March 2014

16

Mar

2014

ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΜΕΙΩΣΗΣ ΤΙΜΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΥΟ ΜΑΤΑΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ -ΜΠΘ 4632/2013

 

16 Μαρτίου, 2014
Αίτηση για μείωση της τιμής πρώτης προσφοράς ακινήτου μετά από δύο ματαιώσεις του πλειστηριασμού. Τιμή πρώτης προσφοράς ίση με την αντικειμενική αξία του ακινήτου. Πιθανολόγηση ότι η τιμή δεν είναι υψηλή. Περαιτέρω μείωσή του δεν πρόκειται να προσελκύσει πλειοδότες, αφού ο λόγος μη ύπαρξης ενδιαφέροντος, δεν είναι το ύψος της τιμής πρώτης προσφοράς του, αλλά κατά κύριο λόγο η έλλειψη ρευστότητας γενικά. Δεκτό το αίτημα για διενέργεια νέου πλειστηριασμού αλλά με την ίδια τιμή πρώτης προσφοράς.

4632/2013 ΜΠΡ ΘΕΣΣΑΛ ( 592668) 

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Αίτηση για μείωση της τιμής πρώτης προσφοράς ακινήτου μετά από δύο ματαιώσεις του πλειστηριασμού. Τιμή πρώτης προσφοράς ίση με την αντικειμενική αξία του ακινήτου. Πιθανολόγηση ότι η τιμή δεν είναι υψηλή. Περαιτέρω μείωσή του δεν πρόκειται να προσελκύσει πλειοδότες, αφού ο λόγος μη ύπαρξης ενδιαφέροντος, δεν είναι το ύψος της τιμής πρώτης προσφοράς του, αλλά κατά κύριο λόγο η έλλειψη ρευστότητας γενικά. Δεκτό το αίτημα για διενέργεια νέου πλειστηριασμού αλλά με την ίδια τιμή πρώτης προσφοράς.

Αριθμός απόφασης 4632/2013

Αριθμός κατάθεσης αίτησης 22455/2012

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Ευαγγελία Μήλιου, Πρόεδρος Πρωτοδικών, που ορίσθηκε με κλήρωση σύμφωνα με το Νόμο. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Δεν ορίσθηκε.

ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ: Της 31ης Ιανουαρίου 2013.

ΑΙΤΩΝ: Αγροτικός Συνεταιρισμός με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ………………….», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη Ζαγορά του Δήμου Ζαγοράς- Μουρεσίου, που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας του δικηγόρου Ελένης Μπεκιάρη (A.M. 6777), η οποία κατέθεσε σημείωμα.

ΚΑΘΌΥ Η ΑΙΤΗΣΗ: ………………….. του …………., κάτοικος Θεσσαλονίκης, …………. χλμ της οδού …………………………………, που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας του δικηγόρου ΜαρίαςΠρωτοπαπαδάκη (A.M. 3180), η οποία κατέθεσε σημείωμα.

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΑΙΤΗΣΗΣ: 20-6-2012. ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ: 22455/11-7-2012.

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΔΙΚΗΣ: Διενέργεια νέου πλειστηριασμού, μείωση τιμής πρώτης προσφοράς. Η συζήτηση έγινε δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο αιτών που επισπεύδει πλειστηριασμό σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του καθού οφειλέτη της, με την κρινόμενη αίτηση ζητά να διαταχθεί η διενέργεια νέου πλειστηριασμού της πλειστηριαζομένης περιουσίας του, με κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς από την ορισθείσα, για το λόγο ότι απέβησαν άκαρποι οι δυο προηγούμενοι πλειστηριασμοί. Η αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 966 παρ. 3 ΚΠολΔ, αρμοδίως δε και παραδεκτώς φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 966 παρ. 3 και 933 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ) με την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν.

Από την κατάθεση του μάρτυρα του αιτούντος και τα έγγραφα, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, από τους ισχυρισμούς των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, που ανέπτυξαν στο ακροατήριο και με τα έγγραφα σημειώματα τους και από όλη γενικώς τη διαδικασία, πιθανολογήθηκαν τα εξής: Με επίσπευση της αιτούσας, δυνάμει της υπ` αριθμ. 2606Β/2012 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή σ` αυτό το Πρωτοδικείο Χ. Ρωμανού, κατασχέθηκε αναγκαστικά ένα ισόγειο κατάστημα πολυώροφης οικοδομής, επί της οδού ……………… αρ. ……. στην Θεσσαλονίκη, εμβαδού 63,30 τ.μ.. Η αντικειμενική του αξία και η τιμή πρώτης προσφοράς του ορίστηκε στο ποσό των 55.520,64 ευρώ. Ως ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού ορίσθηκε, η 22-2-12, όμως ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε, επειδή δεν εμφανίστηκαν πλειοδότες. Κατόπιν τούτου με την υπ` αριθμ. 2757Β/12 Α` επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας εκθέσεως ορίσθηκε νέα ημέρα πλειστηριασμού η 23-5-12, όμως ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε και πάλι λόγω μη εμφανίσεως πλειοδοτών. Η αιτούσα έχει έννομο συμφέρον, ως επισπεύδουσα τον πλειστηριασμό, να ζητήσει να ορισθεί νέος πλειστηριασμός. Πιθανολογήθηκε όμως ότι η τιμή πρώτης προσφοράς του ακινήτου δεν είναι υψηλή. Περαιτέρω δε μείωση του, δεν πρόκειται να προσελκύσει πλειοδότες, αφού ο λόγος μη ύπαρξης ενδιαφέροντος, δεν είναι το ύψος της τιμής πρώτης προσφοράς του, αλλά κατά κύριο λόγο η έλλειψη ρευστότητας γενικά. Πρέπει επομένως, να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να διαταχθεί η διενέργεια νέου πλειστηριασμού εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την έκδοση της παρούσας και την κατάθεση αυτής στην, επί του πλειστηριασμού, υπάλληλο, με τιμές πρώτης προσφοράς τις ανωτέρω ορισθείσες. Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων στο σύνολο της, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αίτηση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη διενέργεια νέου πλειστηριασμού του ακινήτου που αναφέρεται στο σκεπτικό καθώς και στην υπ` αριθμ. 2606Β/12 κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή αυτού του Πρωτοδικείου Χ. Ρωμανού, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την έκδοση της παρούσας και την κατάθεση της στην, επί του πλειστηριασμού, υπάλληλο, με τιμές πρώτης προσφοράς αυτές που αναφέρονται στο αιτιολογικό της παρούσας και στην προαναφερόμενη κατασχετήρια έκθεση, κ α ι

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων στο σύνολο της.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του, στη Θεσσαλονίκη, στις 1 Μαρτίου 2013, παρουσία και της γραμματέως Παναγιώτας Κουτζιάμπαση.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ν.Σ.

 

 

16

Mar

2014

ΕΠΙΔΟΣΗ ΩΣ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ-ΑΠ 455/2013

 

16 Μαρτίου, 2014

"single-test-post"

ΑΡΙΘΜΟΣ 455/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z` ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα – κατηγορουμένου Ν. Τ. του Σ., κατοίκου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλάση, περί αναιρέσεως της υπ` αριθμ. 42137/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ` αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Απριλίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 526/2012.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης και να παύση οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει, σε κάθε περίπτωση, από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 156 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο, στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση γίνεται, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη αυτή προσώπων, στο δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του ή στο δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι` αυτό το σκοπό. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρθρο 154 παρ. 2 του ΚΠοινΔ την ακυρότητα της επιδόσεως και δεν αρχίζει η ανωτέρω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3904/2010, απόλυτη ακυρότητα προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν «την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα». Σύμφωνα με την πάγια νομολογία των Εθνικών Δικαστηρίων, ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των ως άνω άρθρων 154 και 156, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος, τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ` αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Επί του ως άνω ζητήματος, του αν, δηλαδή, ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν έχει δηλώσει στην Εισαγγελική Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο την νέα του διεύθυνση, θεωρείται, σε κάθε περίπτωση, ήτοι και αν ακόμη δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση, ως άγνωστης διαμονής, ή αν πρέπει η Εισαγγελία να τον αναζητήσει και σε άλλες διευθύνσεις, που ενδεχομένως προκύπτουν από δηλώσεις του σε άλλες Αρχές (όπως στην Δ.Ο.Υ., όπου, κατά νόμον – άρθρο 76 παρ. 1 ν. 2238/1994 «Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος», είναι υποχρεωτική η δήλωση κάθε μεταβολής στην κατοικία του φορολογουμένου), καθώς και αν το Δικαστήριο, στο οποίο φέρεται η υπόθεση, έχει υποχρέωση να μη βασιστεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως, αλλά να συνεκτιμήσει και άλλα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα) που προσκομίζει ο ενδιαφερόμενος, έχει αποφανθεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σύμφωνα με τη νομολογία του οποίου [βλ. υπόθεση Popovitsi κατά Ελλάδας (αριθ. προσφυγής 53451/2007 – απόφαση από 14.1.2010), υπόθεση Elyasin κατά Ελλάδας (αριθ. προσφυγής 46929/2006 – απόφαση από 28.5.2009)], αν η αρμόδια Εισαγγελική Αρχή δεν εξάντλησε τις προσπάθειές της να τον εντοπίσει ή αν το Εφετείο, το οποίο απέρριψε έφεσή του ως εκπρόθεσμη, βασίστηκε μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συνεκτιμήσει τα προσκομιζόμενα ενώπιόν του στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η κατά τον κρίσιμο χρόνο διεύθυνσή του, παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, τοσούτω μάλλον, καθόσον, όταν οι πολίτες δεν έχουν καμιά γνώση των σε βάρος τους κατηγοριών, δεν συντρέχει λόγος, για τον οποίο πρέπει να ενημερώνουν από μόνοι τους την εισαγγελία για κάθε αλλαγή διευθύνσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 42137/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως από αυτή προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση με αριθμό εκθέσεως ?/6.6.2008 του ήδη αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου, εκπροσωπηθέντος στη δίκη από το συνήγορό του, κατά της υπ` αριθ. 51959/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί αυτός, ερήμην, για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ, σε συνολική ποινή φυλακίσεως σαράντα οκτώ (48) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική, και χρηματική ενός εκατομμυρίου διακοσίων πενήντα χιλιάδων (1.250.000) δραχμών. Από την ανωτέρω έφεση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Αρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της, είχε προβάλει ότι «ουδέποτε έλαβε γνώση αυτής ως τις 28.5.08 οπότε και συνελήφθη, καθώς αναζητήθηκε στην οδό ?, από όπου είχε μετοικήσει, με αποτέλεσμα η απόφαση που προσβάλλεται να του έχει επιδοθεί ως αγνώστου διαμονής, μολονότι αυτός είχε μόνιμη διαμονή στην οδό .. στην .., η οποία ήταν γνωστή στην Εισ. Πλημ. Αθηνών, καθώς προκύπτει κι από άλλα κλητήρια θεσπίσματα που του επιδόθηκαν το ίδιο διάστημα», δηλαδή είχε προβάλει, με την έφεσή του, ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως «άγνωστης διαμονής». Κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση, ο εκκαλών – κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, είχε προτείνει, δια του συνηγόρου του, τον ισχυρισμό ότι η επίδοση σ` αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής ήταν άκυρη, γιατί, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επιδόσεως, είχε γνωστή διαμονή (επί της οδού .. αριθ. . στην .), προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του αυτού είχε προσκομίσει αντίγραφα φορολογικών δηλώσεων των οικονομικών ετών 2001, 2003 και 2007, αντίγραφο αποδείξεως βεβαιώσεως φόρου οικονομικού έτους 2002, κ.λπ., καθώς και την από 30.11.2001 προανακριτική του κατάθεση (επί άλλης υποθέσεως) ενώπιον της Πταισματοδίκου Πειραιώς, όπου είχε δηλώσει την ως άνω διεύθυνσή του, η οποία αναγράφεται και στην έκθεση εφέσεως και στην οποία του επιδόθηκε το υπ` αριθ./23.11.2002 κλητήριο θέσπισμα της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Πειραιώς για να παραστεί στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς στις 4.3.2003. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό του και, στη συνέχεια, έκρινε την έφεση εκπρόθεσμη, με την αιτιολογία ότι: «… προκύπτει ότι η υπ` αριθμ. 51959/2001 ερήμην απόφαση … επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής την 24-6-2004 στην αρμόδια δημοτική υπάλληλο Ε. Λ., που είχε ορίσει ο Δήμαρχος . (ως τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου), την οποία τοιχοκόλλησε αυθημερόν στο δημοσιότερο μέρος του Δήμου …, διότι ο κατηγορούμενος απουσίαζε από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για την Εισαγγελία Αθηνών, που είχε παραγγείλει την επίδοση της, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερόμενων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. α προσώπων. Κατά της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Δημητρίου Βαλάση, άσκησε την από 6-6- 2008 έφεση του, η οποία ενεγράφη στα βιβλία εφέσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό έκθεσης εφέσεως /2008, στην οποία ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος διέλαβε, μεταξύ άλλων, τα εξής : » … «. Ομοίως, η ίδια δήλωση επαναλήφθηκε στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου. Προβάλλει συνεπώς ο κατηγορούμενος με την έφεσή του σε συνδυασμό με τους δια πληρεξουσίου ισχυρισμούς του στο ακροατήριο, ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής ενόψει του ότι κατά τον χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης ήταν γνωστής τοιαύτης […]. Ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος καθότι … ανεξαρτήτως του ότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως δεν διατηρούσε πλέον κατοικία επί της οδού … στην …, δεν προέκυψε ότι αυτό ήταν γνωστό στην Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών. Τούτο διότι ο κατηγορούμενος ουδόλως είχε καταστήσει γνωστή στην ανωτέρω Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας του επί της οδού … στην … , ούτε αποδείχθηκε ότι η διεύθυνση αυτή είχε περιέλθει, κατά κάποιο άλλο τρόπο σε γνώση της εισαγγελικής αρχής, που παράγγειλε την επίδοση. Βέβαια ο κατηγορούμενος προκειμένου να αποδείξει ούτε ήταν γνωστής διαμονής επικαλείται και προσκομίζει κατ` αρχήν έγγραφα συναλλαγών του με διάφορες δημόσιες αρχές [Δ.Ο.Υ. κ.λπ.], πλην όμως, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος πού απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για την δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για την επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους. Ομοίως, η από τον εκκαλούντα προσκομιδή του με αρ../23-11- 2002 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά καθώς και της από 30-11- 2001 αίτησής του προς την Πταισματοδίκη Πειραιά δεν αναιρεί το γεγονός ότι αυτός θεωρείται ως άγνωστης διαμονής, εφόσον, σύμφωνα με όσα επίσης εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν αρκεί, προκειμένου να θεωρηθεί γνωστής διαμονής, η κατοικία του να είναι γνωστή σε άλλη Εισαγγελική Αρχή, όπως εν προκειμένω είναι η Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιά, ή σε άλλη Αστυνομική Αρχή. Γνωστής διαμονής θα ήταν ο κατηγορούμενος και η επίδοση θα έπασχε ακυρότητα, μόνον εάν η κατοικία του ήταν γνωστή στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της απόφασης, ήτοι στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών. Κατά τον τρόπο αυτό η επίδοση της εκκαλουμένης στον κατηγορούμενο ως αγνώστου διαμονής ήταν έγκυρη, ορθά δε αυτός αναζητήθηκε στην διεύθυνση που αναγραφόταν στη μήνυση, και επομένως από τότε άρχιζε η πιο πάνω προθεσμία άσκησης της έφεσης. Σημειωτέον ότι ενόψει του ότι η επίδοση της εκκαλουμένης έγινε πριν από μια επταετία, δεν μπορεί να υιοθετηθεί η άποψη ότι η Εισαγγελία Αθηνών όφειλε να γνωρίζει τη νέα διεύθυνση κατοικίας του εκκαλούντος από άλλες εισαγγελικές ή δημόσιες αρχές της χώρας, αφού δεν υπήρχε τέτοια εξέλιξη της μηχανογράφησης ούτε on σύνδεση υπηρεσιών. Κατά συνέπεια η κρινόμενη έφεση είναι εκπρόθεσμη, καθόσον ασκήθηκε μετά την τριακονθήμερη προθεσμία από την επίδοση της εκκαλουμένης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 εδ. β` ΚΠΔ. …». Με τους, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η, Δ και Α, πρώτο, δεύτερο, κατά το ένα σκέλος του, και τρίτο λόγους αναιρέσεως, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για υπέρβαση εξουσίας, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και απόλυτη ακυρότητα από την παραβίαση του υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος) άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και συγκεκριμένα γιατί το Δικαστήριο, με το να δεχθεί ως έγκυρη την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής, ενώ αυτός είχε γνωστή διαμονή, χωρίς να συνεκτιμήσει και τα αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει, αλλά να βασιστεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως και στο ότι αυτός δεν είχε δηλώσει τη διεύθυνσή του στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση, και, στη συνέχεια, να απορρίψει την έφεσή του ως εκπρόθεσμη, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, παραβιάζοντας συγχρόνως και τις αρχές της δίκαιης δίκης, όπως αυτές προδιαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού μεταφέρεται στους ώμους του πολίτη το βάρος να ενημερώνει την (ορισμένη) Εισαγγελία για όποια μεταβολή της κατοικίας του. Το ως άνω, λοιπόν, ζήτημα, κατά την ομόφωνη γνώμη του Τμήματος, είναι εξαιρετικής σημασίας και παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον, γι` αυτό πρέπει οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως να παραπεμφθούν στην Πλήρη Ολομέλεια, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 2β του ν.1756/1988, όπως ισχύει, και το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν.3810/1957, το οποίο έχει διατηρηθεί σε ισχύ ως προς τις ποινικές υποθέσεις (άρθρο 111 παρ. 1 περ. θ` του Ν.1756/1988), ενόψει της μέχρι τώρα κρατούσας νομολογίας των Ελληνικών Δικαστηρίων και της αντίθετης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων είχε ισχυριστεί, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, ότι στο αποδεικτικό επιδόσεως αναγράφεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση παραδόθηκε στον Δήμαρχο … χωρίς να αναφέρεται το όνομά του, ο οποίος και δεν υπογράφει ούτε βεβαιώνει ότι προέβη στην τοιχοκόλλησή της. Οτι, αντιθέτως, την παραλαβή της αποφάσεως υπογράφει η υπάλληλος του Δήμου Ε. Λ., χωρίς να διευκρινίζεται αν αυτή ήταν η αρμόδια για την παραλαβή των εγγράφων υπάλληλος. Και ότι, έτσι, καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος αν έχουν τηρηθεί οι διατάξεις του άρθρου 161 παρ. 1 του ΚΠοινΔ. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμος, γιατί από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση του από 24.6.2004 αποδεικτικού επιδόσεως της εκκαλουμένης υπ` αριθ. 51359/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και από τις επ` αυτού σφραγίδες του Δήμου …., τόσο σ` αυτό (αποδεικτικό επιδόσεως), όσο και στη, στη συνέχεια τούτου, καταχωρημένη βεβαίωση περί τοιχοκολλήσεως, στην οποία αναφέρεται η βεβαίωση της υπαλλήλου Ε. Λ., η οποία παρέλαβε με το αποδεικτικό αυτό την απόφαση και είχε ορισθεί προς τούτο, ότι «τοιχοκόλλησε την απόφαση στο δημοσιότερο μέρος της έδρας του πιο πάνω Δήμου…, προκύπτει ότι η ως άνω υπάλληλος είχε εξουσιοδοτηθεί από το Δήμαρχο … να παραλαμβάνει έγγραφα, δεν απαιτείτο δε να αναφέρεται και ποιος ήταν ο Δήμαρχος, κατ` εντολήν του οποίου παρέλαβε το έγγραφο η ανωτέρω υπάλληλος, ενώ η μη διαγραφή του ενός ζεύγματος από το έντυπο μέρος του επιδοτηρίου «παρέδωσα στο Δήμαρχο … ή στον ορισμένο από αυτόν υπάλληλο» οφείλεται σε παραδρομή και δεν δημιουργεί ακυρότητα της επιδόσεως, αφού είναι γνωστό το πρόσωπο του Δημάρχου, ενώ το πρόσωπο της εξουσιοδοτημένης υπαλλήλου να παραλαμβάνει έγγραφα κατονομάζεται. Το Δικαστήριο, επομένως, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική κρίση του. Παρά ταύτα, τον απέρριψε με πλήρη αιτιολογία, η οποία, έχει ως εξής: «Περαιτέρω, από το προαναφερθέν αποδεικτικό επίδοσης προκύπτει ότι η εκκαλουμένη παραδόθηκε στην ορισμένη από τον Δήμαρχο … υπάλληλο του Δήμου Ε. Λ., αφού η τελευταία υπογράφει κάτω από την ένδειξη «παρέλαβα» ότι της παραδόθηκε η εκκαλουμένη από την αστυφύλακα Ε. Ν. του Α.Τ.. και μάλιστα εκτός από την υπογραφή της έχει θέσει και το ονοματεπώνυμό της με ευδιάκριτη σφραγίδα, ενώ επιπρόσθετα έχει θέσει και τη σχετική σφραγίδα του Δήμου …, χωρίς καμία αμφιβολία περί τούτου να δημιουργείται εκ του γεγονότος ότι το όργανο επίδοσης δεν έχει διαγράψει τη φράση «στο Δήμαρχο …., αφού είναι γνωστό σε όλους ποιος ήταν δήμαρχος …κατά τον χρόνο της επίμαχης επίδοσης, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία περί του προσώπου που παρέλαβε την εκκαλουμένη προκειμένου να την τοιχοκολλήσει. Μάλιστα, στο δεύτερο πεδίο του αποδεικτικού της επίδοσης «ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟΙΧΟΚΟΛΛΗΣΗ αναγράφεται κατά λέξη: «ο υπογραφόμενος που παρέλαβε την πιο πάνω απόφαση, βεβαιώνω ότι την τοιχοκόλλησα στο δημοσιότερο μέρος του Δήμου ……… για να αποσταλεί η βεβαίωση αυτή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών που παρήγγειλε την επίδοση της απόφασης. Αθήνα, 24-6-2004″. Ακολουθεί η σφραγίδα του Δήμου και η υπογραφή της υπαλλήλου Ε. Λ. μαζί με σφραγίδα που αποτυπώνει το ονοματεπώνυμό της. Αρα και εκ της περικοπής αυτής είναι σαφές ότι το πρόσωπο που παρέλαβε αντίγραφο της εκκαλουμένης ήταν αρμόδιος δημοτικός υπάλληλος ορισθείς από το Δήμαρχο ……. Συνακόλουθα, ……….».

Επομένως, ο δεύτερος, κατά το άλλο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη, και ως προς αυτό το σημείο, ειδικής και συγκεκριμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου την υπ` αριθ. 43/2 Απριλίου 2012 αίτηση του Ν. Τ. του Σ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 42137/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και μόνον ως προς τους λόγους της περί αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (κατά το ένα σκέλος του, όπως εκτίθεται στο σκεπτικό) και απόλυτης ακυρότητας λόγω παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, προς επίλυση του νομικού ζητήματος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση, κατά τα λοιπά.

Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2013.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

 

13

Mar

2014

Το ζήτημα της κλήτευσης των κατηγορούμενων ως αγνώστου διαμονής

 

13 Μαρτίου, 2014

Ένα αρκετά συνηθισμένο πλέον ζήτημα , που οι περισσότεροι δικηγόροι έχουμε συναντήσει  στη δικαστηριακή καθημερινότητα, είναι αυτό της κλήτευσης κατηγορούμενων ως αγνώστου διαμονής. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι κάποιος, ο οποίος καλείται να παραστεί σε μια ποινική διαδικασία που εκτυλίσσεται σε βάρος του συνεπεία μιας μηνύσεως που ασκήθηκε εναντίον του, αρκετές φορές δεν «εντοπίζεται» με βάση τον ισχύοντα τρόπο αναζήτησης του και πολύ εύκολα χαρακτηρίζεται «ως αγνώστου διαμονής» ,με αποτέλεσμα να «κλητεύεται» μέσω τοιχοκολλήσεων στο οικείο Δημαρχείο, άρα να μην λαμβάνει ποτέ γνώση της δίκης που θα λάβει χώρα ερήμην του και- με την ίδια διαδικασία- δεν θα λάβει γνώση και της  επαπειλούμενης με βεβαιότητα (εξ αιτίας της απουσίας του)καταδίκης του. Η αδυναμία εντοπισμού του μπορεί να οφείλεται είτε σε αλλαγή της διεύθυνσης του που μεσολάβησε στο μακρύ διάστημα από την υποβολή της μήνυσης μέχρι την εκδίκαση της είτε-και αυτό είναι απολύτως παράλογο- στον εσφαλμένο προσδιορισμό  της διεύθυνσης που τέθηκε στην μήνυση από τον ίδιο το μηνυτή, δηλαδή τον αντίδικο  του .

 Μοναδικό νόμιμο και προβλεπόμενο μέσο άμυνας αποτελεί η ακύρωση απόφασης κατ’ άρθρο 430ΚΠΔ η οποία ωστόσο, όπως έχει κριθεί νομολογιακά κατ’ επανάληψη,  δεν λειτουργεί όσο αποτελε-σματικά απαιτεί το πρόβλημα .

Το πρόβλημα μάλιστα είναι ιδιαιτέρως αυξημένο και κατά την άποψη μου πλήττει ευθέως την εμπιστοσύνη του πολίτη στη λειτουργία του θεσμού της δικαιοσύνης διότι κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με σοβαρότητα στο εύλογο ερώτημα του κλητευθέντος ως αγνώστου διαμονής και καταδικασθέντος ,όχι μόνο ερήμην αλλά κυρίως εν αγνοία του  , «γιατί δεν τον βρήκαν και γιατί δεν τον έψαξαν αφού  η διεύθυνση του είναι δηλωμένη στη Δ.Ο.Υ, στο ΙΚΑ , ή ακόμα και σε άλλη μήνυση που εκκρεμεί σε βάρος του στην ίδια Εισαγγελία!».

Στην κατεύθυνση ουσιαστικής επίλυσης του προβλήματος εκδόθηκε η υπ’αρ 455/2013 του Α.Π. με την οποία παραπέμπεται στην πλήρη ολομέλεια του ανωτάτου δικαστηρίου ,ως ζήτημα εξαιρετικού ενδιαφέροντος, ακριβώς αυτό το θέμα ,δηλαδή αν τελικά ο κατηγορούμενος μπορεί να θεωρηθεί ως αγνώστου διαμονής με βάση μόνο την αναγραφόμενη  διεύθυνση επί της μηνύσεως ή θα πρέπει επιτέλους το Δικαστήριο να συνεκτιμά και άλλα έγγραφα αποδεικτικά της διεύθυνσης του.

                                            Μαρούσα  Πρωτοπαπαδάκη –Δικηγόρος

 

Το παρόν αποτελεί ενημερωτικό  και μόνο σημείωμα και σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά νομική συμβουλή ή παροχή υπηρεσίας προς οιονδήποτε τρίτο. Συνεπώς ο/η γράφων /γράφουσα ουδεμία ευθύνη φέρει για τυχόν χρήση αυτών από οποιονδήποτε αναγνώστη –τρίτο.

 

 

 

12

Mar

2014

Κατάσχεση εμπορικών απαιτήσεων από τη Δ.Ο.Υ με τη διαδικασία της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου

 

12 Μαρτίου, 2014

Το τελευταίο διάστημα έχουν πυκνώσει τα περιστατικά όπου η Δ.Ο.Υ προβαίνει σε κατάσχεση εις χείρας τρίτων προκειμένου να ικανοποιήσει τις αξιώσεις από ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις οφειλετών . Μέχρι πρόσφατα η πιο συνηθισμένη και διαδεδομένη πρακτική ήταν αυτή με την κατάσχεση των  μισθωμάτων  στα χέρια των ενοικιαστών (ως τρίτων). Πλέον όμως  καταγράφονται αρκετά περιστατικά όπου η Δ.Ο.Υ. ζητά από τους φορολογούμενους –οφειλέτες της  που τυγχάνουν επιτηδευματίες , να  της προσκομίσουν καταλόγους με τους δικούς τους πελάτες –οφειλέτες  . Εφ’ όσον οι φορολογούμενοι συνταχθούν με το συγκεκριμένο αίτημα, ανοίγει ο δρόμος για την κατάσχεση από τη Δ.Ο.Υ στα χέρια των πελατών των οφειλετών (ως τρίτων) , των  εμπορικών απαιτήσεων  δηλαδή των  ποσών που αυτοί οφείλουν λόγω της εμπορικής τους συνεργασίας προς  τον φορολογούμενο –οφειλέτη της Δ.Ο.Υ.

Σε κάθε περίπτωση που η Δ.Ο.Υ κοινοποιεί έγγραφο κατασχέσεως εις χείρας τρίτου , ο τρίτος θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός και να προβεί στην προβλεπόμενου από το νόμο δήλωση ,προκειμένου να αποφύγει σοβαρές δικές του εμπλοκές.

Παρατίθενται κατωτέρω οι ισχύουσες διατάξεις του

 ΝΔ 356/1974 (Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων )που αναλύουν πλήρως τη σχετικά διαδικασία ,από τις οποίες ιδιαίτερη  έμφαση  θα πρέπει να δοθεί στο  άρθρο 30 σχετικά με τις συνέπειες της κατασχέσεως  και  στο άρθρο 38 που αφορά  τις συνέπειες της παράλειψης υποβολής της δήλωσης του τρίτου .

Γ` ΚΑΤΑΣΧΕΣΙΣ ΚΙΝΗΤΩΝ

ΕΙΣ ΧΕΙΡΑΣ ΤΡΙΤΟΥ

Κατάσχεσις εις χείρας τρίτων

   άρθρον 30

  1. Η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου διά κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντος δε : α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και δ) χρονολογίαν και υπογραφή του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου.

  2. Διά του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα μεν υπ` αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα, καταθέση εντός οκτώ ημερών εις το Δημόσιον Ταμείον, τα δε παρ` αυτώ ευρισκόμενα κινητά πράγματα παραδώση εις τον εν τω κατασχετηρίω οριζόμενον συμβολαιογράφον ή φύλακα, εφαρμοζομένων περαιτέρω των εν άρθροις 14 -19 και επόμενα του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζόμενα.

  Εάν τα πράγματα ταύτα συνίστανται εις ξένα νομίσματα ή χρεώγραφα παραδίδονται εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων, επί εκδόσει γραμματίου παρακαταθήκης υπέρ του Δημοσίου εξοφλουμένου εντολή του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου όστις εν συνεχεία τρέπει τα ξένα νομίσματα εις εγχώριον νόμισμα ή εκποιεί τα χρεώγραφα κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις. Εν περιπτώσει μη συμμορφώσεως ο εις χείρας ούτινος η κατάσχεσις προς τούτο και διά προσωπικής κρατήσεως ανεξαρτήτως εάν είχε τοιούτον κατ` αυτού δικαίωμα ο πιστωτής του οφειλέτης του Δημοσίου.

  3. Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασεθέντα χρήματα ή πράγματα ουδέ δύναται να συμψηφίση προς ανταπαιτήσεις του μεταγενεστέρας της κατασχέσεως, της κατασχέσεως επιφερούσης τα αποτελέσματα αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικά εκχωρήσεως.

  4. H κατάσχεση μπορεί να περιοριστεί σε μικρότερο ποσό ή ποσοστό,  μετά από  αιτιολογημένη απόφαση εκείνου που την επέβαλε

  5. Εάν η αξία των κατασχεθέντων κινητών πραγμάτων δεν υπερβαίνη το ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, πάσα άλλη μεταγενεστέρα  κατάσχεσις, πλην των υπό του Δημοσίου και δια τα προς αυτό οφειλόμενα ποσά επιβαλλομένων, είναι αυτοδικαίως άκυρος».

  6. Η κατάσχεσις απαιτήσεων εκ τίτλων εις διαταγήν ενεργείται κατά τας διατάξεις των άρθρων 983 παρ. 3 και 954 παρ. 1 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.

Αρθρον 32 Δήλωσις τρίτου

  1. Εάν ο τρίτος ουδέν οφείλει ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα εις το κατασχετήριον έγγραφον του Δημοσίου Ταμείου χρήματα ως και άλλα πράγματα ή δεν υποχρεούται εις την άμεσον απόδοσιν αυτών, ένεκα των υφισταμένων μεταξύ αυτού και του οφειλέτου συμφωνιών ή εξ άλλου νομίμου λόγου, ο τρίτος οφείλει να δηλώση τούτο εντός οκτώ ημερών από της επιδόσεως του κατασχετηρίου. Η προθεσμία δεν παρεκτείνεται λόγω αποστάσεως.

 Η δήλωσις γίνεται εγγράφως δι` αναφοράς επιδιδομένης διά του δικαστικού κλητήρος εις τον εκδόντα το κατασχετήριον έγγραφον Διευθυντήν του Δημοσίου Ταμείου ή προφορικώς ενώπιον του Ειρηνοδίκου της κατοικίας του ή διαμονής του, όστις συντάσσει έκθεσιν εφ` απλού χάρτου ην αποστέλλει εις τον Διευθυντήν του Δημοσίου Ταμείου εντός 24 ωρών.

  2. Η γενομένη επί τη κατασχέση του Δημοσίου δήλωσις εκ μέρους  μισθωτών ή υπομισθωτών, περί προκαταβολικής εξοφλήσεως ή εκχωρήσεως μισθωμάτων, ισχύει διά το Δημόσιον μόνον εφ` όσον ούτοι είχον προβή εις δήλωσιν προς την Εφορίαν προ της επιβολής της κατασχέσεως και προσκομίζουν σχετικήν, περί τούτου,βεβαίωσιν.

Άρθρο 33 Συνέπειες μη υποβολής δήλωσης

 Εάν ο τρίτος δεν προβεί σε δήλωση ή προβεί εκπρόθεσμα ή χωρίς την τήρηση του  τύπου που προβλέπεται από το άρθρο 32 του παρόντος, λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου για το σύνολο της απαίτησης, για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, εκτός αν αυτός αποδείξει ότι δεν οφείλει στον καθ`ου ή ότι η οφειλή του είναι μικρότερη από την απαίτηση του Δημοσίου, οπότε απαλλάσσεται ή ευθύνεται μέχρι του ύψους της οφειλής του, κατά περίπτωση.»

Αρθρον 34   Ανακοπή κατά δηλώσεως τρίτου

  Ανακοπήν κατά της δηλώσεως ασκεί ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου,εντός μηνός από της κοινοποιήσεως της δηλώσεως ή από της περιελεύσεως αυτώ της εκθέσεως της ενώπιον του Ειρηνοδίκου γενομένης δηλώσεως. Η Ανακοπή εισάγεται και εκδικάζεται κατά τα εν άρθρω 986 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας οριζόμενα.

 Αρθρον 38 Συνέπειαι κατασχέσεως

  1. Από της ημέρας της κατά τα άρθρα 36 και 37 του παρόντος Ν. Δ/τος επιδόσεως εις τον οφειλέτην αντιγράφου της εκθέσεως κατασχέσεως στερείται ούτος ούτος του δικαιώματος της ελευθέρας διαθέσεως του κατασχεθέντος πράγματος, πάσα δε από της ημέρας ταύτης επιχειρηθείσα απαλλοτρίωσις ή ενεργηθείσα μεταγραφή ή εγγραφή δι` οιονδήποτε επιβάρυνσιν είναι αυτοδικαίως άκυρος, έναντι του Δημοσίου.

  2. Μετά την κατά το άρθρον 39 του παρόντος Ν. Διατάγματος εγγραφήν της κατασχέσεως του Δημοσίου εις το οικείον βιβλίον, η εγγραφή δι`οιονδήποτε επιβάρυνσιν είναι αυτοδικαίως άκυρος μόνον υπέρ του Δημοσίου και ουχί υπέρ των τρίτων .

  3. Αι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 13 του παρόντος Ν. Διατάγματος ισχύουν και επί κατασχέσεως ακινήτου.

Από τις ως άνω διατάξεις επισημαίνουμε  τα εξής σημαντικά:

Εφ’ όσον ο τρίτος δεν προβεί σε αρνητική δήλωση του άρθρου 32 αλλά αντίθετα δηλώσει την ύπαρξη οφειλής του προς τον φορολογούμενο-οφειλέτη(καθ’ ου η εκτέλεση) όπως υποχρεούται   τότε

-με την κοινοποίηση του κατασχετήριου εγγράφου επέρχεται αυτοδικαίως  αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης που κατασχέθηκε , δηλαδή χωρίς να απαιτείται η συναίνεση του τρίτου, ο οποίος με τον τρόπο-ενώ μέχρι τότε ήταν απλώς οφειλέτης μιας εμπορικής απαίτησης προς έναν προμηθευτή του – καθίσταται εφ’ εξής οφειλέτης Δημοσίου με ό,τι αυτό συνεπάγεται

-Απαγορεύεται εφ’ εξής στον τρίτο να καταβάλει το οποιοδήποτε ποσό στον προμηθευτή του .

-Με την κατάσχεση εις χείρας του τρίτου ο φορολογούμενος-οφειλέτης(καθ’ ου η εκτέλεση) ΔΕΝ απαλλάσσεται της οφειλής του και εξακολουθεί να ευθύνεται και να διώκεται παράλληλα με τον τρίτο

-Το Δημόσιο μπορεί να λάβει όλα τα καταδιωκτικά μέσα τόσο εναντίον του τρίτου όσο και του αρχικού οφειλέτη-καθ’ ου η κατάσχεση.

-Αν ο τρίτος παραλείψει να προβεί στη δήλωση του άρθρου 32 , νομίμως και εμπροθέσμως , τότε καθίσταται κατ’ αρχήν  οφειλέτης του Δημοσίου όχι μόνο για το ποσό που πράγματι αυτός οφείλει στον προμηθευτή του ,αλλά ΓΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ την οφειλή του τρίτου στη Δ.Ο.Υ. Αυτό  το  δεδομένο χρήζει ιδιαίτερης προσοχής , ιδίως για περιπτώσεις που η οφειλή του τρίτου αντιστοιχεί σε ένα μικρό ποσό ενώ η οφειλή του καθ’ ου η εκτέλεση ανέρχεται σε  χιλιάδες ευρώ!

Μετά βέβαια από την τροποποίηση του άρθρου 33 ΚΕΔΕ (με το άρθρο 67 του Ν 3842/2010)επιτρέπεται –μέσω ανακοπής- στον τρίτο να αποδείξει ότι δεν υπάρχει στα χέρια του απαίτηση του οφειλέτη του Δημοσίου , και συνεπώς δεν καθίσταται και ο ίδιος οφειλέτης του Δημοσίου( βλ.σχ ΠΠρΠρεβ 47/2012 ΝΟΜΟΣ)  καλό όμως είναι κανείς να ακολουθήσει τις προβλεπόμενες διαδικασίες ώστε  αποφεύγει την εμπλοκή με τις Δ.Ο.Υ.  και τα Δικαστήρια.

Ειδικά για την κατάσχεση μελλουσών απαιτήσεων :

Kατά κρατούσα, σε θεωρία και νομολογία, άποψη, σε κατάσχεση στα χέρια τρίτου υπόκεινται και απαιτήσεις μελλοντικές υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση ότι κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης  υφίσταται η βασική  έννομη σχέση ( εντολή , εταιρία, μίσθωση, παρακαταθήκη, χρησιδάνειο και γενικώς οιαδήποτε έστω και μη επώνυμη βασική σχέση)  από την οποία, ως αιτία, απορρέει η μέλλουσα  απαίτηση.

Συμπερασματικά

Σε κάθε περίπτωση , εφ’ όσον κοινοποιηθεί προς οποιονδήποτε έγγραφο της Δ.Ο.Υ . με την οποίο κατάσχονται εις χείρας του οφειλές προς φορολογούμενο της Δ.Ο.Υ. θα πρέπει να ασχοληθεί με το ζήτημα με ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή προκειμένου να αποφύγει δυσάρεστες εμπλοκές.

Μαρούσα Πρωτοπαπαδάκη-Δικηγόρος

 

Το παρόν αποτελεί ενημερωτικό  και μόνο σημείωμα και σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά νομική συμβουλή ή παροχή υπηρεσίας προς οιονδήποτε τρίτο. Συνεπώς ο/η γράφων /γράφουσα ουδεμία ευθύνη φέρει για τυχόν χρήση αυτών από οποιονδήποτε αναγνώστη –τρίτο.

 

11

Mar

2014

Πτωχευτική ανάκληση πράξεων

 

11 Μαρτίου, 2014

Ενόψει επερχόμενης πτώχευσης διενεργούνται ,όχι σπάνια, πράξεις εκποίησης περιουσιακών στοιχείων οι οποίες έχουν σαν αποτέλεσμα την μείωση της πτωχευτικής περιουσίας .  Ως «πράξεις» νοούνται –με μια ευρεία έννοια του όρου- εκείνες οι ενέργειες που παράγουν έννομες συνέπειες δηλαδή όχι μόνο οι εμπράγματες δικαιοπραξίες αλλά και οι ενοχικές , οι εικονικές , ακόμα και οι παραλείψεις. Στη λογική της προστασίας των πτωχευτικών πιστωτών τα  άρθρα 41-51 του Πτωχευτικού Κώδικα προβλέπουν τη διαδικασία της ανάκλησης αυτών των πράξεων ,η οποία άλλοτε είναι υποχρεωτική και άλλοτε δυνητική , αλλά και τις συνέπειες των σχετικών αποφάσεων .Για το λόγο αυτό χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στην κατάρτιση συμβάσεων με πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, τα οποία εμφανίζουν πιθανότητες πτώχευσης ιδίως όταν οι προτεινόμενες συμβάσεις εμφανίζονται ως ιδιαίτερα πλεονεκτικές για τον τρίτο.

Ακολουθούν οι σχετικές διατάξεις :

V. Πτωχευτική ανάκληση

 Κανόνας

 Αρθρο 41.- Πράξεις του οφειλέτη που διενεργήθηκαν εντός του χρόνου που περιλαμβάνεται από την παύση των πληρωμών μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης(ύποπτη περίοδος) και είναι επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών ανακαλούνται ή μπορούν να ανακληθούν από τον σύνδικο κατά τις διατάξεις των επόμενων άρθρων.

Πράξεις υποχρεωτικής ανάκλησης

 Αρθρο 42.- Λογίζονται ότι είναι επιζήμιες και ανακαλούνται οι ακόλουθες πράξεις:

 α) Δωρεές και χαριστικές γενικά δικαιοπραξίες, καθώς και αυτές στις οποίες η αντιπαροχή που έλαβε ο οφειλέτης ήταν δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τη δική του παροχή. Εξαιρούνται οι συνήθεις δωρεές που γίνονται για λόγους κοινωνικής ευπρέπειας ή από λόγους ηθικού καθήκοντος, καθώς και πράξεις από ελευθεριότητα που διενεργήθηκαν από τον οφειλέτη σε εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης και παροχές προς οικονομική ή επαγγελματική αποκατάσταση των τέκνων του, εφόσον οι παροχές είναι ανάλογες προς την περιουσιακή του κατάσταση και δεν επέφεραν ουσιώδη ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη.

β) Πληρωμές μη ληξιπρόθεσμων χρεών.

γ) Πληρωμές ληξιπρόθεσμων χρεών με άλλο τρόπο και όχι με μετρητά ή με τη συμφωνηθείσα παροχή.

 δ) Σύσταση εμπράγματης ασφάλειας, συμπεριλαμβανόμενης και της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης ή παροχή άλλων ασφαλειών ενοχικής φύσεως για προϋπάρχουσες υποχρεώσεις, για την εξασφάλιση των οποίων ο οφειλέτης δεν είχε αναλάβει αντίστοιχη υποχρέωση ή για την εξασφάλιση νέων υποχρεώσεων που αναλήφθηκαν από τον οφειλέτη σε αντικατάσταση εκείνων που προϋπήρχαν.

 

 Πράξεις δυνητικής ανάκλησης

 Αρθρο 43.-1. Κάθε αμφοτεροβαρής πράξη του οφειλέτη ή πληρωμή από αυτόν ληξιπρόθεσμων χρεών του που έγινε μετά την παύση των πληρωμών και πριν την κήρυξη της πτώχευσης, μπορεί να ανακληθεί, εάν ο αντισυμβαλλόμενος κατά τη διενέργεια της πράξης γνώριζε ότι ο οφειλέτης είχε παύσει τις πληρωμές του και η πράξη ήταν επιζήμια για την ομάδα των πιστωτών.

 2. Τεκμαίρεται η γνώση του αντισυμβαλλομένου, εάν κατά τη διενέργεια της πράξης ήταν σύζυγος του οφειλέτη ή συγγενής εξ αίματος μέχρι και τρίτουβαθμού ή εξ αγχιστείας μέχρι δεύτερου βαθμού ή πρόσωπο με το οποίο ο οφειλέτης συζούσε το τελευταίο έτος πριν τη διενέργεια της πράξης. Επί αντισυμβαλλόμενου νομικού προσώπου το τεκμήριο της γνώσης αφορά τα ως άνω πρόσωπα, εφόσον κατά τη διενέργεια της πράξης είχαν την ιδιότητα του ιδρυτή ή διοικητή ή διευθυντή ή διαχειριστή του. Το τεκμήριο δεν ισχύει, εάν η ανακλητική αγωγή εγερθεί μετά την παρέλευση έτους από την κήρυξη της πτώχευσης.

 Δόλια βλάβη των πιστωτών

  Αρθρο 44.- Πράξεις του οφειλέτη που διενεργήθηκαν την τελευταία πενταετία πριν την κήρυξη της πτώχευσης, με δόλο αυτού να ζημιώσει τους πιστωτές του ή να ωφελήσει ορισμένους σε βάρος άλλων, ανακαλούνται, εάν ο τρίτος με τον οποίο συμβλήθηκε, κατά το χρόνο της διενέργειας της πράξης γνώριζε το δόλο του οφειλέτη.

 Εξαιρούμενες πράξεις

Αρθρο 45.- Δεν ανακαλούνται:

 α) Συνηθισμένες πράξεις της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του οφειλέτη που διενεργήθηκαν κάτω από κανονικές συνθήκες και μέσα στα όρια των συνήθων συναλλαγών του.

  β) Πράξεις του οφειλέτη που ρητά ο νόμος τις εξαιρεί από την εφαρμογή των ρυθμίσεων περί ανάκλησης, ακυρότητας ή ακυρωσίας πράξεων που έγιναν μέσα στην ύποπτη περίοδο.

 γ) Πράξεις που διενεργούνται από τον οφειλέτη κατά το στάδιο εκπλήρωσης του σχεδίου αναδιοργάνωσης, σε περίπτωση επαναφοράς σε εκκαθάριση λόγω αδυναμίας εκπλήρωσης.

 δ) Παροχή του οφειλέτη, για την οποία ο αντισυμβαλλόμενος κατέβαλε άμεσα ισοδύναμη αντιπαροχή σε μετρητά.

(ε) Πράξεις που έλαβαν χώρα με τη συμφωνία ή σε εκτέλεση συμφωνίας εξυγίανσης.

Ειδικές ρυθμίσεις επί χρηματοοικονομικών συναλλαγών

  Αρθρο 46.-1. Το κύρος ή το ανακλητό εκκαθάρισης που συντελέστηκε ή της παροχής εξασφάλισης στα πλαίσια των συναλλαγών σε χρηματιστηριακή αγορά παραγώγων, ρυθμίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν στη σχετική χρηματιστηριακή αγορά.

 2. Το κύρος ή το ανακλητό των συμφωνιών παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με βάση τέτοιες συμφωνίες ρυθμίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν για τις σχετικές συμφωνίες.

 3. Το κύρος ή το ανακλητό του συμψηφισμού, των πληρωμών ή συναλλαγών αυτών που συμμετέχουν σε σύστημα πληρωμών ή διακανονισμού ή σε χρηματαγορά ρυθμίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν για τις σχετικές συναλλαγές.

 Πληρωμή χρηματογράφων

  Αρθρο 47.- Επί πληρωμής χρηματογράφων από τον οφειλέτη μέσα στην ύποπτη περίοδο, η ανακλητική αξίωση μπορεί να στραφεί μόνον κατά του εκδότη συναλλαγματικής και του πρώτου οπισθογράφου γραμματίου σε διαταγή και επιταγής και μόνον εφόσον αυτοί γνώριζαν ότι κατά το χρόνο έκδοσης ή οπισθογράφησης αντίστοιχα του χρηματογράφου, ο πληρωτής επί συναλλαγματικής ή ο εκδότης επί γραμματίου σε διαταγή και επιταγής είχε παύσει τις πληρωμές του.

 Δικαστική Απόφαση – Νομιμοποίηση

Αρθρο 48.-1. Οι πράξεις που έγιναν στην ύποπτη περίοδο ανακαλούνται με απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου.

 2. Την ανακλητική αξίωση ασκεί ο σύνδικος. Μπορεί να την ασκήσει και πιστωτής, εφόσον είχε ζητήσει εγγράφως από τον σύνδικο την άσκηση της για συγκεκριμένη πράξη και για συγκεκριμένο νόμιμο λόγο και ο σύνδικος δεν την άσκησε μέσα σε δύο (2) μήνες από τη λήψη του γραπτού αιτήματος του πιστωτή.

 3. Η ανακλητική αγωγή απευθύνεται κατ` εκείνου ή εκείνων που είχαν λάβει μέρος στην υπό ανάκληση πράξη, καθώς και κατά των κληρονόμων ή άλλων καθολικών διαδόχων τους ή του κακόπιστου ειδικού διαδόχου.

 4. Η ανάκληση δεν εμποδίζεται εκ του λόγου ότι για την υπό ανάκληση πράξη έχει εκδοθεί Τίτλος εκτελεστός ή το εξ αυτής δικαίωμα αποκτήθηκε μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης.

 Συνέπειες της Απόφασης

 Αρθρο 49.-1. Οποιος με ανακαλούμενη πράξη απέκτησε περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη, υποχρεούται να το επαναμεταβιβάσει στην Πτωχευτική περιουσία. Εάν η αυτούσια επαναμεταβίβαση δεν είναι δυνατή, η υποχρέωση ρυθμίζεται από τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, εφαρμοζόμενες αναλόγως.

 2. Ο λήπτης δωρεάς υποχρεούται να επιστρέψει μόνο τον πλουτισμό, εκτός εάν γνώριζε ή κατά τις περιστάσεις μπορούσε να γνωρίζει ότι με τη χαριστική παροχή επέρχεται ζημία της ομάδας των πιστωτών.

 3. Αν το πτωχευτικό δικαστήριο κρίνει ότι αυτός που συμβλήθηκε με τον οφειλέτη ενήργησε κακόπιστα, μπορεί να τον υποχρεώσει σε αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από την πράξη στην ομάδα των πιστωτών.

 Αξιώσεις του αντισυμβαλλομένου

Αρθρο 50.-1. Εάν με την ανακαλούμενη παροχή είχε εξοφληθεί απαίτηση, με την επαναμεταβίβαση της η απαίτηση επανέρχεται σε ισχύ.

 2. Σε περίπτωση ανάκλησης αμφοτεροβαρούς πράξης, ο αντισυμβαλλόμενος, εφόσον επιστρέφει την παροχή, έχει αξίωση στην αντιπαροχή του ως ομαδικός πιστωτής, εάν η αντιπαροχή εξακολουθεί να διατηρεί την ταυτότητα της στην πτωχευτική περιουσία ή η τελευταία αυξήθηκε κατά την αξία της αντιπαροχής, άλλως ικανοποιείται ως Πτωχευτικός πιστωτής.

 Παραγραφή της ανακλητικής αξίωσης

  Αρθρο 51.- Η ανακλητική αξίωση παραγράφεται με την παρέλευση ενός (1) έτους από την ημέρα που ο σύνδικος έλαβε γνώση της πράξης και σε κάθε περίπτωση μετά παρέλευση δύο (2) ετών από την κήρυξη της πτώχευσης.

 

Μαρούσα Πρωτοπαπαδάκη –Δικηγόρος

 

Το παρόν αποτελεί ενημερωτικό  και μόνο σημείωμα και σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά νομική συμβουλή ή παροχή υπηρεσίας προς οιονδήποτε τρίτο. Συνεπώς ο/η γράφων /γράφουσα ουδεμία ευθύνη φέρει για τυχόν χρήση αυτών από οποιονδήποτε αναγνώστη –τρίτο.

 

 

 

10

Mar

2014

Δημόσια Διαβούλευση επί του σχέδιο νόμου για τις Κοινωφελείς Οργανώσεις Πολιτών

3 Οκτωβρίου, 2014
Μέχρι 20/10/2014 τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση σχέδιο νόμου για τις Κοινωφελείς Οργανώσεις Πολιτών προκειμένου να συγκροτηθεί ενιαίο νομοθετικό πλαίσιο με ενιαία κριτήρια διαφάνειας, ελέγχου και χρηματοδότησης των οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών (με νομική μορφή σωματείου ή αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας).Δείτε το σχετικό νομοσχέδιο

Νομοσχέδιο για τις Κοινωφελείς Οργανώσεις Πολιτών (ΚΟΠ)

Άρθρο 1 Ορισμοί

1. Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου οι ακόλουθοι όροι και τα αντίστοιχα ακρωνύμια έχουν την κατωτέρω έννοια:

α. Κοινωφελής Οργάνωση Πολιτών ή ΚΟΠ είναι η εθελοντική μη κερδοσκοπική οργάνωση που έχει συσταθεί και λειτουργεί στην Ελλάδα ως σωματείο ή αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία, με κοινωφελή, μη εμπορικό σκοπό, είναι ανεξάρτητη από κράτη ή κυβερνήσεις, την τοπική αυτοδιοίκηση, τους δημόσιους οργανισμούς δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, τους κάθε τύπου εμπορικούς, συνδικαλιστικούς και επαγγελματικούς οργανισμούς και ενώσεις, τις πολιτικές οργανώσεις και τα πολιτικά κόμματα. β. Κοινωφελής φορέας είναι η κοινωφελής οργάνωση πολιτών του παρόντος νόμου και το κοινωφελές ίδρυμα του νόμου 4182/2013. γ. Αρχείο κοινωφελών φορέων είναι η βάση δεδομένων που τηρείται στο Υπουργείο Εσωτερικών στην οποία καταχωρούνται οι κοινωφελείς φορείς σύμφωνα με τους όρους εγγραφής, όπως αναφέρονται στον παρόντα νόμο. δ. Ειδικό Μητρώο ΚΟΠ είναι η βάση δεδομένων που τηρείται στο Υπουργείο Εσωτερικών στην οποία εγγράφονται μόνον οι ΚΟΠ που πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις εγγραφής, όπως αυτές αναφέρονται στον παρόντα νόμο. ε. Εγγεγραμμένη ΚΟΠ είναι η κοινωφελής οργάνωση πολιτών που είναι εγγεγραμμένη στο ειδικό μητρώο ΚΟΠ σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του παρόντος νόμου. στ. Βάσεις δεδομένων είναι οι βάσεις δεδομένων του αρχείου κοινωφελών φορέων και του ειδικού Μητρώου ΚΟΠ ζ. Εποπτική Αρχή είναι το Υπουργείο Εσωτερικών

η. Διεύθυνση ΚΟΠ είναι η Διεύθυνση της Εποπτικής Αρχής, η οποία είναι υπεύθυνη για την οργάνωση και τήρηση του αρχείου κοινωφελών φορέων και του ειδικού Μητρώου ΚΟΠ, καθώς και τον έλεγχο της τήρησης των υποχρεώσεων των ΚΟΠ που είναι εγγεγραμμένες στο ειδικό μητρώο ΚΟΠ.

θ. Εθελοντική απασχόληση είναι η απασχόληση του φυσικού προσώπου προς τον Φορέα Παροχής Εθελοντικής Απασχόλησης εντός ή εκτός Ελλάδος που παρέχεται άνευ ανταλλάγματος.

ι. Φορέας Παροχής Εθελοντικής Απασχόλησης είναι Κοινωφελής Φορέας, κρατικός φορέας, δημόσιο νομικό πρόσωπο ή Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού στον οποίο παρέχεται η εθελοντική απασχόληση ια. Εθελοντής είναι το φυσικό πρόσωπο που παρέχει εθελοντική απασχόληση ιβ. Όργανα διοίκησης της ΚΟΠ είναι η διοίκηση του σωματείου και της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας ή οι διαχειριστές της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας. ιγ. Νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο είναι ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο όπως περιγράφονται στις παρ. 2 και 3 του άρθρου 1 του νόμου 3693/2008. ιδ. Ετήσιο Πιστοποιητικό είναι το ετήσιο φορολογικό πιστοποιητικό που εκδίδουν οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 8 του Ν.4110/13. ιε. Κρατική χρηματοδότηση είναι η ολική η μερική χρηματοδότηση ΚΟΠ με σκοπό την υλοποίηση συγκεκριμένου προγράμματος ή η επιχορήγηση ΚΟΠ για την υλοποίηση των όσων αναφέρονται γενικώς στους σκοπούς της ΚΟΠ ή η οικονομική ή εις είδος ενίσχυση ΚΟΠ από φορείς της γενικής κυβερνήσεως, όπως προσδιορίζεται στο Ν. 4129/2013 καθώς και από κάθε φορέα που έλαβε καθ” οιονδήποτε τρόπο χρηματοδότηση ή επιχορήγηση από τον Κρατικό Προϋπολογισμό. ιστ. Χρηματοδοτούμενο Πρόγραμμα είναι πρόγραμμα που υλοποιείται με κρατική χρηματοδότηση από τη ΚΟΠ ή από κοινοπραξία στην οποία συμμετέχει η ΚΟΠ

Άρθρο 2 Σύσταση Διεύθυνσης ΚΟΠ και τήρηση βάσεων δεδομένων

  1. Στο Υπουργείο Εσωτερικών συστήνεται Διεύθυνση ΚΟΠ που υπάγεται στη Γενική Γραμματεία Πληθυσμού και Κοινωνικής Συνοχής. Η Διεύθυνση ΚΟΠ έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα για:

α. την οργάνωση και εποπτεία των βάσεων δεδομένων καθώς και των σχετικών διαδικτυακών τόπων όπου υπάρχει δημόσια πρόσβαση στις βάσεις δεδομένων, β. την κανονική, συνεχή και ασφαλή λειτουργία του πληροφοριακού συστήματος των βάσεων δεδομένων,

γ. την καταχώριση στο αρχείο κοινωφελών φορέων και την εγγραφή στο ειδικό μητρώο ΚΟΠ,

δ. κάθε μεταγενέστερη μεταβολή ή διαγραφή υφιστάμενων καταχωρίσεων ή εγγραφών στις βάσεις δεδομένων

ε. τον έλεγχο τήρησης των υποχρεώσεων των άρθρων 3 και 6 του παρόντος νόμου και στ. τη διασύνδεση του αρχείου κοινωφελών φορέων και του ειδικού μητρώου μεταξύ τους ούτως ώστε οι εγγρεγραμμένες ΚΟΠ να εμφανίζονται και στις δύο βάσεις δεδομένων.

  1.  Οι βάσεις δεδομένων μπορούν να διασυνδεθούν ηλεκτρονικά εξ αποστάσεως με άλλα ειδικά μητρώα και αρχεία δημόσιων υπηρεσιών.
  2.  Οι ειδικότεροι όροι, οι προϋποθέσεις και οι τεχνικές λεπτομέρειες της λειτουργίας των βάσεων δεδομένων ή/και της διασύνδεσης τους, των επιμέρους κατηγοριών των κοινωφελών φορέων καθώς και των διαδικτυακών τόπων καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών.
  3.  Στο μέτρο που πραγματοποιείται στις βάσεις δεδομένων επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η Διεύθυνση ΚΟΠ αποτελεί τον υπεύθυνο επεξεργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2472/1997 (ΦΕΚ Α” 50/1997).
  4.  Για την αγορά, μίσθωση, επισκευή και συντήρηση κάθε είδους υλικοτεχνικού εξοπλισμού καθώς και για τα λειτουργικά έξοδα της Διεύθυνσης Μητρώου ΚΟΠ εισπράτεται παράβολο εισπράτεται υπέρ του δημοσίου με τη διαδικασία του ηλεκτρονικού παραβόλου. Το ποσόν του παραβόλου εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εσωτερικών και διατίθεται αποκλειστικά για τους ως άνω σκοπούς της Διεύθυνση ΚΟΠ. Το ποσόν του παραβόλου μπορεί να αναπροσαρμόζεται με την προβλεπόμενη στην παρ. 3 του παρόντος άρθρου Υπουργική Απόφαση.

Άρθρο 3 Διαδικασία καταχώρισης στο αρχείο κοινωφελών φορεών

  1. Για την καταχώριση ενός κοινωφελούς φορέα στο αρχείο κοινωφελών φορέων απαιτείται η συμπλήρωση ηλεκτρονικής αίτησης και η ηλεκτρονική ή ταχυδρομική αποστολή στη Διεύθυνση ΚΟΠ των ακόλουθων δικαιολογητικών:

α. Συστατική πράξη, καταστατικό έγγραφο και τυχόν τροποποιήσεις, νομίμως εγγεγραμμένες και δημοσιευμένες στα βιβλία των αρμοδίων κατά περίπτωση υπηρεσιών, τα σχετικά πιστοποιητικά και τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις και προσωρινές διαταγές. β. Κατάλογος των οργάνων διοίκησης της ΚΟΠ ή του διοικητικού συμβουλίου του κοινωφελούς ιδρύματος. γ. ο αριθμός φορολογικού μητρώου.

δ. ο ετήσιος ισολογισμός του σωματείου και η σχετική έκθεση της εξελεγκτικής Επιτροπής, εφ’ όσον υπάρχει, ή η ετήσια οικονομική χρήση για τις αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες ή ο ετήσιος οικονομικός απολογισμός του κοινωφελούς ιδρύματος ε. Την κατάθεση παραβόλου ύψους 50 ευρώ.

  1. Η Διεύθυνση ΚΟΠ προβαίνει στην καταχώριση του κοινωφελούς φορέα στο αρχείο ή στις σχετικές μεταβολές. Η ακρίβεια των όσων περιλαμβάνονται στα υπό στοιχεία α έως δ της παρούσης παραγράφου γίνεται με αποκλειστική ευθύνη του κοινωφελούς φορέα. Οι κοινωφελείς φορείς είναι υπεύθυνοι να αποστέλλουν ηλεκτρονικά ή ταχυδρομικά στη Διεύθυνση ΚΟΠ οποιαδήποτε μεταβολή των ανωτέρων στοιχείων.

Άρθρο 4 Προϋποθέσεις εγγραφής στο Ειδικό Μητρώο ΚΟΠ

  1. Στο Ειδικό Μητρώο ΚΟΠ εγγράφεται ΚΟΠ που πληροί τις κάτωθι προϋποθέσεις: α. Έχει συσταθεί τρία έτη προ της αίτησης εγγραφής της. β. Στο καταστατικό της προβλέπεται ότι:

αα. Δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν στα όργανα διοίκησης της ΚΟΠ μέλη της κυβέρνησης και υφυπουργοί, γενικοί και ειδικοί γραμματείς, βουλευτές, ευρωβουλευτές, πρόεδροι και αντιπρόεδροι ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, δήμαρχοι, περιφερειάρχες, αντιπεριφερειάρχες, υπάλληλοι που είναι προϊστάμενοι γενικής διεύθυνσης υπηρεσίας του Δημοσίου, επικεφαλής πολιτικού κόμματος και ανώτατοι λειτουργοί όλων των εκκλησιών, θρησκειών και δογμάτων. ββ. Δεν επιτρέπεται και είναι άκυρη η σύναψη συμβάσεων οιουδήποτε είδους της ΚΟΠ με πρόσωπα που συμμετέχουν στα όργανα διοίκησης της ΚΟΠ ή εταίρους που έχουν τον καταστατικό έλεγχο της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας, συζύγους, τέκνα και γονείς των μελών ή εταίρων της, και με εταιρείες τις οποίες αυτά τα πρόσωπα ελέγχουν, έναντι αμοιβής ή ανταλλάγματος επαχθούς για την ΚΟΠ. γ. Δεν επιτρέπεται να ορίζονται καταστατικά μέλη της διοίκησης ΚΟΠ από πρόσωπα ή φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Άρθρο 5 Δικαιολογητικά εγγραφής και ανανέωσης εγγραφής στο Ειδικό Μητρώο ΚΟΠ

  1.  Για την εγγραφή μίας ΚΟΠ στο Ειδικό Μητρώο ΚΟΠ απαιτείται η συμπλήρωση ηλεκτρονικής αίτησης και η ηλεκτρονική ή ταχυδρομική αποστολή στη Διεύθυνση ΚΟΠ των ακόλουθων δικαιολογητικών από τα οποία προκύπτει η πλήρωση των περιγραφόμενων στο άρθρο 4 προϋποθέσεων:

α. Συστατική πράξη, καταστατικό έγγραφο και τυχόν τροποποιήσεις, νομίμως εγγεγραμμένες και δημοσιευμένες στα βιβλία των αρμοδίων κατά περίπτωση υπηρεσιών, τα σχετικά πιστοποιητικά και τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις και διαταγές. β. Πρακτικά εκλογής και συγκρότησης διοικητικού συμβουλίου, διαχειριστών, νομίμων εκπροσώπων και λοιπών καταστατικών οργάνων ή/και σχετικές δικαστικές αποφάσεις και διαταγές.

γ. Πιστοποιητικό της αρμόδιας κατά περίπτωση υπηρεσίας για την μη προσβολή της σύστασης, της εκλογής των οργάνων και της εκπροσώπησης της και οι σχετικές δικαστικές αποφάσεις και διαταγές.

δ. Βεβαίωση έναρξης εργασιών και τυχόν μεταβολές από την αρμόδια φορολογική αρχή. ε. Αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας εν ισχύι. στ. Βεβαίωση Ασφαλιστικής ενημερότητα εν ισχύι.

ζ. Ετήσιο πιστοποιητικό του νομίμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου από την οποία προκύπτει η τήρηση διπλογραφικών βιβλίων περιλαμβανομένων και των ετήσιων πιστοποιητικών προηγουμένων ετών εφ’ όσον έχουν εκδοθεί. η. Την κατάθεση παραβόλου ύψους 200 ευρώ.

  1.  Για την ετήσια ανανέωση εγγραφής τα όργανα διοίκησης της ΚΟΠ υποχρεούνται να αποστείλουν ηλεκτρονικά ή ταχυδρομικά την αίτηση και τα δικαιολογητικά που περιγράφονται στα σημεία ε και στ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου καθώς και τυχόν μεταβολές των δικαιολογητικών των σημείων α έως δ. Σε περίπτωση που τα πιστοποιητικά των σημείων α έως δ του παρόντος άρθρου δεν έχουν μεταβληθεί, κατατίθεται υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 στην οποία αναγράφεται ότι δεν επήλθε μεταβολή. Η ετήσια αίτηση ανανέωσης εγγραφής συνοδεύεται από παράβολο ύψους 50 ευρώ.
  2.  Η Διεύθυνση ΚΟΠ αναζητεί αυτεπαγγέλτως πιστοποιητικό ποινικού μητρώου για δικαστική χρήση από το οποίο να προκύπτει ότι κάποιο μέλος από τα όργανα διοίκησης της ΚΟΠ δεν έχει καταδικαστεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση με ποινή φυλάκισης άνω των έξη (6) μηνών κατά την τελευταία δεκαετία πριν από την υποβολή της αίτησης εγγραφής της ΚΟΠ στο μητρώο, για εγκλήματα προσβολών του πολιτεύματος, προδοσίας της Χώρας, ανθρωποκτονίας από πρόθεση και επικίνδυνης σωματικής βλάβης, εγκλήματα σχετικά με την εμπορία και τη διακίνηση ναρκωτικών, τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, διεθνή οικονομικά εγκλήματα, εγκλήματα με χρήση μέσων υψηλής τεχνολογίας, εγκλήματα περί το νόμισμα, εγκλήματα σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και την παιδική πορνογραφία (ν. 3625/2007, ΦΕΚ 290 Α”) εγκλήματα συγκρότησης ή ένταξης ως μέλους σε εγκληματική οργάνωση κατά την έννοια του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα και εγκλήματα του άρθρου 187 Α του Ποινικού Κώδικα, αντίστασης κατά της αρχής, αρπαγής ανηλίκων, κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, κλοπής, ληστείας, απάτης, υπεξαίρεσης, εκβίασης, τοκογλυφίας, του νόμου περί μεσαζόντων, πλαστογραφίας, ψευδούς βεβαίωσης, υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, συκοφαντικής δυσφήμισης, λαθρεμπορίας, εγκλήματα που αφορούν τα όπλα, αρχαιότητες, την προώθηση μεταναστών που στερούνται τίτλου παραμονής στο εσωτερικό της Χώρας ή τη διευκόλυνση μεταφοράς ή προώθησής τους ή της εξασφάλισης καταλύματος σε αυτούς για απόκρυψη.
  3.  Η Διεύθυνση ΚΟΠ, αφού ελέγξει τα υποβληθέντα δικαιολογητικά, μπορεί να ζητήσει διευκρινίσεις, υποβολή συμπληρωματικών δικαιολογητικών ή προσκόμιση των πρωτοτύπων εγγράφων. Σε περίπτωση που πληρούνται οι προϋποθέσεις εγγραφής και έχουν προσκομισθεί τα σχετικά δικαιολογητικά, προβαίνει στην εγγραφή στα Μητρώα ή στην ανανέωση εγγραφής της ΚΟΠ στο ειδικό μητρώο ΚΟΠ. Σε περίπτωση απόρριψης αίτησης για εγγραφή ή ανανέωση στο ειδικό μητρώο ΚΟΠ, η Διεύθυνση ΚΟΠ ενημερώνει εγγράφως και αιτιολογημένα την αιτούσα.
  4.  Τα όργανα διοίκησης των ΚΟΠ υποχρεούνται να ενημερώνουν εντός τριών μηνών τη Διεύθυνση ΚΟΠ για κάθε μεταβολή των σημείων α έως ζ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου καθως και για κάθε αμετάκλητη καταδίκη, όπως προβλέπεται στην παρ. 3 του παρόντος άρθρου. Η παραβίαση της υποχρέωσης αυτής επισύρει τις συνέπειες και κυρώσεις του άρθρου 9. Στοιχεία που δεν έχουν αναγγελθεί έγκαιρα δεν αντιτάσσονται έναντι του Δημοσίου ή τρίτων.

Άρθρο 6 Λειτουργία και δημοσιότητα των βάσεων δεδομένων

  1.  Κάθε καταχώριση ή εγγραφή στις βάσεις δεδομένων υπόκειται σε διόρθωση, εφόσον είναι εσφαλμένη, και σε μεταβολή, εφόσον τα νομικά γεγονότα, οι δηλώσεις, τα έγγραφα και τα λοιπά στοιχεία που έχουν καταχωρισθεί ή δικαιολογούν τις καταχωρίσεις έχουν μεταβληθεί. Η διόρθωση και η μεταβολή πραγματοποιούνται είτε αυτεπαγγέλτως από τη Διεύθυνση ΚΟΠ είτε μετά από αίτηση του κοινωφελούς φορέα ή του έχοντος έννομο συμφέρον.
  2.  Οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στον διαδικτυακό τόπο των βάσεων δεδομένων είναι στο σύνολό τους ελεύθερα προσβάσιμες στους πολίτες σε ηλεκτρονική μορφή, προς ανάγνωση,

αποθήκευση και εκτύπωση, με την επιφύλαξη των διατάξεων προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις ως προς την πρόσβαση στα έγγραφα όπως ορίζεται στο άρθρο 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.

3 . Το Ειδικό Μητρώο ΚΟΠ απαρτίζεται από το ευρετήριο ΚΟΠ και τη μερίδα που τηρείται ξεχωριστά για κάθε ΚΟΠ και περιλαμβάνει τα δικαιολογητικά του άρθρου 5 καθώς και βεβαιώσεις πιστοποιήσεως που τυχόν υπάρχουν.

Άρθρο 7 Καθεστώς εγγεγραμμένων ΚΟΠ

  1.  Μία ΚΟΠ δικαιούται να λαμβάνει κρατική χρηματοδότηση μόνον εάν είναι εγγεγραμμένη στο Ειδικό Μητρώο ΚΟΠ.
  2.  Αποκλειστικώς για τις εγγεγραμμένες ΚΟΠ ισχύει το ακόλουθο φορολογικό καθεστώς:

α. Το εισόδημα των εγγεγραμμένων ΚΟΠ από κάθε πηγή, με εξαίρεση μόνο τα κάθε είδους έσοδα που πραγματοποιούνται κατά την επιδίωξη της εκπλήρωσης του σκοπού τους τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο φόρου, φορολογείται με ενιαίο φορολογικό συντελεστή 13%, εκτός εάν προβλέπεται χαμηλότερη φορολογία με άλλη διάταξη νόμου. Για τον προσδιορισμό του εισοδήματος και τις εκπιπτόμενες δαπάνες των εγγεγραμμένων ΚΟΠ εφαρμόζονται, αναλόγως, ο εκάστοτε ισχύουσες για τα κοινωφελή ιδρύματα διατάξεις.

β. Οι εγγεγραμμένες ΚΟΠ απαλλάσσονται από την επιβολή ΦΠΑ και φόρου επί των σχετικών εισοδημάτων για τέσσερις εκδηλώσεις ετησίως.

Άρθρο 8 Υποχρεώσεις των Εγγεγραμμένων στο ΚΟΠ

  1. Οι εγγεγραμμένες στο Μητρώο ΚΟΠ οφείλουν να τηρούν τις αρχές:

α) της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης που εξειδικεύεται στις αρχές της οικονομικότητας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας,

(β) της υπευθυνότητας και της λογοδοσίας,

(γ) της διαφάνειας και (δ) της ειλικρίνειας.

όπως προσδιορίζονται στο άρθρο 1 του Ν. 3871/2010 προσαρμοσμένο κατ’ αναλογίαν στις ΚΟΠ καθώς και να τηρούν τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν με την εγγραφή τους στο Μητρώο ΚΟΠ.

  1.  Για κάθε κρατική χρηματοδότηση οι εγγεγραμμένες ΚΟΠ οφείλουν να υποβάλουν προς καταχώρηση στο Μητρώο ΚΟΠ:

α) τα στοιχεία του φορέα της χρηματοδότησης

β) τον Προϋπολογισμό και απολογισμό για το κάθε Χρηματοδοτούμενο Πρόγραμμα και ετήσιο πιστοποιητικό νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου για την εκτέλεση του Χρηματοδοτούμενου Προγράμματος.

  1.  Σε περίπτωση ανάθεσης έργου, προμήθειας ή υπηρεσίας μέσω δημόσιας σύμβασης, η διαδικασία θα διενεργείται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Η απ’ ευθείας επιχορήγηση ΚΟΠ προϋποθέτει τη σύμφωνη γνώμη επιτροπής που ορίζεται με απόφαση του υπουργού Οικονομικών, απαρτιζόμενη από έναν υπάλληλο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, έναν πρόεδρο δ.σ. ή διαχειριστή εγγεγραμμένης στο μητρώο ΚΟΠ με ετήσια ανανεούμενη θητεία και προεδρεύοντα τον εθνικό εισηγητή ΚΟΠ. Η επιτροπή κρίνει βάσει αιτιολογήμενης εισήγησης του αρμόδιο υπουργείου.
  2.  Σε περίπτωση χρηματοδότησης από τον κρατικό προϋπολογισμό η ΚΟΠ θα πρέπει να τηρεί ιδιαίτερη λογιστική μερίδα για τα χρηματοδοτούμενα έργα .
  3.  Κάθε ΚΟΠ που λαμβάνει κρατική χρηματοδότηση υποχρεούται να τηρεί έναν τραπεζικό λογαριασμό αποκλειστικώς για αυτό το σκοπό σε Πιστωτικό Ίδρυμα της επιλογής της,.
  4.  Σε περίπτωση χρηματικής δωρεάς από ιδιώτες, όταν το ποσό αυτής υπερβαίνει το ποσό των πεντακοσίων Ευρώ (500,00 Ευρώ) ετησίως ανά δωρητή, αυτή καταβάλλεται υποχρεωτικά σε έναν τραπεζικό λογαριασμό σε Πιστωτικό Ίδρυμα της επιλογής της και του οποίου μοναδικός δικαιούχος είναι η ΚΟΠ. Η καταβολή του ποσού της δωρεάς γίνεται υποχρεωτικά με ονομαστική κατάθεση του δωρητή.
  5.  Η εγγεγραμμένη ΚΟΠ οφείλει να τηρεί ιστοσελίδα στην οποία δημοσιεύει υποχρεωτικά το ισχύον καταστατικό ή συστατική της πράξη, τα στοιχεία των φυσικών προσώπων που απαρτίζουν τα όργανα διοίκησης της ΚΟΠ και τις αρμοδιότητές τους, τον ετήσιο οικονομικό προϋπολογισμό, ισολογισμό και απολογισμό τους, το ετήσιο πιστοποιητικό του νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου, κάθε χρηματοδοτούμενο από το δημόσιο πρόγραμμα ή δράση, καθώς και στοιχεία πιστοποίησης της ΚΟΠ από δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς, εφ’ όσον υφίσταται τοιαύτη πιστοποίηση.

    1. Η χάρτα λογοδοσίας, όπως θα αποτυπωθεί και εγκριθεί εντός τετραμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου από τον γενικό γραμματέα Πληθυσμού και Κοινωνικής Συνοχής, θα τηρείται ως καταστατική δέσμευση κάθε εγγεγραμμένης ΚΟΠ και υπό την έννοια αυτή αποτελεί κείμενο αυτορρύθμισης που εκφράζει την αρχή της συναλλακτικής καλής πίστης.

Άρθρο 9 Κυρώσεις

  1.  Σε περίπτωση μη τήρησης από εγγεγραμμένη ΚΟΠ των υποχρεώσεων των άρθρων 3, 4 και 7 του παρόντος νόμου, η Διεύθυνση ΚΟΠ θα αποστέλλει αμελλητί στην παραβάτρια ΚΟΠ γραπτή πρόσκληση προκειμένου να προβεί σε κάθε δέουσα ενέργεια για την άρση της παράβασης και τη συμμόρφωσή της με τις προβλεπόμενες από τον παρόντα νόμο υποχρεώσεις εντός συγκεκριμένης ρητής προθεσμίας.
  2.  Σε περίπτωση παρέλευσης άπρακτης της ταχθείσας προθεσμίας, η Διεύθυνση ΚΟΠ θα θέτει την παραβάτρια ΚΟΠ σε καθεστώς αναστολής της εφαρμογής της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του παρόντος νόμου, διάρκειας ενός έτους και αναφέρει ρητώς αυτό στον διαδικτυακό τόπο του Μητρώου ΚΟΠ. Αν μετά το πέρας της αναστολής η ΚΟΠ εξακολουθεί να μη συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις της, η Διεύθυνση ΚΟΠ προβαίνει στην άμεση διαγραφή της παραβάτριας από το Μητρώο ΚΟΠ και ενημερώνει σχετικά την παραβάτρια, το Μητρώο ΚΟΠ και κάθε φορέα από τον οποίο λαμβάνει κρατική χρηματοδότηση.
  3.  Η διαγραφή της παραβάτριας ΚΟΠ από το ειδικό μητρώο ΚΟΠ θα συνεπάγεται την αυτοδίκαιη αναστολή κρατικής χρημαοτοδότησης περιλαμβάνομενης και της υλοποίησης χρηματοδοτούμενων προγραμμάτων και την οριστική διακοπή της εφαρμογής παραγράφου 2 του άρθρου 6 του παρόντος. Τυχόν αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντα ποσά, ή ποσά καταλογιζόμενα σε αυτήν ως φορολογικές υποχρεώσεις της, συνεπεία της αυτοδίκαιης απώλειας των ευμενών φορολογικών ρυθμίσεων που επιφυλάσσονται στις εγγεγραμμένες ΚΟΠ που συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους υπό τον παρόντα νόμο, θα οφείλονται και αποδίδονται στο Δημόσιο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ).

Άρθρο 10 Εθελοντική απασχόληση

 

  1. Η εθελοντική απασχόληση προϋποθέτει εγγραφή στο βιβλίο εθελοντών που συμπληρώνει ο φορέας παροχής εθελοντικής απασχόλησης και τηρείται στο αρχείο του. Το βιβλίο που τηρούν οι κοινωφελείς φορείς φέρει θεώρηση από την Εποπτική Αρχή ενώ το βιβλίο που τηρούν οι λοιποί φορείς παροχής εθελοντικής απασχόλησης θεωρείται από τη Γραμματεία του ίδίου φορέα. Το βιβλίο εθελοντών περιέχει σειρές με αύξοντα αριθμό και στήλες με τα στοιχεία του εθελοντή, την έναρξη και λήξη της εθελοντικής απασχόλησης και υπογραφή του τελευταίου . Το βιβλίο συμπληρώνεται από τη φορέα παροχής εθελοντικής απασχόλησης με βάση τη χρονολογική σειρά έναρξης της απασχόλησης των εθελοντών. Τυχόν ειδικότεροι όροι παροχής της εθελοντικής απασχόλησης είναι δυνατόν να συνομολογούνται εγγράφως. Εξαιρούνται από την υποχρεώση εγγραφής στο βιβλίο εθελοντών οι περιπτώσεις μαζικής συμμετοχής πολιτών σε μονοήμερα ή ολιγόωρα προγράμματα.
  2.  Ο φορέας παροχής εθελοντικής απασχόλησης

α) ευθύνεται για τυχόν ζημίες που προξενεί ο εθελοντής κατά την παροχή της εθελοντικής του απασχόλησης στη Φορέα, κατ’ άρθρο 922 και 334 ΑΚ,

β) καλύπτει ιατροφαρμακευτικές και νοσοκομειακές δαπάνες για ατύχημα ή ασθένεια του εθελοντή που τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την εθελοντική απασχόλησή του στον φορέα. γ) Σε περίπτωση που ο εθελοντής απασχολείται στο εξωτερικό ο φορέας παροχής εθελοντικής απασχόλησης αναλαμβάνει πλήρως τα έξοδα ταξιδίου, διαβίωσης, καταλύματος, επαναπατρισμού και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, καθώς και κάθε άλλη δαπάνη που θα προκύψει κατά τη διάρκεια διαμονής του εθελοντή στο εξωτερικό.

  1.  Δαπάνες διαμονής, μετακίνησης, διατροφής ή άλλες δαπάνες που σχετίζονται με την εθελοντική απασχόληση του εθελοντή στη ΜΚΟ (ή Φορέα) δύνανται να καλύπτονται από τη ΜΚΟ (ή Φορέα) και εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της ΜΚΟ (ή Φορέα).
  2.  Δικηγόροι, λογιστές, νόμιμοι ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία δύνανται να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε εγγεγραμμένες ΚΟΠ άνευ ανταλλάγματος.
  3.  Δεν εφαρμόζεται η εργατική νομοθεσία στις περιπτώσεις εθελοντικής απασχόλησης.

Άρθρο 11 Εθνικός εισηγητής για τις ΚΟΠ

  1. Στη Διεύθυνση ΚΟΠ του υπουργείου Εσωτερικών συνιστάται θέση Εθνικού Εισηγητή για τις ΚΟΠ. Αρμοδιότητα του Εθνικού εισηγητή είναι α. η παρακολούθηση της εφαρμογής του παρόντος νόμου, β. Ο συντονισμός των δράσεων των συναρμόδιων υπουργείων

 

γ. Συνεργασία με τις ΚΟΠ

δ. Η κατάθεση προτάσεων, σε συνεργασία με αντιπροσωπευτικές ενώσεις ΚΟΠ, για τη βελτίωση του νομοθετικού πλασιίου και η υιοθέτηση μέτρων ή στρατηγικών για την προώθηση της Κοινωνίας των Πολιτών.

  1.  Ο Εθνικός εισηγητής είναι μετακλητός υπάλληλος της κατηγορίας των ειδικών θέσεων με βαθμό 1ο. Η θέση του μετακλητού μπορεί να καταληφθεί και από δημόσιο υπάλληλο με απόσπαση. Ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ύστερα από δημόσια προκήρυξη, με θητεία τεσσάρων (4) ετών, η οποία μπορεί να ανανεώνεται για μία μόνον φορά. Ο Εθνικός εισηγητής είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος και διαθέτει εξειδικευμένες γνώσεις ή τουλάχιστον πενταετή εμπειρία στον τομέα της Κοινωνίας των Πολιτών.
  2.  Με την προβλεπόμενη στο άρθρο 2 παρ. 3 του παρόντος Υπουργική Απόφαση καθορίζονται οι νόμιμες προϋποθέσεις και τα ουσιαστικά προσόντα του εθνικού εισηγητή, η διαδικασία που θα πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις ενός αντικειμενικού συστήματος επιλογών για την πλήρωση διευθυντικών στελεχών του δημοσίου και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι απαραίτητη για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 12 Μεταβατικές Διατάξεις

  1.  ΚΟΠ των οποίων τα καταστατικά δεν προβλέπουν τις οριζόμενες στο άρθρο 3 προϋποθέσεις εγγραφής στο Μητρώο ΚΟΠ, και επιθυμούν να υπαχθούν στις διατάξεις του παρόντος νόμου και να εγγραφούν στο Μητρώο ΚΟΠ, οφείλουν να προβούν σε τροποποίηση του καταστατικού τους, τηρώντας τις προβλεπόμενες νόμιμες διαδικασίες.
  2.  Ο όρος «Μη Κυβερνητική Οργάνωση» (ΜΚΟ) σευφιστάμενες διατάξεις νόμων νοείται ταυτόσημος με τον όρο «Κοινωφελής Οργάνωση Πολιτών» (ΚΟΠ), όπως αυτός ορίζεται στον παρόντα νόμο.
  3.  Οι διατάξεις για τη λειτουργία του αρχείου κοινωφελών φορέων θα εφαρμοσθούν ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

Άρθρο 13 Καταργούμενες διατάξεις

1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται το άρθρα 11, η παρ. 7 του άρθρου 12 όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 άρθρου 21 Ν. 2819/2000 (ΦΕΚ Α” 84) και η παρ. 8 του άρθρου 12 όπως αναριθμήθηκε με το άρθρο 27 του Ν. 4110/2013 (ΦΕΚ Α” 17/23.01.2013), τα άρθρα 13, 16 και 17 του ν. 2731/1999 (Α” 138), τα άρθρα 18 και 19 του ΠΔ 224/2000 (ΦΕΚ Α’ 193) και οι κανονιστικές πράξεις που εκδόθηκαν κατ” εξουσιοδότηση του ίδιου νόμου, με την επιφύλαξη των διατάξεων της επομένης παραγράφου,.

Άρθρο 14 Έναρξη Ισχύος

Η ισχύς του παρόντος αρχίζει τέσσερις μήνες από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

10

Mar

2014

Δημόσια Διαβούλευση επί του σχέδιο νόμου για τις Κοινωφελείς Οργανώσεις Πολιτών

3 Οκτωβρίου, 2014

Νομοσχέδιο για τις Κοινωφελείς Οργανώσεις Πολιτών (ΚΟΠ)

Άρθρο 1 Ορισμοί

1. Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου οι ακόλουθοι όροι και τα αντίστοιχα ακρωνύμια έχουν την κατωτέρω έννοια:

α. Κοινωφελής Οργάνωση Πολιτών ή ΚΟΠ είναι η εθελοντική μη κερδοσκοπική οργάνωση που έχει συσταθεί και λειτουργεί στην Ελλάδα ως σωματείο ή αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία, με κοινωφελή, μη εμπορικό σκοπό, είναι ανεξάρτητη από κράτη ή κυβερνήσεις, την τοπική αυτοδιοίκηση, τους δημόσιους οργανισμούς δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, τους κάθε τύπου εμπορικούς, συνδικαλιστικούς και επαγγελματικούς οργανισμούς και ενώσεις, τις πολιτικές οργανώσεις και τα πολιτικά κόμματα. β. Κοινωφελής φορέας είναι η κοινωφελής οργάνωση πολιτών του παρόντος νόμου και το κοινωφελές ίδρυμα του νόμου 4182/2013. γ. Αρχείο κοινωφελών φορέων είναι η βάση δεδομένων που τηρείται στο Υπουργείο Εσωτερικών στην οποία καταχωρούνται οι κοινωφελείς φορείς σύμφωνα με τους όρους εγγραφής, όπως αναφέρονται στον παρόντα νόμο. δ. Ειδικό Μητρώο ΚΟΠ είναι η βάση δεδομένων που τηρείται στο Υπουργείο Εσωτερικών στην οποία εγγράφονται μόνον οι ΚΟΠ που πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις εγγραφής, όπως αυτές αναφέρονται στον παρόντα νόμο. ε. Εγγεγραμμένη ΚΟΠ είναι η κοινωφελής οργάνωση πολιτών που είναι εγγεγραμμένη στο ειδικό μητρώο ΚΟΠ σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του παρόντος νόμου. στ. Βάσεις δεδομένων είναι οι βάσεις δεδομένων του αρχείου κοινωφελών φορέων και του ειδικού Μητρώου ΚΟΠ ζ. Εποπτική Αρχή είναι το Υπουργείο Εσωτερικών

η. Διεύθυνση ΚΟΠ είναι η Διεύθυνση της Εποπτικής Αρχής, η οποία είναι υπεύθυνη για την οργάνωση και τήρηση του αρχείου κοινωφελών φορέων και του ειδικού Μητρώου ΚΟΠ, καθώς και τον έλεγχο της τήρησης των υποχρεώσεων των ΚΟΠ που είναι εγγεγραμμένες στο ειδικό μητρώο ΚΟΠ.

θ. Εθελοντική απασχόληση είναι η απασχόληση του φυσικού προσώπου προς τον Φορέα Παροχής Εθελοντικής Απασχόλησης εντός ή εκτός Ελλάδος που παρέχεται άνευ ανταλλάγματος.

ι. Φορέας Παροχής Εθελοντικής Απασχόλησης είναι Κοινωφελής Φορέας, κρατικός φορέας, δημόσιο νομικό πρόσωπο ή Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού στον οποίο παρέχεται η εθελοντική απασχόληση ια. Εθελοντής είναι το φυσικό πρόσωπο που παρέχει εθελοντική απασχόληση ιβ. Όργανα διοίκησης της ΚΟΠ είναι η διοίκηση του σωματείου και της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας ή οι διαχειριστές της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας. ιγ. Νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο είναι ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο όπως περιγράφονται στις παρ. 2 και 3 του άρθρου 1 του νόμου 3693/2008. ιδ. Ετήσιο Πιστοποιητικό είναι το ετήσιο φορολογικό πιστοποιητικό που εκδίδουν οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 8 του Ν.4110/13. ιε. Κρατική χρηματοδότηση είναι η ολική η μερική χρηματοδότηση ΚΟΠ με σκοπό την υλοποίηση συγκεκριμένου προγράμματος ή η επιχορήγηση ΚΟΠ για την υλοποίηση των όσων αναφέρονται γενικώς στους σκοπούς της ΚΟΠ ή η οικονομική ή εις είδος ενίσχυση ΚΟΠ από φορείς της γενικής κυβερνήσεως, όπως προσδιορίζεται στο Ν. 4129/2013 καθώς και από κάθε φορέα που έλαβε καθ” οιονδήποτε τρόπο χρηματοδότηση ή επιχορήγηση από τον Κρατικό Προϋπολογισμό. ιστ. Χρηματοδοτούμενο Πρόγραμμα είναι πρόγραμμα που υλοποιείται με κρατική χρηματοδότηση από τη ΚΟΠ ή από κοινοπραξία στην οποία συμμετέχει η ΚΟΠ

Άρθρο 2 Σύσταση Διεύθυνσης ΚΟΠ και τήρηση βάσεων δεδομένων

  1. Στο Υπουργείο Εσωτερικών συστήνεται Διεύθυνση ΚΟΠ που υπάγεται στη Γενική Γραμματεία Πληθυσμού και Κοινωνικής Συνοχής. Η Διεύθυνση ΚΟΠ έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα για:

α. την οργάνωση και εποπτεία των βάσεων δεδομένων καθώς και των σχετικών διαδικτυακών τόπων όπου υπάρχει δημόσια πρόσβαση στις βάσεις δεδομένων, β. την κανονική, συνεχή και ασφαλή λειτουργία του πληροφοριακού συστήματος των βάσεων δεδομένων,

γ. την καταχώριση στο αρχείο κοινωφελών φορέων και την εγγραφή στο ειδικό μητρώο ΚΟΠ,

δ. κάθε μεταγενέστερη μεταβολή ή διαγραφή υφιστάμενων καταχωρίσεων ή εγγραφών στις βάσεις δεδομένων

ε. τον έλεγχο τήρησης των υποχρεώσεων των άρθρων 3 και 6 του παρόντος νόμου και στ. τη διασύνδεση του αρχείου κοινωφελών φορέων και του ειδικού μητρώου μεταξύ τους ούτως ώστε οι εγγρεγραμμένες ΚΟΠ να εμφανίζονται και στις δύο βάσεις δεδομένων.

  1.  Οι βάσεις δεδομένων μπορούν να διασυνδεθούν ηλεκτρονικά εξ αποστάσεως με άλλα ειδικά μητρώα και αρχεία δημόσιων υπηρεσιών.
  2.  Οι ειδικότεροι όροι, οι προϋποθέσεις και οι τεχνικές λεπτομέρειες της λειτουργίας των βάσεων δεδομένων ή/και της διασύνδεσης τους, των επιμέρους κατηγοριών των κοινωφελών φορέων καθώς και των διαδικτυακών τόπων καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών.
  3.  Στο μέτρο που πραγματοποιείται στις βάσεις δεδομένων επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η Διεύθυνση ΚΟΠ αποτελεί τον υπεύθυνο επεξεργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2472/1997 (ΦΕΚ Α” 50/1997).
  4.  Για την αγορά, μίσθωση, επισκευή και συντήρηση κάθε είδους υλικοτεχνικού εξοπλισμού καθώς και για τα λειτουργικά έξοδα της Διεύθυνσης Μητρώου ΚΟΠ εισπράτεται παράβολο εισπράτεται υπέρ του δημοσίου με τη διαδικασία του ηλεκτρονικού παραβόλου. Το ποσόν του παραβόλου εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εσωτερικών και διατίθεται αποκλειστικά για τους ως άνω σκοπούς της Διεύθυνση ΚΟΠ. Το ποσόν του παραβόλου μπορεί να αναπροσαρμόζεται με την προβλεπόμενη στην παρ. 3 του παρόντος άρθρου Υπουργική Απόφαση.

Άρθρο 3 Διαδικασία καταχώρισης στο αρχείο κοινωφελών φορεών

  1. Για την καταχώριση ενός κοινωφελούς φορέα στο αρχείο κοινωφελών φορέων απαιτείται η συμπλήρωση ηλεκτρονικής αίτησης και η ηλεκτρονική ή ταχυδρομική αποστολή στη Διεύθυνση ΚΟΠ των ακόλουθων δικαιολογητικών:

α. Συστατική πράξη, καταστατικό έγγραφο και τυχόν τροποποιήσεις, νομίμως εγγεγραμμένες και δημοσιευμένες στα βιβλία των αρμοδίων κατά περίπτωση υπηρεσιών, τα σχετικά πιστοποιητικά και τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις και προσωρινές διαταγές. β. Κατάλογος των οργάνων διοίκησης της ΚΟΠ ή του διοικητικού συμβουλίου του κοινωφελούς ιδρύματος. γ. ο αριθμός φορολογικού μητρώου.

δ. ο ετήσιος ισολογισμός του σωματείου και η σχετική έκθεση της εξελεγκτικής Επιτροπής, εφ’ όσον υπάρχει, ή η ετήσια οικονομική χρήση για τις αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες ή ο ετήσιος οικονομικός απολογισμός του κοινωφελούς ιδρύματος ε. Την κατάθεση παραβόλου ύψους 50 ευρώ.

  1. Η Διεύθυνση ΚΟΠ προβαίνει στην καταχώριση του κοινωφελούς φορέα στο αρχείο ή στις σχετικές μεταβολές. Η ακρίβεια των όσων περιλαμβάνονται στα υπό στοιχεία α έως δ της παρούσης παραγράφου γίνεται με αποκλειστική ευθύνη του κοινωφελούς φορέα. Οι κοινωφελείς φορείς είναι υπεύθυνοι να αποστέλλουν ηλεκτρονικά ή ταχυδρομικά στη Διεύθυνση ΚΟΠ οποιαδήποτε μεταβολή των ανωτέρων στοιχείων.

Άρθρο 4 Προϋποθέσεις εγγραφής στο Ειδικό Μητρώο ΚΟΠ

  1. Στο Ειδικό Μητρώο ΚΟΠ εγγράφεται ΚΟΠ που πληροί τις κάτωθι προϋποθέσεις: α. Έχει συσταθεί τρία έτη προ της αίτησης εγγραφής της. β. Στο καταστατικό της προβλέπεται ότι:

αα. Δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν στα όργανα διοίκησης της ΚΟΠ μέλη της κυβέρνησης και υφυπουργοί, γενικοί και ειδικοί γραμματείς, βουλευτές, ευρωβουλευτές, πρόεδροι και αντιπρόεδροι ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, δήμαρχοι, περιφερειάρχες, αντιπεριφερειάρχες, υπάλληλοι που είναι προϊστάμενοι γενικής διεύθυνσης υπηρεσίας του Δημοσίου, επικεφαλής πολιτικού κόμματος και ανώτατοι λειτουργοί όλων των εκκλησιών, θρησκειών και δογμάτων. ββ. Δεν επιτρέπεται και είναι άκυρη η σύναψη συμβάσεων οιουδήποτε είδους της ΚΟΠ με πρόσωπα που συμμετέχουν στα όργανα διοίκησης της ΚΟΠ ή εταίρους που έχουν τον καταστατικό έλεγχο της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας, συζύγους, τέκνα και γονείς των μελών ή εταίρων της, και με εταιρείες τις οποίες αυτά τα πρόσωπα ελέγχουν, έναντι αμοιβής ή ανταλλάγματος επαχθούς για την ΚΟΠ. γ. Δεν επιτρέπεται να ορίζονται καταστατικά μέλη της διοίκησης ΚΟΠ από πρόσωπα ή φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Άρθρο 5 Δικαιολογητικά εγγραφής και ανανέωσης εγγραφής στο Ειδικό Μητρώο ΚΟΠ

  1.  Για την εγγραφή μίας ΚΟΠ στο Ειδικό Μητρώο ΚΟΠ απαιτείται η συμπλήρωση ηλεκτρονικής αίτησης και η ηλεκτρονική ή ταχυδρομική αποστολή στη Διεύθυνση ΚΟΠ των ακόλουθων δικαιολογητικών από τα οποία προκύπτει η πλήρωση των περιγραφόμενων στο άρθρο 4 προϋποθέσεων:

α. Συστατική πράξη, καταστατικό έγγραφο και τυχόν τροποποιήσεις, νομίμως εγγεγραμμένες και δημοσιευμένες στα βιβλία των αρμοδίων κατά περίπτωση υπηρεσιών, τα σχετικά πιστοποιητικά και τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις και διαταγές. β. Πρακτικά εκλογής και συγκρότησης διοικητικού συμβουλίου, διαχειριστών, νομίμων εκπροσώπων και λοιπών καταστατικών οργάνων ή/και σχετικές δικαστικές αποφάσεις και διαταγές.

γ. Πιστοποιητικό της αρμόδιας κατά περίπτωση υπηρεσίας για την μη προσβολή της σύστασης, της εκλογής των οργάνων και της εκπροσώπησης της και οι σχετικές δικαστικές αποφάσεις και διαταγές.

δ. Βεβαίωση έναρξης εργασιών και τυχόν μεταβολές από την αρμόδια φορολογική αρχή. ε. Αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας εν ισχύι. στ. Βεβαίωση Ασφαλιστικής ενημερότητα εν ισχύι.

ζ. Ετήσιο πιστοποιητικό του νομίμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου από την οποία προκύπτει η τήρηση διπλογραφικών βιβλίων περιλαμβανομένων και των ετήσιων πιστοποιητικών προηγουμένων ετών εφ’ όσον έχουν εκδοθεί. η. Την κατάθεση παραβόλου ύψους 200 ευρώ.

  1.  Για την ετήσια ανανέωση εγγραφής τα όργανα διοίκησης της ΚΟΠ υποχρεούνται να αποστείλουν ηλεκτρονικά ή ταχυδρομικά την αίτηση και τα δικαιολογητικά που περιγράφονται στα σημεία ε και στ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου καθώς και τυχόν μεταβολές των δικαιολογητικών των σημείων α έως δ. Σε περίπτωση που τα πιστοποιητικά των σημείων α έως δ του παρόντος άρθρου δεν έχουν μεταβληθεί, κατατίθεται υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 στην οποία αναγράφεται ότι δεν επήλθε μεταβολή. Η ετήσια αίτηση ανανέωσης εγγραφής συνοδεύεται από παράβολο ύψους 50 ευρώ.
  2.  Η Διεύθυνση ΚΟΠ αναζητεί αυτεπαγγέλτως πιστοποιητικό ποινικού μητρώου για δικαστική χρήση από το οποίο να προκύπτει ότι κάποιο μέλος από τα όργανα διοίκησης της ΚΟΠ δεν έχει καταδικαστεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση με ποινή φυλάκισης άνω των έξη (6) μηνών κατά την τελευταία δεκαετία πριν από την υποβολή της αίτησης εγγραφής της ΚΟΠ στο μητρώο, για εγκλήματα προσβολών του πολιτεύματος, προδοσίας της Χώρας, ανθρωποκτονίας από πρόθεση και επικίνδυνης σωματικής βλάβης, εγκλήματα σχετικά με την εμπορία και τη διακίνηση ναρκωτικών, τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, διεθνή οικονομικά εγκλήματα, εγκλήματα με χρήση μέσων υψηλής τεχνολογίας, εγκλήματα περί το νόμισμα, εγκλήματα σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και την παιδική πορνογραφία (ν. 3625/2007, ΦΕΚ 290 Α”) εγκλήματα συγκρότησης ή ένταξης ως μέλους σε εγκληματική οργάνωση κατά την έννοια του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα και εγκλήματα του άρθρου 187 Α του Ποινικού Κώδικα, αντίστασης κατά της αρχής, αρπαγής ανηλίκων, κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, κλοπής, ληστείας, απάτης, υπεξαίρεσης, εκβίασης, τοκογλυφίας, του νόμου περί μεσαζόντων, πλαστογραφίας, ψευδούς βεβαίωσης, υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, συκοφαντικής δυσφήμισης, λαθρεμπορίας, εγκλήματα που αφορούν τα όπλα, αρχαιότητες, την προώθηση μεταναστών που στερούνται τίτλου παραμονής στο εσωτερικό της Χώρας ή τη διευκόλυνση μεταφοράς ή προώθησής τους ή της εξασφάλισης καταλύματος σε αυτούς για απόκρυψη.
  3.  Η Διεύθυνση ΚΟΠ, αφού ελέγξει τα υποβληθέντα δικαιολογητικά, μπορεί να ζητήσει διευκρινίσεις, υποβολή συμπληρωματικών δικαιολογητικών ή προσκόμιση των πρωτοτύπων εγγράφων. Σε περίπτωση που πληρούνται οι προϋποθέσεις εγγραφής και έχουν προσκομισθεί τα σχετικά δικαιολογητικά, προβαίνει στην εγγραφή στα Μητρώα ή στην ανανέωση εγγραφής της ΚΟΠ στο ειδικό μητρώο ΚΟΠ. Σε περίπτωση απόρριψης αίτησης για εγγραφή ή ανανέωση στο ειδικό μητρώο ΚΟΠ, η Διεύθυνση ΚΟΠ ενημερώνει εγγράφως και αιτιολογημένα την αιτούσα.
  4.  Τα όργανα διοίκησης των ΚΟΠ υποχρεούνται να ενημερώνουν εντός τριών μηνών τη Διεύθυνση ΚΟΠ για κάθε μεταβολή των σημείων α έως ζ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου καθως και για κάθε αμετάκλητη καταδίκη, όπως προβλέπεται στην παρ. 3 του παρόντος άρθρου. Η παραβίαση της υποχρέωσης αυτής επισύρει τις συνέπειες και κυρώσεις του άρθρου 9. Στοιχεία που δεν έχουν αναγγελθεί έγκαιρα δεν αντιτάσσονται έναντι του Δημοσίου ή τρίτων.

Άρθρο 6 Λειτουργία και δημοσιότητα των βάσεων δεδομένων

  1.  Κάθε καταχώριση ή εγγραφή στις βάσεις δεδομένων υπόκειται σε διόρθωση, εφόσον είναι εσφαλμένη, και σε μεταβολή, εφόσον τα νομικά γεγονότα, οι δηλώσεις, τα έγγραφα και τα λοιπά στοιχεία που έχουν καταχωρισθεί ή δικαιολογούν τις καταχωρίσεις έχουν μεταβληθεί. Η διόρθωση και η μεταβολή πραγματοποιούνται είτε αυτεπαγγέλτως από τη Διεύθυνση ΚΟΠ είτε μετά από αίτηση του κοινωφελούς φορέα ή του έχοντος έννομο συμφέρον.
  2.  Οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στον διαδικτυακό τόπο των βάσεων δεδομένων είναι στο σύνολό τους ελεύθερα προσβάσιμες στους πολίτες σε ηλεκτρονική μορφή, προς ανάγνωση,

αποθήκευση και εκτύπωση, με την επιφύλαξη των διατάξεων προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις ως προς την πρόσβαση στα έγγραφα όπως ορίζεται στο άρθρο 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.

3 . Το Ειδικό Μητρώο ΚΟΠ απαρτίζεται από το ευρετήριο ΚΟΠ και τη μερίδα που τηρείται ξεχωριστά για κάθε ΚΟΠ και περιλαμβάνει τα δικαιολογητικά του άρθρου 5 καθώς και βεβαιώσεις πιστοποιήσεως που τυχόν υπάρχουν.

Άρθρο 7 Καθεστώς εγγεγραμμένων ΚΟΠ

  1.  Μία ΚΟΠ δικαιούται να λαμβάνει κρατική χρηματοδότηση μόνον εάν είναι εγγεγραμμένη στο Ειδικό Μητρώο ΚΟΠ.
  2.  Αποκλειστικώς για τις εγγεγραμμένες ΚΟΠ ισχύει το ακόλουθο φορολογικό καθεστώς:

α. Το εισόδημα των εγγεγραμμένων ΚΟΠ από κάθε πηγή, με εξαίρεση μόνο τα κάθε είδους έσοδα που πραγματοποιούνται κατά την επιδίωξη της εκπλήρωσης του σκοπού τους τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο φόρου, φορολογείται με ενιαίο φορολογικό συντελεστή 13%, εκτός εάν προβλέπεται χαμηλότερη φορολογία με άλλη διάταξη νόμου. Για τον προσδιορισμό του εισοδήματος και τις εκπιπτόμενες δαπάνες των εγγεγραμμένων ΚΟΠ εφαρμόζονται, αναλόγως, ο εκάστοτε ισχύουσες για τα κοινωφελή ιδρύματα διατάξεις.

β. Οι εγγεγραμμένες ΚΟΠ απαλλάσσονται από την επιβολή ΦΠΑ και φόρου επί των σχετικών εισοδημάτων για τέσσερις εκδηλώσεις ετησίως.

Άρθρο 8 Υποχρεώσεις των Εγγεγραμμένων στο ΚΟΠ

  1. Οι εγγεγραμμένες στο Μητρώο ΚΟΠ οφείλουν να τηρούν τις αρχές:

α) της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης που εξειδικεύεται στις αρχές της οικονομικότητας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας,

(β) της υπευθυνότητας και της λογοδοσίας,

(γ) της διαφάνειας και (δ) της ειλικρίνειας.

όπως προσδιορίζονται στο άρθρο 1 του Ν. 3871/2010 προσαρμοσμένο κατ’ αναλογίαν στις ΚΟΠ καθώς και να τηρούν τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν με την εγγραφή τους στο Μητρώο ΚΟΠ.

  1.  Για κάθε κρατική χρηματοδότηση οι εγγεγραμμένες ΚΟΠ οφείλουν να υποβάλουν προς καταχώρηση στο Μητρώο ΚΟΠ:

α) τα στοιχεία του φορέα της χρηματοδότησης

β) τον Προϋπολογισμό και απολογισμό για το κάθε Χρηματοδοτούμενο Πρόγραμμα και ετήσιο πιστοποιητικό νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου για την εκτέλεση του Χρηματοδοτούμενου Προγράμματος.

  1.  Σε περίπτωση ανάθεσης έργου, προμήθειας ή υπηρεσίας μέσω δημόσιας σύμβασης, η διαδικασία θα διενεργείται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Η απ’ ευθείας επιχορήγηση ΚΟΠ προϋποθέτει τη σύμφωνη γνώμη επιτροπής που ορίζεται με απόφαση του υπουργού Οικονομικών, απαρτιζόμενη από έναν υπάλληλο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, έναν πρόεδρο δ.σ. ή διαχειριστή εγγεγραμμένης στο μητρώο ΚΟΠ με ετήσια ανανεούμενη θητεία και προεδρεύοντα τον εθνικό εισηγητή ΚΟΠ. Η επιτροπή κρίνει βάσει αιτιολογήμενης εισήγησης του αρμόδιο υπουργείου.
  2.  Σε περίπτωση χρηματοδότησης από τον κρατικό προϋπολογισμό η ΚΟΠ θα πρέπει να τηρεί ιδιαίτερη λογιστική μερίδα για τα χρηματοδοτούμενα έργα .
  3.  Κάθε ΚΟΠ που λαμβάνει κρατική χρηματοδότηση υποχρεούται να τηρεί έναν τραπεζικό λογαριασμό αποκλειστικώς για αυτό το σκοπό σε Πιστωτικό Ίδρυμα της επιλογής της,.
  4.  Σε περίπτωση χρηματικής δωρεάς από ιδιώτες, όταν το ποσό αυτής υπερβαίνει το ποσό των πεντακοσίων Ευρώ (500,00 Ευρώ) ετησίως ανά δωρητή, αυτή καταβάλλεται υποχρεωτικά σε έναν τραπεζικό λογαριασμό σε Πιστωτικό Ίδρυμα της επιλογής της και του οποίου μοναδικός δικαιούχος είναι η ΚΟΠ. Η καταβολή του ποσού της δωρεάς γίνεται υποχρεωτικά με ονομαστική κατάθεση του δωρητή.
  5.  Η εγγεγραμμένη ΚΟΠ οφείλει να τηρεί ιστοσελίδα στην οποία δημοσιεύει υποχρεωτικά το ισχύον καταστατικό ή συστατική της πράξη, τα στοιχεία των φυσικών προσώπων που απαρτίζουν τα όργανα διοίκησης της ΚΟΠ και τις αρμοδιότητές τους, τον ετήσιο οικονομικό προϋπολογισμό, ισολογισμό και απολογισμό τους, το ετήσιο πιστοποιητικό του νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου, κάθε χρηματοδοτούμενο από το δημόσιο πρόγραμμα ή δράση, καθώς και στοιχεία πιστοποίησης της ΚΟΠ από δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς, εφ’ όσον υφίσταται τοιαύτη πιστοποίηση.

    1. Η χάρτα λογοδοσίας, όπως θα αποτυπωθεί και εγκριθεί εντός τετραμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου από τον γενικό γραμματέα Πληθυσμού και Κοινωνικής Συνοχής, θα τηρείται ως καταστατική δέσμευση κάθε εγγεγραμμένης ΚΟΠ και υπό την έννοια αυτή αποτελεί κείμενο αυτορρύθμισης που εκφράζει την αρχή της συναλλακτικής καλής πίστης.

Άρθρο 9 Κυρώσεις

  1.  Σε περίπτωση μη τήρησης από εγγεγραμμένη ΚΟΠ των υποχρεώσεων των άρθρων 3, 4 και 7 του παρόντος νόμου, η Διεύθυνση ΚΟΠ θα αποστέλλει αμελλητί στην παραβάτρια ΚΟΠ γραπτή πρόσκληση προκειμένου να προβεί σε κάθε δέουσα ενέργεια για την άρση της παράβασης και τη συμμόρφωσή της με τις προβλεπόμενες από τον παρόντα νόμο υποχρεώσεις εντός συγκεκριμένης ρητής προθεσμίας.
  2.  Σε περίπτωση παρέλευσης άπρακτης της ταχθείσας προθεσμίας, η Διεύθυνση ΚΟΠ θα θέτει την παραβάτρια ΚΟΠ σε καθεστώς αναστολής της εφαρμογής της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του παρόντος νόμου, διάρκειας ενός έτους και αναφέρει ρητώς αυτό στον διαδικτυακό τόπο του Μητρώου ΚΟΠ. Αν μετά το πέρας της αναστολής η ΚΟΠ εξακολουθεί να μη συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις της, η Διεύθυνση ΚΟΠ προβαίνει στην άμεση διαγραφή της παραβάτριας από το Μητρώο ΚΟΠ και ενημερώνει σχετικά την παραβάτρια, το Μητρώο ΚΟΠ και κάθε φορέα από τον οποίο λαμβάνει κρατική χρηματοδότηση.
  3.  Η διαγραφή της παραβάτριας ΚΟΠ από το ειδικό μητρώο ΚΟΠ θα συνεπάγεται την αυτοδίκαιη αναστολή κρατικής χρημαοτοδότησης περιλαμβάνομενης και της υλοποίησης χρηματοδοτούμενων προγραμμάτων και την οριστική διακοπή της εφαρμογής παραγράφου 2 του άρθρου 6 του παρόντος. Τυχόν αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντα ποσά, ή ποσά καταλογιζόμενα σε αυτήν ως φορολογικές υποχρεώσεις της, συνεπεία της αυτοδίκαιης απώλειας των ευμενών φορολογικών ρυθμίσεων που επιφυλάσσονται στις εγγεγραμμένες ΚΟΠ που συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους υπό τον παρόντα νόμο, θα οφείλονται και αποδίδονται στο Δημόσιο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ).

Άρθρο 10 Εθελοντική απασχόληση

 

  1. Η εθελοντική απασχόληση προϋποθέτει εγγραφή στο βιβλίο εθελοντών που συμπληρώνει ο φορέας παροχής εθελοντικής απασχόλησης και τηρείται στο αρχείο του. Το βιβλίο που τηρούν οι κοινωφελείς φορείς φέρει θεώρηση από την Εποπτική Αρχή ενώ το βιβλίο που τηρούν οι λοιποί φορείς παροχής εθελοντικής απασχόλησης θεωρείται από τη Γραμματεία του ίδίου φορέα. Το βιβλίο εθελοντών περιέχει σειρές με αύξοντα αριθμό και στήλες με τα στοιχεία του εθελοντή, την έναρξη και λήξη της εθελοντικής απασχόλησης και υπογραφή του τελευταίου . Το βιβλίο συμπληρώνεται από τη φορέα παροχής εθελοντικής απασχόλησης με βάση τη χρονολογική σειρά έναρξης της απασχόλησης των εθελοντών. Τυχόν ειδικότεροι όροι παροχής της εθελοντικής απασχόλησης είναι δυνατόν να συνομολογούνται εγγράφως. Εξαιρούνται από την υποχρεώση εγγραφής στο βιβλίο εθελοντών οι περιπτώσεις μαζικής συμμετοχής πολιτών σε μονοήμερα ή ολιγόωρα προγράμματα.
  2.  Ο φορέας παροχής εθελοντικής απασχόλησης

α) ευθύνεται για τυχόν ζημίες που προξενεί ο εθελοντής κατά την παροχή της εθελοντικής του απασχόλησης στη Φορέα, κατ’ άρθρο 922 και 334 ΑΚ,

β) καλύπτει ιατροφαρμακευτικές και νοσοκομειακές δαπάνες για ατύχημα ή ασθένεια του εθελοντή που τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την εθελοντική απασχόλησή του στον φορέα. γ) Σε περίπτωση που ο εθελοντής απασχολείται στο εξωτερικό ο φορέας παροχής εθελοντικής απασχόλησης αναλαμβάνει πλήρως τα έξοδα ταξιδίου, διαβίωσης, καταλύματος, επαναπατρισμού και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, καθώς και κάθε άλλη δαπάνη που θα προκύψει κατά τη διάρκεια διαμονής του εθελοντή στο εξωτερικό.

  1.  Δαπάνες διαμονής, μετακίνησης, διατροφής ή άλλες δαπάνες που σχετίζονται με την εθελοντική απασχόληση του εθελοντή στη ΜΚΟ (ή Φορέα) δύνανται να καλύπτονται από τη ΜΚΟ (ή Φορέα) και εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της ΜΚΟ (ή Φορέα).
  2.  Δικηγόροι, λογιστές, νόμιμοι ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία δύνανται να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε εγγεγραμμένες ΚΟΠ άνευ ανταλλάγματος.
  3.  Δεν εφαρμόζεται η εργατική νομοθεσία στις περιπτώσεις εθελοντικής απασχόλησης.

Άρθρο 11 Εθνικός εισηγητής για τις ΚΟΠ

  1. Στη Διεύθυνση ΚΟΠ του υπουργείου Εσωτερικών συνιστάται θέση Εθνικού Εισηγητή για τις ΚΟΠ. Αρμοδιότητα του Εθνικού εισηγητή είναι α. η παρακολούθηση της εφαρμογής του παρόντος νόμου, β. Ο συντονισμός των δράσεων των συναρμόδιων υπουργείων

 

γ. Συνεργασία με τις ΚΟΠ

δ. Η κατάθεση προτάσεων, σε συνεργασία με αντιπροσωπευτικές ενώσεις ΚΟΠ, για τη βελτίωση του νομοθετικού πλασιίου και η υιοθέτηση μέτρων ή στρατηγικών για την προώθηση της Κοινωνίας των Πολιτών.

  1.  Ο Εθνικός εισηγητής είναι μετακλητός υπάλληλος της κατηγορίας των ειδικών θέσεων με βαθμό 1ο. Η θέση του μετακλητού μπορεί να καταληφθεί και από δημόσιο υπάλληλο με απόσπαση. Ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ύστερα από δημόσια προκήρυξη, με θητεία τεσσάρων (4) ετών, η οποία μπορεί να ανανεώνεται για μία μόνον φορά. Ο Εθνικός εισηγητής είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος και διαθέτει εξειδικευμένες γνώσεις ή τουλάχιστον πενταετή εμπειρία στον τομέα της Κοινωνίας των Πολιτών.
  2.  Με την προβλεπόμενη στο άρθρο 2 παρ. 3 του παρόντος Υπουργική Απόφαση καθορίζονται οι νόμιμες προϋποθέσεις και τα ουσιαστικά προσόντα του εθνικού εισηγητή, η διαδικασία που θα πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις ενός αντικειμενικού συστήματος επιλογών για την πλήρωση διευθυντικών στελεχών του δημοσίου και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι απαραίτητη για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 12 Μεταβατικές Διατάξεις

  1.  ΚΟΠ των οποίων τα καταστατικά δεν προβλέπουν τις οριζόμενες στο άρθρο 3 προϋποθέσεις εγγραφής στο Μητρώο ΚΟΠ, και επιθυμούν να υπαχθούν στις διατάξεις του παρόντος νόμου και να εγγραφούν στο Μητρώο ΚΟΠ, οφείλουν να προβούν σε τροποποίηση του καταστατικού τους, τηρώντας τις προβλεπόμενες νόμιμες διαδικασίες.
  2.  Ο όρος «Μη Κυβερνητική Οργάνωση» (ΜΚΟ) σευφιστάμενες διατάξεις νόμων νοείται ταυτόσημος με τον όρο «Κοινωφελής Οργάνωση Πολιτών» (ΚΟΠ), όπως αυτός ορίζεται στον παρόντα νόμο.
  3.  Οι διατάξεις για τη λειτουργία του αρχείου κοινωφελών φορέων θα εφαρμοσθούν ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

Άρθρο 13 Καταργούμενες διατάξεις

1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται το άρθρα 11, η παρ. 7 του άρθρου 12 όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 άρθρου 21 Ν. 2819/2000 (ΦΕΚ Α” 84) και η παρ. 8 του άρθρου 12 όπως αναριθμήθηκε με το άρθρο 27 του Ν. 4110/2013 (ΦΕΚ Α” 17/23.01.2013), τα άρθρα 13, 16 και 17 του ν. 2731/1999 (Α” 138), τα άρθρα 18 και 19 του ΠΔ 224/2000 (ΦΕΚ Α’ 193) και οι κανονιστικές πράξεις που εκδόθηκαν κατ” εξουσιοδότηση του ίδιου νόμου, με την επιφύλαξη των διατάξεων της επομένης παραγράφου,.

Άρθρο 14 Έναρξη Ισχύος

Η ισχύς του παρόντος αρχίζει τέσσερις μήνες από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

9

Mar

2014

ΠΠρΘ 15203/2014 Η ΔΙΑΤΑΞΗ ΠΕΡΙ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΛΟΓΩ ΜΗ ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΗΣ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΕΝ.ΦΙ.Α ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ

ΠΠρΘεσ/νίκης 15203/2014 Η διάταξη περί απαραδέκτου συζήτησης εμπράγματης αγωγής λόγω μη προσκόμισης πιστοποιητικού ΕΝ.ΦΙ.Α είναι αντισυνταγματική .

3 Σεπτεμβρίου, 2014
Μια εξαιρετική απόφαση του ΠΠρΘεσ/νίκης ,με θαυμάσια και εμπεριστατωμένη αιτιολογία περί της αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 54α του ν. 4174/2013 που προβλέπει ως απαράδεκτη τη συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου εμπράγματης αγωγής λόγω μη προσκομίσεως πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α.
 
 

Αριθμός απόφασης 15203/2014

Αριθμός κατάθεσης κλήσης: 27787/07.11.2013
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Κωνσταντία Εμμανουηλίδου, Πρόεδρο Πρωτοδικών,  Πέτρο Αλικάκο, Πρωτοδίκη, Χρυσάνθη Νεραντζίδου, Πάρεδρο(επειδή κωλύονται οι λοιποί Τακτικοί  Δικαστές) – Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Ζωή Παπαδοπούλου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 31 Ιανουαρίου του 2014, για να δικάσει τις  με αριθμό κατάθεσης στο Ειρηνοδικείο 11576/2011 διεκδικητική αγωγή και 2435/2013  προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή-παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, που φέρονται προς  συζήτηση με την με αριθμό 27787/7-11-2013 κλήση, κατόπιν της με αριθμό 6705/06.8.2013  απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε στο  παρόν δικαστήριο, μεταξύ:

ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ – ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ κύριας αγωγής:

…………………………………………………….., κατοίκου  Ραχώνας Νομού Πέλλας, που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Κωνσταντίνου  Τορπουζίδη (Α.Μ.Δ.Σ.Θ. 6416), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ κύριας αγωγής: 1) …………………… του  …………………………………. της …………………………, κατοίκου Χαριλάου Θεσσαλονίκης, οδός  ………………………………. και 2) …………………………… του …………………… και της …………………………. κατοίκου  ομοίως, που παραστάθηκαν αμφότεροι διά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Μαρίας Τσιάκου  (ΑΜΔΣΘ 2941),  η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ – ΠΡΟΣΕΠΙΚΑΛΟΥΝΤΩΝ- ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ παρεμπίπτουσας αγωγής: 1)  …………………………………………………………. και της ……………………, κατοίκου  …………………………………………………………. Θεσσαλονίκης, οδός ………………………………… αρ. …..και 2)  …………………………………….κατοίκου ομοίως, που παραστάθηκαν αμφότεροι διά της πληρεξούσιας  δικηγόρου τους Μαρίας Τσιάκου (ΑΜΔΣΘ 2941), η οποία δήλωσε ότι παραιτείται του δικογράφου  της με αρ. κατ. 2435/2013 προσεπίκλησης δικονομικού εγγυητή-παρεμπίπτουσας αγωγής

ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΚΛΗΣΗ- ΠΡΟΣΕΠΙΚΛΗΣΗ- ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ παρεμπίπτουσας αγωγής:  ……………………… του ………………………………………………., κατοίκου Νέας Μηχανιώνας Θεσσαλονίκης, η  οποία δεν παραστάθηκε.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ δημόσια συζήτηση της υποθέσεως, παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως  σημειώνεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα  αναφέρονται στα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα επαναφέρονται προς συζήτηση, με την με αριθμό 27787/7.11.2013 κλήση, η με  αριθμό κατάθεσης ενώπιον του Ειρηνοδικείου 11576/7.11.2013 διεκδικητική αγωγή της  καλούσας- ενάγουσας κατά των καθ’ ων η κλήση – εναγομένων και η με αριθμό κατάθεσης  ενώπιον του Ειρηνοδικείου 2435/4.2.2013 προσεπίκληση δικονομικής εγγυήτριας  –  παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης των δεύτερων κατά της ……………………………………….., κατόπιν  της με αριθμό 6705/6.8.2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης που κήρυξε εαυτό καθ’  ύλη αναρμόδιο και τις παρέπεμψε στο παρόν Δικαστήριο. Ωστόσο με προφορική δήλωση της  πληρεξούσιας δικηγόρου των καθ’ ων η κλήση – προσεπικαλούντων –εναγόντων  (παρεμπίπτουσας αγωγής) στο ακροατήριο, η οποία καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την  παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, αυτοί παραιτήθηκαν από το  δικόγραφο της με αριθμό κατ. 2435/2013 προσεπίκλησης δικονομικού εγγυητή-παρεμπίπτουσας  αγωγής αποζημίωσης κατά της ……………, η οποία αν και κλητεύθηκε νόμιμα για τη σημερινή  δικάσιμο (βλ. την με αριθμό 1924γ/20.11.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του  Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Λάμπρου Κουρκουβάτη) δεν παρέστη,  οπότε και η εν λόγω  προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα (άρθρα 294,295 ΚπολΔ).

Με το  Ν.4223/2013 προβλέφθηκε η επιβολή του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων  (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) και δη στο άρθρο 1 αυτού  ορίζεται

« 1. Από το έτος 2014 και για κάθε επόμενο έτος  επιβάλλεται Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) στα δικαιώματα της παραγράφου 2  του παρόντος, σε ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα και ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα  ή κάθε είδους νομικές οντότητες την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους.

2. Ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. επιβάλλεται στα  εμπράγματα δικαιώματα της πλήρους κυριότητας, της ψιλής κυριότητας, της επικαρπίας, της  οίκησης και της επιφάνειας επί του ακινήτου….. Εξαιρετικά, επιβάλλεται και στο δικαίωμα της νομής  ή οιονεί νομής, της κατοχής,…..» ,
στο άρθρο 2 αυτού« 1. Υποκείμενο του ΕΝ.Φ.Ι.Α. είναι κάθε  πρόσωπο ή οντότητα του άρθρου 1, ανάλογα με το δικαίωμα και το ποσοστό του, και ειδικότερα:
α) Αυτός που αποκτά δικαίωμα σε ακίνητο από οποιαδήποτε αιτία, από την ημερομηνία σύνταξης  του οριστικού συμβολαίου κτήσης ή από την ημερομηνία τελεσιδικίας της δικαστικής απόφασης με  την οποία αναγνωρίζεται δικαίωμα ή καταδικάζεται ο δικαιοπάροχος σε δήλωση βουλήσεως….
γ) Ο  κληρονόμος και ειδικότερα: αα) ….ββ) Ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος, εφόσον δεν έχει δημοσιευθεί  διαθήκη μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου της φορολογίας έτους….
ζ) Ο νομέας  επίδικου ακινήτου. Αν το ακίνητο εκνικηθεί με τελεσίδικη απόφαση, ο ΕΝ.Φ.Ι.Α., που καταβλήθηκε,  δεν επιστρέφεται….3. Ο πλήρης κύριος υποχρεούται στην καταβολή του συνολικού ΕΝ.Φ.Ι.Α. που  βαρύνει το ακίνητο κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας του….
8. Για την εφαρμογή του ΕΝ.ΦΙ.Α  ακίνητα που δεν ιδιοχρησιμοποιούνται από το υποκείμενο του ΕΝ.Φ.Ι.Α θεωρούνται αυτά τα οποία  εκμισθώνονται ή παραχωρούνται καθ` οιονδήποτε τρόπο σε τρίτο. Τα ακίνητα που δεν εμπίπτουν  στο προηγούμενο εδάφιο θεωρούνται ιδιοχρησιμοποιούμενα…»,  κατά δε τη διάταξη του άρθρου 9  παρ. 2 του Ν. 4223/2013, όπως αυτή ήδη τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παρ. γ αρ. 5 του Ν  4254/2014:

«Μετά το άρθρο 54 του ν. 4174/2013 προστίθεται νέο άρθρο 54Α που έχει ως εξής:

«Αρθρο 54Α Υποχρεώσεις τρίτων για τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων.
1. Είναι αυτοδικαίως  άκυρη κάθε υποσχετική ή εκποιητική δικαιοπραξία με την οποία συστήνονται, μεταβάλλονται,  αλλοιώνονται ή μεταβιβάζονται, από οποιαδήποτε αιτία δικαιώματα επί ακινήτου ή παρέχεται  δικαίωμα προσημείωσης ή υποθήκης σε αυτό, αν δεν μνημονεύεται και δεν επισυνάπτεται από το  συμβολαιογράφο στο συμβόλαιο που συντάσσει, πιστοποιητικό της Φορολογικής Διοίκησης, με το  οποίο πιστοποιείται ότι το ίδιο ακίνητο, με τα ίδια στοιχεία, περιλαμβάνεται στη δήλωση Ενιαίου  Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων, καθώς και ότι ο φορολογούμενος έχει καταβάλει, ή νόμιμα  απαλλαγεί από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. για το συγκεκριμένο ακίνητο και έχει καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες  δόσεις, έχει ρυθμίσει ή έχει νόμιμα απαλλαγεί από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. για τα υπόλοιπα ακίνητα, για τα  οποία είναι υπόχρεος για τα πέντε (5) προηγούμενα έτη Αυτοδικαίως άκυρος είναι ο  συμβολαιογραφικός τίτλος και για τη σύνταξη κατακυρωτικής έκθεσης επί εκούσιου  πλειστηριασμού..3. Εάν δεν είναι δυνατή η επισύναψη στο συμβολαιογραφικό έγγραφο του  πιστοποιητικού του ΕΝ.Φ.Ι.Α. της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού για τα πέντε (5) προηγούμενα  της μεταβίβασης έτη, επισυνάπτεται για τα υπόλοιπα έτη το πιστοποιητικό του άρθρου 48 του ν.  3842/2010 (Α` 58) με το οποίο πιστοποιείται ότι το ίδιο ακίνητο, με τα ίδια στοιχεία,  περιλαμβάνεται στη δήλωση φόρου ακίνητης περιουσίας (Φ.Α.Π.), καθώς και ότι ο  φορολογούμενος έχει καταβάλει το Φ.Α.Π. για το συγκεκριμένο ακίνητο και ότι έχει καταβάλει τις  ληξιπρόθεσμες δόσεις του Φ.Α.Π. ή έχει ρυθμίσει το Φ.Α.Π. για τα υπόλοιπα ακίνητα, για τα οποία  είναι υπόχρεος για τα προηγούμενα έτη……
5. Είναι απαράδεκτη η συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου  εμπράγματης αγωγής επί ακινήτου, πλην της μονομερούς εγγραφής υποθήκης ή προσημείωσης  υποθήκης ή της άρσης κατάσχεσης, αν δεν προσκομισθεί από τον υπόχρεο σε ΕΝ.Φ.Ι.Α., το  πιστοποιητικό των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου αυτού.»

 Η τελευταία αυτή διάταξη, περί  απαραδέκτου της συζητήσεως εμπράγματης αγωγής, που είναι προφανές ότι είναι φορολογικής  φύσης, θίγει, παραβιάζει και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της  Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών  ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) και τις διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος (δικαίωμα της  ιδιοκτησίας, δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας και αρχή της αναλογικότητας).

Ειδικότερα, στο άρθρο 20 παράγραφος 1 του Συντάγματος, το οποίο συμφωνεί και με το άρθρο 6  παράγραφος 1 της ΕΣΔΑ, κατοχυρώνεται το θεμελιώδες δικαίωμα του πολίτη για παροχή έννομης  προστασίας από τα δικαστήρια, αποτελεί δε θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου. Οι δικονομικές  λεπτομέρειες που είναι επιτρεπτό να καθορίζει κάθε κράτος μέλος της Ενωσης δεν επιτρέπεται να  καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων των πολιτών. Εξάλλου,  στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση  με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ Α` 256) ορίζεται ότι «Παν φυσικόν ή νομικόν  πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας  αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των  γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα  παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως  αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή  άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τις διατάξεις αυτές με τις οποίες κατοχυρώνεται ο σεβασμός  της περιουσίας του προσώπου, αναγνωρίζεται παράλληλα η εξουσία των Κρατών προς επιβολή  φόρων και θέσπιση μέτρων προς εξασφάλιση της καταβολής τους. Τα Κράτη διαθέτουν ευρύτατη  εξουσία ως προς τον προσδιορισμό των φόρων και τους τρόπους εισπράξεως τους κατ` εκτίμηση  των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων τους .Όμως, εφόσον η επιβολή  φορολογίας αποτελεί επέμβαση στην περιουσία του προσώπου, πρέπει η σχετική ρύθμιση να  αποτελεί μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος και των  επιταγών προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπό την έννοια της ύπαρξης αναλογίας  μεταξύ χρησιμοποιουμένων μέσων και επιδιωκομένων σκοπών, ενόψει μάλιστα και της, κατά το  χρόνο θέσπισης της ως άνω φορολογικής διάταξης, ιδιαιτέρως δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας  (συνεχούς μείωσης μισθών και συντάξεων και επιβολής αλλεπαλλήλων φορολογικών βαρών επί  εισοδημάτων και περιουσιών).

Ο δικονομικός φραγμός, που τίθεται από τις παραπάνω διατάξεις,  ήδη σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας υπό το φως των σημερινών δυσχερών οικονομικών  συνθηκών, που βιώνουν οι πολίτες που φέρουν το βάρος αυτών, ουσιαστικά στερεί αυτούς της  απλής δυνατότητας προσφυγής στο δικαστήριο.Το απλό ταμειακό συμφέρον, που προκύπτει, δεν  συνιστά λόγο γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, για τον οποίο θεσπίζεται η παραπάνω διάταξη  ως αναγκαία προϋπόθεση του παραδεκτού κάθε εμπράγματης αγωγής. Ενώ, δεν φαίνεται να  υπάρχει καμία αναλογία, που επιβάλλεται να τηρείται, μεταξύ του νομοθετικά προστατευόμενου  δικαιώματος του ατόμου και του σκοπού που το νομοθέτημα εξυπηρετεί. Επομένως, η παραπάνω  ρύθμιση συντελεί απλά σε άνιση μεταχείριση των πολιτών του, από το ίδιο το κράτος, που τίθεται  σε  πλεονεκτική θέση έναντι αυτών, εξασφαλίζοντας πρωταρχικά και κύρια το δικό του  δημοσιονομικό οικονομικό συμφέρον, συρρικνώνοντας το ατομικό δικαίωμα των πολιτών του σε  εύκολη πρόσβαση στα δικαστήρια, την οποία θα έπρεπε να εγγυάται και όχι να χρησιμοποιεί τη  Δικαιοσύνη και την ευχέρεια προσφυγής σε αυτήν ως μέσο πίεσης για την τακτοποίηση των  φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών. Επιπλέον, η επιβολή φόρου ακίνητης περιουσίας,  παράλληλα προς υφιστάμενους άλλους φόρους, δεν πρέπει να θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος  της ιδιοκτησίας και δεν πρέπει να εξαρτά το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του πολίτη να  προσφύγει στη Δικαιοσύνη από τις συγκεκριμένες φορολογικές του υποχρεώσεις.

Διαφορετικά θα  ελλοχεύει ο κίνδυνος ο υπερχρεωμένος ιδιοκτήτης να μην είναι σε θέση να προσκομίσει το ως άνω  πιστοποιητικό και η εμπράγματη αγωγή του με την οποία ζητεί να προστατεύσει το δικαίωμα της  κυριότητάς του, που του παρέχει άμεση, απόλυτη και καθολική εξουσία πάνω στο ακίνητο (άρθρα  973 και 1000 του ΑΚ), θα πρέπει να μην εκδικασθεί για λόγους μη ουσιαστικούς, αφού το  δικαστήριο δεν θα υπεισέρχεται στην ουσία της ένδικης διαφοράς και έτσι ο πολίτης θα στερείται  ουσιαστικά της εξουσίας να απαγορεύει απόλυτα κάθε επέμβαση τρίτου στο ακίνητό του χωρίς την  άδεια του και θα βρίσκεται εκτεθειμένος και απροστάτευτος απέναντι στην αυθαιρεσία του  οποιουδήποτε καταπατητή.

Εν κατακλείδι, δεν θα μπορούσε μια καθαρά φορολογικού χαρακτήρα  διάταξη, που δεν αφορά στην προστασία των συναλλασσομένων σε σχέση με τα ακίνητα ή δεν  επιδιώκει την παροχή δικαστικής προστασίας, να αποτελεί ειδική διαδικαστική προϋπόθεση μιας  εμπράγματης αγωγής και προαπαιτούμενο προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας.

Αλλωστε, στόχος της δίκης πρέπει να είναι πάντοτε η έκδοση απόφασης επί της ουσίας και οι  διαδικαστικές προϋποθέσεις πρέπει να έχουν σκοπό να εξασφαλίσουν την ομαλή και απρόσκοπτη  ροή της διαδικασίας και να αποτελούν εγγυήσεις ορθής δικαστικής απόφασης (βλ Ολ. ΣΤΕ  601/2012 NOB 2012.376, Ολ. ΣΤΕ 3087/2011, Ολ Ελ. Συν 2006/2008, ΑΠ 293/2014, ΑΠ  1164/2009, ΑΠ 205/2006, MoνΠρωτΧαν 2/2014 (MoνΠρωτΧαν 210/2014 αδημ., ΕΔΔΑ απόφαση της 2.12.1985, Svenska κατά  Σουηδίας, αριθμ. 1 1036/84, απόφαση της 14.12.1988, Wasa κατά Σουηδίας, αριθμ. 13013/87,  απόφαση της 16.1.1995, Ricardo Travers κατά Ιταλίας, αριθμ. 15117/89, Νικόλαος Νίκας Πολιτική  Δικονομία Ι σ. 415).

Εξάλλου, ειδικά στην περίπτωση της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου του  άρθρου 1094 του ΑΚ, με την οποία  ο ενάγων αξιώνει την αναγνώριση της κυριότητας και την  απόδοση του πράγματος από τον εναγόμενο που νέμεται ή κατέχει το ακίνητο, αφενός δεν νοείται  να είναι φορολογικά υπόχρεοι για το ίδιο ακίνητο τόσο ο ενάγων που το διεκδικεί, όσο και ο  εναγόμενος που το νέμεται και που συνήθως προβάλει δικαίωμα ιδίας κυριότητας, οπότε υπάρχει  πολλαπλή φορολόγηση του ιδίου ακινήτου, και μάλιστα με μη δυνατότητα επιστροφής του  καταβληθέντος φόρου στον ηττηθέντα διάδικο, αφετέρου ο ενάγων καλείται να καταβάλει φόρο  για ένα ιδιοκτησιακό αγαθό που βρίσκεται σε επιδικία και επιπλέον δεν απολαμβάνει.
Τέλος, είναι  διαφορετική η περίπτωση του άρθρου 106 του ΝΔ 118/1973, που απαγορεύει τη συζήτηση  εμπράγματης αγωγής, της οποίας το αντικείμενο φέρεται να περιήλθε στον ενάγοντα με  κληρονομική διαδοχή, εάν δεν προσκομίζεται πιστοποιητικό του Οικονομικού Εφόρου για την  υποβολή δήλωσης φόρου κληρονομίας ή πράξη επιβολής φόρου, καθόσον η εν λόγω διάταξη –σε  αντίθεση με την προρρηθείσα του άρθρου 9 παρ.2 του Ν.4223/2013– επιβάλει μόνο υποχρέωση  υποβολής δήλωσης και όχι και καταβολής και εξόφλησης του αντίστοιχου φόρου.

Αλλωστε η πάγια  νομολογία των δικαστηρίων (ΑΠ ολ 1331/1985 Ελλ.Δ/νη 26.1133, ΑΠ 437/1998 Ελλ.Δ/νη 39.1275,  ΕφΘρ 214/2014) έκρινε ότι η  μη αναστολή της συζητήσεως, κατά τις επιταγές της  διατάξεως του άρθρου 106 του ΝΔ 118/1973 που επιδιώκει φορολογικούς σκοπούς, οι οποίοι  μπορούν να επιτευχθούν και με άλλα μέσα, δηλαδή με ενέργειες των φορολογικών οργάνων, χωρίς  να απαιτείται η εξαφάνιση της αποφάσεως, που δεν διέταξε την αναστολή, για την επίτευξη των  επιδιωκομένων φορολογικών σκοπών, οι οποίοι δεν έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης και  συνεπώς και στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, δεν δημιουργεί απαράδεκτο, που συνεπάγεται  την εξαφάνιση της απόφασης, που δεν το διέταξε .

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ η κληρονομική  διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου, είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσεως  κυριότητας των κινητών και ακινήτων κληρονομιαίων πραγμάτων, η κυριότητα όμως των  ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομιά, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί  αυτών, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από του χρόνου του θανάτου του  κληρονομουμένου, μόνον εάν αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί Αλλωστε η πάγια  νομολογία των δικαστηρίων (ΑΠ ολ 1331/1985 Ελλ.Δ/νη 26.1133, ΑΠ 437/1998 Ελλ.Δ/νη 39.1275,  ΕφΘρ 214/2014) έκρινε ότι η  μη αναστολή της συζητήσεως, κατά τις επιταγές της  διατάξεως του άρθρου 106 του ΝΔ 118/1973 που επιδιώκει φορολογικούς σκοπούς, οι οποίοι  μπορούν να επιτευχθούν και με άλλα μέσα, δηλαδή με ενέργειες των φορολογικών οργάνων, χωρίς  να απαιτείται η εξαφάνιση της αποφάσεως, που δεν διέταξε την αναστολή, για την επίτευξη των  επιδιωκομένων φορολογικών σκοπών, οι οποίοι δεν έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης και  συνεπώς και στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, δεν δημιουργεί απαράδεκτο, που συνεπάγεται  την εξαφάνιση της απόφασης, που δεν το διέταξε .με δημόσιο έγγραφο την κληρονομιά  και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί τούτο(ΑΠ 1722/2011,  Τ.Ν.Π Νόμος). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192 αριθ. 1  και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας ακινήτου μεταβιβάζεται με  σύμβαση, που γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγράφεται. Για να μεταβιβαστεί όμως  με σύμβαση η κυριότητα ακινήτου, για οποιαδήποτε αιτία, χαριστική ή επαχθή, απαιτείται να  υπάρχει το δικαίωμα σ` εκείνον, ο οποίος το μεταβιβάζει, κατά το χρόνο μεταγραφής της σχετικής  συμβάσεως (ΑΠ 934/2000 ΑρχΝ 2001.490, ΑΠ 888/1977 ΝοΒ 1978.703, ΕφΑθ 4562/1992 ΑρχΝ  1992.464, Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, ΑΚ, υπ` άρθρο 1033 αριθ. 2).

Εάν, συνεπώς, εκείνος που  μεταβιβάζει δεν είναι κύριος του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, δεν μεταβιβάζεται στον αγοραστή η  κυριότητα αυτού, σύμφωνα με τη γενική αρχή του β.ρ.δ «ουδείς μετάγει πλέον ου έχει  δικαιώματος» (Πανδ. 50 . 17.54 – Βασ 2.3.54), η οποία έχει διατηρηθεί και υπό την ισχύ του  Αστικού Κώδικα (ΕφΔωδ 82/2007 Νόμος, ΕφΠειρ 503/1997 ΕλλΔνη 1997.1901, ΕφΑθ 7217/1991  ΕλλΔνη 1993.637, Μπαλής, ΓενΑρχ, 8η έκδ., παρ. 30, σελ. 95 και ΕμπρΔικ, 4η έκδ., παρ.61, σελ.  160 επ., Απ. Γεωργιάδης, Εμπρ Δικ, τ. ΙΙ.1, σελ124). Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι είναι άκυρη η  δικαιοπραξία και μάλιστα τόσο η υποσχετική, όσο και η εκποιητική, η οποία καταρτίζεται σε  εκτέλεση της υποσχετικής (ΕφΠειρ 503/1997 ΕλλΔνη 38.1900, ΕφΘεσ 2462/1990 ΕλλΔνη 33.1224,  ΕφΑθ 1008/1982 Αρμ ΛΣΤ.718, Γαζής στην ΕρμΑΚ, υπ` άρθρο 513, Ζέπος, ΕνοχΔικ, Β` έκδ., σελ.  57). Επομένως, όπως συνάγεται και από τις διατάξεις των άρθρων 239, 513 επ., 1033, 1191 ΑΚ, η  πώληση ξένου ακινήτου είναι έγκυρη, δηλαδή μόνη η έλλειψη κυριότητας στο ακίνητο δεν έχει ως  συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης (βλ. ΑΠ 729/2011 ΕλλΔνη 2011.1027, ΑΠ 1199/1989  ΕλλΔνη 1991.531, ΕφΑθ 2077/2009 ΕλλΔνη 2010.785, ΕφΔωδ 305/2007 Νόμος, ΕφΠειρ 503/1997  ΕλλΔνη 1997. 1901). Εναντι όμως του αληθινού κυρίου δεν είναι ισχυρή η μεταβίβαση της  κυριότητας του ακινήτου, καθόσον για τη μεταβίβαση αυτήν απαιτείται (1033 ΑΚ) αυτός που  μεταβιβάζει να είναι κύριος και συνεπώς, εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάστηκε ξένο ακίνητο δεν  αποκτά την κυριότητα, εφόσον του μεταβιβάστηκε από μη κύριο (ΕφΠειρ 503/1997 ό.π., ΠΠρΑθ  3746/2011 Νόμος).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ για τη διεκδικητική αγωγή  προκύπτει, ότι ο κύριος ακινήτου αξιώνει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της  κυριότητας του και την  απόδοση του ακινήτου. Ο ενάγων μπορεί να αρκεστεί στο δεύτερο αίτημα  ή μόνο στο πρώτο αίτημα, οπότε η αγωγή έχει το χαρακτήρα αναγνωριστικής. Η σημασία  αναφέρεται στην έκταση του δεδικασμένου. Στη δίκη πάντως που αφορά διεκδικητική αγωγή  κρίνεται παρεμπιπτόντως και το δικαίωμα της κυριότητας, γιατί στην αγωγή αυτή, κατά νομική  αναγκαιότητα, εμπεριέχεται και αίτημα αναγνωριστικό της κυριότητας χωρίς να πρόκειται για  σώρευση αγωγών (ΑΠ 135/2012 Τ.Ν.Π. Νόμος).Ο αληθής κύριος στην διεκδικητική του αγωγή  έχει τη δυνατότητα να σωρεύσει και την αγωγή «ακυρότητας του συμβολαίου» (βλ. Κ.  Παπαδόπουλου, ό.π., παρ. 117, 4δ, σελ. 308), με την οποία βεβαίως δεν μπορεί, σύμφωνα με τα  όσα προαναφέρθηκαν, να ζητηθεί η ακυρότητα της σύμβασης, λόγω της έλλειψης κυριότητας του  μεταβιβάσαντος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αυτή είναι έγκυρη, αλλά μπορεί να ζητηθεί να  αναγνωριστεί ότι ο μεν μεταβιβάσας δεν ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε, ο δε  αποκτών, λόγω της έλλειψης αυτής του δικαιοπαρόχου, δεν έγινε κύριος αυτού. Πρόκειται δηλαδή  για αναγνωριστική αγωγή (70 ΚΠολΔ), με την αρνητική της μορφή, της αναγνώρισης της  ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας των εναγομένων στο επίδικο (Κ. Παπαδόπουλος, ό.π., 117,  4ζ, ΕφΠειρ 503/1997 ό.π.). Επιπροσθέτως δε, η δήλωση για την αποδοχή της κληρονομιάς, η  οποία είναι μονομερής δικαιοπραξία, που δεν έχει ανάγκη ανακοινώσεως σε άλλον, τελειούται με  την δήλωση και δεν υπόκειται σε ανάκληση. Η δήλωση όμως αυτή είναι άκυρη: α) εάν έγινε από  ανίκανο για δικαιοπραξία, χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες γι’ αυτό διατυπώσεις,
β) εάν έγινε από  πλάνη για τον λόγο της επαγωγής, γ) εάν έγινε πριν από την επαγωγή και δ) εάν έγινε με αίρεση ή  προθεσμία ή μερικώς,ε) ενώ ακόμη είναι δυνατόν να ακυρωθεί για πλάνη, απάτη ή απειλή βάσει  των διατάξεων που ισχύουν γενικώς για τις δικαιοπραξίες (άρθρα 140 επ., 150 επ., 1526, 1527,  1625, 1851,1857 ΑΚ), στ) ενώ η σχετική δήλωση για την αποδοχή της κληρονομιάς δυνατόν  επίσης να προσβληθεί και για εικονικότητα αυτής (ΑΠ 729/2011 ΕλλΔνη 2011,1027, Εφθεσ  300/2010 Αρμ 2011,776, Β. Βαθρακοκοίλη «ΕΡΝΟΜΑΚ», τόμος ΣΤ`, ημίτομος Α`, άρθρο 1857 ΑΚ,  παρ. 1, σελ. 622-623, Αναστασίου Αθανασόπουλου «Εμπράγματο Δίκαιο», τόμος Β`, άρθρα 1195- 1197 ΑΚ, αρ. 3, σελ. 952, Απ. Γεωργιάδη-Μ. Σταθόπουλου «Αστικός Κώδιξ», τόμος IX, άρθρο 1857  ΑΚ, σελ. 559-560) ή
ζ) ως άκυρη εάν γίνει για μέρος μόνον της κληρονομιάς (ΠΠρΑμφ 87/2012,).
Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1096 και 1098 εδαφ. α`  του ΑΚ προκύπτει, ότι ο νομέας του πράγματος ενέχεται σε απόδοση των ωφελημάτων που έχουν  εξαχθεί από αυτό και εκείνων που μπορούσαν να εξαχθούν κατά τους κανόνες της τακτικής  διαχείρισης από την επίδοση της (διεκδικητικής) αγωγής. Η ενοχή υφίσταται ανεξαρτήτως αιτίας  για την οποία νέμεται το πράγμα και ανεξαρτήτως οχλήσεως προς απόδοση και αρκεί η  πληροφόρηση του νομέα με οιονδήποτε τρόπο, ότι δεν έχει δικαίωμα νομής (ΑΠ 958/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα εκθέτει ότι ο πατέρας της …………….. του ………….  και της …………. και η δεύτερη σύζυγός του ……………… απέκτησαν κατά πλήρη κυριότητα σε  ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, το λεπτομερώς στην αγωγή περιγραφόμενο διαμέρισμα  4ου ορόφου οικοδομής κείμενης στη Θεσσαλονίκη επί της οδού ………… αρ….., εμβαδού 34 τμ ,  δυνάμει του με αριθμό ……./31.1.1997 πωλητήριου συμβολαίου της συμβολαιογράφου  Θεσσαλονίκης ………….., που νόμιμα μεταγράφηκε. Οτι η ίδια μετά το θάνατο του ανωτέρω την  17-1-1998, χωρίς να αφήσει διαθήκη, καλούμενη στην πρώτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής με  τον αδερφό της και την τότε σύζυγο του θανόντα, τον κληρονόμησε κατά τα 3/8 και κατέστη  κυρία σε ποσοστό 18,75% εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου, δυνάμει της με αριθμό 44/2010  Εκθεσης Αποδοχής Κληρονομιάς ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης,  νομίμως μεταγραφείσης εις τόμο …. και αριθμό …. των Βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου  Θεσσαλονίκης. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι η σύζυγος του πατέρα της ………….., πέρα από το  ποσοστό που λόγω αγοράς της ανήκε, αποδέχτηκε κακόπιστα δυνάμει της με αριθμό  ……../10.7.1998 αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ………………  και όλο το υπόλοιπο ποσοστό του 50% του θανόντα συζύγου της, εμφανιζόμενη ως η μοναδική εξ  αδιαθέτου κληρονόμος αυτού, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι η οικογενειακή μερίδα που  δημιουργήθηκε στην Κοινότητα Κλειδιού Ημαθίας για τον ερχόμενο από τη Γεωργία Ελληνα σύζυγό  της δεν ήταν ενήμερη. Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι έτσι η σύζυγος του πατέρα της  ………. εμφάνισε εαυτήν αποκλειστική κυρία, νομέα και κάτοχο του ως άνω ακινήτου, το οποίο εν  συνεχεία και χωρίς να έχει προς τούτο δικαίωμα τουλάχιστον για το ποσοστό 18,75% που η  ενάγουσα αναδρομικά κι εκ του χρόνου επαγωγής απέκτησε αποδεχόμενη την κληρονομιά του  πατέρα της, πούλησε δυνάμει του με αριθμό ………./2003 συμβολαίου της συμβολαιογράφου  Θεσσαλονίκης ……… κατ΄ ισομοιρία στους εναγομένους που τώρα το νέμονται ότι η μισθωτική  αξία όλου του ακινήτου είναι 250 ευρώ μηνιαίως, του δε ποσοστού της ενάγουσας 46,87 ευρώ. Με  βάση αυτό το ιστορικό η ενάγουσα ζητά: α) να αναγνωριστεί ότι είναι συγκυρία του λεπτομερώς  περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου της κατά ποσοστό 18,75% και να υποχρεωθούν οι  εναγόμενοι να της το αποδώσουν,  β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα τόσο της με αριθμό  3308/10.7.1998 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης  ………………., όσο και του με αριθμό ……/2003 πωλητήριου συμβολαίου της ιδίας, τουλάχιστον  κατά το ποσοστό που είναι κυρία η ενάγουσα, γ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της  καταβάλουν εις ολόκληρο ως απόδοση ωφελήματος, το ποσό των 46,87 ευρώ μηνιαίως από την  επίδοση σε αυτούς της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, δ) να κηρυχθεί η απόφαση που  θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική της δαπάνη.  Με αυτό το ιστορικό και τα αιτήματα, η ένδικη αγωγή στην οποία σωρεύονται διεκδικητική αγωγή  κυριότητας ακινήτου, αγωγή ακύρωσης συμβολαίου και απόδοσης ωφελημάτων (στην οποία  παραδεκτά δηλώνεται η παραίτησή τους από το δικόγραφο της με αριθμό 16.882/2.11.2010  αγωγής τους), αρμοδίως καθ’ ύλη και κατά τόπο φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου  αυτού κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία (αρ. 7, 9, 11 περ. 1, 18 και 30 ΚΠολΔ), δεδομένου  ότι η δεύτερη σωρευόμενη αγωγή, συνιστά διαφορά μη αποτιμητή σε χρήμα, υπαγόμενη στην  αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη προηγηθείσα  νομική σκέψη, το αίτημα αναγνώρισης ακυρότητας συμβολαίου πώλησης λόγω έλλειψης  κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντα, αλλά και το αίτημα ακύρωσης της αποδοχής  κληρονομιάς ως δικαιοπραξίας για λόγο που δεν περιλαμβάνεται στους ανωτέρω εκτιθέμενους δεν  είναι νόμιμα, και επομένως η αντίστοιχη σωρευόμενη αγωγή, είναι μη νόμιμη κι απορριπτέα. Κατά  τα λοιπά η αγωγή είναι νόμιμη ερειδόμενη στις διατάξεις 1094, 1096, 1193, 1194, 1195, 1710,  1813, 1820, 1846 του ΑΚ και 907, 908, 176 ΚΠολΔ και συνεπώς πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω για  την ουσιαστική βασιμότητά της δεδομένου ότι για το παραδεκτό της : α) περίληψή της έχει  εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, όπως αποδεικνύεται από  το προσκομιζόμενο κι επικαλούμενο με αριθμό 24.579/5.8.2011 σχετικό πιστοποιητικό, β)έχει  καταβληθεί το απαιτούμενο για το αίτημά της τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ.τα προσκομιζόμενα  υπό σειρά Α αγωγόσημα με αριθμούς 397710, 397709, 358973, 432806, 432807, 593044) και γ)  προσκομίσθηκε η κατ΄άρθρο 5 του Ν.2308/1995 δήλωση κτηματογράφησης, ενώ κατά την  νομική σκέψη που προηγήθηκε δεν υποχρεούται η ενάγουσα στην προσκόμιση πιστοποιητικού  ΕΝ.Φ.Ι.Α. καθότι το ακίνητο βρισκόταν στη νομή των εναγομένων οι οποίοι και ήταν φορολογικά  υπόχρεοι ως προς αυτό.

Για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, με την οποία απαγορεύεται η άσκηση  του δικαιώματος άμα υπερβαίνει τα όρια τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο  κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, πρέπει από τη μια μεριά ο δικαιούχος να  μην έχει ασκήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα το δικαίωμά του, από την άλλη δε να συντρέχουν  περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι ο δικαιούχος έχει δημιουργήσει με τη συμπεριφορά  του εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του και έτσι η παρ’ όλα αυτά  άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σ` ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε κάτω από  ορισμένες συνθήκες και για μεγάλο χρονικό διάστημα  διατηρήθηκε και που η ανατροπή του  συνεπάγεται βαριές συνέπειες για τον υπόχρεο, να αντίκειται προφανώς στην καλή πίστη, τα  χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος (Ολ ΑΠ 7/2002, Ολ ΑΠ  8/2001, ΑΠ 1023/2011,).Οι καθ’ ων η κλήση – εναγόμενοι αρνούνται την αγωγή και το κληρονομικό δικαίωμα της  ενάγουσας αμφισβητώντας τη συγγενική της σχέση με τον ………… Περαιτέρω κι επικουρικά  ισχυρίζονται ότι καταχρηστικά η ενάγουσα ασκεί το δικαίωμά της δεκατρία χρόνια μετά το θάνατο  του πατέρα της ανατρέποντας μια ήδη δημιουργηθείσα από αυτούς κατάσταση σχετιζόμενη με την  απόκτηση, τη συντήρηση κι απόλαυση του ακινήτου επιπλέον ότι οι ίδιοι νέμονται και κατέχουν  καλόπιστα το ακίνητο πλέον της οκταετίας από τότε που το αγόρασαν, σε συνέχεια της επί  πενταετίας καλόπιστης νομής και κατοχής αυτού από την δικαιοπάροχό τους, οπότε και το έχουν  έτσι αποκτήσει. Ο πρώτος εκ των ανωτέρω ισχυρισμών σκοπεί να θεμελιώσει την ένσταση της  καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που απορρίπτεται ως μη νόμιμος διότι και αληθές  υποτιθέμενο το πραγματικό των ισχυρισμών που επικαλούνται οι εναγόμενοι δεν πληρεί τις  προϋποθέσεις για τη συνδρομή της διάταξης του άρθρου 281ΑΚ κατά την προηγηθείσα νομική  σκέψη. Ο δεύτερος ισχυρισμός συνιστά την ένσταση της τακτικής χρησικτησίας, είναι νόμιμος  θεμελιούμενος στα άρθρα 1041 και 1051 του ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων,  ενός για κάθε διάδικη πλευρά, που περιέχονται στα με αριθμό 6705/2013 πρακτικά της 11.4.2013  δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, και από όλα τα έγγραφα που  προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται στη συνέχεια,  χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα από αυτά κατά την ουσιαστική εκτίμηση της υπό κρίση  αγωγής, καθώς και από τις φωτογραφίες που προσκομίζει η ενάγουσα, η γνησιότητα των οποίων  δεν αμφισβητήθηκε,  αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα εξής πραγματικά  περιστατικά:   Ο ……………… του ………. και της ………. γεννήθηκε στις 17.12.1939 στο Σοχούμι Αμπχαζίας  Γεωργίας και στις 3.12.1965 παντρεύτηκε την επίσης ελληνικής ιθαγενείας …………… του ………….  Στον έγγαμο βίο τους οι ανωτέρω απέκτησαν δύο τέκνα, την ……………(ενάγουσα) που γεννήθηκε  στις 26.9.1966 στο Ρουστάβι της Γεωργίας, γενομένης σχετικής καταχώρησης στο αρμόδιο  ληξιαρχείο με αριθμό πράξης 1422/3.10.1966 και τον ……….. που γεννήθηκε στο ίδιο μέρος στις  30.7.1971, γεγονός επίσης καταχωρημένο με αριθμό πράξης 1283/5.8.1971. Εν συνεχεία, ο μεταξύ  αυτών γάμος λύθηκε στις 17.12.1989 συνταχθείσης επ’ αυτού της με αριθμό 63 πράξης στο  ληξιαρχείο του Τετριτσκάρο, ενώ εκδόθηκε και το με αριθμό 397340/20.1.1990 πιστοποιητικό  διάλυσης του γάμου τους. Το έτος 1997 ο …………. ήλθε προς εγκατάσταση στην Ελλάδα, όπου  μετά την διαπίστωση της από γεννήσεως ελληνικής ιθαγένειάς του δυνάμει της με αριθμό  158/15.1.1997 απόφασης του Νομάρχη Ημαθίας, εξέδωσε το με αριθμό ……….. δελτίο  αστυνομικής ταυτότητας της Δ/νσης Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, κατέστη δημότης Κοινότητας  Κλειδιού Ημαθίας και κατοίκησε στα Κουφάλια Θεσσαλονίκης. Σημειωτέον ότι τα ανωτέρω  προκύπτουν από τα επικυρωμένα αντίγραφα των πρωτοτύπων εγγράφων που προσκομίζει κι  επικαλείται η ενάγουσα, τα δε πιστοποιητικά γέννησης αυτής και του αδερφού της, το διαβατήριο  της μητέρας της και το πιστοποιητικό λύσης του γάμου των γονέων της, συνταγμένα στη ρωσική  γλώσσα με συνημμένη την επίσημη μετάφρασή τους. Στην ανωτέρω απόφαση του Νομάρχη  Ημαθίας, πέρα της από γέννησης διαπίστωσης της ελληνικής ιθαγένειας του ……………….,  διαπιστώθηκε η από θρησκευτικό γάμο απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας της δεύτερης συζύγου  του, …………. του ……… και της ………., γεννηθείσας στο Σοχούμι Αμπχαζίας, η οποία έτσι  πολιτογραφήθηκε Ελληνίδα, ενώ έμειναν κενά τα πεδία της απόφασης που αναφέρονται στην  ύπαρξη τέκνων. Περαιτέρω, παραγγέλθηκε η εγγραφή της οικογένειας στο μητρώο αρρένων και  στο δημοτολόγιο του Κλειδιού Ημαθίας, οπότε και ο Πρόεδρος της εν λόγω Κοινότητας ενέκρινε  την εγγραφή των ανωτέρω στην με αριθμό …… οικογενειακή μερίδα. Κατά την ανωτέρω  διαδικασία της εγκατάστασης του ………….. στην Ελλάδα και της πολιτογράφησής του με την  έκδοση ελληνικού δελτίου αστυνομικής ταυτότητας ουδεμία αναφορά έγινε εκ μέρους του στην  ύπαρξη των τέκνων που είχε αποκτήσει με την πρώην σύζυγό του ………… Πέραν τούτου και προς  απόδειξη ενώπιον των αρμόδιων ελληνικών αρχών ότι η …………………., ήταν σύζυγός του και  δικαιούταν να αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια, έγινε χρήση του με αριθμό ………… αντιγράφου  της με αριθμό ……… ληξιαρχικής πράξης γάμου του Ειδικού Ληξιαρχείου Αθηνών, επί της οποίας  μνημονεύεται ότι α)  στο Αλαχάντσκι Αμπχαζίας τελέστηκε την 23/4/1968 ο πολιτικός γάμος των  ανωτέρω για τον οποίο συνετάχθη η με αριθμό 184/23.4.1968 πράξη του εκεί Ληξιάρχου και β) ο  χ.ο.(θρησκευτικός) γάμος έγινε στις 25.5.1968 μετά τον οποίο η σύζυγος κράτησε το επίθετο  …………. Τα ανωτέρω βεβαιούμενα στην ληξιαρχική πράξη γάμου του Ειδικού Ληξιαρχείου Αθηνών  η οποία προσκομίζεται σε απλό αντίγραφο και στην σε αυτή μνημονευόμενη ληξιαρχική πράξη του  Ληξιάρχου του Αλαχάντσκι Αμπχαζίας, αλλοδαπού δημοσίου εγγράφου το οποίο ουδόλως  προσκομίζεται, περί της οικογενειακής κατάστασης του ……………… έρχονται σε αντίθεση και είναι  λογικά ασύμβατα με τα περιστατικά που αποδεικνύονται από την ενάγουσα δεδομένου ότι  εμφαίνεται α) ο δεύτερος γάμος του …………… να έχει τελεστεί, ενώ υφίσταται ο πρώτος, γεγονός  που τον καθιστά δίγαμο, β) το δεύτερο παιδί του …………………… ονόματι ……………, να είναι  γεννημένος μετά την τέλεση του β’ γάμου, αλλά από τη σύζυγο του α’ γάμου και γ) να τελείται  γάμος κατά τον θρησκευτικό τύπο το 1968 στην πρώην Σοβιετική Ενωση. Τα ανωτέρω  αποδειχθέντα από την ενάγουσα με έγγραφα, των οποίων η γνησιότητα ουδέποτε προσβλήθηκε,  σε συνδυασμό με την μη προσκομιδή πρωτοτύπων εγγράφων από την πλευρά των εναγομένων  συνηγορούν υπέρ της έγερσης αμφιβολιών για την υπόσταση του επικαλούμενου β γάμου του  θανόντα κι όχι για τη συγγενική σχέση της ενάγουσας με αυτόν. Εξάλλου αυτή η πεποίθηση του  Δικαστηρίου ενισχύεται εκ του ότι  η …………….ερχόμενη στην Ελλάδα με την μητέρα της δυνάμει  της με αριθμό …………./27.9.2002 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής  Μακεδονίας απέκτησε τη ελληνική ιθαγένεια με πολιτογράφηση στις 22.9.2003 κι εγγράφηκε στα  δημοτολόγια του Δήμου Γιαννιτσών Νομού Πέλλης. Στην εκεί οικογενειακή μερίδα με αριθμό ………  εγγράφηκε η μητέρα της ……… ως αποκτήσασα την ελληνική ιθαγένεια με πολιτογράφηση στις  6.6.2007 και ο αδερφός της ………….. ως αποκτήσας την ελληνική ιθαγένεια στις 30.7.1971 από  γεννήσεως. Στα αλλοδαπά δημόσια έγγραφα που μνημονεύθηκαν στην αρχή του σκεπτικού  (πιστοποιητικά γέννησης ενάγουσας και αδελφού της, πιστοποιητικό διάλυσης γάμου των γονέων  της) αναγράφεται η ελληνική ιθαγένεια αυτών των προσώπων. Ωστόσο, ερχόμενοι στην Ελλάδα σε  διαφορετικά χρονικά διαστήματα ο καθένας, ανάλογα με το κάθε φορά επίκαιρο νομοθετικό  καθεστώς, που ρύθμιζε την απόδοση ιθαγένειας στους ομογενείς, ο μεν ………….. αλλά και ο υιός  του …………… που τη αιτήθηκαν πριν το έτος 2000, τους αναγνωρίστηκε λόγω γέννησης, η δε  ενάγουσα και η μητέρα της που την αιτήθηκαν μετά την αλλαγή του νόμου το 2000, τους  αποδόθηκε λόγω πολιτογράφησης. Με την ανωτέρω δε αίτησή της η ενάγουσα κατέθεσε ως  δικαιολογητικό και την προηγηθείσα απόφαση κτήσης ιθαγένειας του πατέρα της ………. και το  δελτίο αστυνομικής ταυτότητας αυτού, που σύμφωνα με το άρθρο 76 Ν. 2910/2001 είναι  προαπαιτούμενα αναγνώρισης της ιθαγένειας του αιτούντα και λήφθησαν υπόψη από τα αρμόδια  όργανα. Περαιτέρω, ο ………………. εν ζωή και η ………….. απέκτησαν κατά πλήρη κυριότητα νομή  και κατοχή σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας δυνάμει του με αριθμό ……./31-1-1997  πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …………… , νομίμως μεταγραφέντος  στα Βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης εις τόμο …… και αριθμό ……, ένα αυτοτελές και  διηρημένο διαμέρισμα του 4ου πάνω από το ισόγειο ορόφου οικοδομής επί της οδού …… αρ.  …….., έχον πρόσοψη στην πρασιά της οικοδομής, εμβαδού καθαρού 34 τ.μ. αποτελούμενου από  ένα δωμάτιο, σαλόνι, κουζίνα και προχώλ, στο οποίο αναλογεί ποσοστό 2,19% εξ αδιαιρέτου στο  οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους χώρους, η δε οικοδομή κτίσθηκε σε οικόπεδο εμβαδού  285 τ.μ. που συνορεύει κατά τον τίτλο κτήσης βόρεια με οικία ιδιοκτησίας ………………., νότια με  οικία τέως ανταλλάξιμου ακινήτου και τώρα με πολυκατοικία αγνώστων ιδιοκτητών και σήμερα με  την οδό ……… και από τις λοιπές πλευρές του με οικοδομές αγνώστων ιδιοκτητών,  με προσωρινό  ΚΑΕΚ 19 044 27 17 003. Αυτός και η ……….. αποδείχθηκε ότι είχαν οικογενειακές σχέσεις με τα  παιδιά του ….. (ενάγουσα) και …………… από τον πρώτο του γάμο, αφού το ζευγάρι τύγχανε  ομόδειπνο με τον γιό του και τη σύζυγο αυτού, οι οποίοι έμεναν στα Κουφάλια, όπου ο  …………………. απεβίωσε στις 17.1.1998 και κηδεύτηκε εκεί με φροντίδες του υιού του και της  δεύτερης συζύγου του …………….., συνταχθείσης της με αριθμό 8/17.1.1998 ληξιαρχικής πράξης  θανάτου. Εκ των ανωτέρω δημιουργείται πλήρης δικανική πεποίθηση στο παρόν Δικαστήριο περί  του ότι η δεύτερη σύζυγος του ………………. γνώριζε την ύπαρξη των τέκνων αυτού και δη του  υιού του από τον προηγούμενο γάμο. Ωστόσο, μετά το θάνατο του ανωτέρω, αυτή προέβη στην  αποδοχή όλης της κληρονομίας του συζύγου της που συνίστατο στην κατά 50% συγκυριότητα  του ως άνω διαμερίσματος, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού, δυνάμει της με αριθμό  3308/10.7.1998 αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …………….., που  μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης σε τόμο ……….. και αριθμό  ……. Για τη σύνταξή αυτής της αποδοχής, η  ………….. προσκόμισε ως δικαιολογητικό, το με  αριθμό 359/9.3.1998 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών της Κοινότητας Κλειδιού Ημαθίας,  στο οποίο δεν εμφαίνοταν τα τέκνα του ……………, καθότι ως προελέχθη δεν έγινε καμία σχετική  δήλωση κατά την εγγραφή αυτού στα αντίστοιχα δημοτολόγια, η δε συμβολαιογράφος δεν  αναζήτησε επιπλέον αποδεικτικά της οικογενειακής κατάστασης του θανόντα από τη χώρα στην  οποία γεννήθηκε και έζησε μέχρι το 1997. Εν συνεχεία, η ……………, φερόμενη ως αποκλειστική  κυρία νομέας και κάτοχος σε ποσοστό 100% του ανωτέρω ακινήτου το πώλησε και το μεταβίβασε  στους εναγομένους σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα δυνάμει του με αριθμό ……/2003  συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε σε τόμο …….. και αριθμό …..  των οικείων βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, χωρίς όμως να έχει τέτοιο δικαίωμα ως  αποδείχθηκε εφόσον υπήρχαν και άλλοι κληρονόμοι, ήτοι τα τέκνα του συζύγου της. Εν συνεχεία,  η ενάγουσα που κληρονόμησε τον θανόντα πατέρα της καλούμενη στην πρώτη τάξη της εξ  αδιαθέτου διαδοχής, εφόσον αυτός δεν άφησε διαθήκη, ως κόρη του σε ποσοστό 3/8 (καθότι ο  αδελφός της κληρονόμησε το αντίστοιχο ποσοστό ενώ η εν ζωή σύζυγος κληθείσα με την πρώτη  τάξη των εξ αδιαθέτου κληρονόμησε το ?, ήτοι 2/8.), προέβη στην με αριθμό 44/2010 δήλωση  αποδοχή κληρονομιάς ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που νόμιμα  μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης σε τόμο …… με αριθμό ….,  αποκτώντας έτσι  την κυριότητα του άνω ακινήτου κατά ποσοστό 18,75% (=3/8Χ50%) αναδρομικά από το θάνατο  του πατέρα της, ήτοι το έτος 1998. Οι εναγόμενοι δε, μετά την αγορά του ανωτέρω ακινήτου το  νέμονται και το κατέχουν μέχρι σήμερα χρησιμοποιώντας το ως φοιτητική τους κατοικία όσο  σπούδαζαν, από τις 4/9/2012 δε και μετά το έχουν εκμισθώσει για διάρκεια δύο ετών στον  ……………, αντί μισθώματος 200 ευρώ. Κατόπιν των ανωτέρω αποδείχθηκε η συγγενική σχέση της  ενάγουσας με τον πατέρα της ………….., το κληρονομικό της δικαίωμα και η αποδοχή της  κληρονομίας με δημόσιο έγγραφο, νόμιμα μεταγεγραμμένο, οπότε αυτή πρέπει να αναγνωρισθεί  κυρία του ανωτέρω ακινήτου στο ποσοστό του 18,75 % και να διαταχθεί η απόδοση του σε  αυτήν από τους εναγομένους, απορριπτομένης κατ΄ ουσίαν της ενστάσεως αυτών περί απόκτησης  κυριότητας διά της τακτικής χρησικτησίας, καθότι πλήν του νόμιμου τίτλου, δεν πληρώθηκε ως  όρος η επί δεκαετίας καλόπιστη νομή του ακινήτου, αφού δεν αποδείχθηκε η καλοπιστία της  δικαιοπαρόχου τους ………………, ώστε στα χρόνια της δικής τους νομής να προσμετρηθούν και τα  χρόνια εκείνης. Περαιτέρω πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι ως νομείς να της αποδώσουν το  ωφέλημα του ενοικίου που εξάγεται από το ακίνητο, σε ποσοστό 18,75%, ήτοι ποσό 37,5(=200  ευρώ Χ18,75%) ευρώ μηνιαίως από την επίδοση της αγωγής κι έπειτα, να καταδικασθούν οι  εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας,  ενώ δεν συντρέχουν  εξαιρετικοί λόγοι κατά την κρίση του Δικαστηρίου για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΘΕΩΡΕΙ την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης με αρ. κατ. 2435/2013 προσεπίκληση  δικονομικού εγγυητή-παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης ως μη ασκηθείσα.

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης με αρ. κατ.  11576/1-8-2011 αγωγή.

   ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ότι κρίθηκε στο σκεπτικό απορριπτέο.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ενάγουσα συγκυρία κατά ποσοστό 18,75 % σε ένα αυτοτελές και διηρημένο  διαμέρισμα του 4ου πάνω από το ισόγειο ορόφου οικοδομής επί της οδού ………….. αρ. ……, έχον  πρόσοψη στην πρασιά της οικοδομής, εμβαδού καθαρού 34 τ.μ. αποτελούμενου από ένα δωμάτιο,  σαλόνι, κουζίνα και προχώλ, στο οποίο αναλογεί ποσοστό 2,19% εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και  στους λοιπούς κοινόχρηστους χώρους, η δε οικοδομή κτίσθηκε σε οικόπεδο εμβαδού 285 τ.μ. που  συνορεύει κατά τον τίτλο κτήσης βόρεια με οικία ιδιοκτησίας ………….., νότια με οικία τέως  ανταλλάξιμου ακινήτου και τώρα με πολυκατοικία αγνώστων ιδιοκτητών και σήμερα με την οδό  …………..και από τις λοιπές πλευρές του με οικοδομές αγνώστων ιδιοκτητών, με προσωρινό ΚΑΕΚ  19 044 27 17 003.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τους εναγομένους να της αποδώσουν το ανωτέρω ποσοστό

   ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους εναγομένους να καταβάλλουν κατ΄ισομοιρία στην ενάγουσα ως ωφέλημα το  ποσό των 37,5 ευρώ μηνιαίως από την επίδοση της αγωγής κι εφεξής.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εναγομένους στην πληρωμή των εξόδων της ενάγουσας, τα οποία ορίζει στο  ποσό των 600 ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε την 1.8.2014 και δημοσιεύτηκε στη Θεσσαλονίκη σε έκτακτη δημόσια  συνεδρίαση την 1.9.2014.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ           Ν.Σ.

Πηγή:taxheaven.gr

 

Category

Recent

Archive