έξοδα δεν υπάρχουν), την 18-1-2012, 35.073,48 ευρώ. Οι ως άνω απαιτήσεις της πιστώτριας, είναι ασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης α’ και β’ σειράς, επί της κύριας κατοικίας των αιτούντων για την οποία θα γίνει λόγος εκτενώς κατωτέρω, πλην όμως δεν προσκομίστηκαν στοιχεία για το επιτόκιο ενήμερης οφειλής ώστε να υπολογιστεί η τρέχουσα αξία τους με τον υπολογισμό τόκων κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης, αφού μέχρι τότε συνεχίζουν να εκτοκίζονται (άρθ. 6 παρ. 3 Ν. 3869/10). Περαιτέρω ο αιτών, στην ίδια ως άνω τράπεζα οφείλει από τη χρήση μιας πιστωτικής κάρτας, την 25- 4-2012, η σύμβαση χορήγησης της οποίας έχει ήδη καταγγελθεί, 1.837,34 ευρώ. Επομένως η συνολική οφειλή του αιτούντα στην παραπάνω πιστώτρια, ανέρχεται στα 134.901,46 ευρώ και της απούσας στα 133.064,12 ευρώ. 2) Στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «……………………………….», ο αιτών οφείλει από καταναλωτικό δάνειο, μαζί με τους τόκους (έξοδα δεν υπάρχουν), την 25-4-2012 8.467,90 ευρώ, 3) Στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «…………………..» , οφείλει από τη χρήση πιστωτικής κάρτας, μαζί με τους τόκους (έξοδα δεν υπάρχουν), την 16-11- 2011, 2.921,61 ευρώ, ενώ δεν προσκομίστηκαν στοιχεία για το επιτόκιο ενήμερης οφειλής, ούτε για το υπόλοιπο της άνω οφειλής του αιτούντα κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης στην άνω πιστώτρια και 4) Στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «………………………», οφείλει α) από τη χρήση μιας πιστωτικής κάρτας, μαζί με τους τόκους (έξοδα δεν υπάρχουν), την 18-11-2011, 933,46 ευρώ, β) ομοίως από τη χρήση μιας πιστωτικής κάρτας, μαζί με τους τόκους (έξοδα δεν υπάρχουν), την 14-11-2011, 21,70 ευρώ και γ) από ένα καταναλωτικό δάνειο, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα, την 9-11-2011, 8.873,02 ευρώ, ενώ δεν προσκομίστηκαν στοιχεία για το επιτόκιο ενήμερης οφειλής, ούτε για τα υπόλοιπα των άνω οφειλών του αιτούντα κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης στην άνω πιστώτρια. Επομένως η συνολική οφειλή του αιτούντα στην παραπάνω πιστώτρια, ανέρχεται στα 9.828,18 ευρώ. Ήτοι ο απών, οφείλει συνολικά στους πιστωτές του 156.119,15 ευρώ (134.901,46+ 8.467,90 + 2.921,61 + 9.828,18), ενώ η συνολική οφειλή της απούσας στη μοναδική πιστώτριά της, ανέρχεται στα 133.064,12. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι απούντες, έχουν πάψει να εξυπηρετούν τα δάνειά τους και έχουν περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνουν τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές τους, η δε αδυναμία τους αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, αφού δεν απεδείχθη κάτι τέτοιο, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού της πιστώτριας «……………» περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντα σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι το μοναδικό αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο, το οποίο διαθέτουν οι αιτούντες κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, είναι μία αυτοτελής κατοικία, που βρίσκεται στην περιοχή επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου του οικισμού ……………….., του δ.δ ………………., και επί του υπ’ αριθμ. 04 οικοπέδου του……. Ο.Τ της ως άνω περιοχής, αποτελούμενη από ισόγειο εμβαδού 72,20 τ.μ και 1° όροφο εμβαδού 63,40 τ.μ, με ποσοστό επί του οικοπέδου και των λοιπών κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών, 35,70%, με το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης ενός τμήματος του οικοπέδου244,50τ.μ, συμπερλαμβανομένης και της επιφάνειας κάλυψης της κατοικίας. Η κατοικία αυτή, αποτελεί την κύρια κατοικία των αιτούντων και της οικογένειάς τους και της οποίας η αντικειμενική αξία ανέρχεται στο ποσό των 67.729,79 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενα φύλλα υπολογισμού αξίας ακινήτων οικοπέδου και κτισμάτων), ήτοι δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού που απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή της από την εκποίηση. Για τη διάσωση λοιπόν της κύριας κατοικίας τους οι αιτούντες πρέπει να καταβάλουν μέχρι το 80% της αντικειμενικής αξίας της, κατ’ άρθρ. 9 παρ. 2 του Ν.3869/2010, όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής (παρ. 2) αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρ. 17 του Ν.4161/2013 σε συνδυασμό με την παρ.3 του άρθρ. 19 του ίδιου νόμου, δηλαδή ποσό μέχρι αυτό των 54.183,83 ευρώ, έκαστος δε κατά το ποσοστό του (50%), μέχρι αυτό των 27.091,91 ευρώ. Ακόμη, ο αιτών είναι κύριος ποσοστού 25% επί ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 3.600 τ.μ, που βρίσκεται στη θέση ……………….. του Δήμου ………………Θεσσαλονίκης, εμπορικής αξίας (του ποσοστού) 600 ευρώ, είναι κάτοχος και χρήστης ενός Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής ΚΙΑ, τύπου …………… έτους κυκλοφορίας 2005, καθώς επίσης έχει στην κυριότητά του ένα μεταχειρισμένο Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, μάρκας …………………., έτους κυκλοφορίας 2007, εμπορικής αξίας 2.500  ευρώ.

Το Δικαστήριο δεν θα προβεί στην εκποίηση του ανωτέρω ποσοστού επί του αγροτεμαχίου του αιτούντα και του προπεριγραφομένου αυτοκινήτου, καθώς όσο αφορά το αγροτεμάχιο, πρόκειται για  μικρό εξ αδιαιρέτου ποσοστό χαμηλής κατά τα ως άνω αξίας, ενώ      όσο αφορά το αυτοκίνητο, αφενός μεν χρησιμοποιείται για τις ανάγκες της οικογένειας του, αφετέρου δε, δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, λόγω της παλαιότητάς του αλλά ούτε και να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτριών του αιτούντα, όπως άλλωστε και το αγροτεμάχιο, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ), γι’ αυτό και κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ’ άρθ. 9 παρ. 1 Ν. 3869/2010 εκποίησή τους. Με βάση τα προλεχθέντα συντρέχουν στο πρόσωπο των αιτούντων οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση του Ν. 3869/10 και ειδικότερα λόγω των εξαιρετικών περιστάσεων που αντιμετωπίζουν, οι οποίες επικεντρώνονται στην παρούσα φάση στο ανεπαρκές κατά τα παραπάνω οικογενειακό εισόδημά τους για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους, σ’ αυιή του άρθρου αρθ. 8 παρ. 5, περί μηδενικών ή μικρού ύψους καταβολών.

Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, το προς διάθεση στις πιστώτριές του από τον αιτούντα ποσό, ανέρχεται σε 50 ευρώ το μήνα, καθώς το Δικαστήριο κρίνει, ότι επί του παρόντος, είναι σε θέση να διαθέσει το ποσό αυτό για την ικανοποίηση μέρους των απαιτήσεων των πιστωτριών του, άλλωστε και ο ίδιος προτείνει την καταβολή του ποσού αυτού, ενώ όσο αφορά την αιτούσα, θα οριστούν μηδενικές καταβολές. Η ρύθμιση των χρεών του αιτούντα θα γίνει με μηνιαίες καταβολές απευθείας στις παραπάνω πιστώτριές Τράπεζες επί πενταετία (60 ισόποσες δόσεις), που θα αρχίζουν ένα μήνα μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, κατ’ αρθ. 8 παρ 2 Ν 3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 παρ.2 του Ν.4161/2013. Όπως προαναφέρθηκε, το συνολικό ποσό των οφειλών του ανέρχεται σε 156.119,15 ευρώ, το οποίο αναλύεται σε 134.901,46 ευρώ προς την «………………………..», 8.467,90 ευρώ προς την «……………………..», 2.921,61 ευρώ προς την «…………………..» και 9.828,18 ευρώ προς την «………………….». Σε καθεμία από τις πιστώτριές αυτές αναλογεί από το ποσό των 50 ευρώ της μηνιαίας δόσης, στην πρώτη αυτό των 43,20 ευρώ, στη δεύτερη αυτό των 2,71 ευρώ, στην τρίτη αυτό των 0,94 ευρώ και στην τέταρτη αυτό των 3,15 ευρώ. Περαιτέρω στην πράξη δεν αποκλείεται η εμφάνιση ακραίων ή εξαιρετικών περιπτώσεων οφειλετών, οι οποίοι έχουν πραγματική αδυναμία καταβολών και ελάχιστου ακόμη ποσού. Τούτο ενδεικτικά μπορεί να συμβεί σε περίπτωση χρόνιας χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη ανεργίας, σοβαρών προβλημάτων υγείας του ή άλλου μέλους της οικογένειας του, ανεπαρκούς εισοδήματος για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών ή άλλων λόγων ισοδύναμης βαρύτητας. Τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνει υπόψη ο νομοθέτης και επιχειρεί ειδική ρύθμιση στην παρ.5 του άρθρ.8 του Ν. 3869/2010. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν τηρείται ο κανόνας που επιβάλλεται με την παρ.2 του ίδιου άρθρου, αλλά επιτρέπεται στο δικαστήριο να καθορίζει μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές ακόμη καταβολές κατά τη διατύπωση του νόμου. Το δικαστήριο προ βαίνοντας σε εφαρμογή της διάταξης του εδ. α” της παρ.5 του άρθρ.8 του άνω νόμου, ορίζει με την ίδια απόφαση νέα δικάσιμο που απέχει από την προηγούμενη όχι λιγότερο από πέντε (5) μήνες για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών. Στη νέα αυτή δικάσιμο είτε επαναλαμβάνει την προηγούμενη απόφασή του είτε προσδιορίζει εκ νέου τις καταβολές προς τα πάνω ή προς τα κάτω, αν συντρέχει περίπτωση. Για τη νέα δικάσιμο οι διάδικοι (οφειλέτες-πιστωτές) ενημερώνονται με δική τους επιμέλεια. Από τη διάταξη της παρ.5 του άρθρ.8 του άνω νόμου, δηλαδή, προκύπτει ότι με τον καθορισμό μηδενικών ή μικρού ύψους καταβολών από το δικαστήριο δεν εκκαθαρίζεται οριστικά το θέμα της απαλλαγής του οφειλέτη από τα χρέη αλλά αναμένεται η παρέλευση των πέντε (5) ετών και έλεγχος μήπως μέσα στο διάστημα αυτό αλλάξουν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη και τα τυχόν εισοδήματά του, που να δικαιολογήσουν νέο προσδιορισμό του ύψους των καταβολών (βλ. Αθ. Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων με βάση τον Ν.3869/2010, όπως ισχύει μετά τις επελθούσες νομοθετικές μεταβολές, σελ. 197-198, αριθμ.66-67, ΕιρΑχαρν 3/2011, ΕιρΠατρ. 16/2012, ΕιρΠαμίσου 1/2012 Νόμος, ΕιρΘεσ 7730/2011,αδημ.). Επειδή η παρούσα δυσμενής οικονομική κατάσταση των αιτούντων, η οποία οφείλεται κατά κύριο λόγο σιη δύσκολη οικονομική κατάσταση της; χώρας, κρίνεται προσωρινή, δεδομένου ότι δεν μπορεί να εκτιμηθεί για πόσο χρονικό διάστημα οι αιτούντες θα παραμείνουν στην ίδια οικονομική κατάσταση, καθώς υπάρχει ενδεχόμενο ανεύρεσης εργασίας από την αιτούσα, η οποία, είναι μόνο 32 ετών, κι όπως ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρ. 8 του Ν.3869/2010, σε κάθε περίπτωση οφείλει να εργάζεται κατά την διάρκεια της περιόδου ρύθμισης, ή αν δεν εργάζεται να καταβάλει εύλογη προσπάθεια για την εξεύρεση ανάλογης εργασίας, και σύμφωνα με τα προαναφερόμενα συντρέχουν στο πρόσωπο των αιτούντων εξαιρετικές περιπτώσεις και συγκεκριμένα χρόνια ανεργία της απούσας, και ανεπάρκεια εισοδήματος, για την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών τους. Γι’ αυτό πρέπει, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 8 παρ.5 του Ν. 3869/2010, μετά τον ορισμό κατά τα ως άνω μικρού ύψους καταβολών για τον αιτούντα και μηδενικών καταβολών για την αιτούσα, να οριστεί συγχρόνως νέα δικάσιμος, για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών, η 29-9-2015, στον συνήθη τόπο και χρόνο συνεδρίασης του Δικαστηρίου, θεωρώντας ότι εντός του χρονικού αυτού διαστήματος, μέχρι τη νέα δικάσιμο, είναι δυνατό να έχει βελτιωθεί η οικονομική τους κατάσταση, ώστε σ’ αυτήν (άνω νέα δικάσιμο) να προσδιορισθούν οι μηνιαίες καταβολές του άρθρ. 8 παρ.2 του Ν.3869/2010, αλλά να ορισθούν και αυτές του άρθρ. 9 παρ.2 του ίδιου νόμου, δηλαδή αυτές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας τους, ως προς το χρόνο έναρξής τους, τη διάρκειά τους και το ποσό τους. Κατόπιν τούτων η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσία και να ρυθμιστούν οι οφειλές των αιτούντων σύμφωνα με το διατακτικό. Σημειώνεται στο σημείο αυτό, ότι λόγω του ελάχιστου των καταβολών ως προς τη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη πιστώτρια για το χρονικό αυτό διάστημα της προσωρινής έως την επανασυ ζήτηση της υπόθεσης ρύθμισης των οφειλών του αϊτούντα, παρέχεται σ’ αυτόν η δυνατότητα καταβολής των οριζόμενων δόσεων εφάπαξ, και συγκεκριμένα, ποσού τριάντα δύο ευρώ και πενήντα δύο λεπτών (32,52 – 12 μήνες X 2,71 ευρώ) εφάπαξ προς τη δεύτερη πιστώτρια, ποσού έντεκα ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (11,28 – 12 μήνες X 0,94 ευρώ) προς την τρίτη πιστώτρια και ποσού τριάντα επτά ευρώ και ογδόντα λεπτών (37,8 – 12 μήνες X 3,15 ευρώ) προς την τέταρτη πιστώτρια. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του Ν. 3869/2010.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.

ΡΥΘΜΙΖΕΙ τα χρέη της απούσας με μηδενικές μηνιαίες καταβολές, και του αϊτού ντα, με μηνιαίες καταβολές ποσού 50,00 ευρώ προς τις πιστώτριες Τράπεζες και συγκεκριμένα: ποσού σαράντα τριών ευρώ και είκοσι λεπτών     (43,20) προς την «………………………..», ποσού δύο ευρώ και εβδομήντα ενός λεπτού (2,71) προς την «……………………….», ποσού ενενήντα τεσσάρων λεπτών (0,94) προς την «………………………», και ποσού τριών ευρώ και δέκα    πέντε λεπτών (3,15) ευρώ προς την «……………………», παρέχοντας σ’ αυτόν τη δυνατότητα καταβολής εφάπαξ ποσού τριάντα δύο ευρώ και πενήντα δύο λεπτών (32,52) ευρώ προς την «…………………………….», ποσού έντεκα      ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (11,28) ευρώ προς την «…………………………….», και ποσού τριάντα επτά ευρώ και ογδόντα λεπτών (37,8) ευρώ προςτην «……………………». Οι παραπάνω καταβολές θα αρχίζουν ένα μήνα μετά τη    δημοσίευση της παρούσας απόφασης, και θα ισχύσουν  για το χρονικό διάστημα μέχρι τη δημοσίευση της νέας απόφασης του Δικαστηρίου τούτου που θα επαναπροσδιορίζει τις μηνιαίες καταβολές.

ΕΞΑΙΡΕΙ της εκποίησης την κύρια κατοικία τωναιτούντων και ειδικότερα μία αυτοτελή κατοικία, που βρίσκεται στην περιοχή επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου του οικισμού……………….., του δ.δ ………………….., και επί του    υπ” αρ…………………………………….οικοπέδου του Γ256 Ο.Τ της ως άνω περιοχής, αποτελούμενη από ισόγειο εμβαδού 72,20 τ.μ και 1° όροφο εμβαδού 63,40 τ.μ, με ποσοστό επί του οικοπέδου και των λοιπών κοινοχρήστων και     κοινοκτήτων μερών  35,70% με το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης ενός τμήματος του οικοπέδου 244,50 τ.μ, συμπεριλαμβανομένης και της επιφάνειας κάλυψης της κατοικίας.

ΟΡΙΖΕΙ νέα δικάσιμο για επαναπροσδιορισμό τωνμηνιαίων καταβολών, αλλά και για ορισμό αυτών του άρθρ.9 παρ. 2 του νόμου 3869/2010, δηλαδή για τη διάσωση της κύριας κατοικίας τους, ως προς το χρόνο έναρξής τους, τη διάρκειά τους και το ποσό τους, την 29-9-2015, κατά το χρόνο και τόπο που συνεδριάζει το Δικαστήριο αυτό.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, στη Θεσσαλονίκη, στις 2 Οκτωβρίου 2014, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων  τους.

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ

 

 

 

 

 

 

16

Oct

2014

ΣτΕ 2151/2014 Η θέσπιση νομοθετικών διατάξεων, με τις οποίες εισάγεται περιορισμός της υποχρέωσης της Διοίκησης για συμμόρφωσή της προς ακυρωτικές δικαστικές αποφάσεις,δεν αποκλείεται .

Η θέσπιση νομοθετικών διατάξεων, με τις οποίες εισάγεται περιορισμός της υποχρέωσης της Διοίκησης για συμμόρφωσή της προς ακυρωτικές δικαστικές αποφάσεις,δεν αποκλείεται από τις διατάξεις του Συντάγματος, με τις οποίες κατοχυρώνονται οι αρχές της ισότητας, της διάκρισης των λειτουργιών, του δικαιώματος της δικαστικής προστασία, εφόσον οι διατάξεις αυτές είναι γενικής εφαρμογής, υπαγορεύονται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δεν προσβάλλουν τον πυρήνα του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας και σέβονται την αρχή της αναλογικότητας (βλ. σχετ. ΑΕΔ 14/2013). Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, τέτοιες νομοθετικές διατάξεις δεν αντίκεινται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 1 και 26 του ΔΣΑΠΔ.

16 Οκτωβρίου, 2014

Αριθμός 2151/2014

 ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Γ΄

 Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2012, με την εξής σύνθεση: Δ. Πετρούλιας, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Γ΄Τμήματος, Μ. Βηλαράς, Π Καρλή, Φ. Ντζίμας, Μ. Πικραμένος, Σύμβουλοι, Μ. Σταματοπούλου, Δ. Βανδώρος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Τετράδη, Γραμματέας του Γ΄Τμήματος.

 Για να δικάσει την από 27 Οκτωβρίου 2005 αίτηση:

  του …, κατοίκου … Αττικής (…), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Ευάγγελο Χλούπη (Α.Μ. 1160, Δ.Σ. Πειραιά), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

 κατά του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, ο οποίος παρέστη με τον Νικόλαο Μουκαζή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

  Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθούν: 1) το από 26.7.2005 Προεδρικό Διάταγμα (Φ.Ε.Κ. Γ΄ 195/8.8.2005), 2) η από 22.4.2004 απόφαση του Ανωτάτου Συμβουλίου του Λιμενικού Σώματος και το από 26.4.2004 Προεδρικό Διάταγμα (Φ.Ε.Κ. Γ΄ 118/26.4.204), 3) το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 2935/2001 και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

  Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Δ. Βανδώρου.

 Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντα, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

 Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

 Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

 1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (Α΄ 1150837, 1150838, 1150839/2005 γραμμάτια παραβόλου).

 2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία εισάγεται προς συζήτηση μετά από την 591/2012 απόφαση της πενταμελούς σύνθεσης του Γ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, ζητείται η ακύρωση: α) του από 26.7.2005 προεδρικού διατάγματος (Γ΄ 195/8.8.2005), καθ’ ο μέρος με αυτό ο αιτών προήχθη στο βαθμό του Υποναυάρχου του Λιμενικού Σώματος (Λ.Σ.) εκτός οργανικών θέσεων και τέθηκε σε αποστρατεία λόγω προαγωγής του νεότερού του Αρχιπλοιάρχου …. στο βαθμό του Υποναυάρχου – Επιθεωρητή Λ.Σ., β) της από 22.4.2004 απόφασης του Ανωτάτου Συμβουλίου του Λ.Σ. με ευρύτερη σύνθεση, με την οποία ο ….. προήχθη στο βαθμό του Υποναυάρχου – Επιθεωρητή Λ.Σ. και του κυρωτικού αυτής από 26.4.2004 προεδρικού διατάγματος (Γ΄118/26.4.204), γ) του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 2935/2001.

  3. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 95 παρ. 1 εδ. α΄ του Συντάγματος και 45 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8), η αίτηση ακυρώσεως χωρεί κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών, όχι δε κατά των πράξεων της νομοθετικής εξουσίας (βλ. ΣτΕ 3976/2009, Ολομ., 3404, 372/2005, 581/2002, 1484/1999, Ολομ. κ.α.). Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση, καθ’ ο μέρος με αυτή ζητείται η ακύρωση της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 του τυπικού νόμου 2935/2001 (Α΄162) ή – καθ’ ερμηνεία της – της διάταξης του άρθρου 42 παρ. 1 του τυπικού νόμου 3079/2002 (Α΄311), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

  4. Επειδή, στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι : «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», στο άρθρο 20 παρ. 1 ότι : «Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σε αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει», στο άρθρο 25 παρ. 1 ότι : «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. … Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας», στο άρθρο 26 ότι : «1. Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. 2. Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση. 3. Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια …», στο άρθρο 94 παρ. 1 ότι : «Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου» και στο άρθρο 95 ότι : «1. Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως : α) Η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου. β) …, γ) …, δ) …2. … 3. Κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να υπάγονται με νόμο, ανάλογα με τη φύση και τη σπουδαιότητά τους, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δικάζει σε δεύτερο βαθμό, όπως νόμος ορίζει. 4. Οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας ρυθμίζονται και ασκούνται όπως νόμος ειδικότερα ορίζει. 5. Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης». Εξάλλου, στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α’ 256) ορίζεται ότι: «Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως. …». Περαιτέρω, στο άρθρο 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2462/1997 (Α’ 25) ορίζεται ότι: «Όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει συσταθεί με νόμο, το οποίο θα αποφασίσει για το βάσιμο κάθε κατηγορίας σχετικά με ποινικό αδίκημα, η οποία έχει απαγγελθεί εναντίον του, καθώς και για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα. …», στο δε άρθρο 26 αυτού, ορίζεται ότι : «Όλα τα πρόσωπα είναι ίσα ενώπιον του νόμου και έχουν δικαίωμα, χωρίς καμία διάκριση, σε ίση προστασία του νόμου. …».

  5. Επειδή, ο Κώδικας του Προσωπικού Λιμενικού Σώματος που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3079/2002 (Α΄311) ορίζει στο άρθρο 23 ότι: «1. … 4. α) Τα κριτήρια αξιολόγησης – ουσιαστικά προσόντα των Αξιωματικών κατατάσσονται σε πέντε ομάδες, ως εξής: (αα) Διοικητικές ικανότητες. (ββ) Υπηρεσιακές σχέσεις και συμπεριφορά. (γγ) Γνώση του αντικειμένου και υπηρεσιακή απόδοση. (δδ) Λοιπά επαγγελματικά και ειδικά προσόντα. (εε) Ηθικά ψυχικά και σωματικά προσόντα. β) Τα κριτήρια αξιολόγησης που προσδιορίζουν τα ουσιαστικά προσόντα των κρινόμενων Αξιωματικών χαρακτηρίζονται με τα κεφαλαία γράμματα «Α», «Β», «Γ» και «Δ». Χαρακτηρισμός κριτηρίου αξιολόγησης ως «Γ» ή «Δ» συνοδεύεται από εμπεριστατωμένη, σαφή και επαρκή αιτιολογία, που στηρίζεται σε συγκεκριμένα γεγονότα ή πραγματικά στοιχεία, διαφορετικά το αρμόδιο Συμβούλιο Κρίσεως δεν λαμβάνει υπόψη το αναφερόμενο στην έκθεση αξιολόγησης δυσμενή χαρακτηρισμό … 5. Ο χαρακτηρισμός όλων των Αξιωματικών, από της ισχύος του 2935/2001 (Α΄162), με βάση τα προσδιοριζόμενα από τα κριτήρια αξιολόγησης ουσιαστικά τους προσόντα, ορίζεται ως εξής: «Α»: «εξαίρετος» «Β»: «επαρκής» «Γ»: «ανεπαρκής» «Δ»: «μη παραδεκτός». 6. …». Εξάλλου, σε εκτέλεση της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 14 παράγραφος 4 του ν. 2935/2001 έχει εκδοθεί το π.δ. 56/2002 «Εκθέσεις αξιολόγησης προσωπικού Λιμενικού Σώματος» (Α’ 49), το άρθρο 11 του οποίου ορίζει ότι: «Η αντιστοίχιση του παλαιού συστήματος αξιολόγησης, που προέβλεπε βαθμολόγηση των ουσιαστικών προσόντων με ακέραιους αριθμούς από ένα (1) μέχρι δέκα (10), με το νέο σύστημα που προβλέπει αξιολόγηση με κεφαλαία γράμματα «Α», «Β», «Γ» και «Δ», είναι η παρακάτω: παλαιό σύστημα … οκτώ, εννέα (8,9) … νέο σύστημα «Β» επαρκής …». Ο προαναφερθείς Κώδικας του Προσωπικού Λιμενικού Σώματος ορίζει στο άρθρο 28 ότι: «Οι Αξιωματικοί Λ.Σ. κρίνονται και εγγράφονται στους προβλεπόμενους από την παράγραφο 1 του άρθρου 33 πίνακες ως: α) «Προακτέοι», οι χαρακτηριζόμενοι από το σύνολο των ουσιαστικών τους προσόντων, κατά την υπό κρίση χρονική περίοδο, ως «εξαίρετοι», ή «επαρκείς» και κρινόμενοι κατάλληλοι για προαγωγή στον επόμενο βαθμό. β) «Διατηρητέοι», εκείνοι που θεωρούνται κατάλληλοι για την αποτελεσματική ενάσκηση των καθηκόντων του βαθμού που φέρουν και, υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 2(α) του άρθρου 48, παραμένουν στο Λ.Σ. με τον κατεχόμενο βαθμό. γ) «Ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους», οι χαρακτηριζόμενοι από το σύνολο των ουσιαστικών τους προσόντων ως «επαρκείς» για προαγωγή πριν ή κατά τη διενέργεια της αποστρατείας τους, καθώς επίσης και εκείνοι που δεν συγκεντρώνουν σε απόλυτο βαθμό τα ουσιαστικά προσόντα τα οποία απαιτούνται για τη κάλυψη ανώτερης θέσης ή και δεν αποδίδουν κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του βαθμού τους, αλλά με βάση το σύνολο των ουσιαστικών τους προσόντων χαρακτηρίζονται ως «επαρκείς» για προαγωγή πριν τεθούν σε αποστρατεία. δ) «Παραμένοντες στον ίδιο βαθμό», οι χαρακτηριζόμενοι από το σύνολο των ουσιαστικών τους προσόντων, κατά την υπό κρίση χρονική περίοδο, ως «ανεπαρκείς», αλλά θεωρούμενοι κατάλληλοι για την ενάσκηση των καθηκόντων του βαθμού που φέρουν. ε) «Αποστρατευτέοι», εκείνοι που θεωρούνται ακατάλληλοι για την αποτελεσματική ενάσκηση των καθηκόντων του βαθμού που φέρουν, χαρακτηριζόμενοι από το σύνολο των ουσιαστικών τους προσόντων, κατά την υπό κρίση χρονική περίοδο, ως «μη παραδεκτοί» ή όσοι κρίνονται ως «αποστρατευτέοι» κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα αυτού και έχουν χαρακτηρισθεί ως «ανεπαρκείς», ενώ στο άρθρο 32 ότι: «4. Η κρίση των αρμόδιων Συμβουλίων αποβαίνει σε βάρος των κρινόμενων Αξιωματικών: α) Με το χαρακτηρισμό τους ως: (αα) «Ευδοκίμως τερματισάντων τη σταδιοδρομία τους», με εξαίρεση τις οριζόμενες στις παραγράφους 3 (α) και 3(β) (ββ) του άρθρου 34, 1(γ) (αα) και 2(β) (αα) του άρθρου 45 και 6 (α) και 8 (α) του άρθρου 48 περιπτώσεις, (ββ) «Παραμενόντων στον ίδιο βαθμό» (γγ) «Αποστρατευτέων», που συνεπάγεται την εγγραφή τους στους αντίστοιχους πίνακες. β) … 6. Σε όλες τις περιπτώσεις κρίσης συνεκτιμάται η υπηρεσιακή συμπεριφορά σε όλους τους βαθμούς, ιδιαίτερα στον κατεχόμενο. Η κρίση του Αξιωματικού στον κατεχόμενο βαθμό δύναται να επηρεασθεί δυσμενώς στις περιπτώσεις που ελάττωμα, αδυναμία ή έλλειψη προσόντος επαναλαμβάνεται κατά τρόπο που δείχνει ελαττωμένη αντίληψη των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από το αξίωμα, τη θέση ή τα καθήκοντά του». Περαιτέρω ο ίδιος Κώδικας ορίζει στο μεν άρθρο 33 ότι: «1. Τα Συμβούλια Κρίσεων με την κατάρτιση του πρακτικού κάθε συνεδρίασης συντάσσουν πίνακες εις διπλούν για όσους έκριναν, χωριστά κατά είδος κρίσης, κατηγορία και βαθμό, που υπογράφονται από τον Πρόεδρο, τα μέλη και το γραμματέα, ως εξής: α) … β) Για τους Αρχιπλοιάρχους Λ.Σ.: Πίνακας Α΄ «Διατηρητέων», Πίνακας Β’ «Ευδοκίμως τερματισάντων τη σταδιοδρομία τους», Πίνακας Γ’ «Αποστρατευτέων». γ) … 2. Οι καταρτιζόμενοι από τα Συμβούλια Κρίσεων πίνακες είναι οριστικοί και δεν υπόκεινται σε άλλη διατύπωση, υποβάλλονται δε στον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας από τους Προέδρους των Συμβουλίων, μέσω της Διεύθυνσης Προσωπικού Λ.Σ.. Οι πίνακες αυτοί, υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 1 του άρθρου 36, κυρώνονται με προεδρικά διατάγματα … 4. Σε εκτέλεση των πινάκων των εγγεγραμμένων ως αποστρατευτέων, ο Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας προκαλεί το αργότερο εντός τριάντα ημερών από της ισχύος των σχετικών πινάκων, τα προεδρικά διατάγματα αυτεπάγγελτης αποστρατείας αυτών των Αξιωματικών. Ομοίως απαιτείται κατά την περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 1 του άρθρου 35. 5. …», στο δε άρθρο 36 ότι: «1. α) Η Διεύθυνση Προσωπικού Λ.Σ. εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την ισχύ των πινάκων κοινοποιεί στους δυσμενώς κριθέντες Αξιωματικούς Λ.Σ. με εμπιστευτικό έγγραφο την απόφαση του Συμβουλίου με την αιτιολογία της. Οι εν λόγω Αξιωματικοί μπορούν να ζητήσουν την επανάληψη της κρίσης τους από το αρμόδιο δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Κρίσης, υποβάλλοντας ιεραρχικά, μέσω της προαναφερόμενης Διεύθυνσης, σχετική αίτηση με τυχόν συμπληρωματικά στοιχεία. Η αίτηση αυτή υποβάλλεται μία φορά και εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριάντα ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της δυσμενούς απόφασης. β) …», στο άρθρο 39 παρ. 1 ότι «Ο Αρχηγός του Λ.Σ. επιλέγεται μεταξύ των εν ενεργεία κατά το χρόνο της επιλογής, Υποναυάρχων Λ.Σ., καθώς και των Αρχιπλοιάρχων της παραγράφου 1α (αα) του άρθρου 14, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει τα τυπικά προς προαγωγή προσόντα του άρθρου 19, εξαιρουμένων των Υποναυάρχων και Αρχιπλοιάρχων, οι οποίοι στο πλαίσιο της διοικητικής τους αποκατάστασης λογίζονται εν ενεργεία, προαγόμενοι αναδρομικά στους βαθμούς αυτούς και σε χρόνο μεταγενέστερο της επιλογής του Αρχηγού Λ.Σ.» και στο άρθρο 42 ότι: «1. Οι Υπαρχηγοί και ο Γενικός Επιθεωρητής Λ.Σ. επιλέγονται μεταξύ των εν ενεργεία κατά το χρόνο της επιλογής Αρχιπλοιάρχων της παραγράφου 1α (αα) του άρθρου 14, που συμπληρώνουν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του έτους επιλογής τα τυπικά προς προαγωγή προσόντα του άρθρου 19, εξαιρουμένων εκείνων οι οποίοι στα πλαίσια της διοικητικής τους αποκατάστασης λογίζονται ότι βρίσκονται στην ενέργεια, προαγόμενοι αναδρομικά στο βαθμό αυτό και σε χρόνο μεταγενέστερο της επιλογής του Υπαρχηγού. 2. Όταν κενώνονται οι θέσεις του Υπαρχηγών και του Γενικού Επιθεωρητή Λ.Σ., το Ανώτατο Συμβούλιο Λ.Σ., με ευρύτερη σύνθεση, αποφασίζει ποιοι από αυτούς που έχουν τα κατά την παράγραφο 1 προσόντα είναι ικανοί για την πλήρωση των θέσεων αυτών, οι οποίοι και προάγονται αυτοδίκαια με την επιλογή τους στο βαθμό του Υποναυάρχου. Οι παραλειπόμενοι αρχαιότεροι των επιλεγέντων Αρχιπλοιάρχων θεωρούνται ως «ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους», εγγραφόμενοι στους οικείους πίνακες. 3. Ο Υποναύαρχος που ορίζεται Γενικός Επιθεωρητής Λ.Σ. είναι νεότερος των Υπαρχηγών».

 6. Επειδή, από το συνδυασμό των παρατεθεισών διατάξεων του Κώδικα Προσωπικού Λιμενικού Σώματος συνάγεται ότι οι προαγωγές των Αρχιπλοιάρχων σε Υποναυάρχους του Λιμενικού Σώματος διενεργούνται σε δύο στάδια. Κατά το πρώτο στάδιο οι Αρχιπλοίαρχοι κρίνονται ως διατηρητέοι, ως ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους ή ως αποστρατευτέοι και εγγράφονται αντίστοιχα στους πίνακες «διατηρητέων», «ευδοκίμως τερματισάντων την σταδιοδρομία τους» ή «αποστρατευτέων». Κατά το δεύτερο στάδιο το αρμόδιο συμβούλιο αποφασίζει ποιος από τους Αρχιπλοιάρχους του Λιμενικού Σώματος οι οποίοι έχουν εγγραφεί στον πίνακα «διατηρητέων» κρίνεται προακτέος για την πλήρωση κενής θέσης Υποναυάρχου (βλ. ΣτΕ 2643, 816/2008, 1011, 1012/2007). Η κρίση είναι αυτοτελής και γίνεται κατά τη σειρά αρχαιότητας των διατηρητέων Αρχιπλοιάρχων.

  7. Επειδή, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 20 παρ. 1, 25 παρ. 1, 26, 94 παρ. 1 και 95 του Συντάγματος, με τις οποίες κατοχυρώνονται οι αρχές της ισότητας, της διάκρισης των λειτουργιών, του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας, ειδικότερη εκδήλωση του οποίου αποτελούν τα κατά τα άρθρα 94 και 95 ασκούμενα ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και του Συμβουλίου της Επικρατείας ένδικα μέσα της προσφυγής ουσίας και της αίτησης ακύρωσης, δεν αποκλείεται η θέσπιση νομοθετικών διατάξεων, με τις οποίες εισάγεται περιορισμός της υποχρέωσης της Διοίκησης για συμμόρφωσή της προς ακυρωτικές δικαστικές αποφάσεις, εφόσον οι διατάξεις αυτές είναι γενικής εφαρμογής, υπαγορεύονται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δεν προσβάλλουν τον πυρήνα του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας και σέβονται την αρχή της αναλογικότητας (βλ. σχετ. ΑΕΔ 14/2013). Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, τέτοιες νομοθετικές διατάξεις δεν αντίκεινται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 1 και 26 του ΔΣΑΠΔ.

  8. Επειδή, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 1 και 39 παρ. 1 του Κώδικα του Προσωπικού Λιμενικού Σώματος συνάγεται ότι προς προαγωγή για την πλήρωση των οργανικών θέσεων του Αντιναυάρχου – Αρχηγού Λ.Σ., των Υποναυάρχων – Υπαρχηγών Λ.Σ. και του Υποναυάρχου – Γενικού Επιθεωρητή Λ.Σ. κρίνονται οι, κατά το χρόνο της επιλογής, κατέχοντες τους βαθμούς των Υποναυάρχων και Αρχιπλοιάρχων (για το βαθμό του Αντιναυάρχου – Αρχηγού Λ.Σ.), και Αρχιπλοιάρχων (για τους βαθμούς των Υποναυάρχων – Υπαρχηγών Λ.Σ. και του Υποναυάρχου – Γενικού Επιθεωρητή Λ.Σ.) και είναι πράγματι εν ενεργεία. Αποκλείονται δε από την κρίση προς προαγωγή για την πλήρωση των οργανικών θέσεων των πιο πάνω βαθμών οι ήδη αποστρατευθέντες ή μη προαχθέντες στους βαθμούς του Υποναυάρχου ή του Αρχιπλοιάρχου, οι οποίοι στο πλαίσιο της διοικητικής τους αποκατάστασης, συνεπεία ακυρωτικής δικαστικής απόφασης της δυσμενούς τους κρίσης, λογίζονται εν ενεργεία, κατά το χρόνο της επίδικης κρίσης, για την πλήρωση των οργανικών θέσεων προαγόμενοι αναδρομικά στους βαθμούς αυτούς και σε χρόνο μεταγενέστερο της επιλογής. Η ρύθμιση αυτή, η οποία αφορά μόνον τις κορυφαίες ηγετικές θέσεις του Λ.Σ., αποσκοπεί στη διασφάλιση σταθερής συγκρότησης της ηγεσίας του, προς χάρη της ομαλής λειτουργίας του, ως στρατιωτικής υπηρεσίας, καθώς και στην επιλογή της ηγεσίας του Λ.Σ. από εν ενεργεία αξιωματικούς και όχι αποστρατευθέντες ή μη προαχθέντες κατά το παρελθόν, οι οποίοι είτε συνεπεία της αποστρατείας τους βρίσκονται συνήθως επί μακρό χρόνο εκτός των τάξεων του στρατεύματος, είτε υπηρετούν σε αυτό με βαθμό κατώτερο των κρινομένων. Εξάλλου, οι αξιωματικοί του Λ.Σ., οι οποίοι, ενόψει των ανωτέρω, δεν δύνανται να κριθούν προς προαγωγή για την πλήρωση των οργανικών θέσεων των πιο πάνω βαθμών, δύνανται να αξιώσουν την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για τη ζημία και την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την ακυρωθείσα παράνομη διοικητική πράξη, εξαιτίας της οποίας απώλεσαν την ευκαιρία να κριθούν προς προαγωγή στους πιο πάνω βαθμούς, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της ευθύνης του Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ).

  9. Επειδή, με τις έχουσες την ανωτέρω έννοια διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 1 και 39 παρ. 1 του Κώδικα του Προσωπικού Λιμενικού Σώματος, εισάγεται σοβαρός περιορισμός της υποχρέωσης συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και των διοικητικών εφετείων. Ο περιορισμός όμως αυτός, ο οποίος θεσπίζεται με διατάξεις οι οποίες είναι γενικής εφαρμογής, δεν είναι προδήλως απρόσφορος ή μη αναγκαίος για την επίτευξη του προεκτεθέντος επιτακτικού σκοπού δημοσίου συμφέροντος, χάριν του οποίου τέθηκε. Εξάλλου, ενόψει και του ότι οι θιγόμενοι δύνανται να αξιώσουν την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για τη ζημία και την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την ακυρωθείσα παράνομη διοικητική πράξη, ο περιορισμός αυτός του δικαιώματος δικαστικής προστασίας δεν θίγει τον πυρήνα του εν λόγω δικαιώματος ούτε η βλάβη που υφίστανται τα υποκείμενα του δικαιώματος παρίσταται προδήλως δυσανάλογη σε σχέση με το όφελος που προκύπτει για το δημόσιο συμφέρον. Συνεπώς, οι νομοθετικές αυτές διατάξεις δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1, 25 παρ. 1, 26, 94 παρ. 1 και 95 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 1 και 26 του ΔΣΑΠΔ.

  10. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο αιτών στις ετήσιες τακτικές κρίσεις έτους 2002, κρίθηκε ως παραμένων στο βαθμό του Πλοιάρχου και αποστρατεύθηκε, αφού προηγουμένως προήχθη για ένα μήνα στο βαθμό του Αρχιπλοιάρχου εκτός οργανικών θέσεων. Όμως, με την 359/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, κρίθηκε ότι το από 24.8.2001 πρακτικό του Ανωτέρου Συμβουλίου Λ.Σ. υπό μείζονα σύνθεση, με το οποίο επικυρώθηκε, κατόπιν προσφυγής του αιτούντος, η πιο πάνω πρωτοβάθμια κρίση, ήταν πλημμελώς αιτιολογημένο και ακυρώθηκαν τόσο το πρακτικό αυτό, όσο και το από 1.10.2002 προεδρικό διάταγμα (Γ’ 230) που το επικύρωσε και το από 17.5.2002 προεδρικό διάταγμα (Γ’ 169/24.7.2002), με το οποίο ο αιτών τέθηκε σε αποστρατεία. Σε συμμόρφωση προς την ακυρωτική αυτή απόφαση, το Ανώτερο Συμβούλιο Λ.Σ., σε ευρύτερη σύνθεση με την από 6.8.2004 απόφασή του έκρινε τον αιτούντα ως προακτέο στις ετήσιες τακτικές κρίσεις Πλοιάρχων έτους 2002, και στη συνέχεια το Ανώτατο Συμβούλιο Λ.Σ. με την από 24.6.2005 απόφασή του έκρινε τον αιτούντα ως διατηρητέο στο βαθμό του Αρχιπλοιάρχου για τις κρίσεις των ετών 2003 και 2004. Τέλος, με το από 26.7.2005 προεδρικό διάταγμα (Γ’ 195/8.8.2005) κυρώθηκαν οι πιο πάνω κρίσεις και α) ανακλήθηκε το από 1.4.2002 προεδρικό διάταγμα περί προαγωγής του αιτούντος στο βαθμό του Αρχιπλοιάρχου εκτός οργανικών θέσεων, β) ανακλήθηκε το από 17.5.2002 προεδρικό διάταγμα (Γ’ 169/24.7.2002) περί αποστρατείας του, γ) επαναφέρθηκε αυτός στην ενεργό υπηρεσία αναδρομικά από 24.7.2002 και προήχθη στο βαθμό του Αρχιπλοιάρχου Λ.Σ. αναδρομικά από 1.4.2002, ημερομηνία κατά την οποία προήχθησαν ομοιόβαθμοί του και της αυτής τάξης αξιωματικοί του Λ.Σ., δ) προήχθη στο βαθμό του Υποναυάρχου Λ.Σ. εκτός οργανικών θέσεων, αναδρομικά από 26.4.2004, λόγω της εγγραφής του στον πίνακα διατηρητέων για το έτος 2004 και της προαγωγής του νεότερού του … στο βαθμό του Υποναυάρχου – Γενικού Επιθεωρητή Λ.Σ. με το από 26.4.2004 προεδρικό διάταγμα (Γ’ 118/26.4.2004) κατόπιν της από 22.4.2004 απόφασης του Ανωτάτου Συμβουλίου Λ.Σ. με ευρύτερη σύνθεση, ε) τέθηκε, για τον ίδιο λόγο, σε αυτεπάγγελτη αποστρατεία αναδρομικά από 26.5.2004, στ) θεωρήθηκε ως μηδέποτε απομακρυνθείς και ο χρόνος που διανύθηκε από την ημερομηνία της αρχικής του αποστρατείας μέχρι την εκ νέου με το εν λόγω διάταγμα ημερομηνία αποστρατείας του λογίστηκε ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.

  11. Επειδή, προβάλλεται ότι, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 5 εδ. α΄, 19 παρ. 8 εδ. α΄, περ. i, 20 παρ. 2, 23 παρ. 2 και 8, 25 παρ. 1, 28 παρ. 2 εδ. α΄ του ν. 2935/2001 (και των αντίστοιχων του Κώδικα Προσωπικού Λιμενικού Σώματος, συμπεριλαμβανομένης της διάταξης του άρθρου 42 παρ. 1 αυτού), ερμηνευόμενων συστηματικά, δεν κωλύεται η προαγωγή των Αρχιπλοιάρχων στο βαθμό του Υποναυάρχου για κενωθείσες οργανικές θέσεις Υποναυάρχων – Υπαρχηγών Λ.Σ. ή Υποναυάρχου – Γενικού Επιθεωρητή Λ.Σ. στο πλαίσιο διοικητικής τους αποκατάστασης σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή διοικητικού εφετείου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στη σκέψη 8, κατά την ειδική διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του Κώδικα Προσωπικού Λιμενικού Σώματος, η εν λόγω προαγωγή δεν είναι επιτρεπτή.

 12. Επειδή, προβάλλεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι μη νόμιμες και ακυρωτέες καθ’ ο μέρος με αυτές ο αιτών δεν κρίθηκε προς προαγωγή για την πλήρωση της οργανικής θέσης του Υποναυάρχου – Γενικού Επιθεωρητή Λ.Σ., κατ’ εφαρμογή του άρθρου 42 παρ. 1 του Κώδικα Προσωπικού Λιμενικού Σώματος, διότι η διάταξη αυτή αντίκειται στο άρθρο 95 του Συντάγματος και στην αρχή της ισότητας που κατοχυρώνεται στα άρθρα 4 παρ. 1 του Συντάγματος και 26 του ΔΣΑΠΔ. Ο λόγος αυτός, πρέπει, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις σκέψεις 7 έως 9, να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 13. Επειδή, προβάλλεται ότι μη νομίμως ο αιτών δεν κρίθηκε προς προαγωγή στο βαθμό του Υποναυάρχου – Γενικού Επιθεωρητή Λ.Σ., δυνάμει της ανωτέρω διάταξης, διότι το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατό να κριθεί δεν οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα, αλλά σε αποκλειστική υπαιτιότητα της Διοίκησης, η οποία το μεν εξέδωσε την παράνομη και μετέπειτα ακυρωθείσα πράξη όσον αφορά στην κρίση του στο βαθμό του Πλοιάρχου, το δε δεν έσπευσε, μετά τη δημοσίευση της ακυρωτικής απόφασης, να προβεί στην άμεση διενέργεια όλων των αναγκαίων κρίσεων του αιτούντος, ώστε αυτός να επανέλθει στην ενέργεια στο βαθμό του Αρχιπλοιάρχου πριν από την επίμαχη κρίση της 22.4.2004 για το βαθμό του Υποναυάρχου – Γενικού Επιθεωρητή Λ.Σ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος κατά το πρώτο σκέλος του, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο αιτών, παρά την ανωτέρω μη νόμιμη κρίση του στο βαθμό του Πλοιάρχου, δεν ήταν, κατά τη σύμφωνη προς το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ και το ΔΣΑΠΔ, διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του Κώδικα Προσωπικού Λιμενικού Σώματος, δυνατόν να κριθεί προς προαγωγή για την πλήρωση της οργανικής θέσης του Υποναυάρχου – Γενικού Επιθεωρητή Λ.Σ., έχει, όμως, δικαίωμα αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, εφόσον συντρέχουν οι εκτεθείσες στη σκέψη 8 προϋποθέσεις. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, αντίγραφο της δημοσιευθείσας στις 16.3.2004 ακυρωτικής 359/2004 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά περιήλθε στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας στις 10.6.2004, ήτοι μετά την 22α.4.2004, ημερομηνία κατά την οποία το Ανώτατο Συμβούλιο Λ.Σ. με ευρύτερη σύνθεση έκρινε το νεότερο του αιτούντος, Αρχιπλοίαρχο Λ.Σ. ……., προακτέο στο βαθμό του Υποναυάρχου – Γενικού Επιθεωρητή Λ.Σ.. Συνεπώς, δεδομένου ότι αντίγραφο της ανωτέρω ακυρωτικής δικαστικής απόφασης περιήλθε στη Διοίκηση μετά από την επίμαχη κρίση, ο λόγος αυτός ακυρώσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, και κατά το δεύτερο σκέλος του.

  14. Επειδή, μη προβαλλόμενου άλλου λόγου ακυρώσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

 15. Επειδή, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων.

 Διά ταύτα

  Απορρίπτει την αίτηση. Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

  Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου και στις 16 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Πρόεδρος του Γ” Τμήματος                        Η Γραμματέας του Γ” Τμήματος

       Δημοσθένης Π. Πετρούλιας                                            Δ. Τετράδη

 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 12ης Ιουνίου 2014.

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος                             Η Γραμματέας του Γ” Τμήματος

       Μ. Βηλαράς                                                         Δ. Τετράδη

 

δημ. NOMOS

 

13

Oct

2014

ΕΦΘΕΣ./ΝΙΚΗΣ 1970/2014 ΕΝΟΡΚΕΣ ΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ -ΝΟΜΙΜΟΣ Ο ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥΣ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΤΟΥ ΕΠΙΣΦΑΛΟΥΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΟΥ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟΥ ΜΕΣΟΥ

ΕφΘεσ/νίκης 1970/2014 Ένορκες βεβαιώσεις -νόμιμος ο περιορισμός τους σε τρεις εξαιτίας του επισφαλούς χαρακτήρα του αποδεικτικού μέσου .

13 Οκτωβρίου, 2014

Το όριο των τριών ενόρκων βεβαιώσεων ισχύει αθροιστικά και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης που κάθε διάδικο μέρος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αντικρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αντικειμενικής σώρευσης αγωγών (αρθρ. 218 του Κ.Πολ.Δ.) ή της ανταγωγής (άρθρο 268του Κ.Πολ.Δ),δεν συνιστά δε ο περιορισμός αυτός αντίθεση προς τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, που κατοχυρώνουν μεν το δικαίωμα δικαστικής έννομης προστασίας στο πλαίσιο δίκαιης δίκης, δεν αποκλείουν όμως τη θέσπιση περιορισμών στην απόδειξη, εφόσον αυτοί δεν καταστρατηγούν, αλλά διασφαλίζουν τις αρχές της δίκαιης δίκης, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον περιορισμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που στόχο έχει, εξαιτίας του επισφαλούς χαρακτήρα του αποδεικτικού αυτού μέσου, τη μεγαλύτερη δικαιϊκή ασφάλεια στις σοβαρές, κατά κανόνα, υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας (βλ. Α.Π. 1103/2011, Νο.Β. 60, σελ. 343).

 

 
 

                                   

Category

Recent

Archive